-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

.  

Sacher-Masoch Leopold Von:

     Βιογραφικ     

     Γεννθηκε στις 27 Γενρη του 1836 στο Lemberg (σημεριν Λβιβ) στη Γαλικα απ ρωμαιοκαθολικος γονες κι ταν αυστριακς συγγραφας, ισπανογερμανικς καταγωγς με πολ ντονες σλβικες ρζες. Ιδρυτ της οικογνειας μπορε κανες να πει τον Don Matthias Sacher, ναν ισπανν ευγεν που εγκαταστθηκε στη Πργα τον 16ο αινα. Ο πατρας του τανε διευθυντς της αστυνομας στο Λμπεργκ και παντρετηκε τη Charlotte Von Masoch, μιαν ουκραν αριστοκρατικς καταγωγς. Μετ 9 χρνια γμου, γννησαν το 1ο τους παιδ, τον Λεοπλντ, που 'τανε τσον ασθενικ, που δε περμενε κανες να επιζσει. Ωστσο ρχισε ν' αναλαμβνει, ταν τον δωσαν σε μια ρωσδα αγρτισσα, για να τονε θηλσει και να τονε μεγαλσει. Σε κενην οφελει χι μνο τη ζω και την ανληψη της υγεας του, αλλ και τη τροφ της φαντασας του απ τους παρξενους και μελαγχολικος μθους που του 'λεγε, αλλ και κρδισε και τη ψυχ του -καταπς λει ο διος αργτερα-, γιατ μαθε ν' αγαπ τους "παρακατιανος" ανθρπους.



     Παιδ ακμα, 12 ετν, βρθηκε στο μσο αιματηρν γεγοντων, λγω των επαναστσεων και των μαχν του 1848, στη περιοχ. τσι, η οικογνεια, αναγκστηκε να μεταβε στη Πργα, παρ το αδνατο της υγεας του. Εκε πρωτοδιδχτηκε τα γερμανικ και τα 'καμε κτμα του. Σε πολ νεαρ ηλικα λοιπν, εχε βρε την ατμσφαιρα κι ακμη και μερικ απ τα χαρακτηριστικτερα στοιχεα, των ιδιατερων τπων που χαρακτηρσανε την εργασα του ως μυθιστοριογρφο. Εναι ενδιαφρον επσης να επισημανθον τ' αρχικ στοιχεα κενων των ιδιαιτεροττων που 'χανε τσον ντονες επιπτσεις στη φαντασα και στη σεξουαλικτητ του. Απ μικρ παιδ δειχνε να γοητεεται απ τις σκληρς σκηνς ωμς βας που βλπανε τα μτια του. Παρακολουθοσεν σο μποροσε, τις εκτελσεις και τα βασανιστρια των υποδκων αιχμαλτων, που τχαινε να διαδραματιστονε μπρος του. Οι βοι των μαρτρων-αγων τανε τ' αγαπημνα του αναγνσματα.
     Με την εφηβεα του, λο τοτο συρρικνθηκε κπως στην εικνα του να 'ναι σκλβος και να υποφρει τα πνδεινα απ μια γυνακα με την οποα θα 'ταν ερωτευμνος. πως αναφρει κποιος αννυμος συγγραφας:
   "...Οι γυνακες της Γαλικας ετε κουμαντρουνε τους ντρες τους βασανζοντς τους και κνοντς τους σκλβους τους, ετε πνγονται οι διες στην πιο σκληρ σκλαβι που τους εντσσουν οι σζυγο τους".
     Με το διγημ του αργτερα, το "Schlichtegroll", ο Λεοπλντ γνωστοποιε, πως εχε γνει μρτυς μιας σκηνς, με ρωες, τη κοντσσα Ζηνβια Χ. κι να συγγεν απ τη μερι του πατρα του. Η κοντσσα προφανς ταν απ τη μερι των κυριαρχικν γυναικν της Γαλικας. Αυτ η σκην τονε σημδεψε δυνατ, η κοντσσα τον εντυπωσασε με την ομορφι και τη τση της να φορ γονες, αλλ και με τον σκληρ τρπο συμπεριφορς της προς τους ντρες. Μια μρα λει, που ταν ρρωστη κι εχε πει να της κρατσει συντροφι και να τη βοηθσει, μες στα καθκοντ του τανε και το να της πει τις παντοφλες. Της τις πγε, της βγαλε τα παποτσια πριν της τις φορσει της εφλησε τα πδια. Η κοντσσα γλασε και του δωσε μια καλ κλωτσι. Αυτ η κλωτσι τονε πνεσε, μα του ρεσε πολ, τονε γμισε γλκα. Επσης μια μρα που παζανε κρυφτ με τις αδερφς του, εκενος πγε και κρφτηκε στο δωμτιο του ιματισμο, πσω απ τα ροχα της κοντσσας. Λγο μετ μπκε κενη με κποιον εραστ της κι αρχσανε τις περιπτξεις. Ο μικρς κοιτοσε και λγο μετ μπκε φουριζος κι απτομα ο σζυγος με δυο ακμα μρτυρες. Η κοντσσα τους ρχισε στις μπουνις και τους πταξεν ξω κι ο εραστς βρκεν ευκαιρα να γνει λαγς. Το κακ τανε πως ο μικρς απ μια λθος κνηση, ξεμπροστιστηκε κι η κοντσσα στρφοντας τη μανα της πνω του, τον δειρεν αλπητα. Ο πνος ταν μεγλος αλλ η ευχαρστηση μεγαλτερη για το μικρ. ταν πια τον φησε να φγει με μια κλωτσι, ο σζυγος γρισε και πρλαβε να δει τη σκην. Ο μικρς κλεισε τη πρτα πσω του μα δεν απομακρνθηκε. Δε μποροσε να δει μα κουσε μετ' απ λγο τις κραυγς του συζγου απ το ξλο της κοντσσας.
     Δεν εναι υπερβολ αν υποθσει κανες πως σε ττοιες σκηνς παιδικς ηλικας, συνσταται η ρζα της μετπειτα φαντασας και σεξουαλικτητας του Μζοχ. λοι του οι βιογρφοι συμφωνονε, πως η γυνακα πρε σημαντικ θση στη ζω του κι λες οι ηρωδες του τανε σκληρς κι μορφες γυνακες που πατοσανε το τρυφερ τους ποδαρκι πνω στους λαιμος των... βασανισμνων αντρν που τις αγαπσανε. σον αφορ δε στο τι θεωροσεν ελκυστικ και τ χι, το περιγρφει ως εξς:

   "μορφη γυνακα, τη φαντζομαι με τις γονες της!" -για τη ποθητ- "Αυτ τη γυνακα δε θα μποροσα να τη φανταστ με γονες!", για το αντθετο.

     Στο 1ο του μυθιστρημα, το "Emissär", ενσωμτωσε στην ηρωδα του την αντιφατικ μορφ της κοντσσας, με τις γονες και τα κτυπματα, αγαπημνα του σμβολα για λο το υπλοιπο της ζως του, που βρσκουνε τη ρζα τους στο επεισδιο αυτ της παιδικς του ζως.
     Στην επανσταση του 1848, στα 13 του περπου, λαβε το "βπτισμα του πυρς" υπερασπζοντας ν οδφραγμα με μια συγγεν του νεαρ κυρα, "...μιαν αμαζνα με το πιστλι ζωσμνο στη μση της...", πως τη περιγραψε κι απεικνισεν ο διος αργτερα. Στη Πργα λοιπν ταν φτασε ξεκνησε τις σπουδς του, στις οποες επδειξεν αξιοσημεωτο ζλο και γργορα το ταλντο του ρχισε να φανεται σε θεατρικ και διηγματα. Μλιστα βοηθθηκε πολ κι απ τις καλλιτεχνικς προτιμσεις του πατρα του. Γργορα ο Γκατε κι ο Γκγκολ γναν οι αγαπημνοι του. Στα 16 του να τρομερ συμβν, ρθε να τον αλλξει προς το πιο σοβαρ, ρεμο και μελετημνο: ο θνατος της αδερφς του. Αυτ το συμβν θα το θεωρε ο διος, σα μεγλο σταθμ μελαγχολας στη ζω του. Στα πανεπιστμια της Πργας και του Γκρατζ, λγον αργτερα, καταφρνει ν' αριστεσει στα Nομικ. Σντομα αναγορετηκε σα Διδκτορας Δικαου μ' εξειδκευση στην Ιστορα, καθς παρουσασε μια μελτη για την Εξγερση της Γνδης, (Der Aufstand In Gent). Eγινε καθηγητς της Γερμανικς Ιστορας στο Γκρατζ, τo 1857. Σταδιακ μως η λατρεα του για τη λογοτεχνα, απομκρυνεν σπου εξαφνισε
τη παρουσα του στη διδασκαλα.
     λαβε μρος στον πλεμο του 1857-66 στην Ιταλα και μλιστα η δρση του στη μχη του Solferino (μχη τσο πολνεκρη, που προβλημτισε κι ενπνευσε τον Ερρκο Ντυνν, να γρψει τις "Αναμνσεις Απ Τη Μχη Του Σολφερνο" κι αργτερα να ιδρσει τον Ερυθρ Σταυρ), διακρθηκεν ιδιατερα. Αυτ μως λγη σημασαν εχε στη φμη απ τη τχνη του, που συνεχς μεγλωνε και γιντανε γνωστς σ' λη την Ευρπη. Επσης μια σειρ, μικρς διρκειας, σχσεων με τ' λλο φλο, που η καθεμι ταν πηγ ανθευτης ευτυχας, για σο κρατοσε, επηρασε τη τχνη του. Σ' λες αυτς, κρατοσε τον ...αγαπημνο του ρλο. Πρασε μλιστα μερικς απ τις πιο ευτυχισμνες στιγμς του, ταν φυγε για λγο στη Φλωρεντα, με μια ρωσδα πριγκπισσα, κρατντας τον ρλο του ιδιαιτρου... γραμματα της. Ββαια, συχν τοτες οι περιπτειες καταλγανε στη δυστυχα και τη μιζρια. Σε μιαν απ' αυτς, που θα τονε ταλαιπωρσει πνω απ 4 χρνια, θα γρψει το: "Die Geschiedene Frau, Passionsgeschichte Εines Idealisten", βζοντας πολλ απ τη προσωπικ του περιπτεια. Την δια εποχ θα συνδεθε μ' να νεαρ κι μορφο κορτσι, γλυκ και χαριτωμνο. Λγο μετ, συνντησε μιαν 27χρονη γυνακα απ το Γκρατζ, τη Laura-Aurora Von Rumelin που 'φτιαχνε γντια κι μενε με τη μητρα της. τανε ταπεινς καταγωγς μα εχε μια φυσικ στση ζως, δυναττητες κι υψηλ νοημοσνη. Το διγημ του, "Schlichtegroll" αντιπροσωπεει αυτ τη μυστηριακ τους συνερεση.
     Στην αρχ υπρξε πολ μυστριο στη σχση τους που πρασε απ πολλ κματα, ωστσο η ισχυρ λξη που αναπτχθηκε τους οδγησε στο να παντρευτον το 1873, δεδομνου πως ρθε κι να παιδ δικ τους στο φως. Την θησε να γρφει και να υπογρφει με το ψευδνυμο Wanda Von Dounajew. Ωστσο, χι για πολ, γιατ ο δσκολος χαρακτρας του κι η μη συμφωνα της στα ...ερωτικ γοστα του, φρανε γργορα τη διλυση του γμου. Συνδεται με την γραμματα και μεταφρστρι του, Hulda Meister κι η Λουρα τον εγκαταλεπει και πηγανει να ζσει στο Παρσι, που, πολ αργτερα, γρφει τ' απομνημονεματ της (Lebensbeichre1906, "Εξομολογσεις Μιας Ζως") με πολλ κακ κι ανακριβ στοιχεα για τον πρην σζυγο και την... ερωμνη του. Αυτν ειδικ τη κατηγορε ως ευτελ, αλλ οι βιογρφοι λοι συμφωνονε πως υπρξεν αριστοκρατικ γυνακα, καλο χαρακτρα και περιβαλε τον Λεοπλντ μ' αγπη που 'μοιαζε με μητρικ. Τοτο δεν εκπλσσει γιατ μπορε να 'ταν εκκεντρικς σον αφορ στη σεξουαλικτητ του, μα κατ τ' λλα τανε γλυκτατος, συμπονετικτατος και καλς σα χαρακτρας και σ' αυτ συμφωνον λοι: θαυμαστς κι επικριτς του. Εχε πολ λγες ανγκες και πθη. Δεν πιε και δε κπνισε ποτ του, λτρευε τα παιδι και τη γυνακα. Η σζυγς του αναφρει πως "...τανε καλς σα παιδ κι τακτος σα μαμο".
    Προσπθησε στη πραγματικ του ζω να πετχει τις φαντασισεις του με την γυνακα του και την ερωμνη του, τη βαρνη Φννι Πστορ. Στις 8 Δεκεμβρου 1869 ο Μζοχ κι η ερωμνη του υπγραψαν συμβλαιο καθιστντας τον σκλβο της για μια περοδο 6 μηνν, με τον ρο τι η βαρνη θα φορ γονες σο το δυνατν συχντερα, ειδικ ταν τανε σε σκληρ διθεση. Ο Λεοπλδος πρε το ψευδνυμο "Γκργκορ" το νομα ενς στερετυπου αρσενικο υπηρτη, και υποδυταν τον υπηρτη της βαρνης. Οι δο ταξδεψαν με τρνο για την Ιταλα. πως και στην Αφροδτη με τις Γονες, ταξδεψε στη 3η θση, εν η Βαρνη στη 1η.
     Το 1880 γνεται συντκτης των Φιλολογικν Τετραδων (Belletristische Blatter) που εκδδονταν στη Βουδαπστη κι απ το 1881-91 συντκτης της επιφυλλδας Neue Badische Landes-Zeitung, στο Μανχιμ. Παρλληλα διευθνει κι εκδδει στη Λειψα την Επιθερηση: "Στα ψη" (Auf Der Hoche 1881-84).  Το 1883 μαζ με τη Hulda Meister, εγκατασταθκανε στο Lindeheim, να χωρι στη Γερμανα, κοντ στο Taunus, στην σση. Παρνει διαζγιο το 1886, μα δε παντρετηκε ξαν, απλ συζσανε μαζ. Εδ γεννηθκανε δυο παιδι τους κι ζησεν λη την υπλοιπη ζω του με ειρνη κι ηρεμα, γρφοντας. Επειδ μλιστα απ μικρς εχεν αγαπσει τα λακ στρματα, κατφερε ν' αναμιχθε με τους αγρτες και να γνει κτι σαν τον Τολστι του Lindeheim. τανε φλος λων των αγροτν της περιοχς και τα βιβλα που 'γραψε δω, χουν αυτ το χαρακτρα. Υπρξε δε πολ γνιμος συγγραφας, χοντας γρψει πνω απ 100 μυθιστορματα συλλογς διηγημτων. Τα περισστερα χουνε βση τους διφορους κκλους που γνρισε απ τη παιδικ του ηλικα, μχρι τα χρνια που ζησε σα δημοσιογρφος κι νθρωπος του θετρου.



     Τα καλλτερ του διηγματα του θεατρικο κσμου εναι συλλογ 24 διηγημτων με ττλο " Η Ψετικη Ερμνα" (Falscher Hermelin, 1873 & 1879), ωστσο το ταλντο του φτνει σε μεγλη δναμη στις "Πολωνοεβραικες Ιστορες" (Polnische Jundengeschichten, 1886) κι ακμα μεγαλτερη στις "Γαλικιανς Ιστορες" (1876) που 'ναι γεμτες με καυστικ και χρωματιστ ρεαλισμ. Η βαθει απαισιοδοξα που ποτζει το ργο του και που θα φτσει ως τις ακραες της συνπειες στα επμενα -εκ των οποων εναι κι "Η Αφροδτη Με Τις Γονες" (Venus In Pelz)-, θα γεννσει αυτ τη μορφ του αισθησιασμο και της χαρακτηριστικς ιδιαιτερτητας, που ο ψυχατρος R. Von Krafft-Ebing, θα κατονομσει... μαζοχισμ. Τλος πρπει να πομε πως υπγραψε πολλ απ τα ργα του με τα ψευδνυμα: Charlotte Arand & Zoe Von Rodenbach.



     Ο Μζοχ κανε τερστιες προσπθειες στη Λειψα μσω του μηνιαου προοδευτικο περιοδικο Στον Κολοφνα: Διεθνς Επισκπηση να πολεμσει τον ντπιο αντισημιτισμ. Επσης καλοσε για τη χειραφτηση των γυναικν αλλ και τη καθολικ ψηφοφορα. Ας σημειωθε πως εναι μακρυνς θεος και της τραγουδστριας Μαριν Φιθφουλ. Στο τλος της ζως του πασχε απ ψυχικ προβλματα, κλεστηκε σε συλο που κποιοι ισχυρζονται τι εκε και πθανε. Θα πεθνει στο Lindeheim, στις 9 Μρτη του 1895, σ' ηλικα 59 ετν και θα θαφτε εκε, κοντ στην οικογνει του και τους πολλος φλους του.
_____________________

(απσπασμα)
...
   ...Η κατσταση του νου μου εναι αρκετ παρξενη, σο γρφω αυτς τις γραμμς. Μου φανεται πως ο αγρας εναι γεμτος απ να διαπεραστικ ρωμα λουλουδιν που με ζαλζει και μου φρνει πονοκφαλο. Ο καπνς στο τζκι στροβιλζεται και τα ελγματ του σχηματζουν μικρος καλλικαντζρους με γκρζα γνεια, που με δεχνουν κοροδευτικ. Στρουμπουλο ερωτιδες ανεβανουνε στα μπρτσα της καρκλας μου και στα γνατ μου, και πρπει να γελ σε βρος μου, σο θα περιγρφω τις περιπτεις μου, κι ας μην εναι γραμμνες με συνηθισμνο μελνι, αλλ με κατακκκινον αμα που στζει απ τη καρδι μου, γιατ ξανογονται τρα λες οι πληγς, που επουλωθκαν με τον καιρ κι τσι η καρδι μου συνταρζεται κι υποφρει, κι λο και κποιο δκρυ πφτει εδ κι εκε, πνω στο χαρτ.
     Οι μρες περνοσανε πρα πολ αργ στα Μικρ Καρπθια. Δε βλπεις καννα και δε σε βλπει καννας. τανε βαρετ να γνεις συγγραφας ενς ειδυλλου. Υπρχε τσος ελεθερος χρνος που 'φτανε για να ζωγραφζεις κμποσους πνακες για μια γκαλερ, να προμηθεεις καινοργια ργα για μιαν ολκερη θεατρικ περοδο, να προετοιμζεις κονσρτα για μια ντουζνα εκτελεστς με ντουτα και τρηχα. Εγ μως δε κατφερα τποτα, πρ' απ το τντωμα του καμβ της ζωγραφικς, το σιξιμο του δοξαριο, το χραγμα γραμμν στη παρτιτορα, γιατ αλμονο, πρπει να παραδεχτ πως εμαι ερασιτχνης στη ζωγραφικ, στη ποηση, στη μουσικ και σε πολλος λλους χρηστους, δθεν τομες της γνσης, που αποφρουνε στους κυρους τους τις αποδοχς υπουργο και τους κμουν μικρος ηγεμνες. Πνω απ' λα μως, εμαι ερασιτχνης στον ρωτα. Μχρι τρα, αγπησα τσι πως ζωγρφισα και στιχοργησα. Δε προχρησα δηλαδ, ποτ πρ' απ τη πρτη πρξη, τον πρτο στχο. Εμαι νας απ κενους τους ανθρπους, που 'χουνε τη διθεση ν' αρχσουνε κτι, αλλ που δε το τελεινουνε ποτ. Τλος τα σχλια. Ας ρθουμε στο θμα.
     Καθμουνα κοντ στο παρθυρο κι ανακλυψα ξαφνικ πως ο χρος γρω μου δεν ταν αντιπαθητικς, αλλ' αρκετ ποιητικς. Τ θα ταν αυτ, απ τις κορυφς του ηλιλουστου βουνο, μεταξ των οποων ξεχνονταν οι χεμαρροι, σαν ασημνιες ζνες. Πσο καθριος και γαλανς ταν ο ουρανς, μχρι τον οποον ορθνονταν οι χιονοσκπαστες βουνοκορφς και πσο πρσινες και δροσερς ταν οι πλαγις αυτν των βουνν και τα βοσκοτπια που βοσκοσανε μικρ κοπδια κι ακμα χαμηλτερα, πσο κτρινοι ταν οι αγρο του κυματιστο σταριο, που εργζονταν οι θεριστς κινομενοι πνω-κτω. Το σπτι που μενα, βρισκτανε σ' να πρκο αναψυχς, δσος ερημτοπο, το λτε πως σας αρσει κι τανε πολ μοναχικ. Εκτς απ μνα, οι νοικοι αυτο του σπιτιο ταν: μια χρα απ το Λμπεργκ και μια Μαντμ Ταρτακφσκα, μια μικρσωμη ηλικιωμνη κυρα που ζρωνε καθημεριν. Να μην αναφρω, να γρο σκλο που κοτσαινε απ το 'να πδι και μια νεαρ γτα, που 'παιζε πντα μ' να κουβρι και που νμιζα πως ανκε στην μορφη χρα.
     Αυτ τανε πολ μορφη, τανε χρα κι αρκετ να, χι πνω απ εικοσιπντε χρον και πολ ευκατστατη. μενε στον πρτον ροφο κι εγ στο ισγειο. Τα πρσινα παντζορια της τανε πντα τραβηγμνα κι εχε μπαλκνι στολισμνο μ' αναρριχητικ φυτ. Εγ αντθετα, εχα μιαν νετη γωντσα, μια κρεβατνα που διβαζα, γραφα, ζωγρφιζα και τραγουδοσα σα πουλ. Η ματι μου μποροσε να φτνει το μπαλκνι που φανονταν κατ διαστματα, ν σπρο φρεμα μες απ το πρσινο πλγμα του παντζουριο. Στη πραγματικτητα, η μορφη κυρα του πνω ορφου δε μου προκαλοσε καννα ενδιαφρο, γιατ μουνα ερωτευμνος με μιαν λλη, πιο θλιβερ ακμα κι απ τον Σεβαλι γκενμπουργκ και τους Γκρι στο "Μανν Λεσκ", αφο η αγαπημνη μου τανε πτρινη.
     Στην κρη του κπου υπρχε μια μικρ ρεμη κταση με γρασδι, που βοσκεν ειρηνικ να ζευγρι μερων ελαφιν. Σ' αυτ τη πελοζα βρισκταν να πτρινο γαλμα της Αφροδτης, που το αυθεντικ του νομζω εναι στη Φλωρεντα. Αυτ η Αφροδτη ταν η πιο τλεια γυνακα που 'χα δει στη ζω μου. Αυτ ββαια δεν χει και πολ νημα, μια κι εχα γνωρσει ελχιστες γυνακες, -χωρς να λογαρισουμε τις μορφες γυνακες- κι πως μουν μνον ερασιτχνης στον ρωτα, δεν εχα προχωρσει ποτ πρα απ τα προκαταρκτικ της πρτης επαφς. Τ κνει η χρση του λγου στον υπερθετικ, λες και θα γινταν να ξεπεραστε κποτε αυτ που 'ναι πανμορφο. Αρκετ! Αυτ η Αφροδτη ταν ωραα και την αγπησα με πθος και πνο, βαθι και τρελ, τσι πως μπορε κποιος ν' αγαπσει μια γυνακα πραγματικ ζωνταν. Κι εκενη ανταποκρινταν σ' αυτ τον ρωτα μ' να χαμγελο παντοτιν διο κι ρεμο, να πτρινο χαμγελο. Αληθιν τη λτρευα.
     Συχν, εν ο λιος στελνε τις ζεστς ακτνες του πνω στα δση, διβαζα ξαπλωμνος κτω απ τον θαμνδη θλο μιας νεαρς βαλανιδις. Επισκεπτμουνα συχν τη νχτα, τη ψυχρ και σκληρ αγαπημνη μου κι πεφτα στα γνατα μπρος της, ακουμπντας το πρσωπ μου πνω στη πτρα που ξεκουρζονταν τα πδια της και τη προσκυνοσα. Το θαμα ταν απεργραπτο μλις βγαινε το φεγγρι. τανε στη γμισ του ταν στελνε -πσω απ τα δντρα- τις ασημνιες λμψεις του πνω στο γρασδι κι λουζε τη θε μ' ν απαλ φως.
    Κποτε, γυρζοντας στο δωμτι μου μες απ να μονοπτι που οδηγοσε στο σπτι, εδα ξαφνικ μια γυναικεα φιγορα σπρη σα πτρα, ολλαμπρη μες στο φεγγαρφωτο. Μας χριζε μνον νας φρχτης. Μου φνηκε πως η μορφη μαρμαρνια λαδη μου, μ' εχε λυπηθε κι αφο ζωντνεψε, μ' ακολοθησε -αλλ εγ κυριετηκα απ' ανεπωτο τρμο, η καρδι μου πγαινε να σπσει και δε μποροσε να χτυπσει... Πραγματικ λοιπν, μουν ερασιτχνης, ανκανος να προσθσω λλον να στχο στη μοναδικ στροφ μου. Πρα τα πδια μου σο πιο γργορα μποροσα, απο κει.
     Με την ευκαιρα, νας εβραος που πουλοσε φωτογραφες γλστρησε μες στο χρι μου το πορτρατο του ειδλου μου. ταν να μικρ αντγραφο της "Αφροδτης Μπροστ Στον Καθρφτη" του Τιτσινο, -τ γυνακα! Πρπει να γρψω ποημα. χι! Αντθετα, παρνω τη φωτογραφα και γρφω απ κτω:

"Η Αφροδτη με τις Γονες.

     Κρυνεις η δια, ανβεις φωτις στους λλους. Τυλξου στις γονες του τυρννου σου γιατ εναι κατλληλες για σνα πιτερο, απ' οιανδποτε λλη, τσι που 'σαι σκληρ, θε του ρωτα και της ομορφις!"

     Την επμενη στιγμ, μου 'ρθε να διασκευσω μερικος στχους του Γκατε, που 'χα βρει τελευταα στο πρελοδι του, στον Φουστ:

            Στον ρωτα

Το ζευγρι τα φτερ του εναι ψμμα
Τα βλη εναι νχια αρπακτικν
Το στεφνι που κρβει τα μικρ τα κρατα
Αυτς εναι αναμφβολα
πως λοι οι Θεο της Ελλδας
νας δαμονας μεταμφιεσμνος

     Ττε βαλα μπρος στο τραπζι την εικνα, στηρζοντς τη σ' να βιβλο και την κοταζα. Η ψυχρ φιλαρσκεια που τλιγε τις χρες της στις γονες η υπροχη γυνακα, η αυστηρτητα κι η λιττητα, που λμπανε στο χλωμ της πρσωπο, με συναρπζανε και με τρομζανε ταυτχρονα. Πρα τη πνα μου κι γραψα απ πσω, τις παρακτω λξεις:

    "Τ ευτυχα ν' αγαπς και ν' αγαπισαι! και δε συγκρνεται με την ωμν ευδαιμονα ταν λατρεουμε μια γυνακα, που μας κνει παιγνδι, ταν γινμαστε δολοι ενς μορφου τυρννου, που μας ποδοπατει ανελητα κτω απ' τα πδια του. τσι γινε με τον Σαμψν, τον ρωα, τον κολοσσ, που αφθηκε στα χρια της Δαλιδς, που τονε πρδωσε και τονε ξαναπρδωσε και μπρος της οι Φιλισταοι τον  δεσαν και του βγλανε τα μτια, κενα που απολαμβνανε την μορφη προδτρια, μεθυσμνος απ ρωτα, μχρι τη τελευταα στιγμ".

     παιρνα πρωιν στη κρεβατνα με το αγικλημα, διαβζοντας το βιβλο της Ιουδθ που φθονοσε τη μορα του Ολοφρνη του Ευγενος, ο οποος εχεν να πολ μορφο θνατο στα χρια της γυνακας, που του 'κοψε το κεφλι.

  "Ο Παντοδναμος τονε τιμρησε και τονε παρδωσε στα χρια μιας γυνακας".

     Αυτ μου φνηκε περεργο. 'Πσον τυχοι εναι οι εβραοι', σκφτηκα. σο για τον Θε τους, δε μποροσε να διαλξει μια πιο ταιριαστ φρση, ταν αναφερτανε στο ωραο φλο. "Ο Παντοδναμος τονε τιμρησε και τονε παρδωσε στα χρια μιας γυνακας", επανλαβα μσα μου. σο για μνα, πως μπορ να τονε κμω να με τιμωρσει; Κριε, βοθησ μας. Να! ρχεται η οικονμος μας, που κθε μρα μαζεει και πιο πολ. Και να! εκε ανμεσα στα μπλεγμνα κλαδι ξαναφνηκε το λευκ φρεμα. ταν η Αφροδτη η χρα;
     Αυτ τη φορ τανε σγουρα η χρα κι εχε στελει τη Μαντμ Ταρτακφσκα, που υποκλθηκε, για να μου ζητσει κτι να διαβσει. τρεξα στο δωμτι μου κι φερα δυο τμους. τανε πολ αργ ταν θυμθηκα πως στον ναν απ' αυτος βρισκταν η φωτογραφα του πνακα της Αφροδτης. Τρα οι διαχσεις μας βρσκονταν στα χρια της χλωμς κυρας. Τ θα τους κανε; Την κουσα να γελ. Γελοσε σε βρος μου;
     να γεμτο φεγγρι. Ο δσκος φνηκε κιλας πνω απ' τις κορφς των ελτων, που πλαισινανε το πρκο. Η γη λοστηκε με φως που χριζε στιλπντητα στα φυλλματα και σ' λο το τοπο, σο μακρυ μποροσε να δει το μτι, καθς ξεθριαζεν αμυδρ στο βθος, μοια με το τρεμολιασμα των νερν. Δε μποροσα ν' αντξω το θαμα, με παρσυρε και με καλοσε τσον ασυνθιστα, που ξαναντθηκα και βγκα στον κπο. Πγαινα προς το λιβδι, το λιβδι της θες μου, της πολυαγαπημνης μου. Η νχτα τανε ψυχρ και κρωνα. Ο αγρας ταν μεθυστικς απ τη μυρωδι των λουλουδιν. Τ γαλνη! Τ μουσικ στην ατμσφαιρα! Η τλεια κφραση της ψυχς κποιου αηδονιο. Τ' αστρια λαμπυρζανε σ' ναν αιθριο μπλε ουραν. Το λιβδι μοιαζε με καθρφτη με παγωμνη λιμνολα.
     Το γαλμα της Αφροδτης στεκε σεβαστ κι ακτινοβλο. Μα ...τ ταν αυτ; Η θε τανε σκεπασμνη μ' να βαρ ροχο απ ζιμπελνα, απ τους μαρμαρνιους μους, μχρι τους αστραγλους. μεινα ναυδος και τη κοταζα αμχανα, οπτε κυριευμνος απ ναν απεργραπτο φβο, τρπηκα σε φυγ για σιγουρι. Επιτχυνα το βμα μου κι ανακλυψα πως εχα πρει λθος μονοπτι. Μλις στριψα στο πλι σ' ν απ τα χορταριασμνα δρομκια, βρθηκα αντιμτωπος με την Αφροδτη, χι την μορφη γυνακα του γλυπτο, μα τη πραγματικ θε του ρωτα, που το αμα της τανε καφτ κι ο σφυγμς της χτυποσε. Καθτανε σ' να πτρινο πγκο. Ναι, μ' εχεν ερωτευτε, σαν το γαλμα που 'ρθε στη ζω για τον δημιουργ του. Η λευκ κμμωση της θες, μου φαινταν ακμα πτρινη, τα λευκ της ροχα λαμπυρζανε σα τη σελνη, - μπως ταν η εντπωση του σατν;- κι απ τους μους της πφταν οι ζιμπελνες, εν τα χελη της τανε γνσια κκκινα, τα μγουλ της πουδραρισμνα και τα μτια της ρχνανε πνω μου δυο πρσινες διαβολικς ακτνες. Και πς γελοσε!
     Το γλιο της τανε τσο παρξενο -δε μποροσε, αλμονο, να περιγραφε με λγια- που μου 'κοβε την ανσα. γινα πλι καπνς, αλλ πρεπε να σταματ κθε στιγμ σχεδν, για να μπορ να παρνω ανσα, εν το κοροδευτικ γλιο της μ' ακολουθοσε συνεχς σ' λο το μκος των σκοτεινν μονοπατιν με τις συστδες, πνω απ το φεγγαρλουστο γρασδι, μες απ τις λχμες, που τις διαπερνοσανε μοναχικς φεγγαραχτδες. χασα τον δρμο, πρασα πολλς φορς απ τα δια μρη και το μτωπ μου γμισε σταγνες κρου ιδρτα... Φνηκε ττε ξαν -ακμη ακτινοβλα- κτω απ το φλλωμα που μσα του λαμπε το φεγγρι, η αγαπημνη λευκ πτρινη φιγορα της γυνακας που λτρευα και φοβμουνα και που απ μπρος της το 'σκασα γι' λλη μια φορ. Κνοντας μερικ βματα, φτασα σπτι, πρα μιαν ανσα και συλλογστηκα...
     Το επμενο πρωι ταν αποπνικτικ, ο αγρας βαρς γιομτος εξωτικ αρματα. Καθμουνα πλι στη κρεβατνα και διβαζα την ιστορα της μγισσας, απ την Οδσσεια, που μεταμρφωσε τους θαυμαστς της σε ζα. Μαγευτικ εικνα ρωτα μιας λλης εποχς. Μες απ τα φλλα και τα κλαδι περνοσε ελαφρ αερκι που σκωνε τις σελδες του βιβλου κι εγ μποροσα ν' αφουγκρζομαι το θρισμα ενς γυναικεου φουστανιο στο μονοπτι. ταν η Αφροδτη χωρς τις γονες της, χι! αυτ τη φορ ταν η χρα κι η Αφροδτη ταυτχρονα. Ω! τ γυνακα! Πσον ελκυστικ ταν με το ανλαφρο μακρ της φρεμα, εν αδιαφοροσε για μνα. Τα ωραα της χαρακτηριστικ τανε ποιητικ και χαριτωμνα μαζ. Το κορμ της δεν ταν μτε ψηλ, μτε κοντ και το πρσωπ της πιο ελκυστικ και πιο προκλητικ -στο στυλ της εποχς των Γαλλδων μαρκησιν- και κατ συνπειαν αυστηρ ωραο, αν κι ταν ολτελα γοητευτικ. Μα τ γλυκτητα και τ τσαχπνικη χρη πγαζε απ' λο της το παρουσιαστικ, απ το μικρ της στμα. Η επιδερμδα της τανε τσο λεπτ που εκολα μποροσες να διακρνεις τις μπλε φλβες ακμα και μες απ τη μουσελνα που σκπαζε τα χρια και το λαιμ της. Τα κατακκκινα μαλλι της πφτανε σε πλοσιες μποκλες -γιατ τα μαλλι της τανε καστανοκκκινα, οτε ξανθ, οτε χρυσαφνια- και παιχνιδζανε γρω απ τον αυχνα της μ' αληθιν διαβολικ, μα πντα θαυμαστ τρπο. Και τρα τα μτια της εκτοξεανε πνω μου πρσινες ακτνες, γιατ τανε κυριολεκτικ πρσινα, σα πολτιμα πετρδια, σα βαθις και μυστηριδεις βουνσιες λμνες κι η απαλ τους δναμη ταν απεργραπτη.
     Πρσεξε τη μεγλη μου σγχυση εξ αιτας της οποας παρμενα καθιστς, χωρς να της βγλω το καπλο μου. Χαμογλασε δλια. Σηκθηκα τελικ και τη χαιρτησα. ρθε προς το μρος μου και ξσπασε σε γλια σα παιδ. Τραλισα, πως θα τραλιζε μνον νας ερασιτχνης νας πθηκος, σε μια ττοια στιγμ. τσι γνωριστκαμε. Η θε ρτησε τ' νομ μου και μου 'πε το δικ της. Λεγτανε Βντα Φον Ντουνγιεφ. Κι τανε πραγματικ η Αφροδτη μου...
 -"Μα κυρα, πς σας ρθεν αυτ η ιδα";
 -"Απ τη μικρν εικνα που βρκα σε κποιο βιβλο σας".
 -"Το 'χα ξεχσει τελεως..."
 -"Κι οι παρξενες σημεισεις σας απ πσω..."
 -"Παρξενες, γιατ";
     Με κοταξεν ερευνητικ.
 -"Πντα θελα να γνωρσω κποιο πραγματικ εκκεντρικ για να μου αλλξει τις αισθησιακς απολασεις. Σεις μου φανεστε μια απ τις πιο εκκεντρικς, πιο εξωφρενικς υπρξεις στον κσμο".
 -"Σ' αυτ τη περπτωση, ευγενικ μου κυρα...", κμπιασα πλι απ τη μοιραα βραδυγλωσσα κι απ πνω κοκκνισα, τσι που συγχωρεται σ' φηβο δεκαεξχρονο, αλλ χι και σε νεαρ σαν εμνα, δκα χρνια μεγαλτερο.
 -"γινα η αιτα για να τρομξετε χθες το βρδυ";
 -"Θα σας διαψεσω -αλλ καθστε".
     Κθισε κι απολμβανε την αμηχανα μου, γιατ τρα, με το φως της μρας τη φοβμουνα πιτερο. Το πνω χελι της τρεμολιαζε απ προκλητικ και κοροδευτικ χαμγελο.
 -"Θεωρες τον ρωτα κι ιδιατερα τη γυνακα", ρχισε να λει, "σα κτι εχθρικ, που μχεται μταια ενντι σου και νιθεις ωστσο τη δναμη του σα γλυκ πνο, σα προκλητικ σκληρτητα".
 -"Σεις φαντζομαι, δε συμμερζεστε αυτ την ποψη, ε";
 -"χι!", επεν αποφασιστικ, κουνντας τσι το κεφλι της, που οι μποκλες της τιναχτκανε σα πρινες γλσσες. "Η χωρς κπο ικανοποηση κι ο ρεμος αισθησιασμς των Ελλνων, εναι το ιδεδες μου και προσπαθ να το εφαρμζω στη ζω μου. σο για την αγπη που εκθειζουν, ο χριστιανισμς κι οι συγκαιρινς ιπποτικς ψυχς, δε τη πιστεω. Ναι, ξανακοτα με, εμαι χειρτερη απ κποιον αιρετικ, εμαι ειδωλολτρισσα.

           Φαντζεσαι συ πως η θε του ρωτα
                                  κουσε πολ συμβουλς
           ταν κανε το κφι της με τον ρωα Αγχση
                                 στο δσος της δης;

Αυτς οι γραμμς απ τις Ρωμακς Ελεγεες, του Γκατε, συνεπαρνανε πντα τη φαντασα μου
", συνχισε. "Η Φση δεν αναγνωρζει λλη αγπη απ κενη των ηρωικν χρνων, οπτε οι θεο κι οι θες αλληλοερωτεονταν. Εκενο τον καιρ ο ρωτας ταν επακλουθο κοιτγματος, η ηδον συνδευε την ορμ. Κθε τι λλο, εναι απτη, επιτδευση, προσποηση".
 -"Κτι με τρομζει σ' αυτ το αμελικτον μβλημα: τον χριστιανικ σταυρ. Ανχεται πρτ' απ' λα, κτι που αποτελε εχθρ της φσης και των αθων παρορμσεν της. Ο αγνας της ψυχς ενντια στην αισθησιοκρατα εναι το ευαγγλιο των σγχρονων. Δε θλω να 'χω καμμι σχση μ' αυτ. Ναι κυρα, η θση σας εναι στον λυμπο, αλλ το δικ μας σγχρονο πνεμα δε μπορε ν' ανεχτε πια τη... γνησιτητα των αρχαων, τουλχιστον στην αγπη. Μας ξεσηκνει η ιδα της συμμετοχς στις χρες μιας γυνακας, αν αυτ ταν μια Ασπασα. Εμαστε ζηλιρηδες σα τον θε μας. Αυτ σημανει πως η υπληψη της αξιλογης Φρνης, κατληξε να 'ναι ντροπ για μας. Αναζητμε μλλον, μιαν ωχρ παρθνα του Χολμπιν, που θ' ανκει μνο σε μας, παρ μιαν αρχαα Αφροδτη κι ας χει θεκν ομορφι, που μπορε μως να ερωτεεται σμερα τον Αγχση, αριο τον Πρη, την λλη τον 'Αδωνη κι αν η φση πρει τον καλτερο απ μας, σε περπτωση που γνουμε ρμαιο μιας ττοιας γυνακας, απ ξαρση πθους, να ττοιο χαρομενο κρτημα απ τη ζω, μας φανεται σατανικ, σκληρ και θεωρομε την ευδαιμονα μας αμρτημα, για το οποο ωφελουμε να πληρσουμε".
                                                                       (...τλος αποσπσματος...)
_________________________
Εκδσεις: ΕΡΑΤΩ
Αθναι 1985
Μετφραση: Ιωννα Βασιλεου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers