-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

~1650 . . ( ):

                                          Πρλογος

     Η μμετρη λακ ρμα που παρουσιζεται εδ, δημοσιεθηκε για πρτη φορ στο Αττικν Ημερολγιον του Ειρηναου Ασωπου το τος 1879. Αναφρεται σ' ηφαιστειακ κρηξη που 'λαβε χρα στη Θρα το 1650 και συνοδετηκε απ παλιρροκ κμα (τσουνμι). Το μμετρο αυτ ποημα εν' Αννυμο αλλ' αποτελε δεγμα λακς δημιουργας νησιωτικο χρου της εποχς της Βενετοκρατας μλιστα σε μια κρσιμη εποχ, ταν τανε σ' εξλιξη οι Βενετοτουρκικο πλεμοι. Τα ρια ανμεσα στο σγχρονο ρεπορτζ και τη λογοτεχνικ δημιουργα εν' ακμα ρευστ.

                                            Στλλα Κοντογιννη

====================

Διγησις ωραιτατη για το κακ που γνη

Λγω ντας ψε η φωτι επ στη Σαντορνη

Με δξαν του Ιησο Χριστο οπ' λοι προσκηνομεν

για να μου δση δναμιν λγον καλν να πομεν

Δυο βρσα που βουλθηκα στον κσμον δια να δσω

πασανς για να τα γρικ ωσν τ' αποτελεισω

Κι ποιος διαβσει και βρη τα κι εναι πολλ σφαλμνα

και εις τον τπον που ζητον δεν εναι συνθεμνα

Παρακαλ τονε λοιπν εμ να συμπαθση

γιατ ακμη αμαθς βρσκομαι σ' ττοια φσι

Μα 'γ αυτς μου δεν μπορ τα βρσα ν' αρχηνσω

και βολομαι παρακαλι σ' Θεν μου να ποισω

Θε μου παντοδναμε και πλαστουργ, τ' ανθρπων

πο τοπες πντοτε να ζη με δρωτα και με κπον

Με κπον και με δρωτα θλω κι εγ ν' αρχσω

και δσμου την σην φτησιν για να μετανοσω

Εκ τα πρωτιν μου κρματα , απ' αυτ να απχω

κι εις το δικ σου θλημα πντοτε να ξετρχω

Θε που λα τα βαστς και λα τα σηκνεις

και τα κρυφ και φανερ , εσ λα τα γννεις

Εσν και γω παρακαλ και σνα χω θρρος

νε και σφλω ποβετις* μηδν το πρης βρος

Εσ Θε τα δνεσαι λα να μου τα δσης

και τους νεκρος απ την γν δνεσαι να σηκνης

Καθς με μιαν σου φωνν Λζαρος ενεστθη

και εσηκθηκεν ορθς, ποκτω απο τα βθη

Λοιπν Θε μου που αυτ καμες θαυμασαν

δος και σεμνα τον φτωχν δναμιν και σοφαν

Για να μπορ με τ' μορφο μδο να τα τελεισω

αυτνα που εβλθηκα σε ρμα να τα δσω

Χριστ δξε την δησιν ετοτην οπο κνω

ιδ μου και την ρεξιν και κπον οπο βνω

Πτερ αγννητε Θε κριε των κυρων

και συ Χριστ μου γεννητ σν πνεμα το αγον

Τριδα ομοοσιος που εστε μα θετης

καχετε μα βοληση και μα αγιτης

δξαν λοιπν να χετε ομδι και τα τρα

μαζ και με την δσποινα Μαραν την αγα

Λγω μητραν του Χριστο , παρθνα τω παρθνων

πντοτε πρσβευε γιαμε τον πολλ αμαρτεμνον

Αξωσ με δσποινα να σε χω παντοχ μου

.......................................................................

Και εις τους κλπους του Αβραμ να λθω και να φτσω

σα μου προετομασε ο υις σου να απολασω

Λοιπν αγα δσποινα μυριοχαριτωμνη

που με θεν και σον υιν εσαι δεδοξασμνη

Εσες και με αξισετε να βρω νεσιν καμπση

και στελετε γγελον αγαθν βοθεια να μου δση

'Αγγελε φλαξ, βλπε με απ τα κακ να απχω

και στου θεο το θλημα πντοτε να ξετρχω

Ο κριος σε ρισε να εστε συντροφιν μου

οπο και ανεβρσκομαιν να σχω βοθει μου

Μηδ μ αφσης μοναχν και βρει και με τραβξη

οχθρς μου ο παμπνηρος και σαμαρτα με ρξη

Λοιπν γιε γγελε πρσβευε ογιαμνα

Δια λα μου τα κρματα να εν' συμπαθημνα

Και λοι οι αρχγγελοι ποιετε ικεσαν

διαμνα τον αμαρτωλν να βρω σωτηραν

Και συ πρδρομε βαπτιστ δσποτα του Χριστο μου

δια μνα πρεσββευσε λοιπν εμπρς στου ποιητου μου

Τα κρματα που καμα να 'ναι συμπαθημνα

και ας χαρση την ψυχν σμερον απ' εμνα

Ανδρα μου πρωτκλητε, με τσ' λλους αποστλους

εβγλετε κι εσες, απ του εχθρο τους δλους

Επειδ γυρεει πντοτε εμνα να πειρζη

απ του θεο την συνταγ γυρεει να με βγζη

Παρακαλ πρεσβευσατε βοθεια να μου δση

κεις κλασι παντον να μη με αποδσην

Ω! γιε Βασλιε, Χρισστομε Ιωννη

Γρηγριε Θελογε πς νας σας ας κμη

γουν ωσν παρκλησι, πρσβευσε ογιαμνα

δια να μου δση ο Θες συμπθειαν στα φταισμνα

Γεργιε, Δημτριε, Θεδωρ μου Τρων

οπο επολασετε και σες τον κλρον των μαρτρων

Που εχσετε το αμα σας διαγπην του Χριστο μου

γλυτσετ μου την ψυχν και σεις απ του εχθρο μου

Αντνιε, Χριστδουλε, Σββα ασκητν το κλος

νον παιδ τις δαμονες επετε κεχε........................

Χορς μαρτρων γυναικν και ασκητν οσων

οπο κι εσες εβρσκεστε με πντων των αγων

Παρακαλτε καισες κριον τον Θεν μου

δια να με βγλη γργορα εκ τα βσανα του κσμου

Να ρθω και να χαρομαι στην νω βασιλεαν

να μη ζητ πλι το κορμ να κνη αμαρτα

Αξωσ με κριε τι ρχισα να τελεισω

και τα κακ οπο κμα λα να μετανισω

Να βρσκομαι στην χρι σου στα ργα τα δικ σου

για να θυμομαι πντοτε και τα μυστρι σου

Να κοινων μιαν φορν κθε σαρακοστ σου

καθς επαραγγελασι πατρες οι εδικο σου

Μνον Θε συμπθειον ασεν στα κρματ μου

γιατ πολλ σου σφαλα κριε ποιητ μου

Και τρα αρχν με θλημα το εδικν σου βνω

και απ τρα και ομπρς να μην σου αμαρτνω

Μονχα σε παρακαλ δος μου να τελεισω

τα σα 'δω ελγιασα σε ρμα να τα δσω

Λοιπν τοτα αρχνωτα με θλημα δικν σου

και μην μας αποχωρσης πλι Χριστ το πρσωπν σου

Μα στελε μου το πνεμα σου νρθη να με φωτση

ωσν τους αποστλους σου και μνα να οδηγση

Δξαν Χριστ μονογεν να το οπο κατεβανει

το πνεμα σου το γιον και εισεμ εμπανει

Λοιπν ετρα βολομαι κι εγ ρχοντες ν' αρχσω

τα εδασι τα μτια μου μιαν πρτη να μιλσω

Γιατ κατχω δεν μπορ λα να σας τα δσω

γουν να τα γρικσετε ουδ' γω να σας τα δσω

Και αγκαλ και ο λογισμς μου λει μην απλσης

ν' αρχσης πργμα περισσ να μην μπορες να σσης

Πλιν θωρν την ρεξιν, οπο πολ με βιζει

και δια να γρψω την αρχν με σρνει συ............

Τρα λοιπν ηνκλνομαι της ρεξης να δσω

εκενο που βουλθηκα και ως μπορ αποσσω

Και τζι σας παρακαλ με πθον φικρασθετε

σα που σας διηγομαι 'δω αλλο να τα μιλετε

Μη δεν θαρρτε Χριστιανο πως θλω ν' αρχηνσω

να λγετε και μπουφουνις θλω να σας μιλσω

Και τζι σας παρακαλ κλαγετε μετ' εμνα

και λγω σας αλθεια το πως κλασι και μνα

Τα μτια θυμντας τα εκενα του εχαν δοσι

τα χελη μου του ταπεινο φρττουσι κι αποροσι
οπο 'δαμεν εμες επ κι στα νησ τα λλα

Μα το περσσο γινε επ στην Σαντορνη

οπο λογιζαμεν πως ποτ ττοιον να μην εγνη

........τα λγω γρικσομεν πρτη απ τους γονιος μας

..........ξανψεν η φωτι με γνμην του Θεο μας

Χριστ μου και λυπσου τους δστωνε σωτηρα

να μην ιδοσι οι φτωχο του εχθρο την τιμωρα

Αξωστες κριε σ' παρδεισον να μποσι

και μ' λους σου τους δκαιους να σε υμνολογοσι

Να χαρονται τ' αγλουνται κσμου να μη θυμονται

γονους παιδι εφκασι να μην τους ελυπονται

Τοτα λοιπν τα στερα γιναν την Δευτρα

οποτονε του Νομπριου η τετρτη ημρα

Μια φορ μνο βγανε αυτνην την ημραν

και πλον δεν εφνηκε και ρθεν η εσπρα

Και Τρτη εξημρωσε πλι 'δαμεν και κνει

πτε σ' μνιν ραν πτε σ'δυ μιαν φορν εβγνει

Κι νθρωποι εξεφοβθησαν στον μμον εδιαβκαν

δεν ημπορ να σας ειπ τα ψρια οπο βρκαν

Κοφινια εγεμσασι και φραντα απνω

και φαγα και 'γω απ' αυτ καθς αναθιβνω

Λοιπν μπε και Δεκβριος και τους σεισμος συχνιζει

και λγαμεν τα σπτια μας πας νας να τ' αδειζη

Εκ τους περσσους τους σεισμος μην πσου και χαλσου

νθρωποι ναι να σκοτωθο και ροχατους να χσου

Κι σον επλθυναν οι σεισμο η φλγα αδυναμζει

και να σχολζη τον θυμν οπο 'χεν αρχηνζει

Και εις τας πντε του αυτο Πμπτη ημρα πλι

του γιου Νικολου το σπερν εθλασιν εψλλει

Και επαν πως ανβηκε η θλασσα παρνω

μα νφος δεν εφνηκε καθς αναθιβνω

Ττες το ητι εγννηκε εγ ουδν το εδα

γιατ 'μουνε στην εκκλησ οποτον πανηγρα

Κρθεν η Πφτη το ταχ και φλγα ουδν βγνει

σαν πντοτε οπο 'ζαρε δο και τρεις να κνει

Βλποντας εχαρκαμεν ολγον οι θλιμμνοι

......τς πως εσκλαζε η φλγα η οργισμνη

Και ειστν καιρν των γινε νησ που λν καμνη

ογδντα χρνοι επασι πως να 'ναι περασμνοι

Και σφλαν οι γονοι μας, τδασι δεν τα γρψαν

και πρασιν τα εδασι και μαζτως τα θψαν

Μα 'ν εχα μας στα γρψουσι ουδν τα λησμονομαν

και εσε στρταν θεκν θυμντας τα επερνομαν

Μα οι γροντες επθαναν κι οι νοι εποξεχσαν

κι αφκαν λοι τα καλ και τα κακ επισαν

Ο φθνος επερσσευε, πορνες και κλεψες

οι ζορες και ζηλοφθονις και οι καταλαλσεις

Γιαυτ ο Θες θωρντας μας θλει να μας παιδψη

φρση μετανοσωμεν σημεα σαν μας πψει

Κρχισε κκανε σεισμν μιαν φορν τον μνα

και πλιν μετ τον σεισμν, μας πεψε και πενα

Και μεις εις το χειρτερο πντα επορπατομαν

οτε θεο θυμομεσταν οτε φτωχν λεομαν

Και γρφ' τρα αρχν, ποτ του που ερχηνσαν

σεισμο καθημεροσιοι και μας εφοβερσαν

Χλιους εξακσιους πενντα που βαστομεν

τον μνα τον Σεπτβριο γινε το διηγομεν

Σββατο μρα τονε ψωσις του σταυρο μας

κι λοι μας ενηστεαμεν δι' αγπην του Χριστο μας

Ττε λοιπν κνει σεισμν και τονε μεγλος

μα 'μεις δεν ελογιζαμεν πως θνα γνη κι λλος

Κυριακν εξημρωσε κι λη την νχτα κνει

τα κλματα ηρχσαμεν πολλ μας κακοφνη

Ευρσκαμεν τους γροντας κι λους τους ρωτομεν

λγον καλν να μας ειπον να παρηγορηθομεν

Λση μας φυσικν της γς εναι σεισμος να κνη

με τις μποντζιες τις καλς γι' αυτ νεμο δεν κνει

λο μποντζιες τονε και λοι το λογιζαν

.......να εναι καθς λμεν τζι το λογαριζαν

Μα αρχζει κμνει κι νεμος και οι σεισμο κρεσρου

μου δε την νχτα παουσι αλλοθε ταχυτρου

Η εβδομδα εμσωσε και τσον εσυχνιζαν

και ττες πλι οι φρνιμοι λλα ελογαριζαν

Οι γροντες αρχζουσι να κλασι να βρυχονται

και σοι εφρονοσασι με φβον τους φικρονται

Λσιν παιδα κατχζετε και κατ που θωρομεν

φωτι θ' ανψη στο νησ και θνα φοβηθομεν

Μα ας βγλομεν κονσματα Θεο να δεηθομεν

κι ας δσομεν και των φτωχν εκενο που μπορομεν

Μπως και πψη τον θυμν και να μεταγνωμση

να μην την δη στο νησ και θλει μας κεντση

τονε μρα Κυριακ, ττες οπο τα λγαν

και κενοι που τ' ακογασι ερχσασι και κλαγαν

Ττε επρωτοβγλασι κονσματα οι παπδες

κι λοι τους ακλοθησαν οι νοι και οι γρδες

Επγαμεν γυρσαμεν καστλι φοβισμνοι

λμεν βοθησε Χριστ γιατμεστεν φταισμνοι

Και πγαμεν σταλραμεν εις την γιαν Θεοδοσαν

και οι παπδες στον Χριστν ποιον την ικεσαν

Και το καστλι και αυτ γυρσαμν το μσα

και πλε τα κονσματα στις εκκλησες τα θσα

Ττες εμελετσασι Τετρδην αν εζομεν

στις πλι αλργου εκκλησς λοι μας να διαβομεν

Λοιπν την Τρτην απσπερο καμπνες διαλαλοσι

Τετρδη εν ξημερωθ λοι να μαζοκτοσι

Ετσι σαν εξημρωσε λοι εμαζοκτκαν

μικρο τρανο και γροντες γιατ λοι φοβηθκαν

Και οι παπδες αρχηνον παρκλησιν ποιοσι

και λοι απνω στο βου επασι να διαβοσι

Παρνομεν τα κονσματα και πιαναμεν με βα

Σε μαν ραν σσαμεν στο γιον Ηλαν

Διαβζουσι και λειτουργο λσι σεισμο καννα

οπο εμες γρικντας στην τα μτια μας βουρκνα

Μλιστα στην εντην ωδ επασι να τροπρι

που ποιος το πρωτγραψε εχεν περσσα χρη

Και θεναγρψω την αρχν και πισετε να το δετε

για να μετανοσετε θεο να θυμηθετε

Η γη οπο εναι γλωσσος βο και μας λγει

για τις δικσας αμαρτες κριος με σαλεγει

Τοτα εμες ακογοντας ετρμαμεν σαν ψρη

πως μας εκαταδκαζε εκενο το τροπρι

Και λλα πολλ διαβσαμεν και λνε να τραβομεν

μσα στον γιον Στφανον λοι μας να διαβομεν

Κινομεν οι κακτυχοι με φβον περπατομεν

σαυτνη την κακοστρατι πως να την κατεβομεν,

Και με την χρην του Χριστο λοι εκατεβκαν

και ειστν γιον Στφανον επγασιν και μπκαν

Ττε κι εκε οι παπδες μας αρχζου λειτουργοσι

πρτη απ' εμς διψοσασι δεν εχασι να πιοσι

Γιατ νερ δεν ν και πγασι να βροσι

και οπο να το φρουσι παπδες λειτουργοσι

Λοιπν ωσν το φρασι πιαν σοι διψοσαν

και παρευθς αρχζουσι την στρταν επερπατοσαν

Και ειστ Καμρι επγαμεν και λοι καρτερομεν

και λειτουργοσι και εκε και απκεις διακινομεν

Κεις την κερν την Μπισκοπ κινσαμεν και πμεν

λοι μας επεινοσαμεν δεν εχαμεν τι φμεν

Και απ' εκε εσιμσαμεν λαν πολν θωρομεν

απ το κστρον τανε κι εκει συνομιλομεν

Και αποχαιρετιστκαμε την στρταν τως αρχσαν

πσι ειστ καστλιν τως και μας εκε εφσαν

Την στρταν τως επιανασι και λον εμς θωροσι

πως εβρθημεν πολλο εκενοι αποροσι

Εδιβαμεν στην Μπαναγι κι ταν ελειτουργομαν

σεισμν μεγλον καμε και λοι απορομαν

Παρνομεν δυο κονσματα απ την Παναγαν

κειστο καστλι ερχομεσταν με φβον και με βαν

Ερχομεσταν σιμνομεν απξω στο καστλι

και πλι σεισμν καμε και να μας φει θλει

ρχουνται αρωτομεν τους γιατποτις μανττο

λεν τα καστλια εκντεψα να πσι νω κτω

Απ σεισμος τους φοβερος , πολλος και δυνατο σαν

πρτη σπτια εχαλσασι και πρτη εραγσαν

Αρχζομεν και κλαγαμεν και χι δι την ζων μας

μα δια τα ργα τα κακ κλαγαμεν την ψυχν μας

Διατ αναποθνουμεν αφνδια οι καημνοι

κατχω οι περισστεροι μεστεν κολασμνοι

Α αμ ο παλυλεος να μας συμπαθση

και απ την παρδειςον να μην μας εχωρση

Και οι παπδες μας λγουσι αριον Πφτη εναι

και ξερετε η εορτ του Θεολγου εναι

Και αν θλετε ας πγομεν λοι στην εκκλησαν

και νδρες γυνακες και παιδι να κμομ' αγρυπναν

Και παρευθς εδιβημεν, απ βραδ ντελγκου

ογια να κμομεν αγρυπνα του αγου Θεολγου

Και λην την νχτα τρεμε η γς η καμνη

μα μες δεν εξανοξαμεν την νχτα τι εγνη

Γιατ 'παν κψε η φωτα ττες τη νχτα 'κενη

εσε χωρα κατοικον, οπο την εδαν 'κενοι

Γιατ οπο επαν κεδαν τη γινε η γαλνη

καθς θλομεν σας 'πει στερα τι εγνη

Και επγαμεν στη λειτουργι στο μοναστρι εμπκαν

στου Θεολγου την εορτν λοι εμαζοκτκαν

καμαν αρχ να λειτουργο πλιν σεισμν γρικομεν

........ποτ του δυνατς και λοι απορομεν

Αφνη πως η εκκλησα γρνει να μας πλακση

ψαλτους ακοιννητους εθε να μας χση

Οοικονμος λειτουργ δνει τ' αντιδερκι

και παρνει μας εις το κελ και δνει μας ρακκι

Και σαν μας αποκρασε λγει εδ διαβετε

στα ξω σπτια γυρσετε και απκεις γευθετε

Πμε λοιπν στα ξπορτα κι εκε βρμον γρικομεν

τσον εβρμην σκημα και λοι απορομεν

Ωσν τζεντνα καραβιο σου φανεται και τον

η βρμα ουδτινς δεν ξευρε τι τον

Και ως τφη και ως μπλμπερη κι ως λσπη βουρκιασμνη

καθολικ σου φανουντο η βρμα οπο βγανει

Και εις την πρτα επγαμεν και λσιντο και 'κενοι

πως ττοια βρμα ουδποτε δεν εδασι αυτονοι

Πρνα επγασι νθρωποι να ειδοσι

και παρευθς εδρμασι και ρθαν να μας ποσι

Το πως γαλνη εδασι σαν να 'τονε σημδι

και σοι τυχαν εδεκε εδρμαμεν ομδι

Μιαν αλωνδα βλπομεν και λοι θαυμαστκαν

Πολλο ελγιασαν κεπασι σημδι να μην το

μα στερα στανιτονε εμολογσασν το

Και βνουσι και στοχημα απ μποντζα νναι

να 'κοσρι εβλανε να πσι να το φνε

Πολλο απ' εμς εστκαμεν λοι εκε θωρομεν

και ο Κονμος μας μην να πμεν να γευτομεν

σοι λοιπν εθλαμεν πμε για να γευτομεν

και κεθεν που γευομεστεν για την φωταν μιλομεν

Κηκλγαμεν ο ες τ' αλλο λες κι φωτα θενψη

αν ψη στην γαλνη αυτ λους θεν μας κψη

.....σιμ εξνηκε λσι να 'ναι μλια ξι

.....καμεν μγαν κακ επθελε να βρξη

Εκ τον Κολομπο δεικτε αντκρυς Αιρακλεας

φβος γαρ τονε σε μας τρμος τε και δειλα

Λοιπν, λγον ενπαυσε η βρμα που εφνη

και ο Κονμος αρχην και το ποτρι πινει

Και τα γεμτα ερχσαμεν κι αφνομεν τον βρμον

παπ Ανετλιον τον λν αυτνον τον Κονμον

Και απτης επογετημε λοι εμαζοκτκαν

και εις το μλον στο δροσ πολλο απ' εμς διαβκαν

Και στην γαλνη πντοτε πολλο απ' εμς θωρομεν

και μερικο εφοβοντανε και μεις τους εγελομεν

Το μεσημρι βλπομεν και ωσν βουνκι βγζει

λγω απ την γαλνη αυτ και πνω το ανεβζει

Ντελγκο ερχηνσαμεν και λοι μοιρολογομεν

τα στθη μας εδρναμεν Θεν παρακαλομεν

Δσποτα πολυλεε και κμε λεμοσνη

και πψε αυτνο το κακ π' εφνη στην γαλνη

Κι ταν αβρδυαζε ο Θες λλο να εβγνει

ωσν το απνω που επαμεν και την γαλνη εφνη

Και βασιλεει ο λιος πμεν στις εκκλησες

στανι απ τον φβον μας κνομεν αγρυπνες

Και τα λοιπ καστλια και αυτ εφοβηθκαν

για το σημδι που εδασι λα παραπαρθκαν

Μα μες επαντχαμεν πτε να ξημερση

να πμεν στην κερ-Παναγι, βουλ 'χασι μας δση

λοι παπδες το 'πασι εμς για να διαβομεν

δχως φα δχως πιοτ να πμεν και να 'ρθομεν

τσι σαν εξημρωσε κονσματα εβγναν

και οι παπδες αρχηνον και δησιν εκναν

Περσσοι εμαζκτηκαν και λοι μας κινομεν

και απνω που κινοσαμεν μια φων γρικομεν

Λσι, Χριστ βοθησε και σα βουν εβγκε

.....του την γαλνη αυτν κι απνω ενεβκε

'Ασπρο και μαρο τονε στον ουραν παγανει

το σπρο με τα νφαλα ανκατα εγνη

Γιατ τα μαρα επασι πτρες και χμα να'το

θωρντας πως εγρισαν και πγασιν εκτω

Ττε φρονμοι ελγιασαν απνω μη διαβομεν

γουν στην κερ Παναγι να να δυσκολευτομεν

Και οι παπδες λσι μας παιδι μη φοβθητε

και δεν μας βλπτει η Παναγα μον' λοι σας να 'ρθετε

Και με τον λγον αυτονν αρχζομεν τον δρμον

αμλητοι εδιαβαναμεν με φβον και με τρμον

Εφτξαμεν στην Παναγαν με φβον λειτουργοσι

την Παναγαν παρακαλο δια να μας υπακοσι

Και ο παπ-Μακριος επεν την λειτουργαν

και αντδωρα εφγαμεν γυνακες και παιδα

Και πραυτα κινσαμεν κτω να κατεβομεν

στον γιον Ηλαν σταλραμεν νερκι ογι να πιομεν

Ττε πλιν εσκωσεν να βουν μεγλο

κι εκενο εφοβθημεν παρ καννα λλο

Σαν κομματες εκτπησεν και λοι τις γρικομεν

την στρταν εκινσαμεν και λοι εγλακομεν

Και μια βρκα εδαμεν κι θλασσα την παρνει

και πλι ματαγρισε στον μμο την εφρνει

Λμεν παιδα ας πγουσι νδρες να τη γλυτσου

και κενοι που την χουσι θλουσι τις πλερσου

Αμ τινς δεν θελε να πγη να την ερη

καλλι η βρκα να χαθ παρ' λλος να παρτρη

Πμε λοιπν ογλγορα πλιο δεν καρτερομεν

γιατ λοι εσπουδζαμε στα σπτια μας νρθομεν

Λοιπν, ρθαμεν και κατβημεν στον Πργο κουρασμνοι

εμεστα εκ τη πκρα μας ωσν ξεψυχησμνοι

Και απν εβρδυνε ο Θες πμε να κοιμηθομεν

Το Σββατο εξημρωσε γαλνη παναδομεν

χειρτερα εκρεσριζε κι λοι μοιρολογομεν

βγανε και εσκλαζε το μαρο κατεβανει

το σπρο φανουνταν καπνς στον ουραν ανεβανει

Ολημεροσιο βγανε μα πτε που και λγου

ημρα οπο εχαμεν χριτος του αγου

Το Σββατο εβρδιασε πμε στις εκκλησες

και πλιν ελογιζαμεν να κμομεν αγρυπνες

Εμεναμεν στις εκκλησς ως να ξημερση

και τον παπ ενεμναμεν απλυσι να δση

καμε την απλυσι και βγανομεν να δομεν

και ρδιζε η ανετολ και λοι την θωρομεν

Τα πργματα οποδαμεν μην εχαμεν να δομεν

ποιος θελεν πειν οπ εμς πως θενα 'βραδιαστομεν

Μικρο τρανο εμπροβλαμεν να δομεν την γαλνην

και δα δηγομαι, ανμπορα ηντδαμεν...................

Εις την γιαλνη βγηκε ωσν βουν μεγλο

μ' αυτ ουδν εσκλαζε ωσν σκολζει το λλο

Μ' λλον απνω ενβηκε και λλο κατεβανει

κι απνω εκ την κορυφν φωτι εδαμεν και βγανει

Και πραυτα με την φωτι κτπους βροντς γρικομεν

και λγαμεν εκ του φβου μας πως θνα τρεζαθομεν

τονε μρα Κυριακ, Κυριακο του Αγου

εικοσιεννα εχαμεν ττε του Σεπτεβρου

Εδρμαμεν στις εκκλησς και ρχισα λειτουργοσα

και ποιοι ταν ξιοι ανθρποι κοινωνοσα

Και κνοντας απλυσι πμε ογια να δομεν

και πντα εκρεσριζε και λοι απορομεν

Μαρος εγνη ο ουρανς κι θλασσαα φορμζει

πρτη χωρφια παρνει μας κσηρα τα γεμζει

Κι λοι μας ετρομξαμεν κονσματα αρπομεν

και οι παπδες λσι μας το γρω να διαβομεν

Καστλι να γυρσωμεν μικρο τε και μεγλοι

ττε σ' αυτ γυρσαμεν μας επασνε πλι

Αμτε εις τα σπτια σας αθτε να γευτετε

με φυλγεστε κρασ κανε σας να μην πγετε

Επγαμεν μα ρεξη δεν εχαμεν να φμεν

και παρευθς εφγαμεν και ειστην πρτα πμεν

και το κακ ουκ παυε μα πντα του εβγνει

και κτπους και αστραπβροντα λην την μρα κνει

Και τσον οπο σκωνε την θλασσα πληθανει

και λγαμεν κατακλυσμς, Χριστ μου, να μην γνη

Γιατ σο εμεσημριαζε ετσον και πληθανα

λντζες βροντς και αστραπς που την γιαλνη βγανα

Κη γης ουδν εσκλαζε μα πντα της ςσοντο

και πας νας ρχισε και απ καρδις βριχοντο

Καινας του αλλο ηλγαμεν το χομεν να γενομεν

και πλε εις την εκκλησι επαμεν να διαβομεν

Εδιβημεν στην εκκλησι εις αγα Θεοδοσα

σημ στην μπρτα βρσκεται αυτ η εκκλησα

λοι μας εμαζκτημεν τα κλματα αρχηνομεν

κι νας τον λλον σκφταμεν συγχρεσι αιτομεν

Παπδες εδιαβζασι εκενο που μποροσα

κι νας τον λλονε και αυτο συγχωροσα

ντα καρδα λιγιζετε πως εχαμεν οι καμνοι

καθολικ φερνομεστεν ωσν αποθαμνοι

Κι απ το κστρον εδασι και λοι τως κατεβανου

μα μες ουδν εξραμεν την στρταν που πηγανου

Κι επαμεν ας πγομεν με αυτος νανταμωθομεν

γι' λοι να γλυτσωμεν γη λοι να χαθομεν

Βγανομεν μαζευτομεστε κι εμες δε διακινομεν

αφνομεν τα σπτια μας και πμεν που μπορομεν

Παπδες, νοι, γροντες, ρχοντες ακλουθοσι

Μανδες οι κακτυχες τα βρφη τως βαστοσι

Και πρτη εγυρζαμεν τα σπτια μας θωρομεν

κλαμεν τα δεν ολπζοντες πλον σ' αυτ να μπομεν

Αρχσαμεν παγαναμεν εις Μαρναν την Αγαν

και στου Χριστο φωνζαμεν να μας εδση υγεαν

Και απτης εσιμσαμεν στον γιον Ανδραν

μας εδαν οι καστριγιανο κι αρχσανε κι εκλαγαν

Λγω αυτονοι μου 'παμεν το πως κατεβαναν

μσα ειστον Αρχγγελο μας επαν πως πηγαναν

Κι απν ενταμωθκαμεν μιαν στρταν περπατομαν

κι νας τον λλον μας θωρ κι λοι μοιρολογομαν

Εις την αγαν Μαρναν επγαμεν και κε 'παν να σταλρου

νας απ τον λλο μας συγχρεσι να πρου

Μεγλη ανεκτωσι γινεν εις εκενον

τον τπον που στεκομεστα εκ των παιδν τον θρνον

Δνομεν τα χερκια μας και πρτα στις παπδες

επραμεν συγχρεσι και στερα στις μανδες

Κλνομεν το κεφλι μας πμεν ειςς τους γονιος μας

λσι χετε συγχρεσι τκνα απο του θεο μας 

πραμεν συγχρεσι νας τ' αλλο φιλομεν

γονο μας συγχωρτε μας και πλιο δεν σας θωρομεν

Η γλσσα μου δεν δνεται οσδα να τα γρψη

μνον ας 'πω δια την φωτι που 'θελε να μας κψη

Εκε που συγχωρομασταν αστροπελκι φτνει

'σ' πτρα μεγλη ριζιμνι κομμτια την εκνει

Ειστο πλευρ μας πεσε δεν φτνει μισ μλι

μα τα κομμτια δεν μπορο να τα μετρον τα χελη

Λγω της πτρας αυτνς ετσα μου γενκαν

κι αλργα που την πτραν αυτ σας λγω και διαβκαν

Μα ττε δεν την εδαμεν γιατ 'μεστεν πεσμνοι

στην γην απ τον φβον μας ωσν αποθαμνοι

Τ' αστροπελκι επρασε και 'ναν σεισμν γρικομεν

......ωσν και τη φωτι εχαμεν φοβηθομεν

Κι στερα πλι εκ του σεισμο αστροπελκι βγανει

κι εμες στην γην επσαμεν πμητα οι καμνοι

Και πλιν εσηκθημεν και οι σεισμο δεν μπγου

αυτνοι μονιταρικς θελαν να μας φγου

Και οι παπδες οι φτωχο παντοτειν διαβζου

ζων ερεφουδρουσι τον θνατον λογιζου

Και στκαμεν με λογισμν το πως να πορευτομεν

και απνω εφοβομεσταν και κτω να διαβομεν

Δεν το λογιζαμεν ποτ πως θε να βραδιαστομεν

και θρνον ερχηνσαμεν κι λοι μοιρολογομεν

Αρχζουσι οι καστρινο στον αρχγγελο διαβανου

εδτονε τα κλματα που 'ρχησαν να παγανου

λοι ποιοσιν ασπασμν πως θενα χωριστοσι

ο ες υπρ του λλουνο πλον να μην ειδοσι

Κι συρνε ο κρης τον υιν, τα τκνα τον πατρα

και οι γυνακες τ' μοιον μνα την θυγατρα

Διατ εκ το κστρο τανε στον μπργο παντρεμνη

τ' μοιον και εκ τον πργον μας σ' κστρο 'τον διαβασμνοι

Λοιπν πας νας θελε να 'ν με την γυνν του

και κνησε και διβαινεν κι αφνει τον γονν του

ντα καρδα λογιζετε ρχοντες να βαστοσαν

παιδι να φγου εκ τους γονιος θρνον πολ ποιοσαν

Παιδι μου χωριζομεστε πλο να μην σας 'δομεν

που ελογιζαμεν απσας πολλν χαρ να δομεν

Και αφνδια χωριζομεστε τκνα ηγαπημνα

και αποθανομεν λοι μας με χελη πικραμνα

λιε υπρφωτε γιαντ 'κρυψες το φς σου

την σμερον απ' εμς οπο εναι χωρισμς σου

Θαμα μεγλο βλπομεν την σμερον ημρα

τον λιον δεν εδαμεν και ρθεν η εσπρα

Χριστ οπο μας εστρησες τον λιον τον λαμπτρα

...κιας τη νκτα δεξε μας τον δετερο φωστρα

Κμε, Χριστ μου, λεος, μην αποχωριστομεν

τον λιον και σελνη σου μα πλιν να τα δομεν

τκνα και θυγατρες μας και τχα να μας δτε

σαν ξημερσει ο Θες και εισεμς να 'ρθτε

Πρφθασε, Παναγα μου, να κμη λεημοσνη

σος υις λμεν σ' εμς μα χι δικαιοσνη

Λοιπσου, Παναγα μου, τα νπια πως φωνζου

και αμρτημα δεν χουσι μον' Κριε ελησον κρζου

Παιδι μας κακορζικα τι βπομεν ομδι

λοι μας αποθαναμενκαι πμεν ειστον 'Αδη

Μα σχομεν υπομον γιατ λλος κυριεει

για των γονων τα κακ τα νπια παιδεει

Σμερον φανεται εις εμς δευτρα παρουσα

που θνα κνει ο κριος την δικαιοκρισαν

Καθς το γρφουν τα χαρτι πως θνα χωριστοσι

γονο εκ τα παιδι τωνε πλο να μην τα δοσι

Σμερον τις γυνακες στως χνουν οι παντρεμνοι

κλασι και δεν μερεγου και 'χουν καρδι καμνη

Σμερον τα σπιτκια μας ολκερα 'πομνου

κι αμπλια και χωρφια μας εις το καλ διαβανου

Αφνομεν το χει μας, χνομεν τα παιδι μας

και πμεν ειστην κλασι για τ' αμαρτματ μας

Το σκις ας εκατχαμεν ανσιν ανεβομεν

μη χσαμεν και την ζων κι εις κλασιν να μπομεν

Κμε Χριστ μου λεος εις παρδεισον να μπομεν

και αν μας πρης την ζων ουδν την εψηφομεν

Τατα και λλα περισσ μικρο τρανο φωνζαν

και γροντες και νπια «Βοθα Χριστ» εκρζαν

Μγας κλαυθμς εγνηκεν εκενην την ημραν

λοιπν διαβανου οι καστρινο γιατ 'τονε εσπρα

Και πσι στον αρχγγελο μσα στο Ακρωτρι

κι εμες Πργο ανεβανομεν πλι οι κακομοροι

Κι εκε που ανεβαναμεν νας τ' αλλο κτυπομεν

εκ τους σεισμος οπο 'καμε κι ολγον εγκαλομα

Εχα να γρψω περισσ πργματα μα φοβομαι

να μην παραλογισετε και ψματα δηγομαι

Και εδεπ ας αφσομεν τα εδαμεν την ημραν

και ας επομεν τα λοιπ που γιναν την εσπραν

Απτης ενεβκαμεν την θλασσα θωρομεν

κι λλα σημεα εδαμεν πως θνα χαθομεν

Και μιαν βουλν εδκαμεν λοι μας να διαβομεν

να βρομεν τους πνευματικος να ξομολογηθομεν

Ντελγκο εδιβηκα κι εγ οδι να ξαγορεσω

τα σ' πλεστα μου κακ για να τα εξολοθρεσω

Επγα στον πνευματικν λγω τα κρματ μου

και δνει μου συγχρεσι εις λα τα κακ μου

Λσι παιδ πολλ κακ ν που χεις καμωμνα

μ' απο την σμερον και μπρς να κρμουνται σε μνα

ωσν τα πρτα που 'πραξες μην κμη το κορμ σου

Και αριον ταν θς σρε να κοινωνσης

να πας στην παρδεισον οπταν ξεψυχσης

Σρε παιδ μου στο καλ και ο Θες να μας ξιση

και απ τοτο το κακ να μας ελευθερση

φυγα με τα κλματα στο σπτι δεν πηγανω

μα κε σιμ στη Παναγι ρχισα και διαβανω

Εμπκα ειστην εκκλησι και κθουμου και κλαγω

και τρα του εφημριου το νομα σας λγω

Παπ-Αντνη τον ελν αυτν που 'φημερεγει

μ' απο τον φβον του κι αυτς κλαγει και δεν μερεγει

Και η εκκλησα οπομεστεν την λσι Παναγα

κι αυτνη επρεσβεομεν να μας εδση υγεα

Βζει παπς εβλοητν αρχζω εγ διαβζω

........περισστερον το κλμμα δεν σκολζω

Αγλι-αγλι εδιβαζα γιατ 'μου' βραχνιασμνος

κι απ την πκραν μουνε ωσν απεθαμνος

Και κει οπο διαβζαμεν ρχισε να τινσση

απ σεισμν η εκκλησι θελε να χαλση

Πολλ μας φνη δυνατς κι εβγκαμεν να 'δομεν

ανεγλυτσα κι οι λοιπο να πμεν να τους βρομεν

Ω! γιατ λοι ελογισαμεν πως ττε χωρς λλο

τ' αντργυνα χωρζονται ο εις απ τον λλο

τον μιαν ραν της νυκτς ττε σεισμς που γνη

και βγανομεν εκ την εκκλησι να δομεν την γαλνη

Θωρομεν τη και ρχισεν ολγον και σκολζει

μα πλεσα ετρομξαμεν στην βρμα που εβγζει

Την βρμα εγμαν η εκκλησς κι ρχισαν και θυμνισαν

κι ανθρποι απ' ξω ρθανε και μας εξελεγισαν

Λσι μας βγτε γργορα να δετε τι μυρζει

και πσα νας ρχισεν για να καλοκαρδζη

Εβγκανε, θαμζαμεν την τση μυρωδα

και ποιος διηγσεται Θεο τα τσα μυστηρα

Που μσχος γη γαροφαλα να θλασι μυρζει

ωσν τη μυρωδι Θεο που μας χαρζει

Εκλααμεν απ την χαρ Θεν ευχαριστομαν

και την Μητραν του Χριστο λοι δοξολογομαν

Καθολικ ο κριος μας δειξε σημδι

το πως μας ελευθρωσε εττε απ τον 'Αδη

Η μυρωδι που φνηκε, χριστιανο μου, εττες

ουδ σε μας ουδ' λλου θλει φνη αλλτες

Κι εις μιαν ρα πρασε η μυρωδα πλι,

και πσα νας απ' εμς εκλαγαμεν επλι

Πως φυγε η μυρωδι που εχαμεν οι καμνοι

και μεναμε εκ του φβου μας ωσν ξεψυχισμνοι

Ολοτελς επρασε η μυρωδι κι εχθη

.......ερχινσαμεν και μπαναμεν στα πθη

Την βρμα πλι φερε και λους μας βρωμζει

και απαυτνο το κακ τα σπτια μας γεμζει

Καλ και τ' αστραπβροντα και κτπους ουδν βγζει

απσταν ρθε η μυρωδι αυτνα 'χε σκολζει

Πμε, λοιπν, στις εκκλησις ως να ξημερση

κι αρχζει πλι ο παπς τα 'φηκε να τελειση

βαλεν πλε χερικ να ψλη ο καμνος

αμτον ο καλτυχος περσσα βραχνιασμνος

ψαλεν και εκλαγαμεν Θεν παρακαλομεν

Κριε και ξημρωσε το φς σου να ειδομεν

Και ρθεν το μεσνυχτο και βγκα να ειδοσι

πλι εδαν το και σκωσε κι ρθασι να μας ποσι

Πως πλε κτπαν και βροντς κι βγαινε και φωτες

και εκ τον φβον στκαμεν μσα στις εκκλησες

Σαν ρχιζε ξημρωνε επραμεν βουλ μας

να πμεν να προσπσομεν πλιν του ποιητ μας

Στον Μπργο μας εβρσκουντα κι οι Απανωμερται

βγανομεν και θωρομεν τους λσιν τι μας θωρετε

πμε να λειτουργσωμεν στον γιον Ηλαν

και στερα να πγωμεν κτω στην Παναγαν

Αρχσασι διαβανουσι πλον δεν καρτεροσιν

πως αποχωριζμεστεν το κλμα αρχινοσι

Και μαζοκτκαμεν κι εμες και λοι διακινομεν

και μσα στην κατεριανν επασι να διαβομεν

Τον δρμον ερχηνσαμεν πμεν στον Εμπορεον

λσι επγασι κι εμς στον γιον Μερκουρον

Λγω πντα κονσματα αυτ τα Μποργιανκα

οτε νδρας εναπμεινε κι οτε καμνι γυνακα

Ογι να κμου δησιν κι ογια να παν δοσι

το θμασμα που γινε λοι τως αποροσι

Θλασσα 'πρε, χριστιανο, τρεις-τσσαρες 'κκλησες

......, οπο βρσκουνται (..............)στις παραβραχες

Τους Μποργιανος 'νταμναμεν κτω στην εκκλησαν

στον γιον Γεργιον εις την παραβραχαν

Μα τποτις δεν εδαμεν σημδι εκκλησας

οτε κομμτι εβρκαμεν τραπζος της αγας

λοι μας ερηνσαμεν παρκλησιν ποιομεν

την θλασσαν που ενβηκε αλργα επορομε

να-δυο μλια 'νβηκεν η θλασσα απνω

Χωρφια επρε περισσ καθς αναθιβνω

Πτρες μεγλες βγανε λοι μας τες θωρομεν

μστα χωρφια τζ' φερε θωρντας θες απορομεν

Κεις την περσσα εδιβημεν και κει γιαν ειδομεν

τα σα εδαμεν και κει ετρα τα διηγομεν

Τον γιον Γεργιον επραν κι αποκεθεν

Τσα χοντρ η θλασσα εττε οπο ρθεν

Ακμη δο εκκλησις εκεθεν εβρεθκαν

και απ τη μσι και αυτς σας λγω χωριστκαν

Μεγλη χρις του Χριστο σημδια που φανκαν

παρακαλ ακοσετε και τ' λλα που βρεθκαν

Στον ρπον οπο επαμεν γουν εις την Περσσα

τα μρμαρα που ξχωσε πολλ 'τονε περσσα

Και βρθηκαν και σπτια με μρμαρα κτισμνα

και μνματα με κκκαλα εδαμεν γεμισμνα

Κι αυτ θωρνταστα εμες επαμεν να τον χρα

πρωττερα μα βολησε και διβη στην κακ ρα

τσι ελγαμεν κι εμες το πως θενα χαθομεν

μ' αλθεια στην παρδεισον λγοι 'χαμε να μπομεν

Για τα πολλ μας κρματα Κριος μας παιδεει

να δεξωμεν μετνοιαν απ' λους μας γυρεει

Ττε αλθεια μοναχ στανι μετανοομεν

και στερα στα πρτα μας κρματα περπατομε

Λοιπν, εδιαβκαμεν που 'χαμεν πρωτοπομεν

απνω στην κατεριαν ηθλαμε ανεβομεν

Εκε ελειτουργσασι και λοι προσκινομεν

αντδερον εφγαμεν, την στρταν μας κινομεν

Με βαν ανεβαναμεν γλγορα περπατομεν

νρθωμεν στο καστλι μας τα σπτια μας να δομεν

Κι απτης εσιμσαμεν, νθρωποι κατεβανου

για να μας συνεπρουσι μ' αυτο μας παραπαρνου

Λσι μας να κατχτε τα γρσα εμαυρσαν

κι σοι βαστοσασι μπουκι ντελγκο τα ελσαν

Βλπουν τα γρσια ολμαυρα και λοι θαυμαστκαν

και μσα ειστ σπτια τως πρτη απ' εμς διαβκαν

Και βρσκουσι τις κοπες τως οπο εχαν ασημνιες

και φανουντα καθολικ ωσ χαρκωματνιες

Βατζλια, καντηλρια, πηρονια εθεωρομεν

κουτλια και μαυρζασι και λοι απορομεν

Και σγλες και χαλκματα αυτ εκοκκινζαν

πρτη χρυσ κονσματα κι αυτνα εμαυρζαν

Και τα χρυσ των γυναικν και σκοφιες των μαυρσα

που στις κασλες τα 'χασι και κλειδωμνα σα

Ευχαριστομεν τον Χριστν που δεν μας απελπζει

μα δετε μας θαμσματα εισ καλν μας γκρζη

Και θλοντος μη θλοντος στανι μετανοομεν

γιατ σημεα φανουνται πως μλλει να χαθομεν

Ετοτα οπο επαμεν εθλασι γινοσι

την Κυριακ ολημερς μας εχασιν ειποσι

Μα 'μεις που την τραβγια μας λγα 'χαμεν ειδοσι

γιατ λοι μας ελγαμεν πως μλλει να χαθομεν

Και μ' αυτ την αλθειαν δεν ξερουσι να 'ποσι

τα δεν εδαν τα μτια μου τα χελη πως να 'ποσι

Και οτε χρυσφι βλπαμεν, γρσα δεν εθωρομεν

την κλασιν εβλπαμεν και λο μοιρολογομεν

Την Κυριακν εγνηκαν ετοτα δχως λλο

.........Δευτρα ρχοντες καθς αναθιβλω

Γι' ακοτε και τα δελοιπ ττες που 'χα γενοσι

κι ρθασι και μας τα 'πασι και λοι αποροσι

Τον γιον Νικλαον μας παρνει στο Καμρι

ακογοντς το λγαμεν τζι μας εντοκρει

Για θες δικς μας αμαρτες παρνει τις εκκλησς μας

μα μεις ουδν σκολζομεν πντα εις αμαρτις μας

Κισρους τα χωρφια μας και πτρες τα γεμζει

που θρωπος να τα θωρ τζι παραξενζει

Χωρφια εφνηκε εκε εις το Καμρι κτω

που τα πρε και μρμαρα εβρθηκε γεμτο

Λμεν και χρα να 'τονε σε κενο το χωρφι

σαν Σδομα και Γμορα εβολησε και χθη

Τα δια που φνησαν κτω εις την Περσσαν

τζι κι αυτο τα δαμεν και φαινοντανε σα

Και το νησ ολκληρο με κσηραν το δρνει

οι θλασσα απ μεσαθι βρκα κιαμνι δεν βγανει

Αμ απ ξω πρεν τις απ' λην την ριβραν

μα ας πομεν και τα δελοιπ 'πογινα τη Δευτρα

Πρτη ετυφλωθκανε μικρο τε και μεγλοι

και πσα νας κλαψε θεν επαρακλει

Χριστ, νοιξον τα μτια μου καθρισον το φως μου

να βλπω την εικνα σου οπο εναι ανασωσμς μου

Κμε, Χριστ μου, λεος και μην μας ετυφλνεις

κλλιον να ποθνωμεν παρ 'τζι να μας κνεις

Αποθεμνοι ανοξετε τα μνματα να μπομεν

ντα μας χρζει η ζω ουδν βλποντας να δομεν

πλοτος και κακορρζικο και πως να σ' αρνηθομεν

να σ' χομεν κι ουδποτε εσνα να θωρομεν

Δεν 'ξζει πλοτος και ζων τυφλο να περπατομεν

μγκο γυνακα παιδι δεν βλπομεν να ειδομεν

Εκλαγασνε τα παιδι δεν βλπου τις μανδες

Εκλαγασι κι οι γροντες εκλαγασι κι οι γρδες

Αλο κακν που πθαμεν εδ στα γηρατει μας

να τυφλωθομεν και εμες και 'γγνια και παιδι μας

Τυφλς τον τφλον συρνε δεν ξερου να διαβοσι

στα σπτια τως οι ταπεινο να τα 'βρουσι να μποσι

Και ο ειστον λλον αρωτ για πμου αν 'ξανογης

και σρε με στο σπτι μας αν βλπης να μ' ανογης

Πρτη τυφλο ετγηκαν αν ξετυφλαθοσι

μηδ τυρνν μηδ κρας να φσι στε να ζοσι

Και λλοι εταγκασι καλγεροι να γνου

μα τρα που τα λγια τως ερχσασι και βγανου

Για ττες εκλαγασι το φως τωνε εχσαν

μα τρα οπο βλπουσι το τ 'παν εξεχσαν

Πολλο εξετυφλθησα Δευτρα αποσπρα

λλοι την Τρτην το ταχ κι οι λλοι ως την ημραν

Τοτα εδ ας αφσωμεν και λοι ξετυφλωθκαν

μα τα λλα ας αρχσωμεν εττες που εγενκαν

γουν αυτν την βραδυνν Δευτρα αποσπρα

οπτονε του Σεπτεβριο η στερη ημρα

Στα πνω μρη εδασι τις πτρες οπο βγκαν

κι απ την θλασσα στην γην αλργο ενεβκαν

Και δρμασι με την χαρν γιατ 'χασι θαρροσι

οι πτρες βρκες να 'τονε και πγασι να δοσι

Και απτης εσιμσασι θωροσινε ψαρκια

και δρμασι να τα πισουσι τα νι παλικαρκια

Και σοι σμωσαν στο γυαλ ντελγκο ξεψυχσα

και λλοι που τους εδασι την στρταν εκινσα

Και εκ τον φβον τως και αυτο πρτη ετρεζαθκαν

παπδες το μαθανουσι και πραυτα διαβκαν

Κι βραν τους και παραμιλον και λους τους διαβσα

και σσαν και συφρασι τον κριον δοξσα

.....νθρωποι εποθνα σ' μεραν την Απνω

......στο Κστρο λλοι τρεις καθς αναθιβνω

Παπς ουδν εδιβηκεν εττες να τους θψη

μ' αφκαν τους ως ταχ φρσι κακ να πψη

και πρβατα τυφλθηκαν γαδροι και βουδκια

και κτες και οι ρνιθες σκλοι και γουρουνκια

Και τ' λλα τ' γρια πουλι και κενα τυφλαθκαν

κι εκενοι που τα εδασι σ' εμ τα διηγηθκαν

Κι επαν μου και κουνδια που πιναν τυφλωμνα

και δυ ρες τ' αφνασι και 'γαναν τα καμνα

Και για τα ζα που επασι πρτη απ' αυτ ψοφσαν

φοβοναι να τα φσινε κι αφκαν τα βρωμσαν

Κι η ρβα του γιαλο τανε ψρια γεμισμνη

νθρωποι δεν τα πινασι γιατ 'ταν φοβισμνοι

Πργματα ανηπστευτα, χριστιανο μου, γενκαν

που λα τα ποιματα τον πλστην φοβηθκαν

Λοιπν, Δευτρα πρασε κι η Τρτη ξημερνει

και ττες εσυνπαψαν οι πρωτινο μας πνοι

Και τονε αρχιμενι του μνα Οκτωβρου

που χομεν στις 'κοσιξ του αγου Δημητρου

Πλι εις γαλνη πγαμεν αυτν για να ειδομεν

ανσως και συνπαψε ολγον και χαρομεν

βγαλεν και εσκλαζε ολγον και μιτζκι

και πασασι και οι σεισμοι εττες ελιγκι

Και την Τετρδη το ταχ να ξλο θωρομεν

εκε σιμ ειστ κακ και λοι απορομεν

Την Πφτη ξημρωσε επ στην Σαντορνη

και φοβηθκαν το κακ 'μεις επασιν κι εκενοι

Κι επαν πως τον εις Μοργν την Κυριακν ημραν

κι λοι τρομξασι κι εκε απ το ταχ ως εσπρα

Απ τους τσους κεραυνος κι απ την βρμα τση

που λγασι κι ο θνατος θλει να τους πλακση

Με μιαν κουσρβαν ρχουντα την νκτα ξεχωρσα

.....δεν κατχουσι τα αυτο γενκαν

Διατ βρμα τους επλκωσε και λους τους τυφλανει

και μες το ξλο επσασι ωσν απεθαμνοι

Και μας εβσταζε απ' αυτος και πινει και τζιμρει

τ' λ' ξλον επμεινε κι αυτο 'χαν αλαργρει

Και λγαν πως εβλασι στα ρ'θονια τως κρασκι

και ττε τως εφσησε και πλειτερο αγερκι

Καμπσον ελαργρασι κουσρβα δεν θωροσι

και γι' αυτ αν εχθησα δεν ξερουσι να ποσι

Και στερα εμθαμεν στην ο τους εβρκαν

εννα ανθρποι τανε και λοι εκαγκαν

Μ' ακοσετε και τα λοιπ οι Νιτες που μας επαν

ντα λογς επγασι και εις το ξλο μπκαν

Αλργα το 'δαν απ την γην στκει ουδν μαρμσσει

εκε οπο ξημερθηκε πλι 'θελε βραδισει

Ανμεσα στον κσηρα εστκουνταν αρμνου

και εφοβονται εις αυτ οι Νιτες να διαβανου

στερ' αποφασσασι 'σ βρκα μικρν εμπκαν

και τα κουπα ελμνασι στο ξλο εδιαβκαν

Επγαν εσιμσασι στο ξλο θενα μποσι

και λοι παραξενζονται στο πργμα που θωροσι

Εδαν τους τους κακτυχους κι λοι 'τονε πεσμνοι

πρησμνοι κι ανεγνριστοι κι εκ την φωτι καμνοι

Κι εκρτει κθε εις τωνε το αργνι του στη χρα

και τζι τους επρασι στην ο τους εφρα

Επασι πως κι οι γλσσες τως εφανουντα καμνες

ξω ναν γκινστομον να τον πετασμνες

Ειδτε πση παιδωμ εδασιν οι καμνοι

που ρχουντα στα σπτια στως καλ πραγματεμνοι

τζι σας λγω εις την ο επγαν και τους χσα

και το μανττο στερα τα σπτια τως εδσα

Παρακαλ σας χριστιανο αυτος σε συμπονετε

να 'μποσι στον παρδεισον Θεν παρακαλετε

Και σνει των η κλασι οπο εδαν οι καμνοι

που λοι τως εβρθησαν ξφνου ξεψυχισμνοι

Χριστ μεγαλοδναμε, δος τωνε σωτηρα

και μην τους βλεις τους πτωχος στ' οχθρο ττιμωρα

Λυπσου πολυλεε το πλσμα το δικ σου

βλε τους στην παρδεισον να βλπουσι το φς σου

Ακοσετε, χριστιανο, τι θαματα μεγλα

μας δειξεν ο κριος και πρπουσ μας κι λλα

Γιατ ουδν σκολζομεν λγω, τες αμαρτες

μα κλεγομεν, πορνεομεν, κμνομεν αδικες

λος ο κσμος κουσε αυτνα που γενκαν

κι ως απ' την Κρτην στλλουσι ανθρπους κι ανεβκαν

Με βρκαν ογια να 'δοσινε σημεον που εφνη

γιατ κι εκε η θλασσα χειρτερα τα κνει

Ως φτασι εφγασι να πσι το μανττο

του γενερλε που αυτς τους 'στειλε αποκτω

Και γρψασν του απ' εδ σα εγενκα

θλοντας και μην θλοντας γιατ τον φοβηθκα

Κι λος ο κσμος φρηξε στην ταραχν που κουσα

κι επαν αρμδες πολεμον κι νας τ' λλου 'ρωτοσα

Μα στερα τον κσηρα οποδανε ελογισα

κι η Σαντορνη βολησε τους φλους των εχσα

Και λοι μας εκλαγασι πως μεστε χαμνοι

στον 'Αδην τον αχρταγο να 'μεστεν διαβασμνοι

Μα τατα ας αφσωμεν να πομεν τι εγνη

εκε που πρωτοφνηκε εκενη η γαλνη

Καθλου δεν εσκλαζε αμ λιγκι κνει

ως δκα δδεκα φορς το μερονκτι βγνει

Λοιπν, πλι την Μπαρασκ, Τετρτη Οκτωβρου

επασι μιαν παρκλησι να κνουν του Κυρου

Επραν τα κονσματα κεπανε να διαβοσι

......στον Αρχγγελον και λειτουργαν να ποσι

Επγαν ελειτοργησαν και λοι εχαρκαν

και απ' εκε στον γιον Νικλαον εδιαβκαν

Σ' μαρον ραχδι τηνε λν' την εκκλησαν

κτω σιμ εβρσκεται ειστην παραβραχαν

Και κισρους εδασι πινουν τους να τους δοσι

τφη γεμτοι τανε κι λοι τως αποροσι

'Ασπροι κατσπροι τανε αμ' λοι εβρωμοσα

και βγναν τις εκ τον γυαλν και λοι τις θωροσα

λεγαν κρμα στην θωρι πο 'χουνε οι καμνοι

αμ' πο κενον το κακν βρσκουνται βρωμεσμνοι

Μ' ας πομεν δα για τη γαλνη αυτ που πντα της εβγνει

και θλησε ο κριος κι λο μποντζες κνει

λο γαρμπνους κανε και λγο και δαμκι

ττε πολλο επεινοσασι δεν χονες ψωμκι

Που την μποντζα κι αουλις οι μλοι δεν γυρζουν

κι σοι δεν εχασι ψωμ λοι τους μουρμουρζουν

Και πσα που 'θελε φυσ να κνη γρεγαλκι

την βρμα πλι φερνε εις λον το νησκι

Και πσα που 'θελεν ερθ τα γρσα εμαυρζαν

και χνασι τον κπον τως εκενοι που τ' ασπρζαν

Επρνα ο Οκτβριος πντα γαλνη βγνει

κι ακοτε πλι για σεισμος ποτ' ρχισεν να κνη

Ειστις 'κοσιξη του μηνς αυτο του Οκτωβρου

οπο 'χαμεν την εορτ του αγου Δημητρου

Πλιν ρχισαν οι σεισμο και κναν καθ' ημραν

οτε την νκτα επαασι ουδ λην την ημραν

Κι ρθεν η λλη αρχιμενι του μνα Νοεβρου

και ακοσετε τι γνηκε στις τσσερις του ιδου

Δευτρα εξημρωσε και εις σε μαν ραν

πλι κακ εσκωσε α κι τονε κακ ρα

Γιατ γενκα πργματα που θλετε τ' ακοσει

......και τα χελη μου μποροσι να τα ποσι

Μγαν κακν εγνηκε εκενην την ημρα

λγω μηνς του Νοεμπριο την Τταρτην ημρα

Μια φορ εσκωσε μα 'τον πολλ μεγλο

και φοβηθκαμεν κι αυτ σαν και το πρτο τ' λλο

Ως βαλε ερχνισε η θλασσα κι ανβη

απνω στα χωρφια και πλε εκατβη

Κει στου Βουρβολου τη μερ ανθρποι εβρεθκαν

το ζευγαρκι κνασι κι λοι παραπαρθκα

Κι ως εδασινε το κακ ρχισαν και διαβαναν

κι η βρμα τους επλκωσε στην στρταν που παγαναν

Ωσν ανφαλο ριξε σ' εκενην την μερα

και πρασαν και φταξε στην απνω μερα

Δκα νθρωπου επθαναν στου Κστρου την μερα

και γι' λλους δκα επασι στην απνω μερα

Και μετρημν δεν εχασι σοι εραθυμσαν

μα ευχαριστομαν τον Θεν που δεν εξεψυχσαν

Και πγαν οι δικο τωνε κι βραν τους τους καμνους

αυτονους οπο επαμεν κι τον ραθυμισμνους

Κρασκι τις βλασι στα ρ'θονια και 'σεφρα

αμ τυφλος και σηκωτος στα σπτια τως τους φρα

Κλμμα πολν εγνηκε και θρνος ξεναρχζει

γιατ εις λον το νησ η βρμα μας γεμζει

Κι ακοσαμεν τον θνατον και εχαμεν τον τρμον

μην αποθνομεν και μεις με τον περισσν βρμον

Λογιζω να ψοφσασι μιαν τριανταρι βουδκια

και ως μιαν εικοσαρ επασι γαδουρκια

Και πρβατα και ρνιθες και πρδικες ψοφσαν

και επ' λα τα γρια πουλι οι κμποι εγεμσαν

Μ' αυτνα δεν λυπομεστεν μα κλαμεν τους ανθρπους

μην πσι εις την κλασιν εις βσανα και κπους

...ο πολυυσπλαχνος θλει τως συμπαθσει

....ειδον την κλασι ουδ του εχθρο την κρσι

Και μρωσεν η θλασσα και γινεν σαν πρτα

γιατ 'ταν πρσινη χλωμ σαν φανονται τα χρτα

Γρου τριγρου το νησ κοκκινομελανζει

ρες μαρο εφανουντον και ρες πρασινζει

Λγος καιρς επρασε κι η φλγα να σκολση

και νψη ουδν καννας μας δεν εχε το λογισει

Μα στου μηνς του διου λγο του Δεκεβρου

που 'τον τα προερτια Γννησης του Κυρου

Ττες πλε ερχνησε η φλγα να φουσκνη

κισρους, πτρες, χματα απνω τα σηκνει

και κανε καθημερν ωσν τις περασμνες

τις μρες τις πρωττερες οπ 'χομεν γραμμνες

Και δεν ελεπαν οι σεισμο πτε και που κτυποσι

λλοι δεν τις ενιθασι οι λλοι τις γρικοσι

τσι επρνα ο καιρς κι ρθεν ο λλος χρνος

κι η φλγα δεν εσκλαζε να μας περσει ο πνος

Λοιπν, αυτνη την χρονιν λγο κριθρι 'γνη

απ την βρμαν που 'κανε λσιν να μην εγνη

Και λοι επατραμεν μην χοντες κριθρι

και πσα εις επγαιναν εις τα νησ να πρη

Και φρασι εζσαμεν Θεν ευχαριστομεν

τη Παναγα δσποινα ολοδοξολογομεν

Που πντα χει την γνοια μας και δε μας παντονρει

και βλπει μας που τον εχθρν που πσκει να μας πρη

Λοιπν, Εσ παρακαλ κι εγ Χαριτωμνη

παρμε στη παρδεισον Μητρα βλογημνη

Και αν καμα αμαρτματα θα μου τα συμπαθσει

και ντα θε να 'βγη η ψυχ εχθρς μη τη μπιδση
           Αμν!       Αμν!       Αμν!

*  ποβετις = πουθεν

        Ανωνμου «Αττικν Ημερολγιον» Ειρηναου Ασωπου τος 1879

  Αυτ το σπνιο κεμενο που απ σμερα κοσμε το Στκι, βρκε, το κπιασε και το 'στειλε η πολ καλ φλη,  Στλλα Κοντογιννη, που την ευχαριστ δημσια, μες απ τη καρδι μου

                                                                 Πτροκλος Χατζηαλεξνδρου

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers