Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Persons Truman Streckfus (Capote Truman Garcia): Ταξιδευτής, Διασκεδαστής, Βαθύς

 

   
                                                 
Τρούμαν Καπότε

                                             Βιογραφικό


     Αμερικανός μυθιστοριογράφος, δημοσιογράφος και σεναριογράφος, γεννημένος στη Νέα Ορλεάνη, της Λουιζιάνα, στις 30 Σεπτέμβρη 1924, με αποτέλεσμα στη χρυσή 10ετία των αλλαγών, 60'ς, να 'ναι στην ακμή της ηλικίας του, 35 με 45. Ο πατέρας του ήταν ο Arch Persons κι η μητέρα του η Lillie Mae Faulk. Όταν χωρίσαν οι γονείς του, ήταν 6 ετών κι έτσι η μητέρα του τον έστειλε σε κάτι θείους στη Monroeville της Alabama. Δυο χρόνια μετά, η μητέρα του παντρεύτηκε τον Joseph Garcia Capote κι η συμπάθεια μεταξύ πατριού και προγονού ήτανε τέτοια, που ο μικρός Τρούμαν, το 1935, αλλάζει τ' όνομά του σε Truman Garcia Capote.
     Σε ηλικία 17 ετών πιάνει δουλειά σαν παιδί για θελήματα στη "Τhe New Yorker", αφού πρώτα τον είχαν αποβάλλει από το γυμνάσιο. Απο κει απολύεται το 1944 γιατί τσάτισε τον Robert Frost. Την επόμενη χρονιά, η "Μίριαμ" τραβά τη προσοχή του εκδότη Benneth Cerf, ο οποίος τονε βάζει να υπογράψει συμβόλαιο με τον Εκδοτικό Οίκο Random. Διηγήματά του δημοσιεύονται στα, "Mademoiselle" & "Harpar's Bazaar". Δημιουργεί σχέση με τον Newton Arvin, το 1946 και το 1948 δημοσιεύει το "'Αλλες Φωνές, 'Αλλοι Τόποι", ενώ έχει σχέση με τον Jack Dunphy. Τα επόμενα τρία χρόνια δημοσιεύει τρία βιβλία κι αμέσως μετά, καταπιάνεται και με τη συγγραφή σεναρίων. Συνεχίζει να γράφει και να δημοσιεύει, μέχρι το τέλος της ζωής του.
     Το 1976 εγείρει την αντιπάθεια της Υψηλής Κοινωνίας με κείμενά του και το σκάνδαλο που δημιούργησαν. Μετά τούτο, όλοι του οι φίλοι απομακρύνθηκαν από κοντά του παντελώς.
     Μετά τη δημοσίευση των 2 τελευταίων βιβλίων του "Μουσική Για Χαμαιλέοντες" και "Κάποια Χριστούγεννα", 1980 και 1983 αντίστοιχα, συλλαμβάνεται να οδηγεί μεθυσμένος. Γενικά έπινε πολύ κι έκανε χρήση ουσιών, ειδικά μετά το σκάνδαλο του 1976, πράγμα που κλόνισε την υγεία του κι έτσι στις 25 Αυγούστου 1984 πέθαινει σ' ηλικία 60 μόλις χρονών.
     Έγραφε, από τα 11, όντας μοναχικό, ευαίσθητο και ταλαντούχο παιδάκι. Με τις πρώτες δημοσιεύσεις των πρώτων του εργασιών, χαιρετίστηκε από το κοινό που τον υποδέχτηκε καλά και τον αποδέχτηκε ως καλλιτέχνη με το δικό του προσωπικό και διάφορο στυλ. Εκεί που μάγεψε πραγματικά ήταν στο "Πρόγευμα Στου Τίφανι", που δημοσίευσε το 1958 κι έγινε ταινία το 1961 και με το "Εν Ψυχρώ" που δημοσιεύσε το 1966 κι έγινε ταινία τον αμέσως επόμενο χρόνο. Το 1ο τονε παρουσιάσε πλατιά ως ηδονιστή και λάτρη του γκόθικ ενώ το 2ο, ως μεγαλοφυΐα.
     Αξίζει να σημειωθεί πως το "Εν Ψυχρώ" αφορά στη πραγματική ιστορία, -που ανέλαβε να καλύψει δημοσιογραφικά-, της δολοφονίας, των 4 μελών μιας οικογένειας του Κάνσας, τους Clutters, από 2 περιπλανώμενους νεαρούς αλητάκους-τυχοδιώκτες, που έγινε το 1959. Όταν τέλειωσε τη δουλειά, μετέφερε την αληθινή ιστορία, μυθιστορηματικά, με πραγματικά μοναδικό κι απαράμιλλο τρόπο. Αυτό το βιβλίο κι αργότερα η συγγραφή του σεναρίου της ομώνυμης ταινίας, του 'φερε πάρα πολύ χρήμα κι αρκετή δόξα.
------------------------------------------------------------------------------------
  Σημ Δική Μου: Το "Εν Ψυχρώ" είναι μες στη λίστα των προτεινομένων βιβλίων μου, όταν την αναρτήσω κάποια στιγμή. Πραγματικά πρόκειται για αριστοτεχνική δουλειά. Φήμες λένε δε, πως με τον έναν εκ των δολοφόνων, -τους οποίους επισκέφτηκε στη φυλακή για να καλύψει δημοσιογραφικά το θέμα- δημιούργησε σχέση.
_____________________________________________________________

       Η Μορφή Των Πραγμάτων

     Μια λεπτοκαμωμένη εύθραυστη ασπρομάλλα γυναίκα με χτένισμα πομπαντούρ, διέσχισε σεινάμενη-κουνάμενη το βαγκόν-ρεστοράν και κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα σε παράθυρο. Αφού έγραψε με μολύβι τη παραγγελία της, μισόκλεισε τα μυωπικά της μάτια για να περιεργαστεί στην αντικρινή μεριά του τραπεζιού ένα κοκκινομάγουλο πεζοναύτη και μια κοπέλα με καρδιόσχημο πρόσωπο. Με μια ματιά πρόσεξε ένα χρυσό δαχτυλίδι στο δάχτυλο της κοπέλας και μια κόκκινη κορδέλα πλεγμένη στα μαλλιά της κι αποφάσισε πως ήταν φτηνή. Μέσα της τη χαρακτήρισε νύφη του πολέμου. Χαμογέλασε αχνά, ενθαρρύνοντας τη κουβέντα. Η κοπέλα της χαμογέλασε επίσης.
 -"Τυχερή ήσασταν που 'ρθατε τόσο νωρίς, γιατί έχει πολύ κόσμο. Εμείς δε γευματίσαμε γιατί ήταν κάτι Ρώσοι φαντάροι που τρώγανε...κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Θεέ, θα 'πρεπε να τους δείτε, σαν τον Μπορίς Καρλόφ ήταν, μα το Θεό!" Η φωνή της θύμιζε τσαγιέρα που τερετίζει κι έκανε τη γυναίκα να ξεροβήξει.
 -"Ναι, είμαι σίγουρη", είπε. "Πριν απ' αυτό το ταξίδι, ούτε στ' όνειρό μου δεν είχα φανταστεί πως υπήρχαν τόσοι...φαντάροι εννοώ. Δεν το συνειδητοποιεί κανείς, μέχρι που παίρνει το τρένο. Αναρωτιέμαι από που να 'ρχονται όλοι".
 -"Από τις επιτροπές στρατολογίας", είπε η κοπέλα και χαχάνισε ανόητα. Ο σύζυγός της κοκκίνισε απολογητικά.
 -"Πηγαίνετε ως το τέρμα, κυρία";
 -"Μάλλον, αλλά τούτο το τρένο είναι αργό σαν... σαν..."
 -"...τη μελάσα!" αναφώνησε η κοπέλα και ξέπνοη συμπλήρωσε: "Ποπό, είμαι συνεπαρμένη, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο. Όλη μέρα δε χορταίνω το τοπίο. Ο τόπος μου, το Αρκάνσας, είναι όλος επίπεδος, έτσι νιώθω έξαψη ως και στα δαχτυλάκια των ποδιών μου όταν βλέπω αυτά τα βουνά". Και γυρνώντας προς τον σύζυγό της: "Γλυκέ μου, λες να 'μαστε στη Καρολίνα";
     Εκείνος κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το σύθαμπο βάθαινε πάνω στο τζάμι, το φως άλλαζε γρήγορα, γινόταν κυανό, οι λόφοι ενώνονταν, γίνονταν ένας. Όταν ξαναγύρισε τα μάτια του στο εσωτερικό του βαγκόν-ρεστοράν, τα ανοιγόκλεισε, τυφλωμένος από το φώς.
 -"Πρέπει να 'ναι η Βιρτζίνια", μάντεψε κι ανασήκωσε τους ώμους.
     Από τη κατεύθυνση των επιβατικών βαγονιών, ένας φαντάρος τους πλησίασε ξαφνικά με αδέξιο βήμα, τρεκλίζοντας και σωριάστηκε σαν πάνινη κούκλα στην άδεια καρέκλα του τραπεζιού. Ήταν μικρόσωμος, κολυμπούσε στη τσαλακωμένη του στολή. Το πρόσωπό του, λιπόσαρκο και μ' έντονα χαρακτηριστικά, έκανε ωχρή αντίθεση με κείνο του πεζοναύτη και τα μαύρα κοντοκομμένα του μαλλιά λάμπανε στο φως σαν κασκέτο από δέρμα φώκιας. Με τα μάτια του να περιεργάζονται τους άλλους τρεις κουρασμένα, θολά, σαν πίσω από σήτα, ψηλάφισε νευρικά τα δυο γαλόνια τα ραμμένα στο μανίκι του. Η γυναίκα πήγε ανήσυχα πέρα-δώθε και κόλλησε στο τζάμι. Ύστερα από προσεκτική σκέψη τον χαρακτήρισε μεθυσμένο και βλέποντας τη κοπέλα να σουφρώνει τη μύτη, κατάλαβε πως κι εκείνη είχε βγάλει την ίδια ετυμηγορία. Ενώ ο νέγρος με την άσπρη ποδιά τους σερβίριζε από το δίσκο του, ο δεκανέας είπε:
 -"Θέλω καφέ, μια καφετιέρα ολόκληρη και διπλή δόση κρέμας". Η κοπέλα έμπηξε το πιρούνι της στο κοτόπουλο με τη κρέμα.
 -"Δε βρίσκεις πως οι τιμές τους είναι απαράδεκτες, καλέ μου"; Κι ύστερα άρχισε. Το κεφάλι του δεκανέα έκανε κάτι ανεξέλεγκτα τινάγματα. Μια παύση, με το κεφάλι του αφύσικα κρεμασμένο μπρος κι ύστερα ένας μυς συσπάστηκε κι ο λαιμός του τινάχτηκε πλάγια. Το στόμα του μόρφασε απαίσια τεντωμένο κι οι φλέβες στο λαιμό του τανύστηκαν. "Αχ Θεέ μου", κραύγασε η κοπέλα κι η γυναίκα έριξε το μαχαίρι της για το βούτυρο κι έβαλε ενστικτωδώς το λεπτεπίλεπτο χέρι της πάνω στα μάτια της να τα προστατέψει. Ο πεζοναύτης απέμεινε να κοιτά με άδειο βλέμμα για μια στιγμή, αλλ' ύστερα γρήγορα συνήλθε κι έβγαλε ένα πακέτο τσιγάρα.
 -"Έλα φίλε", είπε, "πάρε ένα".
 -"Σ' ευχαριστώ... πολύ ευγενικό", μουρμούρισε ο δεκανέας κι ύστερα χτύπησε στο τραπέζι τη γροθιά του, που οι αρθρώσεις της είχαν ασπρίσει. Τα μαχαιροπίρουνα αναπήδησαν, νερό χύθηκε από τα ποτήρια. Σιωπή απλώθηκε κι ένα μακρινό γέλιο διαπέρασε απ' άκρη σ' άκρη το βαγόνι. Κατόπιν η κοπέλα, νιώθοντας μάτια στυλωμένα πάνω της, τακτοποίησε μια τούφα πίσω από τ' αφτί της. Η γυναίκα σήκωσε τα μάτια και δάγκωσε τα χείλια της βλέποντας τον δεκανέα να προσπαθεί ν' αβάψει το τσιγάρο του.
 -"'Ασε με να σε βοηθήσω", προσφέρθηκε. Το χέρι της έτρεμε τόσο, που το πρώτο σπίρτο έσβησε. Όταν τα κατάφερε στη δεύτερη προσπάθεια χαμογέλασε βεβιασμένα. Λίγον αργότερα ο δεκανέας ηρέμησε.
 -"Ντρέπομαι τόσο... σας παρακαλώ συγχωρέστε με".
 -"Α μην ανησυχείς", είπε η γυναίκα, "σε κατανοούμε".
 -"Πόνεσε;" ρώτησε η κοπέλα.
 -"Όχι, όχι δε πονά".
 -"Τρόμαξα γιατί νόμισα πως πονούσε. Σίγουρα αυτή την εντύπωση δίνει. Είναι κάπως σα να 'χεις λόξυγκα, ε;" Ξαφνικά αναπήδησε λες και κάποιος τη κλώτσησε. Ο δεκανέας έσυρε το δάχτυλό του στην άκρη του τραπεζιού κι είπε:
 -"Ήμουν εντάξει μέχρι που ανέβηκα στο τρένο. Είπαν ότι θα 'μαι μια χαρά. Είπαν: 'Είσαι καλά στρατιώτη'. Αλλά φταίει η έξαψη, ότι ξέρεις πως είσαι στις Πολιτείες, ελεύθερος πια και πως η αναθεματισμένη αναμονή έχει τελειώσει.". Σκούπισε το μάτι του. "Συγγνώμη", πρόσθεσε. Ο σερβιτόρος άφησε τον καφέ κι η γυναίκα έκανε να τον βοηθήσει. Εκείνος της έσπρωξε θυμωμένα, ελαφρά, το χέρι. "Όχι, σας παρακαλώ. Μπορώ και μόνος μου!" Σαστισμένη κι αμήχανη εκείνη γύρισε προς το παράθυρο κι αντίκρισε το καθρέφτισμά της. Το πρόσωπό της ήταν ήρεμο και τη ξάφνιασε γιατί ένιωθε ζαλάδα και μια φανταστική αίσθηση, λες και ταλαντευόταν ανάμεσα σε δυο ονειρικά σημεία. Ωθώντας τις σκέψεις της αλλού, παρακολούθησε το πιρούνι του πεζοναύτη ν' ανεβαίνει με σοβαρότητα από το πιάτο του στο στόμα. Η κοπέλα έτρωγε λαίμαργα τώρα, όμως το δικό της φαγητό κρύωνε.
     Κι ύστερα ξανάρχισε, όχι βίαια όπως πρωτύτερα. Στη ψυχρή κι έντονη λάμψη του προβολέα ενός τρένου που ζύγωνε, το παραμορφωμένο της καθρέφτισμα θόλωσε κι η γυναίκα αναστέναξε. Ο δεκανέας βλαστημούσε σιγανά, ακουγόταν περισσότερο σα να προσεύχεται. Κι ύστερα πίεσε ξέφρενα τα πλαϊνά του κεφαλιού του σα να 'ταν τα χέρια του μέγγενη.
 -"'Ακου φίλε, πρέπει να σε δει γιατρός", τον συμβούλεψε ο πεζοναύτης. Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και το ακούμπησε στο σηκωμένο μπράτσο του.
 -"Μπορώ να βοηθήσω σε τίποτε;" είπε.
 -"Αυτό που κάνανε για να το σταματήσουν ήταν να με κοιτάζουν κατάματα... Όταν κοιτώ στα μάτια κάποιον, σταματά". Χαμήλωσε το πρόσωπό της κοντά στο δικό του. "Να", είπε κείνος, ηρεμώντας μεμιάς, "αυτό ήταν. Είσαι πολύ καλή".
 -"Που το 'παθες"; Μορφάζοντας της απάντησε:
 -"Σε πολλά μέρη... Τα νεύρα μου. Είναι κουρελιασμένα".
 -"Και που πηγαίνεις τώρα";
 -"Στη Βιρτζίνια".
 -"Στο σπίτι σου ε";
 -"Ναι, εκεί είναι το σπίτι μου". Η γυναίκα ένιωσε πόνο στα δάχτυλά της, που ξαφνικά του έσφιγγαν το μπράτσο και τα ξέσφιξε.
 -"Εκεί είναι το σπίτι σου, αυτό να σκέφτεσαι κι ό,τι άλλο είναι ασήμαντο".
 -"Ξέρεις κάτι;" ψιθύρισε. "Σ' αγαπώ. Σ' αγαπώ γιατί είσαι πολύ ανόητη και πολύ αθώα και γιατί δε θα μάθεις ποτέ παρά μόνον ό,τι βλέπεις στις ταινίες. Σ' αγαπώ γιατί είμαστε στη Βιρτζίνια κι είμαι σχεδόν σπίτι μου". Η γυναίκα απέστρεψε απότομα τα μάτια. Ένταση και μια αίσθηση προσβολής, ποίκιλαν τη σιωπή. "Νομίζεις λοιπόν ότι αυτό είναι όλο;" συνέχισε. Έσκυψε πάνω στο τραπέζι κι άγγιξε νυσταγμένα το πρόσωπό του. "Υπάρχει αυτό, αλλά υπάρχει κι αξιοπρέπεια. Όταν συμβεί μ' ανθρώπους που ξέρω όλη μου τη ζωή, τι θα γίνει τότε; Λες να θέλω να κάθομαι στο τραπέζι μαζί τους ή με κάποια σαν ελόγου σου και να τους αρρωσταίνω; Λες να θέλω να τρομάζω μια πιτσιρίκα σαν ετούτη δω και να της βάζω ιδέες στο νου για τον άνθρωπό της; Μήνες περιμένω, μου λένε πως είμαι καλά, αλλά τη πρώτη φορά..." Σταμάτησε κι έσμιξε τα φρύδια. Η γυναίκα άφησε δυο χαρτονομίσματα πάνω στον λογαριασμό της κι έσπρωξε πίσω τη καρέκλα της.
 -"Θα μ' αφήσεις να περάσω, σε παρακαλώ;" είπε. Ο δεκανέας σηκώθηκε με κόπο και στάθηκε κοιτώντας κάτω, το ανέγγιχτο φαΐ της.
 -"Φα' το, π' ανάθεμά σε", είπε. "Πρέπει να φας!" Κι έπειτα δίχως να κοιτάξει πίσω, χάθηκε προς τα επιβατικά βαγόνια.
     Η γυναίκα πλήρωσε τον καφέ.

--------------------------------------------------------------------------

      "Όλα Τα Διηγήματα" ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΑΣΤΑΝΙΩΤΗ "ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ"

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers