Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Μπάμπης Δερμιτζάκης: Η Λαϊκότητα Της Κρητικής Λογοτεχνίας

 

                     Αθήνα 1990, Εκδόσεις Δωρικός

   Ειδική Αφιέρωση: Στους Δασκάλους μου στη λύρα, Κώστα Σουλαδάκη, Σήφη Μπουζάκη και Νίκο ΛαμπάραΜ. Δ.

 

   Σημ: Έγιναν ελάχιστες παρεμβάσεις. Αφαιρέθηκε τμήμα της σελ. 35 που έπρεπε κατά την έκδοση να αφαιρεθεί και ξέφυγε από την επιμέλεια.   Μ. Δ.
---------------------------------------------------------------------------------------

 

                                        ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Μέρος 1ον. Εισαγωγή - Η γλώσσα - Η ενετοκρατία στην Κρήτη

Μέρος 2ον. Η πρώτη περίοδος της πνευματικής ζωής


Μέρος 3ον. Η Κρητική Αναγέννηση

Μέρος 4ον. Η λαϊκότητα της Κρητικής Λογοτεχνίας - Περίοδος της Τουρκοκρατίας

Μέρος 5ονΚρητικό δημοτικό τραγούδι


Μέρος 6ον. Λαογραφικό Ιντερμέτζο


Μέρος 7ον. Η "Κριτσοτοπούλα" ο "Καπετάν-Καζάνης" & Βιβλιογραφία

---------------------------------------------------------------------------------------------

 

                                                ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

     Ένα ερώτημα που μας απασχολεί από καιρό είναι το εξής: Πώς μπορεί να υπάρχει μεγάλη ποίηση που να είναι προσιτή, κατανοητή και αρεστή στον πολύ κόσμο, και μεγάλη ποίηση που να απευθύνεται μόνο σε μια μυημένη ελίτ; Γιατί άραγε για να γράψεις σήμερα καλή ποίηση, πρέπει να απομακρυνθείς όσο γίνεται περισσότερο από το μέσο γούστο;

     Ένα τέτοιο ερώτημα πιστεύουμε πως θα έχει απασχολήσει πολύ κόσμο. Όμως για μας τους Κρητικούς το ερώτημα μπαίνει με μια ξεχωριστή έμφαση, γιατί μέσα στην παράδοση μας υπάρ­χει μια μεγάλη ποίηση, η ποίηση του Ερωτόκριτου, ολοζώντανη, που απευθύνεται σε πολύ πιο πλατιές μάζες απ' όσες θα φιλοδοξούσε να κατακτήσει ένας σύγχρονος ποιητής. Το ερώτη­μα αυτό στάθηκε η αφετηρία της γραφής τούτου του βιβλίου.

     Αρχικά είχαμε στόχο να γράψουμε απλώς ένα μικρό δοκίμιο με τίτλο «Η λαϊκότητα στην τέχνη», όπου θα αναλύαμε τους όρους που κάνουν την τέχνη σε διάφορες ιστορικές περιόδους πότε να αφίσταται από τον πολύ κόσμο και πότε να τον προσεγ­γίζει.

     Ένα ιστορικό παράδειγμα προσέγγισης του πολύ κόσμου από την τέχνη είναι η λογοτεχνία της λεγόμενης «Κρητικής Αναγέν­νησης» (16ος-17ος αι.), και αυτή σκεφτήκαμε να χρησιμοποιή­σουμε σαν αφετηρία στην ανάλυση μας. Αρχίσαμε λοιπόν τη μελέτη της, και όσο βυθιζόμασταν σ' αυτή, τόσο πιο πολύ μας συνέπαιρνε η μαγεία της, έτσι που τελικά αντί να δώσουμε μια σύντομη περίληψή της, δώσαμε ολόκληρη την ιστορία της, με το κυρίως θέμα να αποτελεί κάτι σαν επίλογο. Αυτή η ανισότητα στην διαπραγμάτευση δεν δικαιολογούσε πια τον αρχικό τίτλο του έργου, γιατί τώρα στην ουσία είχαμε μπροστά μας μια  ιστορία της Κρητικής λογοτεχνίας. Αποφασίσαμε λοιπόν να απαλείψουμε τον επίλογο και να δώσουμε το έργο έτσι όπως (σελ. 7) τελικά διαμορφώθηκε, σαν μια ιστορία της Κρητικής λογοτε­χνίας. Τον τίτλο «Η λαϊκότητα της Κρητικής λογοτεχνίας» τον δώσαμε για να δηλώσουμε αφενός την αρχική μας πρόθεση, και αφετέρου την οπτική γωνία κάτω από την οποία είδαμε την ιστορία της λογοτεχνίας αυτής.

     Εκδίδοντας το βιβλίο αυτό δεν έχουμε φιλολογικούς στόχους. Συχνά δεν κάνουμε ακριβείς βιβλιογραφικές παραπομπές. Η ευγενής φιλοδοξία μας είναι να δείξουμε στον απλό αναγνώ­στη τη μαγεία της Κρητικής λογοτεχνίας, να τον κάνουμε να την αγαπήσει και να επιδιώξει να διαβάσει τα πρωτότυπα έργα. Αν το καταφέρουμε, τότε το βιβλίο αυτό - μια συμβολή στη διατήρηση της λαϊκής μας παράδοσης - θα έχει πετύχει το στόχο του. (σελ. 8)


                                      Η ΓΛΩΣΣΑ

 

     Πρώτη προϋπόθεση (αν κι όχι και μοναδική) για να είναι ένα έργο κατανοητό από τις πλατιές λαϊκές μάζες, είναι να έχει γραφεί σε γλώσσα που να την καταλαβαίνει ο πολύς κόσμος. Πρώτος δείχτης λαϊκότητας λοιπόν ενός λογοτεχνικού έργου είναι η γλώσσα. Στη χώρα μας υπήρχε ανέκαθεν μια πάλη ανάμεσα σε μια λόγια γλώσσα και σε μια γλώσσα καθομιλουμένη, που στα χρόνια μας εκφράζεται με τη μορφή της αντίθεσης ανάμεσα στη δημοτική και στην καθαρεύουσα. Πριν αρχίσουμε να μελετάμε τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Κρήτη τότε που η Κρητική λογοτεχνία άρχισε δειλά δειλά τα πρώτα της φτερουγίσματα, καλό είναι να ρίξουμε μια ματιά στην ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος, όπως διαμορφω­νόταν τότε στον Ελληνόφωνο βυζαντινό χώρο.

     Σ' όλη την περίοδο της βυζαντινής αυτοκρατορίας μέχρι την άλωση του 1204, η πνευματική ζωή του τόπου περιστρέφεται γύρω από τα ανάκτορα και το πατριαρχείο. Καλλιεργείται μια λόγια γλώσσα, άμεσος απόγονος της αττικής διαλέκτου, που διαφέρει ουσιαστικά από την «κοινή», τη γλώσσα του λαού και των ευαγγε­λίων. Η γλώσσα αυτή, κατανοητή στους καλλιεργημένους και στον κλήρο, είναι ξένη στον απλό κόσμο. Ο αυτοκρατορικός και ο εκκλησιαστικός θεσμός είναι τόσο ισχυροί, ώστε αυλή και κλήρος δεν νιώθουν την ανάγκη να κατέβουν μέχρι τον απλό λαό, κάτι που θα αναγκαστούν να κάνουν αργότερα, ζητώντας την υποστήριξη του. Προς το παρόν, τα μόνα έργα που γράφονται στην καθομιλου­μένη είναι τα «Φτωχοπροδρομικά», σατιρικά στιχουργήματα με ήρωα τον ταπεινωμένο και καταφρονεμένο, και σαν τον καραγκιό­ζη πάντα πεινασμένο, Θόδωρο Πρόδρομο, μερικά ηθικολογικά και διδακτικά στιχουργήματα όπως ο Σπανέας, ή στιχουργήματα εκλαϊ­κευμένης σοφίας όπως ο Πτωχολέων (του οποίου διαθέτουμε και μια Κρητική παραλλαγή).

     Χαρακτηριστική στάση των λόγιων απέναντι στη λαϊκή γλώσσα είναι η περίπτωση του Μιχαήλ Γλυκά, ο οποίος, έχοντας περιπέσει (σελ. 9) σε δυσμένεια και βρισκόμενος στη φυλακή, γράφει απ' εκεί στον αυτοκράτορα Μανουήλ Α' ζητώντας τη συγνώμη του ένα στιχούργημα όχι σε λόγια γλώσσα, αλλά στη γλώσσα του λαουτζίκου, μπας και προκαλέσει έτσι τον οίκτο του. Οι τέτοιοι λόγιοι εξάλλου είναι που βάφτισαν τον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο, το στίχο του δημοτι­κού μας τραγουδιού, πολιτικό, που σε ακριβή μετάφραση θα πει πουτανίστικος. 'Αξιοι απόγονοί τους στάθηκαν και οι Φαναριώτες, οι οποίοι χαρακτήρισαν τον «Ερωτόκριτο» σαν ανάγνωσμα ελα­φρών γυναικών.

     Με την άλωση της βασιλεύουσας κατά την τέταρτη σταυροφορία (1204) και με τον κατακερματισμό της αυτοκρατορίας, επέρχονται κάποιες διαφοροποιήσεις. Ενώ το αίτημα μιας συμπαγούς εθνικής ενότητας οδηγεί τους λόγιους των τριών αυτοκρατοριών (Νίκαιας, Τραπεζούντος και Ηπείρου, τα μόνα απομεινάρια με βυζαντινούς ηγεμόνες της άλλοτε τρανής βυζαντινής αυτοκρατορίας) στη χρήση μιας καθαρής αττικής διαλέκτου, σε μια προσπάθεια αναθέρμαν­σης της αρχαίας δόξας και καλλιέργειας εθνικού φρονήματος, οι απόγονοι των φράγκων κατακτητών, όπως λέγει ο Μάριο Βίττι1 (Οι αριθμοί αναφέρονται στη βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου και όχι σε αριθμό υποσημείωσης) «αρέσκονται να ακούν στα ελληνικά διηγήσεις για τα κατορθώματα των σταυροφόρων και μνησίκακες κακολογίες εναντίον των ορθο­δόξων εχθρών, των σχισματικών, που θέλουν να παραστήσουν τους Έλληνες». Χαρακτηριστική μαρτυρία αυτής της κατάστασης απο­τελεί το χρονικό του «Μωρέως», στιχούργημα από 9000 περίπου στίχους γραμμένο στην καθομιλουμένη ελληνική.

     Η ταπείνωση της αυτοκρατορίας, κόλαφος στις παρειές των λογιότατων εκπροσώπων της κουλτούρας της, τους υπενθυμίζει ότι υπάρχει και ο λαός. Έτσι σε μια δεύτερη φάση, αρχίζει να διαμορ­φώνεται σιγά σιγά μια τάση να γράφουν έργα σε γλώσσα λαϊκή. Τα θέματα είναι νεολατινικοί ή αρχαιοελληνικοί μύθοι, τους οποίους παίρνουν οι συγγραφείς από δεύτερο χέρι, από τη λογοτεχνική παραγωγή της Δύσης, που μέσω της προηγούμενης λατινικής διείσδυσης έγινε πιο προσιτή στους Έλληνες λόγιους. Τέτοια μυθιστορήματα είναι η «Διήγησις Αχιλλέως», η «Διήγησις πολύπα­θους Απολλώνιου του Τύρου», η «Ριμάδα του Μεγαλέξανδρου», ο «Πόλεμος της Τρωάδος» κ.ά. Η μετριότητα αυτών των έργων οφείλεται εν μέρει στην ανυπαρξία λογοτεχνικής παράδοσης στη (σελ. 10) γλώσσα του λαού (τα «ψήγματα» που αναφέραμε δεν μπορούν να θεωρηθούν σαν παράδοση) και εν μέρει στην επίδραση της λόγιας βυζαντινής παράδοσης. Οι συγγραφείς τους γράφουν στην λαϊκή γλώσσα, όμως η στάση τους είναι η πατροπαράδοτη στάση βυζαντι­νού λόγιου.

     Τα πρώτα αυτά ψελλίσματα στην καθομιλουμένη αποκρυσταλλώ­νονται λίγο πιο ύστερα σε έργα με μεγαλύτερες αξιώσεις, όπως είναι τα μυθιστορήματα «Καλλίμαχος και Χρυσορρόη», «Λίβιστρος και Ροδάμνη», «Βέλθανδρος και Χρυσάντζα», «Φλώριος και Πλατζιαφλώρα» και «Ιμπέριος και Μαργαρώνα», τα οποία διαβάστηκαν πολύ στην εποχή τους.

     Είναι χαρακτηριστικό ότι οι πιο διαπρεπείς λόγιοι που έγραψαν στην καθομιλουμένη ήσαν Κρητικής καταγωγής. Οι λόγιοι αυτοί δεν ήσαν δέσμιοι του λογιοτατισμού της αυτοκρατορικής αυλής, αλλά προέρχονταν από ένα περιβάλλον αρκετά ομοιογενές πολιτιστικά, όπου η ανυπαρξία λόγιας παράδοσης καθιστούσε αυτόματα την καθομιλουμένη όργανο πνευματικής επικοινωνίας. Όμως για τις κοινωνικές συνθήκες της Βενετοκρατούμενης Κρήτης, θα μιλήσου­με πιο κάτω διεξοδικά.

     Με την άλωση της Κων/πολης από τους Τούρκους το 1453, έχουμε τις παρακάτω εξελίξεις σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα. Οι λόγιοι της Κωνσταντινούπολης καταφεύγουν στη Δύση, κυρίως στις ιταλικές πόλεις, για να αποφύγουν τον τουρκικό ζυγό. Προσλαμβάνονται έμμισθοι στις ευρωπαϊκές αυλές για την κλασσική τους παιδεία, και έτσι λόγοι καθαρά επαγγελματικοί τους υπαγορεύουν να μείνουν πιστοί στη λόγια παράδοση.

     Μετά την άλωση, η καθολική εκκλησία αναλαμβάνει μια τεράστια προσπάθεια να θέσει το πατριαρχείο κάτω από την επιρροή της. Το έδαφος είναι πρόσφορο, γιατί το πατριαρχείο αναζητεί συμμάχους στη Δύση. Η μεσολαβητική προσπάθεια όμως που ανέλαβε ο συμβιβαστικός αρχιερέας Μάξιμος Μαργούνιος (1549-1602) ναυα­γεί, προσκρούοντας στην επιφυλακτική στάση του πατριαρχείου.

     Οι παπικοί στην προσπάθεια τους να αυξήσουν την επιρροή τους στην Ανατολή, δεν περιορίζονται μόνο σε διαβουλεύσεις στην κορυφή. Αναλαμβάνουν και μεγάλες πρωτοβουλίες στη βάση. Μια ολόκληρη στρατιά φραγκισκανών, δομινικανών και καπουτσίνων μοναχών κατακλύζουν τον τουρκοκρατούμενο ελλαδικό χώρο και προσφέρουν κάθε είδους βοήθεια σε φτωχούς και αδύνατους, προσπαθώντας να προσηλυτίσουν τον κόσμο. Την πιο έντονη όμως (σελ. 11) δράση την αναλαμβάνουν οι Ιησουίτες, οι οποίοι φτάνουν στην Κωνσταντινούπολη το 1583.

     Οι δραστηριότητες αυτές δεν άρεσαν βέβαια καθόλου στους ορθόδοξους κληρικούς, οι οποίοι προσπαθούν με κάθε μέσο να αναχαιτήσουν αυτή την παπική διείσδυση. Η προσπάθεια τους αυτή κορυφώνεται όταν ανεβαίνει στον πατριαρχικό θρόνο ο Κύριλλος Λούκαρης (1572-1638), σφοδρός πολέμιος των Ιησουιτών. διεξάγεται ένας αδυσώπητος ιδεολογικός και προπαγανδιστι­κός αγώνας, που έχει σα στόχο ποιος θα ασκήσει μεγαλύτερη επιρροή πάνω στις μάζες. Και η επιρροή αυτή δεν μπορεί να ασκηθεί μέσω κύρους. Ο Πάπας βρίσκεται μακριά χωρίς παράδοση μέσα στον ελλαδικό χώρο, ενώ ο πατριάρχης είναι υπόλογος στο Σουλτάνο, και οι εξουσίες του μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν. Ο προσεταιρισμός λοιπόν του λαού θα γίνει πάνω σε ιδεολογική βάση. Η προπαγάνδα θα παίξει σπουδαίο ρόλο, και δεν μπορεί να γίνει σε άλλη γλώσσα παρά σε αυτή που μιλάει και καταλαβαίνει ο κόσμος. Οι παπικοί έκαναν την αρχή, και οι ορθόδοξοι δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να τους ακολουθήσουν.1

     Η πολιτική αυτή του Πατριαρχείου σχετικά με το γλωσσικό, που υπαγορεύτηκε από τις αυξημένες ιδεολογικές ανάγκες της ορθόδο­ξης εκκλησίας για την αντιμετώπιση του παπικού ανταγωνισμού, οδηγεί στην εμφάνιση εξεχόντων εκκλησιαστικών ρητόρων που μιλούν σε γλώσσα λαϊκή, όπως ο Μάξιμος Μαργούνιος (1549-1602), ο Μελέτιος Πηγάς (περίπου 1550-1601), ο Φραγκίσκος Σκούφος (1644-1697), ο Ηλίας Μηνιάτης (Κεφαλονιά 1669-1714), ο Ευγένιος Γιαννούλης (περίπου 1600-1682) και ο Νεόφυτος Ροδινός (Κύπρος 1570-1659). Ενδεικτικό του αναστήματος των εκκλησιαστικών αυτών ανδρών είναι η σύνθεση «Εγκωμιαστικής ακολουθίας για τους τρεις ιεράρχες, Μελέτιο Πηγά, Γαβριήλ Τεβήρο και Μάξιμο Μαργούνιο» υπό του Ματθαίου Μυρέων (περίπου 1550-1624). Αναφέρουμε ακόμη τον Κρητικό Πατριάρχη Αλέξανδρο Παλλάδα, που θρηνεί την πτώση του Χάντακα με απέριττους δημοτικούς στίχους.

     Ένας άλλος παράγοντας που προώθησε την δημοτική ήταν και η ανακάλυψη της τυπογραφίας. Η Βενετία, λόγω του δεσμού της με τις ελληνικές κτήσεις της, διαμορφώνεται σιγά σιγά σε κέντρο εκδοτικό και εμπορικό του ελληνικού βιβλίου. Καθώς οι λόγιοι αποτελούν περιορισμένο αναγνωστικό κοινό, οι εκδότες προτιμούν να εκδίδουν βιβλία στη δημοτική, γιατί έτσι αποκτούν μεγαλύτερη κυκλοφορία, που γι  αυτούς σημαίνει περισσότερα κέρδη.(σελ. 12)

     Τελειώνοντας λοιπόν με το γλωσσικό, επισημαίνουμε ότι στον ελλαδικό χώρο διαμορφώνεται μετά την άλωση μια κατάσταση που οδηγεί στην επιβολή της καθομιλουμένης σαν γλώσσα της εκκλη­σίας και της κουλτούρας. Στο εξής πρώτος στόχος και κλήρου και λόγιων είναι να γίνονται κατανοητοί από όσο γίνεται πιο πλατιές λαϊκές μάζες. (σελ. 13, η 14 κενή).


                         
Η ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΚΡΗΤΗ

 

     Το 1204 ξεκίνησε από τη Δύση η τέταρτη σταυροφορία για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων. Όμως οι «Σταυροφθόροι» αυ­τοί, όπως ονομάστηκαν αργότερα, βρήκαν πιο πρόσφορη από την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων τη λεηλασία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατέλαβαν τη βασιλεύουσα, και η άλλοτε τρανή αυτοκρατορία μοιράστηκε ανάμεσα σ' αυτούς τους πλιατσικολόγους. Ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός πουλάει ένα τμήμα από το μερίδιο του, την Κρήτη, στους Ενετούς, για χίλια ασημένια μάρκα. Η αγοραπωλησία αυτή στάθηκε μοιραία για τους Κρητικούς. Ενώ σε λιγότερο από ένα αιώνα ανακτήθηκε η αυτοκρατορία, η Κρήτη έμελε να μείνει υπόδουλη στους Ενετούς για 450 ολόκληρα χρόνια, όχι για να γνωρίσει κατόπιν την ελευθερία της, αλλά για να πέσει σε χειρότερη σκλαβιά, στα χέρια των Τούρκων. Να πώς περιγράφει ο Στέφανος Ξανθουδίδης την κοινωνική κατάσταση της Κρήτης επί Ενετικής κατοχής.

     Με τους άποικους που έστειλε η Ενετία, καθιερώθηκε απ' την αρχή στην Κρήτη το Δυτικό φεουδαρχικό σύστημα. Η χώρα στο μεγαλύτερο της μέρος μοιράστηκε στους Ενετούς άποικους, όπως συμβαίνει με τους φεουδάρχες. Καθένας πήρε σαν φέουδο ένα ή περισσότερα χωριά της Κρήτης που του τα καλλιεργούσαν οι πάροικοι (Βιλλάνοι), δίνοντας στον άρχοντά τους το 1/3 απ' το εισόδημα. Τα κύρια εισοδήματα του Νησιού εκείνη την εποχή ήταν τα δημητριακά και το εξαιρετικό Κρητικό κρασί που πουλιόταν και στο εξωτερικό. Κάθε φεουδάρχης έδινε ένα ορισμένο χρηματικό ποσό στο δημόσιο ταμείο και ήταν υποχρεωμένος να προσφέρει προσωπική στρατιωτική υπηρεσία με δύο καβαλαραίους υπασπιστές που τους συντηρούσε ο ίδιος.

Στα θρησκευτικά ζητήματα οι Ενετοί ακολούθησαν μια σχετική ανεξιθρησκεία. Είναι αλήθεια ότι κατήργησαν μητροπόλεις και εγκατέστησαν Λατινοεπισκόπους, όμως ουσιαστικά δεν ενόχλησαν τον κατώτερο κλήρο, και άφησαν ελεύθερο το λαό να τελεί τα της λατρείας του. Αυτό που τους ενδιέφερε πρώτα απ' όλα ήταν η γαλήνη του τόπου και γι' αυτό δεν ήθελαν να προκαλέσουν το θρησκευτικό αίσθημα του λαού, πράγμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε φανατισμούς και αναταραχές. Εξάλλου είναι γνωστό το δόγμα των Ενετών: Siamo Veneziani e poi Cristiani. Είμαστε πρώτα Βενετοί, και μετά χριστιανοί.

     Η θρησκευτική αυτή ανοχή, αν και τους γλύτωσε από μεγαλύτε­ρους μπελάδες, είχε όμως και τα παρατράγουδα της, γιατί οι κρητικοί δεν άφησαν ανεκμετάλλευτα αυτά τα περιθώρια θρησκευ­τικής ανοχής που τους δόθηκαν. Να τι γράφει σχετικά ο Σπύρος Ζαμπέλιος.

     Σύμφωνα με ομολογία των Ενετών, ο ορθόδοξος κλήρος παίρνοντας θάρρος από την αδράνεια και των Διοικητών και των Επισκόπων του νησιού, άρχισε από την αρχή της 14ης εκατονταετηρίδας να προσηλυτί­ζει τους ξενοφερμένους Λατίνους και να μεταδίνει τους σπόρους της Ορθοδοξίας. Έλληνες παπάδες, παρακινημένοι από την υπερβολική τους αφοσίωση στο Ορθόδοξο δόγμα, προσποιηθήκανε πως ήτανε πρόθυμοι να γίνουν Καθολικοί κι αφού χειροτονήθηκαν Λατινεπίσκοποι, προώθησαν με δραστηριότητα την υπόθεση του προσηλυτισμού. Είναι βέβαιο πως με Αποστολική Επιστολή του Πάπα Ουρβανού του 5ου που την έστειλε στον Αρχιεπίσκοπο Κρήτης το 1368, απαγορεύεται στο εξής η είσοδος οποιουδήποτε Κρητικού στα τάγματα των Λατίνων Κληρικών και αποκλείονται από τη Λειτουργία και από κάθε Ρωμαϊκή (καθολική) ιεροτελεστία όλοι οι ντόπιοι Επίσκοποι ή γενικά Γραικοκατόλικοι (Ελληνοκαθολικοί).

     Οι Ενετοί μπορεί να έστειλαν βέβαια τους δικούς τους αποίκους στο νησί, και να τους μοίρασαν γαίες και προνόμια, όμως το ντόπιο αρχοντολόι, τους αρχοντορωμαίους, δεν τους έθιξαν ουσιαστικά. Αυτό ήταν μια πολύ έξυπνη τακτική από τη μεριά τους. Αν έθιγαν τα συμφέροντά τους, θα είχαν κατόπιν να αντιμετωπίσουν ένα σύσσωμο λαό. Διαιρώντας όμως τον κατακτημένο πληθυσμό σε προνομιούχους και μη προνομιούχους, κατάφεραν να διατηρήσουν την κυριαρχία τους. Να τι γράφει ο Σπύρος Ζαμπέλιος για τον ντόπιο φεουδάρχη, που φαίνεται πως έχει γενικότερη ισχύ.

     Ο τότε 'Αρχοντας ή Αρχοντόπουλος, ήτανε, βέβαια, Έλληνας κι αγαπούσε τους συμπατριώτες του για το κοινό σύμβολο της Πίστης, την ίδια ώρα όμως ήτανε και φίλος του δυνάστη για τους φεουδαρχικούς τίτλους. Αν εξαιτίας της καταγωγής, της γλώσσας, της εκκλησίας, ήτανε προσκολλημένος στους συμπατριώτες του, όμως εξαιτίας των προνο­μίων του που ο Λατίνος Κύριος τα επικύρωνε κατά καιρούς, ήτανε προσκολλημένος στον τύραννο.

     Τα εκατόν πενήντα πρώτα χρόνια της ενετικής κυριαρχίας, το νησί συγκλονίστηκε από εξεγέρσεις. Αυτές αρχίζουν την επαύριο της εγκατάστασης των Ενετών, το 1212, με την επανάσταση των Αγιοστεφανιτών ή των Αργυρόπουλων. Το 1217 έχουμε την επανά­σταση των Σκορδίληδων και των Μελισσηνών. Το 1230 επαναστα­τούν και πάλι οι Σκορδίληδες και οι Μελισσηνοί, μαζί με τους Δρακοντόπουλους. Το 1273 ξεσπά η επανάσταση των αδελφών Χορτάτση, που ο Σπύρος Ζαμπέλιος τους θέλει προγόνους του Χορτάτση, του ποιητή της Ερωφίλης. Το 1283 έχουμε την επανά­σταση του Αλέξιου Καλλέργη, που δεν σταματά παρά το 1299, με σύναψη ειρήνης ανάμεσα, στα δύο μέρη. Το 1332 έχουμε την επανάσταση του Κώστα Σμιρίλιου, που έγινε με την συνεργεία του Λέοντα Καλλέργη και των πεθερικών του, των Καψοκαλύβηδων. Την ίδια χρονιά επαναστατούν και οι Ψαρομήλιγγοι, στην Ανατολι­κή Κρήτη. Το 1363 έχουμε άλλη μια επανάσταση, που αυτή τη φορά γίνεται από τους ίδιους τους Ενετούς ενάντια στη μητρόπολη. Η επανάσταση αυτή πνίγηκε στο αίμα. Μόλις όμως απεχώρησαν τα ενετικά στρατεύματα, ξεσηκώθηκαν αμέσως τρεις αδελφοί Καλλέργηδες, μαζί με τρεις άλλες ενετικές οικογένειες. Και αυτή η επανά­σταση είχε το ίδιο τέλος.

     Βλέπουμε ότι όλες σχεδόν οι επαναστάσεις που αναφέραμε πήραν το όνομά τους από τους αρχοντορωμαίους, που ήσαν κάθε φορά επικεφαλής του ξεσηκωμού. Αυτό όμως δεν πρέπει να δημιουργήσει καμιά ψεύτικη εικόνα. Οι επαναστάσεις ήσαν κατά βάση επαναστάσεις λαϊκές. Όλες τους ξεκινούσαν από την ύπαι­θρο (με εξαίρεση την ενετικής πρωτοβουλίας εξέγερση του 1363), από τον αγροτικό πληθυσμό, που μέχρι και την τελευταία στιγμή υπέφεραν τα πάνδηνα από την ενετική κατοχή. Δεν είναι τυχαίο που βοήθησαν τους Τούρκους στην κατάληψη του Χάντακα. Αν έμπαιναν επικεφαλής κάθε φορά κάποιοι αρχοντορωμαίοι, είναι ή γιατί ήσαν δυσαρεστημένοι με τους Ενετούς, ή γιατί ήλπιζαν σε μεγαλύτερα προνόμια αν πετύχαινε η επανάσταση. Ο Αλέξης Καλ­λέργης ξεκίνησε την επανάσταση του 1283 για να την εξαργυρώσει κατόπιν με άφθονα προνόμια, αφού παζάρεψε άγρια με τους Ενετούς με μυστικές διαπραγματεύσεις που κράτησαν μέχρι το 1299. Ο μόνος αρχοντορωμαίος που φαίνεται πως κινήθηκε από αγνό ιδεαλισμό, και μάλιστα με αρκετά επιδέξιο και συνομωτικό τρόπο, ήταν ο Λέοντας Καλλέργης, απόγονος του Αλέξη. Συνελήφθηκε όμως με δόλο από ένα θείο του, ο οποίος τον έπνιξε ρίχνοντάς τον στη θάλασσα, δεμένο μέσα σε ένα σακί.

     Εξάλλου, δεν είναι απορίας άξιο πως πολλές από τις επαναστά­σεις αυτές συνετρίβησαν χωρίς τη βοήθεια μητροπολιτικού στρα­τού; Ο λόγος είναι πολύ απλός: οι Ενετοί είχαν απλούστατα την υποστήριξη άλλων ντόπιων αρχοντορωμαίων και ευκατάστατων νοικοκυραίων οι οποίοι, ποντάροντας σωστά, ή κέρδιζαν κατόπιν περισσότερα προνόμια, ή έπαιρναν τίτλους ευγένειας, αν δεν ήσαν ήδη τιτλούχοι. Στο τέλος μάλιστα οι ευγενείς είχαν πληθύνει τόσο πολύ, ώστε ο τίτλος του ευγενούς άρχισε να ξευτίζει, με αποτέλε­σμα να αναγκασθεί η μητρόπολη να βάλει κάποιο φρένο, απαιτώ­ντας την προηγούμενη δική της έγκριση πριν από την απονομή οποιουδήποτε τίτλου.

                                       συνεχίζεται... Εδώ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers