-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

     Η Χριστνα Καπρλου χει παρουσισει και πνακς της στα ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ μου Εδ:


                   O  Bασιλις Σμαχ Και Το Χαμνο Του Κτι

Μια φορ κι να καιρ εκε στα βθη της Ανατολς, σε μια μακριν χρα ζοσε ο Βασιλις Σμαχ.
Πνιγμνος στα χρυσφια και στα διαμντια, στολισμνος με ρουμπνια και ζαφερια, σερνε τα βαρι βματα και την δεια καρδι του στους τοχους του παλατιο.
Κοταζε πντα ψηλ το χρυσοβαμμνο του ταβνι και ποτ τον ουραν.
Κοταζε χωρς να βλπει, τα μτια των ανθρπων.
τσι σγουρος καθς ταν, πως λα ταν καλ καμωμνα μνον να πργμα δεν εχε στην κατοχ του.
Απ' το παλτι του ολκερο απουσαζε η παρξη ενς καθρφτη.
Πρναγαν οι μνες, τα χρνια και τα δεια μτια του βασιλι, δειαζαν και την ψυχ του.
Γιατ, σαν δεν βλπεις χρματα, σαν δεν βλπεις μορφς και σχματα, σαν κοιτς και δεν βλπεις, η ψυχ αδειζει.
σπου μια μρα, ταν γραφτ να γνει...
μποροι πραματευτδες απ τα τσσερα σημεα του ορζοντα, επισκφτηκαν τον βασιλι να του προσφρουν την γυαλιστερ κι ακριβ πραμτεια τους.
Ο Κεμλ φερε βελοδα κκκινα και μετξια χρυσ!
Ο Ομρ φερε  φρσκο παστουρμ απ καμλα!
Ο Αχμτ να λυχνρι χρυσ... και..
Ο Αλ! Εκενο το σγουρομλλικο μελαψ παλικρι απ την Σμρνη φερε να σκαλιστ μεγλο, να τοοοοσο μεγλο, καθρφτη!
Τον φερε, τον στερωσε στον απναντι τοχο απ το χρυσαφνιο θρνο και...
Θαρρες πως λα λλαξαν στο δωμτιο.
Μια μικρ αχτνα λιου μπκε απ το απναντι παρθυρο και χδεψε τον καθρφτη, εκε στο μρος της καρδις του.
Ο πολυλαιος βαρς κι ολοσκλιστος, κοταξε απ εκε πνω τον καθρφτη και με παραπονιρικη φων επε:
 -"λα πιο κοντ να καθρεφτιστ". λα πιο δω θλω να με δω μσα στην λμψη σου".
Ττε ο καθρφτης μλησε με ανθρπινη φων κι επε:
 -"Εσ λμπεις εκε πνω περφανος και γυαλιστερς... εγ δεν εμαι παρ νας καθρφτης που λω και δεχνω αλθειες".
Το επμενο πρω, ο βασιλις, συρε για μιαν ακμα φορ τα βαρι βματα και τη παγωμνη καρδι του, στην μεγλη σλα του παλατιο.
Με το κεφλι ψηλ και με μτια που κοταζαν χωρς να βλπουν, πνιγμνος στην μοναξι, κουγε τη σιωπ του και ξφνου...
 -"Ε.. ψιτ εσ... Βασιλι... Βασιλι... Καλ Βασιλι, τι χλια εναι αυτ";
Ο βασιλις ξαφνιασμνος γρισε το κεφλι δεξι, το γρισε αριστερ, κοταξε πνω ψηλ, κοταξε κτω... -Ναι κτω... Για πρτη φορ στη ζω του κοταξε κτω.  Παρατρησε τα ψηφιδωτ πατματα της σλας μ' κπληξη-.
 -"Ε… ψιτ εσ... Βασιλι... Βασιλι... Καλ Βασιλι, τι χλια εναι αυτ";
Ο Βασιλις κοταξε ευθεα μπροστ και ττε τον εδε...
να χοντρ και κακοφτιαγμνο κουφρι, τυλιγμνο σε βελοδα και χρυσφια, μ' να χρυσ παρξενο καπλο στο κεφλι του.
Γενειδα μακρι που φτανε πιο κτω απ τη χοντρ κοιλι, πδια αστεα και μτια...
να ζευγρι χρωμα κι δεια μτια κι να στμα, τξο γερμνο προς τα κτω σε μια γκριμτσα πνου και θλψης.
Ποιος εναι αυτς αναρωτθηκε...
 -"Φρουρο... τρεχτε φρουρο... Πιστε τον, φρουρο... Εχθρς στο παλτι φρουρο..."
Και ττε κουσε...
 -"Ε.. ψιτ εσ... Βασιλι... Βασιλι... Καλ Βασιλι, τι χλια εναι αυτ; Ποιος εχθρς βασιλι; Για ποιν εχθρ φωνζεις; Ποιν θλεις να πισουν οι φρουρο; Εσνα να πισουν; Το χοντρ και κακοφτιαγμνο κουφρι σου να πισουν οι φρουρο; Τι  να το κνουν βασιλι; Τι να κνουν να αδναμο πλσμα μ' δεια μτια σαν κι εσνα";
Ο βασιλις τρμαξε...
 -"Πψε", επε ψιθυριστ, "πψε μη μας ακοσουν..."
Με την τελευταα  αχτνα του λιου που πρασε απ το απναντι παρθυρο και χιδεψε τον καθρφτη, ο βασιλις χασε κι αυτ το... -πς το λνε μωρ;-που τον κανε να νιθει «Βασιλις», να περπατ με το κεφλι ψηλ και τα μτια να κοιτζουν χωρς να βλπουν
 -"Αλλχ! ΤΙΠΟΤΑ... να μεγλο ΤΙΠΟΤΑ εμαι Αλλχ", επε κι να αναφιλητ βγκε με πνο περσσιο απ το στθος του.
Πρασαν μρες και μνες. Χρνια!
Κι ο βασιλις περπταγε σκυφτς, κανες δεν βλεπε τα μτια του, κανες δεν κουγε την φων του.
Ολκερο το βασλειο μαθε πως ο βασιλις αρρστησε βαρι. Δεν θελε να βγει απ το παλτι. Δε μλαγε, δεν κουγε, μνο στεκταν απναντι απ κενο τον καθρφτη, που νας εμπορκος απ τη Σμρνη του φερε μια μρα, πριν χρνια. Κοταζε τον καθρφτη σιωπηλς κι να παρπονο βγαινε απ τα χελια του….
 -"ΤΙΠΟΤΑ... να μεγλο ΤΙΠΟΤΑ  Αλλχ..."
να ανοιξιτικο πρωιν, μια πρτα μισνοιξε, να ζητιανκι βρμικο και με κουρελιασμνα ροχα, τρπωσε μσα στο παλτι.
Σρθηκε ξυπλητο μχρι τη μεγλη σλα και...
Να τος... Τον εδε...
Σκυφτ και παραπονεμνο να ψιθυρζει κουβντες με πνο:
 -"ΤΙΠΟΤΑ... να μεγλο ΤΙΠΟΤΑ  Αλλχ ..."
Το ζητιανκι ρθωσε το μπι, πλωσε το χερκι του και με μτια κρβουνα,  γεμτα πθος για ζω, γγιξε πρτα το βελοδινο κκκινο πανωφρι, μετ το χρυσ σαλβρι, τα μεταξωτ παποτσια και μετ το χρι του.
Το γερασμνο ρυτιδιασμνο χρι...
Μετ, ανασηκθηκε στις μτες των ποδιν του κι γγιξε με στοργ το γερασμνο μγουλο... τα μισκλειστα μτια...
 -"Ωωω! Τι γλυκς που εσαι", επε με θαυμασμ κι αγπη. "Πσο θα θελα να εσαι παππος μου. Εγ δεν χω παππο. Πθανε μια μρα του χειμνα εκε στη παργκα μας, απ το κρο κι απ την πενα. Θλεις να γνεις ο παππος μου παππο; Θλεις να σ' αγαπ και να μου λες παραμθια παππο";
Ο Βασιλις λες και ξπνησε, πλωσε το ρυτιδιασμνο χρι κι γγιξε... για πρτη φορ στην ζω του, γγιξε με αγπη...
Αφθηκε στα χδια και τα παιχνδια του μικρο.
Κυλστηκε μαζ του παιχνιδιρικα στο κκκινο χαλ και γλαγε σαν μικρ παιδ...
 -"Παππο βλπεις; Παππο με βλπεις; Παππο κοτα... Κοτα χρματα παππο... Κοτα ομορφις παππο..." λεγε και ξανλεγε το ζητιανκι.
Η τελευταα αχτδα του λιου, -εκενη που κενο το μοιραο δελι κτι πρε απ τον Βασιλι-, το 'χε φρει πσω...
Βασιλις και ζητιανκι, κοιμθηκαν αποκαμωμνοι απ τα τρελ παιχνδια, στο κκκινο χαλ...
Η πρτη αχτδα του λιου, τους βρκε να κοιμονται αγκαλι, χαμογελαστο και γεμτοι αγπη.
Βασιλι και ζητιανκι... Παππος κι εγγονς... Δυο ανθρπινες φιγορες με σρκα και ψυχ...
Ο Βασιλις ψιθρισε στο τελευταο του πρωιν νειρο:
 -"Αλλχ... ε Αλλχ, εδ εμαι... να κτι, να μικρ, πολτιμο κτι, μσα στο απραντο Βασλειο σου Αλλχ... να σπουδαο, μικρ κτι..."

                              Το Παραμθι Μιας Αγπης

     Μια φορ κι να καιρ, εκε σε κενη τη μεγλη σκοτειν σπηλι, στη κορυφ του πιο ψηλο βρχου, ζοσε μνο κι ρημο, να τσο δα μικρ κερκι. να κερκι σβηστ, που μτραγε τις μρες της παρξς του, μσα απ τα δκρυ του.
 «Μα τι κνω εγ εδ μνο μου» αναρωτιταν. «τσι σβηστ που εμαι, πσο πολ κρυνω! Πσο πολ φοβμαι και πσο χρηστο νιθω. Μια σκοτειν κουκιδτσα μσα σε τοτη τη σπηλι».
     Κι οι μρες περνγανε και το κερκι κολμπαγε μσα στη μικρ λιμνολα που εχε φτιξει με τα δκρυ του.
     Κι οι μρες περνγανε και το κερκι μετροσε τις μρες της ανοσιας, σκοτεινς ζως του.
     Μια μρα, νεμος δυνατς φσηξε ξω απ τη σπηλι και στο πρασμ του παρσερνε ,τι μικρ κι αδναμο υπρχε. Φτερκια απ πουλι που εχαν την φωλι τους στην βση του βρχου, ξερ φλλα και κλαδι, σπρους απ λουλοδια εξωτικ κι να ...σπρτο, να τσο δα μικρ σπρτο, ψηλλιγνο και γυαλιστερ, με κκκινο, αστραφτερ καπλο, στο μικρ του κεφαλκι!
     Με το δετερο φουυυυυυυ του νεμου, το σπρτο απογειθηκε και με δναμη παρασρθηκε μσα στη σκοτειν σπηλι. πεσε με δναμη κτω στο τραχ δαφος κι... Ωχ!!!
 -«Μα που βρσκομαι» επε με τη τσιριχτ φωνολα του. Στην αρχ δυσκολετηκε στο σκοτδι, αλλ σα σπρτο που ταν στω και σβηστ, σντομα συνθισε να βλπει ακμα και μσα στο σκοτδι.
 -«Αμν»! επε... «Τι εσαι εσ»;
 -«Δε με βλπεις»! επε το κερκι με τη παραπονιρικη φωνολα του.
     Και να που ακμα και τ' αταριαστα μπορονε να ταιριξουν... Εκε μσα στην ερημι, την υγρασα και το σκοτδι της σπηλις, το κερκι και το σπρτο ενσανε τη μοναξι και το κοιν τους πρβλημα. ταν και τα δο σβηστ, ρημα, μνα και παραμελημνα μσα σε τοτη τη σκοτειν, ψυχη σπηλι.
     Το σπρτο τντωνε το λυγερ κορμκι του κι ακουμποσε πνω στο κερκι και το κερκι κανε νζια και καμματα κι παψε πια να κλαει. Η λμνη απ τα δκρυ του στγνωσε και τρα οι ελπδες να φτσουνε στο νειρο, λο και μεγλωναν.
     Το νειρ τους;  Μια μικρ φλογτσα. Mια μικρ φλογτσα που θα τα φωτσει και τα δυ, θα τα ζεστνει και θα τα αφσει να κοιταχτονε στα μτια.
 -«Μα θλω να δω τα μτια σου», επε το σπρτο στο κερκι.
 -«Μα θλω να νισω τη ζεστασι σου», επε το κερκι στο σπρτο.
     Και ττε τρμαξαν...
 -«Αν ανψω καλ μου θα κα»! επε το σπρτο, «και καλ να καε μνο το κκκινο σκουφ μου, θα εμαι να ακμα σχημο, μισοκαμνο σπρτο... Μα αν κα εντελς, τι θα απογνω; Θα προλβω τουλχιστον να δω τα μτια σου»;
 -«Κι αν ζεσταθ» επε το κερκι, «θα λισω... Κι αν λισω θα γνω σχημο και κακοφτιαγμνο! Θα χω προλβει να χαρ τουλχιστον τη ζστη σου»;
     Μρα τη μρα, το κερκι και το σπρτο, αγαπιντουσαν λο και πιο πολ κι η αγπη τους δυνμωνε! Μσα στη σκοτειν σπηλι, λουλοδια φυτρσανε, γιατ η αγπη εναι να λουλοδι, που που γεννιται δνει χρμα, ρωμα κι ομορφι. Κι οι μρες περνγανε. Το κερκι και το σπρτο σφιχταγκαλιασμνα, περιμνανε καρτερικ τη συνχεια του ρωτ τους.
     Καλοκαριασε... ξω απ τη σπηλι, η ζστη ταν αφρητη... Το δσος γρω απ το βρχο, συχν γμιζε απ γλια, τραγοδια, φωνς μικρν και μεγλων. Το κερκι και το σπρτο αγκαλιζονταν τρομαγμνα και περμεναν, λο περμεναν κι αγαπιντουσαν, κθε μρα και πιο πολ κι ας μην εχε δει τα μτια του σπρτου, το κερκι κι ας μην εχε νισει τη ζεστασι του κεριο, το σπρτο! Ο ρωτς τους, μια μικρ τραγωδα, σαν λους τους ανικανοποητους ρωτες, που γεννιονται και μνουνε πντα στ' νειρο...
     σπου μια μρα, μια παρα εκδρομες, -τσι τους λγαν λους αυτος τους εισβολες του δσους-, πρανε τα γλια, τα τραγοδια και τις φωνς τους μακρι, αλλ' αφσανε μια μικρ σπθα... μια τση δα μικρ σπθα φωτις, να σιγοκαει, εκε κτω απ τα ξερ κλαδι που εχαν ανψει για να μαγειρψουνε.
 -«Συμφορ»! Φωνζανε πουλι και ζα που περνγανε τρομαγμνα τρχοντας, ξω απ τη σπηλι. «Συμφορ! Φωτι! Φωτι... θα καομε»!
 -«Ακος»; επε το σπρτο στο κερκι...
 -«Ακος; Θα καομε»! επανε και τα δυο με μια φων, γεμτη ρωτα!
 -«Δε φοβμαι να κα απ' αγπη», επε το σπρτο στο κερ...
 -«Δε φοβμαι να λισω απ' αγπη», επε το κερ στο σπρτο!
     να κερ κι να σπρτο, τρελ απ ρωτα τραγουδγανε τη φλγα που ερχταν...
 -«λα»! της λεγαν, «λα! Σε περιμνουμε»!
 -«Θα μ' αγαπς αν κα κι ασχημνω, χωρς το κκκινο σκουφ μου»; Επε το σπρτο στο κερ.
 -«Θα μ' αγαπς αν λισω και χσω το σχμα μου»; Επε το κερκι στο σπρτο.
     Κι η φλγα ερχταν λο και πι κοντ... Κι η φλγα φτασε στο κατφλι της σπηλις και δσταζε να μπει μσα, μη χαλσει την ομορφι που διαισθνθηκε!
 -«λα»! της φωνζανε και τα δυο, με μια φων!
     Κι η φλγα στειλε μσα στη σπηλι, τη πιο μικρ της κρη! Μια σπθα τση δα, που μπκε τσαχπνικα και ναζιρικα απ την εσοδο της σπηλις.
     Φφφσσσσσσσσσσσττττττττττττττ !
     Το σπρτο, τντωσε το λυγερ κορμκι του, για να καλωσορσει τη σπθα. Το κκκινο σκουφ του τυλχτηκε στις φλγες.
 -«Αγπη μου» επε στο κερκι, «καγομαι για σνα... Αγπη μου, να δω τα μτια σου κι ας κα»!
     Το γυαλιστερ κκκινο σκουφ, ακομπησε πνω στο φιτλι καθς σκυψε για να δει καλτερα.
 -«Αγπη μου» επε το κερκι στο σπρτο, «σε με να νισω τη ζεστασι σου κι ας λισω»!
     Το σπρτο και το κερκι,  κακανε μαζ... Μια μζα ενωμνη στο χρνο και στο χρο αινια...
     Το  κερκι  και το σπρτο που λισαν απ' αγπη κι φτασαν στο δικ τους νειρο...

                          Tα Γρμματα Που Μεθσανε

     Ο Γιαννκης φυγε τρχοντας απ το σπτι, για το σχολει. Φορτωμνος με τη βαρι σχολικ σκα, γεμτη με τετρδια, βιβλα, μολβια, γμες, ξστρες και το σακουλκι με το κολατσιο του.
     Στο πρτο πταγμα της τσντας, απ τη πλτη του Γιαννκη στο δαφος, οι ργες απ το σταφλι που εχε βλει η μαμ για δεκατιαν, βγλανε δυο σταγνες ζουμκι, που ρθανε και τρξανε πνω στο αναγνωστικ.
     Ωχ! Ωχ! Τα γρμματα μεθσανε κι αρχσανε τρελ χορ!
     Το λ τντωσε τα ποδαρκια του, που το βοηθνε να κρατ ισορροπα πνω στη σελδα κι ακομπησε τη χοντροκοιλι του α.

                  λα     λα    λα    λα       λα          λα

    
Τ' λλα γρμματα συγχρονιστκανε στο τραγοδι κι λα μαζ δσανε το ρυθμ:

                   λα       λα   λα       λα   λα            λα

     Το Μ σοβαρετηκε και θλησε να επιβλει τη τξη! Πγε και κλλησε δπλα στο λλο Α, της επμενης σελδας και τα δυο μαζ επανε γκρινιρικα, με δυσφορα:

                                ΜΑ!

     Βρε κακ που πθαμε!

     Στο διλειμμα, ο Γιαννκης επε να πετξει τη τσντα ψηλ-ψηλ, τσι για χαβαλ. Η σκα προσγειθηκε τσαλα, για μιαν ακμα φορ, στο πτωμα της τξης.
     Ωχ! Ωχ! 'Αλλες δυο σταγνες απ το ζουμκι του σταφυλιο ρθανε κι ακομπησαν, η μια πνω σ' λλη σελδα του Αναγνωστικο κι η λλη πνω στο βιβλο των Μαθηματικν.
     να λλο μ, αγαπησιρικο, πγε με νζια και καμματα και κλλησε πνω σ' να ολοστργγυλο ο και τα δυο μαζ ακομπησαν σ' να υ.

                                                μου

     Καλ μου... Αγαπημνο μου... Δικ μου...

     Στο βιβλο των Μαθηματικν, ρχισεν λλο πανηγρι: Οι αριθμο, μεθυσμνοι, κλαγαν ο νας πνω στον λλο! 1+1=2  λεγε το βιβλο, αλλ να τρελλοτσικο 5, σπρωξε το 2 και πγε να καμαρσει, δπλα στο =!

                                      1+1=5 2

     Π! Πω ζημι!

     Το τρελ μεθσι, μεταφρθηκε στο βιβλο της Γεωγραφας. Εκε που τανε γραμμνα ποτμια, ονομασες απ βουν πγαν αυθδικα και στθηκανε!

     Ο Σπερχεις βαφτστηκε λυμπος κι ο Αχελος ονομστηκε Γκινα.

                                        Πω! Πω ζημι!

                                                                     Και τρα;

     Η δασκλα του Γιαννκη, εκνευρισμνη μ' λες αυτς τις πρωτγνωρες και λανθασμνες γνσεις του, κλεσε το Διευθυντ κι αυτς με τη σειρ του ανογοντας τα βιβλα και διαβζοντας τις σοφες του, κλεσε δημοσιογρφους και κανλια για να αναμεταδσουνε, το μυστριο που κρυβε η σκα του.
     Ενας δημοσιογρφος απ το κανλι της πλης, ρθε και στθηκε μπροστ στο Γιαννκη και τη μυστηριδη σκα του.
 -«Κυρες και Κριοι, εμαστε μρτυρες ενς συγκλονιστικο γεγοντος... Στη μαθητικ αυτ σκα, συντελονται μυστρια και μαγικ! Γρμματα χορεουνε, τραγουδονε, θυμνουνε κι λλα αγαπιονται! Οι αριθμο τρελαθκανε και κινδυνυουμε να χσουμε τις ισορροπες που, αρχαοι ημν πργονοι επιβλλανε, με μελτες ετν»!
  «Κυρες και Κριοι, στο σημεο αυτ, οφελω να σας ενημερσω, να ακμα συγκλονιστικ γεγονς: το ρος λυμπος, μετφερε το θαυμαστ γκο του και την θση του πρε ο ποταμς Αχελος! Το ρος Γκινα, χι κυρες και κριοι, δε σβστηκε απ το χρτη, αλλα μεταφρθηκε σ' λλο σημεο της Ελλδας και στη θση του, τρχουνε τα νερ του ποταμο Αχελου»!
  «Κυρες και Κριοι, κοσμογονικ γεγοντα συμβανουν μσα σ' αυτ τη μαθητικ σκα. Μενετε μαζ μας για τις νετερες εξελξεις».
     Ο Γιαννκης τρομαγμνος, δε τολμοσε ν' ακουμπσει τη σκα του. Στθηκε μακρι και της φναζε με παρπονο:
 -«Ρεζλι με κανες! Κοτα που λοι τρα ασχολονται μαζ μου!. Μα δε με λυπσαι; Τι σου 'κανα ; Τι σου 'κανα; Εγ δεν μουν αυτς, που κθε πρω σ' παιρνε μαζ του; Αχριστοι δεν μασταν λη τη σχολικ χρονι; Γιατι μωρ με ρεζλεψες τσι; Εμ κορτσι εσαι! Τι περιμνει κανες απ του λγου σου; Μπαμπσικο πρμα»! Κι σπ μσα του αναρωτθηκε: «Αλθεια υπρχουνε σκες σερνικς; Κι αν υπρχουνε πως τις λνε; Ο σκος; Μπα! Σιγ μη πρω σκο, να βλω τα βιβλα και τα τετρδι μου. Τι εμαι μωρ; Φαντρος εμαι»; λεγε με παρπονο, σ' να μονλογο με τη σκα του! Κι εκε μσα στη σιωπ της δειας τξης, ακουστκανε φωνολες και κλαμματα:
 -«Ωχ ωχ! Πονω! Ωχ! Ωχ πνεσα! Μα τι παιδ αυτς ο Γιαννκης, να πετ τη σκα του ψηλ, χωρς να σκφτεται κι εμς», λεγαν κλαψιρικα τα σταφυλκια.
 -«Πω πω πως πονει το κεφλι μου»! λεγε μια στραβοπατημενη ργα απ το σταφλι.
 -«Πω πω πως πονει η κοιλτσα μου»! λεγε το κοτσνι απ ν' λλο τσαμπ σταφλι. Και ττε ο Γιαννακης κατλαβε. 'Ακουσε, μσα στη σιωπ της τξης, τα παρπονα και τα κλαμματκια και ντρπηκε!
 -«Δε φταις εσ», επε στη σκα του. «Εγ φταω καλ μου... φταω που με το παιχνδι μου δεν υπολογζω τιποτα και καννα»! Ο Γιαννκης πρε τη σκα του με αγπη και στοργ στη αγκαλι και χθηκε στη στροφ του δρμου. 
     Θα συνχιζανε μαζ το ταξδι, μχρι το τλος της σχολικς χρονις. Μαζ θα μετακομζανε βουν και ποτμια, μαζ θα κναν ανατροπς στις προσθσεις των αριθμν, μαζ θα γυρνγανε το κσμο ανποδα!
     Κι ο Γιαννκης ζησε καλ κι η σκα του καλτερα και τα γρμματα, ακμα θυμονται το τρελ τους μεθσι και την αγπη τους, που γεννθηκε κενο το ηλιλουστο πρωιν...

                                Τα Μαγικ Σεντοκια

     Η τρικυμα κπασε... Η θλασσα γαλνεψε... Το τοπο λλαξε χρματα... Εκε πνω στα δυσπρσιτα βρχια, δυο σκοτειν αντικεμενα στκαν ακνητα. Τα ξβρασε η θλασσα, τα κματ της τα ταξιδψανε μλια ολκληρα και τρα τα παρτησαν εδ, ρημα και μνα. Δυο σεντοκια, να μεγλο κι να μικρτερο. Δυο σεντοκια που ταξιδψανε στο χρνο και στα κματα. Δυο σεντοκια που πρασαν απ το σημεο, που ο ουρανς αγγζει τη θλασσα. Εκε που η ψυχ συναντ το πνεμα κι η σρκα τη ψυχ...
     Το μεγλο σεντοκι, βαρ και δυσκνητο εχε πλι στη σκουριασμνη κλειδαρι του, δυο πρσινα πετρδια. Δυο φωτειν σμαργδια που κοιτζανε το κσμο, λυπημνα.
     Το μικρ σεντοκι, που λικνιζτανε με χρη και νζι πνω στα βρχια, εχε πλι στη σκουριασμνη κλειδαρτσα του, να κκκινο, φωτειν ρουμπνι. να ζεστ φιλ, για τι πιανε το μτι του.
     Το μεγλο σεντοκι, ιδιοκτησα του βασιλι της Αγαθοχρας που πνω στη τρλα του, ταν η χρα κυριετηκε απ κακος πειρατς, βαλε μσα στο σεντοκι αυτ τι θεωροσε πολτιμο και το πταξε στη θλασσα. Αγαθ που θα χανντανε στο πρασμα του χρνου, με τους πειρατς να κουρσεουν την χρα του:
     Αγπη, αξιοπρπεια, περηφνεια, ειλικρνεια κι αυτοσεβασμς!
     Το μικρ κενο, ναζιρικο σεντοκι, ταν ιδιοκτησα της πριγκπισσας της Χρωμοχρας. Η δσμοιρη τρελθηκε, ταν κατακτητς απ τον βορρ με βλη, δρατα και περφανα λογα, κναν επθεση στο Βασλειο της! κλεισε μσα στο σεντοκι, τα πολτιμα της και το πταξε απ το παρθυρο του πργου, κτω στην αγριεμνη θλασσα, για να μενουν οι θησαυρο της αμλυντοι απ τους κυριευτς!
     Κκκινο, μπλ, κτρινο, πρσινο, χρματα απ τη παλτα του ουρανο, της γης και της θλασσας, αρματα απ λουλοδια, φωνς πουλιν, γλια ερωτευμνων, παιχνδια παιδιν, ξεγνοιασι, αγπη, μουσικς και χορος απ νεριδες, φως και μια ζεστ αγκαλι!
     Τα σεντοκια ταξιδψανε στα βθη των αινων, σε θλασσες μακρινς, σε βυθος μυστηριδεις και τρομακτικος, σπου... Σε κενη τη μεγλη τρικυμα, συναντηθκανε κι να μεγλο κμα, τα 'φερε πλι-πλι, πνω σε τοτα τα ξεχασμνα βρχια...
     Τα πρσινα σμαργδια του σεντοκου, κοιτξανε με απορα το κκκινο ρουμπνι της σεντοκας! Η σεντοκα, συνχιζε το λκνισμ της πνω στα βρχια κι στελνε κκκινα φιλι, με το φωτειν της ρουμπνι, στο σεντοκο!
 -"λα πιο κοντ", της επεν αυτς. "λα πιο κοντ... θλω να δω τα μυστικ σου..."
 -"λα πιο κοντ", του 'πεν αυτ. "λα πιο κοντ... θλω να μθω τις σοφες σου..."
     Η ρα πρναγε. Δυο πρσινα σμαργδια κι να κκκινο ρουμπνι, λαμπυρζαν εκε στα ξεχασμνα βρχια! Νχτωσε... να φεγγρι -κλφτης-, τα κοταζε απ ψηλ. να φεγγρι -κλφτης-, που 'στελνε την ασημνια του λμψη στο σεντοκο και στη σεντοκα! Ττε, μια αστραπ ρθε να δσει λση στην αγωνα και στο μυστριο. Μια αστραπ που χρισε τον ουραν στα δυ, που φτισε τις σκοτεινς μζες τους και κατευθνθηκε γραμμ, πνω στις κλειδαρις τους! Η κλειδαρι του σεντοκου, κει ανμεσα στα δυο πρσινα σμαργδια, νοιξε κι φησε να φανονε, μυστικ κι αξες αινων...
     Αγπη, αξιοπρπεια, περηφνεια, ειλικρνεια κι αυτοσεβασμς, ξεχθηκαν απ τα σωθικ του με κατακτητικ διθεση, απλωθκανε πρτα στα βρχια, κι αγκλιασαν πειτα και τη σεντοκα!
     Η κλειδαρι της σεντοκας, εκε πνω απ το κκκινο ρουμπνι, -το τρελ παθιρικο φιλ της-, νοιξε και... και...
     Κκκινο, μπλ, κτρινο, πρσινο, χρματα απ τη παλτα του ουρανο, της γης και της θλασσας, ρωμα απ λουλοδια, φωνς πουλιν, γλια ερωτευμνων, παιχνδια παιδιν, ξεγνοιασι, αγπη, μουσικς, χορο απ νεριδες, φως και μια ζεστ αγκαλι, ρθανε και μπλεχτκανε, με τους θησαυρος του σεντοκου!
 -"Χαρ μου"! του επε...
 -"Φως μου"! της αποκρθηκε...
     Η αγπη που 'χανε κρυμμνη στα σωθικ, θριεψε κι απλθηκε, πρτα πνω στα βρχια, μετ στις φωλις των γλρων πειτα στο βυθ κι στερα στον ουραν... Απλθηκε στα τσσερα σημεα του ορζοντα!
     Οι νεριδες του βυθο, πρανε τ' αγαθ του σεντοκου: και την Αγπη και την Αξιοπρπεια και τη Περηφνεια και την Ειλικρνεια και τον Αυτοσεβασμ και τα κνανε τραγοδι!
     Τα ξωτικ, πρανε τους θησαυρος της σεντοκας και τα σκορπσανε, σε μκος και σε πλτος, σε ψος και σε βθος και γμισε ο κσμος χρματα και λμψεις και μουσικς κι αρματα και γλια και παιχνδια και χαρ... Εκενο το βρδυ τανε μια γιορτ... Μια μεγλη γιορτ και της Αγπης και της Σοφας.
 -"Σε περμενα"! του 'πε.
 -"Δε σε περμενα"! της αποκρθηκε. "Μνον λπιζα στον ερχομ σου..."
     Ξημρωσε... Η παραλα πλι στα βρχια, ρχισε να γεμζει κσμο... Το τοπο πρε ν' αλλζει μορφ. Πετστες κι ομπρλες πολχρωμες. Πλαστικ στρματα, ταπερκια με φαγητ, μσκες και βατραχοπδιλα, μαμδες και παιδι, ννοιες και βσανα, γλια και κλματα.
     Ο σεντοκος κι η σεντοκα, σφιχταγγαλιασμνοι στη σπηλι των βρχων, στκανε σιωπηλο και γεμτοι αγπη!
 -"Σε βρκα" της επε, "και να μη σ' χω κοντ, δε με νοιζει! Μου αρκε που ξρω πως υπρχεις... που εδα τους θησαυρος σου..."
 -"Σε βρκα" του 'πε, "κι εναι σα να ζω μαζ σου κι ας σε πρει το κμα που σ' φερε κοντ μου... Μου αρκε που 'μαθα τις σοφες σου... που ξρω πως υπρχεις..."
     Ο σεντοκος κι η σεντοκα, εναι κει στο βθος αυτς της θαλασσινς σπηλις...
     Μη ψξετε να τους βρετε...
     Νιστε μνο τους θησαυρος τους κι αυτ φτνει...
     Γεμστε τη ζω σας με τις αξες τους... τα χρματα... τους χους... τις μυρωδις... τα συναισθματ τους...
     Και ττε, η ζω σας θα 'ναι πιο μορφη... θα λμπει σα τα πρσινα σμαργδια του σεντοκου και σα το κκκινο ρουμπνι της σεντοκας...
     Εκε που ο ουρανς φιλε τη θλασσα... εκε που η ψυχ ανταμνει τη σρκα...
     Αν φτσετε ποτ στη σπηλι τους και τα βρετε, μη τα ενοχλσετε... Μη τα χωρσετε... Αφστε να λουλοδι στα ποδαρκια τους, απ κενα που φυτρνουνε στη σπηλι, που δεν εναι πια μτε σκοτειν, μτε παγωμνη!
     να μαγικ φως τρεμοπαζει... Δνει χρμα και ζω στους ψυχους τοχους... Μια ζεστασι, απ' αυτ που αφνει η αγπη και τα κνει λα κει, να μοιζουν μαγικ! Τσο μαγικ, σο μαγικ εναι κι η αγπη...
     Κι ζησαν αυτ τσο καλ, σο κι εμες θα ζσουμε καλτερα μ' αγπη στις καρδις μας...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers