-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

':

ΚΛΕΦΤΙΚΑ

         Τ' Αντρειωμνου Τ' 'Αρματα

Τ' αντρειωμνου τ' ρματα δε πει να πουλινται,
τους πρπει μες στην εκκλησιν, εκε να λειτουργινται,
πρπει να κρμονται ψηλ σ' αραχνιασμνο πργο,
σκουρι να τρει τ' ρματα και γη τον αντρειωμνο.

                         Τ' Ανπλι

-Ανπλι τι δε χαρεσαι και δε βαρες παιγνδια;
-Σαν πως μου λες να χαρομαι και να βαρ παιγνδια,
οπο ειμ' Ανπλι ξακουστ κι Ανπλι παινεμνο,
πχω τα τπια για χαρ, τουφκια για παιγνδι,
και συ με θλεις για ραγι, με θες χαρατσωμνο;
-Ανπλι δος τα τα κλειδι, Ανπλι παραδσου,
γιατ σο αμα κι αν χυθε θαν τχεις στο λαιμ σου.
-Δεν παραδνω γω κλειδι και δεν χω χαμπρι.
Στο Παλαμδι κρμονται και σρε να τα πρεις.

                  Του Κτσου Η Μνα

Του Κτσου η μνα κθεται στην κρη στο ποτμι.
Με το ποτμι μλωνε και το πετροβολοσε:
-Ποτμι για λιγστεψε, ποτμι στρψε πσω,
για να περσω αντπερα, πρα στα κλεφτοβονια,
πχουν οι κλφτες μζωξη και οι καπεταναοι.
Τον Κτσι τονε πισανε και παν να τον κρεμσουν.
Χλιοι τον παν απ μπροστ και δυο χιλιδες πσω
κι η μνα του του λεγε κι η μνα του του λει:
-Κτσο μου πχεις τ' ρματα τις ασημοπιστλες;
-Μνα μουρλ, μνα τρελ, μνα ξεμυαλισμνη
το τι τα θελεις τ' ρματα, τις ασημοπιστλες,
που μνανε με πισανε και πα να με κρεμσουν;

                   Του Κιαμλ Μπη

Πραν τα κστρα, πραν τα, πραν και τα ντερβνια,
πραν και τη Τροπολιτσ, τη ξακουσμνη χρα.
Κλανε στους δρμους Τορκισσες, κλανε εμιροπολες,
κλαει και μια χανομισα τον δλιο τον Κιαμλη:
-Αχ πουσαι και δε φανεσαι, καμαρωμνε αφντη;
σουν κολνα στο Μορι και φλμπουρο στη Κρθο,
νας παπς σου τκαψε τα ρμα τα παλτια.
Κλανε τ' αχορια γι' λογα και τα τζαμι γι' αγδες,
κλαει και η Κιαμλαινα τον δλιο της τον ντρα.
Σκλβος ραγιδων πεσε και ζει ραγις ραγιδων.

                   Των Πετιμεζαων

Τρεις περδικολες κθουνταν ψηλα στον 'Αη-Θανση
κι εχαν τα νχια κκκινα και φτερ βαμνα,
εχαν και τα κεφλια τους στο αμα βουτηγμνα,
μοιρολογοσαν κι λεγαν, μοιρολογον και λνε:
-Τι ειν' το κακ που γνεται στη μση στο Λεβδι,
μνα βουβλια σφζονται, μνα θερι μαλνουν;
-Μιτε βουβλια σφζονται, μιτε θερι μαλνουν,
Πετιμεζδες πολεμον μ' εννι χιλιδες Τορκους,
μ' Ομρ-Πασ, με Κουρ-Πασ, με τον Σμαλη-Πλισα.
Μαυραναγνστης χογιαξε μσα απ' το ταμπορι:
-Το πουσαι μπρμπα-Κωνσταντ και ξδερφε Βασλη
και Νικολκη, γργορα κι αξι μου παλικρια;
Ελτε να με βγλετε απ' τ'ς πιστους Λαλιτες.
Σαν καμαν και κνησαν, σαν καμαν και πνε,
πτρα τη πτρα περβατον, λιθρι το λιθρι,
στα δντια σρνουν τα σπαθι, στα χρια τα τουφκια,
βνουν τους Τορκους ομπροστ, σαν τα παλιογελδια,
σαν τη κοπ τα πρβατα, σαν τη κοπ τα γδια.

                     Του Κιολκα

Φσα βορι, φσα καιρ, φσα καλ μου αγρα,
φσα κι αγρι στα παιδι του Κιολκα του λεβντη,
που πολεμ κατκαμπα, μ' ολο το μεσημρι,
χωρς ψωμ, χωρς νερ, με λγα τα φυσκια.
Πουλκι πγε κι κατσε στου Κιολκα το κεφλι.
Δε κελαδοσε σα πουλ, μηδ σα χελιδνι,
μον εκελδει κι λεγε μ' ανθρπινη λαλτσα:
-Σκω Κιολκα και πγαινε, σκω Κιολκα και φεγε,
και πψε και τον πλεμο κι απλα και τους σκλβους,
γιατ φτασαν ο Ντιρ-Αλς, με δυο, με τρεις χιλιδες.
-Οσ 'ν' ο Κιολκας ζωντανς, τους Τορκους δε φοβται!

                       Η Μονεμβασι

Διαβετε απ' τη Μονεμβασι, απ' το παλιοκαστρτσι
εκε να δγετε γιαματα, εκε να δγετε λσια
που βγκε ο Κεχαγιμπεης μ' ολους τους Αρβαντες.
Κι οι κλφτες ταν τμαθαν πολ τους κακοφνη,
βνουνε βγλα και βιγλον, βνουν και καραολια.
Η κτω βγλα φναξε, το κτω καραολι:
-Πιστε τον τπο δυνατ και φτιστε τα ταμπορια.
Ο Κεχαγις μας πλκωσε μ' λους τους Αρβαντες.
Πρτη μπατλια που πεσε τη ρχνει ο Κυριακολης,
βαρε τον Μπαραχτρ-αγ κι αυτν τον σιλιχτρη,
παρνει μουλρια με φλωρ, μουλρια με χρυσφι.
-Πουσαι καημνε Θδωρε και συ Κολοκοτρνη,
που ξεπατνεις τη Τουρκι και τους παλιος αγδες!
-Τι λες σκυλ Κιαμλ-μπεη και συ μπρε Κουμουρμτη;
Θα πισω σκλβους μπηδες και σκλβους βεζιρδες,
θα πισω τα ρετσλια σου κι ολα σου τα χαρμια.
Πινουν χαρμια δεκαχτ και μπηδες δεκαπντε.

                 Των Κολοκοτρωναων

Λμπουν τα χινια στα βουν κι ο λιος στα λαγκδια,
λμπουν και τα 'λαφρ σπαθι των Κολοκοτρωναων,
πχουν τ' ασμια τα πολλ, τις ασημνιες πλες,
τις πντε αρδες τα κουμπι, τις ξι τα τσαπρζια
οπο δε καταδχονται της γης να τη πατσουν.
Καβλλα τρνε το ψωμ, καβλλα πολεμνε,
καβλλα παν στην εκκλησι, καβλλα προσκυννε,
καβλλα παιρν' αντδερο απ' του παπ το χρι.
Φλωρι ρχνουν στη Παναγι, φλωρι και στους Αγους
και στον αφντη τον Χριστ, τις ασημνιες πλες.
-Χριστ μας βλγα τα σπαθι, βλγα μας και τα χρια.
Κι ο Θοδωρκης μλησε κι ο Θοδωρκης λει:
-Τουτοι χαρς που κνουμε σε λπη θα μας βγλουν.
Απψ' εδα στον πνο μου, στην υπνοφαντασι μου,
θολ ποτμι πρναγα και πρα δεν εβγκα.
Ελτε να σκορπσουμε, μπουλοκια να γενομε.
Σρε Γιργο μ' στον τπο σου, Νικτα στο Λιοντρι.
Εγ πω στην Καρταινα, πω στους εδικος μου,
ν' αφκω τη διαθκη μου και τις παραγγελις μου,
τι θα περσω θλασσα, στη Ζκυνθο θα πω.
_____________________________________

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

       Ο Ξενητευτς

λα τα πουλκια, ζυγ-ζυγ
τα χελιδονκια, ζευγαρωτ,
το ρημο τ' αηδνι, το μναχο
περπατε στους κμπους με τον αητ,
περπατε και λει και κελαδε:
-Βρε Σαλονικιτη πραματευτ,
και Μεσολογγτη ταξιδευτ,
που την εδιαλξες αυτ τη νια,
τη ξανθομαλλοσα τη Πατρινι;
-Απ' τη Πλη 'ρχμουν κι απ' τα νησ
κι απ' τη γειτονι της επρασ,
το βασιλικ της επτιζε
και τις μαντζουρνες της δρσιζε.
Της ζητ κλωνρι και μδωσε,
μου πε κι να λγο και μρεσε:
"Βρε παλικαρκι, σα μ' αγαπς,
τι περνοδιαβανεις και δε μιλς;
Στελε προξεντρες στη μνα μου,
και προξενητδες στο μπρμπα μου".

       Παρπονο

Ολες οι δφνες, δφνες
κι ολες οι μαυρομτες,
ολες φιλ μου δσαν
και δε το μετανισαν.
Μα μια μικρ δαφνολα
μου καψε τη καρδολα.
Κενη δε μου το δνει,
Θλω ναν τη γελσω
το χρι να της πισω,
να πρω τον ανθ της
πχει στο μγουλ της.

         Ερωτικ

Ποιος εδε πρσινο δεντρ
-μαυροματοσα και ξανθ-
νχει γερνια φλλα
-μαρα μτια, μαρα φρδια-
και στη κορφ μαλματα,
-κορτσια με τα κλματα-
στη ρζα κρα βρση.
-Ποιος την εδε ττοια κρση-
Κει σκυψα να πιω νερ,
-μαρα ειν' τα μτια π' αγαπ-
να πιω και να γεμσω
-μαρα μτια να φιλσω-
κι πεσε το μαντλι μου,
-καημ πχει τ' αχελι μου-
το βαρυξομπλιασμνο,
-μια χαρ ταν το καημνο-
οπο μου το κεντοσανε
-κορσια τραγουδοσανε-
τρι' απρθενα κορσια.
-σαν του Μη τα κερσια-
Η μια κεντει τον αητ
-δε βγανεις ξω να σε δω-
κι η λλη τον πετρτη
-μια Παρασκευ μια Τρτη-
το 'να 'ναι απ' τον Γαλατ
-χε το νου σου δυνατ-
και τ' λλο απ' το Μπραχρι.
-του Κατσιγιαννκη η κρη-.

    Το Λεμονκι

Λεμονκι μυρωδτο
κι απ περιβλι αφρτο,
μη παραμυρζεις τσο
και με κνεις και νυχτσω.

Κι αν νυχτσεις παλικρι
κτσε να βγει το φεγγρι
να σε δω να σε γνωρσω
και να σε καλορωτσω
απ τι σειρ κρατισαι
κι λο σεισαι και λυγισαι.

               Ο Γελασμνος

Στον 'Αδη θα κατβω, το Χρο για να βρω
να τονε πισω φλο και αδερφοποιτ
μνα και μου δανεσει σατες κοφτερς,
να πω να σατψω τρεις βεργολυγερς
οπο μου προμετραν κι οι τρεις τους το φιλ
κι στερα με γελσαν σαν το μικρ παιδ.

           Πως Πινεται Η Αγπη...

Το παληκρι το καλ παρκαιρα γερζει,
γερζει απ τις μορφες κι απ τις μαυρομτες.
Η αγπη θλει φρνηση, θλει ταπεινοσνη
θλει λαγο περπατησ, αητο γληγοροσνη.
ντας διαβανει με πολλος, να κνει πως δε γλπει
κι ντας διαβανει μοναχς, γλυκ φιλ ν' αρπζει.
Κι ταν του λεν πως πρεψες, να λει της αγπης:
-Καλοπερν ντας ρχομαι, κακοπερν ντας φεγω.

Εβγτ' αγρια στο χορ, κορσια στα τραγοδια
πστε και τραγουδσετε πως πινετ' η αγπη.
Απ τα μτια πινεται, στα χελη κατεβανει
κι απ τα χελη στη καρδι ριζνει και δε βγανει.

-Νχα νερντζι νρριχνα στο πρα παραθρι
να τσκιζα το μαστραπ πχει το καρυοφλλι.
Για σε το λω αγπη μου που σαι στο παραθρι.
Το μαντηλκι που κεντς σε μνα ναν το στελεις
και μη το στελεις μοναχ, παρ με τη κυρ του.
Κι η κρη το παρκουσε και μοναχ το στλνει.
Στα γνατ του τ' πλωσε και το συχνορωτει:
-Για πες μου μαντηλκι μου, αν μ' αγαπ η κυρ σου.
-ντας σε συλλογζεται και σε καλοθυμται
σα θλασσα βουρλζεται, σα κμα δρνει ο νους της
σα το ψαρκι του γιαλο βροντοχτυπ η καρδι της.
ντας σε βλπει και περνς κι ακοει τη λαλι σου
πηδ απ τον τπο της και ροδοκοκκινζει.
ντας αργσει να σε δει στκεται μαραμνη
κι που κι αν στκει μοναχ κλαει κι αναστενζει.

                Η Μαγοπολα

Μαρα μου χηλιδνια κι σπρα μου πουλι,
αυτου ψηλ που πτε, χαμηλσετε
για να σας δκω γρμμα για τον τπο μου,
να πτε της καλς μου και της μνας μου,
να μη με παντηχανουν και με καρτερον.
Τι εμνα με παντρψαν εδ στη ξενητι,
μου δκαν μαγοπολα, μγισσας παιδ,
μαγεει τα καρβια, δεν αρμενζουνε
μαγεει τις βαρκολες, δεν περπατον
μαγεει τα πουλκια και δεν απτουνται,
με μγεψε και μνα, δεν ημπορ ναρθ.
ντας κινω νρθω, χινια και νερ
κι ντας γυρζω πσω, λιος και ξαστερι,
σελνω τ' λογ μου και ξεσελνεται
φορ και τ' ρματ μου και ξεφορανουνται.
_____________________________________

ΤΗΣ ΞΕΝΗΤΕΙΑΣ

                     Ο Ξενιτεμνος

Για δεστε τον αμραντο σε τι γκρεμν φυτρνει!
Τον τρων' τα λφια και ψοφον, τ' αρκοδια και μερνουν.
Νχε τον φει κι η μνα μου να μη 'χε κμει εμνα!
Κι αν μ' καμε τι μ' θελε κι αν μ' χει τι με θλει
που 'γω στα ξνα περπατ, στα ξνα παραδρνω,
τον πνο δεν εχρτασα, τις νχτες δε κοιμμαι,
το χρι μου προσκφαλο και το σπαθ μου στρμα
και στο προσκεφαλκι μου, κορτσι αγκαλιασμνο.

-Μη με μαλνεις βρε πουλ και βρε καλ πουλκι
εγ τρεις μνες θαμαι δω κι απ' στερα θα φγω.
Το Μη και τον Θεριστ κι ολο τον Αλωνρη
κι στερα φεγω βρε πουλ, στο τπο μου πηγανω
κι λα και συ στον τπο μου, να δεις τους εδικος μου,
πως δχουνται, πως χαρουνται τα ξνα τα πουλκια.

        Ξενιτεμνο Μου Πουλ...

Ξενιτεμνο μου πουλ και παραπονεμνο,
η ξενητει σε χαρεται κι εγ 'χω τον καμ σου.
Τι να σου στελω, ξνε μου, τι να σου προβοδσω;
Μλο να στελω; Σπεται. Κυδνι; Μαραγκιζει!
Να στελω με τα δκρυ μου μαντλι μουσκεμνο;
Τα δκρυ μου 'ναι καυτερ και κανε το μαντλι.
Τι να σου στελω ξνε μου, τι να σου προβοδσω;

Σηκνουμαι τη χαραυγ, γιατ' πνο δεν ευρσκω,
ανογω το παρθυρο, κυττζω τους διαβτες,
κυττζω της γειτνισσες και τις καλοτυχζω,
πως ταχταρζουν τα μικρ και τα γλυκοβυζανουν.
Με παρνει το παρπονο, το παραθρι αφνω
και μπανω μσα, κθομαι και μαρα δκρυα χνω.

-Νεραντζολα φουντωμνη που εναι τ' νθη σου;
Η πρτη σ' ομορφδα; Τα πρτα κλλη σου;
-Φσηξ' αγρας και βορις, πρα τα τναξε,
φουρτονα του πελγου, τα αποχλασε.
Παρακαλ βορι μου, φσαγε ταπειν,
ταπενωσ' την αντρα, μα και τον κουρνιαχτ
τη βου σου τη μεγλη μα και τον αχητ,
ν' αρξουν τα καρβια, -αχ- τα σπετσιτικα,
ναρθον τα παληκρια -βαχ- τα νησιτικα.
Αρξαν τα καρβια, κι ολα φανκανε
κι ο δικς μου λεβντης -αχ- δεν εφνηκε,
ποιος ξρει -βαχ- τι κμα τον δρνει, να πνιγε;
-Δε κλας την ομορφι σου κρη πεντμορφη
μον κλας τον ταξιδιτη που σε απριασε;
Τχα ποιαν να φιλσει, -αχ- τα μεσνυχτα,
ποιαν τχα ν' αγκαλισει -βαχ- το ξημρωμα;
_________________________________________

                         ΜΟΙΡΟΛΟΓΙΑ

                        Παρπονο

Σε σπρεπε, δε σμοιαζε χμου στη γη να πσεις,
μον σπρεπε και σμοιαζε σε περιβλι μσα,
να πφτουν τ' νθια πνω σου, τα μλα στη ποδι σου,
τα κκκινα τριαντφυλλα, στα ροδομγουλ σου.

                        Στον 'Αδη

Εδ σ' αυτ την εκκλησι, σε τοτο το ξαμνι,
κοιμοντ' οι νις σα λεμονις κι οι νιοι σα κυπαρσσια,
κοιμονται και οι γροντες, δεντρ ξεριζωμνα,
κοιμονται κι οι νοικοκυρς, σαν πρτες χαλασμνες,
κοιμονται τα μικρ παιδι σα μλα μαραμνα.

                       Απ' Τον 'Αδη

Πουλκι βγκ' απ τη γη κι απ τον ΚτουΚσμο,
μτε σε πτρα κθησε, μτε σ' ελις κλωνρι,
μον' πγε κι αποκομπησε, στης εκκλησις τη πρτα.
Τρχουν ματκια θλιβερ, τρχουν καρδις καμνες:
-Πες μας, πες μας πουλκι μου, τ' εδες στον ΚτουΚσμο;
-Τι να σας πω το δστυχο, τι να σας μολογσω;
Εδα τα φδια σταυρωτ και τις οχις κουβρια,
εδα τους νιος ξαρμτωτους, τις νιες ξεστολισμνες
και των μανδων τα παιδι σε μλα ραβδιασμνα.

                      Μνας Κλιμα

Αυτο που πας στη Μαρη Γη, 'φτο που θα μπες στον 'Αδη,
μη μας ξεχσεις, μοιρε και μη μας λησμονσεις,
γιατ λυπονται τα παιδι και κλαιν' και λαχταρζουν,
που μεναμε στην αρφανι, στο κμπο ξαπλωμνα,
κι λλος τα λει κακμοιρα, κι λλος κατακαημνα,
κι ρχονται στη μανολα τους κι ολο παραπονιονται:
-Μνα γιατ' εμαστ' αρφαν και μαυροφορεμνα;
Για στλισ μας τ' αρφαν κι ας εν' και μαρα ροχα,
να πα να γονατσουμε στο μνμα του πατρα,
ναν τον παρακαλσουμε να ξαναρθε στο σπτι,
για να μη κλαις μανολα μου και να μη κοπανισαι.
Αν δε θελσει για ναρθε, να κτσουμε κοντ του,
για να μας χει συντροφι, να τον παρηγορμε.

                     Εις 'Αγουρον

Δεν εναι κρμα κι δικο, παραλογι μεγλη,
να στκουν τα παλιδεντρα και τα σαφρακιασμνα,
να πφτουνε τα νιδεντρα, με τ' νθη φορτωμνα;

                      Εις Χραν

Κυρ, που κθεσαι ψηλ, κατβα παρακτω
και κτσε με τις μοιρες και κτσε με τις χρες
και τναχ' το κεφλι σου, να γκρεμιστε η κορνα,
τναξε και το δχτυλο να πσει η αρραβνα,
και βγλ' τα κατακκκινα και φρεσε τα μαρα.
Τα κκκιν 'ναι της χαρς, τα μαρα 'ναι της λπης.

Η χρα μσα κθεται κι ξω τη κουβεντιζουν
αν περπατσει ταπειν, της λεν πως καμαρνει,
κι αν περπατσει γλγορα, της λεν πως εξουρλθη
κι αν κουβεντισει μ' λλονε, της λεν, ντρα γυρεει.
Κι α γνθει και τη ρκα της, της λεν πως προκα φκεινει
κι αν αρρωστσει και καμμι, της λεν παιδ θα κμει.

Μοιρολγι Της Μνης

         Του Δημαρ


"Το μοιρολι αναφρεται σε εκοσια απαγωγ, φαινμενο χι γνωστο στη  Μνη.  Η απαγωγ εθεωρετο προσβολ για την οικογνεια της κρης με συνπειες κποτε αιματηρς. Ο γμος που ακολουθοσε εδημιουργοσε κατσταση ανοχς και αποφεγανε τις εχθροπραξες.
Ο Δημαρς του μοιρολογιο σκοτθηκε απ τους συγγενες της κρης, γιατ ταν πρωτοξδερφα απ τις μαννδες τους και δεν μποροσαν να νομιμοποισουν τις σχσεις των με γμο. Αυτ προκαλοσε μνιμη ηθικ βλβη στην οικογνεια της κρης.  Στις περιπτσεις αυτς μοναδικ επανρθωση εθεωρετο ο φνος
.
"

Μα Δευτρ' αποταχι
σηκθηκα πολλ πρω,
τ' εχα στο φορνο λεσμα.
Πχινου το μλο μου σφιχτ,
του 'δωκα γρο γυριστ,
τη νφη μ' αποκομισα
και στρονου χμου τη βασκι[i]
και γουμα'ρζου τα προικι
και τα μορφοζαλθηκα
κ' βαλα δρμο στα μπροστ.
Στο Δπορο[1] ανηφριζα,
ντ' ελαλοσα τα πουλι,
ομ εξημρουσε
κι ο Δημαρς δεν ρθεκε,
μ' κουσα μνι σφυρισμα'τ',
μπροστ τα ο Δημαρς
κ'εχε τη ντσκ' αναρριχτ
και το ντουφκι 'διπλατα
και τον εκαλημρισα,
με διπλοκαλαδχτηκε. Μωρ
καλς τη Σταυ'ρ'αν, μωρ
γιατ' ργησες να 'ρθεις;
Αμπο[ii]' θα πμε Δημαρ; λα
να πμε στα βουν. Ξεχνς
καημνε Δημαρ, τ' εμαστε
πρωτοξδερφα; καφδες οι
μαννδε μας, εγ' λα τ' λλα
τ' αφαιρο. Το λεις ναν τον
αρνηθο του Λαζαρκο τον
υγι, που ναι αρχοντπουλο,
κνει το λδι σα νερ;
Εκενος δεν τ' αγροκησε,
επτησε[iii] σαν τον ατ κα
σαν την πρδικα κ' εγ,
ιδιημα στ' αψηλ βουν.
Την λλη μρα το πρω
ερχτανε να παιδ
κ' εχε στα χερα του χαρτ
και το 'πχιασε ο Δημαρς,
το 'πρε και το ιδ'βαζε
και τρμασι τα χερα του
και τρχασι τα μιτα του,
κ' εζγωσα κ' εγ κοντ,
του 'πα τι τρχει Δημαρ;
Τι να ζου που ε Σταυ'ρ'αν,
α ζου το που, θα πικραθες.
λοι εσυφωνσασι
γνο ζου και πεθερικ,
τον πργο να χαλσουσι
και με το νοικοκρη του.
Επτησε σαν τον ατ
και σαν την πρδικα κ' εγ,
απ στον πργ' ανβημα
κ' εκλεστημα με το κλειδ
πντε χρονκια φυλακ.
Κι απει τι μ' εφτισε
κ' ειδ'ηκα και πρασα
απ τουν αλλωνονε μου.
Χμου στη ρογα εκθοντα,
τους εδιπλοχαιρτησα,
μ' εδιπλοχαιρετσασι.
Μωρ καλς τη Σταυ'ρ'ανη,
μωρ κι αμπ[iiii] 'ν' ο Δημαρς;
Πες του να βγε να κυνηγ
και δεν τνε περαζομε.
Ε'δ'ηκα του το 'πεκα,
ρχνει τη ντσκ' αναρριχτ
και το ντουφε'κι 'δ'πλατα
κ' ε'δ'ηκε και πρασε
απ τουν αλλωνονε μου.
Χμου στη ρογα εκθοντα
τους εδιττλοχαιρε'τησε,
κανας δεν εμλησε,
μν' το Ξαρχκι το στραβ,
που μπανει πρτο στο χορ,
κι ανακουν τι τσπε του,
λσι πως χει χρματα,
αμσως εγοντισε
και τον επσταρε καλ
μεσ' την αριστερ με'ρ'.

[1]. Δπορο, Θση στο βουν Νικλακος. Τοπωνμιο Πορ στα
Δημαρστικα. Σημανει πρασμα, προς,
[i]. φ > β, πρκειται για τη λατινικ λξη fascia.
[ii] αμπο< αμ που.
[iii] επτησε= επταξε, ενεργητικς αριστος του ρ. πτομαι.
[iiii] αμπ 'ν < αμ που ναι. Το αρχικ ε σιγεται και ακολουθε η
προφορ ου > ο. Στην καθημεριν ομιλα δεν εκθλβεται πντοτε και
συνηθστατα ακογεται -αμπο ναι- -αμπο πεσε-. Εκθλιβομνου του
ε ακολουθε το νοιγμα ου > ο, το οποο μως δεν παρατηρεται, αν δεν
ακολουθε ε αλλ i. To i στην καθημεριν ομιλα μνει αμετβλητο -
αμπο εσαι-αμπο τανε-. Κποτε ακολουθε συνζηση και παρατηρεται
το φαινμενο της επενθσεως.
(Απ τη συλλογ «Μοιρολγια της Μνης Μνημεα Γλωσσικ " Ιστορικ"
Λαογραφικ» του Ανργυρου Κουτσιλιρη. Εκδσεις Μπεκκος 1997)

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers