Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Αποστόλου Μαρίνα: Ματιές Στη ...Βιτρίνα

 

                                           Βιογραφικό

     Η Μαρίνα Αποστόλου είναι πτυχιούχος γαλλικής φιλολογίας. Ζει στην Αθήνα και γράφει ερασιτεχνικά.
___________________________________________________________________


                                       Στην Αντίπερα Όχθη

                                             Θεατρικό

Πέντε πρόσωπα:
1) Νίκος (48 ετών) φιλόδοξος διευθυντής παραρτήματος πολυεθνικής εταιρείας
2) Ευαγγελία (45 ετών), σύζυγος του Νίκου, ματαιόδοξη νοικοκυρά
3) Υπονοούμενο πρόσωπο ο 17χρονος γιος τους Αλέξης, μαθητής γ’ λυκείου
4) Υπονοούμενο πρόσωπο ο Ολλανδός επιθεωρητής, προϊστάμενος του Νίκου
5) Υπονοούμενο πρόσωπο η Άννα, φίλη της Ευαγγελίας

Σκηνή 1η: Το σπίτι του ζεύγους.

   (Δευτέρα πρωί, 7πμ, το ζευγάρι ξυπνά αφού έχει ακουστεί το ξυπνητήρι. Βρίσκονται δηλαδή στο κρεβάτι τους με τις πυτζάμες τους.)

Ε: Νικόλα μου… Νικόλα μου… ξύπνα, μωρό μου, σήκω αγόρι μου…
Ν: Μμμ… Νιώθω πολύ κουρασμένος… Αδύνατο να σηκωθώ… (τεντώνεται, στριφογυρίζει στο κρεβάτι)
Ε: Ξύπνα… έχεις μίτινγκ στις 9!
Ν: Λες να μη το ξέρω; Όλη νύχτα δούλευα γι’ αυτό το μίτινγκ. Θα έρθει ο Ολλανδός σήμερα να μιλήσουμε. Θεέ μου! (τρίβει τα μάτια του)
Ε: Δε σε φοβάμαι… τόσα χρόνια μέσα κει! Αν δεν ήσουν ικανός δε θα είχες προαχθεί σε κοτζάμ διευθυντή. Είσαι πολύ άξιος, αγάπη μου! Πιστεύω σε σένα και σε θαυμάζω! (τον χαϊδεύει) Έλα, σήκω τώρα. Εγώ πάω να φτιάξω πρωινό. Καφέ φίλτρου και τοστάκι.
Ν: Μμμ… Αν δεν είχα και σένα να μ’ αγαπάς, να με εμψυχώνεις και να με φροντίζεις, δεν ξέρω αν θα ήμουν διευθυντής!
Ε: Υπερβάλλεις. Διευθυντής έγινες όχι χάρη σε μένα αλλά χάρη στις ικανότητές σου. Χάρη στις σπουδές σου και στις φιλοδοξίες σου. Ενώ αν ήσουν ανθρωπάκι… θα σουν κανένας απλός λογιστής και τίποτ’ άλλο.

   (Εντωμεταξύ η Ευαγγελία φορά τη ρόμπα και τις παντόφλες της. Ο Νίκος υποτίθεται ότι πάει να κάνει ντους).

Ν: Αγάπη μου, πάω να κάνω ένα ντουζάκι να ξυπνήσω, να μυρίζω κι ωραία.
Ε: Πάντα κοκέτης! Όπως πρέπει σε ένα διευθυντή. Είμαι περήφανη για σένα.

   (Η Ευαγγελία πάει στην κουζίνα κι ετοιμάζει πρωινό. Ο Νίκος βγαίνει απ’ το μπάνιο και έρχεται για να πάρουν μαζί πρωινό. Τρώνε στο τραπέζι).

Ν: Ξύπνησε ο Αλέξης;
Ε: Όχι ακόμα.
Ν: Όχι ακόμα; Γιατί; Θα αργήσει. Θα χάσει και το σχολικό.
Ε: Δε θα χάσει τίποτα. Ξέχασες ότι σήμερα πάνε εκδρομή;
Ν: Α, ναι. Κι ο Αλέξης δε θα πάει για να διαβάσει. Καλά λες.
Ε: Εμ, μωρό μου. Ιατρική θέλουμε να μπει. Πώς! Άμα τρέχει στις εκδρομές στη γ’ λυκείου, κάηκε!
Ν: Σήκωσέ τον πάντως γιατί άμα είναι να χάνει την εκδρομή για να κοιμάται, είναι δώρο άδωρο!
Ε: Και βέβαια θα τον σηκώσω! Μόλις φύγεις, έχει εγερτήριο!
Ν: Λοιπόν, αρκετά έφαγα. Φεύγω γιατί είναι κρίσιμη μέρα σήμερα.
Ε: Να πας στο καλό! Καλή δύναμη!
Ν: Τα λέμε το βράδυ. Άμα βρω κενό, θα σε πάρω τηλέφωνο. Φιλιά.

   (Ο Νίκος φεύγει. Πάει στο γραφείο όπου μετά από ώρες κουραστικού μίτινγκ με τον Ολλανδό, παίρνει τη σύζυγό του τηλέφωνο).

Ν: Έλα, εγώ είμαι. Καλά, μια χαρά. Κούραση… αλλά νομίζω το μίτινγκ πήγε καλά. Μου βγαλε τη ψυχή βέβαια… Έπρεπε να του δώσω λογαριασμό για όλες τις κινήσεις στην εταιρεία το τελευταίο τρίμηνο, με κάθε λεπτομέρεια. Είναι σκληρό καρύδι ο Ολλανδός, γι’ αυτό και τον έχουν κάνει και επιθεωρητή στα Βαλκάνια. Όσο για μένα, έπρεπε να φανώ αντάξιος των περιστάσεων. Κι έχω ένα κεφάλι… καζάνι σκέτο! Θα πάρω ενισχυμένο παυσίπονο!... Αλλιώς δεν μπορώ να συνεχίσω. Ο Αλέξης; Όλα καλά; Ήρθε ο βιολόγος; Κάνανε το ιδιαίτερο; Οκ, καλώς. Θα τα πούμε το βράδυ. Σ’ αγαπώ. Φιλιά.

   (Ο Νίκος επιστρέφει σπίτι στις 9 το βράδυ. Η Ευαγγελία έχει ετοιμάσει το αγαπημένο φαγητό του Νίκου ως δείπνο: φιλετάκια κοτόπουλο με κρέμα γάλακτος συνοδευόμενα από πιλάφι και λευκό κρασί Λήμνου).

Ε: Καλώς τον!
Ν: Καλησπέρα.
Ε: Δώσμου το παλτό σου.
Ν: Έλα, βρε Ευαγγελία. Δεν μπορώ να κρεμάσω το παλτό μου; Μη με κακομαθαίνεις τόσο.
Ε: Αλίμονο! Πώς είσαι;
Ν: Καλά αν και λίγο πτώμα… Τι μυρίζει έτσι ωραία;
Ε: Σου φτιαξα το αγαπημένο σου φαγητό.
Ν: Τα φιλετάκια; Μη μου πεις! Με την άσπρη σος και το ρυζάκι;
Ε: Ναι κι έχω αγοράσει και κρασί Λήμνου, λευκό που σ’ αρέσει.
Ν: Γιορτάζουμε κάτι;
Ε: Θα 'πρεπε;
Ν: Ξέρω 'γω; Τόσες ετοιμασίες… τέτοια φροντίδα… αν και δεν έχω παράπονο γενικά…
Ε: Πλύνε τα χέρια σου κι έλα.
Ν: Το παιδί;
Ε: Διαβάζει στο δωμάτιό του. Έφαγε πριν καμιά ώρα.

   (Ο Νίκος πηγαίνει λίγο στο μπάνιο κι η Ευαγγελία σερβίρει).

Ν: Μου τρέχουν τα σάλια! Μ' ένα παλιοσάντουιτς απ’ το κυλικείο της εταιρείας είμαι όλη μέρα!
Ε: Άλλη φορά να παίρνεις ταπεράκι. Θα στο ετοιμάζω εγώ. Κουράζεσαι πολύ. Δεν αρκούν το πρωινό και το βραδινό που παίρνεις εδώ.
Ν: Λοιπόν; Πώς πήγε; Πώς ήταν σήμερα;
Ε: Εδώ… με το παιδί… πήγα και λίγο σούπερ μάρκετ. Αυτά, τα ίδια, τα καθημερινά. Εσύ πες μου…
Ν: Μμμ… πολύ νόστιμο το κρεατάκι! Μπράβο! Στην υγειά μας!
Ε: Στην υγειά σου! (τσουγκρίζουν) Πώς πήγε με τον Ολλανδό;
Ν: Όπως σου τα είπα στο τηλέφωνο. Πιεστικά.
Ε: Δε μιλήσατε για σένα;
Ν: Τι εννοείς;
Ε: Για το μέλλον σου.
Ν: Το μέλλον μου;
Ε: Ναι, το μέλλον σου. Την εξέλιξή σου στην εταιρεία.
Ν: Όχι, το μίτινγκ δεν αφορούσε στην εξέλιξή μου. Αλλά, τί θες να πεις; Να συζητήσουμε αν θα παραμείνω διευθυντής; Νομίζω ότι είναι αρκετά ευχαριστημένος απ’ την αφοσίωση και την απόδοσή μου.
Ε: Όχι, εννοώ αν θα ανέβεις ακόμα πιο ψηλά. Αν θα προχωρήσεις, Νίκο μου.
Ν: Να πάω πού;
Ε: Να γίνεις κάτι ανώτερο. Γιατί όχι κι εσύ επιθεωρητής; Τρία χρόνια είσαι οικονομικός διευθυντής του παραρτήματος.
Ν: Δηλαδή θες να πεις να ζητήσω εργασία στην Ολλανδία που είναι τα κεντρικά της εταιρείας;
Ε: Κι αυτό ακόμα. Γιατί όχι; Το παιδί μας σε λίγο ενηλικιώνεται. Το Σεπτέμβριο θα ναι φοιτητής. Γιατί να μη ζούσαμε στο εξωτερικό όπου θα έβγαζες τα διπλά από δω και μάλιστα θα μπορούσαμε να προλειάνουμε το έδαφος και για τον Αλέξη μας; Ένα διδακτορικό ίσως εκεί… Ή ειδικότητα στην Ολλανδία ή σε όποιο άλλο δυτικό κράτος σε στέλνανε…
Ν: Το πας μακριά. Μπορούμε να προσαρμοστούμε εμείς σε μια τέτοια χώρα; Ψυχρή από κάθε άποψη…
Ε: Γιατί; Τι έχει μια τέτοια χώρα; Εδώ αντέχουμε στην Ελλάδα, μες την παρακμή.
Ν: Καλά, μου προτείνεις να γίνουμε οικονομικοί μετανάστες πολυτελείας; Να παρατήσουμε τη χώρα μας και να μείνουν πίσω οι τεμπέληδες κι οι ξένοι για να απολαμβάνουν όσα εμείς κι η γενιά των γονιών μας έχει χτίσει τόσες δεκαετίες;
Ε: Πολύ ρομαντικό σε βρίσκω! Κι έπειτα δε θα πάμε και για ανθρακωρύχοι!
Ν: Κι έτσι να ναι… είσαι εσύ έτοιμη για μια τέτοια μετάβαση; Μια τέτοια αλλαγή;
Ε: Τί έχω βρε Νίκο εγώ; Γιατί με υποτιμάς;
Ν: Δε σε υποτιμώ αλλά δεν είμαστε 20 χρονών!
Ε: Μια χαρά νέοι είμαστε!
Ν: Κι ο Αλέξης; Θα θέλει κάποια στιγμή να ζήσει έξω;
Ε: Ένας γιατρός δεν έχει σύνορα. Ειδικά αν η πατρίδα του δεν κάνει επιστήμη… Μα γιατί μου τα λες όλα αυτά; Μιλάς σαν κανένα φοβιτσιάρικο ανθρωπάκι. Ίσα-ίσα που θα έπρεπε να με συγχαρείς για τις ιδέες μου.
Ν: Δε λέω. Χαίρομαι που σκέφτεσαι το μέλλον. Ειδικά του παιδιού.
Ε: Και το δικό μας, Νίκο. 48 χρονών είσαι ακόμα. Δεν είσαι 70!
Ν: Τα σκέφτεσαι καιρό αυτά;
Ε: Τα σκέφτομαι από τότε που η Ελλάδα άρχισε να φθίνει.
Ν: Ναι, αλλά εγώ δεν είμαι κανένας δημόσιος υπάλληλος. Πληρώνομαι ικανοποιητικά και στην ώρα μου και κάνω την καριέρα που θέλω.
Ε: Πληρώνεσαι σήμερα κανονικά κι ικανοποιητικά. Αύριο ίσως η εταιρεία κάνει περικοπές, αν μειωθούν οι πωλήσεις. Ίσως κάνει περικοπές και από επιφύλαξη μπροστά σε ένα αβέβαιο μέλλον. Ίσως κλείσει και το παράρτημα εδώ στην Ελλάδα κι η αγορά τροφοδοτείται πια από τη Τουρκία ή την Αλβανία. Νίκο, πρέπει να χουμε διορατικότητα! Η Ελλάδα ξεπέφτει και κανείς δε λέει να τη σώσει! Έχουμε παιδί, έχουμε εμάς! Σκέψου! Κι έπειτα γιατί να μην ανέβεις ακόμα πιο ψηλά; Μας φαντάζεσαι στο Άμστερνταμ; Σε μια ζεστή ξύλινη μεζονέτα κοντά σε κάποιο παγωμένο κανάλι; Κι εσύ όλο και πιο ψηλά… Πόσο θα ανοίξεις τον κύκλο σου! Τι καλό κόσμο θα γνωρίσεις εκεί!
Ν: Σ’ έπιασε η ξενομανία σου;
Ε: Δεν το πιστεύω ότι εσύ αντιδράς τόσο κυνικά! Δε θέλεις να πας πιο ψηλά, Νίκο; Θες να μείνεις στη μιζέρια σου;
Ν: Μα δεν είμαι μίζερος!
Ε: Ίσως γίνεις όμως. Νομίζεις δε θα μας πάρει η μπάλα εμάς; Νίκο, δεν πρέπει να μείνουμε με σταυρωμένα τα χέρια περιμένοντας την ήττα. Την πτώχευση και τυπικά πλέον, την ταπείνωση, την απαθλίωση. Πρέπει να περάσουμε έγκαιρα στην αντίπερα όχθη.
Ν: Κι η αντίπερα όχθη είναι τα κανάλια του Άμστερνταμ;
Ε: Κόλλησες εσύ με την Ολλανδία!
Ν: Κι εσύ με την ιδέα ότι το εξωτερικό είναι η γη της επαγγελίας!
Ε: Δε ξέρω αν το εξωτερικό είναι η γη της επαγγελίας, εδώ πάντως μετατρέπονται όλα σε κόλαση. Φοβάμαι. Τι ιατρική θα κάνει ο Αλέξης στην Ελλάδα, ε;
Ν: Κάτσε να περάσει πρώτα.
Ε: Θα περάσει! Είναι μαθητής του 20!
Ν: Δεν αμφιβάλλω! Αλλά κάτσε να το δούμε πρώτα και βλέπουμε.
Ε: Όταν θα θέλεις να δούμε, δε θα μπορούμε. Θα μας έχει στραβώσει η κακή μας μοίρα που αποδεχτήκαμε τόσο παθητικά. Η ακρίβεια, οι φόροι, η κατάρρευση βασικών δομών της κοινωνίας μας, Νίκο. Αν μία στο τόσο, μείνεις άνεργος, εγώ δε δουλεύω, θα βρεθούμε στο χωριό σου στην Πελοπόννησο να φυτεύουμε μαρούλια και να εκτρέφουμε κατσίκες! Θα μας ξεχάσουν όλοι!
Ν: Ήσουν λαλίστατη απόψε, ομολογώ. Εγώ όμως είμαι ψόφιος κι αύριο έχω πολλή δουλειά που λόγω του μίτινγκ πήγε πίσω. Ήταν πολύ ωραίο το γεύμα. Σ’ ευχαριστώ…

   (Ο Νίκος σηκώνεται απ’ το τραπέζι, η Ευαγγελία μένει καθιστή να τον κοιτάζει αποσβολωμένη).

Σκηνή 2η: 3 μήνες μετά, στο σπίτι του ζεύγους

   (Το ξυπνητήρι χτυπά. Είναι πρωί. Ο Νίκος ξυπνά ενώ η Ευαγγελία δεν είναι δίπλα του στο κρεβάτι. Σηκώνεται. Η Ευαγγελία παρακολουθεί πρωινό μαγκαζίνο στη τηλεόραση).

Ν: Καλημέρα!
Ε: Καλημέρα.
Ν: Ξύπνησα και δεν ήσουν δίπλα μου.
Ε: Ναι, δεν είχα ύπνο. Είχα κάτι σαν ταχυκαρδία. Έχω φτιάξει καφέ. Τα τοστ είναι έτοιμα. Μόνο την τοστιέρα να βάλεις στην πρίζα να ψηθούν.
Ν: Εσύ δε θα πάρεις πρωινό;
Ε: Δεν πεινάω και καφέ ήπια πριν, με συγχωρείς αλλά όπως σου πα έχω σηκωθεί από πολύ νωρίς.
Ν: Τί λένε τα κανάλια;
Ε: Τί να λένε; Για τα φάρμακα λένε. Τέρμα οι πιστώσεις! Φωνάζουν οι ηλικιωμένοι, και όχι μόνο οι ηλικιωμένοι δηλαδή. Αύριο οι φαρμακοποιοί απεργούν κι οι πάλαι ποτέ συμβεβλημένοι με τα διάφορα ταμεία υγείας γιατροί, από και δω και μπρος ιδιωτεύουν καθαρά, ζητούν κοινώς μετρητά απ’ τον κόσμο!
Ν: Απ’ το κακό στο χειρότερο!
Ε: Ο καθένας είναι άξιος της μοίρας του!
Ν: Τι φταίνε μωρέ τα γερόντια;
Ε: Είδα κι οι νεότεροι! Δεν αντιδρούν καν!
Ν: Υπονοείς κάτι;
Ε: Νίκο, δεν έχω όρεξη να κάνω αυτή τη συζήτηση. Τα χουμε ξαναπεί.
Ν: Τι έχουμε ξαναπεί;
Ε: Πλάκα κάνεις; Χτες, στη προγραμματισμένη τριμηνιαία συνάντησή σου με τον Ολλανδό, σού ανακοινώθηκε μείωση 7% του μισθού σου και δεν ανησύχησες καθόλου.
Ν: Κάνεις λάθος! Με πείραξε και μάλιστα πολύ. Δυο ώρες το διαπραγματεύτηκα.
Ε: Και; Σαν το διαπραγματεύτηκες; Τί βγήκε; Η μείωση έγινε κι ούτε κουβέντα για προοπτικές εξέλιξης.
Ν: Και πού το ξέρεις ότι αν του πρότεινα να δουλέψω στο εξωτερικό, η απάντηση θα ήταν θετική; Πού ξέρεις εσύ αν η εταιρεία διαθέτει θέσεις στο εξωτερικό και μάλιστα διευθυντικές όπως εσύ τις ονειρεύεσαι;
Ε: Γιατί; Τον ρώτησες τι υπάρχει; Είμαι σίγουρη ότι δεν άνοιξες καν την κουβέντα! Νίκο, νομίζω ότι αυτή είναι η διαφορά μας πλέον. Ότι εγώ ονειρεύομαι ενώ εσύ έχεις πάθει μαλάκυνση εγκεφάλου!
Ν: Δεν έχω όρεξη για τσακωμό πρωί-πρωί. Να, ακούω και το παιδί που ξύπνησε απ’ τη φωνή σου!
Ε: Η ώρα του ήταν να σηκωθεί.
Ν: Κι ήταν ανάγκη το ξύπνημά του να συνοδεύεται απ’ τις υστερίες σου; Πού ζεις τέλος πάντων; Σε ποια ουτοπία; Ένας οικονομικός διευθυντής είμαι όχι ο Θεός!
Ε: Ένας οικονομικός διευθυντής με πολλά προσόντα άξιος να διοικήσει παράρτημα στη Δανία, στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις Ηνωμένες Πολιτείες, παντού! Αρκεί να σαι αριβίστας ακόμα και θρασύς, αν χρειαστεί, Νίκο κι όχι ηττοπαθής.
Ν: Ηττοπαθής εγώ; Που έφτυσα αίμα για να γίνω ό, τι έγινα; Ξεχνάς πώς ήμασταν όταν παντρευτήκαμε;
Ε: Βλέπω πώς ζούμε τώρα. Το επόμενο τρίμηνο ίσως έχεις κι άλλη μείωση. Αν το παιδί περάσει σ’ άλλη πόλη, τι θα του πούμε; Δεν πας να σπουδάσεις ιατρική; Ανήκουστο! Λες κι είναι κανένα ΤΕΙ της κακιάς ώρας; Ποιος θα τον στηρίξει οικονομικά;
Ν: Για το παιδί έχουμε προνοήσει.
Ε: Δεν αρκούν αυτά που έχουμε! Η ιατρική είναι πολλά χρόνια.
Ν: Του χω κάνει ασφάλεια ιδιωτική και το ξέρεις. Δεν τον έχω έτσι, ό, τι βρέξει, ας κατεβάσει! Έλα, Εύα μου, ηρέμησε. Και κόψε και λίγο αυτές τις ειδήσεις. Θα σε αποτρελάνουν οι δημοσιογράφοι. Πάω να ντυθώ μην αργήσω.

   (Της δίνει φιλί στο μάγουλο).

Ε
: Έτσι μου 'ρχεται να πάω στα ξαδέρφια μου στο Σικάγο!
Ν: Μπα! Και τι θα κάνεις εκεί; Φιλοξενούμενη μέχρι να βρεις καμιά δουλειά ως γκαρσόνα ή στην καλύτερη ως γραμματέας;
Ε: Έχω κι εγώ πτυχίο, σου θυμίζω! Αν σ’ αρέσει να με υποβιβάζεις, κάντο. Εγώ όμως έχω αρχίσει να κουράζομαι.
Ν: Γιατί; Άσχημα περνάς με μένα;
Ε: Νιώθω ανασφάλεια.
Ν: Και στο Σικάγο θα "ασφαλιστείς"; Εύα, ηρέμησε. Κάνε υπομονή και θα δούμε.
Ε: Υπομονή!... Καλή σου μέρα, Νίκο. Θα πάω εγώ το παιδί σήμερα στο σχολείο. Θέλω να ρωτήσω για την πρόοδό του.

   (Σηκώνεται απ’ τον καναπέ, πηγαίνει να ντυθεί, η σκηνή κλείνει).

Σκηνή 3η: 3 μήνες μετά, πάλι στο σπίτι του ζεύγους.

   (Ημέρα ανακοίνωσης αποτελεσμάτων πανελληνίων εξετάσεων. Ο Αλέξης καταφέρνει να περάσει στην ιατρική Πάτρας. Στο σπίτι χαρές και γέλια, τηλεφωνήματα για συγχαρητήρια. Η Ευαγγελία μιλάει στο τηλέφωνο με μια φίλη της που τη πήρε για να τη συγχαρεί).

Ε:-Σ’ ευχαριστώ, Άννα μου. Να σαι καλά, ευχαριστώ. Κι εγώ εύχομαι στο Γιώργο σου για του χρόνου καλή δύναμη και καλή επιτυχία! Ναι, ναι! Ο Νίκος είδε τα αποτελέσματα στο ίντερνετ. Ναι, ξέραμε βέβαια τους βαθμούς καιρό τώρα αλλά άλλο να δεις το όνομα του παιδιού σου στο site του Υπουργείου Παιδείας: Αλέξιος Λογοθετόπουλος-Ιατρική Πάτρας. Ναι, έχουμε τρελαθεί απ’ τη χαρά μας! Είναι καλός μαθητής φυσικά. Αλλά κι εμείς του προσφέραμε τα μέγιστα. Ιδιωτικό σχολείο απ’ το νηπιαγωγείο, ιδιαίτερα μαθήματα, ψυχολογική συμπαράσταση, τα πάντα! Τα ξέρεις τώρα. Σ’ ευχαριστώ… Κι εσύ, Άννα μου… Γεια σου, γεια σου.

   (Κλείνει το ακουστικό κι αμέσως καλεί το Νίκο).

Ε:-Έλα εγώ είμαι πάλι. Τι να γίνει; Έχουν σπάσει τα τηλέφωνα! Σκάσανε όλοι απ’ τη ζήλεια τους! Εμ, τι πιστεύανε; Ότι ο Αλέξης θα πέρναγε σε καμιά σχολή της σειράς μαζί με τις μετριότητες; Ναι, με πήρανε κι απ’ το σχολείο για συγχαρητήρια. Θα γίνει και τελετή βράβευσης την άλλη βδομάδα. Ναι, για τους επιτυχόντες μαθητές. Από τώρα σκέφτομαι τι να φορέσω, πώς θα χτενιστώ… Εσύ δε θα ρθεις νωρίτερα σήμερα; Νομίζω το απαιτεί η μέρα να κάνεις μιαν εξαίρεση. Ο Ολλανδός; Σήμερα; Έκλεισε κιόλας πάλι τρίμηνο; Δε μου χες πει τίποτα αυτές τις μέρες. Και θα σε κρατήσει πολύ; Μην το πας πάλι μέχρι αργά, βρε αγάπη μου. Να βγούμε έξω για φαγητό όλοι μαζί. Θα σε περιμένουμε, ε; Άντε, καλή συνέχεια!

   (Ο Νίκος επιστρέφει σπίτι μετά από πέντε ώρες. Σκυφτός και σκεφτικός).

Ε: Καλώς τον! Άργησες βρε μωρό μου! Πού είσαι; Τελικά, ο Αλέξης βγήκε με κάτι συμμαθητές του. Λογικό άλλωστε. Έχουν χαρεί τόσο πολύ! Δεν μπορούσα να τον κρατήσω μέσα. Πάντως πρέπει να πάμε να φάμε όλοι μαζί σαν οικογένεια. Αύριο, τι λες; Να κλείσω κιόλας κάτι καλό, μην πάμε όπου κι όπου. Έναν τον έχουμε! Και δεν ήταν και λίγη κι η χαρά που μας έδωσε!... Μα γιατί δε μιλάς; Τι έχεις;
Ν: Είχαμε μια μακρά συζήτηση με τον Ολλανδό.
Ε: Τι είπατε; Για το οικονομικό τρίμηνο; Δεν πάει καλά η εταιρεία;
Ν: Η εταιρεία μετακομίζει, Ευαγγελία. Στην Αθήνα θα μείνει ένα κατάστημα λιανικής πώλησης μόνο.
Ε: Έτσι ξαφνικά; Κι η διοίκηση; Το προσωπικό; ΕΣΥ;
Ν: Μου πε αν θέλω να πάω να δουλέψω στη Σόφια, πάλι ως διευθυντής.
Ε: Στη Βουλγαρία;;;
Ν: Ναι, με τα μισά λεφτά βέβαια. Αλλιώς…
Ε: Αλλιώς τι, Νίκο;
Ν: Αλλιώς άνεργος! Δρόμο, πόδι, πώς το λένε;
Ε: Σ’ εκβίασε, ε; Λες και το ξέρα!!!
Ν: Τι ήξερες μωρέ; Τι ήξερες;
Ε: Μ’ αρέσει που σαι και ειδικός! Καλά, όταν εγώ σου μιλούσα για το οικονομικό ντόμινο, εσύ αγρόν ηγόραζες! Τώρα θα ήμασταν κάπου καλύτερα σε κανένα προηγμένο κράτος, όχι στη Βουλγαρία!
Ν: Μη προτρέχεις χωρίς να ξέρεις! Το κουβέντιασα μαζί του, δεν υπάρχουν για μένα θέσεις σε δυτικό κράτος. Προηγμένο, όπως λες κι εσύ.
Ε: Και το βιογραφικό σου; Η αξία σου; Η προσωπικότητά σου;
Ν: Εύα μου, ξεχνάς το ρατσισμό και την ειρωνεία εις βάρος των Ελλήνων. Ακόμα και των διευθυντών. Γιατί να τοποθετήσουν εμένα ως διευθυντή κι όχι κάποιο Ολλανδό, Βέλγο, Γάλλο ή Γερμανό; Εύα, τα πράγματα δεν είναι όπως τα φαντάζεσαι κι η κακή εικόνα της Ελλάδας προς τα έξω, ενίοτε διογκωμένη… μόνο καλό δε μου κάνει…
Ε: Και; Τι του απάντησες; Θα πας στη Σόφια ή θα παραιτηθείς;
Ν: "Θα πας"; Δε "θα πάμε"’; Εσύ δε θα ρθεις; Δεν είσαι γυναίκα μου;
Ε: Στη Βουλγαρία;;; Ε, δε σφάξανε! Τι να κάνω σε μια χώρα μαφιόζων και εξαθλιωμένων; Μ’ αρέσει που δεν ήθελες να γίνεις ‘’οικονομικός μετανάστης’’ και τώρα ετοιμάζεσαι για μια χώρα χειρότερη απ’ την πατρίδα σου! Και θες και να σ’ ακολουθήσω… Τι θα κάνω εκεί, ε; Και καλά εγώ… το παιδί; Τι θα κάνει εκεί; Εδώ οι Βουλγάρες έρχονται και μας καθαρίζουν τα σπίτια…
Ν: Ίσως όχι για πολύ πια…
Ε: Πλούσιοι πάντα θα υπάρχουν!
Ν: Εμείς δεν υπήρξαμε ποτέ! Απλά είχα ένα γερό μισθό κι εσύ ήθελες κι άλλα!
Ε: Είχες τη δυνατότητα να πας και πιο πέρα! Αντ’ αυτού προτίμησες να περιμένεις στωικά την καταστροφή σου.
Ν: Σου εξήγησα ότι θέση σε πολιτισμένο κράτος με χοντρά λεφτά δε μου προσφέρεται ούτε μου προσφέρθηκε ποτέ.
Ε: Να κοίταγες και σε άλλη πολυεθνική κι όχι να κολλήσεις εκεί, στο ίδιο γραφείο, στον ίδιο Ολλανδό μέσα στο καβούκι σου κλεισμένος! Έπρεπε να το χες μυριστεί όταν σου κόψανε το μισθό!
Ν: Είσαι αχάριστη κι επιθετική.
Ε: Είμαι λογική και τετράγωνη. Και να σου θυμίσω-helloooooo-σήμερα ο γιος μας πέρασε σε σχολή άλλης πόλης! Ξέρεις τι σημαίνει αυτό! Χώρια το στεγαστικό μας!
Ν: Ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει. Κι εννοείται ότι δεν έχω ξεχάσει πως ζούμε εδώ μέσα με δάνειο. Πάντα όμως έκανα ό, τι περισσότερο μπορούσα. Για να μένουμε σε καλό σπίτι, για να πάει ο Αλέξης σε ακριβό σχολείο, για να μην κουράζεσαι εσύ…
Ε: Μπα! Χίλιες φορές να δούλευα! Υπηρέτρια έχω καταντήσει εδώ μέσα!
Ν: Αυτό έχεις να πεις μόνο;;; Μετά από είκοσι χρόνια γάμου, είκοσι χρόνια αγώνα;
Ε: Έχω να πω ότι κοιμάσαι βαθιά.
Ν: Έχεις απαίσιο στόμα! Ήρθα για να συζητήσουμε ως αντρόγυνο το πρόβλημα που προέκυψε…
Ε: Πρόβλημα; Απλώς πρόβλημα; Εδώ διαλυόμαστε!
Ν: Θα διαλυθούμε μόνο αν το διαλέξεις εσύ!
Ε: Εγώ διαλέγω; Από πότε; Εγώ σ’ ακολουθώ είκοσι χρόνια τώρα σαν πρόβατο. Εσύ αποφασίζεις και μας συμπαρασύρεις. Αλλά αυτή τη φορά θα αντιδράσω. Δε θα σ’ ακολουθήσω σα ζώο στη Σόφια. Δε θα υποβαθμίσω τη ζωή μου.
Ν: Μπα! Και τι θα κάνεις; Θα πας στο Σικάγο;
Ε: Δε ξέρω. Θα δω.
Ν: Δηλαδή με τον τρόπο σου μου ανακοινώνεις ότι τέρμα; Χωρίζουμε; Εγώ στη Σόφια, εσύ πιθανόν στην Αμερική;
Ε: Πες μου ότι φταίω κιόλας!
Ν: Δεν είπα ότι φταις! Είμαστε όμως κομμάτι ενός τρελού συστήματος. Οι συνέπειες της κρίσης μας αφορούν.
Ε: Δεν έχουμε δικαιολογία γιατί βλέπαμε το κακό αλλά δεν κινητοποιηθήκαμε εγκαίρως. Κάποτε σου χα πει να περάσουμε στην αντίπερα όχθη πριν πνιγούμε μαζί με τη μάζα…
Ν: Όλα στα λόγια είναι εύκολα. Η εταιρεία δεν είχε λόγους να κλείσει. Το κάνουν προληπτικά…
Ε: Νίκο, δεν έψαξες για τίποτα καλύτερο επαγγελματικά όσο ήταν καιρός! Δεν πήρες τη ζωή μας στα σοβαρά! Δεν απαίτησες! Δε διεκδίκησες, έστω!
Ν: Και λοιπόν; Και τώρα; Τι θα κάνεις εσύ που ξέρεις να τα λύνεις όλα;
Ε: Δε ξέρω. Με αιφνιδίασες.
Ν: Αν η αντίπερα όχθη είναι για σένα η άλλη άκρη του Ατλαντικού, δηλαδή το Σικάγο, πήγαινε. Ξέρεις ότι ειδυλλιακά δε θα ναι αλλά προκειμένου να κάνεις το δικό σου και να μου πας κόντρα, στη Σόφια μια φορά δε θα ρθεις! Το ξέρω εκ των προτέρων. Εγώ πάντως σε ενημερώνω ότι θα πάω στη Βουλγαρία ψάχνοντας παράλληλα κάτι καλύτερο. Θα πιεστώ όσο μπορώ για να σώσω το σπίτι μας και να μην το φάει η τράπεζα. Όσο για τον Αλέξη, θα ξεκινήσει τις σπουδές του με τα λεφτά της ασφάλειας και ίδωμεν.
Ε: Ωραία τα 'χεις σκεφτεί!
Ν: Δεν έχω επιλογή. Αυτό είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω αυτή τη στιγμή με τα τωρινά δεδομένα. Εδώ ο κόσμος ψάχνει για οτιδήποτε χρήσιμο στα σκουπίδια ή κάθεται στην ουρά του συσσιτίου της εκκλησίας για λίγο φαΐ!  Δεν μπορώ να μην πάω στη Βουλγαρία… Λυπάμαι που δεν μπορώ να σου προσφέρω κάτι καλύτερο, κάτι "πολυτελέστερο".
Ε: Με ειρωνεύεσαι;
Ν: Διόλου! Σου εξηγώ ευθέως τι συμβαίνει και σε προειδοποιώ: Αν φύγεις για την "αντίπερα όχθη", μη τολμήσεις να μου ξανακουβαληθείς αν κι όταν βρεθώ σε προνομιακότερη δουλειά.
Ε: ΟΤΑΝ ΚΙ ΑΝ…
Ν: Είσαι πολύ σκληρή. Δε σε ήξερα τελικά…
Ε: Και πότε πρέπει να φύγεις;
Ν: Μέχρι τα Χριστούγεννα το παράρτημα της Αθήνας θα ναι παρελθόν. Και προφανώς κι εσύ…
Ε: Δεν έχω αποφασίσει. Δεν μπορώ να μιλήσω τώρα, έχω συγχυστεί. Θα δω τι θα κάνω… Θέλω να μιλήσω και με το παιδί…
Ν: Όπως θες…

   (ενίσχυση της σκηνής με ανάλογο μουσικό θέμα κάποιων δευτερολέπτων).

                                               ----ΤΕΛΟΣ----
        

Σημ της συγγραφέως:
     Πόσο καλά γνωρίζουμε το σύντροφό μας; Πόσο η οικονομική κρίση απ’ τη μια κι ο ανελέητος αριβισμός απ’ την άλλη μπορούν να διαλύσουν μια οικογένεια; Πού βρίσκεται η "αντίπερα όχθη" που θα μας προσφέρει τη λύτρωση; Είναι υπαρκτή ή τα νερά της λιμνάζουν στη φαντασία του μυαλού μας ανακουφίζοντάς μας απ' ό,τι μας ενοχλεί ή πιο απλά δε μας ικανοποιεί αρκετά; Ένα ζευγάρι 20 χρόνια παντρεμένο, ένας γιος μαθητής του 20, μια μείωση μισθού 7% και συνέχεια διαιρεμένος δια του 2, 3 τρίμηνα, 4 μήνες μέχρι το οριστικό τέλος.

                                Ο Δρόμος Προς Την Αυτοταπείνωση

     Ανήμερα των Θεοφανείων ετοιμαζόσουν για εθιμοτυπική επίσκεψη. Έπιασες το ξυραφάκι για να φτιάξεις λείο προσωπάκι, ιδανικό για φίλημα. Κοιταζόσουν στον καθρέφτη και καμάρωνες ενώ ταυτόχρονα άκουγες τον αγαπημένο σου σταθμό στο ραδιόφωνο. Άνοιξες τη βρύση, ξέπλυνες το ξυράφι απ' τη σαπουνάδα, το ξανακούμπησες πάνω στο δέρμα σου και με μια κίνηση το έγδαρες από τη φαβορίτα προς το πηγούνι.
     Σε περίμεναν στου φίλου σου του Φώτη, η γυναίκα του, μια καταπληκτική μαγείρισσα, θα είχε συνθέσει ένα σωρό νοστιμιές με μοσχαράκι και ζυμαρικά αλλά και με πίτες των οποίων το φύλλο άνοιγε η ίδια με περισσή αγάπη για τον άντρα της και τα κοντινά τους πρόσωπα. Κόκκινο κρασί θα συνόδευε το γιορτινό τραπέζι και γλυκά από σοκολάτα και σιρόπι θα ολοκλήρωναν τα κεράσματα της βραδιάς. Σου άρεσαν όλα αυτά, τα εκτιμούσες γιατί σου χανε λείψει. Το έντερό σου είχε απηυδίσει από τις πίτσες και το πρόχειρο φαγητό.
    
Φορούσες μόνο το φανελάκι σου, το άσπρο βαμβακερό σου φανελάκι για να μη βρέξεις το ροζ σινιέ πουκάμισο που 'χες επιλέξει για την περίσταση. Καλοσιδερωμένο σε περίμενε με επισημότητα μέσα στην ντουλάπα. Αγκάλιαζε τρυφερά την κρεμάστρα ενώ από κάτω του έστεκε διπλωμένο στα δύο και μόλις παραδομένο και περιποιημένο απ' το καθαριστήριο το μαύρο σου παντελόνι το οποίο επίσης τιμούσες μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις.
    
Κόσμος πολύς θα γέμιζε το σαλόνι του Φώτη, πηγαδάκια και παρέες θα βουίζαν σα μελίσσι καθώς οι ομιλίες και οι συζητήσεις τους θα αναμειγνύονταν. Κάπου εκεί θα κόλλαγες κι εσύ, να μιλήσεις, να γελάσεις, να ευχηθείς. Οι πιο πολλοί θα ήτανε γνωστοί σου, κάποιους άλλους θα τους συναντούσες πρώτη φορά. Ιδιαίτερα κοινωνικός χαρακτήρας, δε θα δυσκολευόσουν να κάνεις νέες γνωριμίες ακόμα και να δημιουργήσεις καινούργιες φιλίες.
    
Το ξύρισμα είχε σχεδόν τελειώσει. Μόνο δυο-τρεις λεπτομέρειες υπολείπονταν. Έπιασες να τις φροντίσεις και τότε το μυαλό σου έτρεξε σε κείνη. Το χέρι σου σταμάτησε, πάγωσε. Το ξυράφι διείσδυσε στο κρέας σου. Έπαιζε το τραγούδι που σου τη θύμιζε. Η καρδιά σου άρχισε να χτυπά γρήγορα και δυνατά. Ανέπνεες πιο βαθιά και πιο δύσκολα. Τα μάτια σου είχαν καρφωθεί στο θαμπό γυαλί του καθρέφτη. Ένιωθες ένα τσίμπημα που πλέον κρατούσες μόνο για τον εαυτό σου. Δεν το εξωτερίκευες, δεν το εκδήλωνες πια σε κανένα.
    
Το αίμα έσταξε κατακόκκινο κι άπλωσε στο νιπτήρα. Κράτησες με το δάχτυλό σου το πληγωμένο σημείο, ενώ με το άλλο χέρι άνοιξες το ντουλαπάκι κι έψαξες για τσιρότο. Το απολύμανες πρώτα με οινόπνευμα. Έτσουζε. Μέχρι όμως να έφτανες στο φιλικό σου σπίτι θα 'χε επουλωθεί. Αυτές οι πληγές κλείνουν εύκολα.
    
Κοίταξες το ρολόι, είχε πάει εννιά. Έπρεπε να βιαστείς γιατί προβλεπόταν κοσμοσυρροή στους δρόμους της Αθήνας. Ντύθηκες, πασάλειψες τα μαλλιά σου με τζελ και ψέκασες το λαιμό σου με το καλό σου άρωμα. Χωρίς να κωλυσιεργήσεις περισσότερο, άρπαξες τα κλειδιά του τογιότα σου απ' το κομοδίνο, φόρεσες το καφέ κοτλέ σου σακάκι και κατευθύνθηκες προς την πλησιέστερη κάβα με ποτά. Διάλεξες ένα καλόγουστο καλάθι με μπουκάλια από ουίσκι και ξαναμπήκες στο αυτοκίνητό σου.
    
Πάρκαρες δυο στενά πιο πάνω απ' την πολυκατοικία του Φώτη. Με ανοιχτό βήμα, βρέθηκες σύντομα στην είσοδο. Το κουδούνι του ήταν ψηλά-ψηλά. Το πίεσες και σε τύφλωσε το κίτρινο φως της κάμερας. Ακούστηκε η φωνή του εορταζόμενου που πάντα σε περιέπαιζε καλοπροαίρετα. Έσπρωξες τη βαρειά πόρτα ασφαλείας κι αμέσως κάλεσες το ασανσέρ. Άρχισες ν' ανεβαίνεις προς τον τέταρτο όροφο ενώ στο μεταξύ περιεργαζόσουν στον καθρέφτη το σημαδάκι στο μάγουλό σου. Είχε γίνει σκούρο, σχεδόν είχε ξεραθεί.
     Ο ανελκυστήρας σταμάτησε στον όροφο που είχες επιλέξει. Βγήκες ελαφρώς αγχωμένος, δεν μπορούσες να προσδιορίσεις ακριβώς το γιατί. Αφού ένιωθες δυνατός, είχες πείσει τον εαυτό σου ότι δε σε ένοιαζε. Εξάλλου είχε μεσολαβήσει και χρονικό διάστημα ενός έτους. Η απόφαση ήταν δική σου αποκλειστικά. Ασφυκτιούσες σε μια συγκατοίκηση που δεν είχε καμιά προοπτική εξέλιξης. Όλα σβήσαν ήρεμα, δε χρειάστηκαν φωνές. Μια μέρα έφυγες απλά αφήνοντας τα κλειδιά πάνω στο τραπέζι του καθιστικού και λίγο καιρό αργότερα ήρθες και μάζεψες τα πράγματά σου. Προτίμησες το δρόμο αυτό παρά ένα γάμο, δύο παιδιά κι ένα διαζύγιο.
    
Στάθηκες ίσιος μπροστά στην πόρτα του διαμερίσματος. Σε καλωσόρισε η ευγενική οικοδέσποινα με το λαμπερό της χαμόγελο. Σ' ευχαρίστησε για το δώρο σου και κατόπιν σου 'δειξε γλυκά πού να καθίσεις. Η ματιά σου πλανήθηκε στο χώρο. Δεν ήταν εκεί. Έβγαλες το πακέτο με τα τσιγάρα κι άναψες ένα μέχρι να σου φέρουν κάτι να πιεις. Αμέσως κατέφθασε ο Φώτης. Τον φίλησες σταυρωτά κι εκφράστηκες με τυπικές λέξεις αλλά με ουσιαστικό συναίσθημα. Στα δεξιά ο μπουφές σου 'χε σπάσει τη μύτη αλλά σ' αυτόν θα περνούσες σε λιγάκι, αφού έπινες τη βότκα σου κι αφού έδινε το έναυσμα η κυρία του σπιτιού. Οι χαιρετούρες έδιναν κι έπαιρναν, το απαιτούσε άλλωστε κι η βραδιά.
     Κάπνιζες μανιωδώς σα να μην απολάμβανες τη γιορτή, σαν κάτι να σε ενοχλούσε. Ο καπνός φιλτραριζόταν στα πνευμόνια σου, τα έκαιγε κι έβρισκε διέξοδο από τα ρουθούνια σου. Είχες χαμηλώσει το βλέμμα, κοίταγες το εμπριμέ χαλί που ζέσταινε το χώρο. Σε μια στιγμή ήρθε και θρονιάστηκε δίπλα σου ο πειρασμός, ο σατανάς ο ίδιος μαυροφορεμένος. Εντυπωσιακή, αδύνατη και ψηλή με λίγο αγριεμένα κι έντονα ζυγωματικά, με φόρεμα ντεκολτέ, μίνι, με μαύρο μους καλσόν και γοβάκια, επίσης μαύρα γυαλιστερά. Τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα κότσο, οι βλεφαρίδες της φορτωμένες από πηχτή μάσκαρα, ενώ τα χείλη της βαμμένα με κόκκινο βαθύ κραγιόν. Σε καλησπέρισε με προκλητικό χαμόγελο και ζήτησε τη φωτιά σου. Δεν την είχες ξαναδεί, ήταν φίλη της γυναίκας του Φώτη. Σε ρώτησε το όνομά σου, τη σχέση σου με τον εορταζόμενο και σου ξαναγέμισε το κρυστάλλινο ποτήρι με βότκα. Δέχτηκες πρόθυμα το οινόπνευμα από τα χέρια της και άκουσες με ενδιαφέρον το βιογραφικό της. Η βραδιά εξελισσόταν ευχάριστα. Είχες καλή συντροφιά, ανάκτησες το κέφι σου, διασκέδαζες με την αμαρτία την προσωποποιημένη.
    
Σε κάποια φάση χτύπησε το κουδούνι. Κοινός τόπος: όσοι επιθυμούν να κάνουν εντύπωση έρχονται στο τέλος. Έριξες τη ματιά σου στην είσοδο. Ήταν εκείνη. Την είδες να εισέρχεται χαμογελαστή κι όπως πάντα κοκέττα. Δε σηκώθηκες απ' τη θέση σου, παρέμεινες σταθερός όπως και στις απόψεις. Έσφιγγε χέρια κι άλλοτε λέρωνε τα μάγουλα των καλεσμένων. Έκανες πως δεν την κοίταζες. Κι όμως η ψυχή σου έβραζε. Γιατί ήρθες στη γιορτή εφόσον γνώριζες ότι θα την τρακάριζες; Μπα! Καλά έκανες κι ήρθες!!! Ήσουν πολύ εγωιστής ώστε να αρνηθείς το φίλο σου για το χατήρι της.
     Πλησίασε και προς τη μεριά σου. Σου δωσε την παλάμη της ψυχρά κι έκατσε απέναντι. Σε ανακούφισε το γεγονός ότι δε συνοδευόταν από κάποιον. Τουλάχιστον ήταν μόνη. Αυτό ήταν όμως που ήθελες για κείνη; Τη μοναξιά; Όχι δεν ήσουν δα και τόσο μικρόψυχος. Και τί ήθελες εντέλει; Να 'στε μαζί; Ούτε αυτό! Αν το ήθελες δε θα 'χες φύγει. Θα 'χες μείνει. Ίσως και να 'χες παντρευτεί. Λοιπόν; Ήξερες τί ήθελες;
    
Ο πειρασμός σου ζήτησε να βγείτε στο μπαλκόνι. Είχε σκάσει από τη δυνατή θέρμανση. Ποιός νοιαζόταν πλέον για τα λαχταριστά εδέσματα; Σε πήρε απ' το χέρι σαν παιδί. Σκοπός της ήταν να σε απομονώσει, μάλλον να απομονωθείτε μαζί. Δεν της έφερες αντίρρηση. Σου μιλούσε ακατάπαυστα, σε πολιορκούσε στενά. Το άρωμά της μεθυστικό, τα τεράστια πράσινα μάτια της σε ζάλιζαν και σε αναστάτωναν. Άρχισες να γελάς, δεν ένιωθες το κρύο στο μπαλκόνι. Σε ανέκρινε. Τί θα έκανες μετά, πού θα συνέχιζες. Δεν είχες κανονίσει κάτι συγκεκριμένο. Γενικά σου άρεσε το "ό,τι προκύψει", η τελευταία στιγμή.
     Σου πρότεινε ωμά να πάτε σπίτι της. Σοκαρίστηκες, παρότι το κανες συχνά τελευταία. Τη ρώτησες τί έψαχνε από σένα. "Πάντως όχι να σε παντρευτώ", σου δήλωσε κυνικά. Δεν μπορούσες να την αποφύγεις. Είχες θολώσει. Ένιωθες τα ένστικτά σου να σε φουντώνουν, αδύνατο να αντισταθείς. Το παντελόνι σου προέδιδε πόσο είχες ερεθιστεί. Ήταν καλή ευκαιρία για σένα. Καλή ευκαιρία γιατί άραγε; Για την εκτόνωση της σάρκας; Για την πρόσκαιρη απόλαυση; Για την ικανοποίηση των ζωωδών αυτών ενστίκτων; Ή μήπως για την εκδίκηση απέναντι στο πρόσωπό της; Τί σου 'χε κάνει κι άξιζε εκδίκηση; Σου 'χε φάει πέντε από τα καλύτερά σου χρόνια; Σε είχε αφήσει να πιστεύεις ότι είναι η μάνα των παιδιών σου στο άμεσο μέλλον; Σε παραμελούσε δουλεύοντας αχόρταγα αριστερά και δεξιά και μη βρίσκοντας χρόνο για σας ούτε καν την Κυριακή;
    
Μπήκατε μέσα για να πάρει η κούκλα το παλτό της. Ευχαριστήσατε θερμά το ζευγάρι και καληνυχτίσατε τους παρευρισκομένους. Η συμπεριφορά σου δεν ήταν ό,τι κομψότερο για τον εορτάζοντα αλλά δεκάρα δεν έδινες. Ούτε που είδες τι έκανε η πρώην συμβία σου. Είχες περάσει σε μια εκστασιακή κατάσταση. Ορμήσατε λυσσασμένα στο αμάξι σου και γκάζωσες φουριόζος για το σπίτι της. Ευτυχώς δεν ήταν μακριά. Σου ψέλλισε να σταματήσεις όπου μπορούσες δεξιά. Πάτησες απότομα φρένο ενώ τ' αριστερό σου πόδι βυθίστηκε στο συμπλέκτη. Τράβηξες χειρόφρενο, κλείδωσες και κατεβήκατε. Το λεπτό της χέρι γύρεψε τα κλειδιά του σπιτιού της μέσα στο μαύρο δερμάτινο τσαντάκι της. Γελούσατε κι οι δύο ενώ τη φιλούσες πότε στο στόμα και πότε στο μάγουλο, ενίοτε τη δάγκωνες και την κολάκευες με κλασικές ξεπερασμένες φιλοφρονήσεις. Για πότε μπουκάρατε στην κρεβατοκάμαρά της ούτε που το αντιλήφθηκες. Σε χρόνο ρεκόρ σε είχε γυμνώσει ενώ άρχιζε να κάνει κι αυτή το ίδιο με τα δικά της ρούχα. Είχες ξετρελαθεί. Αισθανόσουν πολύ ευτυχής που 'χες ψαρέψει τέτοια γυναίκα. Και μάλιστα είχε εκείνη προσφερθεί πρώτη οικειοθελώς. Ω, ναι. Εσύ δεν έφερες ευθύνη. Απλά δεν αντέδρασες. Άρχισες να της κάνεις έρωτα βίαια και συνάμα αισθησιακά. Δε σε ένοιαζε καθόλου αυτό που ονομάζουμε "ψυχική επαφή". Δε σ' ενδιέφερε που δεν ήξερες σχεδόν τίποτα για το άτομό της.
     Σ' άρεσε που ζούσες έτσι. Δεν ήταν η πρώτη φορά μετά το χωρισμό σου που διάλεγες να περπατήσεις πάνω σ' αυτό το δρόμο: το δρόμο της αυτοταπείνωσης. Το δρόμο της φτήνειας και της αναξιοπρέπειας. Της βραχύβιας απόλαυσης. Τί κι αν την άλλη μέρα ένιωθες ένα πελώριο κενό! Πιο μόνος από ποτέ. Θεωρούσες ότι έκανες το σωστό, ότι ζούσες για το τώρα, για το σήμερα κι έτσι έπρεπε. Είχες κουραστεί να μελαγχολείς, να αναπολείς το παρελθόν. Αδιαφορούσες που σε μάλωναν λέγοντάς σου ότι γίνεσαι αντικείμενο σεξουαλικής εκμετάλλευσης της καθεμιάς. Εσύ το έπαιρνες πάνω σου, περηφανευόσουν κι έτρεμες μήπως ένα όχι σου χαρακτηριστεί ως ηλιθιότητα απ' τη μεριά σου. Ίσως μ' αυτό τον τρόπο θιγόταν ο ανδρισμός σου και μειωνόταν η φήμη σου στην πιάτσα. Είχες συμπληρώσει τα τριαντατέσσερα αλλά καρφί δε σου καιγόταν. Αυτή είναι η κατάλληλη ηλικία για να χαρείς. Ούτε μικρός να ντρέπεσαι και να ψάχνεσαι αλλά ούτε και μεγάλος να μην αντέχεις και να μην είσαι αρκετά επιθυμητός κι αποδοτικός.
    
Το κρεβάτι ήταν πια σκέτη κόλαση. Είχες ιδρώσει και σταγόνες απ' το στήθος σου στάζανε πάνω στη μελαχροινή καλλονή. Έκλεινες τα μάτια σου κι η ηδονή διαπερνούσε όλο σου το κορμί. Δεν ήθελες να τελειώσει, η κοπέλα ήταν άψογη. Μεγάλη τύχη πραγματικά. Οι σούστες έτριζαν, σίγουρα σας άκουγαν στο διπλανό διαμέρισμα. Αδύνατο να κρατηθείς κι άλλο. Οι αναστεναγμοί της επιβεβαίωναν τι σπουδαίο αρσενικό είσαι. Η αποκορύφωση πλησίαζε. Λίγο ακόμα και θα ηρεμούσες. Η κοπέλα δεν αναστέναζε μόνο αλλά έσκουζε και τσίριζε. Είχε μπήξει τα νύχια της μέσα στα χέρια σου. Η ταχύτητά σου αυξήθηκε.
    
Τραβήχτηκες απότομα και ξέσπασες επάνω της. Την είχες ξεθεώσει. Ήσασταν ο ένας αντάξιος του άλλου. Έγειρες δίπλα της λαχανιασμένος κι άναψες τσιγάρο. Απέφευγες να την κοιτάξεις. Φύσαγες τον καπνό και προσπαθούσες να ξεκουραστείς. Σε πέντε λεπτά είχες ήδη σηκωθεί. Δε φοβόσουν να οδηγήσεις. Όφειλες να γυρίσεις σπίτι. Η επομένη ήταν εργάσιμη. Κούμπωσες το πουκάμισό σου, ανέβασες το φερμουάρ του παντελονιού σου, καληνύχτισες την όμορφη γυναίκα κι έκλεισες την πόρτα χωρίς περισσότερες περιστροφές.

                                          Ο Διπλωμάτης

                                                                               στον Ιάκωβο

     Η βροχή έπεφτε ψιλή ψιλή πάνω στο παρ-πριζ του C3. Οι υαλοκαθαριστήρες έκαναν το χρέος τους αργά και σταθερά συμβάλλοντας με τον ιδιαίτερο μονότονο ήχο τους στο κλίμα του βροχερού απογεύματος στο κέντρο της Αθήνας. Κίνηση και σημειωτόν πορεία στην καθ' όλα υπέροχη Βασιλίσσης Σοφίας... απέναντί μας το Σύνταγμα φάνταζε υπέροχο, αριστερά μας η Βουλή επιβλητική, εντυπωσιακή κι όπως πάντα καλόγουστα φωτισμένη ενώ ακριβώς μπροστά μας το πολυτελές ξενοδοχείο της Grande Bretagne φορούσε κλασικά άρωμα δυτικής ευρωπαϊκής πρωτεύουσας...
     Το φαγητό στην ταβέρνα του Κολωνακίου στην Πατριάρχου Ιωακείμ είχε αφήσει στο στομάχι μας μια αίσθηση γλυκού κορεσμού και στο στόμα μας μια γεύση ικανοποίησης από καλομαγειρεμένα εδέσματα σαν σπιτικά, της μαμάς. Τα τελευταία είχαν διαδοχικά συνοδευτεί κι από πάστες σοκολατίνες από το διπλανό ακριβώς ζαχαροπλαστείο της σικάτης αθηναϊκής συνοικίας.
     Οδηγούσες προσεχτικά, με το πόδι επίμονα στο φρένο. Το μποτιλιάρισμα δε σου επέτρεπε να προχωρήσεις πιο γρήγορα. Τα ΙΧ έσμιγαν συχνά μεταξύ τους, μερικές φορές επικίνδυνα και προκλητικά. Έριχνα αδιάφορα το βλέμμα μου από δω κι από κει, απολάμβανα την ομορφιά της πόλης χωρίς να βιάζομαι καθόλου να καταλήξουμε στο μετρό όπου θα χωρίζαμε πηγαίνοντας ο καθένας σπίτι του ή αλλιώς από κει που 'ρθε. Τα αυτοκίνητα κατέκλυζαν το δρόμο, δίνοντας μάχη για λίγη προώθηση. 'Αλλα με αθηναϊκές πινακίδες, άλλα με επαρχιακές... έμοιαζαν όλα τους με κομματάκια από το ίδιο ψηφιδωτό μοντέρνας αφηρημένης τέχνης...
     Κάποια στιγμή κι ενώ το φανάρι της Πανεπιστημίου μας είχε αιχμαλωτίσει για λίγα λεπτά, η ματιά μου μαγνητίστηκε από ένα αλλιώτικο όχημα. Πανάκριβο, με τζάμια φιμέ, ίσα που διέκρινα ότι μέσα, στο πίσω κάθισμα υπήρχε άνθρωπος. Αμέσως κατάλαβα ότι θα επρόκειτο για κάποιο επίσημο ή αλλιώς διακεκριμένο πρόσωπο. Υπέθεσα δε ότι το αμάξι του θα είχε αλεξίσφαιρα παράθυρα για λόγους ασφαλείας. Κοίταξα τις πινακίδες του -τι άλλο;- για να εξακριβώσω κατά μία έννοια την ταυτότητα του μεταφορικού μέσου. Αμέσως διαπίστωσα ότι τα στοιχεία του δεν ήταν ούτε της πόλης μας ούτε κάποιας άλλης εντός Ελλάδος ή εξωτερικού. Παρατήρησα τα αρχικά ΔΣ και χωρίς να τα επεξεργαστώ σε ρώτησα σχεδόν με παιδική αφέλεια:
 -"Μα τί αρχικά ειν' αυτά; Τί σημαίνει ΔΣ";
 -"Διπλωματικό σώμα..." μου απάντησες και συνέχισες την αγωνιώδη σου πορεία μέχρι την πλατεία.  Θυμήθηκα που η μητέρα σου είχε βλέψεις για μια λαμπρή καριέρα στο διπλωματικό σώμα... έλπιζε ότι θα εξελισσόσουνα μετά τη λήψη του μεταπτυχιακού σου από το πολιτικό της Νομικής σε διπλωμάτη εργαζόμενο πότε στη μία και πότε στην άλλη πρεσβεία του κόσμου αποκτώντας μοναδικές εμπειρίες και κερδίζοντας απίστευτα χρήματα. Όνειρα θερινής νυκτός... αλλά και ποτέ δεν είναι αργά...
     Τα αλάρμ άναψαν έξω ακριβώς από τη Μεγάλη Βρετάνια. Αποβιβάστηκα από το αυτοκίνητο βιαστική αφού πρώτα έλεγξα ότι δε διερχόταν άλλο αμάξι. Σε αποχαιρέτησα επίσης αγχωμένα ενώ την ώρα που σου έκραζα "θα σου στείλω μήνυμα" τα μάτια μου έπεσαν στον πορτιέρη του ξενοδοχείου. Η στολή του ήταν μακριά και στενή με κυρίαρχο το σκούρο πράσινο χρώμα. Το καπέλο του -ασορτί με το όλο ένδυμα- ήταν επίσης μακρόστενο κι αστείο. Έμοιαζε με καπέλο ταχυδακτυλουργού που κάνει μαγικά κι αποκαλύπτει μέσα από κει άσπρα κουνέλια! Η BMW σταμάτησε ακριβώς έξω από το ξενοδοχείο, ο διπλωμάτης κατευθύνθηκε προς την είσοδο όπου ο πορτιέρης του άνοιξε ευγενικά σχεδόν υποτακτικά την πόρτα καλησπερίζοντάς τον.
     Έτρεξα σύντομα στο μετρό καθώς η βροχή δε μου άφηνε πολλά περιθώρια για κανονικό περπάτημα. Κατέβηκα τα σκαλιά που γλίστραγαν και κάνοντας δεξιά στάθηκα μπροστά στο μηχάνημα έκδοσης εισιτηρίων. Έβγαλα απ' την τσέπη ακριβώς ογδόντα λεπτά, έριξα τα κέρματα ένα προς ένα μέσα στο αδηφάγο σιδερένιο κουτί, έλαβα το ενιαίο μου εισιτήριο, το επικύρωσα στα γνωστά μηχανάκια που λειτουργούν σαν να φτύνουν και στράφηκα προς την κυλιόμενη σκάλα με κατεύθυνση τον 'Αγιο Αντώνιο και προσωπικό σταθμό την Αττική.
     Το απρόσωπο πλήθος στεκόταν όρθιο αναμένοντας το συρμό. 'Αλλοι όρθιοι κι άλλοι καθιστοί, ο καθένας χαμένος στις σκέψεις του. Χαμένη στις σκέψεις μου ήμουν κι εγώ, θυμόμουν διαρκώς το διπλωμάτη. Το πώς κατόρθωσε να φτάσει ως εκεί, το τι υψηλή ποιότητα ζωής θα απολάμβανε, το τι σπουδές θα είχε ακολουθήσει, το πόσο σπάνιος άνθρωπος ήταν, το πόσο σημαντικός θα ήταν για το υπουργείο εξωτερικών αλλά και για τον εαυτό του. 'Ανθρωπος ζηλευτός, επιτυχημένος, ώριμος, αυτό που λέμε φτασμένος αλλά ίσως και μόνος, χωρίς οικογένεια ή διαζευγμένος ακριβώς λόγω των πολλών επαγγελματικών υποχρεώσεων αλλά και συνεχών μετακινήσεων κι απουσιών...
     Έφτασα σπίτι τρία τέταρτα μετά ταλαιπωρημένη από την ορθοστασία μέσα στα μέσα μεταφοράς, καθώς μετά το μετρό χρησιμοποίησα τρένο και συνέχεια πήρα ταξί από το Ηράκλειο μέχρι το σπίτι. 'Ανοιξα την πόρτα με το κλειδί κι είδα τον πατέρα μου ξαπλωμένο στον καναπέ να βλέπει τηλεόραση. Τον ρώτησα τυπικά τι κάνει και στη συνέχεια πέρασα στην κουζίνα παρότι ήμουν σκασμένη από φαγητό και δεν είχα όρεξη για τίποτα. Η μητέρα μου, όπως πάντα σπιτόγατα, φρουρός της οικογενείας, περίμενε πότε θα γυρίσω έτοιμη πάντα να με ρωτήσει αδιάκριτα κάθε λεπτομέρεια για το πώς είχα περάσει το απόγευμά μου μετά τη δουλειά.
     Της έδωσα το κουτάκι με την παστούλα-ποντικάκι που της είχες πάρει δώρο. Ο ενθουσιασμός ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της ενώ η λαιμαργία της την οδήγησε στην δίχως αναβολή κατανάλωση του γλυκού... Ξαναμπήκα στο σαλόνι όπου τεντωνόταν ο πατέρας μου. Ήτανε πλήρως αφοσιωμένος στις ειδήσεις των οχτώ. Με ρώτησε εντελώς άχρωμα αν είμαι καλά. Δε με κοίταξε καν... Έτσι έκανε από τότε που ήμουν μικρή.
     Στο μυαλό μου στριφογύριζε ο διπλωμάτης. Μου 'χε γίνει έμμονη εικόνα η γκρίζα του καμπαρντίνα, τα τετράγωνα γυαλιά μυωπίας που φορούσε, ο δερμάτινος καφέ χαρτοφύλακας που κρατούσε, το καθώς πρέπει ύφος που άρμοζε στο προφίλ του.
     Σου έστειλα μήνυμα να δω αν έφτασες καλά. Μου είπες ότι βρήκες κίνηση στη Βουλιαγμένης.
     Ο πατέρας μου δεν έχανε ποτέ τις ειδήσεις των οχτώ κι όχι μόνο... γενικά δεν έχανε τις ειδήσεις. Τον ρώταγα συχνά πώς μπορεί κι αφιερώνει τόσο χρόνο στα παράθυρα των πολτικών που τσακώνονται και βρίζονται, σε τέρψη του όχλου. Μου απαντούσε πάντα πως αυτοί αποφασίζουν για μας, για το μέλλον μας και τη μοίρα μας κι ότι έπρεπε πάντα να τους παρακολουθούμε και να ακούμε με ενδιαφέρον τι λένε.
     Πάντα τον κέντριζε η πολιτική, όπως κι εσένα. Είχε κι έχει απίστευτες πολιτικές γνώσεις. Αν του 'χε δοθεί η ευκαιρία θα 'χε σπουδάσει το δίχως άλλο το ίδιο αντικείμενο με σένα στην Πάντειο. Ίσως να 'ταν το μόνο σενάριο που επιθυμούσε για τον εαυτό του. Ένα πτυχίο πολιτικών επιστημών και μια σταδιοδρομία στην πολιτική πιθανόν σε κάποιο κόμμα. Ακολούθησες κι εσύ κάποτε αυτό το μονοπάτι μα δε σ' έβγαλε εκεί που θα ήθελες.
 -"Απόψε είδα ένα αυτοκίνητο του Διπλωματικού Σώματος..."
 -"Ναι, ε";
 -"Συγκλονιστική η ζωή ενός διπλωμάτη, ε";
 -"Για να γίνεις διπλωμάτης οφείλεις να 'σαι τουλάχιστον σαράντα ετών! Και σίγουρα δεν αρκεί ένα πτυχίο μόνο..."
 -"Ναι, αλλά και τί ζωή κάνεις; Σίγουρα όχι μίζερη με χίλια ευρώ το μήνα. Κι ούτε τρέχεις κάθε μέρα μες στο μετρό σα σαρδέλα".
 -"Πού τον είδες";
 -"Στη Βασιλίσσης κοντά στο Σύνταγμα".

                             Καλαμπόκια Κι Ανεμόμυλοι

 -"Είναι να μη σου τύχει".
     Αυτό είπα μία και μοναδική φορά στον ένα και μοναδικό πελάτη που με ρώτησε:
 -"Καίει, ε";

     Ειλικρινά, δεν την περίμενα την ερώτηση. Δεν ήξερα κιόλας πώς να την εκλάβω. Σαν οίκτο, σαν περιέργεια μέχρι να ψηθεί το καλαμπόκι του ή ίσως, μία στο εκατομμύριο σαν ανθρώπινο ενδιαφέρον; Ποτέ κανένας δε νοιάστηκε για το πώς αισθάνονται τα χέρια μου. Όλοι βιάζονται να πάρουν το προïόν και να φύγουν. Μόνο εκείνος ο παράξενος τύπος θέλησε να με ρωτήσει αν το καλαμπόκι που ετοιμαζόμουν να του πουλήσω έκαιγε, έτσι ροδοκόκκινο που έβγαινε από τα κάρβουνα.

     Είδες; Τον ονόμασα "παράξενο" τον άνθρωπο. Είναι στ' αλήθεια παράξενο να δέχεσαι μια ερώτηση για το πώς νιώθεις. Μόνον ένας παράξενος ή με όρεξη για κουβέντα θα έθετε το παραπάνω ερώτημα. Όλοι οι σοβαροί και φυσιολογικοί άνθρωποι δε ρωτάνε τέτοια μια ξένη γυναίκα με την οποία η δοσοληψία ανέρχεται στα δύο ευρώ και κρατάει για ένα το πολύ δύο λεπτά με το ρολόι. ΚΙ ΟΜΩΣ! Γιατί αποκλείεται το ενδεχόμενο, το ερώτημα του πελάτη εκείνου να κρύβει μέσα του λίγη καλοσύνη, λίγη συμπόνοια;

     Τα χέρια μου έχουν καεί και ξανακαεί χιλιάδες φορές. Ψήνω καλαμπόκια στη παραλία των Στύρων, στη Ν. Εύβοια όλο σχεδόν το καλοκαίρι. Αυτό το κάνω τρία χρόνια τώρα. Από τότε δηλαδή που πέθανε ο άντρας μου. Η ψευτοσύνταξη που μου άφησε δεν αρκεί ούτε για τα τελείως απαραίτητα. Στα πενηνταπέντε μου κι απόφοιτη δημοτικού, ποιος θα με πάρει για δουλειά; Ο γιος μου, ο μονάκριβος γιος μου, παντρεύτηκε μια Θεσσαλονικιά και ζει πλέον στη συμπρωτεύουσα. Πώς να πάρω τα πόδια μου να πάω εκεί πάνω; Νιώθω κανονική επισκέπτρια στο σπίτι που έχτισε ο συμπέθερος για τη θυγατέρα του. Δε μπορώ, δε θέλω. Δε μου πάει. Βλεπόμαστε όταν εκείνος παίρνει το δρόμο προς Αθήνα. Βέβαια, έστω κι αν ζούσε εδώ, μαζί μου στο διαμερισματάκι στη Καλλιθέα, πάλι δε θα τον ενοχλούσα. Και δε θα κλαφτώ ότι με τον πατέρα του φτύσαμε αίμα για να γίνει αυτός οικονομολόγος. Όχι. Μια παροιμία λέει: Το χρέος προς τους γονείς μας το ξεπληρώνουμε προς τα παιδιά μας. Κι είμαι βέβαιη ότι κι ο Αντρέας αυτό θα κάνει.

     Ψήνοντας καλαμποκάκια και πουλώντας ανεμόμυλους για μικρά παιδιά στη παραλία από Ιούνιο μέχρι Αύγουστο, βάζω στην άκρη κάποια λεφτάκια για το χειμώνα. Μου 'τυχε, τι να κάνω; Βαριά η χηρεία, βαριά κι η μοναξιά, άσχημη η ανεργία μα ακόμα πιο άσχημα τα γηρατειά. Πολλές φορές ευχαριστώ και δοξάζω το Θεό που κρατιέμαι ακόμα στα πόδια μου και μπορώ και κάνω το επάγγελμα αυτό. Αν ήμουν πιο γριά, θ' άπλωνα το χέρι κι όπως λέει κι ο Λογοθετίδης στο "Ένας Ήρως Με Παντούφλες", θα έριχνα τα μούτρα μου σε συγγενείς και γνωστούς παρακαλώντας:
 -"Ό,τι προαιρείσθε..."

     Τα πιτσιρίκια κάνουν σαν τρελά για καλαμπόκι. Υπάρχουν μερικά που είναι σταθεροί πελάτες. Δεν παραλείπουν να με ενισχύουν σχεδόν κανένα βράδυ. Πολλές φορές περιμένω πώς και πώς να τα δω, ν' ακούσω το γέλιο τους, να χαρώ το γελαστό προσωπάκι τους, να μου πουν μετά από σχολαστική εξέταση ποιο τελικά είναι κείνο το καλαμπόκι που τα κέρδισε και θέλουν διακαώς να καταλήξει στο στομαχάκι τους...! Το μακρύ που όμως είναι λεπτό ή το κοντό που ωστόσο είναι πιο χοντρό; Έχουν γούστο...
    
Οι ενήλικες είναι πιο δύσκολοι. Πολλές μανάδες σχολιάζουν τη τιμή του καλαμποκιού ως ακριβή. Δύο ευρώ για ένα παλιοκαλαμπόκι... Δεν αξίζει... Πολλές φορές το βροντοφωνάζουν κιόλας για να το ακούσω καλά. 'Αλλοι πάλι τα περιεργάζονται και στο τέλος ή δεν τα παίρνουν ή μου ζητούν απαιτητικά να τους ψήσω ένα καινούργιο που θα ξεφλουδίσω μπροστά τους. Τα καλαμπόκια που έχουν αρπάξει δεν τα προσέχει κανείς. Έχουν ακριβώς την ίδια μοίρα με τους ανθρώπους. Η τύχη τους είναι προδιαγεγραμμένη. Κανείς δεν τα προσέχει, κανείς δεν τα θέλει, ακόμα και τζάμπα κανένας δε θα τα έβαζε στο στόμα του. Κι έτσι στέκονται στην άκρη, μόνα τους, παραμελημένα, μέχρι που παγώνουν και συναντούν τα υπόλοιπα σκουπίδια που βρίσκονται στον κάδο αχρήστων δυο-τρία μέτρα πιο πέρα από το πόστο μου.

     Οι ανεμόμυλοι γνωρίζουν πολύ σουξέ τον Αύγουστο. Με τα μελτέμια. Χωρίς αέρα, χωρίς ώθηση δεν κινούν τη περιέργεια των μικρών φίλων. Στέκουν κι αυτά αμίλητα και το χειρότερο, απούλητα. Σαν όμως φυσήξει, στροβιλίζονται σα παλαβά και κάνουν τις μικρές φατσούλες να λάμπουν από ευτυχία! Τελικά, επιτελώ σπουδαίο έργο, όχι αστεία. Προσφέρω κάτι το βρώσιμο, μαλακό και φρέσκο και ζεστό και τραγανό και παράλληλα ψυχαγωγώ και διασκεδάζω και συναρπάζω με τους ανεμόμυλους- διαολάκια. Κι έχω και ποικιλία χρωμάτων. Μπλε, κόκκινους, κίτρινους...

     Έχω και συναγωνιστές. Πραγματικούς συναθλητές. Τον κυρ-Ηλία, ακριβώς απέναντί μου και την κυρά-'Αννα, τη Βουλγάρα στη παρακάτω γωνία. Δε σκάω όμως και δε ζηλεύω. Ούτε κι οι συνάδελφοι ζηλεύουν. Όλοι οι καλοί χωράνε. Ποτέ δεν έμαθα τους λόγους τους. Το γιατί επέλεξαν να σταδιοδρομήσουν στην ανωτάτη Καλαμποκευτική. Δε χρειάζεται να μάθω. Απλά τους έτυχε.

     Είναι να μη σου τύχει. Τα νύχια μου είναι μαύρα μέχρι μέσα. Η ποδιά μου είναι κι αυτή λερωμένη από τα κάρβουνα. Η τσιμπίδα, το χειρουργικό μου εργαλείο ζεματάει κι αυτή μα εγώ τη βαστώ με δεξιοτεχνία. Στην αρχή με κουμάνταρε, τώρα τη κουμαντάρω εγώ. Η ορθοστασία μ' έχει πεθάνει κι οι πατούσες μου διαμαρτύρονται. Η απάντηση που πήρε ο πελάτης εκείνος ήταν πολύ εύστοχη. Γιατί ήταν αυθόρμητη. Και δεν τον είδα να επιθυμεί να με ανακρίνει κι άλλο. Η φράση μου ήταν αποστομωτική, το βλέμμα μου φωτιά που έκαιγε όσο και τα κάρβουνα. Και το δικό του βλέμμα έπεσε πάνω μου όλο νόημα. Ήταν σαν να έλεγε: Κατάλαβα, έχεις κι εσύ την ιστορία σου. Αλλιώς, εδώ θα ήσουν;
    
Κι εκεί έληξε η συνομιλία μας. Κακώς. Δεν του μίλησα κι άλλο. Να του πω και τα θετικά της υπόθεσης που προανέφερα. Εντάξει, το δέχομαι. Είναι να μη σου τύχει. Μα κι αν σου τύχει, τι έγινε; Το πολύ-πολύ να επιτελέσεις έργο. Αν το αναλύσεις, θα δεις τις διαστάσεις του. Δεν είναι λίγο.

     Σε κανά τέταρτο θα μαζέψω. Έσπασε η κίνηση. Πάω να φύγω. Κι είμαι ευτυχισμένη. Πραγματικά ευτυχισμένη! Αλίμονο σ' όποιον δεν μπορεί να διακρίνει το γιατί. Είναι τυφλός.
     Καληνύχτα!


             Οι Πράσινες, Οι Κόκκινες, Οι Θαλασσί Οι Φούστες

     Με λένε Γιάννα. Από το Ιωάννα. Μερικές φίλες με φωνάζουνε Γιαννούλα. Έτσι, χαϊδευτικά. Δουλεύω σ' ένα μεγάλο σούπερ-μάρκετ, στα τυριά. Κόβω τυριά κάθε μέρα. Κίτρινα, άσπρα, με μούχλα, ό,τι θες. Το υπερκατάστημα έχει ποικιλία. Είμαι εκεί τρία χρόνια. Ναι, τρία χρόνια πηγαινοέρχομαι με το τρόλεϋ. Από το διαμέρισμά μου στο μαγαζί κι από το μαγαζί στο σπίτι πάλι πίσω.

     Δεν είμαι παντρεμένη. Όλοι βάζουν το χέρι τους στη φωτιά ότι ποτέ δε θα με κοιτάξει άνθρωπος. 'Αλλοι πάλι στοιχηματίζουν ότι δε θ' αργήσω να βρω βλάκα να με πάρει. Κάτι χοντρές σαν εμένα, λένε, τις προτιμούν για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο.

     Είμαι ενενήντα κιλά με ύψος ένα κι εξήντα. Είμαι έτσι χρόνια. Ποτέ δε σκέφτηκα σοβαρά να κάνω δίαιτα. Μ' αρέσει το φαγητό. Στη δουλειά, τσιμπάω συνέχεια. Το στόμα μου είναι σπανίως καθαρό! Δε με πτοούν τα πικρόχολα σχόλια ούτε των συγγενών, ούτε των συναδέλφων ούτε και των περαστικών μερικές φορές.

 Σήμερα για παράδειγμα, παραπάτησα στο δρόμο κι έφαγα τούμπα. Έγινα θέαμα. 'Ακουσα γέλια συνοδευόμενα με επιφωνήματα ... "Ωωω, Αααα, Έπεσε η χοντρή! Κοιτάχτε..." Μάζεψα τα πράγματά μου σα να μη συνέβαινε τίποτα και συνέχισα για το σπίτι.

     Μένω μόνη μου. Οι γονείς μου έχουν πεθάνει. Ο πατέρας μου πριν δύο χρόνια, η μάνα μου πριν δέκα. Ήμουν εικοτεσσάρων ετών τότε. Δε δούλευα. Με συντηρούσε εξολοκλήρου ο πατέρας μου όπως η χαμηλή θερμοκρασία το τυρί. Έφυγε ξαφνικά από καρδιά.

     Έχω μια αδερφή. Πιο μικρή. Είναι τριανταδύο χρόνων. Ζει στην Καλαμάτα. Από κει είναι ο γαμπρός μου. 'Aμα θυμηθεί, με παίρνει κανά τηλέφωνο. Ζει με τα πεθερικά της. Δε γουστάρω τις επισκέψεις στη Μεσσηνία.

     Η ώρα είναι δώδεκα. Σήμερα δουλεύω διακεκομμένο ωράριο. Ξέρω. Πρέπει να πάω στη δουλειά. Σε λίγο θα βγω στη στάση του τρόλεϋ.

     Πολύβουη Κυψέλη. Πανικόβλητη όπως κι οι άνθρωποι που την κατακλύζουν. Το κίτρινο λεωφορείο φτάνει. Κίτρινο σαν ολλανδικό γαλακτοκομικό. Αν κοπεί το ρεύμα, θα κοπεί κι αυτό. Θα σταματήσει στη μέση του δρόμου ακίνητο κι άχρηστο. Έτσι είναι. Όταν κάτι λειτουργεί είναι χρήσιμο, αν όχι είναι άχρηστο.

     Κατεβαίνουμε τον κεντρικό. Η κίνηση φυσιολογική για κέντρο Αθήνας. Ξέρω ότι σε πέντε λεπτά περίπου θα περάσουμε από το μαγαζί με τα γυναικεία. Εκείνο το μαγαζί με τα ωραία. Αυτά που εγώ δεν αγοράζω. 'Aραγε θα έχει και σήμερα στη βιτρίνα εκείνες τις ωραίες φούστες; Τις λαχανί και τις πράσινες, τις κόκκινες σα φωτιά, σα Σπανιόλα, τις γαλάζιες σαν ουρανός και τις θαλασσί σαν ωκεανός;;; Ή μήπως τις έβγαλε κι έβαλε άλλα μοντελάκια;

     Α, να τες! Εκεί είναι! Όπως χτες και προχτές κι αντιπροχτές. Ωραίες που είναι! Τι κομψές! Αλήθεια; Είμαι ακόμα γυναίκα; Ακόμα ζωντανή γυναίκα; Δεν έχω χάσει κάθε αίσθηση κομψότητας και χάρης;

     Τι γρήγορα που έφυγε το Γκούντα! Χάθηκε ένα φανάρι του Θεού σ' αυτό το σημείο; Δηλαδή ποιου Θεού; Του ανθρώπου θέλω να πω. Όλα του ανθρώπου είναι. Όλα.

     Συνέρχομαι. Το πόστο μου με περιμένει. Από μέσα φοράω μάλλινο φανελάκι κι ας είναι Μάιος. Κάνει κρύο στο ψυγείο των τυριών. Την πρώτη χρονιά πέρασα πνευμονία. Δε με πήραν πουθενά αλλού για δουλειά.

     Πολλή ζήτηση σήμερα. Κυρίως η φέτα. Αλλά και τα χαμηλά λιπαρά. Τα άνοστα και πλαστικά τυριά.  Δεν έχω κάτσει ούτε λεπτό. Ψόφησα. Οι φλέβες στα πόδια μου πετάνε. Οι πατούσες με καίνε. Νυστάζω. Ευτυχώς δεν είμαι μόνη. Είναι κι ο Στάθης μαζί μου. Βοηθάει πολύ.

     Κραδαίνω το μαχαίρι. Και δεν ξέρω προς τα πού θα το στρέψω: προς το κεφάλι το τυρί ή προς το κεφάλι του πελάτη που με ειρωνεία και θράσος δίνει την παραγγελία του; Ή μήπως προς το δικό μου το κεφάλι;

     Σχολάσαμε. Ο δρόμος γνωστός. Κι η στάση του τρόλεϋ ακριβώς απέξω. Να το. Δεν άργησε. Μπαίνω μέσα. Ώπα λάκια! Δεν έχει κόσμο. Καλύτερα γιατί δε χωράω άνετα σε μια θέση.

     Κοντεύω να κοιμηθώ πάνω στο δροσερό τζάμι. Μα όχι. Κρατιέμαι ξυπνητή. Σε λίγο θα περάσουμε μπροστά από τις φούστες. Γι' αυτές δεν κοιμάμαι όρθια. Γι' αυτές αγρυπνώ. Θα τις δω καλά κι ας είμαστε στο αντίθετο ρεύμα. Έτσι κάνω κάθε μέρα.

     Έχει σουρουπώσει. Τα φώτα του καταστήματος τις κάνουν να δείχνουν ακόμα πιο φανταχτερές. Τα χρώματά τους είναι τόσο ζωηρά. Με δαιμονίζουν. Το μυαλό μου πονάει. Πετάγομαι ολόκληρη πάνω απ' το κάθισμα. Τολμηρό όνειρο κι υπόσχεση τρελή: Να ρθω να αγοράσω όποια θέλω πριν ο έμπορος τις αποσύρει. Ναι. Από απλή σκέψη μετέβην στο όνειρο. Είμαι ζωντανή. Δεν πέθανα. Όχι ακόμη. Ζωντανή αλλά και ικανή; Αλλά και δυνατή;

     Μπαίνω σπίτι. Στέκομαι μπροστά στο ψυγείο. Ανοίγω την πόρτα του. Η εικόνα των φουστών με βασανίζει. Μέρες τώρα. Βδομάδες. Κάποιος θα νικήσει. Χτες και προχτές έχασα. Η προσποίηση ότι δε με νοιάζει καλύπτει με μεγάλη αποτυχία την ψυχή μου. Κακή θεατρίνα. Μεταμορφώθηκαν για σένα τα προβλήματα από πόνος σε δεδομένο. Πάντα όμως, κάτω από τη μάσκα του δεδομένου υπάρχει το πραγματικό πρόσωπο του πόνου. Κανένας πόνος δε συνηθίζεται.

     Αρπάζω μια μαύρη σακκούλα σκουπιδιών. Και να! Μαρμελάδες, βούτυρα, σοκολάτες, αναψυκτικά, όλα μέσα της! Κλείνω τη σακκούλα. Τη βγάζω στο μπαλκόνι. Βρίσκω ένα κέρμα στη φρουτιέρα πάνω στο τραπέζι. Κρίμα που δεν έχει πολλαπλές όψεις. Αναγκάζομαι να περιοριστώ σε δύο επιλογές, δηλαδή σε δύο χρώματα: στο λαχανί και στο θαλασσί. Κορώνα ή γράμματα; ΓΡΑΜΜΑΤΑ!

     Το θαλασσί θα πηγαίνει με τα γαλάζια μάτια μου που θα δε κρύβουν πια τα πρησμένα μάγουλά μου...

                                         Απογοήτευση 

Τί να πω;
Τί άλλο πια να πω;
Όπου κι αν ρίξω το βλέμμα μου κάνω εμετό

Της φθήνειας οι δαγκάνες
ωσάν ένας σκορπιός
του αίσχους οι καμπάνες
απύθμενος βυθός

Της απαξίας η χροιά
της αηδίας η στοά
συμβιβασμός πικρό ποτήρι
στου εθελοτυφλώ το πανηγύρι
Της παρακμής τα φάσματα
της σήψης τα σκεπάσματα

Ποιά ανάγκη έφερε τα πράγματα δω πέρα;
Και ποιες θυσίες απαιτεί μ' αντάλλαγμα λίγο αέρα;
Τέλος η τρέλα αυτή δεν έχει
σπασμένη καρέκλα που δύσκολα πια μας αντέχει.
                                                                                      1/1/2010

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers