-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Bourliaguet Leonce: ,+

                      

                                                 Βιογραφικ

     Γεννθηκε 6 Γενρη 1895, στο μικρ χωρι Thiviers, πολ κοντ στις επαρχες Limousin & Perigord, μοναχογις ενς τσαγκρη κι εναι αξιοπρσεκτο που αρκετο δημοφιλες, -πως οι Giono, Guéhénno, Guilloux- ταν επσης γιοι τσαγκαρδων και σχεδν σγχρονο του. Ευασθητο και ρομαντικ παιδκι με πολ ζωηρ φαντασα, αν και σντομα η σκληρ ζω κατφερε να τραυματσει αυτ το εθραυστο περβλημα και να τονε κνει να δυσπιστσει κπως στα μεγλα και τρυφερ νειρα, τσι ο μνος δρμος διαφυγς ταν ο δρμος της ζωηρς του φαντασας.

     Απ μικρς αγαποσε πολ να διαβζει, τσο πολ μλιστα, στε μια φορ που κατβαινε τη σκλα του σπιτιο του βουτηγμνος στο "Ροβινσνα Κροσο", να κτπησει με τη μτη του πνω στο τζμι μιας πρτας και να του μενει μνιμα μια ουλ σαν θυμητρι, και παρλληλα μια βναυση επαφ με τη σκληρ πραγματικτητα.
     χασε τη μητρα του στα 15 του, ττε που γρφτηκε στη Δημσια Παιδαγωγικ Σχολ του Περιγκρ. Αυτ εχε σαν αποτλεσμα να περσει 4 χρνια κει, απομονωμνος απ τους συμμαθητς του, λγω της ιδιατερης, ευφνταστης, ευασθητης και ρομαντικς ιδιοσυγκρασας του, αλλ με μεγλη επιτυχα στα μαθματ του. δη απ κει δειξε αυτ τη πρωτοτυπα, αυτ το πνεμα της ανεξαρτησας και τον αντικομφορμισμ του βθους της προσωπικτητς του, και συνχιζε να διαβζει με μανα. Η αναζτησ του τανε να βρει κι λλους που να σκφτονται το διο, να βρει οδηγος στην ομορφι και σκεπτμενους στοχαστς. Χρη σε ναν ευφυ δσκαλο που του 'χε δσει αρχικν ερθισμα, οι προτιμσεις του πγαν ενστικτωδς στα μεγλα και ισχυρ μυαλ και που αυτ θλησε να διαμορφσουν και να θρψουν τη σκψη του: Θερβντες, Πλοταρχος κλπ. Απ κενα τα χρνια, δειξε αυτν την αφοσωση στο φος που δε σταμτησε να εκδηλνει και μες στα βιβλα του.
     17 Δεκμβρη 1914, στα 19 του, κατατσσεται στο 49ο Σνταγμα Πεζικο. Κατ τη διρκεια των 5 ετν, μχρι 28 Γενρη 1919, που διρκεσεν ο Α' Παγκ. Πολ., αυτς ο νεαρς ιδεαλιστς, ο νθρωπος που δεν εχε γνωρσει ακμη τποτα απ τη ζω, θα ριχτε, ξω απ τους φιλξενους τοχους του σχολεου του, μες στο χος των οργισμνων ανθρπων, του πολμου και του θαντου. Εκε, μαθανει πως πρπει να γνει σκληρς κνοντας γνωρμια με τη φοβερ φυσιογνωμα της δημιουργας, που λλοτε τη καταπολεμ με τη 'φυγ' και τη σκληρδα, λλοτε καταππτει σε μελαγχολα και τελικ αυτ το διστημα, προσδωσε στο πνεμα του κενη την ειρωνικ και κυνικ κριτικ παρατρηση της πραγματικτητας, που λλωστε, εναι διον των Γλλων, και που ταν η δικ του αυτομυνα για να μπορσει ν' αντξει. Εκε, αποτσσει οριστικ, το μελοδραματικ στοιχεο στα γραπτ του, αφαιρε τη συγκνηση απ το χιομορ, εκε αναπτσσει κι εμπλουτζει λα τα υπλοιπα. ντας αιχμλωτος απ τις 17 Απρλη 1916, στο Darmstad, θα ζσει κι αυτ την εμπειρα απ τις αγροτικς αναγκαστικς εργασες του στρατοπδου.
     30 Αυγοστου 1919, θα ξεκινσει σταδιοδρομα στη διδασκαλα, το αντικεμενο που σποδασε και γνεται παιδαγωγς. Δεν εναι νας στεγνς δημσιος υπλληλος αλλ τονε διακατχει νας πθος κι να πθος για την εργασα του, πργμα που γνεται αμσως αντιληπτ. Καταφρνει να περσει με νεση στις τξεις του, αυτν τον οστρο, αυτν τη λεπτν ειρωνεα με τη λεπτ παιδαγωγικν ασθηση, που θα τονε κνει ναν εξαιρετικ δσκαλο. Διαμορφνει τους μαθητς του και σφυρηλατεται κι ο διος. Κποια στιγμ αργτερα, γνεται δσκαλος των δασκλων κι εκε διαπρπει επσης, προσπαθντας να εμφυσσει την δια φλγα και στους μελλοντικος παιδαγωγος.
     Στη συγγραφ στρφεται μνο μετ το 1930. Φανεται πως λο τοτο το διστημα του ταν απαρατητο να συγκεντρσει τα εφδια και την ωρμανση, που αυτς νμιζε, για να μπορε να εκφρει τον γραπτ λγο με τον οποο να νιωθε ο διος ικανοποιημνος. τσι με τη προδο των ετν συνγραψε περ τα 50 βιβλα, απ' αυτ που εκολα θα μποροσε κανες να τα χαρακτηρσει παιδικ, μα ουσιαστικ δεν ταν μνον αυτ. Και φυσικ, με τη προδο των ετν ερχντουσαν κι οι τιμς κι οι βραβεσεις. Μεταφρστηκε σε πολλς γλσσες και καθιρωσε πολλ πργματα στη παιδικ λογοτεχνα, εν δεν χασε αυτ τη φρεσκδα που τονε διακατεχε, μτε ακμα και στην ηλικα των 70, λγο πριν πεθνει.
     Στις 26 Μρτη 1965, υπκυψε σε μια κρση εμφργματος κι φησε τοτο τον κσμο λιγτερο. Σε πολλς οδος και λεωφρους πλον υπρχει τ' νομ του, στη γεντειρ του, καθς επσης και στο Κολλγιο Thiviers.
_______________________________________

                                               Ο Βροντοφνης

     Ζοσε μια φορ κι να καιρ, στα παλι, πολ παλι χρνια, νας νεαρς χωρικς που τονε λγανε Βροντοφνη, γιατ εχε φων βροντερ κι ταν νοιγε το στμα του να πει "Καλημρα", "Καλησπρα", θαρροσες κι πεφτε κεραυνς! τρεμε η γη, πηγαναν να ξεριζωθονε τα δντρα και να γκρεμιστον οι καλβες, τσο βροντερ ταν η φων του! Αλλ' αυτς δε το 'ξερε, γιατ λοι γρω του μιλοσανε το διο βροντερ πως κι εκενος. τσι, θαρροσε κανες πως σε κενο τον τπο, λο στραφτε και μπουμπονιζε.
     Τα ζα κι οι ανθρποι κενου του τπου, το βρσκανε πολ φυσικ να μιλν τσι βροντερ, γιατ το χωρι τους τανε βαθι μσα στο πυκν δσος και δεν βλεπαν λλους ανθρπους, οτε λλα ζα, προσξουνε πσο διαφορετικ ταν η φων τους.
     Το χωρι, μες στο πυκν δσος, τανε πολ φτωχικ κι ο Βροντοφνης εχε πια βαρεθε να τρει λο ξερ ψωμ και να πνει νερ απ βαλτονρια που βρωμοσαν. Αποφσισε λοιπν να φγει απ το χωρι του και να πει σ' λλα μρη, μπας και βρει τποτα καλτερο να φει και να πιει.
     Περπτησε μρες πολλς, σπου να βγει απ το πυκν δσος και τλος φτασε σ' να κμπο με σταροχραφα. ταν μεσημρι κι οι θεριστδες τργανε καθισμνοι στον σκιο ενς δντρου. Επειδ δεν ξερε που βρισκταν, ο Φροντοφνης τους ρτησε:
 -"Καλο μου νθρωποι, μου λτε σας παρακαλ, τ τπος εναι αυτς εδ";
     Μλις κουσαν εκενη τη βροντερ φων οι θεριστδες νομσαν τι πσω απ το δσος ερχτανε θελλα που θα τους κατστρεφε τα θερισμνα στχυα. Σηκωθκανε λοιπν, αφνοντας το φαγητ τους στη μση, πρανε τις δικρνες τους και βιαστικο αρχσανε να κνουν σωρος τα στχυα, για να τα σκεπσουν πειτα με μουσαμδες, μη τους τα πρει η μπρα. Ο Βροντοφνης του κκου περμενε μιαν απντησ τους. Τους ρτησε μια-δυο φορς ακμα, αλλ κενοι σο ακογανε τη φων του, που 'μοιαζε με κεραυν, τσο βιαζντανε πιτερο να κνουνε σωρος τα στχυα, για να μη τους τα καταστρψει η δυνατ βροχ. Αναγκστηκε λοιπν ο καημνος ο Βροντοφνης να συνεχσει το δρμο του. Σε λγο φτασε σε μια περιοχ με λφους και στη κορυφ ενς απ' αυτος εδε κποιο βοσκ που 'βοσκε τα πρβατ του. Του φναξε απ το δρμο που βρισκτανε:
 -"Καλ μου νθρωπε, μου λες σε παρακαλ τ τπος εναι αυτς εδ";
     ταν κουσε κενη τη φων που 'μοιαζε με μπουμπουνητ, ο βοσκς νμισε πως ξσπασεν η μπρα πσω απ τους λφους κι ρχισε να τρχει και να φωνζει σα τρελς, για να συμμαζψει τα πρβατ του και πσω του τρεχε κι ο σκλος γαβγζοντας. τσι μπρεσε και μζεψε γργορα-γργορα το κοπδι του και το γρισε στη στνη. Κι σο του φναζεν ο Βροντοφνης ρωτντας τον να του πει πως λγανε κενο τον τπο, τσο κι ο βοσκς τρεχε πιο πολ, κυνηγντας το κοπδι του για να προφτσει να το κλεσει στη στνη, προτο ξεσπσει η μπρα. Κι ο καημνος ο Βροντοφνης ξανμεινε μονχος στο δρμο χωρς να μπορσει να μθει σε ποιον τπο βρισκταν.
     Αποφσισε λοιπν να προχωρσει, αλλ τρα δε συναντοσεν νθρωπο πουθεν, γιατ η περιοχ ταν γονη και φτωχικ. Δεν υπρχαν οτε χωρφια καλλιεργημνα, οτε στνες με πρβατα, οτε καλβες. Κατλαβε λοιπν τι σ' να τπο τσο φτωχικ δε θα 'βρισκε να φει οτε καν το ξερψωμο που 'τρωγε στο χωρι του, μες στο πυκν το δσος. Σκφτηκε ττε πως το καλτερο που 'χε να κνει ταν να πει στη προωτεουσα, εκε που ζοσε ο βασιλις του τπου, γιατ μνον εκε θα 'βρισκε καλ φαγητ, μια που οι βασιλιδες τρνε απ' λα και δε τους λεπει τποτα. Συνχισε λοιπν τον δρμο του και τλος φτασε σε μια μικρ πολιτεα που φαινταν συχη και νοικοκυρεμνη. Ρτησε ττε να περαστικ:
 -"Σας παρακαλ κριε, πστε μου ποις εναι αυτς ο τπος";
     ταν κουσε κενη τη βροντερ φων που 'μοιαζε μπουμπουνητ, ο διαβτης, πως κι λοι οι κτοικοι κενης της μικρς πολιτεας, πστεψε πως που να 'ναι θα ξεσπσει δυνατ μπρα και τρξαν λοι να κλειστονε στα σπτια τους, οι μανβηδες βλανε βιαστικ τα λαχανικ τους μες στα μαγαζι, οι εμπροι κλειδσανε τα καταστματ τους, οι νυκοκοιρς αμπαρσανε πρτες και παρθυρα κι ο νεωκρος της εκκλησας βλθηκε να χτυπ τη καμπνα σα τρελς, για ν' ακοσουν οι δουλευτδες και ν' αφσουνε τα χωρφια τους και τις δουλεις τους και να συμμαζευτονε στα σπτια τους προτο ξεσπσει η μπρα και το χαλζι. Σε λγο, λοι οι δρμοι εχαν αδεισει, λα τα σπτια εχανε κλειδωθε κι ο καημνος ο Βροντοφνης απμεινε και πλι ολομναχος. Τοτη τη φορ μως κατλαβε πως οι νθρωποι φοβντουσαν ακογοντας τη φων του, που 'μοιαζε μπουμπουνητ κι αποφσισε να μη ξαναβγλει λξη απ το στμα του, μνο να συνεννοεται με γνεψματα σα να 'ταν μουγκς.
     Σιγ-σιγ, καθς προχωροσε, κατφερε ακογοντας τους λλους να μιλνε χωρς αυτς να βγζει λξη απ το στμα του, να μθει που ταν η πρωτεουσα κενου του τπου. σπου να φτσει μως εκε πρασε πολς καιρς κι ο Βροντοφνης για να ζσει, αναγκστηκε να κνει λων των ειδν τις δουλεις: πτε δολευε σκαφτις, πτε ακνιζε μαχαρια, πτε κορευε σκυλι. Παντο μως που πγαινε, βλεπε τη δυστυχα και τη πενα να βασιλεουνε. Το ψωμ που του δναν τανε πιο ξερ απ κενο που 'τρωγε στο χωρι του και το νερ δεν τανε καλτερο.
     Τλος, φτασε στη πρωτεουσα. Κενες τις μρες ο Βασιλις που 'τανε θυμωμνος γιατ κουγε απ παντο πως ο λας του δυστυχοσε, αποφσισε να συγκαλσει δδεκα υπηκους του, για να του πονε τ ακριβς συνβαινε. Επειδ μως δεν θελε να μθει την αλθεια -γιατ την ξερε- αλλ θελε μνο να δεξει πως ενδιαφερτανε για το λα του, επε να του μαζψουνε δδεκα ανθρπους που να 'ναι κουφο, μουγκο ψευδο. Του 'χανε βρει μχρι ττε τους ντεκα και ταν μθανε πως φτασε στη πρωτεουσα κι νας ακμα μουγκς, ο Βροντοφνης, τονε μαζψανε κι αυτν. Ο Βασιλις διταξε:
 -"Αυτς ακριβς μου χρειζεται! Σ' λο το βασλει μου, δεν υπρχει λλος μουγκς. Να μου τονε φρουν αμσως".
     Πγανε λοιπν το Βροντοφνη στο Βασιλι, που 'χε στο μεταξ μαζψει και τους λλους ντεκα κουφος και ψευδος για να κνουνε το Συμβολιο.
 -"Τρα εμαστε τοιμοι και σε απαρτα", τους επεν ο Βασιλις ξεκινντας. "Ακοστε γιατ σας μζεψα εδ: Θλω να μου πετε τη γνμη σας, γιατ κουσα πως ο λας παραπονιται εναντον μου. Καθς ξρετε λος ο κσμος τρει καλ..."
     Οι κουφο που δεν ακογανε, τονε κοιτοσανε στο στμα για να καταλβουνε τ τους λεγε, οι ψευδο πλι, θλησαν να πουν "χι", αλλ το μνο που μπορσανε να πουν ταν:
 -"Ο... ο..."
     Ο Βροντοφνης που κουσε τα λγια του Βασιλι, πρε μια βαθιν ανσα.
 -"...λοι τρνε και πνουνε καλ..." συνχισεν ο Βασιλις.
     Οι κουφο κουνοσανε τα κεφλια τους. Ναι...; χι...; δε ξρανε τι να πονε γιατ δεν εχαν ακοσει λξη απ' σα εχε πει ο Βασιλις. Οι ψευδο πλι ξαναρχσανε να λνε:
 -"Ο... ο..." χωρς να μπορονε να πονε σωστ "χι". Ο δε Βροντοφνης ξανανσανε βαθι.
 -"...λοι λοιπν τρνε καλ, πνουνε καλ, κοιμονται καλ..." συνχισεν απτητος ο Βασιλις, μα ο Βροντοφνης δε βσταξεν λλο:
 -"Αυτ δεν εναι αλθεια!" επε.
     Η φων του, σως γιατ εχε πολ καιρ να μιλσει, τανε πιο βροντερ απ κθε λλη φορ. Ακοστηκε σαν "ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ" κι τανε τσο δυνατ, στε το παλτι γκρεμστηκε και πλκωσε το Βασιλι και τους δδεκα συμβολους του. ταν κατακθισεν η σκνη κι τρεξαν οι νθρωποι στα χαλσματα, βρκανε το Βασιλι σκοτωμνο. Ο καημνος ο Βροντοφνης ζοσεν ακμα, αλλ μλις τονε τραβξαν απ τα πδια για να τονε βγλουν απ τα χαλσματα, ξεψχησε κι αυτς.
 -"Αυτς φταει!" επαν λοι. "Αν δε μιλοσε τσο δυνατ, το παλτι δε θα γκρεμιζτανε κι ο Βασιλις μας θα ζοσεν ακμα..."
     Και κλψανε για το Βασιλι που τους φηνε νηστικος κι χι για το Βροντοφνη που 'ταν ο μνος που τλμησε να πει κατμουτρα στο Βασιλι πως δυστυχοσαν...
_____________________________________

                                 Ο Κολοκυθοκφαλος

     Εχε πολλος ζητινους το βασλειο του Κικιρικικ, αλλ κανες δεν εχε τσα μαλλι στο κεφλι του, τσα γνια στο πρσωπ του και τσες τρχες σ' λο του το κορμ, σο ο Κολοκυθοκφαλος. Ο Κολοκυθοκφαλος ταν νας καρεκλς που 'χε παρατσει τη τχνη του και δεν επιδιρθωνε καρκλες, γιατ του ρεσε πιτερο να περν τις ρες του στη ταβρνα πνοντας κρασ, παρ να κθεται στο καλυβκι του και να πλκει ψαθι για καρκλες. Και τρα καθτανε στη γωνι του δρμου ζητιανεοντας και μλις μζευε μερικ λεφτ, τρεχε στη ταβρνα να πιει κρασ κι πειτα ξαναγριζε στη γωνι του δρμου και συνχιζε τη ζητιανι κι οτω καθ' εξς. Μλιστα, απ το πολ κρασ, το πρσωπ του εχε γνει κατακκκινο κι εχε πρηστε τσο πολ, στε μοιαζε με μια μεγλη κολοκθα και γι' αυτ λοι τονε φωνζανε Κολοκυθοκφαλο.  ταν τριγριζε στους δρμους ζητιανεοντας, τραγουδοσε παραπατντας, γιατ τα πδια του δε τονε βαστοσανε καλ:

                                ταν μουνα μικρολης
                                 μ' ρεσε το γαλατκι.
                                Τρα που 'γινα μεγλος
                                 μου αρσει το κρασκι.

     Και μσα στο μεθσι του, προσπαθοσε κιλας να χορψει κι μοιαζε ττε με κενες τις αρκοδες που τις τριγυρνον οι γφτοι στα χωρι και τις βζουν να χορψουν, χτυπντας τους ρυθμικ το ντφι.
     να βρδυ που ο Κολοκυθοκφαλος εχε πιει πολ κρασ και το πρσωπ του εχε κοκκινσει περισστερο απ κθε λλη φορ, θλησε πλι να χορψει τραγουδντας στη μση του δρμου, αλλ καμε τσο πολ φασαρα στε τον ακοσανε κτι χωροφλακες κι ρθανε και τον πιασαν. Στην αρχ θελσαν να τονε ξεμεθσουνε ρχνοντς του νερ με τους κουβδες, αλλ ο Κολοκυθοκφαλος εχε πιει περισστερο απ ποτ και δε ξεμεθοσε με τποτα. Ττε οι χωροφλακες του βγλανε τα μουσκεμνα κουρλια που φοροσε, απ το κατβρεγμα, και τονε κλεσαν ολγυμνο στην υπγεια φυλακ που δε θα κρωνε, γιατ στο πτωμα εχανε ρξει αρκετ δεμτια σαν κι εκε μσα τονε ξεχσανε.
     Μσα σε κενο το υπγειο κελ εκτς απ τον Κολοκυθοκφαλο και το σαν, υπρχε και μια Αρχνη, που 'χε πλξει το δχτυ της σε μια γωνι. Η Αρχνη συνθιζε ν' ανεβοκατεβανει πνω στο δχτυ της κι ταν φτανε κοντ στο πρσωπο του Κολοκυθοκφαλου, η ανσα του, που μριζε κρασλα, τη ζσταινε κι αυτ της ρεσε, σπου στο τλος ρχισε κι αυτ να τρεκλζει πνω στο δχτυ της σα να 'ταν μεθυσμνη.
     Μες στο υπγειο μλο που 'χαν ρξει σαν κτω κανε κρο κι ο Κολοκυθοκφαλος που δε φοροσε τποτα το 'νιωθε πιο πολ. Θυμθηκε λοιπν τι τανε καρεκλς, πως ξερε να πλκει ψαθι κι αποφσισε να πλξει μ' χυρο μια μπλοζα για να μη κρυνει.
     να πρω καθς κατβαινε η Αρχνη για να τονε παρακολουθσει στη δουλει του, παραπτησε κι κοψε να νμα απ τον ιστ της. Στεναχωρθηκε γιατ δε θα μποροσε τρα να ξανανεβε, αλλ ο Κολοκυθοκφαλος, που τη λυπθηκε, πιασε τις δυο κρες του νματος και τις δεσε μ' να πολ λεπτ κμπο, τσον επιδξια, στε δε φαιντανε πια που εχε κοπε.
 -"Εσαι πολ επιδξιος", του επε η Αρχνη, "γιατ λοιπν πλκεις μπλοζα με το σαν και δε τη πλκεις με ηλιαχτδες";
 -"Μα... γνεται;" ρτησεν απορημνος ο ζητινος.
 -"Δοκμασε και θα δεις", τονε συμβολεψεν η Αρχνη.
     Ο Κολοκυθοκφαλος καιρ δεν χασε, πλωσε το δχτυλ του κι ρχισε να τυλγει γρω απ' αυτ την ηλιαχτδα που 'μπαινε απ το φεγγτη της φυλακς του μα σο κι αν τλιγε, η ηλιαχτδα δε τελεωνε, σμπως ξω απ το παρθυρο της φυλακς ο λιος να 'ταν να κουβρι χρυσ που ξετυλιγταν εκολα. Ηλιαχτδα την ηλιαχτδα, ο ζητινος μζεψε τσες πολλς, στε αντ να φτιξει μια μπλοζα πως λογριαζε, μπρεσε κι φτιασε να μακρ πανωφρι, που τονε σκπαζεν ολκερο. Φαινταν ολγυμνος γιατ το παλτ που τονε σκπαζε εχε το χρμα της ηλιαχτδας κι λαμπε, αλλ τονε ζσταινε πως δε θα τονε ζσταινε καμμι μλλινη μπλοζα.
 -"Κψε τρα την ηλιαχτδα", συμβολεψεν η Αρχνη, "γιατ αλλις, ταν ο λιος βασιλψει, θα τραβξει τις αχτδες του και θα σου ξηλσει το παλτ".
-"Δκιο χεις", παραδχτηκε ο Κολοκυθοκφαλος, κι κοψε αμσως την ηλιαχτδα εκε που 'χε τελεισει τη πλξη του. Αμσως η κομμνη ηλιαχτδα αποτραβχτηκε μες απ το παρθυρο της φυλακς, γιατ πια εχε βραδυσει, και χθηκε στον ουραν.
 -"Κοταξε πως λμπει το παλτ σου μες στη νχτα", του επεν η Αρχνη. "ταν θα 'ναι μρα, δε θα φανεται καθλου, αλλ τη νχτα θα λαμποκοπ σα χρυσφι. Και θα γνεις βασιλις, κουσε μνα που στο λω. 'Αλλωστε τ εναι ο βασιλις; νας νθρωπος που φορ τη πιο φανταχτερ στολ μες σ' λο το βασλειο. Απ δω και πρα μως, τη πιο φανταχτερ στολ θα τη φορς εσ. 'Ακουσε τρα τι θα κνεις: Μλις πετξει η πρτη νυχτερδα, βγες απ' αυτ τη φυλακ, πγαινε στη πρωτεουσα, ανβα στο θρνο και γνου συ βασιλις. Φρντισε μως ν' αλλξεις το παλτ που 'πλεξες με τις ηλιαχτδες, με μια φανταχτερ στολ του βασιλι. Θ' αλλξεις προτο ξυπνσουνε τα πουλι και κελαδσουν. Αλλ για να τα πετχεις αυτ, πρπει να μη πιεις οτε μια σταγνα κρασ λη τη νχτα".
 -"Σου τ' ορκζομαι πως θα κμω ,τι με συμβολεψες", της υποσχθηκεν ο Κολοκυθοκφαλος. "Σου τ' ορκζομαι σ' λες τις καρκλες που 'χω επιδιορθσει ως τρα και σ' λες τις καρκλες που θα επιδιορθσω σπου να πεθνω". Γιατ καθς τανε Κολοκυθοκφαλος, δε μποροσε να καταλβει πως μια και θα γιντανε βασιλις δε θα 'χε πια καμμιν ανγκη να επιδιορθνει καρκλες για να μπορε να ζει.
     Στο αναμεταξ εχε νυχτσει για καλ, αλλ η φυλακ φωτιζταν απ το παλτ του Κολοκυθοκφαλου, που 'λαμπε σαν λιος μες στο σκοτδι. Οι χωροφλακες που φυλγαν ξω απ τη πρτα της φυλακς, εδαν να βγανει φως απ τη χαραμδα και παραξενευτκανε. Ξεκλειδσανε γργορα-γργορα τη πρτα, την ανοξανε κι ταν αντικρσανε τον Κολοκυθοκφαλο να λμπει σαν τον λιο, τα χσανε και γονατσανε φωνζοντας:
 -"Ζτω ο Βασιλις"!
     Δεν χασε την ευκαιρα ττε ο Κολοκυθοκφαλος, μια που η πρτα της φυλακς του ταν ανοιχτ κι οι χωροφλακες πεσμνοι στα γνατα μπρος του, προτμησε να φγει.
     ξω ταν νχτα βαρι. λος ο κσμος κοιμταν. Οι νθρωποι στα σπτια τους, οι κτες στα κοττσια τους, οι βατρχοι στα χαντκια τους, αλλ το παλτ του Κολοκυθοκφαλου σκορποσε ττοια λμψη που τα κοκρια, νομζοντας πως βγκεν ο λιος, αρχσαν να φωνζουν απ κοττσι σε κοττσι:
 -"Κικιρκουουου..." και φωνζανε τσο δυνατ λα τα κοκρια στις αυλς, στα κοττσια, στους κπους, στε λος ο κσμος ξπνησε κι οι νθρωποι τανε κατατρομαγμνοι, γιατ νομζαν τι γιντανε σεισμς, επειδ κθε φορ που 'ναι να γνει σεισμς τα κοκρια χαλνε τον κσμο με τα "κικιρκου" τους.
     Στο αναμεταξ ο Κολοκυθοκφαλος προχωροσε απ χωρι σε χωρι και παντο τα κοκρια λαλοσανε μες στη νχτα, σα να 'χε ξημερσει. Τλος φτασε σε μια μεγλη πολιτεα κι εκε τα κοκρια ξεσηκωθκανε κι αρχσανε να λαλονε "κικιρκου..."
τσο δυνατ, που οι νθρωποι τρομαγμνοι βγκαν ξω κι αντικρσαν ναν νθρωπο να περν στο δρμο, λμποντας σαν τον λιο.
 -"Ο Βασιλις!" φωνξανε. "Εναι ο Βασιλις! Ζτω ο Βασιλις!" γιατ ποις λλος εκτς του βασιλι θα μποροσε να φορ μια τσο λαμπερ στολ;
     Σε λγην ρα ο Κολοκυθοκφαλος βρθηκε κυκλωμνος απ να πυκν πλθος, που τονε χαιρετοσε, τονε ζητωκραγαζε κι λα τα κεφλια σκβανε μπρος του, γιατ καννας δε μποροσε να τον αντικρσει, τσο πολ τους θμπωνε η στολ του.
 -"Ναι φλοι μου, εμαι ο Βασιλις σας", επε ττε ο Κολοκυθοκφαλος. "Μερικο κακο ανθρποι με διξαν απ το παλτι μου κι αποφσισα να βγω στους δρμους για να συγκεντρσω τους πιστος μου υπηκους, να με βοηθσουν να ξανανεβ στο θρνο μου".
 -"Θνατος στους προδτες!" φναξε ττε το πλθος κι λοι οι ντρες τρξανε στα σπτια τους για ν' αρματωθονε και να υποστηρξουνε το Βασιλι τους να ξανανβει στο θρνο του. Φρανε μλιστα κι να λογο σελωμνο κι ο Κολοκυθοκφαλος το καβλησε και μπκε μπρος. Εχανε μαζευτε καμμι δεκαρι χιλιδες ντρες αρματωμνοι, ολκερος στρατς δηλαδ.
 -"Εμπρς!" φναξε δυνατ ο Κολοκυθοκφαλος κι λος εκενος ο στρατς ξεκνησε ακολουθντας τον Βασιλι του, που πγαινε μπρος καβλα στ' λογο φωτζοντς τους το δρμο με τη λαμπερ στολ του σα να 'ταν μρα-μεσημρι κι ας ταν ακμα μεσνυχτα.
     Απ' που περνοσανε κι λλοι ανθρποι παρνανε τα πλα τους και τρχαν να ενωθον με το στρατ του Βασιλι, που πγαινε να ξαναπρει το θρνο του κι ο Κολοκυθοκφαλος προχωροσε μπρος καμαρωτς-καμαρωτς, λαμποκοπντας πνω στ' λογ του, αλλ δεν τανε καθλου ευχαριστημνος, μλο που πσω του λες εκενες οι χιλιδες νθρωποι τονε ζητωκραγαζαν. Και δεν ταν ευχαριστημνος γιατ εχεν αρχσει και διψοσε... Διψοσε πλον τρομερ και το μαρτρι του χειροτρευε κθε φορ που περνοσανε κοντ απ ταβρνα. Αχ πσο θα 'θελε να σταματσει τ' λογ του, να ξεπεζψει και να πιει μερικ ποτρια κρασ, που θα του κβαν αμσως τη δψα! Θα 'τανε πρθυμος να χαρσει το μισ του βασλειο για μια μποτλια δροσερ κρασ. Θυμταν μως εκενο που του 'χε πει η Αρχνη και προχωροσε χωρς να σταματ. Προχρησε τσι νδοξος και διψασμνος, προσπερνντας πνω απ διακσιες ταβρνες χωρς να σταματσει σε καμμι.
   "Δε θα το πστευα κι εγ ο διος, πως θα μποροσα να κρατηθ τσο πολ και να μη πιω κρασ" επε μσα του.
     Τλος, λος εκενος ο στρατς με τον Κολοκυθοκφαλο μπροστ, φτασε στα πρθυρα της πρωτεουσας, την ρα που κντευε να ξημερσει. Ο Κολοκυθοκφαλος, καβλα πντα στ' λογο, μπκε απ μια πλη μες στη πρωτεουσα, τη στιγμ ακριβς που ο αληθινς βασιλις βγαινε απ μιαν λλη. Ο καημνος ο βασιλις ο πραγματικς, εχεν αγουροξυπνσει ακογοντας λα κενα τα "κικιρκου" κι λες εκενες τις ζητωκραυγς κι ταν μαθε πως ολκερος στρατς ερχταν εναντον του, το 'σκασε με τα νυχτικ του πως ταν και μαζ του το σκσανε κι λοι οι αυλικο του, κι αυτο με τα νυχτικ τους.
     Το παλτι μεινεν αδειαν. Ο Κολοκυθοκφαλος τανε τρα λετερος να μπει μσα, να φορσει μια βασιλικ στολ, να βλει στο κεφλι του το στμμα και να καθσει στο θρνο σα βασιλις. τανε καιρς, γιατ κντευε πια να ξημερσει κι ο πρτος κορυδαλλς χτυποσε τα φτερ του, για ν' ανβει ψηλ στον ουραν. Κατβηκε λοιπν απ το λογ του μπρος στο μεγλο κι ρημο πια παλτι. Η γλσσα του εχε τσο πολ στεγνσει απ τη δψα, στε δε μποροσε να μιλσει. γνεψε μνο να τον αφσουν να μπει μονχος μες στο παλτι. ταν βρθηκε στα βασιλικ διαμερσματα σκφτηκε για μια στιγμ να κατβει στην αποθκη για να βρει καμμι μποτλια καλ κρασ, αλλ θυμθηκε τ του 'χε πει η Αρχνη και συγκρατθηκε. Πρασε μπρος απ τις κουζνες και πλι σκφτηκε πως εκε θα υπρχε δροσερ κρασκι μα συγκρατθηκεν ακμα μια φορ.
  "Εναι η τελευταα φορ που διψ" επε μσα του. "Ας τελεινουμε πρτα με τα πιο βιαστικ και μετ θα 'χω καιρ να πνω σο θλω".
     Με τα πολλ, φτασε σ' να μεγλο δωμτιο με ντουλπες, που τανε κρεμασμνες οι στολς του βασιλι. Ποι να διαλξει μως; Τη γαλζια; Τη πρσινη; Τη κκκινη; Για λγες στιγμς μεινε αναποφσιστος. Στο τλος διλεξε μια στολ ναυρχου. Καθς μως την πιασε, νιωσε κτι σκληρ: ταν μια μποτλια ρομι, που ο βασιλις συνθιζε να πνει ταν ανβαινε σε καρβι, γιατ τον πιανε η θλασσα. Τρα πια ο Κολοκυθοκφαλος δε κρατθηκε, σκωσε τη μποτιλτσα και την δειασε μονοροφι.
     Αμσως τα μγουλ του γνανε κατακκκινα, η μτη του μελιτζανι και ξεχνντας τις συμβουλς που του 'χε δσει η Αρχνη, ρχισε να χοροπηδ τραγουδντας:

                                 ταν μουνα μικρολης
                                 μ' ρεσε το γαλατκι.
                                Τρα που 'γινα μεγλος
                                 μου αρσει το κρασκι.

    
  Στο αναμεταξ, ξω απ το παλτι ο λας που 'χε συγκεντρωθε, εξακολουθοσε να ζητωκραυγζει και να ζητ να δει το Βασιλι του.

 -"Καλ, καλ..." μουρμορισεν ο Κολοκυθοκφαλος, "μη κνετε τσι... Θα βγω στο μπαλκνι να σας βγλω λγο..." Και βγκεν αποφαστικ στο μεγλο μπαλκνι του παλατιο, την ρα που η αυγ ρδιζε στον ορζοντα. Το παλτ του απ τις ηλιαχτδες, που το 'χε ρξει στους μους του, λαμπεν ακμα. Κι οι κτοικοι της πρωτεουσας, που 'χανε συγκεντρωθε στη πλατεα, εδανε το Βασιλι τους να χοροπηδ πνω στο μπαλκνι και τον κουσαν να τραγουδ:

                                 Χτες που πινα νερ
                                 εκατπια βτραχ.
                                 πινα νερ απ' τη βρση
                                 τη φωτι μου να μου σβσει.
                                 Αριο μνο γαλατκι
                                 σα να μουνα παιδκι.
                                 Σμερα μως πια ρομι
                                 κι εμαι τρα μια χαρ
                                 κι εσες χαρεστε π' ακοτε
                                 μεθυσμνο Βασιλι...

     Αλλ τη στιγμ κενη, πρβαλε ο λιος και στις φωτεινς του ακτνες, σβησε η λμψη που 'βγαινε ως ττε απ το παλτ που φοροσε ο Κολοκυθοκφαλος κι οι υπκοο του εδανε πως πνω στο μεγλο μπαλκνι του παλατιο βρισκταν νας ζητινος, που τραγουδοσε μεθυσμνος...
___________________________________________

                              Το Δντρο Των Κρεμασμνων

    
Αυτ εναι η ιστορα του Αγριοβασιλι, που βασλευε δω και πολλ χρνια στο Αγριοβασλειο. Ο Αγριοβασιλις, βρισκτανε πντα σε πλεμο με τα γειτονικ του βασλεια και στο Αγριοβασλει του λλο δεν κουγες παρ χλιμιντρσματα αλγων και βρντους αρμτων. Κθε τσο, ο λιος σκεπαζταν απ πυκν σννεφα καπνο. τανε τα χωρι κι οι πολιτεες των γειτονικν βασιλεων που τους βζανε φωτι οι στρατιτες του Αγριοβασιλι και συχνκις τους βλεπες να σρνουνε τους φτωχος κατοκους των, που τους εχανε πισει αιχμλωτους στη μχη. Οι χωρικο του Αγριοβασιλεου που βλπαν αυτς τις θλιβερς συνοδεις να περννε, τρμαν απ το φβο τους και κρβονταν στα σπιτκια τους για να μη δονε το τλος. Γιατ το τλος το ξρανε: οι στρατιτες του Αγριοβασιλι πηγαναν λους εκενους τους δεμνους αιχμαλτους στο Δντρο Των Κρεμασμνων.

     Το Δντρο Των Κρεμασμνων τανε μια πανψηλη γρικη αγριοκαστανι, που ο κορμς της τανε κουφαλιασμνος, αλλ' οι ρζες της απλνονταν βαθι μες στο χμα. Υψωνταν ολομναχη πνω στη κορφ ενς λφου και στα κλαδι της ο Αγριοβασιλις κρεμοσε τους δστυχους αιχμαλτους που 'πιανε στον πλεμο. Αν ο αιχμλωτος τχαινε να 'ναι κανς πργκηπας, ο Αγριοβασιλις του 'λεγεν ειρωνικ:
 -"Ξδελφ μου, θα σε κνω Δεσπτη στα χωρφια. Απ κει πνω που θα 'σαι θα βλογς τους χωριτες με τα πδια σου". Κι αν ταν ανθρωπκος του λαο, του 'λεγε:
 -"Θα σε κμω βοσκ, να φυλς τα πρβατα πνω στο φεγγρι".
     Τα βρδια μετ απ μχη, το δντρο γμιζε απ κρεμασμνους κι ο Διβολος που το 'ξερε, τρεχε κει πρα και τ' λλο πρω στα κλαδι της αγριοκαστανις δεν υπρχανε παρ μνον οι θηλεις. Ο Διβολος εχε πρει λους τους κρεμασμνους. Αυτ πιστεαν λοι οι νθρωποι που ζοσανε στο Αγριοβασλειο κι αυτ πστευε κι ο διος ο Αγριοβασιλις.
     Η αλθεια μως ταν λλη: το Δντρο Των Κρεμασμνων δεν εχε καμμι σχση με τον Διβολο. Η γρικη αγριοκαστανι τανε το πιο καλ δντρο που υπρχε στον κσμο. Αμσως μλις οι στρατιτες του Αγριοβασιλι κρεμοσανε τους αιχμαλτους τους και φεγανε για να γυρσουνε στις στρατνες τους, η αγριοκαστανι χαμλωνε τα κλαδι της κι ακουμποσε προσεκτικ τους κρεμασμνους πνω στη χλη. Σιγ-σιγ ττε, οι δστυχοι κενοι ανασανανε και πλι μια που δε τους σφιγγε πια η θηλει στο λαιμ και τλος, συνρχονταν εντελς. πειτα, βλποντας πως εχανε γλυτσει απ το θνατο, τη βγζαν απ το λαιμ τους και τρχανε να φγουνε μες στο σκοτδι της νχτας, χωρς να σκεφτον να ευχαριστσουνε τη γρικη αγριοκαστανι που τους εχε γλυτσει. Κι ταν γυρζανε στα σπτια τους δε λγανε τποτε κι αφνανε τον κσμο να πιστεει πως τους εχε πρει ο Διβολος και γι' αυτ εχαν εξαφανιστε απ τις κρεμλες τους.
     Ο Αγριοβασιλις μλιστα, νμιζε πως το Διβολο τονε βοηθοσανε και τα κορκια γι' αυτ κθε φορ που γριζε απ κποια μχη, φναζε στα κορκια που πετοσανε σα σννεφο πνω απ το κεφλι του:
 -"Κορκια, πηγαντε στο Δντρο Των Κρεμασμνων, που σας ετομασα πλοσιο δεπνο". Τα κορκια πετοσανε ττε λα μαζι πνω απ την αγριοκαστανι, κνοντας γρους και κρζοντας με θυμ, γιατ στα κλαδι του, δε βρσκανε παρ δειανς θηλεις κι τανε θυμωμνα με τον Αγριοβασιλι γιατ νομζανε πως τα κοριδευε.
     να βρδυ λοιπν, που ο Αγριοβασιλις περνοσεν ολομναχος απ να ερημικ μρος, καβλλα στ' λογ του, τα κορκια που τον εδανε, πσανε πνω του κι αρχσανε να τονε τσιμπον. Δε θα γλτωνε κενη τη φορ αν δε τχαινε να βρσκεται κοντ στο Δντρο Των Κρεμασμνων. Παρτησε λοιπν το σκοτωμνο λογ του για να το φνε κι αυτς τρεξε καταματωμνος απ τα τσιμπματα και χθηκε μες στη κουφλα της αγριοκαστανις.
     ταν βρθηκε κει μσα και δε κινδνευε πια, σωριστηκεν ανασθητος στο χμα. Τα κορκια που δε ξρανε που 'χε κρυφτε, δε ψξανε να τονε βρονε, παρ μνο αρχσανε να τρνε το σκοτωμνο λογο. Το Δντρο δε, ταν κατλαβε πως ο Αγριοβασιλις ξαναβρκε τις αισθσεις του, μουρμορισε:
 -"Κθισε συχος! Μη κουνισαι... Τα κορκια βρσκονται ακμα δω κοντ... Αν καταλβουνε πως κρφτηκες στη κουφλα μου θα μενουν απ' ξω παραμονεοντας σπου να πεθνεις απ τη πενα και τη δψα. ταν τελεισουν με τ' λογ σου που τρνε, θα φγουνε. Μενε συχος και κμε υπομον... Στο μεταξ θα σου γιατρψω τις πληγς με το χυμ μου".
 -"Μα πς, Δντρο Των Κρεμασμνων, εσ με λυπσαι;" ρτησε παραξενεμνος ο Αγριοβασιλις. Γιατ νμιζε πως το Δντρο θα του φερτανε σα δμιος και θα τον πνιγε με τα κλαδι του κι πειτα θα τονε παρδινε στον Διβολο.
 -"Και γιατ θα φερνμουνα σε σνα διαφορετικ απ τους κρεμασμνους σου;" ψιθρισεν η γρικη αγριοκαστανι. "ταν οι στρατιτες σου απομακρνονται, χαμηλνω τα κλαδι μου κι οι κατδικοι βγζουνε τη θηλει απ το λαιμ τους και φεγουν..."
     Κι τσι μαθεν ο Αγριοβασιλις πως η γρικη αγριοκαστανι ταν να δντρο γεμτο καλωσνη. "Πρπει να βρω λλο δντρο για κρεμλα" σκφτηκε.
     σο μιλοσαν μως, ο χυμς του δντρου μπαινε σιγ-σιγ μες στις φλβες του Αγριοβασιλι εν παρλληλα, το δικ του ρχισε να κυλ στον κορμ και στα κλαδι του. Στο μεταξ, τα κορκια χοντας φει το σκοτωμνο λογο, χορττα πια, πετξανε και φγανε μακρι. τσι ο Αγριοβασιλις μπρεσε και βγκε απ τη κουφλα της γρικης αγριοκαστανις που 'χε κρυφτε κι απομακρνθηκε σκεφτικς, χωρς να πει να καλ λγο στο Δντρο που τον εχε σσει.
     Αυτ που γινε μετ μως παραξνεψε λο τον κσμο: απ κενη τη μρα ο Αγριοβασιλις γινε λλος νθρωπος. σο αγαποσε πριν τον πλεμο, τσο τονε σιχαιντανε τρα. σο πριν τανε σκληρκαρδος, τσο τρα δειχντανε πονψυχος. λο για Ειρνη μιλοσε και δεν ξερε πως λα τοτα, τα φειλε στο χυμ του Δντρου που κυλοσε μες στις φλβες του.
     Στο μεταξ, οι εχτρο του καταλβανε πως εχεν αλλξει κι αποφασσανε να του ριχτον λοι μαζ, τρα που δεν εχεν ρεξη για πλεμο, πως πριν. γινε λοιπν μια μεγλη μχη, ο Αγριοβασιλις νικθηκε και πιστηκεν αιχμλωτος.
 -"Ας γνει τρα κι αυτς Δεσπτης των χωραφιν", επαν οι εχτρο του. "Ας τονε κρεμσουμε στο Δντρο του, κει που κρεμοσε τους ανθρπους μας, ταν πφτανε στα χρια του" και τονε πγανε δεμνο στο Δντρο Των Κρεμασμνων.
     Ο Αγριοβασιλις χαμογελοσε, την ρα που του περνοσανε τη θηλει στο λαιμ. ξερε πως μλις οι εχτρο του απομακρνονταν, η καλ γρικη αγριοκαστανι θα χαμλωνε τα κλαδι της και θα τον φηνε να φγει.
     Εκενο που δεν ξερε ο Αγριοβασιλις τανε πως και το Δντρο εχεν αλλξει, πως εχεν αλλξει κι αυτς. Με το αμα του, που κυλοσε μαζ με το χυμ του μες στον κορμ και στα κλαδι του, εχε γνει αυτ σκληρκαρδο, πως τανε πριν ο Αγριοβασιλις.
     Κρεμσανε τον Αγριοβασιλι οι εχτρο του απ το κλαδ της γρικης αγριοκαστανις κι πειτα φγανε. Ττε, το Δντρο Των Κρεμασμνων, αντ να χαμηλσει το κλαδ του απ' που κρεμταν ο Αγριοβασιλις, το σκωσε τσο ψηλ, στε φτασε σ' να αστρι. Κι εκε, ακμα και σμερα, κρμεται ο σκληρκαρδος Αγριοβασιλις.
     Αλλ για να τονε δει κανες, χρειζεται να μεγλο τηλεσκπιο...
______________________________________

                                Το Πετομενο Χωρφι

     νας χωρικς ργωνε το χωρφι του κι θελε να το φυτψει λχανα. Εχε φτιξει μλιστα κι να Σκιχτρο για να διχνει τα πουλι και να μη του πειρζουνε το σπρο. Το Σκιχτρο που 'μοιαζε μ' νθρωπο, το 'χε φτιξει με δυο σταυρωτς σανδες που τις εχε ντσει με κτι παλιρουχα, παραγεμισμνα μ' χυρα. στησε το Σκιχτρο σε μιαν κρη του χωραφιο κι αυτς πρε ν' ανοξει ακμα μερικ αυλκια με τ' αλτρι του και για να μη του πσει ο σπρος την ρα που ργωνε, τον βαλε μες στη τσπη του παλιο σακακιο, που 'χε φορσει στο Σκιχτρο.

     Ξαφνικ κει που ργωνε, ο ουρανς σκοτενιασε κι πειτα σηκθηκεν νεμος δυνατς. Ο χωρικς σα που πρκαμε να σπρξει τα βδια του, που σρνανε τ' αλτρι, μσα σ' να χαντκι για να προφυλαχτον απ τον νεμο, που 'τανε τσο δυνατς, στε γκρμισε τα δντρα, ρπαξε τις στγες των σπιτιν και σκωσε το χμα, κενο το παχ χμα που 'χε τσο πολ κοπισει ο χωρικς για να τ' οργσει. Μαζ με το χμα, σκωσε και το Σκιχτρο και το πρε μαζ του.
     Το καημνο το Σκιχτρο φοβθηκε, καθς ο νεμος το 'σερνε μαζ του, μεταξ ουρανος και γης. Αλλ' ο νεμος στο τλος κουρστηκε κι φησε να πσουνε καταγς, πολ μακρι απ κει που τα 'χε πρει, το χμα το παχ και το Σκιχτρο. Κι εκε που 'πεσε το το χμα, ταν νας ξερτοπος, που ποτ ως ττε δε φτρωνε τποτα.
     Το Σκιχτρο, ταν βρθηκε ρθιο καταγς κι εδε το χμα το παχ γρω του, θυμθηκε πως εχε στη τσπη του σακακιο του το σακουλκι με το σπρο που 'χε βλει κει ο χωρικς. "Τρα που 'χω να χωρφι δικ μου γιατ να μη το σπερω, πως κανε και τ' αφεντικ μου" σκφτηκε και πηδντας πνω στο ξλινο ποδρι του, σπειρε σιγ-σιγ, λο το χωρφι.
     Σε λγο καιρ τα λχανα φυτρσανε κι αρχσανε να μεγαλνουν, να μεγαλνουν και να γνονται ολοστργγυλα. Το Σκιχτρο τα 'βλεπε και τα καμρωνε. Τα μζεψε ταν ρθεν ο καιρς τους, βγαλε το σπρο και τα σριασε σε γωνι του χωραφιο. Φυσικ κανες δεν ρθε να τ' αγορσει, γιατ το μρος εκενο ταν ερημικ και ξερτοπος ως ττε, αλλ το Σκιχτρο δε στεναχωρθηκε διλου, γιατ δεν εχε κανν ξοδο και δεν ενδιαφερταν αν θα τα πουλοσεν χι.
     Το δετερο χρνο ξανσπειρε το χωρφι του, αφο πρτα το 'σκαψε σο μποροσε καλτερα με το ξλινο ποδρι του. Και πλι φυτρσανε τα λχανα, αλλ' χι τσον μορφα και τσο μεγλα, σο τη πρτη χρονι. Το Σκιχτρο μως δεν ενδιαφερταν αν τα λχανα τανε μεγλα μικρ. Αυτ περνοσε τον καιρ του μια που δεν εχε τποτις λλο να κμει.
     σκαψε λοιπν και τρτη χρονι το χμα με το ξλινο ποδρι του και ξανσπειρε το σπρο που 'χε μαζψει και πλι ο σπρος φτρωσε και το χωρφι γμισε λχανα, αλλ' αυτ τη φορ πολ πιο μικρ. "Τους λεπει το λπασμα, γι' αυτ βγανουνε τσο μικρ" σκφτηκε το Σκιχτρο και πηδντας πνω στο ξλινο ποδρι του βγκεν απ το χωρφι, πγε κοτσα-κοτσα μακρι, κει που υπρχανε χωρφια καλλιεργημνα και περνντας απ σπτι σε σπτι ζητοσε απ τους χωρικος λγο λπασμα. λοι μως γελοσανε μ' αυτ και κανες δε του 'δωσε μτε μια χοφτα κι τσι το καημνο το Σκιχτρο γρισε πσω στο χωρφι του με τα ξλινα χρια του αδειαν. Πλι μως σκαψε, πηδντας με το ξλινο ποδρι του το χμα και πλι σπειρε το σπρο που 'χε φυλξει κι αυτ τη φορ φυτρσανε κτι λαχανκια, που 'τανε μικρολικα σα ραπανκια. Το καημνο το Σκιχτρο, απελπστηκε και δεν ξερε τι να κνει.
     που, η τχη το 'φερε και κενη τη μραν ακριβς πρασεν απ τον ερημτοπ του ο Βασιλις της χρας, που 'χε βγει στο κυνγι με μερικος ρχοντες. Ενθουσιαστκαν ταν εδανε σε κενη την ερημι να χωρφι καταπρσινο κι ο Βασιλις ρτησε ποις ταν αυτς ο χωρικς που 'καμε τσο κπο για να καλλιεργσει κενο τον ερημτοπο. Εδανε ττε πως ο "χωρικς" ταν να Σκιχτρο που χι μνο εχε καλλιεργσει τον ερημτοπο, αλλ εχε βγλει και κτι παρξενα λχανα, μικρολικα σα ραπανκια. Τα δοκιμσαν ο Βασιλις κι οι ρχοντες και τους φανκανε πολ νστιμα.
     Το καημνο το Σκιχτρο βλεπε το Βασιλι και τους ρχοντες να τρν απ τα μικρολικα λχαν του και στεκτανε ντροπιασμνο, γιατ φοβταν τι θα το τιμωροσανε.
 -"Τ μπορ να κμω για σνα φλε μου;" ρτησεν ο Βασιλις με καλωσνη.
 -"Να μου δσετε ροχα να φορσω, γιατ αυτ που 'χω εναι κουρλια", αποκρθηκεν αμσως με σεβασμ το Σκιχτρο.
 -"Αυτ θα γνει αμσως κι λας", επεν ο Βασιλις και πρσταξε τους ρχοντες που 'τανε μαζ του, να δσουνε στο Σκιχτρο απ' αυτ που φοροσανε. Του δσανε λοιπν, λλος να μανδα, λλος μια γραβτα, λλος να καπλο, λλος παποτσια κι τσι το Σκιχτρο που τα φρεσε πνω απ τα κουρλια του, μοιαζε σαν αρχοντπουλο.
     ταν ο Βασιλις κι η συνοδει του φγανε, το Σκιχτρο σκφτηκε: "Εναι καιρς να δεξω πια σ' λους τ αξζω!" και πηδντας στο ξλινο ποδρι του, βγκεν απ το χωρφι και πγε κοτσα-κοτσα μακρι, κει που υπρχανε καλλιεργημνα χωρφια. ταν φτασε στο πρτο σπτι, φναξε απτομα στο χωρικ που στεκτανε μπρος στη πρτα:
 -"Δσε μου αμσως πντε κρα λπασμα, γιατ αλμον σου!" κι ο χωρικς βλποντας εκενο τον καλοντυμνο με το ξλινο ποδρι, νμισε πως τανε καννας ρχοντας, απ κενους που 'χανε φιλες με το Βασιλι κι απντησε τρομαγμνος:
 -"Αμσως 'Αρχοντ μου... θα γνει το θλημ σου!" κι αντ για πντε κρα, φρτωσε δκα με λπασμα και το πγε στο χωρφι του Σκιχτρου.
     Ττε το Σκιχτρο ξανρχισε τη δουλει: σκρπισε το λπασμα στο χωρφι του, το 'σκαψε βαθι με το ξλινο ποδρι του, σο μποροσε κι πειτα σπειρε το σπρο που 'χε φυλξει. Αυτ τη φορ, τα λχανα βγκανε μεγαλτερα και τον λλο χρνο πιο μεγλα ακμα και τη τρτη χρονι πντε φορς μεγαλτερα απ' σο εχανε πρωτοβγε. Το Σκιχτρο τανε κατευχαριστημνο. 'ταν δει ο Βασιλις τα λχαν μου, θα ενθουσιαστε, γιατ τσο μεγλα δε βγανουνε σε καννα χωρφι του βασιλεου του και θα με κμει κι εμνα ρχοντα", σκεφττανε.
     Πργματι, ο Βασιλις θυμθηκε κποτε κενα τα πεντανστιμα μικρολικα λαχανκια που μοιζανε με ραπανκια, που 'χε φει στον ερημτοπο κι να πρω πρε τη συνοδει του, τους ρχοντες της ακολουθας του, και πγανε κει πρα καβλλα στ' λογ τους. Το Σκιχτρο σκυψε σο πιο πολ μποροσε το σανιδνιο του κορμ και προσκνησε το Βασιλι.
 -"Δσε μας απ κενα τα νστιμα λαχανκια σου", του 'πε με καλωσνη ο Βασιλις.
 -"Αμσως Βασιλι μου" επε το Σκιχτρο, μπκε στο χωρφι του, διλεξε το μεγαλτερο λχανο που βρκε, το 'κοψε και του το πρσφερε με σεβασμ. Αλλ ταν το 'δεν ο Βασιλις θμωσε πολ.
 -"Τ εναι τοτο που μου 'φερες;", το ρτησεν αγριεμνος. "Που 'ναι κενα τα μικρολικα, πεντανστιμα λαχανκια που μας πρσφερες την λλη φορ; Φανεται πως σε χαλσανε τα καινορια ροχα που σου δσαμε και πρανε τα μυαλ σου αρα. Να τα βγλεις αμσως, γιατ δεν εσαι ξιος να τα φορς"!
     Το καημνο το Σκιχτρο αναγκστηκε να βγλει λα κενα τα μορφα ροχα που του 'χανε δσει και θα 'μενε χωρς τποτε, αν δε φοροσεν απ κτω τα κουρλια του, που μως μετ τσο καιρ, εχανε γνει ακμα πιο κουρλια.
     Ο Βασιλις με τους ρχοντες φγανε καβλλα στ' λογ τους και το καημνο το Σκιχτρο μεινε ολομναχο στο χωρφι του με τα μεγλα, τα τερστια λχανα, που δεν ξερε τ να τα κνει.
___________________________________________

                                  Η Ιστορα Ενς Ποτηριο

     Αν η υπηρτρια της ταβρνας δεν λεγε τποτα, το Ποτρι κενο θα 'μενε ,τι ταν: να ποτρι απ χοντρ γυαλ με χοντρ πτο. Αλλ η υπηρτρια καθς το 'πλενε με σαπουνδα, λεγε κθε μρα:
 -"Αυτ το ποτρι μοιζει με βτραχο"! Και το 'λεγε αυτ γιατ κθε φορ που το 'τριβε με τη σαπουνδα, το γυαλ του κανε "κοξ, κοξ".
     Το Ποτρι λοιπν που πρσεξε τα λγια της πρε τα πνω του. "Εγ δε μοιζω με τ' λλα ποτρια" σκφτηκε, "πς εναι δυνατ λοιπν να περσω λη μου τη ζω σ' αυτ τη ταβρνα; Και πς εναι δυνατ να κθομαι να με γεμζουνε κρασ και να μ' αδειζουν απ το πρω ως το βρδυ"; Αλλ δσταζε να φγει απ τη ταβρνα γιατ φοβτανε μπως και φεγοντας απ κει χσει τη φων του και δε μπορσει να ξαναπε "κοξ, κοξ".
     στερα απ λγο καιρ, ανακλυψε πως ξερε κι λλα πρματα να κνει. Δηλαδ αυτ δε τ' ανακλυψεν αυτ το διο, αλλ νας μεθυσμνος καθς πινε το κρασ του, βαλε το ποτρι ανποδα πνω στο τραπζι και σχηματστηκε, βρεγμνο καθς ταν, νας κκλος.
 -"Κοταξτε τ ξυπνο ποτρι χω!", επεν ο μεθυσμνος. "Μπορε και φτιχνει ολομναχο να τλειο κκλο, σαν τον καλτερο ζωγρφο".
     Οι λλοι μεθυσμνοι της ταβρνας επαν τι και τα δικ τους ξρανε να κνουνε κκλους κι ρχισε ττε μια ζωηρ κουβντα που κατληξε σε τσακωμ και στο τλος λα τα ποτρια εχανε σπσει εκτς απ να: αυτ που η υπηρτρια λεγε πως μοιζει με βτραχο. Ττε το Ποτρι το πρε πιτερο πνω του.
 -"Εγ δε μοιζω με τ' λλα τα ποτρια!", σκφτηκε. "Πς εναι δυνατ λοιπν να περσω λη μου τη ζω σ' αυτ τη ταβρνα και πς εναι δυνατ να κθομαι να με γεμζουνε κρασ και να μ' αδειζουν απ το πρω ως το βρδυ, που φτιχνω τσο τλειους κκλους, σαν τον καλτερο ζωγρφο και που αντχω στους καυγδες πιτερο απ τ' λλα"; Αλλ και πλι δσταζε να φγει απ τη ταβρνα. γιατ φοβτανε μπως εκε που θα πγαινε του ζητοσανε να φτιξει τετργωνα, τργωνα λλα σχδια, εν αυτ ξερε μνο να φτιχνει τλειους κκλους. Τλος, ανακλυψε ποις ταν ο προορισμς του.
     Μια μρα η υπηρτρια που το σαπονιζε και το 'τριβε κι λεγε πως μοιαζε με βτραχο, το 'βαλεν ανποδα πνω στο τραπζι για να στεγνσει κι τυχε καθς το 'βαζεν τσι ανποδα, να σκεπσει μια μγα, που 'χε βραχε κι εχεν απομενει κει μισοπνιγμνη. Μια αχτδα του λιου μως περνντας μες απ το κρσταλλο του ποτηριο, στγνωσε τη βρεγμνη μγα, που ξανρχισε να κουν τα φτερ της. Σε λγο μλιστα εχε συνλθει εντελς κι ταν τοιμη να ξαναπετξει. Ττε πια το Ποτρι πρε την απφασ του: "Δε θα περσω λη μου τη ζω σ' αυτ τη ταβρνα, να με γεμζουνε κρασ και να μ' αδειζουν απ το πρω ως το βρδυ!" σκφτηκε. "Θα φγω, για να γνωρσω τον απραντο κσμο και να ζσω τη ζω μου με περιπτειες". Και ξεκνησε να ζσει μια καινορια ζω.
     Καθς προχωροσε, βρκε στο δρμο του να μικρ φυτ, που τα δυο φυλλαρκια του εχαν ανοξει σρριζα στο χμα. "Αυτ θα γιντανε ψηλ ως τον ουραν, αν το σκπαζα και το ζσταινα", σκφτηκε το Ποτρι. "Κι αν ψλωνε ως τον ουραν, θα μποροσα κι εγ να φτσω κει πνω στα σννεφα".
     Σκπασε λοιπν το μικρολικο φυτ κι πως εχε γνει με τη μγα, οι αχτδες του λιου ζεστανανε τρα πιτερο τα φυλλαρκια του. Σιγ-σιγ τα φλλα μεγλωσαν, βγαλαν λουλοδι, το λουλοδι γινε καρπς και στο τλος σχηματστηκεν να μορφο πεπνι, που λο και μεγλωνε. Το Ποτρι απμεινε πνω στη κορφ του πεπονιο, που 'μοιαζε σα να φοροσε φσι κι τανε τσον αστεο, στε τα πουλι γελοσαν ταν το βλπανε.
     Το Ποτρι πειρχτηκε και κατβηκε απ τη κορφ του πεπονιο, για να συνεχσει το δρμο του. Στην κρη ενς χωραφιο βρκε να αβγ που το 'χε γεννσει κποια κτα και το 'χε παρατσει κει πρα. Το καημνο το αβγ τανε παγωμνο. "Τ κρμα!" σκφτηκε το Ποτρι, "Θα 'ναι αβγ αετο κι αν το ζεστνω θα βγει απ μσα νας αετς, που θα με πρει στα φτερ του, ψηλ στα σννεφα". Και σκπασε το αβγ για να το ζεστνει και να το κλωσσσει.
     στερα απ εικοσιμα μρες κι λλες τσες νχτες, το πουλκι που 'τανε μες στ' αβγ, σπασε το τσφλι του και βγκεν ξω. Μες στο Ποτρι τανε ζεστασι και το πουλκι μεγλωσε γργορα, ψλωσε κι γινεν νας μορφος πετεινς, που στο κεφλι του φοροσε σα φσι, το Ποτρι. ταν μεγλωσεν ο πετεινς κνησε να βρει κι λλους πετεινος και κτες φορντας πντα στη κορφ του κεφαλιο του το Ποτρι σα φσι.
   "Αν το φυτ κενο, αντ να 'ναι πεπονι, ψλωνε ως τον ουραν, το πολ-πολ να 'βλεπα τα σννεφα", σκφτηκε το Ποτρι. "Αν πλι τοτο το αβγ ταν αετο, θα με σκωνε ψηλ πνω στα φτερ του και μπορε να 'σπαζα σε καννα βρχο. Καλτερα λοιπν που βγκε πετεινς κι τσι θα γυρσω μαζ του, να γνωρσω τον κσμο".
     Τλος ο πετεινς βρκε να κοττσι, που τον υποδχτηκαν πως συνθως υποδχονται τους νεοφερμνους οι λλοι πετεινο: πσαν λοι μαζ δηλαδ πνω του κι αρχσανε να τονε τσιμπνε στο κεφλι. Αλλ τοτος ο πετεινς φοροσε στο κεφλι του το Ποτρι σα φσι, κι τσι τα τσιμπματα των λλων δεν τονε πληγνανε διλου. ταν το 'δαν αυτ οι λλοι πετεινο, αποφασσανε να τονε κμουν αρχηγ τους.
     Ο πετεινς ευχαριστθηκε πολ που τονε βγλαν αρχηγ κι αποφσισε να ζσει συχα μες σε κενο το κοττσι. Αλλ το Ποτρι εχεν λλες ιδες: τ θα πει αρχηγς σ' να κοττσι; Αυτ κθε πετεινς που σβεται τον εαυτ του, το πετυχανει τσι αλλις. Αν γινταν μως αυτοκρτορας, ττε θα 'τανε πολ διαφορετικ. Γιατ ο καθες δε μποροσε να γνει αυτοκρτορας. πρεπε λοιπν να 'ναι καλς πολεμιστς και να κερδσει πολλς μχες για να γνει αυτοκρτορας!
     Ο πετεινς που του ζσταινε το κεφλι το Ποτρι, ρχισε να βζει ττοιες ιδες στο μυαλουδκι του κι λλο δεν ονειρευτανε παρ πολμους. πεισε λοιπν τους λλους πετεινος του κοτετσιο να πολεμσουν μ' λα τα κοττσια της χρας και να γνουν αυτο αρχηγο τους κι εκενοι δεχτκανε μ' ενθουσιασμ το σχδι του.
     Πολεμσανε πρτα τις ππιες, που τρομαγμνες πσανε στο νερ και κολυμπντας φτσανε σ' να νησκι κι τσι γλυτσανε.
     Ο νικητς πετεινς που πστευε πια πως ταν αυτοκρτορας, οδγησε ττε το στρατ του σε καινορια μχη: θα πολεμοσανε τρα με τις χνες, που βσκαν συχες στο λιβδι, χωρς να μαντεουνε τ τις περμενε.
 -"Απνω τους!" πρσταξεν ο αυτοκρτορας πετεινς κι ρμησε πρτος πνω στις χνες, με τα φτερ μισανοιγμνα σε θση μχης, για να τρχει καλτερα. Σε λγο, στριψε το κεφλι του για να δει αν οι λλοι πετεινο τον ακολουθοσανε και να δσει οδηγες και καθς δε πρσεξε, χτπησε πνω σ' να κλαρ μηλις που 'ξεχε και το Ποτρι στο κεφλι του, πεσε με δναμη στο πτρινο δαφος κι σπασε.
     Οι λλοι πετεινο, βλποντας πως ο αυτοκρτορς τους δε φοροσε πια τποτα στο κεφλι του, κατλαβαν τι δε θα τα βγζανε πρα με τις χνες και πσανε λοιπν λοι μαζ πνω στον αρχηγ τους κι αρχσανε να τονε τσιμπνε. πειτα γυρσανε στο κοττσι τους κι επανε στις κτες πως η βασιλεα του πετεινο εχε καταργηθε.
     σο για το Ποτρι, κρυψε καταθυμωμνο τα κομμτια του μες στη χλη, για να τα πατσει καννας διαβτης απρσεχτος και να πληγωθε.
     τσι θα 'κανε κι αυτ κτι στη ζω του!
___________________________________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers