Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ερωτική Λογοτεχνία 

Sacher-Masoch Leopold Von: Η Αφροδίτη Με Τις Γούνες

 

           Βιογραφικό     

     Γεννήθηκε στις 27 Γενάρη του 1836 στο Lemberg στη Γαλικία κι ήταν αυστριακός συγγραφέας, ισπανογερμανικής καταγωγής με πολύ έντονες σλάβικες ρίζες. Ιδρυτή της οικογένειας μπορεί κανείς να πει τον Don Matthias Sacher, έναν ισπανόν ευγενή που εγκαταστάθηκε στη Πράγα τον 16ο αιώνα. Ο πατέρας του ήτανε διευθυντής της αστυνομίας στο Λέμπεργκ και παντρεύτηκε τη Charlotte Von Masoch, μιαν ουκρανή αριστοκρατικής καταγωγής. Μετά 9 χρόνια γάμου, γέννησαν το 1ο τους παιδί, τον Λεοπόλντ, που 'τανε τόσον ασθενικό, που δε περίμενε κανείς να επιζήσει. Ωστόσο άρχισε ν' αναλαμβάνει, όταν τον έδωσαν σε μια ρωσίδα αγρότισσα, για να τονε θηλάσει και να τονε μεγαλώσει. Σε κείνην οφείλει όχι μόνο τη ζωή και την ανάληψη της υγείας του, αλλά και τη τροφή της φαντασίας του από τους παράξενους και μελαγχολικούς μύθους που του 'λεγε, αλλά και κέρδισε και τη ψυχή του -καταπώς λέει ο ίδιος αργότερα-, γιατί έμαθε ν' αγαπά τους "παρακατιανούς" ανθρώπους.
     Παιδί ακόμα, 12 ετών, βρέθηκε στο μέσο αιματηρών γεγονότων, λόγω των επαναστάσεων και των μαχών του 1848, στη περιοχή. Έτσι, η οικογένεια, αναγκάστηκε να μεταβεί στη Πράγα, παρά το αδύνατο της υγείας του. Εκεί πρωτοδιδάχτηκε τα γερμανικά και τα 'καμε κτήμα του. Σε πολύ νεαρή ηλικία λοιπόν, είχε βρεί την ατμόσφαιρα κι ακόμη και μερικά από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία, των ιδιαίτερων τύπων που χαρακτηρίσανε την εργασία του ως μυθιστοριογράφο. Είναι ενδιαφέρον επίσης να επισημανθούν τ' αρχικά στοιχεία κείνων των ιδιαιτεροτήτων που 'χανε τόσον έντονες επιπτώσεις στη φαντασία και στη σεξουαλικότητά του. Από μικρό παιδί έδειχνε να γοητεύεται από τις σκληρές σκηνές ωμής βίας που βλέπανε τα μάτια του. Παρακολουθούσεν όσο μπορούσε, τις εκτελέσεις και τα βασανιστήρια των υποδίκων αιχμαλώτων, που τύχαινε να διαδραματιστούνε μπρος του. Οι βίοι των μαρτύρων-αγίων ήτανε τ' αγαπημένα του αναγνώσματα.
     Με την εφηβεία του, όλο τούτο συρρικνώθηκε κάπως στην εικόνα του να 'ναι σκλάβος και να υποφέρει τα πάνδεινα από μια γυναίκα με την οποία θα 'ταν ερωτευμένος. Όπως αναφέρει κάποιος ανώνυμος συγγραφέας:
   "...Οι γυναίκες της Γαλικίας είτε κουμαντάρουνε τους άντρες τους βασανίζοντάς τους και κάνοντάς τους σκλάβους τους, είτε πνίγονται οι ίδιες στην πιο σκληρή σκλαβιά που τους εντάσσουν οι σύζυγοί τους".
     Με το διήγημά του αργότερα, το "Schlichtegroll", ο Λεοπόλντ γνωστοποιεί, πως είχε γίνει μάρτυς μιας σκηνής, με ήρωες, τη κοντέσσα Ζηνόβια Χ. κι ένα συγγενή από τη μεριά του πατέρα του. Η κοντέσσα προφανώς ήταν από τη μεριά των κυριαρχικών γυναικών της Γαλικίας. Αυτή η σκηνή τονε σημάδεψε δυνατά, η κοντέσσα τον εντυπωσίασε με την ομορφιά και τη τάση της να φορά γούνες, αλλά και με τον σκληρό τρόπο συμπεριφοράς της προς τους άντρες. Μια μέρα λέει, που ήταν άρρωστη κι είχε πάει να της κρατήσει συντροφιά και να τη βοηθήσει, μες στα καθήκοντά του ήτανε και το να της πάει τις παντούφλες. Της τις πήγε, της έβγαλε τα παπούτσια πριν της τις φορέσει της εφίλησε τα πόδια. Η κοντέσσα γέλασε και του έδωσε μια καλή κλωτσιά. Αυτή η κλωτσιά τονε πόνεσε, μα του άρεσε πολύ, τονε γέμισε γλύκα. Επίσης μια μέρα που παίζανε κρυφτό με τις αδερφές του, εκείνος πήγε και κρύφτηκε στο δωμάτιο του ιματισμού, πίσω από τα ρούχα της κοντέσσας. Λίγο μετά μπήκε κείνη με κάποιον εραστή της κι αρχίσανε τις περιπτύξεις. Ο μικρός κοιτούσε και λίγο μετά μπήκε φουριόζος κι απότομα ο σύζυγος με δυο ακόμα μάρτυρες. Η κοντέσσα τους άρχισε στις μπουνιές και τους πέταξεν όξω κι ο εραστής βρήκεν ευκαιρία να γίνει λαγός. Το κακό ήτανε πως ο μικρός από μια λάθος κίνηση, ξεμπροστιάστηκε κι η κοντέσσα στρέφοντας τη μανία της πάνω του, τον έδειρεν αλύπητα. Ο πόνος ήταν μεγάλος αλλά η ευχαρίστηση μεγαλύτερη για το μικρό. Όταν πια τον άφησε να φύγει με μια κλωτσιά, ο σύζυγος γύρισε και πρόλαβε να δει τη σκηνή. Ο μικρός έκλεισε τη πόρτα πίσω του μα δεν απομακρύνθηκε. Δε μπορούσε να δει μα άκουσε μετ' από λίγο τις κραυγές του συζύγου από το ξύλο της κοντέσσας.
     Δεν είναι υπερβολή αν υποθέσει κανείς πως σε τέτοιες σκηνές παιδικής ηλικίας, συνίσταται η ρίζα της μετέπειτα φαντασίας και σεξουαλικότητας του Μάζοχ. Όλοι του οι βιογράφοι συμφωνούνε, πως η γυναίκα πήρε σημαντική θέση στη ζωή του κι όλες οι ηρωΐδες του ήτανε σκληρές κι όμορφες γυναίκες που πατούσανε το τρυφερό τους ποδαράκι πάνω στους λαιμούς των ...βασανισμένων αντρών που τις αγαπήσανε. Όσον αφορά δε στο τι θεωρούσεν ελκυστικό και τί όχι, το περιγράφει ως εξής:
   "Όμορφη γυναίκα, τη φαντάζομαι με τις γούνες της!" -για τη ποθητή- ή "Αυτή τη γυναίκα δε θα μπορούσα να τη φανταστώ με γούνες!", για το αντίθετο.
     Στο πρώτο του μυθιστόρημα, το "Emissär", ενσωμάτωσε στην ηρωίδα του την αντιφατική μορφή της κοντέσσας, με τις γούνες και τα κτυπήματα, αγαπημένα του σύμβολα για όλο το υπόλοιπο της ζωής του, που βρίσκουνε τη ρίζα τους στο επεισόδιο αυτό της παιδικής του ζωής.
     Στην επανάσταση του 1848, στα 13 του περίπου, έλαβε το "βάπτισμα του πυρός" υπερασπίζοντας έν οδόφραγμα με μια συγγενή του νεαρή κυρία, "...μιαν αμαζόνα με το πιστόλι ζωσμένο στη μέση της...", όπως τη περιέγραψε κι απεικόνισεν ο ίδιος αργότερα. Στη Πράγα λοιπόν όταν έφτασε ξεκίνησε τις σπουδές του, στις οποίες επέδειξεν αξιοσημείωτο ζήλο και γρήγορα το ταλέντο του άρχισε να φαίνεται σε θεατρικά και διηγήματα. Μάλιστα βοηθήθηκε πολύ κι από τις καλλιτεχνικές προτιμήσεις του πατέρα του. Γρήγορα ο Γκαίτε κι ο Γκόγκολ γίναν οι αγαπημένοι του. Στα 16 του ένα τρομερό συμβάν, ήρθε να τον αλλάξει προς το πιο σοβαρό, ήρεμο και μελετημένο: ο θάνατος της αδερφής του. Αυτό το συμβάν θα το θεωρεί ο ίδιος, σα μεγάλο σταθμό μελαγχολίας στη ζωή του. Στα πανεπιστήμια της Πράγας και του Γκρατζ, λίγον αργότερα, καταφέρνει ν' αριστεύσει στα Nομικά. Σύντομα αναγορεύτηκε σα Διδάκτορας Δικαίου μ' εξειδίκευση στην Ιστορία, καθώς παρουσίασε μια μελέτη για την Εξέγερση της Γάνδης, (Der Aufstand In Gent). Eγινε καθηγητής της Γερμανικής Ιστορίας στο Γκρατζ, τo 1857. Σταδιακά όμως η λατρεία του για τη λογοτεχνία, απομάκρυνεν ώσπου εξαφάνισε
τη παρουσία του στη διδασκαλία.
     Έλαβε μέρος στον πόλεμο του 1857-66 στην Ιταλία και μάλιστα η δράση του στη μάχη του Solferino (μάχη τόσο πολύνεκρη, που προβλημάτισε κι ενέπνευσε τον Ερρίκο Ντυνάν, να γράψει τις "Αναμνήσεις Από Τη Μάχη Του Σολφερίνο" κι αργότερα να ιδρύσει τον Ερυθρό Σταυρό), διακρίθηκεν ιδιαίτερα. Αυτό όμως λίγη σημασίαν είχε στη φήμη από τη τέχνη του, που συνεχώς μεγάλωνε και γινότανε γνωστός σ' όλη την Ευρώπη. Επίσης μια σειρά, μικρής διάρκειας, σχέσεων με τ' άλλο φύλο, που η καθεμιά ήταν πηγή ανόθευτης ευτυχίας, για όσο κρατούσε, επηρέασε τη τέχνη του. Σ' όλες αυτές, κρατούσε τον ...αγαπημένο του ρόλο. Πέρασε μάλιστα μερικές από τις πιο ευτυχισμένες στιγμές του, όταν έφυγε για λίγο στη Φλωρεντία, με μια ρωσίδα πριγκήπισσα, κρατώντας τον ρόλο του ιδιαιτέρου... γραμματέα της. Βέβαια, συχνά τούτες οι περιπέτειες καταλήγανε στη δυστύχια και τη μιζέρια. Σε μιαν απ' αυτές, που θα τονε ταλαιπωρήσει πάνω από 4 χρόνια, θα γράψει το: "Die Geschiedene Frau, Passionsgeschichte Εines Idealisten", βάζοντας πολλή από τη προσωπική του περιπέτεια. Την ίδια εποχή θα συνδεθεί μ' ένα νεαρό κι όμορφο κορίτσι, γλυκό και χαριτωμένο. Λίγο μετά, συνάντησε μιαν 27άχρονη γυναίκα από το Γκρατζ, τη Laura-Aurora Von Rumelin που 'φτιαχνε γάντια κι έμενε με τη μητέρα της. Ήτανε ταπεινής καταγωγής μα είχε μια φυσική στάση ζωής, δυνατότητες κι υψηλή νοημοσύνη. Το διήγημά του, "Schlichtegroll" αντιπροσωπεύει αυτή τη μυστηριακή τους συνεύρεση.
     Στην αρχή υπήρξε πολύ μυστήριο στη σχέση τους που πέρασε από πολλά κύματα, ωστόσο η ισχυρή έλξη που αναπτύχθηκε τους οδήγησε στο να παντρευτούν το 1873, δεδομένου πως ήρθε κι ένα παιδί δικό τους στο φως. Την ώθησε να γράφει και να υπογράφει με το ψευδώνυμο Wanda Von Dounajew. Ωστόσο, όχι για πολύ, γιατί ο δύσκολος χαρακτήρας του κι η μη συμφωνία της στα ...ερωτικά γούστα του, φέρανε γρήγορα τη διάλυση του γάμου. Συνδέεται με την γραμματέα και μεταφράστριά του, Hulda Meister κι η Λάουρα τον εγκαταλείπει και πηγαίνει να ζήσει στο Παρίσι, όπου, πολύ αργότερα, γράφει τ' απομνημονεύματά της (Lebensbeichre1906, "Εξομολογήσεις Μιας Ζωής") με πολλά κακά κι ανακριβή στοιχεία για τον πρώην σύζυγο και την... ερωμένη του. Αυτήν ειδικά τη κατηγορεί ως ευτελή, αλλά οι βιογράφοι όλοι συμφωνούνε πως υπήρξεν αριστοκρατική γυναίκα, καλού χαρακτήρα και περιέβαλε τον Λεοπόλντ μ' αγάπη που 'μοιαζε με μητρική. Τούτο δεν εκπλήσσει γιατί μπορεί να 'ταν εκκεντρικός όσον αφορά στη σεξουαλικότητά του, μα κατά τ' άλλα ήτανε γλυκύτατος, συμπονετικότατος και καλός σα χαρακτήρας και σ' αυτό συμφωνούν όλοι: θαυμαστές κι επικριτές του. Είχε πολύ λίγες ανάγκες και πάθη. Δεν ήπιε και δε κάπνισε ποτέ του, λάτρευε τα παιδιά και τη γυναίκα. Η σύζυγός του αναφέρει πως "...ήτανε καλός σα παιδί κι άτακτος σα μαϊμού".
     Το 1880 γίνεται συντάκτης των Φιλολογικών Τετραδίων (Belletristische Blatter) που εκδίδονταν στη Βουδαπέστη κι από το 1881-91 συντάκτης της επιφυλλίδας Neue Badische Landes-Zeitung, στο Μανχάιμ. Παράλληλα διευθύνει κι εκδίδει στη Λειψία την Επιθεώρηση: "Στα Ύψη" (Auf Der Hoche 1881-84).  Το 1883 μαζί με τη Hulda Meister, εγκατασταθήκανε στο Lindeheim, ένα χωριό στη Γερμανία, κοντά στο Taunus, στην Έσση. Παίρνει διαζύγιο το 1886, μα δε παντρεύτηκε ξανά, απλά συζήσανε μαζί. Εδώ γεννηθήκανε δυο παιδιά τους κι έζησεν όλη την υπόλοιπη ζωή του με ειρήνη κι ηρεμία, γράφοντας. Επειδή μάλιστα από μικρός είχεν αγαπήσει τα λαϊκά στρώματα, κατάφερε ν' αναμιχθεί με τους αγρότες και να γίνει κάτι σαν τον Τολστόι του Lindeheim. Ήτανε φίλος όλων των αγροτών της περιοχής και τα βιβλία που 'γραψε δω, έχουν αυτό το χαρακτήρα. Υπήρξε δε πολύ γόνιμος συγγραφέας, έχοντας γράψει πάνω από 100 μυθιστορήματα ή συλλογές διηγημάτων. Τα περισσότερα έχουνε βάση τους διάφορους κύκλους που γνώρισε από τη παιδική του ηλικία, μέχρι τα χρόνια που έζησε σα δημοσιογράφος κι άνθρωπος του θεάτρου.
     Τα καλύτερά του διηγήματα του θεατρικού κόσμου είναι μια συλλογή 24 διηγημάτων με τίτλο " Η Ψεύτικη Ερμίνα" (Falscher Hermelin, 1873 & 1879), ωστόσο το ταλέντο του φτάνει σε μεγάλη δύναμη στις "Πολωνοεβραίικες Ιστορίες" (Polnische Jundengeschichten, 1886) κι ακόμα μεγαλύτερη στις "Γαλικιανές Ιστορίες" (1876) που 'ναι γεμάτες με καυστικό και χρωματιστό ρεαλισμό. Η βαθειά απαισιοδοξία που ποτίζει το έργο του και που θα φτάσει ως τις ακραίες της συνέπειες στα επόμενα -εκ των οποίων είναι κι "Η Αφροδίτη Με Τις Γούνες" (Venus In Pelz)-, θα γεννήσει αυτή τη μορφή του αισθησιασμού και της χαρακτηριστικής ιδιαιτερότητας, που ο ψυχίατρος R. Von Krafft-Ebing, θα κατονομάσει... μαζοχισμό. Τέλος πρέπει να πούμε πως υπέγραψε πολλά από τα έργα του με τα ψευδώνυμα: Charlotte Arand & Zoe Von Rodenbach.
     Θα πεθάνει στο Lindeheim, στις 9 Μάρτη του 1895, σ' ηλικία 59 ετών και θα θαφτεί εκεί, κοντά στην οικογένειά του και τους πολλούς φίλους του.

-----------------------------------------------------------------------------------------
(απόσπασμα)
...
   ...Η κατάσταση του νου μου είναι αρκετά παράξενη, όσο γράφω αυτές τις γραμμές. Μου φαίνεται πως ο αγέρας είναι γεμάτος από ένα διαπεραστικό άρωμα λουλουδιών που με ζαλίζει και μου φέρνει πονοκέφαλο. Ο καπνός στο τζάκι στροβιλίζεται και τα ελίγματά του σχηματίζουν μικρούς καλλικαντζάρους με γκρίζα γένεια, που με δείχνουν κοροϊδευτικά. Στρουμπουλοί ερωτιδείς ανεβαίνουνε στα μπράτσα της καρέκλας μου και στα γόνατά μου, και πρέπει να γελώ σε βάρος μου, όσο θα περιγράφω τις περιπέτειές μου, κι ας μην είναι γραμμένες με συνηθισμένο μελάνι, αλλά με κατακόκκινον αίμα που στάζει από τη καρδιά μου, γιατί ξανοίγονται τώρα όλες οι πληγές, που επουλωθήκαν με τον καιρό κι έτσι η καρδιά μου συνταράζεται κι υποφέρει, κι όλο και κάποιο δάκρυ πέφτει εδώ κι εκεί, πάνω στο χαρτί.
     Οι μέρες περνούσανε πάρα πολύ αργά στα Μικρά Καρπάθια. Δε βλέπεις κανένα και δε σε βλέπει κανένας. Ήτανε βαρετό να γίνεις συγγραφέας ενός ειδυλλίου. Υπήρχε τόσος ελεύθερος χρόνος που 'φτανε για να ζωγραφίζεις κάμποσους πίνακες για μια γκαλερί, να προμηθεύεις καινούργια έργα για μιαν ολάκερη θεατρική περίοδο, να προετοιμάζεις κονσέρτα για μια ντουζίνα εκτελεστές με ντουέτα και τρίηχα. Εγώ όμως δε κατάφερα τίποτα, πέρ' από το τέντωμα του καμβά της ζωγραφικής, το σιάξιμο του δοξαριού, το χάραγμα γραμμών στη παρτιτούρα, γιατί αλίμονο, πρέπει να παραδεχτώ πως είμαι ερασιτέχνης στη ζωγραφική, στη ποίηση, στη μουσική και σε πολλούς άλλους άχρηστους, δήθεν τομείς της γνώσης, που αποφέρουνε στους κυρίους τους τις αποδοχές υπουργού και τους κάμουν μικρούς ηγεμόνες. Πάνω απ' όλα όμως, είμαι ερασιτέχνης στον έρωτα. Μέχρι τώρα, αγάπησα έτσι όπως ζωγράφισα και στιχούργησα. Δε προχώρησα δηλαδή, ποτέ πέρ' από τη πρώτη πράξη, τον πρώτο στίχο. Είμαι ένας από κείνους τους ανθρώπους, που 'χουνε τη διάθεση ν' αρχίσουνε κάτι, αλλά που δε το τελειώνουνε ποτέ. Τέλος τα σχόλια. Ας έρθουμε στο θέμα.
     Καθόμουνα κοντά στο παράθυρο κι ανακάλυψα ξαφνικά πως ο χώρος γύρω μου δεν ήταν αντιπαθητικός, αλλ' αρκετά ποιητικός. Τί θέα ήταν αυτή, από τις κορυφές του ηλιόλουστου βουνού, μεταξύ των οποίων ξεχύνονταν οι χείμαρροι, σαν ασημένιες ζώνες. Πόσο καθάριος και γαλανός ήταν ο ουρανός, μέχρι τον οποίον ορθώνονταν οι χιονοσκέπαστες βουνοκορφές και πόσο πράσινες και δροσερές ήταν οι πλαγιές αυτών των βουνών και τα βοσκοτόπια όπου βοσκούσανε μικρά κοπάδια κι ακόμα χαμηλότερα, πόσο κίτρινοι ήταν οι αγροί του κυματιστού σταριού, όπου εργάζονταν οι θεριστές κινούμενοι πάνω-κάτω. Το σπίτι που έμενα, βρισκότανε σ' ένα πάρκο αναψυχής, δάσος ή ερημότοπο, το λέτε όπως σας αρέσει κι ήτανε πολύ μοναχικό. Εκτός από μένα, οι ένοικοι αυτού του σπιτιού ήταν: μια χήρα από το Λέμπεργκ και μια Μαντάμ Ταρτακόφσκα, μια μικρόσωμη ηλικιωμένη κυρία που ζάρωνε καθημερινά. Να μην αναφέρω, ένα γέρο σκύλο που κούτσαινε από το 'να πόδι και μια νεαρή γάτα, που 'παιζε πάντα μ' ένα κουβάρι και που νόμιζα πως ανήκε στην όμορφη χήρα.
     Αυτή ήτανε πολύ όμορφη, ήτανε χήρα κι αρκετά νέα, όχι πάνω από εικοσιπέντε χρονώ και πολύ ευκατάστατη. Έμενε στον πρώτον όροφο κι εγώ στο ισόγειο. Τα πράσινα παντζούρια της ήτανε πάντα τραβηγμένα κι είχε μπαλκόνι στολισμένο μ' αναρριχητικά φυτά. Εγώ αντίθετα, είχα μιαν άνετη γωνίτσα, μια κρεβατίνα που διάβαζα, έγραφα, ζωγράφιζα και τραγουδούσα σα πουλί. Η ματιά μου μπορούσε να φτάνει το μπαλκόνι όπου φαίνονταν κατά διαστήματα, έν άσπρο φόρεμα μες από το πράσινο πλέγμα του παντζουριού. Στη πραγματικότητα, η όμορφη κυρία του πάνω ορόφου δε μου προκαλούσε κανένα ενδιαφέρο, γιατί ήμουνα ερωτευμένος με μιαν άλλη, πιο θλιβερά ακόμα κι από τον Σεβαλιέ Έγκενμπουργκ και τους Γκριέ στο "Μανόν Λεσκώ", αφού η αγαπημένη μου ήτανε πέτρινη.
     Στην άκρη του κήπου υπήρχε μια μικρή ήρεμη έκταση με γρασίδι, όπου έβοσκεν ειρηνικά ένα ζευγάρι ήμερων ελαφιών. Σ' αυτή τη πελούζα βρισκόταν ένα πέτρινο άγαλμα της Αφροδίτης, που το αυθεντικό του νομίζω είναι στη Φλωρεντία. Αυτή η Αφροδίτη ήταν η πιο τέλεια γυναίκα που 'χα δει στη ζωή μου. Αυτό βέβαια δεν έχει και πολύ νόημα, μια κι είχα γνωρίσει ελάχιστες γυναίκες, -χωρίς να λογαριάσουμε τις όμορφες γυναίκες- κι όπως ήμουν μόνον ερασιτέχνης στον έρωτα, δεν είχα προχωρήσει ποτέ πέρα από τα προκαταρκτικά της πρώτης επαφής. Τί κάνει η χρήση του λόγου στον υπερθετικό, λες και θα γινόταν να ξεπεραστεί κάποτε αυτό που 'ναι πανέμορφο. Αρκετά! Αυτή η Αφροδίτη ήταν ωραία και την αγάπησα με πάθος και πόνο, βαθιά και τρελά, έτσι όπως μπορεί κάποιος ν' αγαπήσει μια γυναίκα πραγματικά ζωντανή. Κι εκείνη ανταποκρινόταν σ' αυτό τον έρωτα μ' ένα χαμόγελο παντοτινά ίδιο κι ήρεμο, ένα πέτρινο χαμόγελο. Αληθινά τη λάτρευα.
     Συχνά, ενώ ο ήλιος έστελνε τις ζεστές ακτίνες του πάνω στα δάση, διάβαζα ξαπλωμένος κάτω από τον θαμνώδη θόλο μιας νεαρής βαλανιδιάς. Επισκεπτόμουνα συχνά τη νύχτα, τη ψυχρή και σκληρή αγαπημένη μου κι έπεφτα στα γόνατα μπρος της, ακουμπώντας το πρόσωπό μου πάνω στη πέτρα όπου ξεκουράζονταν τα πόδια της και τη προσκυνούσα. Το θέαμα ήταν απερίγραπτο μόλις έβγαινε το φεγγάρι. Ήτανε στη γέμισή του όταν έστελνε -πίσω από τα δέντρα- τις ασημένιες λάμψεις του πάνω στο γρασίδι κι έλουζε τη θεά μ' έν απαλό φως.
    Κάποτε, γυρίζοντας στο δωμάτιό μου μες από ένα μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι, είδα ξαφνικά μια γυναικεία φιγούρα άσπρη σα πέτρα, ολόλαμπρη μες στο φεγγαρόφωτο. Μας χώριζε μόνον ένας φράχτης. Μου φάνηκε πως η όμορφη μαρμαρένια λαίδη μου, μ' είχε λυπηθεί κι αφού ζωντάνεψε, μ' ακολούθησε -αλλά εγώ κυριεύτηκα απ' ανείπωτο τρόμο, η καρδιά μου πήγαινε να σπάσει και δε μπορούσε να χτυπήσει... Πραγματικά λοιπόν, ήμουν ερασιτέχνης, ανίκανος να προσθέσω άλλον ένα στίχο στη μοναδική στροφή μου. Πήρα τα πόδια μου όσο πιο γρήγορα μπορούσα, απο κει.
     Με την ευκαιρία, ένας εβραίος που πουλούσε φωτογραφίες γλίστρησε μες στο χέρι μου το πορτραίτο του ειδώλου μου. Ήταν ένα μικρό αντίγραφο της "Αφροδίτης Μπροστά Στον Καθρέφτη" του Τιτσιάνο, -τί γυναίκα! Πρέπει να γράψω ποίημα. Όχι! Αντίθετα, παίρνω τη φωτογραφία και γράφω από κάτω:

"Η Αφροδίτη με τις Γούνες.

     Κρυώνεις η ίδια, ανάβεις φωτιές στους άλλους. Τυλίξου στις γούνες του τυράννου σου γιατί είναι κατάλληλες για σένα πιότερο, απ' οιανδήποτε άλλη, έτσι που 'σαι σκληρή, θεά του έρωτα και της ομορφιάς!"

     Την επόμενη στιγμή, μου 'ρθε να διασκευάσω μερικούς στίχους του Γκαίτε, που 'χα βρει τελευταία στο πρελούδιό του, στον Φάουστ:

            Στον Έρωτα

Το ζευγάρι τα φτερά του είναι ψέμμα
Τα βέλη είναι νύχια αρπακτικών
Το στεφάνι που κρύβει τα μικρά τα κέρατα
Αυτός είναι αναμφίβολα
Όπως όλοι οι Θεοί της Ελλάδας
Ένας δαίμονας μεταμφιεσμένος

     Τότε έβαλα μπρος στο τραπέζι την εικόνα, στηρίζοντάς τη σ' ένα βιβλίο και την κοίταζα. Η ψυχρή φιλαρέσκεια που τύλιγε τις χάρες της στις γούνες η υπέροχη γυναίκα, η αυστηρότητα κι η λιτότητα, που λάμπανε στο χλωμό της πρόσωπο, με συναρπάζανε και με τρομάζανε ταυτόχρονα. Πήρα τη πένα μου κι έγραψα από πίσω, τις παρακάτω λέξεις:

    "Τί ευτυχία ν' αγαπάς και ν' αγαπιέσαι! και δε συγκρίνεται με την ωμήν ευδαιμονία όταν λατρεύουμε μια γυναίκα, που μας κάνει παιγνίδι, όταν γινόμαστε δούλοι ενός όμορφου τυράννου, που μας ποδοπατάει ανελέητα κάτω απ' τα πόδια του. Έτσι έγινε με τον Σαμψών, τον ήρωα, τον κολοσσό, που αφέθηκε στα χέρια της Δαλιδάς, που τονε πρόδωσε και τονε ξαναπρόδωσε και μπρος της οι Φιλισταίοι τον  έδεσαν και του βγάλανε τα μάτια, κείνα που απολαμβάνανε την όμορφη προδότρια, μεθυσμένος από έρωτα, μέχρι τη τελευταία στιγμή".

     Έπαιρνα πρωινό στη κρεβατίνα με το αγιόκλημα, διαβάζοντας το βιβλίο της Ιουδήθ που φθονούσε τη μοίρα του Ολοφέρνη του Ευγενούς, ο οποίος είχεν ένα πολύ όμορφο θάνατο στα χέρια της γυναίκας, που του 'κοψε το κεφάλι.

  "Ο Παντοδύναμος τονε τιμώρησε και τονε παρέδωσε στα χέρια μιας γυναίκας".

     Αυτό μου φάνηκε περίεργο. 'Πόσον άτυχοι είναι οι εβραίοι', σκέφτηκα. Όσο για τον Θεό τους, δε μπορούσε να διαλέξει μια πιο ταιριαστή φράση, όταν αναφερότανε στο ωραίο φύλο. "Ο Παντοδύναμος τονε τιμώρησε και τονε παρέδωσε στα χέρια μιας γυναίκας", επανέλαβα μέσα μου. Όσο για μένα, πως μπορώ να τονε κάμω να με τιμωρήσει; Κύριε, βοήθησέ μας. Να! έρχεται η οικονόμος μας, που κάθε μέρα μαζεύει και πιο πολύ. Και να! εκεί ανάμεσα στα μπλεγμένα κλαδιά ξαναφάνηκε το λευκό φόρεμα. Ήταν η Αφροδίτη ή η χήρα;
     Αυτή τη φορά ήτανε σίγουρα η χήρα κι είχε στείλει τη Μαντάμ Ταρτακόφσκα, που υποκλίθηκε, για να μου ζητήσει κάτι να διαβάσει. Έτρεξα στο δωμάτιό μου κι έφερα δυο τόμους. Ήτανε πολύ αργά όταν θυμήθηκα πως στον έναν απ' αυτούς βρισκόταν η φωτογραφία του πίνακα της Αφροδίτης. Τώρα οι διαχύσεις μας βρίσκονταν στα χέρια της χλωμής κυρίας. Τί θα τους έκανε; Την άκουσα να γελά. Γελούσε σε βάρος μου;
     Ένα γεμάτο φεγγάρι. Ο δίσκος φάνηκε κιόλας πάνω απ' τις κορφές των ελάτων, που πλαισιώνανε το πάρκο. Η γη λούστηκε με φως που χάριζε στιλπνότητα στα φυλλώματα και σ' όλο το τοπίο, όσο μακρυά μπορούσε να δει το μάτι, καθώς ξεθώριαζεν αμυδρά στο βάθος, όμοια με το τρεμούλιασμα των νερών. Δε μπορούσα ν' αντέξω το θέαμα, με παρέσυρε και με καλούσε τόσον ασυνήθιστα, που ξαναντύθηκα και βγήκα στον κήπο. Πήγαινα προς το λιβάδι, το λιβάδι της θεάς μου, της πολυαγαπημένης μου. Η νύχτα ήτανε ψυχρή και κρύωνα. Ο αγέρας ήταν μεθυστικός από τη μυρωδιά των λουλουδιών. Τί γαλήνη! Τί μουσική στην ατμόσφαιρα! Η τέλεια έκφραση της ψυχής κάποιου αηδονιού. Τ' αστέρια λαμπυρίζανε σ' έναν αιθέριο μπλε ουρανό. Το λιβάδι έμοιαζε με καθρέφτη ή με παγωμένη λιμνούλα.
     Το άγαλμα της Αφροδίτης έστεκε σεβαστό κι ακτινοβόλο. Μα ...τί ήταν αυτό; Η θεά ήτανε σκεπασμένη μ' ένα βαρύ ρούχο από ζιμπελίνα, από τους μαρμαρένιους ώμους, μέχρι τους αστραγάλους. Έμεινα άναυδος και τη κοίταζα αμήχανα, οπότε κυριευμένος από έναν απερίγραπτο φόβο, τράπηκα σε φυγή για σιγουριά. Επιτάχυνα το βήμα μου κι ανακάλυψα πως είχα πάρει λάθος μονοπάτι. Μόλις έστριψα στο πλάι σ' έν από τα χορταριασμένα δρομάκια, βρέθηκα αντιμέτωπος με την Αφροδίτη, όχι την όμορφη γυναίκα του γλυπτού, μα τη πραγματική θεά του έρωτα, που το αίμα της ήτανε καφτό κι ο σφυγμός της χτυπούσε. Καθότανε σ' ένα πέτρινο πάγκο. Ναι, μ' είχεν ερωτευτεί, σαν το άγαλμα που 'ρθε στη ζωή για τον δημιουργό του. Η λευκή κόμμωση της θεάς, μου φαινόταν ακόμα πέτρινη, τα λευκά της ρούχα λαμπυρίζανε σα τη σελήνη, -ή μήπως ήταν η εντύπωση του σατέν;- κι από τους ώμους της πέφταν οι ζιμπελίνες, ενώ τα χείλη της ήτανε γνήσια κόκκινα, τα μάγουλά της πουδραρισμένα και τα μάτια της ρίχνανε πάνω μου δυο πράσινες διαβολικές ακτίνες. Και πώς γελούσε!
     Το γέλιο της ήτανε τόσο παράξενο -δε μπορούσε, αλίμονο, να περιγραφεί με λόγια- που μου 'κοβε την ανάσα. Έγινα πάλι καπνός, αλλά έπρεπε να σταματώ κάθε στιγμή σχεδόν, για να μπορώ να παίρνω ανάσα, ενώ το κοροϊδευτικό γέλιο της μ' ακολουθούσε συνεχώς σ' όλο το μήκος των σκοτεινών μονοπατιών με τις συστάδες, πάνω από το φεγγαρόλουστο γρασίδι, μες από τις λόχμες, που τις διαπερνούσανε μοναχικές φεγγαραχτίδες. Έχασα τον δρόμο, πέρασα πολλές φορές από τα ίδια μέρη και το μέτωπό μου γέμισε σταγόνες κρύου ιδρώτα... Φάνηκε τότε ξανά -ακόμη ακτινοβόλα- κάτω από το φύλλωμα που μέσα του έλαμπε το φεγγάρι, η αγαπημένη λευκή πέτρινη φιγούρα της γυναίκας που λάτρευα και φοβόμουνα και που από μπρος της το 'σκασα γι' άλλη μια φορά. Κάνοντας μερικά βήματα, έφτασα σπίτι, πήρα μιαν ανάσα και συλλογίστηκα...
     Το επόμενο πρωι ήταν αποπνικτικό, ο αγέρας βαρύς γιομάτος εξωτικά αρώματα. Καθόμουνα πάλι στη κρεβατίνα και διάβαζα την ιστορία της μάγισσας, από την Οδύσσεια, που μεταμόρφωσε τους θαυμαστές της σε ζώα. Μαγευτική εικόνα έρωτα μιας άλλης εποχής. Μες από τα φύλλα και τα κλαδιά περνούσε ελαφρύ αεράκι που σήκωνε τις σελίδες του βιβλίου κι εγώ μπορούσα ν' αφουγκράζομαι το θρόισμα ενός γυναικείου φουστανιού στο μονοπάτι. Ήταν η Αφροδίτη χωρίς τις γούνες της, όχι! αυτή τη φορά ήταν η χήρα κι η Αφροδίτη ταυτόχρονα. Ω! τί γυναίκα! Πόσον ελκυστική ήταν με το ανάλαφρο μακρύ της φόρεμα, ενώ αδιαφορούσε για μένα. Τα ωραία της χαρακτηριστικά ήτανε ποιητικά και χαριτωμένα μαζί. Το κορμί της δεν ήταν μήτε ψηλό, μήτε κοντό και το πρόσωπό της πιο ελκυστικό και πιο προκλητικό -στο στυλ της εποχής των Γαλλίδων μαρκησιών- και κατά συνέπειαν αυστηρά ωραίο, αν κι ήταν ολότελα γοητευτικό. Μα τί γλυκύτητα και τί τσαχπίνικη χάρη πήγαζε απ' όλο της το παρουσιαστικό, από το μικρό της στόμα. Η επιδερμίδα της ήτανε τόσο λεπτή που εύκολα μπορούσες να διακρίνεις τις μπλε φλέβες ακόμα και μες από τη μουσελίνα που σκέπαζε τα χέρια και το λαιμό της. Τα κατακόκκινα μαλλιά της πέφτανε σε πλούσιες μπούκλες -γιατί τα μαλλιά της ήτανε καστανοκόκκινα, ούτε ξανθά, ούτε χρυσαφένια- και παιχνιδίζανε γύρω από τον αυχένα της μ' αληθινά διαβολικό, μα πάντα θαυμαστό τρόπο. Και τώρα τα μάτια της εκτοξεύανε πάνω μου πράσινες ακτίνες, γιατί ήτανε κυριολεκτικά πράσινα, σα πολύτιμα πετράδια, σα βαθιές και μυστηριώδεις βουνίσιες λίμνες κι η απαλή τους δύναμη ήταν απερίγραπτη.
     Πρόσεξε τη μεγάλη μου σύγχυση εξ αιτίας της οποίας παρέμενα καθιστός, χωρίς να της βγάλω το καπέλο μου. Χαμογέλασε δόλια. Σηκώθηκα τελικά και τη χαιρέτησα. Ήρθε προς το μέρος μου και ξέσπασε σε γέλια σα παιδί. Τραύλισα, όπως θα τραύλιζε μόνον ένας ερασιτέχνης ή ένας πίθηκος, σε μια τέτοια στιγμή. Έτσι γνωριστήκαμε. Η θεά ρώτησε τ' όνομά μου και μου 'πε το δικό της. Λεγότανε Βάντα Φον Ντουνάγιεφ. Κι ήτανε πραγματικά η Αφροδίτη μου...
 -"Μα κυρία, πώς σας ήρθεν αυτή η ιδέα";
 -"Από τη μικρήν εικόνα που βρήκα σε κάποιο βιβλίο σας".
 -"Το 'χα ξεχάσει τελείως..."
 -"Κι οι παράξενες σημειώσεις σας από πίσω..."
 -"Παράξενες, γιατί";
     Με κοίταξεν ερευνητικά.
 -"Πάντα ήθελα να γνωρίσω κάποιο πραγματικά εκκεντρικό για να μου αλλάξει τις αισθησιακές απολαύσεις. Σεις μου φαίνεστε μια από τις πιο εκκεντρικές, πιο εξωφρενικές υπάρξεις στον κόσμο".
 -"Σ' αυτή τη περίπτωση, ευγενική μου κυρία...", κόμπιασα πάλι από τη μοιραία βραδυγλωσσία κι από πάνω κοκκίνισα, έτσι που συγχωρείται σ' έφηβο ή δεκαεξάχρονο, αλλά όχι και σε νεαρό σαν εμένα, δέκα χρόνια μεγαλύτερο.
 -"Έγινα η αιτία για να τρομάξετε χθες το βράδυ";
 -"Θα σας διαψεύσω -αλλά καθίστε".
     Κάθισε κι απολάμβανε την αμηχανία μου, γιατί τώρα, με το φως της μέρας τη φοβόμουνα πιότερο. Το πάνω χείλι της τρεμούλιαζε από προκλητικό και κοροϊδευτικό χαμόγελο.
 -"Θεωρείς τον έρωτα κι ιδιαίτερα τη γυναίκα", άρχισε να λέει, "σα κάτι εχθρικό, που μάχεται μάταια ενάντιά σου και νιώθεις ωστόσο τη δύναμη του σα γλυκό πόνο, σα προκλητική σκληρότητα".
 -"Σεις φαντάζομαι, δε συμμερίζεστε αυτή την άποψη, ε";
 -"Όχι!", είπεν αποφασιστικά, κουνώντας έτσι το κεφάλι της, που οι μπούκλες της τιναχτήκανε σα πύρινες γλώσσες. "Η χωρίς κόπο ικανοποίηση κι ο ήρεμος αισθησιασμός των Ελλήνων, είναι το ιδεώδες μου και προσπαθώ να το εφαρμόζω στη ζωή μου. Όσο για την αγάπη που εκθειάζουν, ο χριστιανισμός κι οι συγκαιρινές ή ιπποτικές ψυχές, δε τη πιστεύω. Ναι, ξανακοίτα με, είμαι χειρότερη από κάποιον αιρετικό, είμαι ειδωλολάτρισσα.

           Φαντάζεσαι συ πως η θεά του έρωτα
                                  άκουσε πολύ συμβουλές
           όταν έκανε το κέφι της με τον ήρωα Αγχίση
                                 στο δάσος της Ίδης;

Αυτές οι γραμμές από τις Ρωμαϊκές Ελεγείες, του Γκαίτε, συνεπαίρνανε πάντα τη φαντασία μου
", συνέχισε. "Η Φύση δεν αναγνωρίζει άλλη αγάπη από κείνη των ηρωικών χρόνων, οπότε οι θεοί κι οι θεές αλληλοερωτεύονταν. Εκείνο τον καιρό ο έρωτας ήταν επακόλουθο κοιτάγματος, η ηδονή συνόδευε την ορμή. Κάθε τι άλλο, είναι απάτη, επιτήδευση, προσποίηση".
 -"Κάτι με τρομάζει σ' αυτό το αμείλικτον έμβλημα: τον χριστιανικό σταυρό. Ανέχεται πρώτ' απ' όλα, κάτι που αποτελεί εχθρό της φύσης και των αθώων παρορμήσεών της. Ο αγώνας της ψυχής ενάντια στην αισθησιοκρατία είναι το ευαγγέλιο των σύγχρονων. Δε θέλω να 'χω καμμιά σχέση μ' αυτό. Ναι κυρία, η θέση σας είναι στον Όλυμπο, αλλά το δικό μας σύγχρονο πνεύμα δε μπορεί ν' ανεχτεί πια τη... γνησιότητα των αρχαίων, τουλάχιστον στην αγάπη. Μας ξεσηκώνει η ιδέα της συμμετοχής στις χάρες μιας γυναίκας, αν αυτή ήταν μια Ασπασία. Είμαστε ζηλιάρηδες σα τον θεό μας. Αυτό σημαίνει πως η υπόληψη της αξιόλογης Φρύνης, κατέληξε να 'ναι ντροπή για μας. Αναζητάμε μάλλον, μιαν ωχρή παρθένα του Χολμπάιν, που θ' ανήκει μόνο σε μας, παρά μιαν αρχαία Αφροδίτη κι ας έχει θεϊκήν ομορφιά, που μπορεί όμως να ερωτεύεται σήμερα τον Αγχίση, αύριο τον Πάρη, την άλλη τον 'Αδωνη κι αν η φύση πάρει τον καλύτερο από μας, σε περίπτωση που γίνουμε έρμαιο μιας τέτοιας γυναίκας, από έξαρση πάθους, ένα τέτοιο χαρούμενο κράτημα από τη ζωή, μας φαίνεται σατανικό, σκληρό και θεωρούμε την ευδαιμονία μας αμάρτημα, για το οποίο ωφείλουμε να πληρώσουμε".
                                                                       (...τέλος αποσπάσματος...)
-----------------------------------------------------------------
Εκδόσεις: ΕΡΑΤΩ
Αθήναι 1985
Μετάφραση: Ιωάννα Βασιλείου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers