-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

     Εδ και μερικ χρνια εχε γνει πια δισημος. τανε σχεδν ττε που διλεξε ν' αποσυρθε απ το προσκνιο και να εργαστε πνω στο να, στο μεγαλειδες και μοναδικ δημιοργημ του, κατ πως το 'χεν εμπνευστε λγο καιρ πριν. Στο ργο της ζως του. Ββαια, δεν αποσρθηκεν ακριβς, γιατ ατζντηδες, γκαλερστες, δημοσιογρφοι κι λο αυτ το ..."σκυλολι" -πως τους λεγε χαμογελντας πειραχτικ- δε τον φηναν να ξεχαστε και να συχσει. Τ περεργον μως! Στην αρχ κυνηγς με πθος και λαχτρα, αναγνριση και καταξωση κι ταν τα πετχεις, αναζητς την ηρεμα με την απομνωση. Μετ, δεν εναι τποτε πια το διο.
    Εργστηκε σκληρ. Μχθησε για πνω απ εκοσι χρνια να πετχει. Η γλυπτικ δεν εναι κτι εκολο. χι! Το αντθετο μλιστα. κανε κι να σωρ δουλεις στο μεταξ, για να μπορσει να συντηρσει υποτυπωδς, αυτ την απαιτητικ "ερωμνη". Και τι δεν κανε; Οικοδομς, φμπρικες, παρκαδρος, μπογιατζς, παιδ για θελματα κι ευτυχς γιατ ποτ δεν εχε ττοιους ενδοιασμος. Δηλαδ και να 'χε, αφο δεν εχε να φει θα τους ...κοβε, μιας και δε μποροσε να κνει αλλις. Η ερωμνη του τανε λουστη, δαπανηρ και τη λτρευε. Χρειαζτανε χρματα για εργαλεα, χρο, σμλες, πηλ κι να σωρ λλα.
     Κατβηκε απ κποιο χωρι της Θεσσαλας, λγο μετ που 'κλεισε τα δεκαοχτ. Εχε χσει και τους δυο γονες του απ μικρς. τανε δυο-τριων ετν και δεν εχε κατορθσει να συγκρατσει στη μνμη του καμιν εικνα τους. μεινε λγο με τη γιαγι του, χι πολ, σα μχρι που κι εκενη φυγε για το μεγλο ταξδι της. πειτα τον ανλαβαν οι θεοι του, να παλιομοδτικο, σκληροπυρηνικ ζευγρι, χρυσο νθρωποι, μα τονε περιριζαν ωστσο, στη προσπθει τους να 'ναι σωστο κηδεμνες. Αγρτες και σχεδν αναλφβητοι καθς τανε, δε ξρανε να το κνουνε σωστ, γιατ ο μικρς τανε πληθωρικ και ταλαντοχο παιδκι κι εξαιρετικ ευασθητο πλσμα. Του ρεσε να ζωγραφζει, μα πιο πολ του ρεσε να ...πλθει πραματκια, μ' ,τι του 'πεφτε στα μικρ του χερκια και μποροσε να πλαστε.
     Η αρχ γινε με τις πλαστελνες. μλλον χι! Η αρχ γινε με τη ζμη απ κτι κουλουρκια πασχαλιν που 'φτιαχνε η θεα του. Για να τον χει το νου της και παρλληλα να καταφρει να φτιξει τα κουλουρκια της, του 'δωσε λγο ζυμρι κι οδηγες για να τη ...βοηθσει, κενος υπκουσε μ' ενδιαφρον κι αυτ στρφηκε στη δουλει της. Αφοσιθηκε κει και με την κρη του ματιο της μνο, λεγχε τον πιτσιρικ, συχη πως εχε καταφρει να κατασιγσει το ...φασαριζικο του πνεμα. χι πως ταν ταχτος, αλλ ταν τρομερ αδξιος, μαθος και περεργος κι τσι συχν μπλεκε σε ...αταξες και μπελδες. ταν τλειωσε το ταψ της και γρισε να δει πως τα 'χε καταφρει ο μικρς ταραξας κι εχεν ησυχσει τσο, μεινε με το στμα ολνοιχτο. Ο μικρς της ανεψις, -που τον αγαποσε σα γιο της μιας και δεν εχε δικ της παιδκια και πολ θα το 'θελε να 'χε- εχε φτιξει καταπληκτικ πραματκια. Τα 'χασε, μα γοργ συνλθε:
 -"Μπρβο σου κουτσονι μου" επε και του 'δωσε κι λλη ζμη. Το θμα μεινε κει. Θα μποροσε κανες να πει πως ξεχστηκε, μα ο 'Αη Βασλης εκενη τη χρονι, μες στα τσα πραματκια, του 'χε φρει κι να πακετκι πλαστελνες. Δεν τανε πλοσιοι οι καημνοι οι θειο του, μτε ξρανε γρμματα, αλλ δεν τανε και χαζο. ταν ο μικρς κατλαβε τι εχε το πακετκι, παραμρισεν γαρμπα λα τ' λλα και ρχτηκε σ' αυτ. Σε λγες μρες ζτησεν απ τη θεα του κι λλο, γιατ αυτ το ...τλειωσε. Η θει ξαφνιστηκε.
 -"Πως σου τλειωσε βρε;" τονε ρτησε. "Το 'φαγες";
 -"χι. Το 'φτιαξα!" της απντησεν αφοπλιστικ ο μικρς.
 -"Για να δω!", του 'πε παραξενεμνη κενη. Αυτς καμαρωτς, την οδγησε στο καμαρκι του, που σ' να τραπεζκι της δειξεν αραδιασμνα τα ...πρτα του γλυπτ. Η θει παλβωσε! "Βρε μπαγσικο, τι μορφα πραματκια εναι τοτα δω!", του πε και -πρμα σπνιο για τα δεδομνα της- σκυψε και τονε φλησε στο κεφαλκι του. Αυτ το φλημα, αυτ το σπνιο φλημα, απ μια γυνακα που η τραχει ζω της υπαθρου, εχεν αργσει το τομρι κι αδρανοποισει τις χορδς της, αποτλεσε για κενο, το πρτο μεγλο του βραβεο.
     Θυμται καλ, πως ταν πρωτοβραβετηκε για το σνολο του ργου του, χρνια μετ, νιωσε κτι παρμοιο με ττε. χι δια, αλλ κπως παρμοια. Και ...ττε τανε που κατλαβε...
     Δηλαδ δε το κατλαβε αμσως, μα κει τανε που γινε το ξεκνημα μιας σειρς σκψεων και συλλογισμν, που τον οδγησαν ν' αποσυρθε πλι στο καμαρκι του, της ζως, κι εκε ν' αρχσει να συνθτει, να λαξεει εκ του μηδενς, το να, το μοναδικ, μεγαλειδες ργο ζως του. πως περπου εχε κνει και ττε...
     Οι πλαστελνες φτνανε σε τακτ διαστματα κι ο μικρς φτιαχνε... φτιαχνε... προσπαθντας να πετχει πλι κενο το μεγλο ...βραβεο: το φλημα της θεις και το μικρ ξεκινισμνο δκρυ, στα μτια της. Του κκου! Ο αιφνιδιασμς εχε περσει πια, η ζω της υπαθρου, ρεαλιστικ, σκληρ κι αδυσπητη ενοτε, δεν φηνε δα και πολ χρο για ττοιες ευαισθησες. Ο θεος του μλιστα, τονε προσγεωσεν τσαλα μια μρα που 'χε πρει μτριους βαθμος στο σχολεο:
 -"Κοτα και συμμαζψου μικρ, να μθεις γρμματα, γιατ αλλις θα τσαπζεις το χμα, κακομορη μου. 'Ασε τις πλαστελνες και πισε, διβασε"!
     Οι πλαστελνες κοπκανε μα οι βαθμο δε βελτιωθκανε. Τουναντον! Ο θεος σκωσε τους μους και συνχισε τη δουλει του, χωρς να του κνει λλη κουβντα. Η θεα απορροφημνη κι εκενη, δε πρσεχε ττοιες λεπτς αποχρσεις συναισθημτων. Και να τις πρσεχε δηλαδ, πλι δε θα μποροσε να κνει τποτε. Ο μικρς ρχισε ν' ασφυκτι, μα το πλεψε καλ. Κποιος καθηγητς του, πρσεξε το ταλντο, αφο πρτα εχε δει την αδιαφορα και την αφηρημδα του στη τξη. Τονε βοθησε κπως, αλλ μη φανταστε κανες το ...χρυσ παραμθι του ασχημπαπου που 'γινε κκνος. χι! Στη πραγματικ ζω, τα παραμθια δεν χουνε την δια μορφ, χωρς να λεπουν εντελς. Απλ, βρσκονται αλλο.
     τσι, ταν τλειωσε το γυμνσιο με μτριο βαθμ κι κλεισε τα δεκαοχτ, αποφσισε να κατβει στην Αθνα. Το χωρι δεν τονε χραγε και δεν ξερε ακμα πως η πρωτεουσα, τανε τσο μεγλη. Οι θειο του προσπθησαν να τονε μεταπεσουν, μα του κκου. τσι, του δσανε λγα χρματα, δεν τανε δα και πολλ -δεν εχανε δα και πολλ-, μερικς συμβουλς, χρηστες κι αυτς γιατ δε ξρανε δα και πολλ, του δσανε και μερικ ονματα συγγενν και γνωστν που 'μεναν εκε, για τη περπτωση που χρειαστε κτι, -ψλλοι στ' χερα σε μια πλη τεσσρων εκατομμυρων ττε- και τονε ξεπροβοδσανε με φιλι κι ευχς. πως δεν εχανε δικ τους παιδι, τον εχαν αγαπσει σα δικ τους, λα τοτα τα χρνια. Ο μικρς τους χαιρτισεν αδκρυτος κι απμακρος κι φυγε με το λεωφορεο της γραμμς, για τη μεγλη περιπτεια, που μτε κι ο διος ξερε που θα τονε βγλει.
     Θυμται κενη τη διαδρομ σαν τρα. Ατλειωτη του 'χε φανε και ττε τα λεωφορεα αγκομαχοσανε. Πρασε βουν, πεδιδες, πλεις που του φανκανε τερστιες, πριν φτσει κτω και θλασσα. Εχεν δη εκπλαγε, μα ταν φτασε Αθνα, του πιστηκεν η ανσα! Σπτια... σπτια... σπτια παντο, πουθεν λγο χρμα και κσμος... κσμος... πολς κσμος. χασε τον μποσουλα. Στθηκεν τυχος γιατ πουθεν δεν εδε να τονε περιμνει κποιος απομηχανς Θες, που θ' αναγνριζε το μοναδικ του τλαντο και να τονε πρει στη προστασα του, χοντας μλιστα και μια κρη της παντρεις, για πρτη του μνο. Στθηκεν μως και τυχερς, γιατ καννα χαμνι, κανες αλτης μαφιζος αλαφροχρης δε τονε κοριδεψε, στε να τον αφσει παν με παν. φτασε μεσημρι περασμνο κι αμσως ρχισε να ρωτ παντο για δουλει και διαμον.
     να ργο ζως! Πριν πντε χρνια, συνλαβε τη μεγλην ιδα. Κλεστηκε στο καβοκι του κι ρχισε να τη δουλεει. Δε βιαζτανε. Εχε κερδσει τη δξα, εχε κερδσει μπλικα χρματα, εχε την ευρτατην αναγνριση στον χρο του, με μια φρση: εχεν λα σα μτε εχεν ελπσει πως θα πετχαινε, ταν φτασε δω.

-----------
   "Κποτε, πολ παλι, δυο πολ μεγλοι γλπτες εχανε μιαν ευγενικ μιλλα, περ του ποιος ταν ο πιο καλς κι ο πιο "μεγλος". Κανες μως δε μποροσε να πει, ποιος. Για τα ργα τους μιλοσεν λος ο κσμος. τσι μια μρα, αποφασσανε να βλουν να ...στοχημα! Θα αποσρονταν για κμποσο, να φτιξουν να γλυπτ και να το παρουσισουνε δημσια, σα μιαν αναμτρηση κι εκε ν' ανακηρυχτε ο νικητς εκενος, που το πλθος μα κι ο διος ο αντπαλος να τον χει αναγνωρσει και παραδεχτε. Το ργο, θα 'πρεπε να 'τανε πιστευτ, αληθοφανς, ολοζντανο και φυσικ πανμορφο, κι λα τοτα, αναμφισβτητα.
     Οι δυο μεγλοι αυτο γλπτες αποσυρθκανε και κμποσο καιρ μετ, εχαν τοιμα τα ργα με τα οποα θα διεκδικοσανε τη πρωτοκαθεδρα. Συμφωνσανε λοιπν να γνει συνντηση σε μια μεγλη πλατεα, με παρουσα μεγλου κοινο.
     ταν να θαυμσιο ανοιξιτικο απγευμα κενη τη μρα, γλυκ, ζεστ και με απαλν αρα, που 'φτανε απ τη θλασσα, παλλε γλυκ κι ανλαφρα, δυο ολλευκα σεντνια που σκεπζανε δυο μεγλα γλυπτ, τοποθετημνα στο κντρο της μεγλης πλατεας. Κσμος πολς εχε μαζευτε εκε, προετοιμασμνος να θαυμσει και να χειροκροτσει. Φτσανε κι οι μεγλοι δημιουργο κι λα πια ταν τοιμα να ξεκινσουν. Γυρν ο νας και λει στον λλο:
 -"Φλε μου ξεκνα πρτος. Αποκλυψε στον κσμο το γλυπτ σου"!
     Ο γλπτης υπκουσε στα λεγμενα κι αποκλυψε μπρος στα μτια του αντιπλου και στο πλατ κοιν, το αριστοργημ του. να μακρσυρτο "Ωωω" ακοστηκε κι λοι χειροκροτσανε το ργο, ακμα κι ο ...αντπαλος. τανε μια κοπελι, που στο κεφλι της, εχε πανρι με λογς-λογς φροτα: σταφλια, σκα, φρουλες, κερσια... μοιαζε τσον λοζντανη, που θαρροσε κανες πως σε λιγκι θα φτσει κοντ του, να του προσφρει τα φροτα της -το καλτερο- τα θλγητρ της. Τσον ολοζντανο γλυπτ, που ξεγελοσε πουλι κι ντομα, που χαμλωναν απ τη πτση τους για να γευτονε τους χυμος των φροτων, σαν ν ανλπιστο δρο. Ο κσμος θαμασεν ρα πολλ το θεσπσιο δημιοργημα μοναδικς ζωντνιας κι ομορφις κι εχε σχεδν ξεχσει τον... αντπαλο, ακμα κι ο δημιουργς νιωθε πως ξερε τον νικητ. Ωστσο, γρισεν επιτλους στον τερο και για να κρατηθον οι τποι, του 'πε χαμογελντας αυτρεσκα και πειραχτικ:
 -"Αν και το θεωρ περιττ φλε μου, νομζω πως εναι η σειρ σου τρα. Αποκλυψε στα μτια μας και το δικ σου γλυπτ κι ετοιμσου να δεχτες πως χασες το στοχημα".
 -"Δηλαδ τρα -κι ακοστε με λοι παρακαλ προσεκτικ- μου λες πως πρπει να δεξω κι εγ το δικ μου γλυπτ;" ρτησε απευθυνμενος στον μεγλο αντπαλ του μα και σ' λο τον παρευρισκμενο κσμο.
 -"Φυσικ! Αυτ επα μλις τρα! Δε μ' κουσες;" απντησεν ο λλος παραξενεμνος μα και γελαστς.
 -"Δηλαδ οτε λγο-οτε πολ, μου λτε -κι απαιτ τη προσοχ λων παρακαλ- να τραβξω αυτ το σεντνι, στε ν' αποκαλυφθε κι δικ μου ταπειν δημιουργα, κντρα στο θαυμσιο αυτ γλυπτ αριστοργημα;" επμεινεν ο λλος.
 -"Ε ναι σου λω! Τ στην ευχ σ' χει πισει; Τσο πολ τρμαξες λοιπν; Σε κατανο, ωστσο πρπει..." ρχισε να εκνευρζεται ο λλος.
 -"Ξρεις φλε μου, μετ το δικ σου θαυμσιο πραγματικ -και μπρβο σου- γλυπτ, που ειλικριν στο λω το θεωρ κορυφαο και με μγεψε, δε νομζω πως πρπει ν' αποκαλψω το δικ μου. Εγ τουλχιστον δεν χω την απαιτομενην ηθικ και ψυχικ δναμη, να υποστηρξω μ' αυτ, τον αγνα μας. Αν θες λοιπν, μπορ και τρα κιλας να δεχτ την ττα μου, χωρς περαιτρω αγνα"!
 -"Α οοοχι... Μη πας να ξεγλιστρσεις! Φανρωσ μας το, τρα!"
 -"Προτιμ να μη το κνω!" και στρεφμενος προς το κοιν υποκλθηκε κι τσι τους μλησε: "Αναγνωρζω πως χασα και δεν επιθυμ να τραβξω το σεντνι στο δικ μου γλυπτ!"
     Το κοιν βοιξεν ανυπμονο. ξεραν λοι πως κι ο τερος των διαγωνιζομνων, τανε κολοσσς και θλανε να δονε τι εχε φτιξει, στω κι αν εχανε προετοιμαστε για κτι υποδεστερο. Μα υποδεστερο του σχεδν τλειου γλυπτο εναι κι αυτ σχεδν τλειο, ρα ξιο να το απολασουν στω και σα δετερη επιλογ. τσι δια βος, ζητσανε ν' αποκαλυφθε το γλυπτ κι ο... νικητς επε πλι γελαστ στο... χαμνο:
 -"Εδες φλε μου; Ο κσμος θλει να σε δει".
 -"Ττε, δεν χω αντρρηση. Κνε το μνος σου, εγ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ" επε και σταρωσε τα χρια. Ο... νικητς ττε, γρισε στο κοιν κι επε δυνατ:
 -"Τι λτε κι εσες; Να το αποκαλψω εγ";
 -"Ναιαιαιαιαι!" βρυχθηκε το κοιν χαρομενο.
 -"Καλ λοιπν... στω... Ας γνει τσι". Γρισε στον λλο με μιαν υπκλιση: "Μου επιτρπεις";
 -"Αν θες τσο πολ, να δεις το μγεθος της ττας μου, κνε το. Εγ, το επαναλαμβνω, δε μπορ να το κνω!" επε και ξανασταρωσε τα δημιουργικ χρια του.
     Ο... νικητς στρφηκε με περιργεια και κοταξε το πλλευκο σεντνι που τρμιζεν ανλαφρα στη θαλασσινν αρα. Οι πτυχσεις του μαρτυροσαν ελχιστα, περ του περιεχομνου κι πιασε τον εαυτ του να 'χει πλον αγωνα, να δει με τι θμα, εχε καταπιαστε για να τον αντιμετωπσει ο μεγλος του αντπαλος. Μετ, προχρησεν αποφασιστικ προς τα κει. Μλις φτασε πολ κοντ, πρσεξε πως λειπεν ο σπγκος των αποκαλυπτηρων και στρφηκε προς τον λλον, ερωτηματικ. Εδε πως δεν κοιτοσε καν προς το μρος του, αλλ με σταυρωμνα χρια, κοιτοσε κπου προς τα πρα, προς τον κσμο προς το δικ του γλυπτ. Αυτ του ρεσε! Το δε κοιν που αδημονοσε πλον, ρχισε να φωνζει ρυθμικ:
 -"Τρβηξ το! Τρβηξ το!..."
     Ξαναγρισε στο σκεπασμνο γλυπτ, διλεξε με το μτι μια πτυχ του λευκο σεντονιο, που του φνηκε βολικ κι πλωσε το χρι να τη τραβξει, για να δει επιτλους τι κρυβταν απ κτω. νιωθεν ανυπμονος και μλις το χρι του πιασε τη κρα και σκληρ πτυχ, πγωσεν ολκερος! Ο νους του δε μπρεσε να συλλβει αμσως το ερθισμα που λμβανε απ την αφ των δαχτλων και... συνχιζε να προσπαθε να τραβ... ταν νους και χρι μονοισαν επιτλους, στρφηκε συγκινημνος στον αντπαλ του κι υποκλθηκε ταπειν!
     Το κοιν βουβθηκε... ργησε κπως να καταλβει τι εχε συμβε... μα ταν το κατλαβε, ξσπασε σ' ν ατλειωτο χειροκρτημα...
------------

     να ργο ζως λοιπν. Η ιδα του 'χε μπει στο νου, λγο μετ τη καταξωσ του. Δεν εχε πρει μεσα, σχμα και μορφ και χρειστηκε λιγκι χρνο για να το βρει. ταν πια νιωσε πως ταν τοιμο μσα του, πρε τα εργαλεα και τα υλικ του και γρισε στο χωρι. Πντε χρνια περπου μακρυ απ τα φτα της δημοσιτητας, δολεψε πνω σ' αυτ. ταν φτασε στο τλος, εδε πως ναι μεν ταν πως το 'χε συλλβει, μα κτι λειπε... κτι... αλλ τ; Ωστσο προανγγειλε τ' αποκαλυπτρια, ελπζοντας. Και δεν εχεν δικο... το πρω της μεγλης μρας, το βρκε. Συγκλονστηκε, αμφβαλλε, μα τελικ εδε πως ταν -ναι- το μνο, αυτ! Χαμογλασε πικρ: Ναι! Αυτ τανε, το δχως λλο!
     Κενη τη μρα,, η αθουσα τανε κατμεστη, απ τον κσμο της τχνης κι λο το... "σκυλολι" πως το 'λεγε πειραχτικ κι ο διος. Κμερες, δημοσιογρφοι, κριτικο, καλλιτχνες, οι απαρατητοι "μαντανο" και τα ρστα... Το γλυπτ εχε στηθε στο μσο του πλκου, σκεπασμνο μ' να πλλευκο σεντνι. κρα μυστικτητα εχε τηρηθε -το 'χε ζητσει και μεριμνσει ο διος προσωπικ- κι επειδ τανε πια μεγλος και τρανς, του 'χανε κμει απρθυμα το χατρι. Ββαια η περιργεια κοβτανε με το μαχαρι, σ' λα τα μκη και τα πλτη του καλλιτεχνικο κσμου. Επσης εχε ζητσει να βγλει να μικρ λογδριο πριν τ' αποκαλυπτρια και το 'χε πετχει κι αυτ, γιατ σκεφτκαν οι επαοντες τι θ' ανβαζε τις... πωλσεις, διαφημιστικ και τα ρστα.
     ταν φτασεν η στιγμ που τον αναγγελανε, σηκθηκε κι ανβηκε στο βμα, δπλα στο σκεπασμνο γλυπτ, κρατντας μια θκη βιολιο. λοι παραξενευτκανε μα γνωρζοντας εκ περας, πως οι καλλιτχνες εναι και λιγκι... αρπαγμνοι, κναν ησυχα. Εκενος, φησε κτω τη θκη, γρισε προς το κοιν, τους κοταξε για κμποσο, λους κι ρχισε να μιλ, αργ και με σχεδν σπασμνη φων:
 -"Κυρες και κριοι... η δουλει του καλλιτχνη, εναι απλαυση, εναι δημιουργα, μα πρπει και να διδσκει, εκτς του να βοηθ στη καλυτρεψη του κσμου και παρλληλα να ψυχαγωγε. τσι λοιπν ρθα σμερα εδ, ελπζοντας να τα 'χω πετχει λα τοτα".
     Σκωσε απ κτω τη θκη του βιολιο και πγε προς το γλυπτ. Τρβηξε το πλλευκο σεντνι κι αποκλυψε να γλπτη που λξευε να κορτσι που στο κεφλι του εχε να πανρι με φροτα. Ο γλπτης δειχνε πως εχε βλει τη τελευταα πινελι κι εχε μενει να κοιτζει το ργο του. ταν να θαυμσιο γλυπτ σνολο αν και λιγκι παρξενο. Ο καλλιτχνης στρφηκε πλι στο κοιν:
 -"Ονμασα τοτο το γλυπτ, "Ο Συνοπτικς Θνατος", μα μλις το τλειωσα, διαπστωσα πως κτι λειπε για να πετχει αυτ που 'θελε να πει. Κτι ακμα πιο δυνατ..." σκυψε, πιασε πλι τη θκη του βιολιο και την νοιξε μπρος τους, "πντε χρνια περπου το δολεψα..." βγαλε απ μσα μια βαριοπολα, "...και τρα θα το δετε ολοκληρωμνο!" σκωσε τη βαριοπολα μπρος στα κπληκτα μτια λων και κατφερε να δυνατ, καριο και μοναδικ χτπημα στο γλυπτ. "Αυτ εναι το πλρες ργο, να ργο ζως..." επε με τρεμμενα λγια και ξεκνησε προς την ξοδο.
     να μακρσυρτο "Ωωωω" γμισε την αθουσα και τονε συντρφεψε μχρι ξω, που τον οδηγσανε τα βαρι, σουρτ του βματα! νιωθεν δειος!
     Γρισε πλι στο χωρι, εφοδιασμνος τοτη τη φορ με πρα πολλ κουτι πλαστελνης. Δεν μαθε ποτ, δεν επιδωξε να μθει, τι απγινε κενη τη μρα. Οι εφημερδες τα γρψανε καταλεπτς, μα κενος ποτ δε διβαζεν εφημερδες.
     Το κοιν εχε διχαστε. λλοι γιουχασανε μλις φυγεν απ την αθουσα, λλοι χειροκροτσανε. Πολλο βιαστκανε να μιλσουνε για βερμπαλιστικ διαφημιστικ κλπο. Η Ιστορα σα πολτς απ κινομενη λσπη, ανοιγκλεισε τα υγρ της σαγνια κι απορρφησε το συμβν, σχετικ σντομα, πως συμβανει συνθως. Η Ιστορα τρει, καταπνει και χωνεει. Τα κπραν της μαρτυρονε...
     Ο μεγλος γλπτης πθανε λγα χρνια μετ, χωρς να ξαναφανε με γλυπτ του δημσια. Τονε βρκαν απ τη μπχα του σποντος θαντου. ταν ξεβρμισεν ο τπος και μπκανε μσα στο καμαρκι που φυλοσε τις πλαστελνες του, -μικρ και μεγλα χρωματιστ δημιουργματα, με θαυμσια τεχνικ κι ομορφι- εδανε και θαυμσανε.
     ν απ' αυτ, το πιο μεγλο, αναπαριστοσε να μικρ παιδκι, που μια γυνακα το φιλοσε στο κεφαλκι και που κρατοσε να μικρ κομψ αριστοργημα σα κουλουρκι πασχαλιτικο, κι απ κτω εδανε τον ττλο:

                                  "Η Ιστορα Της Δημιουργας"
 
                                                                                   Φλεβρης 2006

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers