Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Λαξεύοντας Τον Συνοπτικό Θάνατο

 

     Εδώ και μερικά χρόνια είχε γίνει πια διάσημος. Ήτανε σχεδόν τότε που διάλεξε ν' αποσυρθεί από το προσκήνιο και να εργαστεί πάνω στο ένα, στο μεγαλειώδες και μοναδικό δημιούργημά του, κατά πως το 'χεν εμπνευστεί λίγο καιρό πριν. Στο έργο της ζωής του. Βέβαια, δεν αποσύρθηκεν ακριβώς, γιατί ατζέντηδες, γκαλερίστες, δημοσιογράφοι κι όλο αυτό το ..."σκυλολόι" -όπως τους έλεγε χαμογελώντας πειραχτικά- δε τον άφηναν να ξεχαστεί και να συχάσει. Τι περίεργον όμως! Στην αρχή κυνηγάς με πάθος και λαχτάρα, αναγνώριση και καταξίωση κι όταν τα πετύχεις, αναζητάς την ηρεμία με την απομόνωση. Μετά, δεν είναι τίποτε πια το ίδιο.
    Εργάστηκε σκληρά. Μόχθησε για πάνω από είκοσι χρόνια να πετύχει. Η γλυπτική δεν είναι κάτι εύκολο. Όχι! Το αντίθετο μάλιστα. Έκανε κι ένα σωρό δουλειές στο μεταξύ, για να μπορέσει να συντηρήσει υποτυπωδώς, αυτή την απαιτητική "ερωμένη". Και τι δεν έκανε; Οικοδομές, φάμπρικες, παρκαδόρος, μπογιατζής, παιδί για θελήματα κι ευτυχώς γιατί ποτέ δεν είχε τέτοιους ενδοιασμούς. Δηλαδή και να 'χε, αφού δεν είχε να φάει θα τους ...έκοβε, μιας και δε μπορούσε να κάνει αλλιώς. Η ερωμένη του ήτανε λουσάτη, δαπανηρή και τη λάτρευε. Χρειαζότανε χρήματα για εργαλεία, χώρο, σμίλες, πηλό κι ένα σωρό άλλα.
     Κατέβηκε από κάποιο χωριό της Θεσσαλίας, λίγο μετά που 'κλεισε τα δεκαοχτώ. Είχε χάσει και τους δυο γονείς του από μικρός. Ήτανε δυο-τριων ετών και δεν είχε κατορθώσει να συγκρατήσει στη μνήμη του καμιάν εικόνα τους. Έμεινε λίγο με τη γιαγιά του, όχι πολύ, ίσα μέχρι που κι εκείνη έφυγε για το μεγάλο ταξίδι της. Έπειτα τον ανάλαβαν οι θείοι του, ένα παλιομοδίτικο, σκληροπυρηνικό ζευγάρι, χρυσοί άνθρωποι, μα τονε περιόριζαν ωστόσο, στη προσπάθειά τους να 'ναι σωστοί κηδεμόνες. Αγρότες και σχεδόν αναλφάβητοι καθώς ήτανε, δε ξέρανε να το κάνουνε σωστά, γιατί ο μικρός ήτανε πληθωρικό και ταλαντούχο παιδάκι κι εξαιρετικά ευαίσθητο πλάσμα. Του άρεσε να ζωγραφίζει, μα πιο πολύ του άρεσε να ...πλάθει πραματάκια, μ' ό,τι του 'πεφτε στα μικρά του χεράκια και μπορούσε να πλαστεί.
     Η αρχή έγινε με τις πλαστελίνες. Ή μάλλον όχι! Η αρχή έγινε με τη ζύμη από κάτι κουλουράκια πασχαλινά που 'φτιαχνε η θεία του. Για να τον έχει το νου της και παράλληλα να καταφέρει να φτιάξει τα κουλουράκια της, του 'δωσε λίγο ζυμάρι κι οδηγίες για να τη ...βοηθήσει, κείνος υπάκουσε μ' ενδιαφέρον κι αυτή στράφηκε στη δουλειά της. Αφοσιώθηκε κει και με την άκρη του ματιού της μόνο, ήλεγχε τον πιτσιρικά, ήσυχη πως είχε καταφέρει να κατασιγάσει το ...φασαριόζικο του πνεύμα. Όχι πως ήταν άταχτος, αλλά ήταν τρομερά αδέξιος, άμαθος και περίεργος κι έτσι συχνά έμπλεκε σε ...αταξίες και μπελάδες. Όταν τέλειωσε το ταψί της και γύρισε να δει πως τα 'χε καταφέρει ο μικρός ταραξίας κι είχεν ησυχάσει τόσο, έμεινε με το στόμα ολάνοιχτο. Ο μικρός της ανεψιός, -που τον αγαπούσε σα γιο της μιας και δεν είχε δικά της παιδάκια και πολύ θα το 'θελε να 'χε- είχε φτιάξει καταπληκτικά πραματάκια. Τα 'χασε, μα γοργά συνήλθε:
 -"Μπράβο σου κουτσούνι μου" είπε και του 'δωσε κι άλλη ζύμη. Το θέμα έμεινε κει. Θα μπορούσε κανείς να πει πως ξεχάστηκε, μα ο 'Αη Βασίλης εκείνη τη χρονιά, μες στα τόσα πραματάκια, του 'χε φέρει κι ένα πακετάκι πλαστελίνες. Δεν ήτανε πλούσιοι οι καημένοι οι θειοί του, μήτε ξέρανε γράμματα, αλλά δεν ήτανε και χαζοί. Όταν ο μικρός κατάλαβε τι είχε το πακετάκι, παραμέρισεν άγαρμπα όλα τ' άλλα και ρίχτηκε σ' αυτό. Σε λίγες μέρες ζήτησεν από τη θεία του κι άλλο, γιατί αυτό το ...τέλειωσε. Η θειά ξαφνιάστηκε.
 -"Πως σου τέλειωσε βρε;" τονε ρώτησε. "Το 'φαγες";
 -"Όχι. Το 'φτιαξα!" της απάντησεν αφοπλιστικά ο μικρός.
 -"Για να δω!", του 'πε παραξενεμένη κείνη. Αυτός καμαρωτός, την οδήγησε στο καμαράκι του, όπου σ' ένα τραπεζάκι της έδειξεν αραδιασμένα τα ...πρώτα του γλυπτά. Η θειά παλάβωσε! "Βρε μπαγάσικο, τι όμορφα πραματάκια είναι τούτα δω!", του πε και -πράμα σπάνιο για τα δεδομένα της- έσκυψε και τονε φίλησε στο κεφαλάκι του. Αυτό το φίλημα, αυτό το σπάνιο φίλημα, από μια γυναίκα που η τραχειά ζωή της υπαίθρου, είχεν αργάσει το τομάρι κι αδρανοποιήσει τις χορδές της, αποτέλεσε για κείνο, το πρώτο μεγάλο του βραβείο.
     Θυμάται καλά, πως όταν πρωτοβραβεύτηκε για το σύνολο του έργου του, χρόνια μετά, ένιωσε κάτι παρόμοιο με τότε. Όχι ίδια, αλλά κάπως παρόμοια. Και ...τότε ήτανε που κατάλαβε...
     Δηλαδή δε το κατάλαβε αμέσως, μα κει ήτανε που έγινε το ξεκίνημα μιας σειράς σκέψεων και συλλογισμών, που τον οδήγησαν ν' αποσυρθεί πάλι στο καμαράκι του, της ζωής, κι εκεί ν' αρχίσει να συνθέτει, να λαξεύει εκ του μηδενός, το ένα, το μοναδικό, μεγαλειώδες έργο ζωής του. Όπως περίπου είχε κάνει και τότε...
     Οι πλαστελίνες φτάνανε σε τακτά διαστήματα κι ο μικρός έφτιαχνε... έφτιαχνε... προσπαθώντας να πετύχει πάλι κείνο το μεγάλο ...βραβείο: το φίλημα της θειάς και το μικρό ξεκινισμένο δάκρυ, στα μάτια της. Του κάκου! Ο αιφνιδιασμός είχε περάσει πια, η ζωή της υπαίθρου, ρεαλιστική, σκληρή κι αδυσώπητη ενίοτε, δεν άφηνε δα και πολύ χώρο για τέτοιες ευαισθησίες. Ο θείος του μάλιστα, τονε προσγείωσεν άτσαλα μια μέρα που 'χε πάρει μέτριους βαθμούς στο σχολείο:
 -"Κοίτα και συμμαζέψου μικρέ, να μάθεις γράμματα, γιατί αλλιώς θα τσαπίζεις το χώμα, κακομοίρη μου. 'Ασε τις πλαστελίνες και πιάσε, διάβασε"!
     Οι πλαστελίνες κοπήκανε μα οι βαθμοί δε βελτιωθήκανε. Τουναντίον! Ο θείος σήκωσε τους ώμους και συνέχισε τη δουλειά του, χωρίς να του κάνει άλλη κουβέντα. Η θεία απορροφημένη κι εκείνη, δε πρόσεχε τέτοιες λεπτές αποχρώσεις συναισθημάτων. Και να τις πρόσεχε δηλαδή, πάλι δε θα μπορούσε να κάνει τίποτε. Ο μικρός άρχισε ν' ασφυκτιά, μα το πάλεψε καλά. Κάποιος καθηγητής του, πρόσεξε το ταλέντο, αφού πρώτα είχε δει την αδιαφορία και την αφηρημάδα του στη τάξη. Τονε βοήθησε κάπως, αλλά μη φανταστεί κανείς το ...χρυσό παραμύθι του ασχημόπαπου που 'γινε κύκνος. Όχι! Στη πραγματική ζωή, τα παραμύθια δεν έχουνε την ίδια μορφή, χωρίς να λείπουν εντελώς. Απλά, βρίσκονται αλλού.
     Έτσι, όταν τέλειωσε το γυμνάσιο με μέτριο βαθμό κι έκλεισε τα δεκαοχτώ, αποφάσισε να κατέβει στην Αθήνα. Το χωριό δεν τονε χώραγε και δεν ήξερε ακόμα πως η πρωτεύουσα, ήτανε τόσο μεγάλη. Οι θειοί του προσπάθησαν να τονε μεταπείσουν, μα του κάκου. Έτσι, του δώσανε λίγα χρήματα, δεν ήτανε δα και πολλά-δεν είχανε δα και πολλά, μερικές συμβουλές, άχρηστες κι αυτές γιατί δε ξέρανε δα και πολλά, του δώσανε και μερικά ονόματα συγγενών και γνωστών που 'μεναν εκεί, για τη περίπτωση που χρειαστεί κάτι, -ψύλλοι στ' άχερα σε μια πόλη τεσσάρων εκατομμυρίων τότε- και τονε ξεπροβοδίσανε με φιλιά κι ευχές. Όπως δεν είχανε δικά τους παιδιά, τον είχαν αγαπήσει σα δικό τους, όλα τούτα τα χρόνια. Ο μικρός τους χαιρέτισεν αδάκρυτος κι απόμακρος κι έφυγε με το λεωφορείο της γραμμής, για τη μεγάλη περιπέτεια, που μήτε κι ο ίδιος ήξερε που θα τονε βγάλει.
     Θυμάται κείνη τη διαδρομή σαν τώρα. Ατέλειωτη του 'χε φανεί και τότε τα λεωφορεία αγκομαχούσανε. Πέρασε βουνά, πεδιάδες, πόλεις που του φανήκανε τεράστιες, πριν φτάσει κάτω και θάλασσα. Είχεν ήδη εκπλαγεί, μα όταν έφτασε Αθήνα, του πιάστηκεν η ανάσα! Σπίτια... σπίτια... σπίτια παντού, πουθενά λίγο χρώμα και κόσμος... κόσμος... πολύς κόσμος. Έχασε τον μπούσουλα. Στάθηκεν άτυχος γιατί πουθενά δεν είδε να τονε περιμένει κάποιος απομηχανήςΘεός, που θ' αναγνώριζε το μοναδικό του τάλαντο και να τονε πάρει στη προστασία του, έχοντας μάλιστα και μια κόρη της παντρειάς, για πάρτη του μόνο. Στάθηκεν όμως και τυχερός, γιατί κανένα χαμίνι, κανείς αλήτης ή μαφιόζος αλαφροχέρης δε τονε κορόιδεψε, ώστε να τον αφήσει πανί με πανί. Έφτασε μεσημέρι περασμένο κι αμέσως άρχισε να ρωτά παντού για δουλειά και διαμονή.
     Ένα έργο ζωής! Πριν πέντε χρόνια, συνέλαβε τη μεγάλην ιδέα. Κλείστηκε στο καβούκι του κι άρχισε να τη δουλεύει. Δε βιαζότανε. Είχε κερδίσει τη δόξα, είχε κερδίσει μπόλικα χρήματα, είχε την ευρύτατην αναγνώριση στον χώρο του, με μια φράση: είχεν όλα όσα μήτε είχεν ελπίσει πως θα πετύχαινε, όταν έφτασε δω.
------------------------------------------------------------------------------------
   "Κάποτε, πολύ παλιά, δυο πολύ μεγάλοι γλύπτες είχανε μιαν ευγενική άμιλλα, περί του ποιος ήταν ο πιο καλός κι ο πιο "μεγάλος". Κανείς όμως δε μπορούσε να πει, ποιος. Για τα έργα τους μιλούσεν όλος ο κόσμος. Έτσι μια μέρα, αποφασίσανε να βάλουν ένα ...στοίχημα! Θα αποσύρονταν για κάμποσο, να φτιάξουν ένα γλυπτό και να το παρουσιάσουνε δημόσια, σα μιαν αναμέτρηση κι εκεί ν' ανακηρυχτεί ο νικητής εκείνος, όπου το πλήθος μα κι ο ίδιος ο αντίπαλος να τον έχει αναγνωρίσει και παραδεχτεί. Το έργο, θα 'πρεπε να 'τανε πιστευτό, αληθοφανές, ολοζώντανο και φυσικά πανέμορφο, κι όλα τούτα, αναμφισβήτητα.
     Οι δυο μεγάλοι αυτοί γλύπτες αποσυρθήκανε και κάμποσο καιρό μετά, είχαν έτοιμα τα έργα με τα οποία θα διεκδικούσανε τη πρωτοκαθεδρία. Συμφωνήσανε λοιπόν να γίνει συνάντηση σε μια μεγάλη πλατεία, με παρουσία μεγάλου κοινού.
     Ήταν ένα θαυμάσιο ανοιξιάτικο απόγευμα κείνη τη μέρα, γλυκό, ζεστό και με απαλήν αύρα, που 'φτανε από τη θάλασσα, έπαλλε γλυκά κι ανάλαφρα, δυο ολόλευκα σεντόνια που σκεπάζανε δυο μεγάλα γλυπτά, τοποθετημένα στο κέντρο της μεγάλης πλατείας. Κόσμος πολύς είχε μαζευτεί εκεί, προετοιμασμένος να θαυμάσει και να χειροκροτήσει. Φτάσανε κι οι μεγάλοι δημιουργοί κι όλα πια ήταν έτοιμα να ξεκινήσουν. Γυρνά ο ένας και λέει στον άλλο:
 -"Φίλε μου ξεκίνα πρώτος. Αποκάλυψε στον κόσμο το γλυπτό σου"!
     Ο γλύπτης υπάκουσε στα λεγόμενα κι αποκάλυψε μπροστά στα μάτια του αντιπάλου και στο πλατύ κοινό, το αριστούργημά του. Ένα μακρόσυρτο "Ωωω" ακούστηκε κι όλοι χειροκροτήσανε το έργο, ακόμα κι ο ...αντίπαλος. Ήτανε μια κοπελιά, που στο κεφάλι της, είχε πανέρι με λογής-λογής φρούτα: σταφύλια, σύκα, φράουλες, κεράσια... Έμοιαζε τόσον όλοζώντανη, που θαρρούσε κανείς πως σε λιγάκι θα φτάσει κοντά του, να του προσφέρει τα φρούτα της ή -το καλύτερο- τα θέλγητρά της. Τόσον ολοζώντανο γλυπτό, που ξεγελούσε πουλιά κι έντομα, που χαμήλωναν από τη πτήση τους για να γευτούνε τους χυμούς των φρούτων, σαν έν ανέλπιστο δώρο. Ο κόσμος θαύμασεν ώρα πολλή το θεσπέσιο δημιούργημα μοναδικής ζωντάνιας κι ομορφιάς κι είχε σχεδόν ξεχάσει τον ...αντίπαλο, ακόμα κι ο δημιουργός ένιωθε πως ήξερε τον νικητή. Ωστόσο, γύρισεν επιτέλους στον έτερο και για να κρατηθούν οι τύποι, του 'πε χαμογελώντας αυτάρεσκα και πειραχτικά:
 -"Αν και το θεωρώ περιττό φίλε μου, νομίζω πως είναι η σειρά σου τώρα. Αποκάλυψε στα μάτια μας και το δικό σου γλυπτό κι ετοιμάσου να δεχτείς πως έχασες το στοίχημα".
 -"Δηλαδή τώρα -κι ακούστε με όλοι παρακαλώ προσεκτικά- μου λες πως πρέπει να δείξω κι εγώ το δικό μου γλυπτό;" ρώτησε απευθυνόμενος στον μεγάλο αντίπαλό του μα και σ' όλο τον παρευρισκόμενο κόσμο.
 -"Φυσικά! Αυτό είπα μόλις τώρα! Δε μ' άκουσες;" απάντησεν ο άλλος παραξενεμένος μα και γελαστός.
 -"Δηλαδή ούτε λίγο-ούτε πολύ, μου λέτε -κι απαιτώ τη προσοχή όλων παρακαλώ- να τραβήξω αυτό το σεντόνι, ώστε ν' αποκαλυφθεί κι δική μου ταπεινή δημιουργία, κόντρα στο θαυμάσιο αυτό γλυπτό αριστούργημα;" επέμεινεν ο άλλος.
 -"Ε ναι σου λέω! Τι στην ευχή σ' έχει πιάσει; Τόσο πολύ τρόμαξες λοιπόν; Σε κατανοώ, ωστόσο πρέπει..." άρχισε να εκνευρίζεται ο άλλος.
 -"Ξέρεις φίλε μου, μετά το δικό σου θαυμάσιο πραγματικά -και μπράβο σου- γλυπτό, που ειλικρινά στο λέω το θεωρώ κορυφαίο και με μάγεψε, δε νομίζω πως πρέπει ν' αποκαλύψω το δικό μου. Εγώ τουλάχιστον δεν έχω την απαιτούμενην ηθική και ψυχική δύναμη, να υποστηρίξω μ' αυτό, τον αγώνα μας. Αν θες λοιπόν, μπορώ και τώρα κιόλας να δεχτώ την ήττα μου, χωρίς περαιτέρω αγώνα"!
 -"Α όοοοχι... Μη πας να ξεγλιστρήσεις! Φανέρωσέ μας το, τώρα!"
 -"Προτιμώ να μη το κάνω!" και στρεφόμενος προς το κοινό υποκλίθηκε κι έτσι τους μίλησε: "Αναγνωρίζω πως έχασα και δεν επιθυμώ να τραβήξω το σεντόνι στο δικό μου γλυπτό!"
     Το κοινό βούιξεν ανυπόμονο. Ήξεραν όλοι πως κι ο έτερος των διαγωνιζομένων, ήτανε κολοσσός και θέλανε να δούνε τι είχε φτιάξει, έστω κι αν είχανε προετοιμαστεί για κάτι υποδεέστερο. Μα υποδεέστερο του σχεδόν τέλειου γλυπτού είναι κι αυτό σχεδόν τέλειο, άρα άξιο να το απολαύσουν έστω και σαν δεύτερη επιλογή. Έτσι δια βοής, ζητήσανε ν' αποκαλυφθεί το γλυπτό κι ο ...νικητής είπε πάλι γελαστά στον ... χαμένο:
 -"Είδες φίλε μου; Ο κόσμος θέλει να σε δει".
 -"Τότε, δεν έχω αντίρρηση. Κάνε το μόνος σου, εγώ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ" είπε και σταύρωσε τα χέρια. Ο ...νικητής τότε, γύρισε στο κοινό κι είπε δυνατά:
 -"Τι λέτε κι εσείς; Να το αποκαλύψω εγώ";
 -"Ναιαιαιαιαι!" βρυχήθηκε το κοινό χαρούμενο.
 -"Καλά λοιπόν... έστω... Ας γίνει έτσι". Γύρισε στον άλλο με μιαν υπόκλιση: "Μου επιτρέπεις";
 -"Αν θες τόσο πολύ, να δεις το μέγεθος της ήττας μου, κάνε το. Εγώ, το επαναλαμβάνω, δε μπορώ να το κάνω!" είπε και ξανασταύρωσε τα δημιουργικά χέρια του.
     Ο ...νικητής στράφηκε με περιέργεια και κοίταξε το πάλλευκο σεντόνι που τρέμιζεν ανάλαφρα στη θαλασσινήν αύρα. Οι πτυχώσεις του μαρτυρούσαν ελάχιστα, περί του περιεχομένου κι έπιασε τον εαυτό του να 'χει πλέον αγωνία, να δει με τι θέμα, είχε καταπιαστεί για να τον αντιμετωπίσει ο μεγάλος του αντίπαλος. Μετά, προχώρησεν αποφασιστικά προς τα κει. Μόλις έφτασε πολύ κοντά, πρόσεξε πως έλειπεν ο σπάγκος των αποκαλυπτηρίων και στράφηκε προς τον άλλον, ερωτηματικά. Είδε πως δε κοιτούσε καν προς το μέρος του, αλλά με σταυρωμένα χέρια, κοιτούσε κάπου προς τα πέρα, προς τον κόσμο ή προς το δικό του γλυπτό. Αυτό του άρεσε! Το δε κοινό που αδημονούσε πλέον, άρχισε να φωνάζει ρυθμικά:
 -"Τράβηξέ το! Τράβηξέ το!..."
     Ξαναγύρισε στο σκεπασμένο γλυπτό, διάλεξε με το μάτι μια πτυχή του λευκού σεντονιού, που του φάνηκε βολική κι άπλωσε το χέρι να τη τραβήξει, για να δει επιτέλους τι κρυβόταν από κάτω. Ένιωθεν ανυπόμονος και μόλις το χέρι του έπιασε τη κρύα και σκληρή πτυχή, πάγωσεν ολάκερος! Ο νους του δε μπόρεσε να συλλάβει αμέσως το ερέθισμα που λάμβανε από την αφή των δαχτύλων και ...συνέχιζε να προσπαθεί να τραβά... Όταν νους και χέρι μονοιάσαν επιτέλους, στράφηκε συγκινημένος στον αντίπαλό του κι υποκλίθηκε ταπεινά!
     Το κοινό βουβάθηκε... άργησε κάπως να καταλάβει τι είχε συμβεί... μα όταν το κατάλαβε, ξέσπασε σ' έν ατέλειωτο χειροκρότημα...
-----------------------------------------------------------------------------------------
     Ένα έργο ζωής λοιπόν. Η ιδέα του 'χε μπει στο νου, λίγο μετά τη καταξίωσή του. Δεν είχε πάρει άμεσα, σχήμα και μορφή και χρειάστηκε λιγάκι για να το βρει. Όταν πια ένιωσε πως ήταν έτοιμο μέσα του, πήρε τα εργαλεία και τα υλικά του και γύρισε στο χωριό. Πέντε χρόνια περίπου μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, δούλεψε πάνω σ' αυτό. Όταν έφτασε στο τέλος, είδε πως ναι μεν ήταν όπως το 'χε συλλάβει, μα κάτι έλειπε... κάτι... αλλά τι; Ωστόσο προανήγγειλε τ' αποκαλυπτήρια, ελπίζοντας. Και δεν είχεν άδικο... το πρωΐ της μεγάλης μέρας, το βρήκε. Συγκλονίστηκε, αμφέβαλλε, μα τελικά είδε πως ήταν -ναι- το μόνο, αυτό! Χαμογέλασε πικρά: Ναι! Αυτό ήτανε, το δίχως άλλο!
     Κείνη τη μέρα,, η αίθουσα ήτανε κατάμεστη, από τον κόσμο της τέχνης κι όλο το ..."σκυλολόι" όπως το 'λεγε πειραχτικά κι ο ίδιος. Κάμερες, δημοσιογράφοι, κριτικοί, καλλιτέχνες, οι απαραίτητοι "μαϊντανοί" και τα ρέστα... Το γλυπτό είχε στηθεί στο μέσο του πάλκου, σκεπασμένο μ' ένα πάλλευκο σεντόνι. 'Ακρα μυστικότητα είχε τηρηθεί -το 'χε ζητήσει και μεριμνήσει ο ίδιος προσωπικά- κι επειδή ήτανε πια μεγάλος και τρανός, του 'χανε κάμει απρόθυμα το χατίρι. Βέβαια η περιέργεια κοβότανε με το μαχαίρι, σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη του καλλιτεχνικού κόσμου. Επίσης είχε ζητήσει να βγάλει ένα μικρό λογύδριο πριν τ' αποκαλυπτήρια και το 'χε πετύχει κι αυτό, γιατί σκεφτήκαν οι επαΐοντες ότι θ' ανέβαζε τις ...πωλήσεις, διαφημιστικά και τα ρέστα...
     Όταν έφτασεν η στιγμή που τον αναγγείλανε, σηκώθηκε κι ανέβηκε στο βήμα, δίπλα στο σκεπασμένο γλυπτό, κρατώντας μια θήκη βιολιού. Όλοι παραξενευτήκανε μα γνωρίζοντας εκ πείρας, πως οι καλλιτέχνες είναι και λιγάκι ...αρπαγμένοι, κάναν ησυχία. Εκείνος, άφησε κάτω τη θήκη, γύρισε προς το κοινό, τους κοίταξε για κάμποσο, όλους κι άρχισε να μιλά, αργά και με σχεδόν σπασμένη φωνή:
 -"Κυρίες και κύριοι... η δουλειά του καλλιτέχνη, είναι απόλαυση, είναι δημιουργία, μα πρέπει και να διδάσκει, εκτός του να βοηθά στη καλυτέρεψη του κόσμου και παράλληλα να ψυχαγωγεί. Έτσι λοιπόν ήρθα σήμερα εδώ, ελπίζοντας να 'χω πετύχει όλα τούτα".
     Σήκωσε από κάτω τη θήκη του βιολιού και πήγε προς το γλυπτό. Τράβηξε το πάλλευκο σεντόνι κι αποκάλυψε ένα γλύπτη που λάξευε ένα κορίτσι που στο κεφάλι του είχε ένα πανέρι με φρούτα. Ο γλύπτης έδειχνε πως είχε βάλει τη τελευταία ... πινελιά και είχε μείνει να κοιτάζει το έργο του. Ήταν ένα θαυμάσιο γλυπτό σύνολο αν και λιγάκι παράξενο. Ο καλλιτέχνης στράφηκε πάλι στο κοινό:
 -"Ονόμασα τούτο το γλυπτό, "Ο Συνοπτικός Θάνατος", μα μόλις το τέλειωσα, διαπίστωσα πως κάτι έλειπε για να πετύχει αυτό που 'θελε να πει. Κάτι ...ακόμα... πιο δυνατό..." Έσκυψε, έπιασε πάλι τη θήκη του βιολιού και την άνοιξε μπροστά του, "πέντε χρόνια περίπου... το δούλεψα..." έβγαλε από μέσα μια βαριοπούλα, "...και τώρα θα το δείτε ολοκληρωμένο!" σήκωσε τη βαριοπούλα μπρος στα έκπληκτα μάτια όλων και κατάφερε ένα δυνατό, καίριο και μοναδικό χτύπημα στο γλυπτό. "Αυτό είναι το πλήρες έργο, ένα έργο ζωής..." είπε με τρεμάμενα λόγια και ξεκίνησε προς την έξοδο.
     Ένα μακρόσυρτο "Ωωωω" γέμισε την αίθουσα και τονε συντρόφεψε μέχρι έξω, που τον οδηγήσανε τα βαριά, σουρτά του βήματα! Ένιωθεν άδειος!
     Γύρισε πάλι στο χωριό, εφοδιασμένος τούτη τη φορά με πάρα πολλά κουτιά πλαστελίνης. Δεν έμαθε ποτέ, δεν επιδίωξε να μάθει, τι απόγινε κείνη τη μέρα. Οι εφημερίδες τα γράψανε καταλεπτώς, μα κείνος ποτέ δε διάβαζεν εφημερίδες.
     Το κοινό είχε διχαστεί. 'Αλλοι γιουχαΐσανε μόλις έφυγεν από την αίθουσα, άλλοι χειροκροτήσανε. Πολλοί βιαστήκανε να μιλήσουνε για βερμπαλιστικό διαφημιστικό κόλπο. Η Ιστορία σα πολτός από κινούμενη λάσπη, ανοιγόκλεισε τα υγρά της σαγόνια κι απορρόφησε το συμβάν, σχετικά σύντομα, όπως συμβαίνει συνήθως. Η Ιστορία τρώει, καταπίνει και χωνεύει. Τα κόπρανά της μαρτυρούνε...
     Ο μεγάλος γλύπτης πέθανε λίγα χρόνια μετά, χωρίς να ξαναφανεί με γλυπτό του δημόσια. Τονε βρήκαν από τη μπόχα του σήποντος θανάτου. Όταν ξεβρώμισεν ο τόπος και μπήκανε μέσα στο καμαράκι που φυλούσε τις πλαστελίνες του, -μικρά και μεγάλα χρωματιστά δημιουργήματα, με θαυμάσια τεχνική κι ομορφιά- είδανε και θαυμάσανε.
     Έν απ' αυτά, το πιο μεγάλο, αναπαριστούσε ένα μικρό παιδάκι, που μια γυναίκα το φιλούσε στο κεφαλάκι και που κρατούσε ένα μικρό κομψό αριστούργημα σα κουλουράκι πασχαλιάτικο, κι από κάτω είδανε τον τίτλο:

                                  "Η Ιστορία Της Δημιουργίας"
 
                                                                                   Φλεβάρης 2006

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers