-


Dali &









/




 
 

 

:

                     Βιογραφικ

    Διηγηματογρφος και θεατρικς συγγραφας. Γεννθηκε στη Μεσσνη το 1914 κι αποφοτησε απ το Γυμνσι της. Διπλωματοχος της Γαλλικς Ακαδημας Αθηνν και σπουδαστς της Νομικς. λαβε μρος στην Εθνικ Αντσταση με το ΕΑΜ Μεσσηνας. Πρωτοφανερθηκε απ το περ. «Ελεθερα Γρμματα» (1945) με το αντιστασιακ διγημα «Ιχ τσσερα». Σποδασε νομικ στο Πανεπιστμιο Αθηνν χωρς μως να εξασκσει το επγγελμα γιατ αμσως μετ τον πλεμο αφοσιθηκε ολοκληρωτικ στα γρμματα κι ασχολθηκε σ' λη του τη ζω με τη δημοσιογραφα. Επσης, μελτησε σε βθος τη γαλλικ γλσσα κι απoφοτησε απ το Institut Francais d' Athenes. γραψε διηγματα, μυθιστορματα και μετφρασε, Ντοστογιφσκη, Τσβιχ, Μορου, Θερβντες, Μορβια και Σολζεντσιν.



     Συνεργστηκε με τα περιοδικ Ο Ταχυδρμος κι Οικογνεια κι ασχολθηκε επαγγελματικ με τη λογοτεχνικ μετφραση. Υπρξε μλος της Εταιρεας Θεατρικν Συγγραφων και της Εταιρεας Συγγραφων. Τιμθηκε με το βραβεο Εθνικς Αντστασης (1946 για τα Ματωμνα χρνια), το βραβεο του παγκσμιου διαγωνισμο διηγματος του εκδοτικο οκου New Herald Tribune (1950-1951 για το διγημα Νεριδα του βυθο) και το Α’ κρατικ βραβεο διηγματος (1981 για το Στο χος). Ο Πατατζς ανκει στη μεταπολεμικ γενι της ελληνικς πεζογραφας. Με σημεο εκκνησης τα Ματωμνα χρνια, ενδεικτικ παρδειγμα της ελληνικς πεζογραφικς παραγωγς με θμα την Εθνικ Αντσταση, και κορφωση της δημιουργικς του πορεας το μυθιστρημα Μεθυσμνη Πολιτεα, αφιρωσε το σνολο του ργου του στον προβληματισμ γρω απ την επδραση που σκησαν τα γεγοντα της γερμανικς κατοχς και του εμφυλου στη μεταπολεμικ κοινωνικ πραγματικτητα στη χρα μας, στα πλασια μιας ιδιατερα προσωπικς γραφς με χαρακτηριστικ στοιχεα τη λεπτ ειρωνεα και την απαισιδοξη οπτικ του μλλοντος.



     Γεννθηκε το 1914 στο Νησ της επαρχας Μεσσνης του νομο Μεσσηνας. Ορφνεψε απ πατρα στα 6 και πρασε στερημνα παιδικ χρνια. Τλειωσε το γυμνσιο στη Καλαμτα το 1932 και γρφτηκε στη νομικ σχολ του Πανεπιστημου Αθηνν, αναγκστηκε ωστσο για λγους οικονομικς ανχειας να διακψει τις σπουδς και να δσει εξετσεις στη Σχολ Χωροφυλκων. Υπηρτησε στη Λιβαδει με το βαθμ του ενωμοτρχη, μετ την επιβολ της γερμανικς κατοχς μως λιποτκτησε και κατφυγε στο αντρτικο, στρατετηκε στην οργνωση Ε.Λ.Α.Σ.. Στην Αθνα, που ζησε ως το θνατ του, επστρεψε μετ την απελευθρωση.
     Ανκει μεταξ 1945-50 στους πλον προβεβλημνους αριστερος συγγραφες: δημοσιεει αντιστασιακ διηγματα, συμμετχει στη συντακτικ επιτροπ του περιοδικο Ελεθερα Γρμματα κι εναι αναγνωρισμνος απ τους ιδεολογικος του αντιπλους. Παρολαυτ, δεν εντσσεται ποτ στον κομματικ μηχανισμ, συγκροεται με το σταλινικ του πυρνα και γργορα απομακρνεται απ τους πολιτικος του συντρφους. Παραμνει μχρι το τλος δεμνος με τον πολιτικ του οραματισμ (,τι κι αν μπορε να σημανει για μας σμερα ο ρος «αταξικ κοινωνα») κι η επανκδοση του ργου του συνιστ μια πρτης τξεως ευκαιρα για να μελετσουμε τις αναζητσεις των πεζογρφων της πρτης μεταπολεμικς γενις τσο στο θεματογραφικ σο και στο μορφολογικ εππεδο.
      χει γρψει διηγματα, μυθιστορματα, θεατρικ ργα κι να δοκμιο. Εργστηκε κατ καιρος σε διφορες εφημερδες και περιοδικ, στο ραδιφωνο, στη τηλεραση καθς και σε πολλος εκδοτικος οκους, σαν μεταφραστς κι επιμελητς εκδσεων. Μλος της Εταιρας Ελλνων Λογοτεχνν και της Εταιρας Ελλνων Θεατρικν Συγγραφων. Πολλ ργα του χουν μεταφραστε σε ξνες γλσσες: ρουμανικ, γαλλικ, δανζικα, σουηδικ, γερμανικ. Τιμθηκε με 3 βραβεα: Εθνικς Αντστασης, Παγκοσμου Διαγωνισμο Διηγματος και Κρατικ.



      Η συλλογ διηγημτων του ΜατωμναΧρνια τιμθηκε με το Α Βραβεο Εθνικς Αντστασης (1945). Το διγημα Νεριδα Του Βυθο βραβετηκε στον Παγκσμιο Διαγωνισμ Διηγματος που οργνωσε το εκδοτικ συγκρτημα New York Herald Tribune το 1950-1951. Πραν μρος 23 χρες και κρθηκαν, συνολικ, πνω απ 100.000 διηγματα. Στη τελικ κατταξη κατλαβε μιαν απ τις 2ες θσεις, με διαφορ μιας ψφου απ τα 4 πρτα και περιελφθη στην κδοση «World Prise Stories» του αγγλικο εκδοτικο οκου Odhams που δημοσιετηκαν τα 45 καλτερα διηγματα του διαγωνισμο καθς και τη Δανζικη Ανθολογα: «Τριντα Μαιτρ Του Διηγματος» των Jens Kruusse  & Ole Storm, κι χει ανθολογηθε στη «Μορατικη Πεζογραφα» του Νκου Καρμπελα. Στην Ελλδα, ο διαγωνισμς γινε απ τη Καθημεριν  με κριτικ επιτροπ τους Κων. Τστσο, Κλ. Παρσχο κι Αιμ. Χουρμοζιο. Το διο διγημα μεταφρασμνο στα γαλλικ, αγγλικ κι ινδικ ανθολογθηκε σε μιαν ανθολογα με ττλο Τα Καλλτερα Διηγματα Του Κσμου.



     Μετφρασε Ντοστογιφσκυ, Τσβιχ, Κρνιν, Μωρου, Μωρικ, Στινμπεκ, Μπροντ κ.. Εργσθηκε ως δημοσιογρφος στις εφημερδες «Δημοκρατικς Τπος», «Ελληνικ Ημρα» κ.. Συνεργσθηκε στα περ. «Να Εστα», «Φιλολογικ Πρωτοχρονι», «Οικογνεια», «Λογοτεχνικ Ημερολγιο», «Ταχυδρμος» κ.. Διασκεασε επσης με πολλ επιτυχα, για το θατρο, το ργο του Γ. Χσεκ «Ο καλς στρατιτης Σβικ» και τον «Δον Καμλλο» του Γκουαρσκι. λλα ργα του θεατρικ εναι «Επιστροφ απ το Μποχεβαλντ» (1946), «Η χρυσ φυλακ» (1959) «Ο Δικος» (1961) και το ιστορικ δοκμιο «Ι. Σοφιανπουλος – νας επανασττης χωρς επανσταση» (1962). Εν χει προηγηθε το πασγνωστο μυθιστρημ του «Μεθυσμνη Πολιτεα» (1948) ακολουθον η συλλογ διηγημτων του «Ο Χαμνος Παρδεισος» (1965), το «Πνθιμο Εμβατριο» (1978), τα θεατρικ του «Ο Λεγεωνριος» και «Κτω οι γυνακες» και θεατρικς διασκευς του απ ργα Ντοστογιφσκι, Τσχωφ, και λλων. ργα του χουν μεταφραστε και κυκλοφορσει σε πολλς ευρωπακς χρες. Το λογοτεχνικ του ργο χει, γενικ, κοινωνιστικ χαρακτρα, ο ρεαλισμς του μως δεν εναι ποτ πεζς, δεν ξεπφτει στο νατουραλισμ οτε, πολ περισστερο, στον κοινωνικ βερμπαλισμ. Διαπνεται πντοτε απ μια ποιητικ διθεση και διανθζεται με λεπτ και πικρ χιομορ που φθνει ως τον σαρκασμ. Αντλε τα θματ του κυρως απ τη ζω της ελληνικς επαρχας και η συμπθει του στρφεται προς τους αδναμους και τους αδικημνους απ την κοινωνα τη φση που βασανζονται ετε απ τους λλους ετε απ τον διο τους τον εαυτ, απ την πλξη της επαρχας, απ τη φτχεια, τη σεξουαλικ πενα και την εξαθλωση.



     γραψε "Το Πνθιμο Εμβατριο", καθαρ πολιτικ μυθιστρημα, που στρφεται εναντον της ηγεσας του ΚΚΕ, στην οποα καταλογζει λα τα λθη που οδγησαν στον εμφλιο και την ττα. Το βιβλο κυκλοφορε 3 μλις χρνια μετ (1978) το "Κιβτιο" του 'Αρη Αλεξνδρου (1975) κι αποτελε μ' αυτ, μιαν ιστορικ πραγματικτητα, μιαν οξτατη κομματικ κριτικ, μιαν ανελητη εκ των νδον επθεση, που δε διστζει μπροστ στο παραμικρ. γραψεν επσης τη "Μεθυσμνη Πολιτεα", τα "Ματωμνα Χρνια", τον "Χαμνο Παρδεισο", το θεατρικ "Επιστροφ Απ Το Μποχεβαλντ", το "Θλαμοι Σιωπς", τα "Χρονικ", "Παρβαση Καθκοντος", "Δικος", το εκπληκτικ δοκμιο "Ι. Σοφιανπουλος: νας Επανασττης Χωρς Επανσταση" κ.. Αξζει να σημειωθε πως χαιρε ιδιατερης εκτμησης στο εξωτερικ, εκτς απ τις καλς κριτικς που λαβε στη πατρδα του. 



     Πθανε 17 Ιουνου 1991, σ' ηλικα 77 ετν.
     Ο Σωτρης Πατατζς, απ τους πρτους μεταπολεμικος πεζογρφους, που στρφουν τον αναγνστη στην Κατοχ, στην Αντσταση και στον Εμφλιο, καταγρφει, εκτς των λλων, τον αφνταστο βασανισμ απροσμτρητων κατακτημνων, χωρς να σιωπ για τα θματα μεταξ των κατακτητν. Κατορθνει την πλη, ανμεσα στα ανελητα πλγματα και την αντιμετπισ τους, να την μετουσισει σε τχνη του πεζο λγου, αμσως μετ την απελευθρωση, σε ηλικα μλις τριντα ενς ετν. Πολ νωρς κατακτ τη θση μεταξ της Ιστορας και της Λογοτεχνας και παραμνει μχρι την Απελευθρωση. Νος προβληματιζμενος, με πλθος αντιστασιακν βιωμτων αλλ γνωστος στα Γρμματα ως το 1945. Το καλοκαρι εκενου του τους εκπλσσει το αναγνωστικ κοιν του περιοδικο «Ελεθερα Γρμματα», με το εξαιρετικ, αντιστασιακ διγημα υπ τον ττλο «Ich… τσσερα» -Εγ… το τσσερα. Επιβεβαινει την συγγραφικ του ωριμτητα το 1946, συλλογ αντιστασιακν διηγημτων, τα «Ματωμνα Χρνια», η οποα μως κατασχθηκε υπ το φσμα του Εμφυλου, παρ τη θετικ αποδοχ της χι μνο απ την αριστερ αλλ και απ τη συντηρητικ κριτικ. Επανεκδδεται το 1965 με πρταξη εκοσι δο «Χρονικν» της Αντστασης, αναφερμενων σε καριες ιστορικς τραγωδες της Κατοχς, απ το «Μονοδντρι» της Σπρτης μχρι το «Κομμνο ρτας», καθς και σε μορφς, εμφανες αφανες, πως ο ρης Βελουχιτης ο Θανσης Σομπλης.



     Αφηγητς μεσης παραστατικτητας ο Σ. Πατατζς, τσο στα διηγματ του, σο και στα «Χρονικ» που γρφονται με σκοπ την προβολ της ιστορικς αλθειας και χι της λογοτεχνικς του δυναττητας, παρουσιζει αυτοσια τη φασιστικ βαρβαρτητα και ανεξγητη. Διαβζουμε στο κεμενο «Χορτιτης»: «Να λινεις το κρανο ενς μωρο χτυπντας το στον τοχο; Τι εξγηση να δσεις πια σε τοτη την πρξη; Ποια “λογικ πολμου” να επικαλεσθες; Δεν βρσκεις τποτα, δεν υπρχει δαφος για να πατσεις». Αντθετα, η Αντσταση, κποτε και «παρλογη» σμφωνα με τον κοιν νου, χει λογικ αφετηρα: «…Ζοσαμε σ’ να κλμα τραγικ…», υπενθυμζει ο συγγραφας στον πρλογο της κδοσης του 1965, που αναφρθηκε. «…αναμετριμαστε κθε μρα και κθε νχτα με το θνατο –πς μποροσε μια ττοια εποχ να μην χει και τους ρως της και τις τραγικς της διαστσεις, και τους ωραους της ανθρπους;».
     Φεγοντας απ τη ζω ο Σωτρης Πατατζς, το 1991, κληροδτησε πλοσιο, πολυδιστατο και λογοτεχνικς καταξωσης ργο. Ενδεικτικ, το γνωστ μυθιστρημα «Μεθυσμνη Πολιτεα», τα βιβλα διηγημτων με ττλους «Χαμνος Παρδεισος» και «Το Χος», απ τα θεατρικ του την «Επιστροφ απ το Μποχενβαλντ» και τη θεατρικ διασκευ του «Καλο Στρατιτη Σβικ» καθς και δημοφιλες μεταφρσεις. Η συλλογ διηγημτων «Νεριδα του Βυθο» περιλμβανε το ομτιτλο αριστοτεχνικ διγημα, που εχε επιφυλξει στον συγγραφα το βραβεο του καλτερου ελληνικο διηγματος, το 1951. Τη «Νεριδα» χριζε απ τον συγκρατομεν της μια μεσοτοιχα, που γραφταν μια ιδιμορφη, εξαιρετικ ερωτικ ιστορα, με σματα Μορς! Καταδικασμνη απ την πραγματικτητα, κρθηκε ως να απ τα ωραιτερα διηγματα στο πλασιο του Παγκσμιου Διαγωνισμο Διηγματος, που εχε προκηρξει η New York Herald Tribune και θριμβευσε μεταφρασμνη σε πενντα δο γλσσες.
     Ο πλεμος κανε λους τους κατακτημνους «παιδι της διας μνας – της Συφορς», γρφει ο Σ. Πατατζς, παρ τις διαφοροποισεις τους. Στις συνταρακτικς σελδες που απαρτζουν τα «Ματωμνα Χρνια», οι πολλο της «σκλαβωμνης πολιτεας» χουν περιλθει στο ανπαρκτο λεος της πανταχο παροσας βας, του θαντου και της πενας. Ο θνατος στο αλβανικ μτωπο εξακολουθε να αφνει φωνη τη μνα, το καρβι του Ερυθρο Σταυρο με το σιτρι-σωτηρα αργε, η βθισ του γιγαντνει ανεξλεγκτη την απγνωση του πατρα με το μικρ, ετοιμοθνατο απ την πενα παιδ του. νας νος νδρας ξρει τι διπλανο του δνουν στα παιδι τους το επικνδυνο σκυλσιο κρας. Ξεκνησε τη ζω του με νειρα κοινωνικς ανδειξης –«θα γνω δικαστς» λεγε- αλλ τρα η πλη «για τ’ αλλο… δεν χει οδ» και με μακβριους φβους, χωρς τη διθεση της αντστασης, προκαλε ο διος τους πυροβολισμος του εχθρο. Αντθετα, κποιοι νοι πιστεουν τι μια οργνωση θ’ αλλξει τον κσμο, γρφουν την παρνομη εφημεριδολα τους, για να τους αναγκσει τελικ η φοδος των Γερμανν να παραδεχτον τι οι νεκρο θα γρψουν την ιστορα της υπροχης οργνωσης, χι με μελνι· με αμα.
     σως, πντοτε οι νεκρο να συνεχζουν τον αγνα, για να δκαιο κσμο, ωστσο την ιστορα της Ελληνικς Αντστασης να μεγλο τμμα του ελληνικο λαο την γραφε. Προσθτουμε, μως, τι αχαρακτριστο ρλο διαδραμτισαν, να σημαντικ ποσοστ της «ιδιτυπης» αστικς τξης, με αδστακτη ιδιοτλεια καθς και οι νεπλουτοι της μαρης αγορς, σμφωνα με την ιστορικ ρευνα για την οικονομικ κατσταση της καθημαγμνης Ελλδας επ Κατοχς και μετ τη λξη της.
     Στη "Μεθυσμνη Πολιτεα" του, να παλι μυθιστρημα που δικαινει την φμη του  -και μλιστα χωρς τυμπανοκρουσες-καθς εν γρφτηκε το 1948 τρεις 10ετες μετ, το 1980,στεκταν σθεναρ ρθιο απναντι στον χρνο σαν τηλεοπτικ σειρ- που πως λνε οι γνωρζοντες τα του χρου μεινε στην ιστορα σαν μια απ τις καλτερες που χουν βασιστε σε λογοτεχνικ ργο-σε μια μεταβατικ φση ταν εχε αρχσει να διαφανεται σαν πολ πιθαν μια αλλαγ πολιτικν δεδομνων που καννας δεν μποροσε να φανταστε πως ακριβς θα γινταν(η αλλαγ ντε) τι θα την αποτελοσε και στερα κι απαυτ, λλες τρεις δεκαετες μετ, στις μρες μας δηλαδ,παραμνει ζωνταν κι ενδιαφρον,χει πργματα σημαντικ να ξαναβλει κι χι μνον να χρησιμεει στο μθημα της νεοελληνικς λογοτεχνας σαν κεμενο που αποτπωσε μιαν εποχ που πρασε κι φησε κι αυτ τα σημδια της-ρα πντα θα μας απασχολε,ας το πω τσι,ακαδημακ-αλλ να διαβζεται σαν αυτ που πραγματικ χουμε ανγκη: θαρραλα κατδυση στην ανθρπινη ψυχ ασχτως του κοινωνικο ενδματος και του ρλου που της αναθτει της επιβλλει η συγκυρα,διαχρονικ δηλαδ και γι αυτ σημαντικ μυθιστρημα μιας εθνικς λογοτεχνας με τσαγαν και ραμα.
     Ο Πατατζς μσα απ την παραμον ενς μπουλουκιο σο κρατον οι παραστσεις του σε μια μικρ πλη-την δικ του γεντειρα,την Μεσσνη της Πελοποννσου-(κατα) γρφει την απλεια και ως απλεια στην αφγησ του δεν νοεται ο θνατος μα κι λλα,λιγτερο περισστερο συνθη   και πντως ποικλα,αρχζοντας απ το να χαθε η αθωτητα της στω και δσκολης παιδικς ηλικας ενς ορφανο κοριτσιο που πρπει να τα βγλει πρα με την ενλικη ζω του στο μεσοδιστημα δυο πολμων ως και το να συντριβε η σαν τις αλκυονδες μρες ενς κρου Γενρη προκψασα ερωτικ ελπδα ενς ξοφλημνου- απ ναν υποκριτικ περγυρο που δεν κοιτ τα χλια του θεωρομενου τσι - γυμνασιρχη επαρχιακο σχολεου.
     Την απλεια σε λα της τα εππεδα και τις εκδοχς,αυτν που προκαλεται απ τα ατομικ, μικρ μεγλα,καθημεριν κτακτα οικογενειακ γεγοντα που σημαδεουν τους βους των απλν ανθρπων,εκενων που ο μεγλος μας Γιννης Ρτσος τους λεγε αννυμους αγους,αλλ και απ τα κοινωνικοστορικ,αυτ που αποτελον το απαρλλαχτο σκηνικ της ανθρπινης ιστορας απ καταβολς κσμου,αυτ που συμβανουν πρα απ την βοληση των ατμων,που προκαλονται απ τις φωτισμνες τις φρικαλες επιλογς των δυνατν -κυρως απαυτς-και  βαρανουν στερα με την θλιβερ σκι τους γενις και γενις.
     Ο Πατατζς αφηγεται τριτοπρσωπα,αλλ καταλαβανουμε απ φρσεις τπου "στην μικρ μας πλη" τι ο αφηγητς εναι αποστασιοποιημνα εκενος,σαν νας απ τους κατοκους που χει παρακολουθσει τα γεγοντα και μας τα μεταφρει με γλυκπικρο χιομορ που συχν στο κεμενο γνεται εστοχος σαρκασμς,με γλαφυρτητα,ακρβεια και σχεδν γραμμικ ως προς τον χρνο , διανθζοντς τα με λγες αναγκαες αναδρομς στο παρελθν τις οποες σαν ιστορες δεν θα λεγα καν εγκιβωτισμνες μα πληροφορες στην σωστ στιγμ σα σα για να μθουμε κποια πργματα για τα δυο πιο χαρακτηριστικ πρσωπα που σηκνουν το αλληγορικ βρος:την Ρνα που εναι η ενζεν του θισου και τα πντα περιστρφονται γρω της καθς γνεται απ την πρτη στιγμ το αντικεμενο του πθου,του φθνου,της αγπης,του ενδιαφροντος τλος πντων λων,ανδρν και γυναικν και τον Μπε,τον ευασθητο "τρελ"της πλης,που εναι πιο καλς και σωστς απ πολλος απ τους επιφανες της πολιτειολας κι ας μιλ αυτς  μες στη μοναξι του με τις κατσκες του που τους χει δσει κι ανθρπινα ονματα.
     μως κι λα τ' λλα πρσωπα χουν διαχρονικ ενδιαφρον. Θα τολμσω να πω τι στω και με παραλλαγς (και ταν κπληξ μου,την ομολογ)ακμα και στις μρες μας-σιγ δηλαδ ποιες εναι οι μρες μας,κνουμε σαν να παψε να γνεται μχη ανμεσα στο καλ και στο κακ-τα συναντς:
     Ο Παμεινντας,ο πλοσιος μπορος που δεν εναι μως το αμρφωτο και φιλργυρο τομρι που θα περμενε κποιος,ο κποτε ποιητς και τρα τιποτνιος θιασρχης,ο αλκοολικς καρατερστας ο επονομαζμενος Σορας Κολοκυθολολουδο,οι ηττημνες μαραμνες πρην πρωταγωνστριες σαν εκενην με το γελοο νομα Μπμπα,ο μοναχικς γυμνασιρχης,η γεροντοκρη γαλλικο που την φωνζουν Φραγκκοτα,το φασιστμουτρο ο θεολγος,ο γιατρς που δεν εναι ντπιος αλλ χει μενει εκε βλποντας τις ανγκες τους για να τους βοηθσει και ντως το πρττει ανιδιοτελς κι αυτο του αντιγυρζουν αχαριστα παραδομνοι στις δεισιδαιμονες τους,ο τεκνος διοικητς της αστυνομας που κυνηγει μταια τον περιβητο επανασττη Πελοπδα,ο διος ο Πελοπδας ,θετικ σμιλεμνος χαρακτρας επανασττη απρσμενα προσγειωμνου,λτρη της ζως και χι του δθεν ηρωικο σε αντιδιαστολ με τον θεωρητικορα ηθοποι με το παρατσοκλι Μιζριας διανοομενο της συμφορς που τον νοιζει να ηρωικ φανεσθαι γιατ κατ βθος φοβται την πλη που δεν φανεται να τελεινει ποτ στην μζερη γινη ζω του,ο τσιφοτης φαρμακοποις και η φαντασμνη γυνακα του,ο ταβερνιρης με την δικι του γυνακα,βαιη και αυταρχικ αυτ και πολλο ακμα που πηγαινορχονται σε μικρς και μεγλες πολιτεες αν τους αινες και στην παγκσμια λογοτεχνα , χαρακτρες παρμνοι απ την ζω των ανθρπων που παρ το πρασμα τσων χρνων δεν φανεται ναλλζει.

     Εδ θα μπορσετε να δετε λο το σριαλ "Μεθυσμνη Πολιτεα" απ το αρχεο της ΕΡΤ: 

------------------------------------------------

             Ο Ανστος Γυρεει Την Ευτυχα

     λλοτε γριζε απ τπο σε τπο δουλεοντας σ' ασβεστοκμινα σε καννα καρβουνδικο σε τποτα ξυλοκπους. Του ρεσε πολ να ζει πνω στα βουν σε μρη αποτραβηγμνα που σπνια τον βλεπαν οι γυνακες. χι πως δε τις θελε τις γυνακες, σα-σα μλιστα. Μλις δεν εχε δουλει και ξπλωνε κτω απ τον σκιο κποιου δντρου, λο γυνακες χοροπηδοσανε στο μυαλ του. ξερε μως πως ταν γραφτ του να μην αγγξει ποτ αυτ τα πλσματα. Γιατ τανε κακομοτσουνος και στραβοπιασμνος. Η τιμη η μτη του γερνε λγο δεξι, πως κι η κτω μασλα κι ο λαιμς του μα και το κορμ του ολκερο. Τονε κοταζες κι λεγες πως ο Θες, αφο τον πλασε, μετνιωσε αμσως και τοδωσε μια γερ σφαλιρα για να τον γκρεμσει στο χος. Αλλ δεν τον πτυχε καλ και δεν τον γκρμισε. Μνο λγο που τον στρβωσε και τον φησε να πλει στη ζω του τσι, σα μπαταρισμνο καρβι. Κατ τ' λλα, ο Ανστος τανε πολ γερ κκαλο. Μποροσε να κατεβε απ τη κορφ του βουνο μ' να τσουβλι κρβουνα στη πλτη να ξεριζσει με δυο κασμαδις μια πουρναρριζα, σα ντανε κοκκινογολι.
     Εχεν ρθει στο χωρι με κτι ασβεστδες. Λογαριζανε να στσουν το καμνι τους λγο πιο πνω απ κενο τον λφο, που τανε το "σπτι του Αμερικνου". Οι φλακες του Μουσεου μως δε τους φησαν, γιατ εκε κοντ υπρχαν αρχαα ερεπια και μπορε οι ασβεστδες να κλβανε τη νχτα μρμαρα τποτα θεμλια αρχαων σπιτιν και να τριχναν στο καμνι τους για να τα κμουν ασβστη. Τα μζεψε λοιπν η κομπανα κι φυγε. Ο Ανστος μως ξμεινε, γιατ λει, του ρεσε πρα πολ εκενο το ρημο σπτι του Αμερικνου. Ρτησε αν θα μποροσε να μενει κει μσα και του επανε πως εναι λετερος να καθσει σε δατο σπου να τον κομματισει καμι νχτα, το φντασμα του Αμερικνου. Γιατ ββαια το σπτι τανε στοιχειωμνο και πολλο που τυχε να περσουν απ κει πρα τη νχτα, εχαν δει κι ακοσει πολλ.
     Εξλλου δε μποροσες να το πεις καλ-καλ σπτι γιατ τανε μια παργκα ξλινη που καθς στηριζτανε σε τσσερα πτρινα πδια, μοιαζε πρα πολ με φωλη πελαργο. Ο Αμερικνος τχτισε τσι γιατ μουρλθηκε. Εχε πει στην Αμερικ για να πλουτσει αλλ γινε φθισικς κι αποφσισε να γυρσει πσω, γιατ λοι οι γιατρο που τον εδανε στο Μπστον, τοπανε πως η πατρδα του χει σπουδαο λιο και πως θα τονε θεραπεσει μσα σε τρεις μνες, το πολ. Καθς γριζεν μως, τονε κονησε τον νθρωπο η θλασσα, κουρκοτιασε το μυαλ του και του κλλησε η ιδα πως εναι πελαργς. λεγε πως ρθε απ το Μπστον φτερουγντας κι ταν τλειωσε το σπτι, στεκταν λη τη μρα ρθιος στο χαγιτι και λιαζτανε, ακουμπντας πτε στνα πδι, πτε στλλο, σαν τους πελαργος. Σε τρεις μνες μσα, μλις ρθε ο χειμνας και δεν εχε πια λιο, αυτοκτνησε.
     Το σπτι ρμαξε γργορα. Γκρεμστηκε τνα του πδι κι γυρε ολκερο κατ τα δεξι, ακριβς σαν τον Ανστο. Οι βροχς γλυψαν το πρσινο χρμα του κι οι νεμοι ξεχαρβλωσαν τα παραθρια. λα τους σχεδν στηρζονται τρα μνο στη μια ριζλα κι ταν  εναι γαλνη, τα βλπεις να κρμονται ασλευτα προς τα κτω, σαν τα χρια ενς νεκρο που τον κρατς απ τη μση. ταν μως ξεσπ καμμι θελλα, ο αγρας σφυρζει δαιμονισμνα μες απ τις χαραμδες, οι σκοροφαγωμνες πρτες τρζουνε κι οι τσγκοι στο χαγιτι θρηνονε πνθιμα και σου φρνουνε στο νου χλιες-δυο ιστορες για βασανισμνες ψυχς που δρνονται τη νχτα.
     Ο Ανστος μως δε τα φοβτανε τα φαντσματα. Πστευε πως τα στοιχει δεν εναι τποτ' λλο παρ' ανθρωπκια που βασανιστκανε στη ζω τους πολ. Τα λυπταν, αλλ δε τα φοβτανε καθλου και κτι τολεγε πως κποτε θα στοχειωνε κι εκενος. Γριζε λη μρα στον λγγο, ξερζωνε αγριοκουμαρις, αγριοπουρναρις και σκονα, πστωνε σε σωρος τις ρζες τους και περμενε σπου να περσει ο μπορας. Μλις σουροπωνε, κατβαινε στο χωρι, γμιζε το παγορι οζο, αγραζε ψωμ, τυρ, ελης, κρεμμδια και ξαναγριζε στον λφο. Αν τχαινε να περσει μπροστ σε καμμι να γυνακα, σκυβε κι κανε πως δνει τα κορδνια του παπουτσιο του. ταν μως εκενη προσπερνοσε, γριζε το κεφλι του, μισνοιγε το στμα και στεκταν τσι κμποση ρα ακνητος κοιτζοντας αφαιρεμνα τα μαλλι της που κυμτιζαν ανλαφρα.
     Εκενο το βρδυ, ταν σταμτησε η βροχ, το γρισε σε παγωνι κι κανε πολ κρο. Η νχτα ωστσο, ταν μορφη και τα σπασμνα μρμαρα μπροστ στο Μουσεο, αστρφτανε κτω απ το γεναριτικο φως. Ο Ανστος εχε μενει πολλς ρες στο χωρι, πνοντας οζο με τον γερο-Νστορα. Παρξενο γεροντκι, αλθεια, τοτος ο νθρωπος. ταν σπρος και γαλνιος σαν τα σπασμνα αγλματα του Μουσεου και σου μιλοσε για τις γυνακες μ' να τρπο που αναπαυταν η ψυχ σου να τον ακος.
     Στα νειτα του, τον εχε πισει μια γρια δψα να γνωρσει γνωστους τπους κι γνωστους ανθρπους. Μπαρκρησε λοιπν σε φορτηγ και ταξδεψε σαρντα ολκληρα χρνια. Γνρισε λους τους τπους κι λους τους ανθρπους της γης, τρα μως λει πως αυτ δεν ωφλησε σε τποτα και πως δικα ξδεψε τη ζω του σ' αυτ τη κουταμρα. Γιατ, ακος, δεν υπρχουν γνωστοι νθρωποι κι γνωστοι τποι. λα πνω στη μικρ μας γη εναι δια, απελπιστικ δια και μπορες θαυμσια να γνεις σοφς, χωρς να ταξιδψεις καθλου. Φτνει μνο να σηκσεις μια φορ τα μτια σου στον ουραν και να κοιτξεις προσεκτικ τ' αστρια να σκψεις μια φορ απ το παρθυρ σου και να παρακολουθσεις προσεχτικ μια κηδεα που θα περ τον δρμο. ταν σηκθηκε να φγει ο γρος, δειασε το ποτρι του και του επε σιγ-σιγ:
 -"σο τρα για τον ρωτα που λες πως δε τονε γνρισες, ναι... εναι μια ευτυχα ο ρωτας. Αλλ η ευτυχα, να ξρεις, μοιζει με το γαλζιο χρμα της θλασσας. Μλις τη κλεσεις στη χοφτα σου τη θλασσα, πει... χνεται το γαλζιο χρμα". Μισκλεισε τα μτια του κι στερα απ μια μικρ παση, πρσθεσε εθυμα: "Ωστσο οι γυνακες εναι πλσματα λιγτερο ηλθια απ τους ντρες. Μην ανησυχες, για τη μτη σου και νσαι σγουρος πως δε τις πειρζει πολ. Γιατ αυτς το ξρουνε πως η μτη δε χρησιμεει διλου στον ρωτα".
     Ο Ανστος γλασε δυνατ, πολ δυνατ -πρτη φορ στη ζω του εχε γελσει τσι. Κρμασε το παγορι στη ζνη του και πρε το δρμο για τον λφο. τανε τσο ζαλισμνος, στε μλις πρασε μπροστ απ το Μουσεο κι εδε απ' ξω τις αναστηλωμνες κολνες, του φανκαν λες σα γυναικεα μποτια, σηκωμνα κατ τον ουραν. Κι ταν στριψε κι εδε να βγανει απ το τζκι του σπρος καπνς, δε φοβθηκε διλου, παρ' λο που ο καπνς αυτς, καθς λγιζε στον αγρα, μοιαζε λγο με πελαργ. Επε μλιστα πως θταν ωραο να τοκανε καμμιν επσκεψη απψε ο Αμερικνος. Θα τονε κρναγε οζο και θα τονε ρωτοσε αν βλεπε και τις γυνακες σα πελαργνες. ταν μως σπρωξε απτομα τη πρτα, πγωσε απ τρμο. Μπρος στο αναμμνο τζκι, στεκτανε μια γυνακα μισγυμνη και στγνωνε τα εσρρουχ της. Μλις τον εδε μπηξε μια φοβισμνη κραυγ και τυλχτηκε πως μποροσε με το ροχο ποχε απλσει στη φωτι.
     Ο Ανστος κοκκλωσε στη θση που βρισκτανε και δε μποροσε να κνει βμα, οτε μπρος, οτε πσω. Κοταζε τους σπρους μους της γυνακας που αστρφταν απ τη φωτι και για μια στιγμ, του πρασε η σκψη πως αυτ το πλσμα, μπορε ντανε καμμι απ κενες τις αρχαες θες του Μουσεου που στκονται τσι ασλευτες, γρνοντας με χρη τσι προς τα μπρος το κορμ τους. στερα μως θυμθηκε αυτ που του επε μια μρα ο φλακας, τι δηλαδ οι αρχαοι θεο δεν κατοικοσαν στον ουραν, αλλ στον λυμπο. Απ ττε χασε κθε ιδα για τη δναμη των αρχαων θεν και τους θεωροσε εντελς ανκανους και για το παραμικρ θαμα. Γιατ ββαια τι θαμα μποροσε να σου κνει νας θες που μενε  στα κατσβραχα του Ολμπου μαζ με τους σαρακατσανους; Εχε περσει πολλς φορς ο Ανστος απ τον λυμπο κι βρισκε πως το βουν αυτ ταν κατλληλο μνο για να κρβονται στις σπηλις του οι κατσικοκλφτες -δε θα μποροσε λοιπν αυτ να κνει το παραμικρ θαμα κι αν ακμα υποθσουμε πως εναι θε. Ετοιμστηκε να πει κοντ για να βεβαιωθε περισστερο, αλλ την δια στιγμ η γυνακα γρισε το κεφλι της και φναξε λγο θυμωμνα:
 -"Πγαινε ξω χριστιαν μου να ντυθ"!
 -"Ναι... Ναι... πολ ευχαρστως", μουρμορισε ο Ανστος και βγκε πλι ξω σκουντουφλντας. Ξεκρμασε το παγορι απ τη ζνη, πιε πολλς ρουφηξις κι νοιξε λγο το πουκμισ του για να χτυπσει το στθος του, ο παγωμνος αγρας.
 -"Εντξει... λα τρα", φναξε σε λγο απ μσα η γυνακα.
 -"Ναι... Ναι... πολ ευχαρστως", μουρμορισε πλι ο Ανστος.
 -"Μπκα για τη βροχ", του επε κενη κπως ντροπαλ.
 -"Ναι... Ναι... πολ τιμο πρμα η βροχ"!
 -"Νμισα πως δε μνει κανες εδ μσα, δικ σου εναι το σπτι";
 -"Ναι... δηλαδ... δικ μου πες".
 -"Θα μπορσω να μενω απψε δω; Αριο θα φγω πρω-πρω".
 -"χι, χι να μη φγεις!" φναξε δυνατ ο Ανστος. Εκενη τρμαξε λγο απ την αγριοφωνρα του και τον κοταξε με μεγλη απορα.
 -"Γιατ να μη φγω;" ψιθρισε. Αμσως ο Ανστος τχασε. 'Αρχισε να στρβει τα δχτυλ του και κοταζε δθε-κεθε πανικβλητα, σα να γρευε μια τρπα για να χωθε μσα.
 -"Ναι... ββαια... γιατ να μη φγεις... γιατ να μη φγεις;" μουρμοριζε μες απ τα δντια του κι ψαχνε ταραγμνα στις τσπες του για να βρει τσιγρα. Τα δχτυλ του μως γγιξαν το παγορι που κρεμτανε στη ζνη του. Το τρβηξε γργορα-γργορα και της  το πρσφερε με μια απτομη κνηση. "Πιες λγο", της επε κοιτζοντας αλλο, "πιες να ζεσταθονε τα πλεμνια σου". Εκενη κονησε το κεφλι της αρνητικ. Του επε πως περπατοσε λη μρα και θθελε καλτερα να της δινε λγο ψωμ αν εχε. "Ναι... Ναι... πολ ευχαρστως", κανε πλι ο Ανστος. στρωσε το σακκι του ανποδα και σρωσε μπρος στα πδια της ψωμ, τυρ, ελης και κρομμδι. Εκενη ρχισε αμσως να τρει λαμαργα με μεγλες μπουκις κι εχε σκψει το κεφλι σα να ντρεπτανε πολ για τη λαιμαργα για τη πενα της.
 -"Πηγανω στην Αθνα", του επε τεντνοντας τον λαιμ της για να καταπιε μια πελρια μπουκι. "χω κει πρα να μπρμπα πολ πλοσιο που θλει να με σπουδσει. Δε ξρω ακριβς αν θα με στελει να γνω μοδστρα νοσοκμα, οπωσδποτε μως, σ' να χρνο το πολ, θμαι μια κυρα με τα λα μου". Σταμτησε και σα να μετνιωσε ξαφνικ για λα τοτα τα ψμματα, πρσθεσε σιγτερα: "Φτνει να μη τχει τινξει ο μπρμπας μου... Γιατ υποφρει, ξρεις απ το σηκτι του..."
     ταν απφαγε, βγαλε ναν αναστεναγμ, ακομπησε τις πλτες της στον τοχο, του χαμογλασε και τον ρτησε πως θα πιει τρα λιγκι νερ. Αμσως ο Ανστος πετχτηκε πνω, ρπαξε τη στμνα και κατβηκε τσακιστς κτω να της φρει φρσκο νερ απ το πηγδι. Μλις γρισε, πλυνε πολλς φορς το κπελλο, το γμισε και της το πρσφερε τρμοντας. στερα κατβηκε πλι κτω, φερε κοτσουρα για τη φωτι, στερωσε τα παραθυρφυλλα και της ριξε στις πλτες το σακκι του. νιωθε μια περεργη ηδον υπηρετντας αυτ το μορφο πλασματκι. Τη στιγμ που τολεγε "ευχαριστ πολ", φουσκναν τα στθεια του απ περηφνεια και πνιγταν απ μια γνωστη χαρ. Μισκλεινε τα μτια του και σκεφττανε τι ωραα θναι να μπουκρει τρα δω μσα νας λκος. Θα πεταγταν αυτς πνω, θα τον ρπαζε απ το λαιμ και θα τον πνιγε σα γατ, μπρος στα μτια της. Το διο ακριβς θκανε αν ξεμταγε πουθεν και το φντασμα του Αμερικνου. τανε καθισμνοι μπρος στο τζκι, αντικρυστ ο νας απ τον λλο και σπαιναν.
     Η γυνακα εχε ακουμπσει το κεφλι της στον τοχο κι ανσαινε με θρυβο. Σε μια στιγμ ο Ανστος πρσεξε πως εχε καρφσει τα μτια της στο δαστριχο στθος του. Κουμπθηκε γργορα-γργορα, σκυψε το κεφλι του κι ρχισε να ξνει μηχανικ το γνατ του. Πρασε τσι μισ ρα δχως ν' ανταλλξουν λξη. Τλος, τα μτια της γυνακας γλριασαν. 'Αφησε το κορμ της να συρθε λγο προς τα κτω, γυρε το κεφλι στο στθος της κι αποκοιμθηκε. Τρα πια μποροσε ο Ανστος να τη κοιτζει φοβα. Σηκθηκε σιγ-σιγ και πατντας στα νχια, στθηκε απ πνω της ρθιος. Με μτια γουρλωμνα και με τ' αφτ τεντωμνο, προσπαθοσε ν' ακοσει κτι, δχως να ξρει τι. Η καρδι του χτυποσε γργορα σαν του πουλιο. 'αξαφνα κατλαβε πως λο του το αμα εχε μαζευτε στο πρσωπ του και στριφογριζε δαιμονισμνα γρω απ τα μτια του. 'Αρπαξε πλι το παγορι, ροφηξε πληστα πολλς γουλις και βγκε στο χαγιτι τρχοντας.
     Στηρχτηκε στο μεσαο στλο κι φησε το βλμμα του να πλανηθε τριγρω. Εδ τανε κποτε, λει, μια μεγλη πολιτεα με πτρινα σπτια, αγλματα θεν και μαρμρινες κολνες. πιανε λη τη πλαγι του λφου κι φτανε ως την κρη της θλασσας. Κι μως... λα τοτα τα μρμαρα, λυσανε σα ντανε ζαχαρνια. Σωριαστκανε τα σπτια τνα πνω στ' λλο, κυλσανε τα νερ, φρανε χματα κι η πελρια πολιτεα θφτηκε μορφα-μορφα. στερα οι ανμοι κουβαλσανε σπρους και στολσανε τον τφο της με αγριοκουμαρις, αγριοπορναρα και σκονα. Η παγωνι που στην αρχ του χιδευε το πρσωπο ευχριστα, ρχισε τρα να του βελονιζει ολκληρο το κορμ. Ανατρχιασε. Σκφτηκε αμσως πως κι η γυνακα θα πρπει να κρωνε και προσπθησε να θυμηθε πως γινε και δεν την βαλε να ξαπλσει στα στρωσδια του, που τχε τυλιγμνα μπγο στο πατρι.
     Ξαναμπκε λοιπν μσα, κατβασε τα ροχα απ το πατρι, τ' πλωσε δπλα στο τζκι και πρασε πολλς φορς το χρι του πνω στο στρμα για να βεβαιωθε πως δεν υπρχουν ψχουλα χαλκια τποτα ξεραμνα αγριοκομαρα. στερα σκυψε πνω απ τη γυνακα, ακομπησε το δχτυλ του στο γνατ της και λογριαζε να της πει: "Ε, σκω να ξαπλσεις στα στρματα". Απ το κορμ της μως ερχτανε μια παρξενη ζστα που πρασε στα παγωμνα του δχτυλα κι λυωσε μσα του κθε φων και κθε σκψη. 'Αφησε ολκληρη τη παλμη του ν' ακουμπσει αλαφρ-αλαφρ στη πρινη αυτ σρκα. στερα μως φανεται πως θκανε και κτι λλο, γιατ η γυνακα μπηξε μια δυνατ φων και πετχτηκε πνω. Ο Ανστος μεινε με το χρι κρεμασμνο στον αρα. Κοταζε τριγρω του φοβισμνα κι μοιαζε πολ μ' να παιδ που ξρει καλ πως σπασε κτι κι εναι τοιμο να βλει τα κλματα. θελε να τη ρωτσει γιατ φναξε, αλλ ψιθρισε χαμνα:
 -"ξω κνει πολ κρο..." Εκενη στεκταν αμλητη, βλποντας τον με απορα. στερα του γρισε τις πλτες και κοταζε σκεφτικ το στρμα που της ετομασε. Ο Ανστος εχε σκψει το κεφλι του και για πολλ ρα στιβε τα δχτυλ του. Τλος, μουρμορισε παραπονεμνα: "Δε θα το ξανακνω... Δε θα το ξανακνω ποτ"! Αλλ και πλι η γυνακα δε του μλησε. Μνο που χαμογλασε αδιρατα. Πγε στο στρμα, κθισε συχα-συχα πνω, αγκλιασε τα γνατ της και κοταζε αφαιρεμνα τη φωτι.
     Ττε ο Ανστος στθηκε μπρος στο παρθυρο και σα να κουβντιαζε με κποιον που περνοσε απ' ξω, ρχισε να μιλει μασημνα και μπερδεμνα για πουρναρριζες και ξυλμπορους, για το γαλζιο χρμα της θλασσας, για τις στραβς μτες, για την ερημι του ανθρπου και για το φντασμα του Αμερικνου. Τλος της επε, πως κποτε θα βρει κι αυτς μια γυνακα, θα δουλψει σα σκυλ και μσα σ' ξη μνες μοναχ, θα τη κνει κυρα με τα λα της, αντερη ακμα κι απ μοδστρα. Εκενη δε φαινταν να τον ακοει. Εξακολουθοσε να κοιτζει αφαιρεμνα τη φωτι. ταν μως ο Ανστος σπασε, γρισε το κεφλι της και τον κοταξε σοβαρ κι επμονα, σα νψαχνε να βρει στο πρσωπ του, κτι. Στο τλος πρε μια βαθει ανσα και τοπε:
 -"λα να σου πω..." Ο Ανστος πλησασε φοβισμνα. "Κθησε δπλα μου. Εδ. Α μπρβο... 'Ακου τρα: Δεν χω καννα μπρμπα στην Αθνα. Κατλαβες";
 -"Δεν χεις καννα μπρμπα στην Αθνα", μουρμορισε σαν ηχ κι ο Ανστος κουνντας ηλθια το κεφλι του.
 -"Εχα μονχα μια μητρυι που μ' σπαζε στο ξλο. Τσκασα να πω στην Αθνα να δουλψω σε φμπρικα. Εμαι κι εγ παντρμη, κατλαβες";
 -"Ναι, κατλαβα. Εσαι κι εσ παντρμη". Μισνοιξε τα χελια της και φνηκε πως κτι θελε να του πει ακμα, αλλ μετνιωσε. 'Αφησε το κορμ της να πσει πσω, πλωσε τα χρια της στα πλγια και καρφνοντας πλι το βλμμα της στο στθος του, ψιθρισε:
 -"'Αντε λοιπν, καληνχτα..."
 -"Καληνχτα, καληνχτα", μουρμορισε κι αυτς κι κανε να σηκωθε. Εκενη μως δεν τον φησε. Τοπιασε το χρι, το κρτησε κμποση ρα στη χοφτα της κι στερα τ' ακομπησε απαλ-απαλ πνω στο γνατ της...

                                              * * *

    
Την λλη μρα το πρω, μλις βγκε ο Ανστος στο χαγιτι κι ριξε μια ματι γρω του, νμισε για μια στιγμ πως βρισκτανε σε μια καινοργια χρα. Δεν αναγνρισε μτε τα βουν, μτε τη θλασσα. Οι σπρες κολνες και τα σκρπια δθε-κεθε μρμαρα, εχανε πρει μια ελαφρι ρδινη απχρωση και μοιζανε με παρξενα λουλοδια ενς λλου κσμου, γνωστου. Πγε τρχοντας στο χωρι. Θ' αγραζε αμσως πρσινο χρμα για να ξαναβψει το σπτι, καινοργιες ριζλες για τα παρθυρα και θα κουβαλοσε σμερα κιλας, πτρα για να στερεσει τη γκρεμισμνη κολνα. Γρω-γρω θα φτευε αγικλημα και πνω απ το πηγδι, μια πργκολα. Τα ψνισε λα γργορα-γργορα και την ρα ποβγαινε λαχανιασμνος απ το χωρι, πεσε πνω στον γερο-Νστορα.
 -"Γερο-λκο! Γερο-λκο!" του φναξε χαρομενα. "Που πας";
 -"Πω να ρξω μια ματι στο χωρφι".
 -"Σπουδαα! Καθς θα περνς απ τον λφο, θα δεις να πολ μεγλο θμα". Γλασε δυνατ και σφγγοντς του το μπρτσο, πρσθεσε: "χω σπτι μου μια γυνακα πεντμορφη".
 -"Πεντμορφη;" κανε ο γερο-Νστορας. "Δε μου φανεται διλου παρξενο. λες οι γυνακες της γης εναι πεντμορφες τη πρτη μρα".
 -"Τη λνε Παναγιτα", συνχισε κενος πνιγμνα, "θα παντρευτομε... Τα συμφωνσαμε χτες το βρδυ. Μοδωσε τον λγο της της τιμς της πως θα μου κνει κι να παδαρο μ' ολισια μτη. Το φαντζεσαι";
 -"Ναι, δεν εναι και πολ δσκολο να κρατσει τον λγο της".
 -"Για σκψου μως, για σκψου το καπετνιε μου; Νσαι στροβοπιασμνος, να μην ελπζεις σε τποτα, σε τποτα! Κι ξαφνα..."
     ταν φτσανε στο σπτι, ο γερο-Νστορας κρφωσε το μπειρο βλμμα του πνω στη γυνακα. Παρατρησε πρτα-πρτα πως αλλοιθριζε λιγκι, τα μαλλι της πφτανε στους μους σα φυτλια κι ο λαιμς της τανε γεμτος φακδες. Χαμογελοσε μως με πολλ αθωτητα παρ' λο που το κορμ και τα χελη της δεχνανε πλσμα φιλδονο. Κονησε το κεφλι του και τοπε:
 -"χεις δκηο Ανστο. Εναι πεντμορφη".

                                           ***

     στερα απ τρα χρνια, τ' αγικλημα εχε φουντσει και σκαρφλωνε ως τη στγη. Η πργκολα του πηγαδιο βγαλε τα πρτα σταφλια κι η Παναγιτα κρτησε τον λγο της: Τοκανε να παδαρο μ' ολισια μτη. Τον τταρτο χρνο μως ο Ανστος τα παρτησε λα και πγε στον πλεμο. ταν γρισε δε βρκε μτε τ' αγικλημα, μτε τη Παναγιτα με το παιδ. Δεν εδε πουθεν μτε το σπτι και για μια στιγμ νμισε πως πρε λλο δρμο που τον φερε σε μια χρα εφιαλτικ. Στο χωρι μως, τον πιασε ο παπς και του εξγησε πως ακριβς εχε το πρμα. Πνω στον λφο εχε καταυλιστε να τγμα. Κποιο πρωιν λοιπν, με τα χαρματα, πσανε πνω του πενντα θερι απ τον αγρα κι ργωσαν λη τη περιοχ με τις βμβες τους. Η Παναγιτα, λει, κοιμτανε κενη την ρα με το παιδ κι εχε το παρθυρ της ανοιχτ για ν' ανασανει καλτερα το ρωμα που 'ρχταν απ το αγικλημα. Δεν κλαψε ο Ανστος. Οτε κλαψε, οτε φναξε, οτε βλαστμησε. Κονησε μνο το κεφλι του λυπημνα κι επε ψυχρ, σχεδν αδιφορα:
 -"Ναι... Εχε πολ δυνατ ρωμα το αγικλημα..."
     Τρεις βδομδες συνχεια χωντανε μσα στους λκκους που ανοξαν οι βμβες κι ψαχνε επμονα κι αφαιρεμνα. Αναποδογριζε τις πτρες, σκλιζε τα χματα με τα νχια του κι νοιγε διφορες τρπες με την ουρ ενς τηγανιο. ψαχνε τσι λη τη μρα με πεσμα κι ταν σουροπωνε, καθτανε σ' να βραχκι και κοταζε ολισια μπροστ του, κατ τα σπασμνα μρμαρα. Εκε τονε βρκε ο γερο-Νστορας να βραδκι που γριζε απ το χωρφι του. Ακομπησε το χρι στις πλτες του και χτυπντας τον αλαφρ, τοπε:
 -"Ανστο, πρπει να φγεις απ' αυτ το μρος. Να πας κπου αλλο".
 -"Μα... Δεν εναι παντο το διο;" ρτησε κενος κουρασμνα. Ο γερο-Νστορας ξεροκατπιε.
 -"χεις δκηο, που να σε πρει η οργ..." μουρμορισε χτυπντας νευριασμνα τα δχτυλ του, "αλλ πλι ... τι διβολο ψχνεις λη τη μρα σα πεινασμνος λκος; Τι ζητς να βρεις";
 -"Γερο-καπετνιε", ψιθρισε ο Ανστος σα να μη τον κουσε, "μοχες πει μια μρα κτι για το γαλζιο χρμα της θλασσας. Ε λοιπν... Να! Την βαλα στη χοφτα μου τη θλασσα και πει... χθηκε το γαλζιο χρμα!" κι σκυψε πνω απ το κεφλι του και πρσθεσε με σιγαν φων σα να του εμπιστευτανε κποιο μυστικ: "Η Παναγιτα εναι κτω απ τα πδια μας".
 -"Σμφωνοι".
 -"χει πει στη πολιτεα των Αρχαων. Πρε το παιδ και τρβηξε προς τα κτω για περισστερη ασφλεια".
 -"Ναι, υπρχει εκε κτω πολλ ασφλεια... Εσ μως πρπει να τραβξεις για κνα λλο μρος".
 -"Μα... Δεν εναι παντο το διο;" τονε ρτησε πλι κουρασμνα.
 -"Ε, ναι... που να σε πρει η οργ", φναξε νευριασμνα ο γρος, "παντο και πντοτε εναι το διο. Μη πα και λες πως ο πνος των ανθρπων γεννθηκε τοτη τη στιγμ; 'Ακου λοιπν, να σου πω... " Σταμτησε ξαφνα, σηκθηκε ρθιος και πινοντς τον απ το χρι τοπε αυστηρ: "λα κοντ μου..."
     Κατεβκανε τη πλαγι του λφου και περνντας μες απ τις αναστηλωμνες κολνες μπκανε στο Μουσεο. Εκε ο γερο-Νστορας τον πγε μπροστ απ μια επιτμβια πλκα και του φναξε θυμωμνος ακμα:
 -"Κοτα δω. Η ιστορα τοτη γνηκε πριν απ δυο-δυμιση χιλιδες χρνια".
     ταν να ανγλυφο που παρστανε μια γυνακα μ' να παιδ κι ναν ντρα. Η γυνακα στεκτανε τρα σκαλι πιο κτω απ τον ντρα και το παιδ κρατιταν απ το φουστνι της. τανε πολ μορφη. Χαμογελοσε λυπημνα κι δινε το χρι της στον ντρα ποσκυβε λγο απ πνω της και φαιντανε πως την ικτευε με σπαραγμ ν' ανεβε τη σκλα. Κενη μωε γερνε το κορμ της προς τα πσω με μια κνηση εντελς αρινη κι τανε σα να του λει: "χι, χι αγαπημνε μου, δε μπορ να κνω αυτ που μου ζητς. Δε μπορ..."
 -"Αυτς εμαι γω..." μουρμορισε ο Ανστος.
 -"Ναι, αυτς εσαι συ", τοπε απτομα ο γερο-Νστορας. "Βλπεις καλ πως εχανε κι αυτο να παιδ μ' ολισια μτη".
 -"Αλθεια, εναι ολισια η μυτολα του", μουρμορισε πλι ο Ανστος και δεχνοντς του κτι γρμματα που υπρχανε στο κτω μρος της πλκας, ρτησε: "Τι γρφει εδ"; Ο γρος σκυψε και διβασε αργ-αργ:

                               ΔΩΡΟΘΕΗ ΧΡΗΣΤΗ ΧΑΙΡΕ

 
-"Τι παναπε αυτ";
 -"Ε, να... την αποχαιρετει. Της λει, να πομε: Αντο Δωροθα μου".
 -"Δωροθα; Δωροθα επες";
 -"Ναι".
 -"Μπως λει Παναγιτα"; Ο γρος δεν απντησε αμσως. Τονε κοταξε κμποση ρα αφαιρεμνα και τλος μουρμορισε παρξενα:
 -"Μπορε να λει και Παναγιτα. Οπωσδποτε, ετε Δωροθα πεις, ετε Παναγιτα, εναι το διο πρμα. Εντελς το διο". Τον πιασε απ τον αγκνα και τονε τρβηξε κατ τη πρτα. Εκε στθηκε και τονε ρτησε: "Και τρα τ λες";
 -"Λω να τους ανψουμε καν κερκι".
     Ο φλακας που τους κουσε, γλασε δυνατ και του 'πε πως αυτ απαγορεεται, πρτον γιατ εναι αμαρτα και δετερον, γιατ εναι κουταμρα.
 -"Λοιπν; Τ θα κνεις; Θα φγεις;" επμεινε ο γερο-Νστορας.
 -"χι", του λει με πεσμα ο Ανστος, "θα ξαναχτσω το σπτι".

                                            ***

     χωσε λους τους λκκους και ξανχτισε το σπτι πως τανε. Γρω-γρω φτεψε αγικλημα και κοντ στο πηγδι βαλε μια πργκολα. Κι ταν φοντωσε τ' αγικλημα κι βγαλε τα πρτα της σταφλια η πργκολα, γινε το μεγλο θμα: κλεινε τη θλασσα στη χοφτα του και δε χαντανε το γαλζιο χρμα. Γιατ ο Θες φηνε τη Παναγιτα ν' ανεβανει κθε βρδυ στον απνω κσμο. Μνανε μαζ ως τα χαρματα, ανασανοντας το ρωμα που 'βγαζε το αγικλημα. Κουβεντιζανε σιγ, χαιδεανε την ολισια μτη του παιδιο τους και κπου-κπου, η Παναγιτα του 'πιανε το χρι, το κρατοσε κμποσην ρα στη χοφτα της κι στερα τ' ακομπαγε απαλ-απαλ, πνω στο γνατ της...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers