-

Dali &

-


-








.

--.


.

./.

 
 

 

Shelley Mary Wollstonecraft:

 Βιογραφικ

     λος ο κσμος της λογοτεχνας θα ξρει τη γυνακα που συνλαβε την ιδα για τον πιο εμβληματικ, δισημο και τρομακτικ ρωα στα χρονικ της λογοτεχνας τρμου. σως δεν υπρχει νθρωπος στο Δυτικ κσμο που δε γνωρζει την ιστορα του Φρανκενστιν και το σπουδαο μυθιστρημα της Μαρη Σλλε, της χαρισματικς αυτς γυνακας που μετ απ μια πρσκληση του λρδου Βρωνα, κποτε στην Ελβετα, υπγραψε το πιο ανατριχιαστικ βιβλο στον κσμο. Οι λεπτομρειες της ταραχδους ζω της ωστσο εξακολουθον να παραμνουν γνωστες ακμα και για τους πιο θερμος βιβλιοφγους και λγοι ξρουνε πως η πολυσυζητημνη αυτ συγγραφας ζησε μια πιο ντονη, παθιασμνη κι ερωτικ καθημεριντητα απ' τις περισστερες γυνακες της εποχς της.
    Η Μαρη Γουλστονκραφτ Σλλε (Mary Wollstonecraft Shelley) λοιπν γεννθηκε 30 Αυγοστου 1797 στο Λονδνο. τανε Βρεττανδα συγγραφας και σζυγος του ρομαντικο ποιητ Πρσι Σλλε, γνωστ για το μυθιστρημ της Φρανκενστιν ο Σγχρονος Προμηθας. Η Μαρη δεν ταν να κορτσι πως λα τα υπλοιπα, γιατ εχε τη τχη να γεννηθε απ λγιους γονες: το φιλσοφο κι αντιεξουσιαστ Ουλιαµ Γκντουιν (William Godwin, 1756-1936) και μητρα τη Μαρη Γουλστουνκραφτ (Mary Wollstonecraft, 1759-1797), πρωτοπρο του φεµινιστικο κινµατος και συγγραφα, που 'γραψε να απ τα πρτα εγχειρδια του φεμινισμο, τη Διεκδκηση των Δικαιωμτων της Γυνακας. Το αντισυμβατικ αυτ το ζευγρι που κντρα στις συμβσεις δεν παντρετηκε ποτ, δεν θελε η κρη τους να 'ναι απλς σζυγος και νοικοκυρ. Δυστυχς μως η μητρα της πθανε απ επιλχειο πυρετ 11 µρες µετ τη γννα, αφνοντας τον Γκντουιν µε τη νεογννητη Μαρη και τη 3χρονη Φνυ µλυ, που 'χε αποκτσει απ το 1ο γµο της και την ανατροφ της ανλαβε εξ ολοκλρου ο Γκντγουιν. Εκενος, αφο τακτοποησε κι εξδωσε το σνολο του ργου της, ξανανυμφετηκε το 1801, με τη Μαρη Κλαιρµν (Mary Clairmont, 1766-1841) φροντζοντας ωστσο να µεγαλσει τα κορτσια, εξασφαλζοντς τους µρφωση αδιανητη για γυνακες της εποχς τους.



     Οι σχσεις της Μαρης με τη μητρι της δεν ταν καλς. Εξαιτας της μλιστα δεν λαβε ποτ μια κανονικ εκπαδευση. βρισκε μως καταφγιο στη βιβλιοθκη και στις παρες του πατρα της. Εκε συνντησε τον νεαρ ποιητ Πρσι Σλλε. Απ μικρ, η Μαρη ζοσε σ' να περιβλλον που λμβαναν χρα φιλοσοφικς συζητσεις, μυθηκε στις ριζοσπαστικς ιδες, απκτησε κριτικ πνεμα -λλωστε η επιθυμα του πατρα της ταν να τη κνει να σκφτεται σαν τους φιλοσφους- κι ανατρφηκε με ελευθερες που δεν εχαν οι υπλοιπες γυνακες. Ο πατρας της, ταν η δια ταν 15 ετν, τη περιγραψε ως τολμηρ, αποφασιστικ και με κοφτερ μυαλ. Απκτησε λοιπν αυτοπεποθηση και τη σιγουρι μιας αυτοκρτειρας κι ο πατρας της τανε περφανος για κενη. Το 1ο ποημ της το δημοσευσε ταν ταν ακμα παιδ, το 1807, απ την εκδοτικ εταιρα που συνεργαζταν ο πατρας της.
     νθρωποι κρως πρωτοποριακο και με ριζοσπαστικς ιδες για την εποχ τους. Αυτ εχεν επακλουθο, να τη μεγαλσουν με διαφορετικος καννες απ τις υπλοιπες νεαρς κοπλες του καιρ της. Η μρφωση κι οι ελευθερες της δεν εχανε καμμα σχση μ' αυτς των λλων γυναικν. Ο 22χρονος ποιητς κι επσης αντιεξουσιαστς Πρσι Μπση Σλλε θαμαζε ιδιατερα τον Γκντγουιν και τον συντηροσε οικονομικ. Το 1812, ο Γκντγουιν την στειλε να μενει σ' να σπτι φλων, των Μπξτερς, στη Σκωτα. Εκε γνρισε κι ερωτετηκε τον Πρσι Σλλε, εκενος ερωτεεται τη κρη, ταν τανε μλις 16 ετν, γιατ την εχε δει που ξεχριζε στο σαλνι του πατρα της με το πνεμα της κι αυτ βλεπε στο πρσωπ του λα τα ιδανικ που εκπροσπευε ο πατρας της. Ο Σλλε αν κι εχε αριστοκρατικ καταγωγ, προτιμοσε να διαχωριστε απ την οικογνει του. Επιθυμα του ταν να μοιρσει μεγλο μρος της περιουσας του στους φτωχος. Οι γονες του προκειμνου ν' αποφγουν ττοιου εδους σπατλες, δεν του δνανε χρματα. Αναγκζεται, λοιπν, να σταματσει να χρηματοδοτε τον Γκντγουιν, που δυσαρεστθηκε ταν το 'μαθε. Η απφασ του να φγει μαζ με τη κρη του Γκντγουιν στην Ευρπη, σαφς χειροτρεψε τη κατσταση.



     Πργµατι, η Μαρη κυνγησε τον ρωτα, µ' να τρπο που υπερκλυπτε τη σηµασα του µεγαλειδους αυτο συναισθµατος, στον σµπαν των ροµαντικν. Γι' αυτος, ο ρωτας δεν ταν απλ εκδλωση κρατου πθους, πως στην αρνητικ θεολογα µια µερδας αριστοκρατν, που οι σεξουαλικο περιορισµο του χριστιανισµο τους προκαλοσανε δυσφορα, οτε να µσον αναζτησης του θεο -ρα εκµηδνισης του ρωτα- πως στους νοµοταγες χριστιανος. Γι' αυτος ταν η απλυτη απντηση στην δια τη περιπλοκ της ανθρπινης παρξης. Καμµι κλαση, σο γρυπνη κι αν στηντανε γρω στον νθρωπο, δεν εχε σηµασα, αν πριν και µετ απ' αυτν υπρχε ο ρωτας. Η διαυγστερη διατπωση αυτο του αξιµατος βρσκεται στο Σολωµ, στο στιχκι της Φαρµακωµνης, "...κι λα ο θνατος τα λει... κι λα ο ρωτας τα λει" χι παραποιντας τον µεγλο ποιητ, αλλ παρνοντας το δρµο που µε χλια δχτυλα-λξεις µας δεχνει. Η απλυτη απντηση στη περιπλοκ της παρξης, που τσο βαθι βωσε η Μαρη εναι µια διπλοβελονι: το υφαντ της ζως δεν πρκειται να σταθε πνω στο πετσ µας αν η βελνα δεν επιστρψει απ την ανποδη, φρνοντας µαζ της πτε το εδωλο του θαντου και πτε το εδωλο του ρωτα. ρωτας-θνατος-ρωτας-θνατος-ρωτας... Να πως πει η βελονι.



     Ο κµης µπολι ερωτεεται και πεθανει µες στον ρωτα που γενν το εδωλ του, στη γυνακα που αγπησε, η οποα πρπει να σκοτσει τον ρωτ της για το εδωλο, προκειµνου να ζωντανψει τον ρωτ της για το αυθεντικ, που κι αυτ, ωστσο, δεν ταν παρ να εδωλο του ειδλου. Τ εναι αυτ που οδηγε την Αδαλνδα στην επιλογ της; Πς µπορε να εναι ββαιη για τη πραγµατικτητα που επιλγει; Φυσικ, την οδηγε η σταθερτητα του συναισθµατς της, απναντι στην αστθεια του αντικειµνου του. ποιος κι αν εναι στη πραγµατικτητα αυτς που αγπησε, σηµασα χει η αλθεια του συναισθµατς της. Μσα σ' αυτ την αλθεια διενεργεται η δια η κατασκευ του ρωτα ως αυθεντικτητας. Αν ο σφετεριστς δεν εχε προβε σ' ενργειες αντθετες προς το φανταστικ εραστ της, δεν θα κινοσε τις υποψες της. Ο λλος εναι ο πραγµατικς εραστς επειδ δεν συγκροεται µε το φανταστικ που εξθρεψε σο καιρν απουσαζε. Πσοι θνατοι λανθνουν σ' αυτ τον ρωτα; Τσοι σοι δεν θα επτρεπαν σως τη δηµοσευση του διηγµατος. Μα τανε καλ κρυµµνοι κι τσι το διγηµα δηµοσιεθηκε.
     Ο διδοχος των Μοντλφο ανογεται προς τον ρωτα µνο µσω του θαντου της µητρας του. Η επιλογ ενς κοριτσιο που χρειζεται βοθεια εναι δη µια πατροκτονα. Μα δεν πρκειται να διαπιστσει Την Αλθεια των συναισθηµτων του, παρ µνον ταν ο πατρας επιχειρσει να σκοτσει για 2η φορ τη µητρα µ' ναν ακµη εξευτελισµ. Εδ ως να βαθµ, το κντρο βρους θα µεταφερθε στην ερωµνη, που αρνεται πεισµατικ να ενδσει στις επιθυµες του πατρα. Η δια η Μαρη γνριζε καλ αυτ τη διαλεκτικ σγκρουση. Ο πατρας της θα µενε χωρς πνευµατικ διδοχο, αν ο Πρσυ Σλλε νυμφευτανε τη χωριατοπολα του, τη Μαρη, που δεν ταν λλη -για τον Γκντουιν- απ την αδικοχαµνη Γουλστουνκραφτ. Το απροσδκητο σθνος της χωριατοπολας θα µεταβλει τον ρωτα σε πατροκτονα. Ο πατρας του Λουδοβκου θα πεθνει απ το χρι της νφης του, πως ο πατρας της Μαρης θα πεθνει απ το χρι της συγγραφα. τσι το διγηµα θα µενει ανκδοτο.



     Η αντδραση του πατρα της, ταν σχημη γιατ ο Σλλε ταν δη γγαμος με τη Χριετ Ουστµπρουκ (Harriet Westbrook), ταν δη γκυος, αλλ ο γµος τους αντιµετπιζε προβλµατα. Ο Πρσυ στις 17 Ιουλου 1814, τη κλβει στη Γαλλα, πως εχε κνει πριν 3 χρνια µε τη Χριετ. Η Μαρη αποφασζει να φγει με τον εραστ και τη ξαδλφη της για τη Γαλλα, χωρς την ευχ του πατρα. Σμφωνα με τα λεγμεν της, αυτ το ταξδι ταν αρχικ η ενσρκωση του ρομαντισμο. Η οικονομικ δυσχρεια, μως, τους αναγκζει να επιστρψουνε πσω μετ λγους μνες. Λγο πριν επιστρψουνε στην Αγγλα, η Μαρη ανακαλπτει τι ταν γκυος.
     ταν επστρεψαν,µετ απ µερικς εβδοµδες, διαπστωσαν πως ο Γκντουιν ταν ξαλλος µε το γεγονς, παρ τη δεδηλωµνες απψεις του για την ελεθερη κφραση του ρωτα. Αρνεται να τους βοηθσει, στση που αιφνιδιζει το ζευγρι. Ο Γκντγουιν θελε μ' αυτν τη συμπεριφορ -κντρα στις αρχς που εκπροσωποσε- να συνετσει τη παρορμητικ κρη. Εκενη, δυστυχς, γενν πρωρα και χνει το παιδ. μως αναρρνει και μσα σε μικρ χρονικ διστημα ξαναμνει γκυος. Ο Σλλε κληρονομε τον παππο του και τα οικονομικ τους εναι πλον εξαιρετικ καλ. Λγους μνες αργτερα, ρχεται στον κσμο ο γιος τους, Ουλλιαμ. Η Μαρη δθηκε ολοκληρωτικ στον Πρσυ και δεν φνηκε να µετανινει ακµα κι ταν συνειδητοποησε πως η ζω µαζ του κθε λλο παρ εκολη ταν. Ο Πρσυ απ την λλη, κανε πρξη τις απψεις του πεθερο του για τον ελεθερο ρωτα, αλλ το πθος του για την Μαρη ταν ακατβλητο. Τα χρνια που πρασε κοντ της ταν τα δηµιουργικτερα της ζως του.



     Το καλοκαρι του 1816 νοικιζουν μια βλα στην Ελβετα, που φιλοξενονε τον φλο τους κι εραστ της αδελφς της Μαρης, απ το 2ο γμο του πατρας της Τζην Κλαιρμν (Jane Clairmont, 1798-1897), τον Λρδο Βρωνα (George Gordon Noel Byron, 1788-1824). Λγω των συχνν βροχοπτσεων αναγκζονται να κλειστον μσα στο σπτι και για να περσει η ρα παζουνε διφορα παιχνδια. Κποιο βρδυ, ο Βρωνας προτενει να γρψει ο καθνας τους μια τρομακτικ ιστορα. τσι, λοιπν, καθνας ξεκιν να συνθτειτη δικ του σκοτειν αφγηση -παραδξως, οι δο διακεκριμνοι τεχντες του λγου καταπιστηκαν με λιγτερο ζλο απ τους συντρφους τους. Ο Πρσι προσπθησε μταια να επικαλεστε μια παιδικ του ανμνηση ως κασιμο για την μπνευσ του -γργορα τα παρτησε. Ο Βρων δημιοργησε να αρχτυπο γοτθικς λογοτεχνας βουτηγμνο στο υπερφυσικ και μακβριο -τον Μνφρεντ.
     Η Μαρη, περνντας πολλς νχτες υπνη, ακογοντας ωστσο συνεχς τους 2 ποιητς να μιλον για φαντσματα και βρυκλακες, αποφσισε πως δεν εχε αρκετ μπνευση για να γρψει κτι αντξιο του τρομακτικο και τερατδους. Ττε ταν, μως, που σπθισε μσα της το ελχιστο ηλεκτρικ φορτο που χρειζεται για να φλογσει η γαλβανικ μπαταρα που θα δσει υπσταση -ζω- σε μια μορφη ως τρα παρξη. Απ μιας μρας, τυχαα, ρχισαν να συζητνε για τη πιθαντητα ο ηλεκτρισμς να επαναφρει ναν νθρωπο στη ζω. Με τον τρπο αυτ, υπ την επιταγ ενς παιχνιδιο μεταξ φλων και μιας τυχαας κουβντας, γεννθηκε ο Σγχρονος Προμηθας, Φρανκενστιν (Frankenstein or, The Modern Prometheus). Το ργο ολοκληρθηκε το 1817 και εκδθηκε το 1818. Στα επμενα 8 χρνια, οι Πρσι, Βρων και Τζον Πολιντρι θα 'ναι νεκρο. Εναι ωστσο η συνντηση των προσπων αυτν σε μια ξλινη βλα της Ελβετας, το καλοκαρι του 1816, που γννησε κποιες απ τις σημαντικτερες ιστορες της μοντρνας λογοτεχνας του τρμου. Κι λα, για να παιχνδι του λρδου Βρωνα.



     Τον Σεπτµβρη, επιστρφοντας στην Αγγλα, δχθηκαν 2 οδυνηρτατα χτυπµατα. Η οµοµτρια αδελφ της Μαρης, Φνυ νλυ (Fanny Inley), φυγε απ το σπτι των Γκντουιν κι δωσε τλος στην ζω της στο δωµτιο ενς µακρινο πανδοχεου. Μερικς εβδοµδες αργτερα, η 1η σζυγος του Πρσυ πνγηκε στο Χιντ Παρκ. ταν γκυος και δεν ντεξε την εγκατλειψη. Η Μαρη κι ο Σλλε παντρεονται στις 30 Δεκμβρη 1816, χοντας δη 2 χρνια εξωσυζυγικς σχσης. Επειδ η σζυγος του Σλλε εχε αυτοκτονσει, για να πρει τη κηδεμονα των παιδιν τους, πρεπε εκενος να επιδεξει το κατλληλο θος. Θεωρε λοιπν, τι ο γμος τους θα 'χε το θεμιτ αποτλεσμα. Χνει τη κηδεμονα, αλλ η Μαρη ρχεται και πλι κοντ με τον πατρα της.
     Τα επµενα χρνια, η οικογνεια Σλλε µεγλωσε καθς γεννηθκανε τα παιδι τους, που προστθηκε κι η κρη της Τζην Κλαιρµν απ τον Μπιρον. Ωστσο οι µετακινσεις τους ταν αδικοπες, πρτα στην Αγγλα κι στερα στην Ιταλα. Η Μαρη εδε τον γιο της Ουλιαµ να πεθανει στην Ρµη κι χασε να ακµη νεογννητο κορτσι. Ττε διαχρισε τις απψεις της απ' τις απψεις του Πρσυ κι η σχση τους σκιστηκε. στερα, η Τζιν Κλαιρµν µαθε πως η κρη της πθανε στη µοναστικ σχολ που την εχε στελει ο Μπιρον. µως η  γννηση του Πρσυ Φλρενς Σλλε (Percy Florence Shelley, 1819-1889) την αποζηµωσε για τα πλγµατα που εχε δεχθε. Για µιαν ακµη φορ η οικογνεια µετακινεται, στο Λερτσι αυτ τη φορ, κοντ στη Λα Σπτζια της Ιταλας. Το 1818, η κρη τους πεθανει κι ακολουθε να χρνο μετ κι ο γιος τους, εν η Μαρη πφτει σε βαρει κατθλιψη κι αποβλλει το 3ο τους παιδ που κυοφορε. Κινδυνεει, μλιστα, να πεθνει απ αιμορραγα και τη σζει ο Σλλευ, βζοντς τη μσα στη μπανιρα γεμτη πγο, ο γιατρς επε αργτερα τι αν δεν εχε δρσει ακαριαα, θα 'χε πεθνει.



     Η απλεια των παιδιν τους απομακρνει το λλοτε ερωτευμνο ζευγρι. Ο ρωτας πια δεν εναι αρκετς για να γιατρψει τις πληγς τους. Ο Σλλευ αρχζει να φλερτρει με διφορες γυνακες κι η Μαρη βλπει διφορους φλους της. νας απ' αυτος εναι ο Αλξανδρος Μαυροκορδτος. Γνωρζονται στη Πζα, εν εκενη εναι με τον σζυγ της, κι ρχονται πολ κοντ. Ο Σλλευ τον ενημερνει πως η Μαρη θλει να μθει την ελληνικ γλσσα κι εκενος προθυμοποιεται να τη διδξει. Εκενος εκτιμ τον Μαυροκορδτο και του αφιερνει το ποημ του, Ελλς. Ωστσο σε κποιες επιστολς του προς εκενον, μιλ αρνητικ, καθς ενοχλεται απ τη στεν σχση που 'χει μαζ της: "Ο λληνας πργκηπας ρχεται μερικς φορς κι ενοχλομαι με τον εαυτ μου που αντιδρ τσο σχημα. Πς γνεται νας τσο συμπαθητικς, ικανς και φιλικς νθρωπος να μη μου 'ναι συμπαθς". Ο Μαυροκορδτος φεγει για την Ελλδα, ο Σλλε γρφει: "να πλοο ρθε να πρει τον λληνα πργκηπα, για να πει στον στρατ στον Μορι. Εναι μεγλη απλεια για τη Μαρη και μνον επειδ τη στενοχωρε, εναι μεγλη απλεια και για μνα. Αλλ χι για κποιον λλο λγο".



     Το καλοκαρι του 1822 τη περιμνει μια ακμα τραγωδα. Ο Σλλε πνγεται στ' ανοιχτ του Λιβρνο, που εχε πει για ιστιοπλοα μ' να φλο του -στη τσπη του εχε να βιβλο μ' ργα του Σοφοκλ. Εκενη συγκλονζεται, απστευτα πολ. Αποφασζει ν' αφοσιωθε ολοκληρωτικ ολψυχα στο γιο τους, Πρσι. Eπιστρφουν μαζ στο Λονδνο κι εκενη συνεχζει να εργζεται ως συγγραφας. Η επιτυχα της δεν αργε, αν και καννα της βιβλο δεν μπρεσε ποτ να φτσει τον Φρανκενστιν εν προσπαθε να προωθσει και τη δουλει του αδικοχαμνου συζγου της. Αναλαμβνει τα ξοδα το παιδιο της γιατ αν δεχταν τη βοθεια που της προσφερε ο πατρας του Σλλε, θα αναλμβανε τη κηδεμονα του γιου της, κποιος μπιστς του. Η Μαρη γνωρζει μεγλη επιτυχα κι απ τα κρδη της καταφρνει να συντηρσει και τον πατρα της. Αρνεται λες τις προτσεις γμου ακμα κι απ τον Αμερικαν ηθοποι Τζον Χουαρντ Πιν. Του απαντ πως αφο εχε παντρευτε δη μια ιδιοφυα, μποροσε να ξαναπαντρευτε μνο μιαν λλη ιδιοφυα. 4 µυθιστορµατα κι αρκετ διηγµατα δεν κατφεραν να ξεφγουν απ τη φµη του Φρανκενστιν, παρ' λη την δναµη της γραφς τους. Ωστσο το πρωτοποριακ µυθιστρηµα επιστηµονικς φαντασας Ο Τελευταος νθρωπος (The Last Man) θεωρεται το σηµαντικτερο βιβλο της.



     Η συγγραφας με τη περιπετειδη ζω, φυγε απ τη ζω τη 1η Φλεβρη 1851, στα 54 της, στερα απ χρνια ταλαιπωρας με ασθνειες. Υπρχαν υποψες απ τον προσωπικ της ιατρ πως εχεν γκο στον εγκφαλο. να χρνο μετ απ τον θνατ της, ο γιος της νοιξε το κουτ που 'χε πντα στο γραφεο της. Μσα βρκε τοφες μαλλιν απ τα νεκρ παιδι της. Βρκε επσης, σημειωματριο που διατηροσε με τον Σλλε, να αντγραφο του ποιματς του δωνις κι να μεταξωτ μαντλι, που μσα του εχε τυλξει τη μοναδικ αγπη της -λγες απ' τις στχτες του ντρα της.



ΕΡΓΑ ΤΗΣ:

Φρανκενστιν ο Σγχρονος Προμηθας (Frankenstein: or, The Modern Prometheus), (1818)
Η Βαλπργκα (Valperga), 1823
Ο τελευταος νθρωπος, (The Last Man), 1826
Φκνερ (Falkner), 1837
Ημερολγιο ενς ταξιδιο ξι εβδομδων (Journal of a Six Weeks’ Tour), 1814 για να ταξδι με τον Σλλε.



====================


                                  Ο ∆ιδοχος Των Μοντλφο

     (The Heir Οf Mondolfo) Γρφτηκε αρχς τις 10ετας του 1820. µεινε αδηµοσευτο µχρι το 1877, πολ µετ τον θνατ της.

     Σε µιαν µορφη κι γρια περιοχ λγο ξω απ το Σορντο -τον καιρ που το βασλειο της Νεπολης βρισκταν υπ τη κυριαρχα του οκου των Ανζο, (Το βασλειο της Νπολι, που προκυψε απ τη διαρεση του Βασιλεου της Σικελας, το 1282, βρισκταν υπ το σκπτρο της γαλλικς δυναστεας των Ανζο µχρι το 1442), ζοσε νας τοπικς ρχοντας που ξεπερνοσε κατ πολ κθε γετον του σε δναµη και πλοτο. Το κστρο του -ακρπολη σωστ- το χτισµνο σε µιαν αετοφωλι που ατνιζε τη γλυκει, καταγλανη Μεσγειο. σοι απ' τους γρω λφους δεν τανε σκεπασµνοι µε βελανιδις, καµαρνανε για τα λιδεντρα και τα αµπλια τους. Εναι πολ αµφβολο αν υπρξε ποτ κτω απ τον λιο τπος πιο προικισµνος απ τη φση. Αν τχαινε κανες να περν απγευµα το προ δισελο κτω απ τον αγρωχο βρχο του κστρου που 'φερε τ' νοµα Μοντλφο, θα φανταζτανε σγουρα πως πσω απ κενα τα πανµορφα τεχη, που ορθνονταν περφανα µπρος στη µαγεα της φσης, βασλευε λη του κσµου η ευτυχα. Αν µως τχαινε κενη τη στιγµ να βγανει απ τη πλη ο ρχοντας, το δχως λλο θα απογοητευτανε βλποντας τη κατφεια να βασιλεει στο µτωπ του και θ' ρχιζε ν' αναρωτιται πς µπορε να χαραχτε τσο παραστατικ η πλη των παθν σε πρσωπο ανθρπου.
     Ακµη πιο αξιολπητη ταν η µορφ της αρχντισσας, η οποα -ρµαιο των αχαλνωτων διαθσεων του συζγου της- υπφερε αγγγυστα τους χειρτερους εξευτελισµος, χοντας προ πολλο περσει εκενο το στδιο παρατησης, που οι ασεβες εξκαυσαν θυµν οργς κι ανεπασαντο κατκοποι τω σµατι. (Βιβλον Ιβ, 3.17) Ο πργκηπας Μοντλφο νυμφετηκε πολ νος πριγκπισσα απ το βασιλικ οκο της Σικελας, που πθανε εν γεννοσε τον µοναδικ γιο τους. Μετ απ πολ καιρ κι αφο ταξδεψε αρκετ στα βασλεια της νοτου Ιταλας, επστρεψε στο κστρο του και νυμφετηκε. Ο τρπος οµιλας της νας συζγου δλωνε κατηγορηµατικ πως τανε Φλωρεντιν. Σµφωνα µε τη πλον αποδεκτ εκδοχ, τη πρε απ ρωτα, µα στερα τη µσησε, γιατ εναντιθηκε στα µεγαλεπβολα σχδι του. Εκενη υπφερε τα πνδεινα για χρη του µοναδικο παιδιο της, ενς γιου που γεννθηκε παρ τη θληση του πατρα του.
     Ωστσο, επρκειτο περ ενς εξαιρετικ πνευµατδους και τολµηρο αγοριο. Μεγλωσε βλποντας τον επηρµνο πργκηπα να συµπεριφρεται µε σκαι τρπο στη µητρα του και κποτε αποφσισε να µεταβληθε σ' υπερασπιστ της: τλµησε να αντιτξει τη παιδικ ανδρεα του στην οργ του πατρα. Φυσικ, δεν κατρθωσε παρ να γνει αντικεµενο της πατρικς αποστροφς. Οι ταπεινσεις τον πληξαν η µια πσω απ' την λλη, οι υποτελες τονε περιφρονσανε, τα χυδαα υποκεµενα αστειευτκανε σε βρος του κι ο διος του ο αδελφς του αµφισβτησε την εξ αµατος συγγνει τους. Πλην µως στις φλβες του τρεχε το αµα των Μοντλφο, που -παρ την εκλεπτυσµνη νταση που 'χε κληρονοµσει απ την ρεµη ιδιοσυγκρασα της Ισαβλλας, βραζε απ θυµ για την αδικα, που θµα της εχε καταντσει ο διος. Μυριδες σαν οι φορς που φησε το πληγωµνο πνεµα του να ξεσπσει σε δριµτατα παρπονα ενπιον της µητρας.
     Αντιλαµβανµενος µλιστα πως η υγεα της αρχντισσας πγαινε απ το κακ στο χειρτερο, καλλιεργοσε κρυφ την ιδα να εγκαταλεψει το πατρικ κστρο µετ τον θνατ της και να µεταβληθε σε περιπλανµενο µισθοφρο.  τανε δεκατριν ετν. Το µητρικ νστικτο της αρχντισσας Ισαβλλας διεδε το σχδι του και τη στιγµ που ψυχορραγοσε, τον βαλε να της ορκιστε πως δεν θα εγκατλειπε τη πατρικ σκπη πριν φτσει στην ηλικα των εκοσι. Η καρδι της µτωνε στην ιδα πως τα δειν που υπφερε κενη τσο καιρ θα 'βρσκανε τρα καινοργιο θµα στο πρσωπο του γιου της, µως ακµη µεγαλτερη στενοχρια -τρµο πραγµατικ-δηµιουργοσε στη πντα δραστρια φαντασα της η µελλοντικ εικνα ενς παιδιο απελπισµνου, µνου, αβοθητου, εκτεθειµνου στις ακρτητες των λοιµν και των καταποντισµν κι ακµη-ακµη αντιµτωπου µε τους πειρασµος, που µχρι κενη τη στιγµ εχε κατορθσει σαν µητρα να τονε προφυλξει. Απσπασε λοιπν αυτν τον ρκο και παρδωσε το πνεµα της ικανοποιηµνη, µε τη πεποθηση πως ο γιος της θα τον τηροσε. Μνο κενη γνριζε πραγµατικ την αξα του Λουδοβκου. Εχε ερευνσει προσεκτικ κτω απ το σκληρ προσωπεο του κι εχε εντοπσει την πλοσια πηγ εντιµτητας και στοργικτητας, που κρυβτανε σαν πολτιµη φλβα στην ευασθητη καρδι του.
     Ο Φερννδος µισοσε τον γιο του. Μα κι εκενος, απ τη κονια του δη, εχε αναπτξει να ισχυρ συνασθηµα αντιπθειας για τον γονι του, συνασθηµα που χι µνο δεν συνντησε τον παραµικρ περιορισµ, αλλ' αντθετα αποκτοσε µρα µε τη µρα λο και βαθτερες ρζες, σπου ακµη και το πιο αθο παρπτωµα καταντοσε πραγµατικ γκληµα για κενον. να κποιο σστηµα ρνησης κι εξγερσης δωσε µορφ σε ,τι µοχθηρ κρυβε ο χαρακτρας του νου κι ενπνευσε στον πατρα του την εντοντερη βδελυγµα. τσι, ο Λουδοβκος µεγλωσε µαθανοντας να µισε και να µισεται. Πατρας και γιος συµπορεονταν, παρ τις διαφορετικς θσεις τους: ο κριος κι ο δολος, ο καταπιεστς κι ο καταπιεζµενος, ο νας πντα τοιµος να επιβληθε µε τη δναµη του κακο κι ο λλος διαρκς τοιµος να εξεγερθε ενντια και στη παραµικρ υπνοια τυραννας.
     Μετ τον θνατο της µητρας, ο χαρακτρας του Λουδοβκου λλαξε ρδην.
Το χαµγελο που καταγαζε συχν την ψη του σαν λιος, δεν λαµψε ποτ πια. Η καχυποψα, η επιθετικτητα και το παρλογο πεσµα κυριαρχοσανε στο ψυχικ του κσµο. Θεωροσε τον πατρα του ικαν για το χειρτερο, υπµενε µ' αυτ το χειρτερο και καρτεροσε τη µρα που δεν θα τανε πια υποχρεωµνος να τηρε τον ιερ ρκο, εκτρφοντας στο µεταξ µσα του κθε εδος θυµο κι εκδικητικο συναισθµατος, σπου η κοπα της οργς δειχνε τοιµη να ξεχειλσει. ∆εν τον αγαποσε κανες και δεν αγαποσε κανναν, τσι που κθε καλ χαρακτηριστικ του εξανεµστηκε τουλχιστον αποκοιµθηκε µ'  ελχιστες µηδενικς πιθαντητες να ξυπνσει κποτε.
     Ο πατρας του τονε προριζε για την απκτηση κποιας σηµαντικς θσης στην εκκλησιαστικ ιεραρχα κι ο Λουδοβκος, µχρι τα δεκξι φοροσε ρσα. Η περοδος αυτ πρασε ανεπιστρεπτ. Ο νος βαλε τη φορεσι του ιππτη κενης της εποχς κι οτε λγο οτε πολ δλωσε στον πατρα του πως δεν θα ικανοποιοσε την επιθυµα του, πως θα αφιερωντανε στα πλα και τις στρατιωτικς επιχειρσεις. Η ανταρσα του αντιµετωπστηκε µε απειλς, φυλκιση και τλος ατµωση, µα κενος επµεινε σθεναρ, σπου η βοληση του αλαζνα Φερννδου  υποχρησε  µπρος στη κατ  πολ ανθεκτικτερη βοληση του νεανα.  Ττε τανε που η πατρικ αποστροφ µεταµορφθηκε σε πραγµατικ µσος, να µσος που εκφρστηκε µε τον παραστατικτερο τρπο, ξεσπντας στη κεφαλ του Λουδοβκου. Το αγρι ανταπδωσε κι οι θεατς εκενης της δινεξης φοβθηκαν πως απ τη στιγµ που ο Φερννδος συρε το ξφος του κι ο οπλος Λουδοβκος πρε θση µχης, θα ξσπαγε πραγµατικς πλεµος.
     Ο Φερννδος αντιλφθηκε την παρφορη αγριτητα που καραδοκοσε στο βλµµα του γιου του και σκφτηκε πως σε ττοιου εδους προσωπικς αντιπαραθσεις η νκη προτιµ χι τον πιο δυνατ αλλ τον πιο αποφασισµνο και τολµηρ. Η αλθεια εναι πως δεν θελε οτε να θσει την ζω του σε κνδυνο, οτε να χσει µε το διο του το χρι το αµα του γιου του. Απ την λλη, ο Λουδοβκος µε την αποφασιστικτητα του αµυνοµνου, δεν επρκειτο να υπολογσει τις συνπειες της σγκρουσης. Θα πλευε µχρι τελικς πτσης. Αυτ η ακατβλητη αποφασιστικτητα του εξασφλιζε σαφστατη υπεροχ ναντι του πατρς. Εκενος τη διαισθνθηκε και δεν τη ξχασε ποτ.
     Απ ττε, η στση του απναντι στο γιο του λλαξε. ∆εν τον απειλοσε, δεν τονε φυλκιζε, δεν τον εξευτλιζε πια. λα τα παραπνω ταιριζανε σε παιδ και τρα ο πργκηπας νιωθε πως εχε να κνει µε ντρα. Ως εκ τοτου φρντιζε να συµπεριφρεται αναλγως. Ο γιος, απ τη πλευρ του, κρδισε ουκ ολγα, γιατ πολ σντοµα κατφερε να εξασφαλσει κενα τα στηργµατα, που η περα, η δεξιτητα κι η ανατροφ του στο περιβλλον της Αυλς, φυσικ, προσφρουν σ' να θερµαιµο νο, τοιµο πντα να εξεγερθε ενντια σε κθε προσπθεια προσβολς της προσωπικτητς του, µη αναγνωρζοντας, µα οτε και διακρνοντας, λλον λεπττερο τρπο αντδρασης. Ο Φερννδος λπιζε να οδηγσει τον γιο του στην απελπισα. βαλε κατασκπους να τον ακολουθνε παντο, πλρωσε τοµα για να τονε παρασρουνε σε εγκληµατικς ενργειες και δηµιοργησε να τερστιο µηχανισµ περιορισµν κι αθλων εµποδων, ελπζοντας πως θα τον αποκψει απ κθε δυναττητα απαλλαγς απ τη τσο ανυπφορη κι εξευτελιστικ σκλαβι του. Η τρηση του ρκου προς τη µητρα, σωσε τον νο. Η προσλωση σ' ναν ιερ σκοπ του 'δωσε χρνο να µθει ν' αντιλαµβνεται και να ερµηνεει τις σκψεις και τις διαθσεις των λλων. Εδε την εξουσα του πατρα του να διαβρνει τα πντα κι η καρδι του επανασττησε.
     ταν πια δεκαοχτ ετν. Η ειδεχθς µεταχεριση που δεχτανε κι ο συνεχς αγνας του για υποµον και σταθερτητα, τον εχανε κνει σωστ ντρα στην εµφνιση. τανε ψηλς, καλοκαµωµνος κι αθλητικς. Η κφραση του προσπου του δειχνε µλλον δυναµισµ παρ χρη. Οι τρποι του χαρακτηρζονταν απ αλαζονεα κι επιφυλακτικτητα. Η µρφωσ του δεν ταν ιδιατερα σηµαντικ, αφο ο πατρας δεν φρντισε σχετικ. Η ιππασα κι η οπλοµαχα αποτελοσανε τον µικρ κατλογο των επιδσεν του. Απεχθαντανε τα βιβλα, δεδοµνου ,τι σαν να εδος εµβλµατος του κσµου των ιερωµνων. Απφευγε οτιδποτε κι οποιονδποτε θα µποροσε να 'χει ρθει σ' επαφ µε την Εκκλησα. Τα χαρακτηριστικ του σαντε σκοτειν. Η µακροχρνια ψυχικ ταλαιπωρα εχε απλσει πνω τους µια υποκτρινη σκι. Το κποτε ρεµο βλµµα του εχε πρει µια δαιµονιακ λµψη. Τα χελη του, πλασµνα για να εκφρζουνε τρυφερτητα, ταν απ συνθεια µνιµα συσπειρωµνα σε µιαν οργλη γραµµ. Τα κατµαυρα µαλλι του κατβαιναν ορµητικ µε πυκνος βοστρχους µχρι τους µους, συµπληρνοντας το αγριωπ µα επιβλητικ παρουσιαστικ του.
     τανε χειµνας κι ρχιζαν οι απολασεις του κυνηγου. Κθε πρω, οι κυνηγο σχηµτιζαν οµδες και ρχνονταν πσω απ τ' αγριογορουνα και τα ελφια που ξετρυπνανε τα σκυλι στις ερηµις των Απενννων. Το κυνγι ταν το µοναδικ πργµα που απολµβανε πραγµατικ. Η καταδωξη των θηραµτων του χριζε µιαν απραντη ασθηση ελευθερας. Ανβαινε στο περφανο τι του, το σπιρονιζε να καλπσει µ' λη του την ορµ και το αµα χρευε στις φλβες του, το βλµµα του λαµπε απ κσταση καθς παρακολουθοσε το γερκι του να διαγρφει κκλους ψηλ στον ουραν. Ττε σχηµατιζτανε στο πρσωπ του χαµγελο ανοµολγητης αποστροφς και χιµοσε σ' να µοναχικ αγνα κυριαρχας επ των θηραµτων, προσπερνντας τους ψετικους φλους και τους φανερος βασανιστς του.
     Η απλωσι στους πρποδες του Βεζοβιου κι οι γρω λφοι εχανε γυµνωθε απ την επιδρομ του χειµνα. Το ποτµι κυλοσε ορµητικ και το βουητ του σµιγε µε τα γαυγσµατα των σκυλιν και την οχλοβο των κυνηγν. Η θλασσα, κατασκτεινη κτω απ τον φορτωµνο ουραν, δερντανε θρηνητικ στα βρχια της ακτς και τα πουλι απαντοσανε σε κενο το θρνο µε διαπεραστικος στεναγµος. νας αποπνικτικς σιρκος περιφερτανε στην υγρ και ψυχρ ατµσφαιρα. Ο νεµος αυτς µοιζει να ερεθζει και να καταβλει παρλληλα τον ανθρπινο νου. Τονε παρακινε σε σκψεις, µα τις γεµζει µε σκοτεινς πινελις στο χρµα του ουρανο. Ο Λουδοβκος το 'νιωσε. Ωστσο, προσπθησε να επιβληθε στη βαρει διθεσ, που τονε γµιζε ο στενκαρδος αρας. Η θερµοκρασα µεταβλθηκε καθς προχωροσε η µρα. Τα βαρι σννεφα αναλθηκαν σ' φθονο χινι. στερα ο ουρανς νοιξε κι ακολοθησε η αιχµηρ επιδροµ του πγου. Η ψη του γης λλαξε. Τρα τανε σκεπασµνη, µχρι και το τελευταο γυµν κλαδ, εκτυφλωτικ, απτητο, κατλευκο χινι.
     Απ νωρς το πρω εχανε στρσει στο κυνγι να ελφι, Κλπαζαν πσω του λη µρα, στους πρποδες των λφων. Κποτε, κατευθνθηκε προς τους λφους κι ρχισε να ανεβανει. τρεχε πραγµατοποιντας συνεχες ελιγµος, σπου οι κυνηγο το χσαν απ' τα µτια τους.  Η µρα γερνε ταν ο Λουδοβκος -µνος αυτς- κατφερε να εντοπσει το ζο. Βρισκτανε σε µια στεν, απκρηµνη λωρδα γης, που υψωντανε πνω απ' τη πεδιδα. Ζγισε στο χρι του το δρυ και τα σκυλι του ετοιµστηκαν να χιµξουν, θαρρντας πως το απελπισµνο ζο δεν µποροσε πια να ξεφγει. Εκενο δωσε ναν πδο που το 'φερε στο χελος του γκρεµο, στερα να δετερο και χθηκε. ρµησε προς τα κτω, ελπζοντας πως οι βρχοι θα το σπλαχνζονταν περισστερο απ τον δικτη του. Ο Λουδοβκος ταν αποκαµωµνος απ' το ολοµερο κυνγι κι εξοργισµνος µε την απλεια του θηρµατος. Ξεπζεψε, δεσε το λογο σ' να δντρο και γρεψε καννα σχετικ οµαλ µονοπτι που θα τον οδηγοσε µε ασφλεια στη πεδιδα. Το πυκν χινι εχε εξαφανσει τα χνη που αφσανε τα κοπδια κατεβανοντας απ τα χειµαδι στα γρω χωριουδκια.
     µως ο Λουδοβκος εχε περσει ατλειωτες ρες στα βουν, ταν τανε µικρς. µπηγε το δρυ  του στο χινι κι ταν συναντοσε αντσταση, µποροσε να 'ναι ββαιος πως υπρχε στρεα γη κτω απ' τα πδια του. Πιανταν απ τα κλαδι που συναντοσε στο δρµο και προχωροσε µε µεγλη προσοχ, αργ. Ωστσο η πλαγι τανε πολ απκρηµνη κι η κατβαση απαιτοσε υποµον. Ο λιος γγιζε δη τον ορζοντα κι η ανταγεια της αναχρησς του κρυβτανε πσω απ αραι σννεφα, που ο νεµος τα 'σπρωχνε προς τη θλασσα. τανε ψυχρς νεµος που τραζε τον µακριο πνο του χιονιο και ξεδπλωνε τα λευκ ππλα των κλαδιν, αφνοντς τα ακµη πιο γυµν. Το λυκφως µοιαζε µε πυρκαγι στον καθρφτη της κατλευκης γης, ταν ο δικτης δικρινε τσσερα βαθι πατµατα, που το δχως λλο θα ανκανε στο ελφι. Ο γκρεµς ταν γριος κι η εξαφνιση του ζου µοιαζε µε θαµα. Εχε ξεφγει, αφνοντας πσω του µνο κενα τα σηµδια.
     Γρω οι βελανιδις σχηµατζανε πυκν δσος, που οι γριοι, σφιχτοπλεγµνοι θµνοι, που περιβλλανε τα δντρα, το κνανε τελεως αδιβατο. ταν εντελς απθανο να µπορσει να περσει κενο το φυσικ τεχος να τσο µεγλο ζο. Τρα, η επιθυµα να ξετρυπσει το θραµα εχε πρει διαστσεις πθους στο στθος του Λουδοβκου. καµε να γρο, πασχζοντας να 'βρει κποιο νοιγµα, σπου ανακλυψε να στεν πρασµα. Τα χνη που δικρινε τονε πεσανε πως το κυνηγηµνο ζο εχε αναζητσει καταφγιο στη χαρδρα. Ο Λουδοβκος κινθηκε προς το στεν νοιγµα µε µιαν αποφασιστικτητα απστευτη ακµη και για τον ορµητικ χαρακτρα του, μπκε στο µονοπτι που διαγραφτανε καθαρ ανµεσα στους πρνους και χωρς να σκεφτε πο πηγανει, δεν σταµτησε παρ µνον ταν βρθηκε αντιµτωπος µ' να καλβι.
     Στθηκε ξπνοος απ τη προσπθεια και κοταξε γρω. Υπρχε κτι ασυνθιστα πνθιµο στη σκην. ∆εν εχε νυχτσει ακµη ολτελα. Οι σκις του απβραδου µοιζαν να ξεχνονται προς τη γη απ το τερστιο υφδι του σννεφου που µλις φηνε τον ορζοντα της δσης και σκαρφλωνε αργ στον ουραν. Τα σκορα, στιλπν φλλα της βελανιδις, της δφνης και της µυρτις ερχσαντε σ' ντονη αντθεση µε τη λευκτητα του χιονιο. νας ψυχρς νεµος κανε τους θµνους ν' ανατριχιζουνε σγκορµοι. Το λγο χινι που απµενε πνω τους σηκωντανε στον αρα κι πεφτε πλι αργ σε πυκνς νιφδες. Τα φλλα σαλεανε, γεµζοντας ψθυρους την απλυτη ησυχα. Αργ και που κποιο πουλ τιναζτανε στη κορνια του πλωνε µελαγχολικ τα φτερ του, για να χωθε αµσως στο νοιγµα ενς κοφιου κορµο. Το καλβι µοιαζε εγκαταλειµµνο. Τα παρθυρ του δεν εχανε τζµια. Στο κατφλι και στα περβζια, το χινι κανε µικρος λφους. Στο µονοπτι που 'φερνε στη πρτα δεν υπρχε το παραµικρ χνος ανθρπινης πατηµασις. Κι µως, απ' τη καπνοδχο υψνονταν κθε τσο αδναµα σννεφα καπνο.
     Αυτ κανε εντπωση στον Λουδοβκο και καθς εντεινε την προσοχ του, νµισε πως κουσε µια φων. Χτπησε µα δεν πρε απντηση. σπρωξε απαλ τη πρτα. ∆εν ταν αµπαρωµνη. Την νοιξε και µπκε. Στο πτωµα, που τανε στρωµνο µε φλλα, βρισκταν ξαπλωµνος νας νθρωπος. Το δχως λλο ψυχορραγοσε, γιατ εν κποια ανεπασθητη κνηση στα µτια του δειχνε πως η ζω δεν εχε εγκαταλεψει το θρνο της στη καρδι του, την ψη του θα µποροσε να την χει µνο νεκρς. ταν µια ηλικιωµνη γυνακα, που το χρµα των µαλλιν της δειχνε πως δεν θα πγαινε καιρα στο τφο. Τη παρστεκε µια µορφ, που εκολα θα µποροσε κανες να τη περσει γι' γγελο. τανε γονατιστ, σαν να περµενε να πρει τη ψυχ της ηλικιωµνης γυνακας και να την οδηγσει στο τπο, που θ' αναπαυταν αινια. µως η αγωνα που χραζε βαθι το πρσωπ της και φλγιζε το σοβαρ βλµµα της, λεγε λλα. τανε πολ να κι µορφη σαν στρο του δειλινο. Προφανς εχε βγλει τα ροχα της προκειµνου να προσφρει λγη ζεστασι στην ετοιµοθνατη φλη της, γιατ τα µπρτσα κι οι µοι της δεν εχαν λλο κλυµµα απ το σκοτδι και τον χεµαρρο των µαλλιν της. ταν εντελς απορροφηµνη απ τη προσπθεια να διακρνει τη παραµικρ µεταβολ στη κατσταση του αρρστου. Τα µγουλα -ακµη και τα χελη της- τανε κτωχρα. Τα µτια της σαν ακνητα, σα φυλακισµνα απ τη µια και µοναδικ γνοια της.
∆εν κουσε, τουλχιστον δεν δειξε ν' κουσε, τον Λουδοβκο ταν µπκε στην καλβα. Η ρρωστη γυνακα κτι ψιθρισε. Εκενη σκυψε ν' ακοσει τους αδναµους χους κι απντησε µε φων που τρεµσβηνε απ απελπισα:
"∆εν µπορ να φρω λλα φλλα, γιατ πεσε πολ χινι. Μα οτε χω πια λλο τποτε για να σε σκεπσω".
"Εναι παγωµνη;" επε ο Λουδοβκος, πλησιζοντας αθρυβα και γονατζοντας πλι στο θλιµµνο κορτσι.
"Πρα πολ!" απντησε κενη. "Και δεν µπορ να τη βοηθσω".
Ο Λουδοβκος φοροσε στο κυνγι να πορφυρ µανδα µε γονινη κουκολα. Τον εχε αφσει στο λογ του, για να µη τονε δυσκολψει στη κατβαση. Βγκε τρχοντας απ το καλβι κι ακολουθντας τα χνη του προς την αντθετη κατεθυνση, φτασε στο µρος που 'χε δσει το τι. ∆εν ξανακατβηκε απ το διο µονοπτι, αφο τρα σηµασα εχε να επιστρψει γργορα κοντ στη βαρει ρρωστη γυνακα. Οδγησε τ' λογ του στην απκρηµνη πλαγι και πρε ν ασφαλστερο µονοπτι, που κκλωνε το λφο. Κλπασε ασυγκρτητα, µα η νχτα τονε πρφτασε κι αν το χινι δεν αστραποβολοσε στο σκοτδι, δεν θα κατφερνε να 'βρει το γνωστ του πρασµα στο δσος. ταν φτασε στο ξφωτο, εδε πως το καλβι λαµπε ολκληρο. Καθς πλησασε κουσε τον επικδειο µνο που ψαλε πλθος ιερων συγκεντρωµνων στη µοναδικ κµαρα. Η ανταλλαγ εχε πραγµατοποιηθε.
     Η ψυχ εχε εγκαταλεψει το θνητ ενδιατηµ της και το χλασµα του σαρκου περιβαλλταν µε την επισηµτητα που στερθηκε σην ρα πλευε µε το θνατο. Ο Λουδοβκος πρασε απαρατρητος στο πλθος των ιερων και γρεψε µε το βλµµα την αξιολτρευτη κοπλλα που 'χε αφσει πσω, ταν φυγε για το µανδα. Την εδε να κθεται µνη, µακρυ απ τους ιερες, σε µια γωνι της καλβας, ανµεσα στα σκρπια φλλα. Εχε αγκαλισει τα πδια της, στριζε το µτωπο στα γνατα και κπου-κπου το ανασκωνε για να σκουπσει µε τα µαλλι της τα δκρυα που κυλοσαν ασταµτητα στα µγουλ της. Ο Λουδοβκος τη σκπασε µε το µανδα του. Εκενη τονε κοταξε και φρεσε τη κουκολα, πιτερο για να καλψει το πρσωπ της παρ για να ζεσταθε. στερα ξαναβυθστηκε στο πνθος της.
     Ο νεαρς ευγενς τη κοταζε µε λπη. Πρτη φορ, µετ το θνατο της µητρας του, νιωσε δκρυα να κυλνε στο πρσωπ του και τα χαρακτηριστικ του φωτστηκαν απ µιαν ασθηση συµπθειας. ∆εν επε τποτε. Συνχισε να κοιτ, σαν να γεννιταν αργ στο νου του η επιθυµα  να σκουπσει απ τα µγουλα του τυχου κοριτσιο τα δκρυα, που δεν εννοοσαν να σταµατσουνε. Κι εν εχε µενει εκε καθηλωµνος απ το θλιβερ θαµα, κουσε τ' νοµ του. ταν νας απ τους υπηρτες του κστρου. Σηκθηκε ρθιος, φησε στη ποδι της αξιολπητης κοπλλας τα λγα χρυσ νοµσµατα που 'χε µαζ του, βγκε απ' το καλβι µ' ορµ κι ακολουθντας τον υπηρτη που 'χε ρθει µχρις εκε γυρεοντς τονε, κατευθνθηκε προς το πατρικ κστρο. Καθς κλπαζε, η  πρτη εκενη νταση της αιφνδιας και  πρωτγνωρης συµπθειας υποχωροσε µσα του κι δινε την θση της σ' να ορµητικ ρεµα σκψεων, που αργ αλλ σταθερ µεταµορφθηκε σε κτι ολτελα καινοργιο.
"Λω πως εμαι δυστυχς", φναξε. "Εγ, ο καλοντυµνος και καλοθρεµµνος! Μα τ να πει αυτ το φτωχ κορτσι, το πεινασµνο κορτσι, που γµνωσε τα µλη του για να ζεστνει τα µλη της ετοιµοθνατης µοναδικς της φλης; χασα κι εγ το µοναδικ µου φλο. Αυτ εναι η πραγµατικ δυστυχα µου, η πραγµατικ αιτα της αθλιτητς µου. Εµαι θλιος! Ας το αξιοποισουν οι συκοφντες αυτ τ' νοµα, ας το χρησιµοποισουν οι κατσκοποι κι οι προδτες αυτ το αξωµα. Τους παραµρισα, τους τναξα απ πνω µου, πως τινζουνε κενα τα κλαδι απ πνω τους, το χινι στη γη... το χινι που δεν µπορε να συναγωνιστε τις καρδις τους σε παγωνι. Κι µως εµαι µνος, η µοναξι µπγει τα δντια της στη καρδι µου και µε κνει γριο, θλιο, τιποτνιο".
     ταν σκληρς µε τον εαυτ του, µα η καρδι του τρα εχε µαλακσει. Το θαµα που αντκρισε στο δσος τονε πληµµριζε µε τρυφερ συναισθµατα. Εχε νισει συµπθεια για κποιο που τη χρειαζταν, εχε προσπαθσει να προσφρει σε κποιο βοθεια. Η τρυφερτητα κατκλυσε το πρσωπ του, στα χελη του σχηµατστηκε χαµγελο κι η περηφνια της αξιοσνης ζωντνεψε το βλµµα του.  Οι νθρωποι που τον περιστοχιζαν κατλαβαν την αλλαγ και µη χοντας πια ν' αντιµετωπσουνε την αποστροφ στους τρπους του, µαλακσανε κι διοι. Η προφανς µεταβολ του χαρακτρα του, επφερε µιαν εντυπωσιακ µεταµρφωση στη κατστασ του. Μα δεν εχε ρθει ακµη ο καιρς να γνει µνιµη αυτ η αλλαγ.
     Την εποµνη του κυνηγιο, ο πργκηπας Φερννδος φυγε για τη Νπολι και πρσταξε το γιο του να τονε συνοδεσει. Η παραµον στη Νπολι ταν αλλκοτα ανυπφορη για το Λουδοβκο. Τουλχιστον στο παιθρο µποροσε ν' απολαµβνει κποια σχετικ ελευθερα. Συχν, ο πατρας του µοιαζε να ξεχν την παρξ του, νοµζοντας πως βρσκεται κπου στο κστρο. Εδ µως τα πργµατα σαντε πολ διαφορετικ. Φοβοµενος πως θα µποροσε να δηµιουργσει φιλες και συµµαχες και γνωρζοντας πως το επιβλητικ παρουσιαστικ κι οι ασυνθιστοι τρποι του προκαλοσανε προσοχ και πολλς φορς τη περιργεια, τονε κρατοσε διαρκς κρυµµνο του επτρεπε να βγανει στη πλη για πολ λγο, αφο πρτα βεβαιωντανε για τα πρσωπα που τονε περιστοιχζανε κι αφο ανθετε σ' µπιστους ανθρπους του να τονε παρακολουθονε, προκαλντας τσι τα δηλητηριδη βλµµατα του Λουδοβκου. Επιπλον, ο πργκηπας Μοντλφο διασκδαζε να προσβλλει και ν' απειλε το γιο του δηµοσως. Γνωρζοντας µλιστα τα φυσικ του ελαττµατα τον εξθετε ακµη και στις λοιδορες των φλων του. Παρµειναν δο µνες στη Νπολι, πριν επιστρψουν στο Μοντλφο.
     ταν νοιξη. Στην ατµσφαιρα πλανιταν ,τι γλυκτερο και πλον ευφρσυνο θα µποροσε ν' απολασει νθρωπος. Τα κατλευκα νθη της αµυγδαλις και τα ρδινα της ροδακινις µλις ρχιζαν να τονζουνε τη παρουσα τους στα πρσινα φυλλµατα. Ο Λουδοβκος ελχιστα ενδιαφερταν για τις απολασεις της νοιξης. Πληγωµνος µχρι τα βθη της καρδις του, αποροσε γιατ η φση στλιζε µε τσα χρµατα τα µνµατα, γιατ δρσιζε τους θλιµµνους και τους νεκρος. Επιζητοσε τη µοναξι. Πρε το µονοπτι που κατηφριζε προς τη θλασσα. Κθισε στην ακτ και προσλωσε το βλµµα στο µοντονο λκνισµα του νερο. Κι µως τα κµατα χορεανε και παιχνιδζανε κτω απ' τον λιο. Οι ζοφερ µονοτονα των σκψεν του ταν που δεν τον φηνε ν' απολασει τη πραγµατικ χρη της φσης.
     Ττε πρασε πλι του µια µορφ, µια χωριατοπολα που ισορροποσε να λυγερ λαγνι στο κεφλι της. τανε φτωχικ ντυµνη, µα τρβηξε αµσως τη προσοχ του Λουδοβκου κι ταν, φτνοντας στη πηγ, γρισε για να γεµσει το λαγνι της, εκενος αναγνρισε στο πρσωπ της: το κορτσι που συνντησε στο καλυβκι το περασµνο χειµνα. Τον αναγνρισε κι εκενη κι αφνοντας τη δουλει της, τονε πλησασε και του φλησε το χρι µε την αφοπλιστικ χρη που προικζει ο ντος τα εκλεκττερα παιδι του.
    Στην αρχ ταν διστακτικ, η φων της τρεµε και κµπιαζε, µα σιγ σιγ τα χελη της λθηκαν και ο Λουδοβκος κατφερε να ακοσει πεντακθαρα το πρτο ευχαριστ που του απηθυνε ποτ ανθρπινο πλσµα. να χαµγελο ικανοποησης φτισε το πρσωπ του, να χαµγελο τσο µορφο που κατκτησε αµσως την καρδι του κοριτσιο. Την εποµνη στιγµ βρσκονταν κιλας καθισµνοι στην πηγ, ο νας πλι στον λλον, και η Βιολτα του µιλοσε για τα σκληρ χτυπηµνα απ την φτχια παιδικ της χρνια, την ορφνια, τον θνατο της καλτερς της φλης και το πιο κλµα που δεν φηνε τις κακουχες να την τσακσουν ολωσδιλου. ταν µνη στο κσµο, ζοσε σ' να ερειπωµνο καλβι και µλις που κατφερνε να επιβινει. Τα ωχρ µγουλα και η διχυτη στις κινσεις της ατονα ταν οι ζωντανς αποδεξεις σων λεγε. Μα δεν παραπονιταν, τα λγια της σαν γλυκ, καλοκγαθα και µνον ταν η κουβντα ρθε στην προθυµα µε την οποα ο Λουδοβκος σπευσε να την βοηθσει τον περασµνο χειµνα, τα ρεµα µαρα µτια της δκρυσαν.
     Ο νεαρς ευγενς επισκφθηκε το καλβι την εποµνη κιλας. Πρε το γνωστ µονοπτι, που τρα ταν καταπρσινο και µοσχοβολοσε απ τις αγριοβιολτες που η Βιολτα εχε φυτψει παντο. Του πρσφερε να µικρ µπουκτο. Μπκανε στο καλβι µαζ. τανε κατερειπωµνο και σχεδν γυµν. Λγα λουλοδια σ' να σπασµνο ανθογυλι δειχναν την δια τη µορα του κοριτσιο: να υπροχο νθος τριγυρισµνο απ τση φτχεια και µνον η τριανταφυλλι που κρυφοκοταζε σκιερ απ το παρθυρο δειχνε πως η γλυκι Ιταλα, ακµη και στη χειρτερη νδεια δεν τσιγκουνεεται τη ζωντνια της φσης της στα παιδι της.
     Ο  Λουδοβκος βαλε τη Βιολτα να καθσει σ' να πγκο πλι στο παρθυρο, στθηκε απναντ της, µε τα λουλοδια στο χρι, και την κουγε. Εκενη δεν µλησε αυτ τη φορ για την φτχεια της. Μλησε... και για τ δε µλησε! µοιαζε ευτυχισµνη, χαµογελοσε κι η φων της εχε ναν χαρωπ τνο που µαλκωνε την καρδι του φλου της, γεµζοντας τα µτια του µε δκρια ευσπλαχνας αλλ και θαυµασµο. Απ την εποµνη, ο Λουδοβκος επισκεπτταν καθηµεριν το καλβι και αφιρωνε λον τον χρνο του στην Βιολτα.  Κουβντιαζε  µαζ της, µζευε αγριοβιολτες µαζ της, την παρηγοροσε και την συµβολευε και ταν πανευτυχς. Η ασθηση πως ταν χρσιµος σε να απλ πλσµα γµιζε µε χαρ την καρδι του. Κι ακµη δεν γνριζε πσο απαρατητη ταν η παρουσα του στην προστατευοµνη του. Απλ ταν ευτυχισµνος ταν βρισκταν µαζ της, ταν κατφερνε να την ανακουφσει και ταν βλεπε τα αποτελσµατα των προσπαθειν του να φωτζουν το πρσωπ της.
     µως ο ρωτας δεν περνοσε καν απ το µυαλ του. Το πθος δεν εχε ξυπνσει µσα του, κι αυτ τον απλλασσε απ το µαρτριο της µριµνας για το µλλον. Με την χωριατοπολα µως δεν συνβαινε το διο. ∆εν µποροσε ν' αντικρσει το βλµµα του ταν γερνε πνω της µε τσην αβρτητα, δεν µποροσε να κοιτξει τα χελη του ταν σχηµτιζαν εκενο το τσο τρυφερ χαµγελο, δεν µποροσε ν' ακοσει την φων του ταν την εκλιπαροσε να τον εµπιστευθε σαν αδελφ, σαν πατρα, σαν το παν γι' αυτν στον κσµο, χωρς να νοισει συγκλονισµνη την καρδι της συγκλονισµνη απ βαθτατο ρωτα. Εχε γνει ο λιος της ηµρας της, η πνο της ζως της, η ελπδα, η χαρ, η ζω της λη. Παραφυλοσε να τον δει να ρχεται, τον ακολουθοσε µε το βλµµα ταν φευγε και για κµποση ρα ταν ευτυχισµνη. ∆εν δυσανασχετοσε που αντιµετπιζε τον πριµο  ρωτ  της  µε  απθεια.  Εκενη  ταν  χωρικ  κι  αυτς  ευγενς,  και  δεν µποροσε να περιµνει τποτε περισστερο απ τη σχση τους. ταν ο θες της κι πρεπε να τον λατρεει. Θα ταν βλασφηµα να προσδοκ οποιοδποτε αντλλαγµα για την λατρεα της.
     Ο πργκιπας Μοντλφο δεν ργησε να µθει για τις επισκψεις του Λουδοβκου στο καλβι του δσους, και δεν εχε καµιν αµφιβολα πως η Βιολτα ταν ερωµνη του. ∆εν επιχερησε να εµποδσει εκενη την σχση, να απαγορεσει τις επισκψεις. Πργµατι, ο Λουδοβκος απολµβανε περισστερη ελευθερα απ ποτ. Ο µνος περιορισµς που του θετε τρα ο πατρας του ταν οικονοµικς. Απαιτοσε απ αυτν να χαλν λο και λιγτερα χρµατα. Ο στχος του ταν προφανς. Μχρι εκενη την στιγµ ο Λουδοβκος εχε αποφγει τον πειρασµ των τυχερν παιγνων και των αλγιστων εξδων. Ο Φερννδος επιθυµοσε απ καιρ να δηµιουργσει στον γιο του µιαν οδυνηρ ασθηση φτχιας και εξρτησης, στε να τον αναγκσει να εγκαταλεψει την πατρικ εστα και να αναζητσει αλλο τους απαρατητους οικονοµικος πρους. Του εχε στσει αµτρητες παγδες, τις οποες στο παρελθν το αγρι εχε αποφγει µε σθεναρ αν και ασυνασθητη εγκρτεια. Τρα µως, που οι περιστσεις τον υποχρωναν εντελς απροσδκητα να απαιτε πολ περισστερα απ' σα του εχαν ποτ επιτραπε, ο πατρας του αποφσισε να περιορσει κι αυτ τα λγα που του παρεχε µχρι εκενη την στιγµ. Ωστσο ο Λουδοβκος δεν παραπονθηκε. Αρκετ ταν κι αυτ.
     Ο Φερδιννδος απφυγε για αρκετ καιρ να κνει οποιανδποτε νξη στον γιο του για την σχση που διατηροσε. µως κποιο αποµεσµερο, την ρα που γευµτιζαν, η ευθυµα υπερφαλγγισε την επιφυλακτικτητ του. Επρκειτο για να εδος ευθυµας ευθυµα που τον παρακινοσε συχν να γελοιοποιε τα συναισθµατα του γιου του και του προκαλοσε µιαν ντονη δυσφορα, η οποα τον εµπδιζε να εγκαταλεψει την αυτοκυριαρχα του και να παραδοθε σε να απ τα σπνια χαµγελ του.
"Εµπρς", φναξε ο Φερννδος, καθς γµιζε µια κοπα. "λα, Λουδοβκε, ας πιοµε στην υγεα της Βιολετρας  σου!" στερα  πρσθεσε  ναν σεµνο υπαινιγµ, που καµε τα µγουλα του Λουδοβκου να κοκκινσουν. Ο νος σηκθηκε και θλησε να αποχωρσει χωρς να ανταποδσει την προσβολ.
"Πο νοµζεις πως πηγανεις, ρχοντ µου;" φναξε ο πατρας του. "Πρε αµσως την κοπα σου κι ανταπδωσε την πρποσ µου, γιατ -µα τον Βκχο!- κανες δεν χει το δικαωµα να µε προσβλει ταν κθεται στο τραπζι µου".
Ο Λουδοβκος, ρθιος πως τανε, γµισε τη κοπα του και την ψωσε τοιµος να ανταποδσει την πρποση του πατρα του, µα τα λγια που µλις πριν εχε ακοσει συγκροονταν µσα του µε την αθωτητα της Βιολτας κι η καρδι του πγαινε να σπσει. φησε τη κοπα στο τραπζι, παραµρισε τους ανθρπους που εχαν σταθε δπλα του τοιµοι να τον συγκρατσουν, βγκε απ το κστρο και σε λγο δεν κουγε τα γλια και τις εθυµες φωνς των συνδαιτυµνων, που συνχιζαν να αντηχον στις τερστιες αθουσες. Τα λγια του Φερννδου εχαν ξυπνσει µσα του να παρξενο συνασθηµα. "Μπορε ραγε να µε αγαπσει η Βιολτα; Μπορ να την αγαπσω;" Στο δετερο ερτηµα δεν χρειστηκε καν να απαντσει. Το πθος που εχε ξυπνσει ξαφνικ µσα του, κανε κθε φλβα του να σπαρταρ απ την νταση. Τα µγουλ του φλογστηκαν και η καρδι του ρχισε να χορεει σ' ναν θριαµβευτικ ρυθµ, καθς πλησαζε στο καλβι, ολοκληρωτικ δοσµνος στο αισθηµατικ σµπαν που τρα απλωνταν µσα του. φτασε. Η πρτα ταν εκε. να βµα ακµη και...
     Οι τοχοι ορθνονταν µπροστ του γκρζοι, ανκφραστοι, και τα κλαδι γερναν πνω του αναστενζοντας. Μχρι εκενη την στιγµ νοιωθε µνο ανυποµονησα και φβο. Φοβταν πως σως να µην βρισκε ανταπκριση στο πθος που φλγιζε ξαφνικ την καρδι του. κανε πσω. Πγε παρµερα, κθισε πλι σ' ναν θµνο, κρυψε το πρσωπο στα χρια και φησε τα δκρυα του πθους ν' αργοκυλσουν ανµεσα στα δχτυλ του. Η Βιολτα νοιξε την πρτα της καλβας. Ο Λουδοβκος δεν εχε φανε σµερα κι ταν δυστυχισµνη. Κοταξε τον ουραν. Ο λιος εχε δσει και ο αποσπερτης λαµπε στην ∆ση. Οι βελανιδις ριχναν γρω να σκοτειν ππλο, κατστικτο απ αµτρητες πυγολαµπδες, που φεγγαν πτε χαµηλ στην γη, τριγυρζοντας  απ αγριολολουδο σε αγριολολουδο, και πτε ψηλ, ανµεσα στα στιλπν φλλα της δφνης και της βελανιδις. Ασυνασθητα, η Βιολτα ακολοθησε µε το βλµµα της να απ τα µυριδες φωτκια. Εκενο διγραψε να φωτειν τξο µσα στο πυκν σκοτδι και πγε να σταθε σ' να σθαµνο, που σχηµατιζταν απ το σφιχταγκλιασµα σθαµνο, αφνοντας την πανµορφη ανταγει του να κουρνισει ανµεσα στα φλλα, σαν αστρι που ξφυγε απ την πορεα του και τροµαγµνο απ το διο του το θρσος, χθηκε στην πρτη επγεια φωλι που βρκε µπροστ του.
     Ο Λουδοβκος καθταν πλι στην δφνη -τον εδε η Βιολτα- κι ανσαινε βαρι. Η κοπλλα δεν µλησε. Τον πλησασε µε αρινα βµατα και στθηκε εκε µπροστ του, νιθοντας -χι, χι, ακογοντας- την καρδι της να πασχζει να ξεφγει απ τον λαβρινθο των σκψεν της. Κποτε τα χελη της σλεψαν, ψιθρισαν το νοµ του. Εκενος σκωσε το κεφλι, αντκρισε το λεπτ πρσωπο, τα φωτειν µτια, την αγγελικ πλση της, και λησµνησε τους φβους του. Οι ελπδες του εχαν επαληθευθε. Πρτη φορ σµιξαν τα χελη του µε τα τρεµµενα δικ της. στερα φυγε χθηκε. Αυτ που µλις εχε συµβε σκωνε µσα του µια θελλα παραφορς και απορας. πρεπε να σκεφτε.
     Ο Λουδοβκος ενεργοσε πντα µε ταχτητα και αποφασιστικτητα. Επστρεψε µνο για να σχεδισει µε την Βιολτα την νωσ τους. Επλεξαν ναν µικρ απµερο να στα Απννινα. Το µυστριο τλεσε νας ιερας απ γειτονικ µον, του οποου η διακριτικτητα εξασφαλστηκε µε την παροχ κποιου µικρο χρηµατικο ποσο. Ο Λουδοβκος οδγησε την νφη στο καλυβκι του δσους. Εκε θελε να µενει κι ο αγαπηµνος της δεν µπρεσε να της αλλξει γνµη. Η µικρ περιουσα του δαπανθηκε λη για την διαµρφωση του φτωχικο, µα δεν φτασε παρ µνο για να το κνει απλς ανεκτ. Ωστσο οι νενυµφοι σαν ευτυχισµνοι. Το µικρ κοµµτι γης που πατοσαν τα πδια της Βιολτας ταν για τον σζυγ της το σµπαν ολκληρο. Η καρδι και η φαντασα του νοιξαν και δχθηκαν ,τι οµορφτερο, ,τι τελειτερο βρσκεται πνω σ' αυτν τον κσµο.
Εκενη του τραγουδοσε κι εκενος την κουγε και οι ντες χτιζαν γρω του µια µαγικ αψδα ευδαιµονας. Τριγριζε στις ανθισµνες απλωσις του παραδεσου και οι νεµοι των µεθοσαν. Οι κτοικοι του Μοντλφο δεν αναγνριζαν τον υπερπτη, µνιµα θυµωµνο Λουδοβκο στο πρσωπο του καλοκγαθου και ευγενικο συζγου της Βιολτας.
     Οι λοιδορες του πατρα του πεφτανε στο κεν, απλ γιατ δεν τις κουγε. Τα πδια του δεν πατοσαν πια στην γη. Πετοσε σαν γγελος µε τα φτερ που του δωσε ο ρωτας, γι' αυτ δεν τον γγιζαν οτε οι κοινωνικς ανιστητες οτε τα χυδαα προσκµµατα. Και η Βιολτα τρεφε συνεχς τον ρωτ του µε βαθι ευγνωµοσνη και τρυφερτητα γεµτη πθος. Μνον εκενον εχε στο µυαλ της, µνον για κενον ζοσε και δεν κουραζταν να αναπολε τις πρτες στιγµς του ονερου που ζοσαν. τσι διβηκαν δο χρνια κι να χαριτωµνο παιδ ρθε να κνει ακµη πιο ισχυρ τον δεσµ τους, γεµζοντας το φτωχικ µε γλια.
     Ο Λουδοβκος πγαινε σπνια στο Μοντλφο κι ο πατρας του, ακολουθντας τη παλι του τακτικ, συνχιζε να βλπει µε καλ µτι την σχση του µε τη χωριατοπολα, γιατ σκεπτταν πως τονε κρατοσε µακρυ απ' τις επικνδυνες φιλες συµµαχες, που µπορε να 'χε συνψει στη Νπολι. Ο Φερννδος δεν υποπτευτανε πως ο γιος του εχε παντρευτε την ταπεινς καταγωγς εκλεκτ του. Αν για µια στιγµ περνοσε απ το µυαλ του το ενδεχµενο ενς τσο εξευτελιστικο συµπεθεριο, η αποστροφ που νιωθε για τον απγον του δεν θα του επτρεπε να συγκατανεσει. Απ την στιγµ που το αµα του τρεχε στις φλβες του Λουδοβκου, δεν θα αναγνριζε κανναν καρπ αυτς της νωσης. ∆εν θα φηνε το αρχοντικ αµα του να µολυνθε απ κανναν παρακατιαν χωριτη.
     Ο Λουδοβκος πλησαζε τα εκοσι, ταν πθανε ο µεγαλτερος αδελφς του. Τους τελευταους τσσερις µνες, ο πργκηπας Μοντλφο βρισκταν στη Νπολι και προσπαθοσε να κλεσει εξαιρετικ συµφρουσα συµφωνα γµου ανµεσα στο διδοχ του και τη κρη κποιας αριστοκρατικς οικογνειας της Νπολι. Η εδηση του θαντου σκρπισε τις ελπδες του και βθισε στο πνθος το κστρο. Μετ απ κµποσες εβδοµδες πνθους και περισυλλογς, κατφερε να αναλβει πνευµατικ. Αγαποσε τον πρωρα χαµνο πρωττοκο χι γιατ ταν παιδ του, αλλ γιατ µελλε να κληρονοµσει το νοµα και την ισχ του. Τρα, ο ιστς που εχε υφνει γρω του ταν χρηστος. πρεπε να τον αντικαταστσει σο πιο γργορα µποροσε και να πλξει ναν καινοργιο ιστ.
     Ο Λουδοβκος διατχθηκε να παρουσιαστε µπροστ του. ταν παλαι συνθεια να απειθε σε ττοιες διαταγς. Αυτν την φορ µως χαµογλασε υπερφανα, παραµρισε τις παιδικς συνθεις του και στθηκε µπροστ στον διεστραµµνο γονι του µε αξιοπρπεια.
"Λουδοβκε", επε ο πργκιπας, "πριν απ τσσερα χρνια αρνθηκες να δσεις τον ρκο του ιερα και δεν υποχρησες οτε ταν σε απελησα µε κυρσεις. Τρα πρπει να σ' ευχαριστσω για το σθνος που δειξες".
Ο νος σχηµτισε αµσως την υποψα πως τον καλοπινει µε σκοτεινς προθσεις. Πριν απ δο χρνια την υποψα αυτ θα την αντιλαµβανταν αυτοµτως σαν απλυτη βεβαιτητα, µως τρα εχε συνηθσει να εναι ευτυχισµνος και να µην δνει προεκτσεις στις κακς σκψεις του. γειρε το κεφλι σε νδειξη υποταγς.
"Λουδοβκε", συνχισε ο πατρας του, εν η αλαζονεα µαχταν µε την επιθυµα για συµφιλωση στην καρδι και την ψη του. "Παιδ µου, σε δοκµασα σκληρ. Μα τρα αυτ ανκουν στο παρελθν".
     Ο Λουδοβκος του απηθυνε τον λγο ευγενικ:
"Πατρα µου, δεν ξιζα ττοια µεταχεριση. Θα εκτιµσω τη καλοσνη σου µνον ταν µθω για ποιο λγο..."
"Καλ, καλ!" τον δικοψε ο Φερννδος, φανερ ανσυχος. "∆εν καταλαβανεις; Θλεις να µθεις, ε; Λοιπν, µε λγα λγια, Λουδοβκε, εσ εσαι πια η µοναδικ µου ελπδα. Ο Ολµπιος εναι νεκρς. Τρα ο οκος των Μοντλφο δεν χει λλον προσττη απ εσνα".
"Συγγνµη, ρχοντα, µα δεν νοµζω πως ο οκος των Μοντλφο κινδυνεει", αποκρθηκε ο Λουδοβκος. "χει εσνα. Κι εσαι αρκετ ικανς στε να προστατεσεις και να αυξσεις την ισχ του".
"∆εν µε καταλαβανεις. Ο οκος των Μοντλφο δεν χει πια λλο στριγµα απ εσνα. Εγ γρασα, το νιθω. Ετοτες οι σπρες τρχες το φωνζουν. ∆εν χω απ πο να πιαστ. Η µοναδικ ελπδα µου εναι τα παιδι σου..."
"Τα παιδι µου;" αναφνησε ο Λουδοβκος. "Μα εγ χω µνο να, ρχοντ µου. Κι αν αυτ το µικρ παιδκι..."
"Τ ανοησες κθεσαι και µου λες;" κραγασε ξαλλος ο Φερννδος. "Εγ µιλω για τον γµο σου, χι για..."
"ρχοντ µου, η γυνακα µου εναι πντα τοιµη να σου υποβλει τα σβη της..."
"Ποια γυνακα σου, Λουδοβκε; Τα θλεις και τα λες αυτ; Ποια γυνακα σου;"
"Η χωριατοπολα, ρχοντ µου;"
     Ο  Φερννδος τονε κοταζε αποσβολωµνος. Το πρσωπ του συννφιασε απτοµα. Τα χαρακτηριστικ του παραµορφθηκαν. Η σκψη πως ο γιος του τλµησε να προβε σε µια τσο επασχυντη πρξη χωρς να πρει την δει του, ενσκηψε µσα του σαν τροµερ καταιγδα, που θα τον συντριβε στα βρχια της παραφορς, αν δεν πιανταν απ τις τελευταες λξεις που πρφερε ο Λουδοβκος. Την εχε χαρακτηρσει χωριατοπολα. ρα δεν τανε πραγµατικ γυνακα του. Απλς τη θεωροσε γυνακα του. Ναι τσι εχε το πργµα. τσι κι χι αλλις. Χαµογλασε µε κπο, αλλ φανερ ικανοποιηµνος.
"Καταλαβανω", αποκρθηκε. "Θλεις να δοκιµσεις την υποµον µου. Μα δεν πρπει να παζεις µε ττοια πργµατα. Μιλ για τον γµο σου. Τρα που ο Ολµπιος εναι νεκρς, η θση του διαδχου των Μοντλφο ανκει σ' εσνα. Οφελεις να τον αντικαταστσεις στην εκπλρωση των πριγκιπικν υποχρεσεων που κατφερα να του εξασφαλσω".
"∆εν νοµζω πως µε κατλαβες", αποκρθηκε σοβαρ ο Λουδοβκος. "Εµαι δη παντρεμµνος εδ και δο χρνια. Ττε που µουν ακµη ο κατατρεγµνος, ο εξευτελισµνος Λουδοβκος, δηµιοργησα αυτ τη σχση και θ' αποδεξω µε υπερηφνεια πως η χωριτισσα σζυγς µου µπορε ν' ανταποκριθε σ' λα τα υψηλ καθκοντ της, εκτς ββαια απ τη καταγωγ".
     Ο Φερννδος ταν συνηθισµνος να δνει διαταγς. νιωσε σαν να του 'χωναν να στιλττο στη καρδι. µως δεν αντδρασε. Περµενε σπου ταν σγουρος πως η φων του δεν θα ακουγταν σαν γριος βρυχηθµς και ττε επε:
"χεις παιδ;"
"ναν διδοχο, ρχοντ µου", αποκρθηκε ο Λουδοβκος, χαµογελντας -γιατ η αταραξα του πατρα του τον εχε παρασρει- "να γλυκ, υγεις αγρι".
"Ζουν εδ κοντ;"
"Μπορ να τους φρω στο Μοντλφο σε λιγτερο απ µαν ρα. Το καλβι βρσκεται στο δσος, λγο ξω απ το µοναστρι της Σντα Τσιρα".
"Αρκετ, Λουδοβκε. Μου φερες παρξενα µανττα και πρπει να τα σκεφτ καλ. Θα τα ξαναποµε το απγευµα".
     Ο Λουδοβκος υποκλθηκε κι φυγε τρχοντας. σπευσε στο καλβι του, διηγθηκε στην Βιολτα ,τι θυµταν ,τι µπρεσε να καταλβει απ την σκην µε τον πατρα του και την παρακλεσε να εναι τοιµη για να παρουσιαστε στο κστρο αµσως µλις την ειδοποισει. Η Βιολτα τρεµε. Την φβιζε το γεγονς πως οι νθρωποι εκε δεν ταν λοι καλο και ευγενικο πως ο Λουδοβκος. ∆εν επε τποτε µως. Μλιστα χαµογλασε ταν ο ντρας της φλησε τον µικρ και τον προσφνησε διδοχο των Μοντλφο.
     Ο Φερννδος αµσως µλις εδε απ το παρθυρο της κµαρς του τον Λουδοβκο να περν τη κρεµαστ γφυρα και να χνεται ανµεσα στους λφους, δωσε διαταγ στους ανθρπους του να παραφυλνε και να τον ειδοποισουν ταν θα επστρεφε. στερα ρχισε να πηγανει πρα δθε µε τση βα που το πτωµα τρεµε ολκληρο. ταν σε ξαλλη κατσταση. Ξεφνιζε και καταριταν και χτυποσε το κεφλι µε τις γροθις του. ∆εν µποροσε να το χωρσει ο νους του. Και µνο που το σκεπτταν ταν σωστ µαρτριο. Κποτε η θελλα της καρδις του κπασε και σωριστηκε σε µια καρκλα. Το συνοφρυωµνο µτωπο και τα παραµορφωµνα χελη του δειχναν πως προσπαθοσε να σκεφτε. Στην αρχ, ο νους του  ταν  χαµνος  σε  µια  τροµερ  δνη.  στερα  η  ταχτητα  της  περιστροφς µειθηκε, σπου σιγ σιγ οι σκψεις του ρχισαν να ρουν οµαλ, σχηµατζοντας να και µνο ρεµα. Ο πργκηπας το ακολοθησε επιφυλακτικ µχρι το σηµεο που νµισε πως βγαλε κποιο συµπρασµα. Χρειστηκαν ρες πολλς για να βγει απ τον βαθ συλλογισµ. ταν σηκθηκε απ την καρκλα, σαν να ξυπνοσε στην µση ενς κακο ονερου, η ψη του ξαναβρκε την συνηθισµνη ψυχρτητ της. ψωσε τη γροθι του και κραγασε:
"Αυτ εναι! Τον νκησα δη!"
     Το απγευµα φτασε κι ο Λουδοβκος παρουσιστηκε στην ρα του. Ο Φερννδος φοβταν τον γιο του. Πντα τρεµε µπροστ στην τλµη και την αποφασιστικτητα του. ∆εν τολµοσε να φρει τα πθη του σε ανοιχτ σγκρουση µε τα πθη ενς παιδιο. νοιωθε πως θα βγαινε νικηµνος. τσι και τρα, συγκρτησε λο το µσος, λη την οργ, λη την µανα εκδκησης που κρυβε µσα του και τον υποδχθηκε µ' να χαµγελο. Χαµογλασε και ο Λουδοβκος. µως το δικ του ειλικρινς, πρσχαρο, µακριο χαµγελο ερχταν σε πλρη αντθεση µε το αλλκοτο προσωπεο που σκπαζε την µοχθηρα του πατρα του.
"Γιε µου", επε ο Φερννδος, "προχρησες εντελς απερσκεπτα σε ναν γµο σαν να ταν παιδικ παιχνδι. µως ταν διακυβεονται τα συµφροντα και η καταγωγ των ευγενν, κανες δεν χει το δικαωµα να παζει απερσκεπτα. χι, µη µιλς, Λουδοβκε! κουσ µε, σε ικετεω. κανες ναν αταριαστο γµο µε µια χωρικ, ναν γµο τον οποον µπορ να αποδεχθ αλλ χι και να εγκρνω, διτι εναι καταστροφικς για το κρος σου και µας εξευτελζει στα µτια των συµµχων του οκου των Μοντλφο".
     Κρος ιδρτας λουσε το µτωπο του Φερννδου καθς µιλοσε. Σταµτησε. Για µια στιγµ φνηκε να χνει τον λεγχο του εαυτο του, µα σντοµα αννηψε και συνχισε:
"Θα εναι δσκολο να συµβιβσουµε αυτ τα αντικρουµενα συµφροντα, και µια µνο στιγµ παραφορς θα µποροσε να µας αφαιρσει το παρν το παρελθν και το µλλον µας! Τα συµφροντ σου βρσκονται στα χρια µου. Οφελω να  τα  υπερασπσω.  Ελπζω  πως,  πριν  περσουν  µερικο  µνες,  η  µλλουσα πριγκπισσα Μοντλφο θα γνεται δεκτ στην Αυλ της Νεπολης µε δξα και τιµ. Πρπει µως να αφσεις το πργµα επνω µου. Εσ δεν πρπει να ανακατευθες καθλου. Πρπει να µου υποσχεθες πως, µχρι να το επιτρψω, δεν θα µιλσεις για τον γµο σου µε την χωριτισσα σε κανναν οτε θα τον παραδεχθες αν κποιος τον ανακαλψει".
     Ο Λουδοβκος, αφο φνηκε να διστζει για µια στιγµ, αποκρθηκε:
"Σου υπσχοµαι πως για ξι µνες δεν πρκειται να αναφρω τον γµο µου σε κανναν. Ψμµατα δεν µπορ να πω, αλλ δεν πρκειται να τον επιβεβαισω να τον αποκαλψω µε τρπο που θα σε δυσαρεστσει".
     Ο Φερννδος κµπιασε πλι, µα τελικ επικρτησε η λογικ και δεν δωσε συνχεια. Γρισε τη κουβντα σ' λλα θµατα. ∆επνησαν µαζ και ο Λουδοβκος προσαρµστηκε αµσως στο κλµα συµπθειας που περιφερταν στην ατµσφαιρα. ∆χθηκε µε χαρ και ευγνωµοσνη λες της εκδηλσεις της ψιµης αγπης του πατρα του. Εκενος σκεπτταν πως τον εχε πισει για τα καλ στο δχτυ του και ταν πια τοιµος να γλυκνει το δηλητριο του µελλοντικο σχεδου του µε κµποσες προκαταβολικς "καλοσνες".
     τσι, πρασε µια συχη εβδοµδα. Ο Λουδοβκος κι η Βιολτα σαν απλυτα ευτυχες. Τρα, το µνο που θελε εκενος ταν να βγλει την γυνακα του απ την αφνεια. Τον πληµµριζε η δολη υπερηφνεια, που συχν µας κνει να θλουµε να µθει λος ο κσµος την ανωτερτητα των αγαπηµνων µας. Η Βιολτα απφευγε συστηµατικ κθε επαφ µε ανθρπους. Αγαποσε το καλβι της. Μπορε να ταν φτωχικ, µα το στλιζε η αγπη που κλειναν οι τοχοι του. Τ δντρα γερνα πνω απ την χαµηλ στγη του κι ριχναν τον δροσερ σκιο τους στους ανθισµνους θµνους που στεφνωναν τα παρθυρα. Τα µαρµρινο πτωµα αστραποβολοσε. Παµπλαια ανθοδοχεα θεσπσιας οµορφις στκονταν στις γωνις.
     Το καθετ της θµιζε τις πρτες συναντσεις, τους πρτους ρωτς τους, τους περιπτους στο χινι και στην ανθισµνη γης, τις ψηλς βελανιδις και τις χαµηλς µυρτις µε τις µυριδες πυγολαµπδες, τα πουλι, τα ζα του δσους που κποτε εµφανζονταν δειλ δειλ, κι στερα χνονταν, τις εποχς που µεταµρφωναν την γη, τα χρµατα που παιρνε η φση για να τις υποδεχθε, τις αλλαγς του ουρανο, τα ατλειωτα πηγαινλα του φεγγαριο και τ' αστρια που ταξδευαν ασταµτητα. Τ' αγαποσε λα αυτ, τα παρατηροσε προσεκτικ και τα σχολαζε στο ταρι της, στο ταρι που ξερε πως ταν σηµδια της αγπης της, πως και το πντα χαροµενο αγορκι που τρεχοβολοσε ανµεσα στα πδια τους, σαν γγελος σταλµνος απ τον ουραν για να κρατει ζωνταν τα συναισθµατ τους.
     Πρασε κµποσος καιρς ακµη, και µια µρα που ο Φερννδος και ο Λουδοβκος εχαν βγει µαζ για ιππασα, ο πργκιπας του επε:
"Αριο νωρς το πρω, γιε µου, πρπει να φγεις για την Νεπολη. ρθε η ρα να παρουσιαστες ως διδοχς µου και ρα ως εκπρσωπος πριγκηπικο οκου. σο γρηγορτερα υποβλεις τα σβη σου τσο πιο γργορα θα ρθει η στιγµ που οπωσδποτε λαχταρς, η στιγµ που η Αυλ θα υποδεχθε την πριγκπισσα Μοντλφο. Εγ δεν µπορ να σε συνοδεσω. Εναι γεγονς πως για ευνητους λγους θα προτιµοσα να παρουσιαστες µνος σου. Θα εντυπωσισεις τον ηγεµνα σου, θα γοητεσεις τους πντες, και θα θυµσαι πως η υπσχεσ σου εναι καθοριστικ για την επτευξη του στχου σου. Σε µερικς ηµρες θα σε συναντσω εκε".
     Ο Λουδοβκος συµφνησε αµσως και µλις φτασε το δειλιν πγε να αποχαιρετσει την Βιολτα. Την βρκε να κθεται πλι στην δφνη, που εχαν δσει  τους  πρτους  ρκους  αγπης. Κρατοσε  αγκαλι το αγορκι  τους, που χαµογελοσε, παρακολουθντας µε µτια ορθνοιχτα απ κπληξη το πανηγρι των πυγολαµπδων. Εχαν περσει δο χρνια. ταν πλι καλοκαρι κι ταν τα φλογερ βλµµατ τους συναντθηκαν µεθυσµνα απ την βεβαιτητα πως η αγπη τους παρµενε το διο δυνατ, εκενος, δακρζοντας απ την συγκνηση, ρθε και κθισε δπλα της. Της µλησε για το ταξδι στην Νεπολη που τον υποχρωσε να κνει ο πατρας του. να σννεφο ανησυχας ριξε την σκι του στην ψη της Βιολτας, µα δεν επε τποτε. ∆εν φοβταν, αλλ δεν µποροσε να κνει την καρδι της να µην χτυπει κθε φορ που νοιωθε το κακ να τους κυκλνει. ∆εν ξερε γιατ και πς, µα σο περνοσε ο καιρς η ασθηση αυτ λο και δυνµωνε.
     Εχε νυχτσει πια. Μπκε στο καλβι, βαλε το αγορκι, που εχε κοιµηθε απ' ρα, στο κρεβατκι του, και τρεξε κοντ στον Λουδοβκο. Αποφσισαν να κνουν ναν περπατο στο δσος, µχρι να ρθει η ρα της αναχρησς του, γιατ η ζστη που επικρατοσε στην διρκεια λης της µρας τον υποχρωνε να ταξιδψει βρδυ. Πραν το µονοπτι. Ξαφνικ, εκενη η ασθηση κινδνου που την επισκεπτταν απ καιρ ορθθηκε µσα της. Και αυτν την φορ χαµογλασε και την διωξε απ το µυαλ της. µως ταν αγκλιασε τον αγαπηµνο της για τελευταα φορ, κατρρευσε κτω απ την βα της. κλαψε πικρ, γαντζθηκε πνω του και τον ικτευσε να µην φγει. Εκενος, αιφνιδιασµνος απ την σοβαρτητα των παρακλσεν, ζτησε αµσως εξηγσεις, µα καθς δεν µπρεσε να της αποσπσει τποτε σαφστερο απ να χαµγελο γεµτο θλψη, την χιδεψε και την παρακλεσε να ηρεµσει. στερα της δειξε το µισοφγγαρο που λαµπε ανµεσα στα φλλα των δντρων και δινε στις σκις τους µιαν απστευτη ζωντνια. Της υποσχθηκε πως θα εναι πλι κοντ της πριν την πανσληνο και αφο την αγκλιασε για µιαν ακµη φορ, την φησε να σιγκλαιει πσω του. τσι γνεται συνθως ταν κποια µυστηριδης προφητεα σρνεται αργ σε µια καρδι θλιµµνη. Μπορε το πνεµα της Κασσνδρας να αποκαλπτει µσα της, µε µυριδες φωνς, το αριστο προασθηµα της επερχµενης συµφορς. µως ο "µντης" δεν χει να προσφρει την παραµικρ οιων και κανες δεν συνερζεται τα προαισθµατ του και το κακ εναι πλον αναπφευκτο, θα ξεσπσει σαν να µην ταν ποτ δυνατν να προβλεφθε. σαν να µην µποροσε καµι Κασσνδρα να το µαντψει, σαν να µην ταν παρ αποτλεσµα του διου εκενου αριστου προαισθµατος, που του δωσε σχµα και µορφ και υπσταση.
     Η Βιολτα ακολοθησε τον Λουδοβκο µε το θλιµµνο, γεµτο ανηµπορι βλµµα της µχρι που χθηκε. στερα πγε ν' αναπαυθε πλι στην κονια του παιδιο της. Μα σην ρα τον κοταζε να φεγει, οι φβοι της εχαν πρει τερστιες διαστσεις. Ξαφνικ τη κυρευσε πανικς. Πετχτηκε απ το στρµα της και ρχτηκε στο µονοπτι που εχε πρει ο αγαπηµνος της, φωνζοντας το νοµ του, κρατντας κθε τσο την ανσα της ν' ακοσει τχα τον καλπασµ του αλγου κι στερα πλι φωνζοντς του απελπισµνα να γυρσει πσω. Μα εκενος ταν πια πολ µακρι, δεν µποροσε να την ακοσου, κι εκενη γρισε στο καλβι της, ξπλωσε πλι στο παιδκι της, σφιξε το µικρ του χρι στο δικ της και σιγ σιγ αποκοιµθηκε.
     Ο πνος της ταν ελαφρς και σντοµος. Σηκθηκε χαρµατα. ∆εν εχε φξει ακµη ταν φρεσε το ππλο της, πρε τον µικρ και ετοιµστηκε να φγει για τον γειτονικ  να  της  Σντα  Τσιρα.  Ξαφνικ,  κουσε  ποδοβολητ  αλγων  στο µονοπτι. Η καρδι της σκρτησε και το σκρτηµα γινε γριο χτυποκρδι ταν εδε ναν γνωστο να µπανει στο καλβι. Η αυστηρ, γεροντικ µορφ του, ντονα τονισµνη απ τα λευκ µαλλι, ερχταν σε αλλκοτη αντθεση µε την ζωντνια του βλµµατος και το ευθυτενς παρστηµ του. Τα χαρακτηριστικ του προσπου του δειχναν σως ευγενικ καταγωγ κι ακµη ακµη κποια σκληρτητα. Στο θµα της αλαζονεας και της ακαταδεξις µως σαν πιο παραστατικ. µοιαζε κατ κποιον τρπο µε τον Λουδοβκο ταν τον πρωτογνρισε, κι τσι η Βιολτα δεν εχε την παραµικρ αµφιβολα πως ο νδρας που στεκταν µπροστ της ταν ο πατρας του ντρα της. Πσχισε να συγκεντρσει ση δναµη εχε µσα της, µα η κπληξη που νοιωσε αντικρζοντας την αλαζονικ µορφ του και -πνω απ' λα- το πανδαιµνιο των αλγων και των στρατιωτν ξω απ το καλβι της, την τραξαν τσο που νµισε πως για µια στιγµ η καρδι της σταµτησε. Ακοµπησε στον τοχο κτωχρη τοιµη να σωριαστε, σφγγοντας το αγορκι της στην αγκαλι της µε µια σπασµωδικ κνηση.
"Εσαι η Βιολτα Αµλδι κι αποκαλες -πως θλω να πιστεω- τον εαυτ σου σζυγο του Λουδοβκου Μοντλφο;" επε ο Φερννδος.
     τι κι αν θελε ν' απαντσει η Βιολτα, το σγουρο εναι πως τα χελη της, προλαβανοντς την, ψιθρισαν να "Μλιστα", που σβησε πριν καλ καλ ακουστε.
"Εµαι ο πργκηπας Μοντλφο", εξακολοθησε ο Φερννδος, "ο πατρας του φρονος παιδιο, που προχρησε σ' αυτν τον νοµο και ανητο σνδεσµο. ταν το πληροφορθηκα, δεν χρειστηκε να σκεφτ πολ για να καταστρσω το σχδι µου. Τρα εµαι εδ για να το εκτελσω. ∆εν χρειαζταν να λθω να σε βρω. Θα µποροσα να δρσω και χωρς να υποβλω τον εαυτ µου σε αυτν την δοκιµασα, την οποα πως βλπεις εµαι σε θση να αντξω. µως η καλ µου καρδι µε ανγκασε να επιλξω την συνντηση. Ελπζω ββαια πως δεν θα το µετανισω".
Ο Φερννδος σπασε. Η Βιολτα εχε ακοσει ελχιστα απ' σα της επε. Προσπαθοσε να συγκεντρσει τις σκορπισµνες σκψεις της, να συγκρατσει την καρδι της που χτυποσε σαν τρελ, να οπλιστε µε την αξιοπρπεια και την δναµη της αθωτητας και της αισιοδοξας που φλιαζαν πντα µσα της. Κθε λξη που ξεστµισε ο πεθερς της δεν ταν γι' αυτν παρ λγος ακµη χρνος στη προσπθει της να συνλθει.
     ∆εν µλησε, γειρε µνο το κεφλι, κι εκενος συνχισε:
"ταν ο Λουδοβκος ταν ο δετερος εν ζω γιος µου και δεν ζητοσε να κοινοποισει το σφλµα του, δεν εχα αντρρηση να απολαµβνει ελεθερα αυτ που ονµαζε ευτυχα. µως τα πργµατα λλαξαν. Τρα εναι διδοχος των Μοντλφο και πρπει να στηρξει την οικογνεια και τον ττλο του µε τον κατλληλο γµο. Το νειρ σου τελεωσε. ∆εν θα σου κνω κακ. Θα σε προυµε απ εδ µαζ µε το παιδ σου, θα σας βλουµε σ' να πλοο και θα πτε σε κποια πλη στην Ισπανα. Θα παρνεις να ετσιο επδοµα και εφσον δεν επιζητσεις να λθεις σε επαφ µε τον Λουδοβκο δεν φγεις απ το συλ σου, δεν χεις να φοβηθες τποτε. Αν µως αντιληφθ την παραµικρ κνηση εκ µρους σου, αν στω σκεφτες πως θα µποροσες να καταλβεις µια κοινωνικ θση για την οποα δεν εσαι ικαν, η εκδκησ µου θα πσει πνω σου και πνω στο παιδ σου µε µανα που δεν µπορες καν να την φανταστες!"
     Η Βιολτα ταν εντελς αδναµη, εντελς απροσττευτη στο λεος του ρχοντα, κι αυτ της δωσε δναµη.
"Εµαι µνη και ανσχυρη", αποκρθηκε. "Εσ εσαι ισχυρς και χεις παλιανθρπους τοιµους να εκτελσουν ποιο γκληµα περσει απ το µυαλ σου. ∆εν µε ενδιαφρει οτε το Μοντλφο οτε ο ττλος οτε η κοινωνικ θση. µως ποτ µα ποτ δεν πρκειται να απαρνηθ τον Λουδοβκο µου. Ποτ δεν πρκειται να προδσω τους ρκους που του δωσα και µου δωσε. Πγαιν µε σο µακρι του θλεις, θα το γυρψω παντο, ξυπλυτη, πεινασµνη θα γυρσω λον τον κσµο για να τον βρω. Εναι δικς µου µε τον τρπο της αγπης που µου δωσε. Εµαι δικ του µε την δναµη της αφοσωσης και της αινιας πστης που κνει αυτν την στιγµ την φων µου ν' ακογεται. Χρισ µας σε χλια κοµµτια, θα ξανασµξουµε. Μνον αν σκψεις τον βαθτερο τφο ανµεσ µας θα µπορσεις να µας κρατσεις µακρι".
     Ο Φερννδος χαµογλασε ειρωνικ.
"Κι αυτ το αγρι;" επε δεχνοντας το παιδ που κοιµταν. "Θα το θυσισεις σαν αθο ερφιο στον βωµ του ρωτ σου; Θα φυτψεις µνη σου το µαχαρι στην καρδι το σφαγου σου;"
     Τα χελη της Βιολτας σπρισαν, καθς αγκλιαζε σφιχτ το παιδ της και κραγαζε σχεδν ναρθρα:
"Κι µως υπρχει Θες εκε πνω!"
     Ο Φερννδος βγκε απ το καλβι που γµισε αµσως µε στρατιτες. Σκπασαν την Βιολτα και το αγορκι της µε ναν µεγλο µανδα, τους συραν ξω απ το καλβι, τους χωσαν σε να εδος περκλειστου φορεου και ρχισαν λοι µαζ µια σιωπηλ πορεα. Η Βιολτα, ταν τις ρχτηκαν οι εχθρο της, ορλιαξε δυνατ, αλλ στερα βλποντας πως δεν ταν δυνατν να τους αντιµετωπσει συγκρτησε τον εαυτ της. ταν βρθηκε στο φορεο, πσχισε να απαλλαγε απ τον µανδα που την τλιγε, µα δεν τα κατφερε. Εξλλου ο µικρολης της εχε βλει τα κλµατα, τροµαγµνος απ την ακατανητη για κενον κατσταση, και πρεπε να τον ησυχσει. Κποτε τον κοµισε και τροµαγµνη καθς ταν µσα στο σκοτδι, δχως βοθεια, δχως ελπδα, νοιωσε τις δυνµεις της να την εγκαταλεπουν.
     Βυθσθηκε σ' ναν ατλειωτο, απελπισµνο, κατασκτεινο πνο. Κι µως συνχισε να σκπτεται. Φανταζταν τον πνο του Λουδοβκου και τα δκρυ της τρεχαν ασταµτητα. ∆εν υπρχε πια καµι ελπδα γι' αυτν. Οι εχθρο της ταν αµτρητοι. Θα της παιρναν το παιδ της και θα την φυλκιζαν σε κποιο µοναστρι. ∆εν εχε πια δυνµεις. Ο φβος την κανε να παραλει. Η ποµπ µπκε στην πλη του Σαλρνο κι ο χος των κυµτων ειδοποησε την δστυχη Βιολτα πως πλησαζαν στην ακτ.
"Αχ κµατα κατπικρα, µα χι πιο πικρ απ τα δκρυ µου. Σε λγο θα εµαι δικ σας!" φναξε.
     Τρα οι δεσµτες της µπαιναν σ' να κτσµα. ταν µια πολεµστρα, λγο ξω απ την πλη, στην ακτ. βγαλαν την Βιολτα απ το φορεο και την οδγησαν σ' να φρικτ δωµτιο. Το σιδερφρακτο παρθυρο, που δεν βρισκταν πολ πνω απ το δαφος, δειχνε πως επρκειτο για κελ. Ο επικεφαλς των απαγωγων, της απηθυνε τον λγο µε µεγλη ευγνεια και της ζτησε συγνµη για την ακαταλληλτητα του καταλµατος. Ο νεµος δεν ταν ευνοκς, επε, µα περµεναν ν' αλλξει αριο κι τσι θα µπαρκριζαν πολ σντοµα. Της δειξε το πλοο αγκυροβοληµνο στ' ανοιχτ. Η Βιολτα, αναθρρεψε µε την µειλχια συµπεριφορ του, και ρχισε να τον ικετεει να συµµερισθε το δρµα της, µα εκενος φυγε αµσως. Σχεδν αµσως, νας λλος στρατιτης φερε φαγητ, να φλασκ µε κρασ και µια καντα νερ. Αποσρθηκε και αυτς αµσως. Φεγοντας, κλεδωσε πσω του την απρθητη πρτα.
     Η Βιολτα κουσε τα βµατ του να σβνουν αργ µσα στην ησυχα, µα αυτν την φορ δεν φησε την απελπισα να την καταβλει. πρεπε να σταθε δυνατ, αν θελε να δραπετεσει απ την φυλακ της. φαγε λγο απ το φαγητ που της εχαν φρει, πιε µια γουλι νερ κι τσι αναζωογονηµνη, πλωσε στο πτωµα τον µανδα µε τον οποον την εχαν σκεπσει οι απαγωγες, και κθισε πνω του τον µικρ να παξει. στερα πγε στο παρθυρο µπως περσει κανες, που ακµη κι αν δεν µποροσε να την βοηθσει να βγει απ εκε µσα, σως µποροσε να µεταφρει στον Λουδοβκο το µνυµα πως ζει και τον περιµνει. Ωστσο ο δρµος που περνοσε µπροστ απ το παρθυρο εχε σγουρα φρουρος, που δεν φηναν κανναν να πλησισει. Κποια στιγµ, καθς πλησασε το πρσωπ της στο παρθυρο για να κοιτξει καλτερα ξω, διαπστωσε πως το κεφλι της µποροσε να περσει νετα ανµεσα στα κγκελα. Το παρθυρο δεν απεχε πολ απ το δαφος. Αρκε να δενε τον µανδα σε να απ τα κγκελα κι η κατβαση θα ταν παιχνδι.
     ∆εν τλµησε να προχωρσει σε ττοιο εγχερηµα. χι, ταν πολ φοβισµνη. λλωστε µπορε να την παρακολουθοσαν, µπορε να εχαν κνει την δια σκψη και οι δεσµοφλακς της. Μπορε να βρσκονταν δη ξω απ το παρθυρο. Αποσρθηκε στην απναντι γωνα του κελιο, κθισε στο πτωµα και ρχισε να κοιτζει τα κγκελα, ταλαντευµενη ανµεσα στην ελπδα και τον φβο, που τρα εχε αρχσει να δνει στα µγουλ της την δια εκενη ωχρτητα που πρωταντκρισε ο Λουδοβκος. Το αγορκι τους πτε παιζε και πτε κοιµταν. Ο ωκεανς βρυχιταν ακµη και τα µαρα σννεφα, σπρωγµνα απ τον σιρκο, σκοτενιαζαν τον ουραν και βαζαν το δειλιν να συντοµεει. Οι ρες φευγαν η µια µετ την λλη. Η Βιολτα δεν κουγε χο ρολογιο, λιος δεν υπρχε για να εικσει την ρα απ την σκι του, µα ξερε πως η νχτα ερχταν ακθεκτη, γιατ το κελ σκοτενιαζε αργ κι να µακριν βε Μαρα, (Η προσευχ προς τη Παρθνο µε την οποα τελεινουν οι λειτουργες των καθολικν), τρκλιζε ανµεσα στα ουρλιαχτ του ανµου και τους βρυχηθµος των κυµτων. Γοντισε και προσευχθηκε µε θρµη στη Παρθνο προσττη των αθων.
     Προσευχθηκε γι' αυτν την δια και για το αγορκι της, το παιδ  που δεν τανε λιγτερο αθο απ τη Θεοτκο και το Θεο Βρφος, τον µοναδικ σκοπ της παρξς της. Σπασε. Πλησασε στο παρθυρο κι αφουγκρστηκε τη νχτα. Νµισε πως κουσε κτι ανθρπινο, κτι ανεπασθητα ανθρπινο. µως ο χος σβησε απτοµα και το σκοτδι πνγηκε σε µια καταρρακτδη βροχ. Οι βροντς και οι αστραπς που ακολοθησαν το δχως λλο θα καναν κθε ζωνταν πλσµα να γυρψει καταφγιο αµσως. Η Βιολτα ργησε. Θα µποροσε να εκθσει το παιδ της σε ττοια νχτα; Τρµαξε και µνο στην σκψη. στερα ξαναβρκε το θρρος της. Θα σκπαζε τον µικρ µε τον µανδα που το πρω δεν ταν παρ τα δεσµ τους.  ∆οκµασε τα κγκελα και εδε πως στω και µε δυσκολα θα τα κατφερνε να περσει ανµεσ τους. Κοταξε κτω και στο φως µιας αστραπς εδε για λλη µια φορ πως το ψος δεν ταν µεγλο. Επστρεψε στην προσευχ της. Παρακλεσε να εναι καλ ο Λουδοβκος της κι πειτα θεσε σε εφαρµογ το σχδι της χι χωρς φβο, αλλ µε αποφασιστικτητα.
     δεσε τον µανδα στο µακρ ππλο της στε να φτνει µχρι το δαφος και να µπορε στερα να λυθε εκολα. Πρε στην αγκαλι της τον µικρ, τον πρασε απ τα κγκελα, πρασε κι εκενη, τον δεσε πνω της µε την ζνη της και γλστρησαν µχρι τον δρµο. λυσε τον µανδα απ το ππλο και τυλχτηκε στις σκοτεινς πτυχσεις του µαζ µε το παιδ. Ττε κρτησε την ανσα της για ν' αφουγκραστε τους χους της νχτας. Η φση αγρυπνοσε µε λη την δναµη της φωνς της. Η θλασσα µαινταν, οι αστραπς αποκλυπταν µιαν απραντη ερηµι χαρακωµνη εδ κι εκε απ τα σαρκαστικ ξεσπσµατα των κεραυνν. Η Βιολτα πρε τον δρµο, φροντζοντας να βλπει πντα στα δεξι της τους αφρος των κυµτων, γιατ τσι δεν θα χανε το Μοντλφο, που αντκριζε την θλασσα. Βδιζε σο πιο γργορα της επτρεπε το φορτο της, ακολουθντας πντα τον δρµο, γιατ δεν θελε να χαθε µσα στο σκοτδι. Η βροχ συνχιζε να πφτει κι εκενη πορευταν ασταµτητα, σπου τα πδια της δεν την κρατοσαν πια. πρεπε να σταµατσει, ν' αποστσει κµποσο και να ξεγελσει την πενα της µε το ξεροκµµατο που εχε πρει απ το κελ. Η δρση και η επιτυχα την καναν αλλκοτα ενεργητικ. ∆εν πρεπε να δειλισει τρα που νµιζε πως εναι ελεθερη και ασφαλς. κλεγε, µα ταν µνον απ την νταση, που δεν βρισκε λλον τρπο να ξεσπσει. ∆εν αµφβαλε οτε στιγµ πως θα κατφερνε να βρει τον Λουδοβκο. ρες ολκληρες τα στοιχεα της φσης την δερναν αλπητα, µα τρα κπασαν για µια στιγµ την µανα τους. Κθισε σε µια µεγλη πτρα στην κρη του δρµου που δισχισε εκενον τον απραντο, τροµακτικ, γνωστο τπο, µε το αδναµο παιδκι της στην αγκαλι, φαγε το λγο ψωµ που εχε µαζ της και ξαφνικ νιωσε στα βθη της καρδι της να σαλεουν η χαρ, η αγπη και το θριαµβευτικ προασθηµα πως θα ξανσµιγε σγουρα µε τον αγαπηµνο της.
     τανε καλοκαρι κι ο αρας ζεστς. Ο µανδας τη προσττευε απ την υγρασα. Μλις χραξε, σηκθηκε και πρε το πρτο µονοπτι που συνντησε µε κατεθυνση την οροσειρ των Απενννων. Ντια βρισκταν το Σαλρνο και µπροστ του µια πεδιδα που φτανε µχρι την θλασσα, στεφανωµνη µε µικρτερα βουν, απριττα µορφα στο σχµα τους. Οι γυµνς κορυφς τους ορθνονταν αγρωχες προς τον ουραν και οι πλαγις τους ταν γεµτες ποτµια, που κατηφριζαν ποτζοντας την πεδιδα.  Μετ απ κµποσες ρες δρµο, η Βιολτα φτασε σ' να µικρ οροπδιο γεµτο πεκα. Αντκρισε µε χαρ το φιλικ καταφγι της. Τρπωσε στο δσος, κι ταν δεν βλεπε γρω της παρ µνο δντρα, κθισε να ξεκουραστε. Η νυχτεριν θελλα υποχωρντας εχε πρει  µαζ της τον σιρκο και ο λιος, κατατροπνοντας τα σννεφα που νωρς το πρω αµαρωναν το µεγαλεο του, στεκταν ψηλ, µοναδικς ηγτης της δξας του µεσηµεριο. Η Βιολτα ταν παιδ του ντου και δεν φοβταν την ζστη.
     Μζεψε κουκουνρια, κατφερε ν' ανψει φωτι, και τα φαγε µε ρεξη. στερα αναζτησε καταφγιο σε µια πυκν φυλλωσι, γειρε στο χµα και κοιµθηκε µε το αγορκι της στην αγκαλι, ψιθυρζοντας λγια ευγνωµοσνης για τα Ουρνια και την Παρθνο, που την βοθησαν να δραπετεσει. ταν ξπνησε, ο πρτος ενθουσιασµς την εχε εγκαταλεψει. νιωθε µνη και απροσττευτη στο λεος των διωκτν της, µα δεν κλαψε. Σκφτηκε πως βρισκταν πολ κοντ στο Σαλρνο - ο λιος λαµπε κατ την µερι της θλασσας- κι τσι σηκθηκε κι ρχισε να πορεεται µσα στο πυκν δσος. ταν κατφερε να βγει απ τον λαβρινθο των δντρων, διαπστωσε πως δεν µποροσε συνεχσει προς την θλασσα. βλεπε χεµαρρους να κατεβανουν ορµητικ και να χνονται σ' να µεγλο ποτµι που της κλεινε τον δρµο. Ωστσο, λγο πιο κτω βρκε µια γφυρα, που την οδγησε σ' να αρκετ µεγλο και ερηµικ λιβδι. νθρωποι δεν υπρχαν εκε γρω, µα οτε φανεται να εχαν πλησισει ποτ. Η νχτα δεν θα αργοσε να φτσει και η Βιολτα δστασε να συνεχσει, µα βλποντας πρα µακρι να τρεµοσβνουν στο λγο φως του δειλινο τα περιγρµµατα κποιων κτισµτων, οδγησε τα βµατ της κατ' εκε, ελπζοντας πως ταν χωριουδκι και πως θα βρισκε σγουρα κπου να κοιµηθε και σως κποιον τρπο να φτσει στην Νεπολη χωρς να την ανακαλψουν οι παντοδναµοι εχθρο της. Εχε συνχεια καρφωµνο το βλµµα της σ' εκενα τα κτσµατα που µοιαζαν µε τερστιους ναος χωρς τρολους και αναρωτιταν τι να ταν στην πραγµατικτητα, ταν ξαφνικ εξαφανστηκαν. Σκφτηκε πως θα κρφτηκαν πσω απ κποιον λφο, µα η γη µπροστ της ταν εντελς εππεδη.
     Σταµτησε κι αποφσισε να διανυκτερεσει επιτπου. λη µρα δεν εδε ψυχ. ∆υο τρεις φορς εχε ακοσει γαυγσµατα και σως την φλογρα κποιου βοσκο, µα δεν φνηκε κανες. Η ερηµι ταν απλυτη γρω της, κι αυτ αρχικ την κανε να νιθει ασφαλς. που δεν υπρχαν νθρωποι, δεν υπρχε και κνδυνος. µως σιγ σιγ η µοναξι γινε οδυνηρ. Λαχταροσε να δει στω να καλβι, ναν βοσκ -ας ταν και αγριωπς- να της λσεις τις απορες της να την φιλψει κτι. Εχε δει µε κπληξη εκενα τα κτσµατα να ορθνονται στο βθος του ορζοντα σαν σωτριοι φροι. ∆εν θα θελε να µπει σε καµι µεγλη πλη, κι εξλλου αναρωτιταν πως µποροσε να υπρχει πολιτεα σ' εκενη την ερηµι. µως το δσος το εχε αφσει πολ πσω και χρειαζταν τροφ. Η νχτα προχωροσε γλυκι σαν βλσαµο, η αρα και η διφανη ατµσφαιρα την τλιγαν σ' να ππλο δροσις, οι πυγολαµπδες εχαν στσει χορ γρω της, οι νυχτερδες δισχιζαν απαλ στο σκοτδι, η κουκουβγια τναζε τα βαρι φτερ της κπου κοντ και το σκαθρι δεν παυε να γεµζει τον αρα µε τον βµβο του. Εχε ξαπλσει στο δαφος, µε το παιδ στην αγκαλι και κοιτοσε τον ναστρο ουραν.
      Χλιες σκψεις αργοσρνονταν στο µυαλ της: ο Λουδοβκος, η αντµωσ τους, η χαρ µετ απ τσο πνο. Κι τσι λησµνησε πως ταν µνη, πεινασµνη, κυνηγηµνη απ τους εχθρος της σε µιαν ρηµη απλωσι της Καλαβρας. Κοιµθηκε.
Ξπνησε την ρα που ο λιος µλις αντειλε πσω απ τους αρχαους ναος της Ποσειδωνας και κονες ριχναν µικρς σκις στην γη. Βρσκονταν πολ κοντ της, αθατοι µσα στην νχτα, µα τρα φανονταν σχεδν καθαρ, πως κτσµατα που εχε δει εχθς το απγευµα. Ορθνονταν σε µια κακοτρχαλη απλωσι, δχως στγες, µε τους κονες κυκλωµνους απ πανψηλα αγριχορτα. Ο καταγλανος ουρανς τους σκπαζε απαλ λοζοντας κθε γωνι τους µ' να πασχαρο φως. Η Βιολτα τους κοταζε εκστατικ. ταν ναο κποιου θεο, που µοιαζε να εναι ακµη εκε, να τους χαρζει την αινια οµορφι του. Και σως αυτ τα ερεπια - πως τα ονµαζαν λοι- γοητευτικ τραχι και θεσπσια µοναχικ, να ταριαζαν περισστερο στην φση του, απ ττε που εχαν στγες κι ολχρυσα στολδια και αστραφτερ µρµαρα.
     σως η βουβ λατρεα του αρα και των ευτυχισµνων αγριµιν να τους ξιζε περισστερο απ τα πλθη των βιαστικν και σπλαχνων ανθρπων, που µαζεονταν κποτε εκε. λη η αγαθτητα των θεν µοιαζε να κατοικε σ' εκενη την γη που µνο αγριχορτα φτρωναν. Το πνεµα της οµορφις φτερογιζε ανµεσα σ' αυτος κονες, που εχαν θαµπσει απ τον χρνο, εχαν πρει να παρξενο χρµα, αλλ πλαισωσαν µε βαθι ανθρπινη ατµσφαιρα τον ερειπωµνο βωµ. ∆ος και βαθι αφοσωση πληµµρισε την καρδι της ρηµης κοπλας. Σκωσε το βλµµα της στον ουραν κι φησε την καρδι της να πετξει να τρξει να προσφρει τις ευχαριστες της, να προσευχηθε µε βαθι κατνυξη. χι πως βρκε τις κατλληλες λξεις -τα χελη της δεν σλεψαν στιγµ- τις κατλληλες προτσεις -δεν σκεπτταν τποτε- αλλ τσι απλ, φησε τα συναισθµατα της λατρεας και του µεγαλεου που την πληµµριζαν να µιλσουν απ µνα τους, βουβ. Και καθς το φως του λιου ξεχθηκε ανµεσα στους κονες, η χαρ, µε φτερ περιστερς, καταγασε την ψυχ της.
     Βυθισµνη σ' αυτ τη κατνυξη που δεν εχε νισει ποτ σε εκκλησα, ανβηκε τα σπασµνα και φαγωµνα απ τον νεµο και την βροχ σκαλοπτια του µεγαλτερου ναο και πρασε στο εσωτερικ του. Μια δετερη σειρ κινων διγραφε να µικρτερο χρο. Μπκε και εκε. Κθισε σ' να µεγλο σπραγµα µετπης, που εχε γκρεµιστε ποιος ξρει πτε, και περµενε βουβ να την επισκεφθε κποιος οιωνς, να της δεξει τι πρεπε να κνει. Ττε, κουσε γαυγσµατα κι στερα βελσµατα προβτων και εδε να µικρ κοπδι να τριγυρζει τον να. Ο βοσκς ταν να κορτσι ντυµνο µε ελχιστα κουρλια. µως η εποχ δεν χρειαζταν πολλ ροχα κι εκενοι οι φτωχο νθρωποι, που ο µνος τους πλοτος ταν ,τι τους δινε η γη, συνθως ντνονταν πολ ελαφρι και καθλου.
     ταν αγρευε ο καιρς, ριχναν πνω τους ακατργαστες προβις, κι ταν φτανε το καλοκαρι απλ τις πετοσαν κι µεναν σχεδν γυµνο. Η βοσκοπολα ταν σως γρω στα δεκαπντε. να µεγλο ψθινο καπλο την προσττευε απ τις δυνατς ακτνες του λιου. ταν ξυπλυτη. Το κοντ µεσοφρι της, σαν τον χιτνα της Αρτµιδος, φτανε µχρι τα γνατα. Στο ψος του στθους της µια κορδλα, που παιζε ρλο ζνης, συγκρατοσε τα υπλοιπα κουρλια και την κανε να µοιζει µε Ελληνδα παρθνα. Τα κουρλια αυτ σχηµτιζαν απ µνα τους µια φορεσι, που οι ντονες χρωµατικς αντιθσεις των παρταιρων προχειροκοµµνων τµηµτων, της διναν να εδος βασιλικς µεγαλοπρπειας. Η Βιολτα πλησασε την βοσκοπολα και σε λγο νοιξε µαζ της κουβντα. ∆εν σχολασε τα αισθµατα οκτου που της προκαλοσε η εµφνισ της. Απλ την ρτησε πς λεγαν εκενο το µρος.
     Την δια στιγµ ο µικρς ξπνησε. ταν ευδιθετος και κατφερε αµσως να κλψει την προσοχ τους. Η βοσκοπολα δεν ταν µνο µορφη, µα εχε και πολ καλ καρδι. ρχισε να παζει µε τον µικρ και φαινταν ευτυχισµνη που βρκε συντροφι µσα στην τση µοναξι της. ταν η Βιολτα της επε πως πεινοσε, εκενη της πρσφερε το φτωχικ της: ψητ κουκουνρια, βραστ κστανα κι να ξεροκµµατο. Η Βιολτα φαγε µε λαχτρα και χρτασε. µειναν µαζ λη την ηµρα. Ο λιος γειρε, η τελευταα λµψη του δειλινο σβησε, και η βοσκοπολα θελε να πρει την Βιολτα µαζ της στο σπτι της. µως εκενη δεν θελε να πλησισει σε κατοικηµνη περιοχ, γιατ οι δικτες της θα ψαχναν σγουρα κθε πιθαν καταφγιο.
δωσε στη να της φλη µερικ ασηµνια νοµσµατα, που εχε µαζ της πριν την πισουν και, αφο πρτα την παρακλεσε να της φρει φαγητ την επµενη µρα, την εξρκισε να µην αναφρει σε κανναν την συνντησ τους. Το κορτσι την καθησχασε και µε την βοθεια του σκλου της οδγησε το κοπδι µακρι. Η Βιολτα πρασε τη νχτα στον χρο του κυρως ναο.
     Στο µεταξ, ο πργκηπας Μοντλφο, σγουρος πως το σχδι του θα στεφταν µε επιτυχα, εχε φγει το διο κιλας απγευµα για την Νπολι. Βρκε τον γιο του στο αρχοντικ των Μοντλφο. Περιφρονντας την Αυλ και αδιαφορντας για την ευθυµα που τον τριγριζε, ο Λουδοβκος λαχταροσε να επιστρψει στο καλβι, που εχε αφσει την Βιολτα. τσι, µετ απ δο ηµρες, επε στον πατρα του πως θα πγαινε στο Μοντλφο και θα γριζε πσω το πρω της εποµνης. Ο Φερννδος δεν τον εµπδισε, µως, δο ρες µετ την αναχρησ του, τον ακολοθησε. ταν φτασε στο κστρο δεν ταν πολ ρα που ο γιος του εχε αφσει εκε την συνοδεα του και συνχισε µνος για το καλβι του δσους. Το πρτο πρσωπο που εδε ο πργκηπας ταν ο επικεφαλς των απαγωγων της Βιολτας. Του εξιστρησε µε συντοµα τα καθκαστα: τον αντθετο νεµο, τον εγκλεισµ στο κελ, την ακατανητη δραπτευσ της και τις καρπες προσπθειες να την εντοπσουν. Ο Φερννδος νµιζε πως ονειρευταν. ταν κατφερε να συνειδητοποισει την κατσταση, δεν ξερε τι να σκεφτε, πο να πει, πς να γυρψει την φυγδα. Σκλιασε στην κυριολεξα, µα γργορα κατλαβε πως δεν θα τον ωφελοσε µια κρση οργς. Περιλουσε µε κατρες τον µαντατοφρο, στειλε αποσπσµατα να ψξουν παντο, υποσχθηκε πλοσιες αµοιβς, απατησε απλυτη µυστικτητα και αποσρθηκε προβληµατισµνος στην κµαρ του. Η µνωσ του δεν κρτησε πολ. Ο Λουδοβκος ρµησε µσα µε το πρσωπο φλεγµενο απ την οργ.
"∆ολοφνε!" ορλιαξε. "Πο εναι η Βιολτα µου;"
     Ο Φερννδος δεν µλησε.
"Απντησ µου!" επε ο Λουδοβκος. "Μλα µ' αυτ τα χελη που πρσταξαν τον θνατ της σκωσε πνω µου αυτ το χρι που δεν βφτηκε ββαια στο αµα της! Αχ, Βιολτα κι αγαπηµνο µου αγγελοδι, υπρχει ακµη χρος για σας στην καρδι µου. Αυτ το χρι δεν γραψε στο µτωπ µου "Πατροκτνος"!"
     Ο Φερννδος επιχερησε να µιλσει.
"χι!" ορλιαξε ο δστυχος Λουδοβκος. "∆εν πρκειται ν' ακοσω τον δολοφνο της. Μα, εναι αλθεια νεκρ; Γονατζω µπροστ σου, σε λω πατρα, προσπφτω σ' αυτν την γρια καρδι, φιλ το χρι αυτ που µε ρπισε τσες φορς και τρα µου δνει το τελευταο θανσιµο χτπηµα, πες µου, αχ, πες µου, εναι ζωνταν;"
     Ο Φερννδος εκµεταλλεθηκε τον στιγµιαο κλονισµ του νου για να διηγηθε την ιστορα του. Του επε την αλθεια. Μα πς µποροσε να τον πιστψει κανες; Η καρδι του δστυχου Λουδοβκου γµισε οργ. ∆εν αµφβαλε πως η Βιολτα εχε δολοφονηθε. Καταρστηκε τον πατρα του, του ορκστηκε πως σε λγο καιρ θα καταντοσε να ψχνει για διδοχο ανµεσα στις λσπες της γης, κι εξαφανστηκε.
Τα βµατ του τον οδγησαν στο καλβι, ψαξε λη την περιοχ, ρτησε τους πντες. Πγε στο Σαλρνο. κουσε την δια αµφβολη ιστορα, την ιστορα που σγουρα χλκευσε ο πατρας του για να απαλλαγε απ την κατηγορα του φνου και να βυθσει στο σκοτδι την εξντωση της Βιολτας.
     Η εξηµµνη φαντασα του αναπαρστησε την σκην του θαντου της. Το σπτι που την φυλκισαν εχε ναν πυργσκο, που αντκριζε την θλασσα. Απ κτω περνοσε να ορµητικ ποτµι για να χυθε στον βαθ κατασκτεινο ωκεαν. ταν ββαιος πως η µοιραα σκην διαδραµατστηκε εκε. Ανβηκε στον πυργσκο. Τα παρθυρα σαν γυµν, τα σιδερνια κγκελα λειπαν. Απ εκε πταξαν την Βιολτα και το παιδ τους στα ορµητικ νερ του ποταµο. Αυτ καναν.
     Αποφσισε να πεθνει! Εκενη την εποχ, που η καθολικ πστη ταν αγν, η αυτοκτονα νοµιζταν ωµγα αµρτηµα. Μα υπρχαν κι λλοι τρποι. Θα πγαινε να προσκυνσει στους Αγους Τπους, θα µαχταν και θα πεφτε νεκρς κτω απ τα τεχη της Ιερουσαλµ. Απερσκεπτο και γεµτο ορµ το σχδι του δεν χρειστηκε λιγτερο χρνο να υλοποιηθε απ' σο να συλληφθε. Προµηθετηκε το ρσο του προσκυνητ στο Σαλρνο κι ταν φτασαν τα µεσνυχτα φησε την πλη, τραβντας ντια, χωρς να ειδοποισει τους ακλουθος του. Η οργ και η θλψη εναλλσσονταν στην καρδι του. Σε λγο απµεινε µνο η θλψη. Εκενη, της οποας τον φονι µισοσε, ταν γγελος και τον κοταζε απ τον ουραν, κι αυτς τραβοσε για τους Αγους Τπους να διεκδικσει το δικαωµα της νωσης µαζ της. Θλψη, θλψη απραντη γεµτη τρυφερτητα θλωνε το βλµµα του. Για κενον δεν υπρχε θση πια στο µεγλο θατρο του κσµου. Απ' λα τα στολδια, το ρσο του προσκυνητ ταν το πιο λαµπρ, απ' λα τα σκπτρα το ξεροκµµατ του ταν το ισχυρτερο. Συµβλιζαν την δναµη που εχε η ψυχ του πρα απ' τα σνορα της γης, ταν σηµδια της µελλοµενης νωσς του µε την Βιολτα. Κατευθνθηκε προς την Βρουνδουσα.* [Υποσλιδη σηµεωση: Το σηµεριν Πρντεζι.]       Βδιζε γργορα, σαν να ταν θυµωµνος µε λον τον χρνο και τον χρο που απλνονταν ανµεσα σε αυτν και στον σκοπ του. Η αυγ ξπνησε την γη κι αυτς ακµη περπατοσε. Ο λιος του µεσηµεριο κρφωσε πνω τους τις ακτνες του, µα η πορεα του δεν διακπηκε στιγµ. Μπκε σ' να πευκδασος και, ακολουθντας τα χνη των κοπαδιν, κουσε το κελρυσµα µιας πηγς. Η δψα των βασνιζε. νοιξε το βµα του. Το νερ ανβλυζε απ την γη και σχηµτιζε µια λµνη. Λουλοδια φτρωναν στις χθες της, κι γερναν πνω απ το νερ, µα δεν καθρεφτζονταν, γιατ η επιφνεια ταραζταν συνεχς απ µυριδες µικρς δνες, που ξεσποσαν λες µαζ σ' να ποταµκι. Το µικρ διφανο ρεµα λαµποκοποσε κτω στον λιο και προσπερνοσε πτρες και βραχκια, τρχοντας προς την δικ του αιωνιτητα: την θλασσα. Τα δντρα, σαν ν' αποφσισαν ξαφνικ να εγκαταλεψουν το βουν, εχαν µαζευτε λα στους πρποδς του.
     Το χορτρι τανε καταπρσινο και δροσερ, κατσπαρτο µε αγριολολουδα. Λγο παραπρα, µια δετερη, µικρτερη λµνη, τνιζε µε την αταραξα της την συνεχ ανασττωση της πρτης, που δεν ταν παρ να χρωµατικ πανδαιµνιο, τριγυρισµνο απ δντρα και νθη. Αντθετα, στην επιφνεια της µικρτερης λµνης, ο φυσικς δικοσµος καθρεφτιζταν µε µια διαγεια, µε µια ζωντνια, που δεν διθετε στην πραγµατικτητα. Τα δντρα στκονταν κπως παρµερα, µε νετο χρο για τον αρα ανµεσ τους, τοποθετηµνα και σχεδιασµνα λες απ το χρι κποιου θεκο καλλιτχνη. Ο Λουδοβκος πιε νερ απ την πηγ, και στερα πλησασε την λιµνολα. Κοταξε µε πραγµατικ απορα το θαµα που καθρεφτιζταν στην γαλνια επιφνει της. να πουλ περνοσε µε ανοιχτ φτερ κτω απ το νερ -λες- κι νας γαδαρκος πρβαλε το κεφλι του ανµεσα στα δντρα, γυρεοντας µταια καννα ξερχορτο. Ο Λουδοβκος σκωσε το βλµµα και κοταξε το πραγµατικ ζο, που φνταζε λιγτερο πραγµατικ, λιγτερο ζωνταν απ το εδωλ του στο νερ.
     Κτω απ τα δντρα, δπλα στο γαδουρκι κποιος κοιµτανε, τυλιγµνος µ' να µανδα. Ο Λουδοβκος ριξε µια µατι -χωρς καν να ξρει γιατ- και τον κυρευσε η περιργεια. στερα, κτι σαν τρλα ευχριστη, ανακουφιστικ, τον σπρωξε µπροστ. Πλησασε γργορα τη µορφ  που  κοιµταν, γοντισε, παραµρισε τον µανδα κι εδε την Βιολτα µε το παιδ τους στην αγκαλι της. Ανσαινε ανλαφρα. Τα διφανα βλφαρ της δεν ργησαν ν' ανοξουν, αποκαλπτοντας τα φωτοβλα µτια της. Ο Λουδοβκος κι η Βιολτα, πρανε τον δρµο για το καλυβκι τους, για το πλουσιτερο παλτι του κσµου, χορτανοντας κθε σπιθαµ γης που πατοσαν. ∆εν µποροσαν ακµη να πιστψουν πση δναµη µπορε να χει η αγπη. κλαιγαν και κοιτζονταν και κοταζαν το παιδ τους και κρατοσαν ο νας το χρι του λλου σφιχτ, σαν να θελαν συγκρατσουν την πραγµατικτητα, σαν να φοβονταν πως µπορε να πετξει µσα σε µια στιγµ.
*
     Ο πργκηπας Μοντλφο τους κουσε να φτνουν. Εχε περσει µρες και νχτες εφιαλτικς. Ο φβος πως θα κατληγε χωρς παιδ και διδοχο, τον εχε ηµερσει. Φοβτανε τη κατακραυγ του κσµου. Η στυγερ διακυβρνησ του εχε δηµιουργσει πολλς αντιδρσεις. σως να µη βρισκτανε µακρυ απ τη µρα της κρσης. Παραδθηκε στη δναµη του πεπρωµνου. ∆εν τλµησε ν' αντικρσει τα θµατ του. στειλε µως τον εξοµολογητ του, για να τους µεταφρει τη συγγνµη του και να τους καλσει στο Μοντλφο. Στην αρχ, οι ευτυχισµνοι νοι αγνοσανε τη προσφορ του. Λατρεανε το καλβι τους και δεν θελαν να θσουνε σε κνδυνο την ευτυχα, την ελευθερα και τις διες τις ζως τους, για χρηστα πλοτη. µως η επιµον του πργκηπα τους πεισε. Ο χρνος επολωσε τις πληγς. Του χαρσανε πολλ εγγνια, τονε τιµσανε και τονε φροντσανε στα γερµατ του. Εκενος αγπησε πραγµατικ το µεγαλτερο εγγνι και δεν τον ενδιφερε πια αν η µητρα του διαδχου των Μοντλφο τανε χωριατοπολα.





                                            Τ   Ε   Λ   Ο   Σ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers