Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Ιστορίες Από Τη Καταπακτή: Η Απίστευτη Βαρύτητα Του Ελαφρού

 

                                               Βιογραφικό

     Η Καταπακτή είναι ένα πλάσμα, που ζει και βρίσκεται ανάμεσά μας, χωνεύει το καθετί και το φτιάχνει λέξεις, ένα ..."κολάζ" λέξεων, -αν μου επιτραπεί η χρήση αυτού του όρου και συγγνώμη κιόλας-, ένα κολάζ λέξεων λοιπόν, με σουρεαλιστική μορφή κι εντελώς έξω από τα συνήθη και δεδομένα. Η καταπακτή είναι μια παγίδα, που σκοπό έχει να κρύψει, να καταχωνιάσει, να εξαφανίσει, να φυλάξει. Η Καταπακτή όμως, αντίθετα, σκοπό έχει να κλείσει μέσα της, αυτά που πέφτουνε στην αντίληψή της και μετά την προσωπική της επεξεργασία, να μοιράσει, να πειράξει, να χλευάσει, να καλαμπουρίσει, βγάζοντας προς τα έξω τα προϊόντα τούτης της επεξεργασίας.
     Δεχτείτε τη έτσι όπως παρουσιάζεται.
_______________________________________________________________

                Ένα Ομοιοκαταληκτικό Διήγημα: Ο Βοηθός Του Ράπτη
 

 

     Στην άκρη της μικρής κλίνης καθόταν ο γηραιός, ο νέος, ο άτιτλος, ο βοηθός. Έραβε. Τα θανατικά χέρια του, λεπτά, της ώρας καμωμένα, έσταζαν άμαθα χιλιάδες βελονιές, της άγραφης ακόμα ακριβής μελάνης, της αναμνηστικής φτώχιας, της μητέρας. Δίπλωνε νομοτελειακά εκείνα τα υφάσματα που έντυσε αργότερα ποιήματα το κράτος των θεών και των ανθρώπων, το κόκκινο του έρωτα καταπάνω στο λευκό της τρέλας. Εκείνα ήταν που τον τύλιγαν με πάθος, πάντα. Εκείνος απλά τα χάζευε, πως τρεμόπαιζαν στο φως, τα σκιερά του μάτια. Εκπληκτικό. Κάποτε τα φόρεσε κι ο ίδιος τα υφάσματα αυτά, τον φόρεσαν αυτά, τον έντυσαν οι άλλοι -δεν είχε σημασία- κάποτε μπορεί και να τον είδατε ενώπιόν σας καλοντυμένο, ασπροντυμένο, δοσμένο· όχι ακόμα όμως.

     Η ώρα είχε τελειώσει προ πολλού. Ήταν καιρός για να ξεκουραστεί. Ο μικρομέγαλος μαθητευόμενος και βοηθός του ράπτη σηκώθηκε πιασμένος. Ξεφύσηξε τη νύστα ενός δανδή. 'Αφησε τη ματωμένη δακτυλήθρα, την ταλαίπωρη βελόνα στο τραπεζάκι δίπλα στη ραπτομηχανή, άφησε και την κλωστή, την περασμένη στο μάτι της, τυφλή. Την κλωστή; Ποια κλωστή; Εκείνη εκεί;

     Μόνο ένας λογικός περαστικός θα μουρμούριζε, πως ο βοηθός του ράπτη την ξέχασε εκείνη την κλωστή, πως δεν την είδε, ούτε την αναγνώρισε αφηρημένος! Αφού ολοφάνερα δεν ήταν μια οποιαδήποτε κλωστή αυτή, μια ξένη. Ήταν η δική του η κλωστή η περασμένη! Η κλωστή που ονομάτιζε το δικό του ξεφτισμένο παντελόνι, ραμμένη μέχρι τον καβάλο του και ακόμα παραπάνω. Αυτό θα έλεγε ένας λογικός περαστικός λοιπόν. Ότι ο βοηθός του ράπτη την παρέλειψε εκείνη την κλωστή. 

     Εκείνη τη μέρα πράγματι ο βοηθός είχε ράψει με το φτωχό ιμάτιό του το ρούχο κάποιου άλλου, ηθελημένα; άθελα; ύφανε τη μέχρι τότε μοίρα του με τη μοίρα του αγνώστου. Έτσι αφήνοντας με τη βελόνα την ακρίδα της κλωστής του, κάθε του βήμα μακριά από την αυτοτύφλωσή της, σήμαινε μισό πόντο λιγότερο δικό του παντελόνι, μισό πόντο παραπάνω δική του γύμνια.

     Κυκλοφορούν όμως μόνο λογικοί περαστικοί ανάμεσά μας, οι λογικοί της άγνοιας; Σίγουρα πίσω από τον ράπτη παραμόνευαν -καλώς τους- ένας-ένας οι παράλογοι της γνώσης, της ηθελημένης, της πρόθεσης και του σκοπού οι έγκλειστοι. Θολά, διψασμένα από την πολλή αλήθεια τα μάτια τους. Ο βοηθός του ράπτη, λιγότερο τζογαδόρος από τους λογικούς, πήρε το ρίσκο, ναι, της σίγουρης γύμνιας της νέας ζωής, της φρεσκογεννημένης, της αναπόφευκτης. Το απαλό μωρό. Το αποστεωμένο κορμί του Προμηθέα, του αναστητέου Ιησού ήταν για κείνους ορατό. Μετά το παντελόνι, η τριμμένη μπλούζα, η φανέλα, τα κόκαλα, η ψυχή. Όλα κλωστές δεμένες μεταξύ τους. Το λείψανο ήταν ήδη μυρωμένο, λες και το σαρκοφάγο στόμα τους γευόταν τη μοσχοβολιά. Την κήδευε στο σάλιο.

     Ο μαθητευόμενος του ράπτη όντως απογυμνώθηκε εκείνη τη βραδιά υπό τα όμματα λογικών και παραλόγων· στη χιλιογυαλισμένη νυκτερινή διαδρομή από το ραφτάδικο στο σπίτι. Δε γύρισε ούτε μία φορά πίσω να κοιτάξει. Τον είδε κάποιος -χαμόγελο ήταν αυτό στο πρόσωπό του ή μορφασμός ντροπής;-  στο κατώφλι να σβήνει με το χέρια του πληγές αλλονών, του γύπα των καρφιών- από το άδειο σώμα του και να κοιτάζει αποστομωμένος· τα παπούτσια του, τα ξεχαρβαλωμένα, χιλιομπαλωμένα. Μόνο εκείνα του απέμειναν· να μπορέσει να αντικρύσει ξανά τον κόσμο, να τον γυρίσει, να μην μπορεί ξανά να κοιμηθεί μέχρι το τέλος, γιατί ο ύπνος είναι του θανάτου αδελφός. Ήταν καιρός να ταξιδέψει ο ανάδελφος.
 

** 

                                     (Ο Δούλος Του Κυρίου)

 

     Απέλειπε ο Θεός έναν Αντώνιον κάποτε, απέλειπε και τον βοηθό του ράπτη εκείνη την παντοτινή βραδιά, τον άμοιρο. Η βούληση η θεϊκή δεν ήταν τόσο ισχυρή ώστε να συνεχίσει τη μοίρα του παραγιού. Το γεγραμμένο του μαθητεύσαντα σώθηκε μαζί με την κλωστή κι εκείνος ξεκίνησε να πλάθει τη ζωή του από την αρχή με τα δικά του χέρια.

     Κύριος πια ο βοηθός έγειρε προς τη δύση του ηλίου και εγκαταστάθηκε σε μία νέα χώρα εκεί. Και πούλησε και αγόρασε εαυτόν, και ξαναπούλησε και ξαναγόρασε, και ξανά και ξανά, όπως μόνο ένας κύριος μπορεί να κάνει. Μερικές φορές μάλιστα την ευχαριστιόταν την ερωτική θωπεία, μα όλες τις φορές δεν τον ένοιαξε καθόλου, δε στενοχωρήθηκε ποτέ για το παζάρεμα της τιμής του δούλου εαυτού του. Έγινε μάλιστα γρήγορα γνωστός, γιατί έβαζε το δούλο να απλώνει τους εραστές όπως τότε έβαζε τον βοηθό να πιπιλίζει τα υφάσματα. Τους έντυνε με έρωτα, τόσο και εκείνοι δεν ήθελαν να ξεντυθούν, τον ίδιο έρωτα τον πάλεψε χρόνια μετά μέσα στα ποιήματά του. 

     Μερικές ξελιγωμένες κυράδες χτύπησαν κάποτε την πόρτα του και διαμαρτυρήθηκαν στον δούλο γι' αυτό, δηλαδή, γιατί σε κείνες δε χάρισε ποτέ από τα ταμένα, τα υφάσματα που πώλησε στους εραστές. Πράγμα άδικο και παρά φύση να μη χαρίζει ποτέ και τίποτα στις όμορφες υπάρξεις. Ο δούλος ήθελε να υποταχθεί, να τις ικανοποιήσει. Για μια στιγμή, εκεί που κοκκάλωσε στην πόρτα, τις είδε στ' όνειρό του κιόλας. Κάθε μία από αυτές του χάριζε μια διαφορετική ζωή γεμάτη παιδικές φωνές. Ο κύριος όμως έμεινε ανένδοτος. Στο εμπόριο δε χωράνε συναισθηματισμοί κι οι κυράδες δεν είχαν άλλο αντίτιμο από αυτό να δώσουν. Κορμί κάτεχε κι αυτός, δυο για την ακρίβεια, δεν είχε ανάγκη το δικό τους. Σε καμμία περίπτωση δε θα γινόταν ένας κύριος αγοραστής του ξεπεσμένου έρωτά τους. Δεν τον ήθελε, ούτε τον είχε ανάγκη. Τους έκλεισε κατάμουτρα την πόρτα.

     Την επόμενη μέρα -είχε πανσέληνο- την ώρα μιας έντιμης συναλλαγής, ο κύριος απέμεινε να κοιτάζει το θεράποντα στα μάτια ενός δικού του εραστή. Ποιος ήταν ποιος και ποιος γιατί; Ο Δούλος ήταν ο βοηθός και ο ίδιος ήταν ράπτης;  Συγχίστηκε πολύ, μπερδεύτηκε και τρόμαξε, έχυσε άλλη μια φορά σταγόνες αόρατη μελάνη. Έντυσε το δούλο ξαφνικά, πληρώθηκε πέντε νομίσματα βαριά, τα έδεσε σφιχτά στα δυό του χέρια. Έφυγε γρήγορα σχεδόν τρεχαλητά. Κοιμήθηκε με τα κέρματα και ξύπνησε με αναφιλητά την άλλη μέρα. Το πρωί συνειδητοποίησε ότι το ένα από τα νομίσματα δεν έφευγε από την παλάμη. Είχε κολλήσει στη σάρκα, τον έκαιγε χέρια, όραση και ακοή. Ίσως αν το απειλούσε με μαχαίρι. Τίποτα. Έπεσε στα γόνατα. Έγδαρε το πάτωμα. Την ύστατη εκείνη απόγνωση ίσως να του κοβε το χέρι. Πήρε το νυστέρι και το έσκισε ίσα ίσα εκείνο για να δει ότι αυτό δεν ήταν μόνο απειλή μπας και συνέλθει. Το δέρμα του τότε ανάβλυσε παχύρευστο κατάμαυρο υγρό, μελάνη έκανε συνέχεια εμετό. Μελάνη; απόρησε εκείνος, βάφτηκε θέλοντας και μη ολόκληρος με κείνη τη μπογιά, κεφάλι, γόνατα, πατούσες κι αφτιά. Έγινε πένα, έγινε φύλλο και φτερό μαζί κι άρχισε με τη νέγρικη γλώσσα του να γράφει:

    "Πήγα στη Δύση, ήρθα από την Ανατολή, από βοηθός έγινα δουλέμπορος με τη ραφή, μέχρι που έφτυσα ένα ς τοίχο. Ο στίχος έλεγε πέντε ονόματα. Κατάλαβα. Κολύμπησα μέσα σ' αυτόν. Διάλεξα όνομα. Βαφτίστηκα ξανά. Με λένε Θήτα τώρα πια, τρέφομαι και ταϊζω στίχους".

 

** 

                                      (Το Τέλος Του Θήτα) 

 

     Όσο ποτέ, δυνατή η φύση, γιορτινή η μουσική, καταρράκτης στίχοι τη βόλευαν εκεί. Ο Θήτα αναδύθηκε. Περιδιάβαινε το δικό του Ιορδάνη ποταμό κι όταν ο ποταμός τελείωσε, τότε έκανε τα πρώτα του βήματα πάνω στ' ανοιχτά. 

     Ο Θήτα έδιωξε το δούλο του αμέσως μετά τη βάπτισή του. Τον πλήρωσε καλά, τον έντυσε με όλα τα ξεχασμένα υφάσματα του βοηθού του ράπτη, του φόρτωσε και τα αποφόρια του δούλου, του κυρίου. Σταμάτησε έτσι διαπαντός την έκλυτη ζωή. Γκρέμισε κι όλους τους στενάχωρους τοίχους γύρω του και ελευθέρωσε επιτέλους το μαύρο αίμα και τους στίχους του.

     Ο Θήτα έγινε τόσο γνωστός στους άλλους από τα ποιήματά του όσο δε τον γνώρισε ο ίδιος ποτέ στα συγκαλά του. Ο Θήτα κι ο Θήτα κι ο Θήτα. Όλοι μίλαγαν γι' αυτόν, τον αγάπησαν πολύ, τόσο που κάποιοι τον μύρισαν, κανα-δυο φορές τον δάγκωσαν μερικοί φανατικοί. Ο Θήτα απολάμβανε την αγάπη του κόσμου χωρίς να μπορεί ν' ανταποκριθεί. Το μόνο που έκανε ήταν να γράφει. Μόνον έτσι μπορούσε πλέον να επικοινωνεί.

     Κάποια στιγμή αγάπησε μια γυναίκα, μόνον αυτή και την αγάπησε για πάντα. Αυτή του δόθηκε όμως για λίγο μόνο και μετά τον παράτησε για κάποιον ευκαιριακό. Ο Θήτα εξαναγκάστηκε τότε να γράφει μόνο για κείνη. Κι αυτό ήταν το τέλος του. Ο κόσμος βαρέθηκε να διαβάζει όλο τα ίδια και τα ίδια. Ο Θήτα έγραφε γι' αυτή έγραφε τόσο που σκιζόταν το χαρτί και χάραζε τα ποιήματά του στο χώμα κι ακόμα πιο βαθιά στα δάχτυλά του. Έχτισε και τοίχους γύρω τους, με αποτέλεσμα κείνη να καταλήξει από αποπληξία κι εκείνος πέθανε από εξαναγκαστική ομοιοκαταληξία.

                                                                            Καταπακτή
_____________________________________________________________

Μόνο μια λέξη:  ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ!

                                                        Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers