Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Το Φτέρνισμα Του Παππού

 

     Έν από τα πιο σπουδαία γεγονότα στο σπίτι μας, κατά τη παιδική μου ηλικία, ήτανε το ...φτέρνισμα του παππού! Θεός 'σχωρέστονε. Μάλιστα! Το φτέρνισμα του παππού! Ερχότανε σπάνια, μα όταν έπιανε λιμάνι, ξεχνούσε να σαλπάρει. Κάτι σαν αρμένικη βίζιτα να πούμε. Σ' ένα σπίτι απομακρυσμένο και με τόσο λίγα σπουδαία συμβάντα στη καθημερινότητά του, τούτο ήτανε σα ξερή ψιχάλα στην έρημο. Φυσικά, άλλο να το λέω, να το γράφω κι άλλο να το βλέπανε τα μάτια σας και να τ' ακούγανε τ' αφτιά σας. Τούτο το λέω γιατί πολλοί μπορεί να σκεφτούν ίσως, πως κάθομαι και γράφω κουραφέξαλα συνεπεία στέρεψης ιδεών. Όντως κουραφέξαλα γράφω μα ...είχε τόσο μα τόσο πλάκα!
     Ερχότανε πάντα με μια προειδοποίηση. Στην αρχή δεν ήξερα να την αναγνωρίζω, μα μετά ...μετά... αχ! 'Αρχιζε να τρίβει τη μύτη του κάνοντας ένα σωρό αστείες γκριμάτσες. Είχε και μεγάλη, παχιά μύτη βλέπετε. Όταν περνούσε τούτο το σχετικά σύντομο στάδιο, ερχόταν η β' Φάση, όπου ο παππούς έσκυβε κάτω το κεφάλι σα να σκεφτότανε κάτι πάρα πολύ σημαντικό. Μετά, σιγά-σιγά, το ανασήκωνε μέχρι που οι δυο κάνες των ρουθουνιών του ερχότανε σ' απόλυτην οριζόντια θέση. Έμενε λιγάκι κει, ήδη μορφασμένος προκλήτικά και μετά ...ΜΠΟΥΜ! ή μάλλον -επί το σωστότερο, χάρη στην ακρίβεια της περιγραφής- Ρ'ΑΑΑΜΨΌΧ!
     Μιλάμε σειότανε το σύμπαν! Τα ενδεχομένως ασθενή θέμελα του σπιτιού, τρίζανε. Εγώ ξεκαρδιζόμουν, η μάνα μουρμούριζε κάτι σα "τσοπ τουμπούνους" -βλέπετε ξέραν αρβανίτικα, έτσι έμαθα κι εγώ κάμποσα-, ο πατέρας έλειπε στη δουλειά κι η γιαγιά δίπλα του, φώναζε!
 -"Ουυυυυ που να μη σώσεις αχρόνιαστε! Πάλι την άρπαξες". Εγώ κρατούσα τη κοιλίτσα μου, κυλισμένος στο πάτωμα, τρέμοντας, ώσπου...: Ρ'ΑΑΑΑΑΜΨΌΧ! Πανζουρλισμός σας λέω! Στο τέλος πια ο καημένος ο παππούς άρχιζε τα μπινελίκια -μεταξύ των φτερνισμάτων εννοείται- βλαστημώντας τη τύχη του τη ρουφιάνα, η μάνα μου τονε συμβούλευε να κόψει το πιοτί κι η γιαγιά μου:
 -"Βρε αχρόνιαστε πσο νάνι (σώπα τώρα), γίναμε ρεζίλι στη γειτονιά. Δε μπορείς να φτερνιστείς πιο ...σιγά"; Οπότε ο παππούς έβρισκε τρόπο και στόχο να ξεθυμάνει τα φτερνιζομπουρίνια του:
 -"Σκάσε κι εσύ μωρή! Δε βλέπεις εδώ... ααα... Ρ'ΑΑΑΑΜΨΌΧ... Σιχτίρια"! Στο τέλος πια δεν άντεχα γιατί δεν ήθελα πια άλλο γέλιο από τα ...γέλια. Θέ μου τι ομορφιά! Τι φως! Το φτέρνισμα του παππού! Θεός 'σχωρέστονε.
     Κατανοώ πως όσο και να περιγράψω, δε θα καταφέρω ν' αποδώσω το αστείο της υπόθεσης Μερικά σπουδαία πράματα σε τούτο τον κόσμο, δε περιγράφονται με λόγια. Πασίγνωστο. Τώρα θα με ρωτήσει κανείς, τι το σπουδαίο τάχα μπορεί να περικλειστεί -από κοινωνικο-πολιτικο-ηθικο-λογοτεχνικής άποψης- σ' έν ηχηρό κι αστείο μεν, πλην όμως εν απλό φτέρνισμα δε, ενός ηλικιωμένου ανθρώπου; Δεν έχω τελειώσει ακόμα το κείμενο κι αν και μπορώ και τώρα ν' απαντήσω θα σας αφήσω να το δείτε στο τέλος, για να 'χετε και την αγωνία. Προς το παρόν, ας αφήσουμε τον παππού να βλαστημά τη τύχη του, περιμένοντας να περάσει η ...μπόρα κι ας γυρίσουμε λίγο τον χρόνο πίσω.
     Εκεί, που 'ρθεν ο πατέρας μου απρόσμενα, έν ανοιξιάτικο ηλιόλουστο πρωινό και φχαριστήθηκα που τον είδα, μιας και δε τον έβλεπα δα και συχνά, για να με πάρει. Θυμάμαι τη θεία μου δακρυσμένη να με ντύνει, να με γεμίζει φιλιά και συμβουλές. Όταν μ' έφτιαξε, πήρε τον αδερφό της παράμερα κι αρχίσανε να μιλάν έντονα και χειρονομώντας για κάμποσο. Δυστυχώς δεν άκουγα τι λέγανε, μα και ν' άκουγα, το πιθανότερο ήταν να μη καταλάβω και πολλά. Ήμουνα δεν ήμουνα τριάμιση χρονώ τότε κι όλα ήτανε μυστήρια για μένα ακόμα. Όταν πια τέλειωσε τη κουβέντα, άπλωσε τη χερούκλα του ο πατέρας μου, έκλεισε μέσα το δικό μου μικρό χεράκι και ξεκίνησαμε, αφού πρώτα με φίλησε πολλές φορές η θεια μου:
 -"Να πας στο καλό Πατροκλάκι μου", φώναζε καθώς απομακρυνόμασταν. "Ναχεις την ευκή μου και του Θεού τα καλά". Εγώ κουνούσα το λεύτερο χεράκι μου, έτσι πως είχα μάθει πως χαιρετάνε, ενώ το βλέμμα μου είχε καρφωθεί στο ηράκλειο κράτημα του πατέρα.
     Ο πατέρας μου (ο Θεός να τονε σχωρέσει) ήταν οικοδόμος, μάστορης από τους λίγους κι είχε κάτι χερούκλες αδερφάκι μου, να τις βλέπεις και να σου κόβεται η ανάσα. Ειδικά σαν είσαι τριάμιση χρονώ. Αλήθεια! Τι ηλικία κι αυτή ε; Όλα είναι μεγάλα και μυστήρια, οι μεγάλοι κάνουνε περίεργα πράματα, μιλάνε με τόσες άγνωστες λέξεις... τέλος πάντων. Κοιτούσα μαγεμένος το πόσο μικρό φαινότανε το μικρό μου χεράκι μέσα στη παλάμη του κι ένιωθα ασφαλής που χα με το μέρος μου υποστηρίκτρια τέτοια χούφτα. Τέλος πάντων με παρασύρει η φλυαρία...
     Στο δρόμο και κάπως παραξενεμένος θυμάμαι, τονε ρώτησα πολλές φορές: "Που πάμε μπαμπά;" κι όταν πια είδε πως επέμενα που δεν απαντούσε, γύρισε, με κοίταξε χαμογελαστά και μου πε κάτι ...κουφό, ακόμα και για μένα τον τριαμισάχρονο:
 -"Πάμε στη μαμά, στον παππού και στη γιαγιά. Πάμε σπίτι μας", μου πε. Παραξενεύτηκα, γιατί και τη μαμά μου έβλεπα σπάνια, όσο δε για παππουδογιαγιάδες ας το αφήσουμε καλύτερα...
 -"Που είναι"; ρώτησα ανυπόμονα.
 -"Θα δεις", μου πε καθησυχαστικά και μούσφιξε λιγάκι πιο πολύ το χέρι.
     Αλλάξαμε θυμάμαι δυο λεωφορεία, από Δάφνη στου Μακρυγιάννη κι από κει μπήκαμε σ' ένα λεωφορείο με διαφορετικό χρώμα. Εγώ μαγεμένος! Ήτανε το πρώτο μου ταξίδι. Τότε ακόμα δεν ήξερα πως ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ταξίδια που μου μελλότανε να κάνω και πως στην άκρη του έκρυβε μια μεγάλη νέα περιπέτεια. Στο πρώτο λεωφορείο, θυμάμαι καλά σα ναναι τώρα, ήμασταν όρθιοι. Μ' είχε βάλει μπροστά στα πόδια του, είχε βάλει το χεράκι μου στον στύλο, λέγοντάς μου να κρατώ σφιχτά κι αυτός με κρατούσε από τη πλάτη. Ευτυχώς στο άλλο καθίσαμε. Θυμάμαι μάλιστα πως μ' έβαλε από τη μέσα μεριά του παραθύρου, για να βλέπω, λέει, έξω τη θάλασσα.
 -"Τι είναι θάλασσα;" ρώτησα.
 -"Θα δεις" απάντησε και πάλι χαμογέλασε. Τώρα που πια ξέρω κάτι παραπάνω, μπορώ να καταλάβω πως πρέπει να 'νιωθε μεγάλην αμηχανία, γιατί δεν ήτανε μαθημένος με μικρά. Τον αδερφό μου τον είχε χάσει μικρό, γιατί είχε πάρει διαζύγιο, νωρίς μετά τον γάμο κι η μάνα του μήτε ζωγραφιστό δεν ήθελε να τονε δει, πόσο μάλλον να του επιτρέψει να τονε βλέπει. Αρκεί να πω πως ο πατέρας μου πέθανε έναν άλλο Απρίλη, το 1994 και τον μεγάλο του γιο δεν τον είδε ποτέ. Ο δε μεγάλος -εννιά χρόνια η διαφορά μας-, τον είδε στη φωτογραφία του μνημόσυνου, μα ...τέλος πάντων.
     Είδα λοιπόν πρώτη μου φορά θάλασσα στα τριάμιση και φυσικά την ...ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Τι απέραντο γαλάζιο κι ο Αττικός ουρανός δεν είχε το νέφος πουχει σήμερα. Μιλάμε για τον Απρίλη του 1964. Το ταξίδι διήρκεσε κάμποσο μα δεν έπληξα διόλου, με τόοοοσα όμορφα και νέα πράματα που βλεπα. Εκεί άκουσα πρώτη φορά πως προορισμός μας ήταν η Ανάβυσσος. Μετά κάμποσην ώρα, ο πατέρας μου είπε να σηκωθούμε γιατί θα κατεβαίναμε. Είχαμε φτάσει στο χωριό και κατεβήκαμε στη Στάση Ερμής. Αν δεν ήταν η λαχτάρα να δω τη μαμά μου, η περιέργεια κι η ακόμα ακαλοσχημάτιστη απορία γιατί τόσο καιρό δεν είχαμε πάει ..."σπίτι" μας, γιατί παράδερνα δώθε-κείθε και γιατί έβλεπα σπάνια τους γονείς μου, μαζί με τη λύπη που άφηνα τη γιαγιά τη παραμυθού -μάνα του πατέρα και της θειας-, θαθελα τούτο το πρώτο και μαγικό ταξίδι δίπλα στη θάλασσα να συνεχιζότανε κι άλλο ... κι άλλο ...κι άλλο...
     Περπατήσαμε κάμποσο, χερούκλα-χεράκι μέχρι που φτάσαμε σ' ένα μεγάλο περίβολο. Πρώτη μου φορά έβλεπα τόσο μεγάλο και μακρόστενο ισόπατο σπίτι. Σκεφτείτε ένα κτίσμα σε σχήμα Γ βάθους ενός συνήθους δωματίου μεγάλου όμως και με μήκος ...τεράστιο. Το κάθε δωμάτιο ήτανε ξεχωριστό κι έτσι όλο το κτίσμα ήταν όλο πόρτες. Πράσινες πόρτες και παραθυρόφυλλα, ωχροκίτρινα ντουβάρια με κόκκινα, ξεθωριασμένα κεραμίδια, μια μουριά στη μέση της μεγάλης αυλής, ένα ξέχωρο κτίσμα πουτανε φούρνος κι ένα πηγάδι στην άκρη. Αργότερα έμαθα πως ήτανε το πατητήρι ενός τσιφλικά, με περίπου εκατό στρέμματα αμπέλια κι είχε στη δούλεψή του και την οικογένεια του παππού. Δηλαδή τη γυναίκα και τη κόρη του, -τη "μαμά" μου-, που μένανε στα τρία ακριανά δωμάτια, έν εκ των οποίων ήτανε πρώτα στάβλος.
     Εκεί λοιπόν ήτανε το σπίτι μας. Πρώτη φορά έβλεπα μουριά, πρώτη φορά αντίκρυζα πηγάδι με μαγγάνι κι εκεί, έξω στην αυλή μόλις φτάσαμε, μας περίμενε μια μαυρομακρομαλλούσα γυναίκα, μ' ένα πλατύ χαμόγελο που φανέρωνε κι ένα χρυσό δοντάκι -παλιά μόδα της εποχής, όπως κι ο κώτσος μπανάνα στα μαλλιά. Η γυναίκα τούτη η άγνωστη για μένα, κάλυψε σχεδόν τρέχοντας τα τελευταία μέτρα και με πήρεν αγκαλιά. Εκεί είδα πρώτη φορά τη ..."μαμά" μου. Πρέπει να πω πως ένιωσα πολύ μεγάλην αμηχανία. Αμέσως μετά φώναξε κι εκείνη τη δική της μητέρα, μια κοντόχοντρη, ηλικιωμένη γυναικούλα (Θεός 'σχωρέστηνε κι εκείνη), λιγάκι ασχημούλα η καημένη κι ήταν η ..."γιαγιά" μου. Κι αυτή με πήρεν αγκαλιά και με φίλησε πολλές φορές. Μετά με πήραν από το χέρι για να πάω να γνωρίσω το σπίτι και τον ... "παππού".
     Μπήκα μέσα και κοίταξα γύρω. Είδα πρώτα το τζάκι, -πρώτη φορά έβλεπα τζάκι-, έπειτα η "μαμά" μου 'δειξε το ντιβάνι, που πάνω του ξαπλωμένος, ήταν ένας ψηλός κι αδύνατος άντρας με καλυμένο το πρόσωπο μ' ένα καπέλο, που τότε ακόμα δεν ήξερα πως το λέγανε. Πάντως πρώτη φορά έβλεπα τέτοιο καπέλο. Ο πατέρας μου το λεγε μπερέ, ο παππούς κούκο, η γιαγιά τραγιάσκα κι η μαμά το λεγε... καθίκι μα ...τέλος πάντων. Τότε είχα παραξενευτεί πως μπορούσε ένα καπέλο ναχει τόσα ονόματα. Η "γιαγιά" του φώναξε:
 -"Πάνο, σήκω... ήρθε το παιδί". Τότε κείνος τράβηξε τη τραγιάσκα -ή τέλος πάντων όπως το λέγανε κείνο το πράμα- κι άρχισε να ...κατεβάζει τα πόδια από το ντιβάνι. Φορούσε κάτι άρβυλα βαριά και μεγάλα, ήτανε και ψηλός με μεγάλα κανιά και θάρρεψα πως του πήρε πολλήν ώρα να τα ...κατεβάσει. Θέ μου πρώτη φορά έβλεπα τόσο μεγάλες μπότες. Πολύ αργότερα, σαν άκουσα το παραμύθι του "Παπουτσωμένου Γάτου", μουρθε αυτή η σκηνή στο νου. Πάντως, γεγονός, δε μουχει φύγει και ποτέ.
 -"Μανάκι μου... Πουλάκι μου... Έλα μου δω!" μουπε σα κατέβασε τα πόδια του κάτω. Εγώ ταχα χαμένα. Πήγα κοντά του με βήμα αβέβαιο κι εκείνος με πήρε αγκαλίτσα και με φίλησε πολλές φορές στα μάγουλα. Ένιωσα τα σκληρά του γένια πάνω στα μάγουλά μου να με τσιμπάν ευχάριστα και σίγουρα. Χαλάρωσα. Ο παππούς είχε το πιο αγαπημένο, το πιο γλυκό, το πιο αστείο και το πιο καθησυχαστικό πρόσωπο πουχα δει ποτέ μου και πουχω δει και μέχρι τα σήμερα. Η γιαγιά του φώναξε:
 -"Σιγά ρε Πάνο, θα το κατσιάσεις το παιδί... και βγάλε αυτή τη τραγιάσκα πια!"
 -"Νίτσα...!" την αγριοκοίταξεν αυτός. "Ντζέρε ντε γκρίκε" (τη γιαγιά τη λέγανε Δάφνη και το ...γαλλικό στο κείμενο σημαίνει ''Βγάλε το σκασμό'' ή κάτι τέτοιο. Ποτέ δε κατάλαβα πως το Δάφνη έγινε Νίτσα γαμώτο). Έπειτα με στείλαν έξω να χαζέψω και να παίξω στην αυλή. Εγώ, όπως ήτανε φυσικό, πήγα να περιεργαστώ το πηγάδι. Ο παππούς που χε μυριστεί τα ...βρώμικα, μ' ακολούθησε.
 -"Μη μανάκι μου στο πηγάδι". Ο παππούς με τον κούκο, τις αρβύλες και το μικρό χιτλερικό μουστάκι, -που δεν έκοψε ποτέ όσο ζούσε, μήτε τη τραγιάσκα έκοψε- με πήρε από το χέρι και με πήγε γύρω-γύρω να μου δείξει τον χώρο. Κι όλο να μου λέει, να μου λέει... (Θεός 'σχωρέστονε). Πόσα πράματα καινούργια είχα δει κείνη τη μέρα! Ένα σωρό! Μα το κυριώτερο; Είχα επιτέλους ένα σπίτι, μια πλήρη οικογένεια (αυτά τα λέω φυσικά, εκ των υστέρων) κι ήτανε τόσο πολλά πουχα να δω και να εξερευνήσω και να μάθω πλέον, που το βραδάκι έπεσα ξερός για ύπνο. Η νέα -πρώτη σπουδαία- περιπέτεια της ζωής μου είχε ξεκινήσει.
     Ίσως ακόμα δεν έχετε δει τι σχέση έχει μ' όλα τούτα που αραδιάζω, το φτέρνισμα του παππού και δε σας αδικώ, αν και ...βιάζεστε. Ελπίζω όμως να προσέξατε πόσο γρήγορα φύγανε τ' αφτάκια από τις λέξεις: παππούς, γιαγιά, μαμά, στη διήγησή μου. Και σας το λέω, δε θα τα ξαναδείτε! Ε λοιπόν ναι! Αμέσως έγινα ο δικός τους γιος/εγγονός κι αμέσως μάλιστα, χωρίς ...αφτάκια. Ο δικός τους άνθρωπος. Οι δικοί μου άνθρωποι. Εγώ πάλι όντας ταλαιπωρημένος με τις αλλαγές και τις μετακομίσεις, κρατούσα το ...φύσημα που λένε. Βλέπετε ήμουνα τριάμιση χρονώ κι είχανε δει πολλά τα ματάκια μου. Αλλά τελικά μπήκα κι εγώ μέσα κι άφησα κείνους τους τρεις αγράμματους, απλούς ανθρώπους να μπούν ολότελα μες στη καρδιά μου.
     Τώρα που γράφω τούτα τα λόγια, η μνήμη μου βάλλεται διαρκώς από τόσες και τόσες παιδικές μνήμες κι εικόνες, που πασχίζουνε μες στο ...κυκλοφοριακό να στριμωχτούνε και να κατέβουνε σε λέξεις, σε τούτο δω το ρημαδοχαρτί. 'Αδικο! Αναγκάζομαι ν' απορρίψω τόσες κι αυτές θα μουτρώσουνε θυμωμένες, λυπημένες, θα πάρουνε πάλι το δρόμο της επιστροφής, εκεί στην άκρη, στα βάθη του νου. Τους ζητώ συγγνώμη. Τις αγαπώ όλες! Με πολύ μεγάλην ευχαρίστηση διαπιστώνω πως οι πίσω των τριάμιση χρονών εικόνες, έχουν εξαφανιστεί επιμελώς. Δε θα μεταφέρω καμιά, Επιλογές, κακές εκτιμήσεις, υπολογισμοί, τέλος! Πάμε παρακάτω. Τι ...λέγαμε; Α ναι! Για το φτέρνισμα του παππού.
    Λοιπόν τη μαμά μου τη λάτρεψα γρήγορα. Έγινα σαν εκείνο το προβατάκι που ακολουθεί τη μαμά-προβατίνα, όπου πάει. Έγινεν ολάκερος ο κόσμος μου. Προφανώς την είχα στο κατόπι μη τη ξαναχάσω. Τα βράδια, όταν έλυνε τον κώτσο-μπανάνα -παναθεμάτονε- κι άφηνε λεύτερα τα κατάμαυρα, μακριά μαλλιά της, πήγαινα και τη παρακαλούσα να μ' αφήσει να της τα χτενίσω. Αν ήμουνα καλό παιδάκι -κι ήμουνα ...σχετικά- μ' άφηνε αν και μετά είχε πρόβλημα να με ...ξεκολλήσει.
     Ο παππούς, κάθε Κυριακή πρωί, μ' έπαιρνε και πηγαίναμε στο καφενείο να με κεράσει πορτοκαλάδα ή "υποβρύχιο". Θέ μου τι γλύκα απέραντη! Ο καημένος ο παππούς! Ο τρισαγαπημένος μου παππούς, ξόδευε το λιγοστό του βαλάντιο σε μένα. Πότε χαρτζιλικάκι, πότε παγωτάκι, πότε πορτοκαλαδίτσα ή "υποβρύχιο", κανά παιχνιδάκι και προπαντός... προπαντότατα... ήταν ανοιχτοχέρης στις αγκαλιές, στα φιλιά και στα χάδια. Έχω κάνει ιππασία πάνω στο σταυροπόδι του, με τις ώρες. Μα με τις ώρες λέμε! Ήτανε το αγαπημένο μου παιγνίδι. Όταν μετά από χρόνια πολλά, εφάρμοσα το ίδιο στον καθένα με τη σειρά, από τους τρεις γιούς μου κι είδα το ίδιο ευτυχισμένο και χαρούμενο χαμόγελό τους, ευχαρίστησα γι' άλλη μια φορά τον παππού που μου τομαθε.
     Ο παππούς ήταν ο φύλακας-άγγελός μου, όταν έκανα καμιά σκανταλιά. Έμπαινε μπροστά, με κάλυπτε κι ήταν έτοιμος να σκοτώσει, που λέει ο λόγος, για να μη με πειράξει κανείς. Κι αυτό παρακαλώ, μέχρι κι έφηβος. Ο παππούς μουμαθε πρώτος, τι σημαίνει μεροληψία συνεπεία αγάπης.
     Η μάνα μου ήταν ο φύλακας-άγγελός στη ζωή μου κι ακόμα συμβαίνει ναναι καμμιά φορά. Καλή της ώρα. Μ' έσωσε από πολλά, πάρα πολλά και με τύλιξε μ' όλη την υπερβάλλουσα μητρική αγάπη, που αλλιώς δε θαχα και ποιος ξέρει τι θα μπορούσε να μουχε συμβεί.
     Η γιαγιά με πήγαινε στη θάλασσα αγκαλιά και δε μέναμε και κοντά! Ήτανε τουλάχιστο κανά χιλιόμετρο απόσταση. Εγώ την έσκαγα θυμάμαι, γιατί δεν ήθελα να βγω από το νερό... Τέλος πάντων ...παρασύρομαι και το θέμα μας είναι το φτέρνισμα του παππού.
     Τον πατέρα μου τον έβλεπα λιγάκι. Έφευγε πριν ξυπνήσω κι ερχότανε συχνά, λίγο πριν βραδιάσει. Ακόμα και τα Σάββατα και μερικές φορές και τις Κυριακές. Μερικές σπάνιες φορές που καθότανε σπίτι, αν ήτανε καλός καιρός, μ' έβαζε να κάτσω τέρμα και μουριχνε κανά σουτάκι. Θα μιλήσω τίμια. Έχω παίξει πολλές φορές μ' άλλα παιδιά και μερικές πάρα πολύ καλά παιγνίδια, που τα φχαριστήθηκα πάρα πολύ. Κανέν όμως δε μου μεινε, κανένα δε θυμάμαι και κανένα δε σύγκρινα ποτέ, με κείνα τ' απογέματα της Κυριακής, που ένα λιανό πιτσιρίκι, φυλούσε ένα τέρμα φτιαγμένο από δυο πέτρες για δοκάρια κι ένας ψαρομάλλης, καραφλός άντρας, παίζανε μπάλα. Χλιαρά σουτάκια. Όταν έπιανα κανένα καλό, μου φώναζε: "Μπράβο ρε Πατροκλάντα!" κι εγώ ένιωθα σα ...να! σα τον Ζαγοράκη, την ώρα που σήκωνε το ευρωκύπελο μες στη Πορτογαλία. Για τέτοια μεγέθη μιλάμε.
     Ο παππούς λοιπόν, κάπνιζε πολύ. Επίσης, -το ξανάπα θαρρώ- έπινε και πολύ. Όχι συχνά, πάντως μερικές φορές γινότανε ..."κουνουπίδι". Στο φαγητό του έπινε καναδυό ποτηράκια. Όταν ήτανε να γίνει πίτα πατημένη, κατέβαινε στο χωριό. Όταν γύριζε τον ένιωθα σα ξένο, παρόλο που κείνες ειδικά τις στιγμές γινόταν ακόμα πιο διαχυτικός και πιο γενναιόδωρος μαζί μου. Πολλές φορές, όταν αργούσε, με στέλνανε στο χωριό να τονε φέρω. Έπρεπε να βρω που χε τρυπώσει και να του στερήσω την απόλαυση πουχεν επιλέξει για κείνη τη νύχτα. Κείνες οι στιγμές ήταν οι πιο άσχημες ας πούμε. Τονε λάτρευα νηστικό μα μεθυσμένο δε θαθελα να τον ξέρω, γιατί ντρεπόμουνα μάλλον. Έπαιζε ρόλο φυσικά κι η αντιμετώπιση που χε κι από τους υπολοίπους, όταν ήτανε μεθυσμένος. Τέλος πάντων. Έκαστος με τις αδυναμίες του.
     Αντίθετα, το κάπνισμά του δε μ' ενοχλούσε. Ήταν αγαπημένος κι η μυρωδιά του επίσης. Ήταν αναγνωρίσιμη και καταχωρημένη στα καλά του μυαλού μου. Η τσιγαρίλα τουχε κολλήσει πάνω του σα δεύτερο πετσί και στα πνευμόνια σα φλέμα. Έβηχε πολύ συχνά και μάλιστα πολύ αστεία, μα επειδή ο βήχας του ήτανε συνήθης, δε μου προξενούσε τόσο την ευθυμία, ειδικά μετά τη πάροδο του καιρού. Το φτέρνισμα όμως ήτανε ...σπάνιο! Όταν μετά πολλά χρόνια, διάβασα το "Τ' Αστέρια Κοιτάζουνε Τη Γη" του Κρόνιν, κι είδα μέσα να γράφει για "προσεκτικό και καλλιεργημένο από τα χρόνια βήχα", ενός από τους ήρωες, τότε μόνο κατάλαβα το τρόπο που βηχεν ο παππούς. Φυσικά το βήξιμο είχε και την ...αηδιαστική πλευρά του, περικλεισμένη από κομμένα εκ των προτέρων χαρτάκια, μα εμένα δε με αήδιαζε και τόσο, όσο άλλους.
     Ο παππούς είχεν ένα κωμικό τρόπο να ρουφά τη μύτη του. Αχ! Ήτανε μαγεία! Σούφρωνε τα χείλη, -ήτανε σχεδόν άχειλος πρέπει να σας πω και δεν είχε καθόλου δόντια- κι η ρουφηξιά του συνδυασμένη μ' έναν απερίγραπτο μορφασμό, μουφερνε τουλάχιστον το πλατύ χαμόγελο. Γενικά ο παππούς είχεν ένα κωμικό τρόπο να κάνει πολλά πράματα. Ακόμα και το να ...βρίζει τη γιαγιά. Πρέπει επίσης να πω, πως πέθανε με μαλλιά ακόμα μισοξασπρισμένα και φυσικά δίχως ίχνος καράφλας. Κουρευότανε συχνά και ποτέ δεν άφηνε το μαλλί του να φτάσει πάνω από έν εκατοστό. Είχε όπως προείπα, μεγάλη μύτη, μεγάλα αφτιά κι όσο τον γνώριζα, φορούσε πάντα κάτι γυαλιά πατομπούκαλα, λόγω μεγάλης μυωπίας. Τη τραγιάσκα δε την αποχωριζότανε μήτε στον ύπνο, που λέει ο λόγος. Όσο τον γνώριζα επίσης δε καλάκουγε μα πάντα, πάντα... μ' αγαπούσε ό,τι κι αν έκανα. Τέλος, ήτανε πάντα του ευσυγκίνητος. Ποτέ πριν δεν είχα δει άντρα να κλαίει και μάλιστα τόσον εύκολα. Αλλά τίμια να πω, κι αυτό το κανε με ...κωμικό τρόπο.
     Πέθανε πρώτη Δεκέμβρη του 1993, κάτι περισσότερο από πέντε μήνες πριν τον θάνατο του πατέρα κι αφού είχε θάψει όλους σχεδόν τους ... επικριτές του για το κάπνισμα και το πιοτί. Γιατροί θεράποντες, γείτονες, συγγενείς, τη καημένη τη γιαγιά και λίγον έλειψε να θάψει και τον πατέρα μου. Για να καταλάβει κανείς αρκεί να πω πως ο παππούς γεννήθηκε το 1905 κι ο πατέρας μου το 1927. Η γιαγιά πέθανε δυο βδομάδες πριν παντρευτώ, τον Ιούλιο του 1990.
     Το φτέρνισμα του παππού δεν ήτανε το μόνο αξιοσημείωτο στη ταραχώδη ζωή του από τότε που πήγα κι εγώ εκεί. Δε ξέρω μα πάντα πίστευα -και τώρα το πιστεύω- πως ο παππούς θα μπορούσε να διαπρέψει σα κωμικός. Όταν ήθελε κι είχε τα κέφια του ήταν απόλαυση. Σιγοντάριζε κι η γιαγιά βέβαια. Έχω να θυμηθώ τα μεγάλα χειμωνιάτικα βράδια -προ τηλεόρασης φυσικά- στο σπίτι, προ και μετά φαγητού. Όσο κι αν ανατρέξω πίσω, κείνο που μένει είναι η πρησμένη κοιλιά από τα γέλια. Ο παππούς -ξέχασα να πω- σιχαινότανε το λεμόνι. Ή έκανε πως το σιχαινότανε. Έχω ήδη περιγράψει το πρόσωπό του κι άρα μπορεί κανείς να φανταστεί τις δυνατότητες που χε, σε γκάμα μορφασμών, όταν ...ξυνιζότανε. Κι είχεν ο συχωρεμένος μια τεράστια γκάμα από δαύτες, ανάλογα τη περίσταση. Μάλιστα με πολύ καλά επιλεγμένες διαφορετικές και λεπτές αποχρώσεις η καθεμιά. Του βάζαμε λοιπόν λεμόνι κρυφά στο στόμα και γινότανε χαμός. Κυρίως η γιαγιά τονε τσίγκλαγε.
     Δεν έχω ξαναδεί πιο παράξενα αγαπημένο ζευγάρι. Μπορεί να βριζόντουσαν μα δε κάνανε χώρια μήτε στιγμή. Δεν έχω ξαναδεί πιο ταιριαστό κωμικό ζευγάρι. Στα καλά τους θα κλέβαν οποιαδήποτε παράσταση! Ο παππούς ήτανε κωμικός ακόμα κι όταν εκνευριζότανε και σ' αυτό επίσης ήταν εύκολος. Ειδικά με τη γιαγιά, τη Νίτσα του. Όσο απίστευτο κι αν φανεί, γέροντες όντας, τη ζήλευε. Ναι.. ναι! τη ζήλευε. Πάντως όταν ταπαιρνε στο κρανίο ήταν απολαυστικότατος κι ευρηματικότατος. Δεν έχω ξανακούσει άνθρωπο να βρίζει τόσον απολαυστικά, με τόσο πλούσιο λεξιλόγιο κι υβρεολόγιο και τόσο ...ταιριαστό με τη περίσταση. Ρε τι μπινελίκι, τι βλαστημίδι και τι... Αρβανίτικα, ελληνικά, ό,τι βάλει ο νους. Ένα σωρό άγνωστες ...λέξεις άκουσα από το στόμα του που δε θα τις μεταφέρω εδώ, αν κι ήτανε σπαρταριστές.
     Θέλω να περιγράψω μόνο μιαν εικόνα χαρακτηριστική. Κάποιο βράδυ ότι είχαμε αποφάει τα ψαράκια μας, γόπες θυμάμαι κι η ευθυμία είναι στα σκαριά. Το χαμόγελο κι η σκανταλιά έχει εγκατασταθεί πάνω μας. Η μαμά μαζεύει τα πιάτα, η γιαγιά ετοιμάζει το πιάτο με τα κόκαλα για τη γάτα, εγώ χάσκω γελαστός που γλύτωσα φτηνά το βάσανο του φαγητού -ήμουνα πολύ δύσκολο και λιγόφαγο παιδάκι, κοκαλιάρικο του κερατά- κι ο μπαμπάς κλείνει το μάτι στη γιαγιά να τονε τσιγκλήσει. Κείνη αρπάζει αμέσως χαμπάρι και γνέφει θετικά. Ε λοιπόν έν άλλο που τους θαύμαζα στο ζευγάρι, ήταν η πηγαία και γοργή έμπνευση. Τέλος πάντων.
     Η γιαγιά συνεχίζει εκνευριστικά αργά κι επιμελώς να ...ετοιμάζει το πιάτο για τη γάτα. Επιμελέστατα καθαρίζει τα πιάτα και ρίχνει ακόμα και τα τόσα δα ψιχουλάκια. Ο παππούς φυσικά θα της πάει το φαΐ. Ο μπαμπάς ανάβει τσιγάρο κι η μαμά καθυστερεί σκόπιμα το μάζεμα για ναναι κοντά, μη χάσει τη φάση. Γέρνω πίσω τη καρέκλα και περιμένω σχεδόν με κομμένη ανάσα να δω τι θα σκαρφιστούν αυτή τη φορά. Ο παππούς αρχίζει ν' αδημονεί, γιατί θέλει κι εκείνος ν' ανάψει το τσιγαράκι του μετά το φαΐ κι έτσι σηκώνεται από το τραπέζι. Στέκει πάνω από τη γιαγιά, παρατηρώντας τη με φανερήν ανυπομονησία. Θα περάσανε και πέντε λεπτά κι η γιαγιά ακόμα ...μαζεύει, ετοιμάζει, ξεδιαλέγει και καλά αναποφάσιστη, βγάζει μερικά κομμάτια και προσθέτει άλλα, μονολογώντας "μπα άσε μη πνιγεί" και τέτοια. Ο παππούς έχει αρχίσει να ... βράζει κι αποφασίζει να κάτσει πάλι. Η γιαγιά τον αφήνει να κάτσει κι αμέσως μετά του φωνάζει:
 -"Τι κάθεσαι βρε Πάνο; Δε θα πας το φαΐ στη γάτα;" και ...συνεχίζει να ετοιμάζει. Ο παππούς κάνει τη πάπια και μορφάζει. Η γιαγιά σκυμμένη τονε σκουντά: "Σήκω βρε Πάνο. Δε θέλω να βγω εγώ έξω". Ο παππούς τη πάπια. Πάει ν' ακουμπήσει τον αγκώνα του στο τραπέζι και ν' ανάψει τσιγάρο. Τότε η γιαγιά τονε σκουντά πάλι: "Σήκω!" και με τέτοιο τρόπο ώστε να χάσει την επαφή με το τραπέζι. Αυτό ήταν! Ο παππούς πετάγεται πάνω κι αρχίζει:
 -"Μη εσύ καημένη το ψειρίζεις μιαν ώρα. Τέλειωνε πια μη χέσω κι εσένα κι αυτήνα"! Η γιαγιά σκυμμένη:
 -"Πώωωωωπώ! Τι λες βρε αχρόνιαστε μπροστά στο τραπέζι";
 -"Ρε τέλειωνε σου λέω γιατί θα σε βρίσω και δε θέλω!"
 -"Ορίστε Πάνο μου, τελείωσα" του λέει κι εκείνος πείθεται κι απλώνει το χέρι να πιάσει το πιάτο. Η γιαγιά δε του το δίνει αμέσως κι αυτός αρχίζει να ταλαντεύεται από τόνα πόδι στάλλο. Εκείνη το χαβά της. Τότε κείνος παίρνει πρωτοβουλία:
 -"'Αστο γαμώ το στανιό σου. Φτάνει! Φτάνει!" και της παίρνει το πιάτο από τα χέρια με φούρια. Εκείνη, μ' εκνευριστικήν ηρεμία, σηκώνει το κεφάλι απορημένη
 -"Τι σ' έπιασε μου λες; Έχεις πιει πάλι κρυφά βρε κακομεθιάρη";
 -"Όχι θα κάτσω να περιμένω σένα. Πάω". Της γιαγιάς το πρόσωπο είναι κατακόκκινο και τα μάτια της είναι σα κλαμμένα από το πιεσμένο γέλιο. Ο παππούς πάει να φύγει με το πιάτο στο χέρι κι η γιαγιά του πιάνει τον αντίστοιχον αγκώνα. Ο παππούς αγωνίζεται να κρατήσει την ισορροπία στο πιάτο μη πέσει χάμω κι εκείνη ρίχνει με πολύ σπουδή, έν ακόμα κοκαλάκι.
 -"Στάσου Πάνο μου να της βάλω κι αυτό της καημένης" Ο παππούς προσπαθεί να δει τι, μα του κάκου. Όταν νομίζει πως είναι έτοιμη, πάει να ξαναξεκινήσει. Νέο τράβηγμα απότομο στον αγκώνα, νέος αγώνας για ισορροπία. Εμείς έχουμε αρχίσει να κατουριόμαστε, μα προσπαθούμε να κρύψουμε το γέλιο. Ο παππούς ευτυχώς δεν άκουγε καλά -όταν δε τονε σύμφερε κυρίως. Τη κοιτάζει όμως ...δυσοίωνα! "Να! Κι αυτό Πάνο μου", του λέει και τον αφήνει ξανά. Πάλι πάει να φύγει, πάλι τονε κρατά. Αλλαγή χροιάς και ρυθμού: "Α Πάνο! να προσέξεις να το δώσεις στη δικιά μας".
 -"Ναι εντάξει..." της λέει βράζοντας ο παππούς, χαρμάνης κιόλας. Πάει να φύγει, πάλι τονε πιάνει.
 -"Ξέρεις... να το δώσεις στην άσπρη, της το τρώνε οι άλλες οι αχρόνιαστες". Οι άμυνες του παππού καταρρέουνε δια μιας. Πετά το πιάτο στο τραπέζι και κάθεται στη καρέκλα. Έχει χαρμανιάσει που βλέπει τον πατέρα να καπνίζει κι αποφασίζει ν' ανάψει κι εκείνος ένα. "Τι κάθισες πάλι;" του λέει δυνατά κι απότομα η γιαγιά. "Δε θα πας";
 -"Α σιχτίρι μωρή! Δε πάω" της πετά φουρκισμένος και πιάνει τον αναπτήρα. "Να πας μόνη σου".
 -"Βρε Πάνο μου μη φωνάζεις. Αφού ξέρεις της το τρώνε οι άλλες". Μετά μαλακώνει τη φωνή της: "Έλα Πάνο μου... άντε σε παρακαλώ... και πρόσεχε να το φάει όλο το φαΐ αυτή". Οπότε κι εκείνος σηκώνεται, παίρνει το πιάτο με φούρια και κάνει να φύγει. Κάνει ένα βήμα μπροστά και γυρνώντας της φωνάζει πειραχτικά και μ' αλλαγμένη προς το γυναικείο τη φωνή του:
 -"Δε μου δίνεις και μια χαρτοπετσέτα να τη σκουπίσω" της λέει κι εμείς πέφτουμε από τις καρέκλες!
    Αυτό ήταν ένα στιγμιότυπο! Τι ομορφιά... τι φως! Τώρα που το ξανάζησα μαζί σας, γράφοντάς το, συνειδητοποίησα κάτι που τότε δεν είχα λέξεις να το εκφράσω. Θάλεγε κανείς πως οι ενέργειες, οι ατάκες, οι κινήσεις, οι μορφασμοί κι όλος γενικά τούτος ο σχεδιασμός, ήτανε προϊόν σεναρίου, καθοδηγούμενος μαεστρικά από σκηνοθέτη. Πλην όμως σας βεβαιώ πως όλα ήτανε της στιγμής. Ο παππούς κι η γιαγιά όταν ήτανε στα καλά τους και δε μάλλωναν ήταν απολαυστικότατο ζευγάρι.
     Τι σου είναι ο έρωτας λοιπόν ε; Για να τη ρίξει, πήγαινε έξω από το σπίτι της κι έσπαγε τους γλόμπους. Τον είχαν επικηρύξει οι άνθρωποι του δήμου. Όταν κάποτε τονε ρώτησα γιατί τοκανε, μου απάντησε πως δεν ήθελε να τονε βλέπουνε. Μια φορά μάλιστα από το μεθύσι, στα νιάτα του είχε χάσει το ένα παπούτσι, στο Λαύριο και γύρισε στη Κερατέα -πατρίδα όλων τους- με τα πόδια αργά τη νύχτα. Για να μπεί στη πόλη, περίμενε να βραδυάσει καλά γιατί δεν ήθελε να τονε δούνε πως είχε μόνον ένα παπούτσι! Λέτε να της τοχε πει καμμιά μάγισσα της γιαγιάς να φοβάται τον ... μονοσάνδαλο; Τέλος πάντων!
     Ας επιστρέψω στο θέμα μας όμως που δεν είναι άλλο από το φτέρνισμα του παππού. Είχα μείνει λοιπόν εκεί που λεγα ή προσπαθούσα να εξηγήσω, γιατί το φτέρνισμα του παππού είναι ένα σοβαρό θέμα. Από τη μέχρι τώρα διήγηση-φλυαρία μου, σίγουρα θαχει κατανοήσει καθείς, πόσο σημαντικό είναι για μένα τούτο το θέμα. Αν μέχρι εδώ συμφωνούμε, τότε πιστεύω πως είναι ένας καλός λόγος για να το γράψω, μιας κι έχω και την αρρώστια του γραψίματος και της φλυαρίας. Έχω γράψει τόσα και τόσα κι άρα να μην έγραφα και για τούτο; Όμως, πέρα από τούτο, θα προσπαθήσω να μεταφέρω αυτή τη σημαντικότητα.
     Ο παππούς υπήρξε παιδί μιας ..."χαμένης" γενιάς -ας μου επιτραπεί τούτη η λέξη παρακαλώ. Γεννήθηκε λίγο μετά την εθνική μας πτώχευση και παιδάκι κιόλας έζησε ένα πόλεμο, μια μικρασιατική καταστροφή και τα μεθεόρτιά τους. Φυσικά μήτε λόγος για σπουδές. Ίσα που πρόφτασε να πάει μέχρι τη τρίτη δημοτικού κι αυτό με το ζόρι. Φτωχοί άνθρωποι, μιζέρια κι ο παππούς "χαμένος νέος" τυχοδιώκτης, ρέμπελος, τεμπελάκος κι ευζείνας, ντουφέκιζε κανα μεροκάματο και το κανε ...κέφια. Δεύτερο παιδί από εφτά, τρία κορίτσια και τέσσερα αγόρια, εκ των οποίων τα δυο πεθάνανε στους πολέμους. Ε λοιπόν από τα υπόλοιπα που ζούσαν, όταν εγώ πήγα κει, ο παππούς ταχε καταφέρει χειρότερα στη ζωή του.
     Στα τριανταπέντε του τονε βρήκε ο δεύτερος πόλεμος κι η πείνα. Ευτυχώς να πούμε, που δεν υπηρέτησε γιατί ήτανε τραυματίας από κυνήγι. Το λάτρευε μα τοκοψε μετά τον τραυματισμό. Ο παππούς λάτρευε τα κορίτσια. Γύρω στα τριάντα γνώρισε τη γιαγιά και παλάβωσε με τα ...γνωστά κατορθώματα. Οι δικοί της δε τονε θέλανε κι εκείνος τη πήρε με το ζόρι. Στον χρόνο πάνω, νασου κι η μάνα μου. Μήτε η γιαγιά είχε σπουδάσει, μήτε η κόρη σπούδασε. Τότε τα κορίτσια είτε τα κρατάγανε στο σπίτι, είτε τα στέλνανε να μάθουνε κομμώτριες ή ράφτρες σε σπίτια. Η γιαγιά πάλι, ήτανε δεύτερη από πέντε παιδιά. Πρέπει να πω εδώ πως και των δυο οι γονείς ήταν αρκετά εύποροι, μα τους ...αποκληρώσανε μετά τον γάμο τους. Η πρόφαση ήτανε πως ο παππούς ήτανε κακομεθιάρης, τεμπέλης κι άσωτος. Να θυμάστε πως πάντα χρειάζεται μια πρόφαση.
     Τη μαμά όταν τη στέλνανε σχολείο, έπαιζε ζωγραφιές με τα βιβλία. Τέλος πάντων, η ουσία είναι πως και τα τρία μέλη της νέας μου οικογένειας ήτανε πολύ φτωχά, πολύ αγράμματοι κι όχι -βάσει προδιαγραφών- ό,τι καλύτερο σε τούτο τον κόσμο. Ωστόσο, πέρ' απ' αυτά κι ακόμα κι από τις προσδοκίες των δικών μου συγγενών, -ειδικά των αδερφών του πατέρα μου πουταν
ευκατάστατοι και σπουδαγμένοι-, αγκαλιάσανε με πλέρια ζέση κι αγάπη τούτο το μικρό, ξένο σπουργιτάκι και του προσφέραν απλόχερα κι αδίσταχτα, απ' όλα τ' άλλα που διαθέτανε. Όλους τους άλλους θησαυρούς τους. Κι ήτανε πολλοί. Επικεντρωθήκανε πάνω του σα νάταν ο ήλιος τους και καλύψανε γοργά κι ανέφελα τον μέχρι τότε ανασφαλή ουρανό του. Διώξανε την ανασφάλεια κι εγκαταστήσανε πάνω του ασπίδα ασφαλείας.
     Πριν κατέβω Ανάβυσσο, συνήθιζα να τρώω χώμα. Ναι χώμα! Οι γιατροί που ρωτούσε η θειά μου της λέγανε πως κάτι μου λείπει. Πιθανόν ...ασβέστιο! Μετά, στην Ανάβυσσο τοκοψα μαχαίρι. Μα σκεφτείτε να μη τρώω το φαΐ μου και να τρώω χώμα ε;
     Δε θα συνεχίσω μ' άλλες λεπτομέρειες αλλά θα γυρίσω στο φτέρνισμα του παππού. Ο καημένος ήταν ένα ποίημα. Ένα άγραφο κι αδιάβαστο ποίημα, από τα τόσα που πετάνε τυλιγμένο σε χαρτί οι ποιητάδες, στο καλάθι των αχρήστων, γιατί δε πιστεύουνε πως θα ...πουλήσει. Όταν λοιπόν πρωτοφτερνίστηκε μπροστά μου κι είδε πως ξεράθηκα στο γέλιο -μα ήταν όντως αστείο-, το σημείωσε μες στου νου του τα κιτάπια κι έκτοτε, όταν του ρχότανε, έφτιαχνε μια παράσταση για χάρη μου, πριν και μετά. Μια παράσταση που σκοπό είχε να προσδώσει γέλιο στον αγαπημένο του εγγονό -χωρίς εισαγωγικά! θάνατος στα εισαγωγικά, ειδικά σα πρόκειται για ανθρώπινες σχέσεις. Μια παράσταση που κάθε φορά την εμπλούτιζε και τη βελτίωνε. Μια παράσταση για πάρτη μου, για τα μάτια μου μόνο. Η μόνη πληρωμή του γι' αυτό, ήτανε μόνο, το γέλιο μου.
     Μια παράσταση που πήρε και φθάρθηκε μόνον όταν εγώ έφηβος πια, άρχισα να βγαίνω από το σπίτι για να κάνω κι εγώ τα δικά μου. Μια παράσταση που φθάρθηκε τελείως όταν ο ίδιος κατέπεσε και κλείστηκε στον κόσμο του. Κι εγώ; Τι έκανα εγώ κυρίες και κύριοι; Όντας πια μεγάλος, σπουδαγμένος, κύριος και παντρεμμένος; Φορές-φορές τον έβλεπα σαν έν ακόμα έπιπλο του σπιτιού! Αγνώμων; Όχι ακριβώς. Απλώς η ζωή με τα δικά της ...Κουραφέξαλα! Τι είπα μόλις πριν λίγο; Για το κάθε τι χρειάζεται μια πρόφαση.
     Τώρα λοιπόν ίσως ξεχάσετε το φτέρνισμα του παππού μου. Αν κι είμαι βέβαιος πως αν το βλέπατε και τ' ακούγατε έστω μόνο μια φορά, δε θα το ξεχνούσατε ποτέ. Αλλά λέμε... έστω... Ξεχάστε το μια και δε σας αφορά διόλου. Δεν έχει καμιά σημασία για σας αυτό καθαυτό και το κατανοώ. Κοιτάξτε μόνο παρακαλώ πολύ, τις δικές σας ιστορίες, αναζητείστε μέσα και γύρω σας τέτοια περιστατικά κι αν μπορείτε, αν δεν είναι πολύ αργά, κάντε κάτι. Αν δεν έχετε κάτι τέτοιο, κοιτάξτε γύρω σας κι ίσως να πρέπει ν' αρχίσετε να εκπαιδεύεστε στο δικό σας φτέρνισμα, για τους δικούς σας ήλιους. Δε πειράζει αν είστε ακόμα και φτωχοί ή αγράμματοι.
     Τα λέω λοιπόν αυτά, γιατί ξέρετε τι έχω πάθει; Ο καημένος ο παππούς με τη γιαγιά αγκαλιά, θαναι στον παράδεισο να σεργιανάνε και θαχουν επικεντρωμένα τα βλέμματά τους πάνω μου να δούνε τι κάνω και πως ζω και ...γαμώτο! δυστυχώς δε ξέρουνε γράμματα να διαβάσουνε τούτο το γραφτό...

    "Από μένα,                                                 
     για τον παππού                                                     Μάρτης '06
 και για όλο τον κόσμο..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers