Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Πουλάκος Νέστορας: Ψιθυριστά...

 

                                            Βιογραφικό

     O Νέστορας Πουλάκος γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα και διαμένει εκεί. Έχει σπουδάσει πολιτικές επιστήμες και δημοσιογραφία, επίσης έχει παρακολουθήσει μαθήματα ιστορίας, λογοτεχνίας και κινηματογράφου. Εργάζεται ως ρεπόρτερ και κριτικός κινηματογράφου σ' έντυπα κι ηλεκτρονικά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Από την άνοιξη του 2008 είναι υπεύθυνος των ψηφιακών εκδόσεων και του περιοδικού γραμμάτων και τεχνών Βακχικόν (Vakxikon, βλ. Συνδέσμους μου). Επιπλέον, επιμελείται βιβλία συνεργατών του (λ.χ. "Ο Πρίγκιπας Αψού", Έρη Μαυράκη, Εκδόσεις Πολιτισμός, 2011). Έχει εκδώσει ποίηση, διήγημα κι έχει συμμετάσχει σε βιβλία δοκιμίου και κριτικογραφίας.
     Βιβλία του : "Αντιξοότητες" (Ash in Art, 2008), "Μικρές Αθηναϊκές Ιστορίες"  (Diorasis/Bang, 2008).

--------------------------------------------------------------------------------------------


                                   
Ξεχασμένοι Στη Πόλη
 

Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους σα δυο μεγάλα

ψαροκόκαλα

ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούριου

πρωϊνού
Τάσος Λειβαδίτης

     Η βροχή έπεφτε δυνατά στις σκουρόχρωμες πλάκες του πεζόδρομου της Τζαβέλα. 'Αδειος, νεκρός από οποιαδήποτε αναρχική ψυχή της περιοχής, χωρίς μπύρες πεταμένες, γυαλιά σπασμένα και καδρόνια να αιωρούνται, ο κίτρινος φωτισμός από τους δημοτικούς στύλους, έδινε αίσθηση εγκατάλειψης, βαθιάς μελαγχολίας, σαθρής και διεφθαρμένης, όπως θα έλεγε κι ο ποιητής. Το γωνιακό μπαρ, στο οποίο κάθονταν από ώρα κι έπιναν τα ποτά τους, εκείνος ουίσκι με πάγο κι εκείνη λευκό κρασί, κατέβαζε ρολά, έκλεινε για μιαν ακόμη νύχτα. Εκείνοι, κατηφόριζαν τον πεζόδρομο αμίλητοι, πιασμένοι αγκαλιά, με τα κεφάλια κατεβασμένα.

     Πρωτοχρονιά στην πόλη που αγάπησαν και που μισήθηκαν από τους ανθρώπους, μυαλά άρρωστα, σακατεμένα από τη μιζέρια του όχλου, την κακομεταχείριση της μάζας. Ρατσισμός, πόλεμος, μίσος οδηγούν στην απόγνωση, στον εξευτελισμό, στην αυταπάτη της ευτυχίας, που ποτέ δεν έρχεται, μα είναι πάντα μπροστά τους. Ιλαροτραγικά αποφθέγματα ζωών λιωμένων από τη λάβα του ηφαιστείου της άψυχης ανάγκης για λεφτά, ζωή, επιτυχία. Αναγνώριση και ματαιοδοξία οδήγησαν την καρδιά τους στην ανάγκη της φυγής, της διαφυγής από σύμπαντος κόσμου.

     Μιλούσαν για όλα αυτά ώρες ολόκληρες, πίνοντας, καπνίζοντας, βρίζοντας, ευνουχίζοντας τον εαυτό τους. Ερωτευμένοι χρόνια, παραδομένοι στο πάθος της συνεύρεσης, στον πόθο της αγάπης, στο θέλω τους ο ένας για τον άλλον, πιάνονταν, φορές, χέρι χέρι και προχωρούσαν στο δρόμο, προτάσσοντας τα στήθη τους, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν, όποιον τολμούσε να τους σταθεί εμπόδιο στην ολοκλήρωση της ευτυχίας τους. Σ' αυτούς που θα τολμούσαν να τους χωρίσουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Διψούσαν να ζήσουν αιώνες ολόκληρους, αγκαλιασμένοι, αποστασιοποιημένοι από τον κόσμο, παραδομένοι στο άγνωστο εμείς, ακούγοντας αγαπημένες μουσικές, βλέποντας καουμπόικες ταινίες, που ο καλός είναι τελικά κακός, αλλά και ευαίσθητος, πεισματάρης και ονειροπόλος.

   «Όσο ζω θα επιμένω να ερωτεύομαι», έγραψαν με κόκκινο σπρέι στον τοίχο Τζαβέλα και Μπενάκη γωνία κι έφυγαν τρέχοντας προς άγνωστη κατεύθυνση.

                                                                                                     Στην Ιωάννα
                     Οίστρος

Ποτέ δε θα ξαναμιλήσω γιατί όσα κι αν είπα

η αλήθεια ήταν κρυμμένη, η αγάπη χαμένη,

κι εγώ εδώ...

Η ψυχή μου μια θάλασσα παραδομένη στην άβυσσο

της θλίψης, του πόνου, της θύμησης και της ανάγκης.

Όλα γύρω μου τελειωμένα, τυλιγμένα

σ' ένα τρομακτικό χορό από μυρωδιά βαλς και θανάτου.

Η ύπαρξή μου μια σκιά -μια ρωγμή στο χρόνο,

αναβλύζουν στιγμές γλυκιάς μελαγχολίας.

Το βλέμμα μου μια ουράνια έκρηξη στο γαλαξία,

όπου η ενοχή μπαίνει μέσα μου και με διαγράφει.

Όλα αυτά θυμίζουν όσα αισθάνομαι.

Τελικά δεν είναι τίποτα άλλο παρά μόνο σκόνη.


Η φωνή μου μια ξεκούρδιστη τρομπέτα

παρασέρνει τα είδωλα της νύχτας.

Η θάλασσα μου, ο πόνος μου, η θλίψη μου,

ο χορός και ο θάνατός μου

είναι όλα άθλιοι ιππότες στο μπαρ της παραφοράς.

Και απορώ με τη θλίψη μου,

τις άρρωστες κραυγές της ψυχής μου.

Παραδομένης σε εικόνες μαγικές, τόπους σκοτεινούς,

ιδεατούς, νεκρούς από τις ζωές εκείνων που τόλμησαν.


Ακούστε άνθρωποι! Πατάω στη γη και ονειρεύομαι,

ακούω τον πόνο μου και κραυγάζω στίχους γοερούς.

Σιωπή στο μπαρ θα πέσει σαν θα μπω

Αλαλάζοντας ινδιάνικους ψαλμούς, χορεύοντας τσιγγάνικους ήχους.

Εωθινό θα 'ναι το μονοπάτι που θα διαβώ

μια νύχτα που αστροφέγγει ψέματα η θάλασσα.

Ασθμαίνοντας θάνατο θα βρωμίσω

τις κάμαρες των παιδιών σας, τις εκκλησίες των στιγμών σας.


Κι επίμετρο θα γράψω πάνω στον τάφο μου:

"Μη φωνασκείτε, θα ξυπνήσω"!

                                                                                 Θεσσαλονίκη, 25/11/07

Τάσος Ρήτος/Κατερίνα Καντσού/Ν. Πουλάκος

 Ζέστη Ανυπόφορη

Τα μάτια σου αντίκρυσα

τη φωνή σου άκουσα

Απογειώθηκα

Δάκρυα κύλησαν

στα βλέφαρά σου μάτωσαν

τα χάδια μου

Και σου αφηγήθηκα

μια ιστορία πάθους

πριγκήπισσα εσύ

κι ο βομβιστής της καρδιάς σου

ο ιδανικός έρωτας

Χαμογελάς

δε θα σε δω άλλο

πεθαίνω

"σ' αγαπώ"

στην άμμο γραμμένο.

*

Καταθλιπτώ

τις ώρες και τις μέρες

τα όσα πέρασες μαζί μου

αγάπη μου

πονώ να σε βλέπω

να σε ακούω να σπαράζεις

να υποφέρεις

κι εγώ να στέκομαι

σα τίποτα

στο χάος του μυαλού σου

μπρος στα μάτια μου

ο πόνος σου

ψυχούλα μου

μανιασμένη αρρώστια η ζωή μου

μακριά σου

και σ' ένα βάραθρο

πετώ

τα νιάτα μου

σα λείπεις

μωρό μου

υποσχέσου με το γυρισμό σου

έρωτα

και χαμόγελο εωθινό

με ευωδιά γιασεμιού

για να γιατρευτώ

χωρίς εσένα δε μπορώ

και το ξέρεις

μικρούλα μου

τη κατάθλιψη σου σπάζω

και τα χέρια μου σκίζονται

από τα κομμάτια της

αίμα στάζει

χύνεται

εξαφανίζεται

νικήσαμε το θάνατο

της ευτυχίας μας.

είδες;

                            Ιωάννα, Ω! Ξαφνικέ Mου Έρωτα

     Καθώς θα βλέπω το αεροπλάνο να προσγειώνεται στον αεροδιάδρομο, εκείνο το μακρινό απομεσήμερο της 'Ανοιξης, θα σ' έχω στο μυαλό μου, έτσι στα σκούρα ντυμένη, με τα ερωτικά σου μαύρα μάτια, τα έντονα φρύδια να σου δίνουν μορφή ιέρειας, τ' ανέμελα μαλλιά σου να μπλέκονται με θράσος στο λευκό προσωπάκι, το άβαφο, το ατημέλητο έτσι όπως το λάτρεψα από τη πρώτη στιγμή. Θα σκέφτομαι να μου χαμογελάς από μακριά, θα τρέξεις να με αγκαλιάσεις, θα μου διηγηθείς ιστορίες από την Ουρουγούαη κι εγώ θα σε κοιτάω μόνο, θα σ' ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ! Τα χέρια σου θα μου χαϊδεύουν τα μαλλιά, θα μ' αγκαλιάσεις, θα σ' αγκαλιάσω, θα με φιλήσεις, θα σε φιλήσω με πάθος, όπως ο Δρ. Στήβεν την 'Αννα υπό τους ήχους της μελωδίας του Πράισνερ στο «Μοιραίο Πάθος» που τόσο σου αρέσει. Θα μου πιάσεις το χέρι, θα σε κοιτάζω ακόμα. Θα μου πεις "σε λατρεύω", θα ριγεί το κορμί μου, η καρδιά μου θα πάλλεται, θα τρέχω και θα φωνάζω τ' όνομά σου. Θα 'ρθεις κοντά μου, θα είμαστε μαζί για καιρό, στο κρεβάτι του δωματίου με τις γρίλιες, με θέα τον Λυκαβηττό, θα σου αναλύω τη θεωρία των ενωμένων κορμιών, τι άλλο θα θέλουμε; Ευτυχία θα 'ναι αυτό!

    «Έρωτας είναι ο χωροχρόνος μετρημένος από την καρδιά. Μαρσέλ Προυστ», έγραφε το περιτύλιγμα της σοκολάτας, που της έδωσε κείνο το βροχερό απόγευμα του Μάρτη. Ο Τζο είχε ερωτευτεί την ηρωΐδα του Πόε, την αγαπημένη του Λυγεία. Μοιραίο το τέλος της σε κείνο το μικρό διήγημα του αμερικανού ποιητή του 19ου αιώνα, μοιραία και για κείνον η σχέση τους. Εκείνη του χαμογέλασε και τον αγκάλιασε. "Τι τρυφερό!" σκέφηκε ψιθυριστά. Πήγαν αμέσως στο κρεβάτι. Κάτσαν εκεί όλο το βράδυ. Ξημερώματα ο Τζο, ανακαθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, γυμνός, με την Λυγεία δίπλα του να κοιμάται τόσο γλυκά, κοιτάζει το ξέφωτο του ουρανού, που μπαίνει από τις σχισμές του κλειστού παραθύρου. Σκέφτεται, θυμάται και συνάμα ονειρεύεται...

     Ήταν απόγευμα Σαββάτου. Στο άναρχο σαλόνι λίγοι φίλοι μαζεμένοι συζητούν, κάπως καταπονημένοι από τη κραιπάλη της προηγούμενης νύχτας. Στα πόδια του Τζο είναι ξαπλωμένη η Λυγεία. Μια νέα, όμορφη, ταλαντούχα κοπέλα γεμάτη δίψα για ζωή, για έρωτα, για ποίηση και λογοτεχνία. Την είχε ερωτευτεί αμέσως. Μια κουβέρτα τους σκεπάζει, κουκουλώνονται, πειράζονται, φιλιούνται κάπως φοβισμένα. Χαμογελούν, ξεκινά το παιχνίδι λοιπόν.

     Εκείνη στην άκρη του παραθύρου κοιτάζει τον πολύβουο δρόμο, τα αμάξια περνούν, καπνίζει, δε χαμογελά. Είναι γυμνή. Το κρεβάτι ξέστρωτο. Αναποδογυρισμένα τα μαξιλάρια. "Σε λατρεύω", της λέει στο αφτί. Την αγκαλιάζει. Καπνίζει από το τσιγάρο της. Γυμνός, ανεπαίσθητα τρυφερός πάνω της. Δε χαμογελά, κοιτάζει κι αυτός τον δρόμο. Το φεγγάρι ξεπροβάλλει. Ο ουρανός μουντός, μελαγχολικός, καταπραΰνει αμφιβολίες ερωτικές. Τους ησυχάζει. Του εξομολογείται σκέψεις της, βιώματα του παρελθόντος. Τη κοιτά και της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Νομίζει ότι θα την αγαπήσει κάποτε.

     Στο μπαρ ο κόσμος πολύς. Ο Τζο μόνος του. Πίνει. Πίνει τα ποτά που του φέρνει. Δουλεύει, αγχώνεται. «Έχει ντυθεί ωραία απόψε», σκέφτεται. Περνά από μπροστά του, του δίνει ένα γρήγορο φιλί. Φεύγει χαμογελώντας. Εκείνος κατεβάζει το κεφάλι του, χαράζεται μια νότα χαράς στο πρόσωπό του. Πίνει τη τελευταία γουλιά του ποτού του. Ανάβει τσιγάρο. Η Λυγεία έρχεται δίπλα του, θέλει να ξαποστάσει δίπλα στον άντρα που της δίνει την ευτυχία που επιζητά καιρό. Τον αγκαλιάζει. Φεύγει. Μετά από λίγο του φέρνει άλλο ένα ποτό...

     Από το πρώτο βράδυ τον κοίταζε, λες κι ήθελε να ρουφήξει από κείνον, ό,τι τον περιβάλλει. Καθόντουσαν στο κρεβάτι. Έβλεπαν τη ταινία της σχέσης τους. «Αντώνη, γιατί πρέπει να χωρίσουμε; -Μα γιατί λες ότι θα χωρίσουμε. Θα βλεπόμαστε έτσι; -Ναι... θα βλεπόμαστε, πότε-πότε! Πάω μια βόλτα. –Να 'ρθω μαζί σου; -...», η ηρωΐδα του «Ξαφνικού Έρωτα» φεύγει, ο ήρωας την αναζητά κι η Βιτάλη σιγοψιθυρίζει «Έλα λίγο, μόνο για λίγο, ζω και ξαναζώ...». Είναι αγκαλιασμένοι. Φιλιούνται με πάθος. Της λέει: "Ω, Ξαφνικέ μου Έρωτα". Τον κοιτάζει. Τον λατρεύει. Το ξέρει.

     Περπατάνε στο δρόμο. Εκείνη σιωπηλή παρατηρεί τους μορφασμούς του προσώπου του. Εκείνος κοιτάζει μπροστά. Κάνει πως δε βλέπει, ότι τον κοιτά επίμονα, ερωτικά. Η Λυγεία της καρδιάς του, όπως είχε γράψει σ' ένα ποίημα του, είναι δική του και τη θέλει όσο τίποτα. Της κόβει ένα λουλούδι. Της το δίνει. Το παίρνει στα χέρια της, το βάζει στην αγκαλιά της. Της αρέσει. Του αρέσει που της αρέσει. Χαμογελά κι όλη η πόλη φωτίζεται απ' αυτό το χαμόγελο.

     Ακούνε μουσικές όταν κάνουν έρωτα. Μπάρι Γουάιτ στον πρώτο οργασμό. Μπίλυ Χολιντέι εκείνο το βράδυ μετά την εξομολόγηση. Του βάζει αγαπημένα της κομμάτια. Του μεταφράζει. Του αρέσει να τη βλέπει μελαγχολική, ερωτική, να σιγοτραγουδά κοιτάζοντας τον. Ο έρωτας είναι μουσική δωματίου...

     Ο Τζο τη θέλει παράφορα. Η Λυγεία τον κορνιζάρει στο μυαλό της, στη καρδιά της, στη ψυχή της. Θέλει να τον βλέπει κάθε μέρα παντού μπροστά της. Ένα πρόσωπο, ένα σώμα, ένας άνθρωπος. Ο Τζο κι η Λυγεία είναι ερωτευμένοι. Ο Τζο ζει με την αναπνοή της, η Λυγεία ζει με την αναπνοή του. Έρωτας θα 'ναι, Θεέ μου, θα την αγαπήσω σαν μούσα του Ελύτη με τον ερωτικό λόγο του Ρίτσου.

     Όταν σ' είδα να μπαίνεις στην αίθουσα αναμονής κάτι βρόντηξε μέσα μου. Λες να 'ναι το βλέμμα σου, το σχήμα των ματιών σου πάνω μου, η έκσταση στη κορύφωση αυτού του πρόσκαιρου αποχωρισμού;

     Θα βλέπω το αεροπλάνο να προσγειώνεται στον αεροδιάδρομο και θα σκέφτομαι την ηρωΐδα των διηγημάτων μου. Λυγεία τ' όνομά σου κι η καρδιά μου καρτερά τη ματιά σου, σε κείνο το απομεσήμερο της 'Ανοιξης.

     Παραδινόμαστε στον έρωτα γιατί μας αφήνει μια αίσθηση του άγνωστου. Από κει πέρα δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Τέλος. 

Τίποτα Δεν Είναι Αληθινό, Όλα Επιτρέπονται!

     Είμαστε καταδικασμένοι να διαπρέψουμε, να επιτύχουμε, να φανούμε αντάξιοι των υψηλών προσδοκιών μας, των ονείρων που κάνουμε κάθε βράδυ. Είμαστε μαγεμένοι από φαντάσματα αλλοτινών στιγμών. Οι τίτλοι του τέλους θα πέσουν για μας και τότε νικητές θα απογειωθούμε για ν' αγγίξουμε τα αστέρια.

    
Η τέχνη της ποίησης βρίσκεται παντού. Σε κάθε σοκάκι, σε κάθε μυστική γωνιά αυτού του κόσμου. Περπατάμε το μακρύ δρόμο και ζούμε αναπνέοντας το τέλος της απογύμνωσης. Η γύμνια του τέλους σύντροφος και οδηγός μας. Γιατί πρέπει να ζούμε ποιητικά και μετά να γράφουμε. Να αναπνέουμε και να οδηγούμε το χέρι μας σε άγνωστες κατευθύνσεις. Να συνθέτουμε μικρά παραληρήματα για μεγάλα πράγματα. Να φιλοτεχνούμε το θάνατο και την αγάπη, τη φιλία και τον έρωτα, το άγγιγμα ενός μικρού παιδιού και τη ματιά ενός γέροντα. Η ποίηση, ω! η ποίηση, η γυναίκα κι η ερωμένη του ανθρώπου, η αγαπημένη όλων μας, παρούσα εδώ σύντροφος κι οδηγός μας. Με τα βιβλία της υπό μάλης και τη φωνή της στα χείλια μας. Να τη τραγουδάμε και να την υμνούμε. Να τη μνημονεύουμε και να συνομιλούμε μαζί της. Γιατί, απλά, τίποτε δεν είναι αληθινό, όλα επιτρέπονται!
     Στην άκρη ενός μισοερειπωμένου κόσμου ένας γέροντας κάθεται σ' ένα χάλασμα, κρατά μια ξεθωριασμένη πένα και ένα κομμάτι φτηνό χαρτί και γράφει ακατάληπτα. Ο Ουίλλιαμ Σ. Μπάροουζ ήταν ο συγγραφέας που έγραφε ποιητικά για την εξαθλίωση των ονείρων του ανθρώπου. Στο μυστικό του ταξίδι στην Καζαμπλάνκα, εκείνο το σάπιο απομεσήμερο της άνοιξης του '59, συνάντησε στο μπαρ «Viva de la madre» τρεις παγκόσμιους φίλους του. Στα δεξιά του τραπεζιού με γερμένο το κεφάλι, λευκά μαλλιά και βρώμικα νύχια ο Οκτάβιο Παζ. Στη μέση της παρέας, με κορμοστασιά όλο χάρη, το καπέλο του στραβό, το κοστούμι του τακτοποιημένο, με την πίπα στο χέρι και το μπέρμπον στο στόμα, ο Τ.Σ. Έλιοτ. Στην ακρούλα του τραπεζιού μισολιπόθυμος από τη ζέστη και τη δυσωδία ένας κύριος ετών 53, κάπως αποχαυνωμένος θα λέγαμε κοίταζε την ώρα του.. Ο Γιώργος Σεφέρης. Όλοι τους γεννιούνται ξανά και ξανά ανάμεσα στους πληγωμένους γαλαξίες αυτού του κόσμου. Μέσα στις καύσιμες ρωγμές της ιστορίας, στους πανώριους στίχους που πάντα έγραφαν, περίμεναν τον συντονιστή τους.
     Κι ο Μπάροουζ που κρατούσε στα χέρια του την «Πέτρα του Ήλιου», την «Έρημη Χώρα» και την «Κίχλη», πήρε ένα ψαλίδι και με την αγαπημένη του τακτική, εκείνη του cut-up, τεμάχισε τους στίχους των βιβλίων. Και έκανε το δικό του πόνημα, στο οποίο ο Σεφέρης κρατά το μαστίγιο κι ο Παζ το καρότο και μιλάνε για πολιτική και για τη γυναίκα της διπλανής πόρτας με τον Έλιοτ, με μέντορα τους τον μεγάλο αιρετικό του 20ου αιώνα, τον Ουίλλιαμ Λη, ο οποίος σουτάροντας πρέζα, στον Τόπο των Κόκκινων Δρόμων, κλαίει από συγκίνηση, που κλαίνε από συγκίνηση, αυτοί που κλάψανε από συγκίνηση, διαβάζοντας το βιβλίο «Έρημη Πέτρα της Κίχλης». Στη συνέχεια έφυγαν όλοι τους από την πίσω πόρτα με τη σκόνη χιλίων χρόνων, άλλος για την Ταγγέρη, άλλος για το Λονδίνο, άλλος για την Πόλη του Μεξικό και άλλος για την Αθήνα.
     Και σε κάποιου ύφους ποιητικές διηγήσεις για την απόλυτη τέχνη του σύμπαντος κόσμου, καταλαβαίνω πως πρέπει ν’ αρχίσω τις προετοιμασίες για έναν πόλεμο που νόμιζα πως είχε τελειώσει. Ο χρόνος αναπηδά σα σπασμένη γραφομηχανή, με τον Βόρειο Άνεμο πάνω από τα ερείπια να φαντάζει ο Μεγάλος Αδελφός μου. Στους πληγωμένους γαλαξίες το μυαλό μου τσουρουφλισμένο από αστραπιαίες εκρήξεις, επιστρέφει στις κόκκινες νύχτες του Au Revoir ανάμεσα σε πολεμικές εικόνες και σαθρές σκέψεις.
     Σ' αυτά τα παιχνίδια αναφέρεται η επανάσταση της ποίησης. Κρατήστε αναμμένες στο σπίτι της φωτιές, αν και λαχταράν οι καρδιές, ένα μακρύ, μακρύ μονοπάτι απλώνεται μπροστά μας...

                              Η Επιστροφή της Λου
                                                                          το βράδυ απόψε είναι γλυκό
                                                                      στον κήπο ανθίζει νέο πάθος
                                                                   μια μέθη ωραία με πολιορκεί
                                                               ο άνεμος, της ορμής ψάλλει τον ύμνο
                                                                                     (Χάρης Βλαβιανός)

    
Κι είμαστε ακόμα ζωντανοί.. Παραμύθι χωρίς τέλος η ιστορία αυτή. Σα δάκρυ κύλησε κι εξατμίστηκε στο μάγουλο της. Μια πέτρα ράγισε από τα λόγια του στα αυτάκια της.
     Βράδυ Τετάρτης. Η ώρα έντεκα. Η Λου επέστρεψε στην αγκαλιά του. Η «Χαμένη Ιθάκη» έλαβε τέλος, το αλκοολούχο ταξίδι κάπου εδώ έφτασε στον τερματικό σταθμό. Αθήνα-Θεσσαλονίκη με ενδιάμεσο σταθμό Λιανοκλάδι και πορεία μέσα από τα βουνά και τα όμορφα πεύκα. Κάπως έτσι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια ερωτική ιστορία δυο ανθρώπων που ζούσαν επί δυο χρόνια στο τέλος του αδιεξόδου τους.
     Καθώς τον κοντοζύγωνε σε κείνο το ραντεβού εκείνος της έγραψε στα γρήγορα μια ποιητική ακροστιχίδα :

Mη ξαναφύγεις μακριά μου
Ούτε να το διανοηθείς αυτό
Υπέμεινα βάσανα πολλά

Ελλιπές το κενό σου
Λατρεμένο μου μουτράκι
Ελα τώρα εδώ σε περιμένω
Ισχνά τα χρόνια τα ενδιάμεσα
Ψυχανεμίστηκα μια άσπιλη ζωή
Ερινύες με τριγύρισαν και πάθη
Σώπα τώρα αγκάλιασε με!

     Καθώς τον πλησίαζε το έκρυψε στη μυστική φόδρα του σακακιού του. Υποπτεύθηκε ότι δεν έπρεπε να της το δείξει. Άλλωστε τον κούρασαν οι ερωτικές ιστορίες στο χαρτί. Οι ποιητικές εκλάμψεις του έρωτα, το μπανάλ της ποιότητάς τους. Τι θα της πρόσφερε αν της το έδειχνε; Όχι, λοιπόν, το αποφάσισε! Δε θα της ξαναγράψει, δε χρειάζεται άλλωστε. Τα λόγια γίνονται πράξεις και αυτές ξανά λόγια. Η μετουσίωση τους σε λέξεις στο λευκό χαρτί δεν είχε νόημα. Τον φίλησε. Τη φίλησε. Της έσφιξε το χέρι. Της ψιθύρισε στο αυτί «είσαι όμορφη». Του απάντησε κι εκείνη. Της ψιθύρισε στο άλλο αυτί «μη ξαναφύγεις μακριά μου/ ούτε να το διανοηθείς αυτό/ υπέμεινα βάσανα πολλά/ ελλιπές το κενό σου/ λατρεμένο μου μουτράκι/ έλα τώρα εδώ σε περιμένω/ ισχνά τα χρόνια τα ενδιάμεσα/ ψυχανεμίστηκα μια άσπιλη ζωή/ εριννύες με τριγύρισαν και πάθη/ σιώπα τώρα αγκάλιασε με». Ωραία λόγια του είπε. «Όντως δεν είναι ωραία;», της είπε. «Μη μου πεις ότι είναι δικά σου;». «Όχι, βέβαια» της αποκρίθηκε «αφού ξέρεις ότι έχω σταματήσει να γράφω από τότε που γύρισες». «Σ' αγαπώ, μωρό μου». «Κι εγώ!». «Μου έλειψες!».

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers