Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Δημώδη: 'Ασματα

 

ΚΛΕΦΤΙΚΑ

         Τ' Αντρειωμένου Τ' 'Αρματα

Τ' αντρειωμένου τ' άρματα δε πάει να πουλιώνται,
τους πρέπει μες στην εκκλησιάν, εκεί να λειτουργιώνται,
πρέπει να κρέμονται ψηλά σ' αραχνιασμένο πύργο,
σκουριά να τρώει τ' άρματα και γη τον αντρειωμένο.

                         Τ' Ανάπλι

-Ανάπλι τι δε χαίρεσαι και δε βαρείς παιγνίδια;
-Σαν πως μου λες να χαίρομαι και να βαρώ παιγνίδια,
οπού ειμ' Ανάπλι ξακουστό κι Ανάπλι παινεμένο,
πόχω τα τόπια για χαρά, τουφέκια για παιγνίδι,
και συ με θέλεις για ραγιά, με θες χαρατσωμένο;
-Ανάπλι δος τα τα κλειδιά, Ανάπλι παραδώσου,
γιατί όσο αίμα κι αν χυθεί θαν τόχεις στο λαιμό σου.
-Δεν παραδίνω γω κλειδιά και δεν έχω χαμπέρι.
Στο Παλαμήδι κρέμονται και σύρε να τα πάρεις.

                  Του Κίτσου Η Μάνα

Του Κίτσου η μάνα κάθεται στην άκρη στο ποτάμι.
Με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε:
-Ποτάμι για λιγόστεψε, ποτάμι στρέψε πίσω,
για να περάσω αντίπερα, πέρα στα κλεφτοβούνια,
πόχουν οι κλέφτες μάζωξη και οι καπεταναίοι.
Τον Κίτσι τονε πιάσανε και παν να τον κρεμάσουν.
Χίλιοι τον παν από μπροστά και δυο χιλιάδες πίσω
κι η μάνα του του έλεγε κι η μάνα του του λέει:
-Κίτσο μου πόχεις τ' άρματα τις ασημοπιστόλες;
-Μάνα μουρλή, μάνα τρελή, μάνα ξεμυαλισμένη
το τι τα θελεις τ' άρματα, τις ασημοπιστόλες,
που μένανε με πιάσανε και πα να με κρεμάσουν;

                   Του Κιαμήλ Μπέη

Πήραν τα κάστρα, πήραν τα, πήραν και τα ντερβένια,
πήραν και τη Τροπολιτσά, τη ξακουσμένη χώρα.
Κλαίνε στους δρόμους Τούρκισσες, κλαίνε εμιροπούλες,
κλαίει και μια χανούμισα τον δόλιο τον Κιαμήλη:
-Αχ πουσαι και δε φαίνεσαι, καμαρωμένε αφέντη;
Ήσουν κολόνα στο Μοριά και φλάμπουρο στη Κόρθο,
ένας παπάς σου τάκαψε τα έρμα τα παλάτια.
Κλαίνε τ' αχούρια γι' άλογα και τα τζαμιά γι' αγάδες,
κλαίει και η Κιαμήλαινα τον δόλιο της τον άντρα.
Σκλάβος ραγιάδων έπεσε και ζει ραγιάς ραγιάδων.

                   Των Πετιμεζαίων

Τρεις περδικούλες κάθουνταν ψηλα στον 'Αη-Θανάση
κι είχαν τα νύχια κόκκινα και φτερά βαμένα,
είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτηγμένα,
μοιρολογούσαν κι έλεγαν, μοιρολογούν και λένε:
-Τι ειν' το κακό που γίνεται στη μέση στο Λεβίδι,
μήνα βουβάλια σφάζονται, μήνα θεριά μαλώνουν;
-Μάιτε βουβάλια σφάζονται, μάιτε θεριά μαλώνουν,
Πετιμεζάδες πολεμούν μ' εννιά χιλιάδες Τούρκους,
μ' Ομέρ-Πασά, με Κουρ-Πασά, με τον Σμαήλη-Πλιάσα.
Μαυραναγνώστης χούγιαξε μέσα απ' το ταμπούρι:
-Το πουσαι μπάρμπα-Κωνσταντή και ξάδερφε Βασίλη
και Νικολάκη, γρήγορα κι αξιά μου παλικάρια;
Ελάτε να με βγάλετε απ' τ'ς άπιστους Λαλιώτες.
Σαν έκαμαν και κίνησαν, σαν έκαμαν και πάνε,
πέτρα τη πέτρα περβατούν, λιθάρι το λιθάρι,
στα δόντια σέρνουν τα σπαθιά, στα χέρια τα τουφέκια,
βάνουν τους Τούρκους ομπροστά, σαν τα παλιογελάδια,
σαν τη κοπή τα πρόβατα, σαν τη κοπή τα γίδια.

                     Του Κιούλκα

Φύσα βοριά, φύσα καιρέ, φύσα καλέ μου αγέρα,
φύσα κι αγέρι στα παιδιά του Κιούλκα του λεβέντη,
που πολεμά κατάκαμπα, μ' ούλο το μεσημέρι,
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, με λίγα τα φυσέκια.
Πουλάκι πήγε κι έκατσε στου Κιούλκα το κεφάλι.
Δε κελαδούσε σα πουλί, μηδέ σα χελιδόνι,
μον εκελάδει κι έλεγε μ' ανθρώπινη λαλίτσα:
-Σήκω Κιούλκα και πήγαινε, σήκω Κιούλκα και φεύγε,
και πάψε και τον πόλεμο κι απόλα και τους σκλάβους,
γιατί φτασαν ο Ντιρ-Αλής, με δυο, με τρεις χιλιάδες.
-Οσό 'ν' ο Κιούλκας ζωντανός, τους Τούρκους δε φοβάται!

                       Η Μονεμβασιά

Διαβείτε απ' τη Μονεμβασιά, απ' το παλιοκαστρίτσι
εκεί να δγείτε γιαίματα, εκεί να δγείτε λέσια
που βγήκε ο Κεχαγιάμπεης μ' ούλους τους Αρβανίτες.
Κι οι κλέφτες όταν τόμαθαν πολύ τους κακοφάνη,
βάνουνε βίγλα και βιγλούν, βάνουν και καραούλια.
Η κάτω βίγλα φώναξε, το κάτω καραούλι:
-Πιάστε τον τόπο δυνατά και φτιάστε τα ταμπούρια.
Ο Κεχαγιάς μας πλάκωσε μ' όλους τους Αρβανίτες.
Πρώτη μπατάλια που πεσε τη ρίχνει ο Κυριακούλης,
βαρεί τον Μπαϊραχτάρ-αγά κι αυτόν τον σιλιχτάρη,
παίρνει μουλάρια με φλωρί, μουλάρια με χρυσάφι.
-Πουσαι καημένε Θόδωρε και συ Κολοκοτρώνη,
που ξεπατώνεις τη Τουρκιά και τους παλιούς αγάδες!
-Τι λες σκυλί Κιαμήλ-μπεη και συ μπρε Κουμουρμάτη;
Θα πιάσω σκλάβους μπέηδες και σκλάβους βεζιράδες,
θα πιάσω τα ρετσάλια σου κι ούλα σου τα χαρέμια.
Πιάνουν χαρέμια δεκαχτώ και μπέηδες δεκαπέντε.

                 Των Κολοκοτρωναίων

Λάμπουν τα χιόνια στα βουνά κι ο ήλιος στα λαγκάδια,
λάμπουν και τα 'λαφρά σπαθιά των Κολοκοτρωναίων,
πόχουν τ' ασήμια τα πολλά, τις ασημένιες πάλες,
τις πέντε αράδες τα κουμπιά, τις έξι τα τσαπράζια
οπού δε καταδέχονται της γης να τη πατήσουν.
Καβάλλα τρώνε το ψωμί, καβάλλα πολεμάνε,
καβάλλα παν στην εκκλησιά, καβάλλα προσκυνάνε,
καβάλλα παιρν' αντίδερο απ' του παπά το χέρι.
Φλωριά ρίχνουν στη Παναγιά, φλωριά και στους Αγίους
και στον αφέντη τον Χριστό, τις ασημένιες πάλες.
-Χριστέ μας βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.
Κι ο Θοδωράκης μίλησε κι ο Θοδωράκης λέει:
-Τουτ΄οι χαρές που κάνουμε σε λύπη θα μας βγάλουν.
Απόψ' είδα στον ύπνο μου, στην υπνοφαντασιά μου,
θολό ποτάμι πέρναγα και πέρα δεν εβγήκα.
Ελάτε να σκορπίσουμε, μπουλούκια να γενούμε.
Σύρε Γιώργο μ' στον τόπο σου, Νικήτα στο Λιοντάρι.
Εγώ πάω στην Καρύταινα, πάω στους εδικούς μου,
ν' αφήκω τη διαθήκη μου και τις παραγγελιές μου,
τι θα περάσω θάλασσα, στη Ζάκυνθο θα πάω.
---------------------------------------------------------------------------
ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

       Ο Ξενητευτής

Όλα τα πουλάκια, ζυγά-ζυγά
τα χελιδονάκια, ζευγαρωτά,
το έρημο τ' αηδόνι, το μόναχο
περπατεί στους κάμπους με τον αητό,
περπατεί και λέει και κελαδεί:
-Βρε Σαλονικιώτη πραματευτή,
και Μεσολογγίτη ταξιδευτή,
που την εδιαλέξες αυτή τη νια,
τη ξανθομαλλούσα τη Πατρινιά;
-Απ' τη Πόλη 'ρχόμουν κι απ' τα νησά
κι απ' τη γειτονιά της επέρασά,
το βασιλικό της επότιζε
και τις μαντζουράνες της δρόσιζε.
Της ζητώ κλωνάρι και μώδωσε,
μου πε κι ένα λόγο και μάρεσε:
"Βρε παλικαράκι, σα μ' αγαπάς,
τι περνοδιαβαίνεις και δε μιλάς;
Στείλε προξενήτρες στη μάνα μου,
και προξενητάδες στο μπάρμπα μου".

       Παράπονο

Ούλες οι δάφνες, δάφνες
κι ούλες οι μαυρομάτες,
ούλες φιλί μου δώσαν
και δε το μετανιώσαν.
Μα μια μικρή δαφνούλα
μου καψε τη καρδούλα.
Κείνη δε μου το δίνει,
Θέλω ναν τη γελάσω
το χέρι να της πιάσω,
να πάρω τον ανθό της
πόχει στο μάγουλό της.

         Ερωτικό


Ποιος είδε πράσινο δεντρί
-μαυροματούσα και ξανθή-
νάχει γεράνια φύλλα
-μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια-
και στη κορφή μαλάματα,
-κορίτσια με τα κλάματα-
στη ρίζα κρύα βρύση.
-Ποιος την είδε τέτοια κρίση-
Κει έσκυψα να πιω νερό,
-μαύρα ειν' τα μάτια π' αγαπώ-
να πιω και να γεμίσω
-μαύρα μάτια να φιλήσω-
κι έπεσε το μαντίλι μου,
-καημό πόχει τ' αχείλι μου-
το βαρυξομπλιασμένο,
-μια χαρά ταν το καημένο-
οπού μου το κεντούσανε
-κοράσια τραγουδούσανε-
τρι' απάρθενα κοράσια.
-σαν του Μάη τα κεράσια-
Η μια κεντάει τον αητό
-δε βγαίνεις έξω να σε δω-
κι η άλλη τον πετρίτη
-μια Παρασκευή μια Τρίτη-
το 'να 'ναι απ' τον Γαλατά
-έχε το νου σου δυνατά-
και τ' άλλο απ' το Μπραχόρι.
-του Κατσιγιαννάκη η κόρη-.

    Το Λεϊμονάκι

Λεϊμονάκι μυρωδάτο
κι από περιβόλι αφράτο,
μη παραμυρίζεις τόσο
και με κάνεις και νυχτώσω.

Κι αν νυχτώσεις παλικάρι
κάτσε να βγει το φεγγάρι
να σε δω να σε γνωρίσω
και να σε καλορωτήσω
από τι σειρά κρατιέσαι
κι όλο σειέσαι και λυγιέσαι.

               Ο Γελασμένος

Στον 'Αδη θα κατέβω, το Χάρο για να βρω
να τονε πιάσω φίλο και αδερφοποιτό
μήνα και μου δανείσει σαΐτες κοφτερές,
να πάω να σαϊτέψω τρεις βεργολυγερές
οπού μου προμετάραν κι οι τρεις τους το φιλί
κι ύστερα με γελάσαν σαν το μικρό παιδί.

           Πως Πιάνεται Η Αγάπη...

Το παληκάρι το καλό παράκαιρα γεράζει,
γεράζει από τις έμορφες κι από τις μαυρομάτες.
Η αγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη
θέλει λαγού περπατησά, αητού γληγοροσύνη.
Όντας διαβαίνει με πολλούς, να κάνει πως δε γλέπει
κι όντας διαβαίνει μοναχός, γλυκό φιλί ν' αρπάζει.
Κι όταν του λεν πως πόρεψες, να λέει της αγάπης:
-Καλοπερνώ όντας έρχομαι, κακοπερνώ όντας φεύγω.

Εβγάτ' αγόρια στο χορό, κοράσια στα τραγούδια
πέστε και τραγουδήσετε πως πιάνετ' η αγάπη.
Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει
κι από τα χείλη στη καρδιά ριζώνει και δε βγαίνει.

-Νάχα νεράντζι νάρριχνα στο πέρα παραθύρι
να τσάκιζα το μαστραπά πόχει το καρυοφύλλι.
Για σε το λέω αγάπη μου που σαι στο παραθύρι.
Το μαντηλάκι που κεντάς σε μένα ναν το στείλεις
και μη το στείλεις μοναχό, παρά με τη κυρά του.
Κι η κόρη το παράκουσε και μοναχό το στέλνει.
Στα γόνατά του τ' άπλωσε και το συχνορωτάει:
-Για πες μου μαντηλάκι μου, αν μ' αγαπά η κυρά σου.
-Όντας σε συλλογίζεται και σε καλοθυμάται
σα θάλασσα βουρλίζεται, σα κύμα δέρνει ο νους της
σα το ψαράκι του γιαλού βροντοχτυπά η καρδιά της.
Όντας σε βλέπει και περνάς κι ακούει τη λαλιά σου
πηδά από τον τόπο της και ροδοκοκκινίζει.
Όντας αργήσει να σε δει στέκεται μαραμένη
κι όπου κι αν στέκει μοναχή κλαίει κι αναστενάζει.

                Η Μαγοπούλα

Μαύρα μου χηλιδόνια κι άσπρα μου πουλιά,
αυτου ψηλά που πάτε, χαμηλώσετε
για να σας δώκω γράμμα για τον τόπο μου,
να πάτε της καλής μου και της μάνας μου,
να μη με παντηχαίνουν και με καρτερούν.
Τι εμένα με παντρέψαν εδώ στη ξενητιά,
μου δώκαν μαγοπούλα, μάγισσας παιδί,
μαγεύει τα καράβια, δεν αρμενίζουνε
μαγεύει τις βαρκούλες, δεν περπατούν
μαγεύει τα πουλάκια και δεν απέτουνται,
με μάγεψε και μένα, δεν ημπορώ ναρθώ.
Όντας κινάω νάρθω, χιόνια και νερά
κι όντας γυρίζω πίσω, ήλιος και ξαστεριά,
σελώνω τ' άλογό μου και ξεσελώνεται
φορώ και τ' άρματά μου και ξεφοραίνουνται.
--------------------------------------------------------------------------
ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΕΙΑΣ

                     Ο Ξενιτεμένος

Για δεστε τον αμάραντο σε τι γκρεμνά φυτρώνει!
Τον τρων' τα λάφια και ψοφούν, τ' αρκούδια και μερώνουν.
Νάχε τον φάει κι η μάνα μου να μη 'χε κάμει εμένα!
Κι αν μ' έκαμε τι μ' ήθελε κι αν μ' έχει τι με θέλει
που 'γω στα ξένα περπατώ, στα ξένα παραδέρνω,
τον ύπνο δεν εχόρτασα, τις νύχτες δε κοιμάμαι,
το χέρι μου προσκέφαλο και το σπαθί μου στρώμα
και στο προσκεφαλάκι μου, κορίτσι αγκαλιασμένο.

-Μη με μαλώνεις βρε πουλί και βρε καλό πουλάκι
εγώ τρεις μήνες θαμαι δω κι απ' ύστερα θα φύγω.
Το Μάη και τον Θεριστή κι ούλο τον Αλωνάρη
κι ύστερα φεύγω βρε πουλί, στο τόπο μου πηγαίνω
κι έλα και συ στον τόπο μου, να δεις τους εδικούς μου,
πως δέχουνται, πως χαίρουνται τα ξένα τα πουλάκια.

        Ξενιτεμένο Μου Πουλί...

Ξενιτεμένο μου πουλί και παραπονεμένο,
η ξενητειά σε χαίρεται κι εγώ 'χω τον καϊμό σου.
Τι να σου στείλω, ξένε μου, τι να σου προβοδήσω;
Μήλο να στείλω; Σέπεται. Κυδώνι; Μαραγκιάζει!
Να στείλω με τα δάκρυά μου μαντήλι μουσκεμένο;
Τα δάκρυά μου 'ναι καυτερά και καίνε το μαντήλι.
Τι να σου στείλω ξένε μου, τι να σου προβοδήσω;

Σηκώνουμαι τη χαραυγή, γιατ' ύπνο δεν ευρίσκω,
ανοίγω το παράθυρο, κυττάζω τους διαβάτες,
κυττάζω της γειτόνισσες και τις καλοτυχίζω,
πως ταχταρίζουν τα μικρά και τα γλυκοβυζαίνουν.
Με παίρνει το παράπονο, το παραθύρι αφήνω
και μπαίνω μέσα, κάθομαι και μαύρα δάκρυα χύνω.

-Νεραντζούλα φουντωμένη που είναι τ' άνθη σου;
Η πρώτη σ' ομορφάδα; Τα πρώτα κάλλη σου;
-Φύσηξ' αγέρας και βοριάς, πέρα τα τίναξε,
φουρτούνα του πελάγου, τα αποχάλασε.
Παρακαλώ βοριά μου, φύσαγε ταπεινά,
ταπείνωσ' την αντάρα, μα και τον κουρνιαχτό
τη βουή σου τη μεγάλη μα και τον αχητό,
ν' αράξουν τα καράβια, -αχ- τα σπετσιώτικα,
ναρθούν τα παληκάρια -βαχ- τα νησιώτικα.
Αράξαν τα καράβια, κι ούλα φανήκανε
κι ο δικός μου λεβέντης -αχ- δεν εφάνηκε,
ποιος ξέρει -βαχ- τι κύμα τον δέρνει, να πνιγεί;
-Δε κλαίς την ομορφιά σου κόρη πεντάμορφη
μον κλαίς τον ταξιδιώτη που σε απάριασε;
Τάχα ποιαν να φιλήσει, -αχ- τα μεσάνυχτα,
ποιαν τάχα ν' αγκαλιάσει -βαχ- το ξημέρωμα;
--------------------------------------------------------------
ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ

                        Παράπονο

Σε σόπρεπε, δε σόμοιαζε χάμου στη γη να πέσεις,
μον σόπρεπε και σόμοιαζε σε περιβόλι μέσα,
να πέφτουν τ' άνθια πάνω σου, τα μήλα στη ποδιά σου,
τα κόκκινα τριαντάφυλλα, στα ροδομάγουλά σου.

                        Στον 'Αδη

Εδώ σ' αυτή την εκκλησιά, σε τούτο το ξαμόνι,
κοιμούντ' οι νιές σα λεϊμονιές κι οι νιοι σα κυπαρίσσια,
κοιμούνται και οι γέροντες, δεντρά ξεριζωμένα,
κοιμούνται κι οι νοικοκυρές, σαν πόρτες χαλασμένες,
κοιμούνται τα μικρά παιδιά σα μήλα μαραμένα.

                       Απ' Τον 'Αδη

Πουλάκι βγήκ' από τη γη κι από τον ΚάτουΚόσμο,
μήτε σε πέτρα κάθησε, μήτε σ' ελιάς κλωνάρι,
μον' πήγε κι αποκούμπησε, στης εκκλησιάς τη πόρτα.
Τρέχουν ματάκια θλιβερά, τρέχουν καρδιές καϋμένες:
-Πες μας, πες μας πουλάκι μου, τ' είδες στον ΚάτουΚόσμο;
-Τι να σας πω το δύστυχο, τι να σας μολογήσω;
Είδα τα φίδια σταυρωτά και τις οχιές κουβάρια,
είδα τους νιούς ξαρμάτωτους, τις νιες ξεστολισμένες
και των μανάδων τα παιδιά σε μήλα ραβδιασμένα.

                      Μάνας Κλάιμα

Αυτού που πας στη Μαύρη Γη, 'φτού που θα μπείς στον 'Αδη,
μη μας ξεχάσεις, άμοιρε και μη μας λησμονήσεις,
γιατί λυπούνται τα παιδιά και κλαιν' και λαχταρίζουν,
που μείναμε στην αρφανιά, στο κάμπο ξαπλωμένα,
κι άλλος τα λέει κακόμοιρα, κι άλλος κατακαημένα,
κι έρχονται στη μανούλα τους κι ούλο παραπονιούνται:
-Μάνα γιατ' είμαστ' αρφανά και μαυροφορεμένα;
Για στόλισέ μας τ' αρφανά κι ας είν' και μαύρα ρούχα,
να πα να γονατίσουμε στο μνήμα του πατέρα,
ναν τον παρακαλέσουμε να ξαναρθεί στο σπίτι,
για να μη κλαις μανούλα μου και να μη κοπανιέσαι.
Αν δε θελήσει για ναρθεί, να κάτσουμε κοντά του,
για να μας έχει συντροφιά, να τον παρηγοράμε.

                     Εις 'Αγουρον

Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παραλογιά μεγάλη,
να στέκουν τα παλιόδεντρα και τα σαφρακιασμένα,
να πέφτουνε τα νιόδεντρα, με τ' άνθη φορτωμένα;

                      Εις Χήραν

Κυρά, που κάθεσαι ψηλά, κατέβα παρακάτω
και κάτσε με τις άμοιρες και κάτσε με τις χήρες
και τίναχ' το κεφάλι σου, να γκρεμιστεί η κορώνα,
τίναξε και το δάχτυλο να πέσει η αρραβώνα,
και βγάλ' τα κατακόκκινα και φόρεσε τα μαύρα.
Τα κόκκινά 'ναι της χαράς, τα μαύρα 'ναι της λύπης.

Η χήρα μέσα κάθεται κι όξω τη κουβεντιάζουν
αν περπατήσει ταπεινά, της λεν πως καμαρώνει,
κι αν περπατήσει γλήγορα, της λεν πως εξουρλάθη
κι αν κουβεντιάσει μ' άλλονε, της λεν, άντρα γυρεύει.
Κι α γνέθει και τη ρόκα της, της λεν πως προίκα φκειάνει
κι αν αρρωστήσει και καμμιά, της λεν παιδί θα κάμει.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers