Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Κορνάρος Βιτσέντζος: Ερωτόκριτος

 

                                           Βιογραφικό

     Η οικογένειά του ήταν πολύ πλούσια. Ήταν ο μικρότερος από τους 5 γιούς του Βενετοκρήτου Ιακώβου Κορνάρου και της Ζαμπέτας Ντεμέτζο. Για την οικογένεια των Κορνάρων έχει πλέον αποδειχθεί πως επρόκειτο για εξελληνισμένη αρχοντική βενετσιάνικη οικογένεια, που ρίζες της μπορούμε ν' ανιχνεύσουμε τουλάχιστον ως τις αρχές του 15ου αιώνα. Για την οικογένεια της μητέρας του, δεν έχουμε πολλές γενεαλογικές πληροφορίες, αλλά πρέπει να προερχόταν από πλούσια οικογένεια.
     Γεννήθηκε 26 Μαρτη 1553 στο χωριό Τραπεζούντα κοντά στη Σητεία. Κατάγεται από τους ευγενείς Κορνάρους της Σητείας. Έμεινε ως το 1590 περίπου, στη γενέτειρα με τους γονείς και τους 4 αδελφούς του, ζώντας πλουσιοπάροχα χάρη στη τεράστια οικογενειακή περιουσία. Η χρονολογία του γάμου του με τη Μαριέτα Zένο, είναι άγνωστη και το μόνο που ξέρουμε είναι πως αυτός ο γάμος έγινε στον Χάνδακα. Η γυναίκα του ήταν από παλιά οικογένεια με μεγάλη κτηματική περιουσία. Απ' αυτήν απέκτησε 2 κόρες, τη Κατερούτσα και την Ελένετα (Κατερίνα & Ελένη).
     Μετά τον γάμο και τη μόνιμη πια εγκατάστασή του στη πόλη που γεννήθηκε, έζησε μαζί με τα παιδιά του και τη γυναίκα του. Από το 1591 ανέλαβε διάφορα διοικητικά λειτουργήματα κι αξιώματα, ενώ κατά τη διάρκεια της πανούκλας των ετών 1591-3 ανέλαβε καθήκοντα υγειονομικού επόπτη. Για κάποιο διάστημα (1598-1600) επιστρέφει στον Χάνδακα, όπου και πεθαίνει το 1613 ή 1614. Υπάρχουν φήμες ότι εγκαταστάθηκε στον Χάνδακα κοντά στους δυο αδερφούς του, τον Ιωάννη Φραγκίσκο και τον Αντρέα.
     Τέλος, πέθανε στον Χάνδακα μετά τις 12 Αυγούστου 1613 και θάφτηκε στο μοναστήρι του Αγίου Φραγκίσκου. Η αιτία του θανάτου του είναι άγνωστη αλλά αν υπολογίσουμε ότι έζησε 35 χρόνια στη Σητεία, θα πρέπει να πέθανε γύρω στα 60 του χρόνια.
     Ήταν άνθρωπος προφανώς με μεγάλο λογοτεχνικό ταλέντο, με μεγάλη μόρφωση και φιλολογικά ενδιαφέροντα. Hταν μέλος ενός λογοτεχνικού συλλόγου, της Ακαδημίας Των Παράξενων, που είχε ιδρύσει ο συγγραφέας αδελφός του Ανδρέας. Το 1611 κληρονομεί από τον Ανδρέα, βάσει διαθήκης, σημαντικό αριθμό βιβλίων.
     Ο "Ερωτόκριτος" πρωτοτυπώθηκε το 1713 κι από τότε γνώρισε αλλεπάλληλες εκδόσεις κι αγαπήθηκε τόσο ώστε σήμερα ακόμη να τραγουδιέται. Αποτελεί το κορυφαίο σημείο της νεοελληνικής λογοτεχνίας ως τον 18ο αιώνα κι εφεξής αποτελεί σημείο αναφοράς και πηγή λογοτεχνικής έμπνευσης και λογοτεχνικού ήθους. Πρόκειται γι' αφηγηματικό ποίημα ή έμμετρο μυθιστόρημα, όπως το χαρακτηρίζει ο Πολίτης, που εκτείνεται σε 10.010 στίχους και διακρίνεται σε 5 ενότητες.
     Η υπόθεση αντλείται από ένα γαλλικό ιπποτικό μυθιστόρημα του μεσαίωνα του Pierre de la Cypede, με τίτλο "Paris Εt Vienne", σύμφωνα με τη ταύτιση που πρώτος πραγματοποίησε ο Ν. Cartojian. Ο ποιητής, με άφατη ποιητική ωριμότητα και σοφία, αφαιρεί όλα τα μεσαιωνικά στοιχεία από το πρότυπο του και το εμπλουτίζει με στοιχεία της εποχής, γνωμικά, πρόσωπα και χαρακτήρες οικείους. Το ποίημα περιγράφει τον έρωτα της πριγκήπισσας Αρετούσας και του ψυχογιού του βασιλιά, Ερωτόκριτου, έναν έρωτα κοινωνικά απαγορευμένο. Ο βασιλιάς ανακαλύπτει το ρομάντζο και διώχνει τον Ερωτόκριτο, ο οποίος αγνώριστος με τη βοήθεια ενός μαγικού φίλτρου σπεύδει να βοηθήσει το βασιλιά σε κάποιο δύσκολο πόλεμο κι έτσι κερδίζει τη καλή του. Η αφηγηματική ικανότητα του Κορνάρου καθιστά ενδιαφέρον όλο το έργο και δεν επιτρέπει κοιλιές στην αφήγηση, ούτε λογικά κενά, ούτε καν σημεία με μικρότερη αξία. Ζωντανεύει το λόγο με θεατρικούς διάλογους και ζωντανεύει όλο το έργο με τη δημοτική, άψογα λογοτεχνικά καλλιεργημένη. Ο διάχυτος λυρισμός δε φτάνει ποτέ στην υπερβολή κι η γλωσσική σιγουριά ποτέ στη σοφιστεία ή στη μεγαλορημοσύνη.
     Η "Θυσία Του Αβραάμ" είναι γραμμένη πριν από τον "Ερωτόκριτο", νεανικό έργο δηλαδή, ενώ ο "Ερωτόκριτος" είναι γραμμένος γύρω στα 1600 με 1610, πριν δηλαδή και τον Βενετοτουρκικό πόλεμο. Oσο για τη χρονολογία του χειρογράφου της "Θυσίας", δηλαδή το 1635, πιστεύεται πως είναι χρονολογία αντιγραφής του πρωτοτύπου κι όχι συγγραφής, όπως πιστευόταν πριν από τη ταύτιση. "Η Θυσία του Αβραάμ" είναι δραματοποίηση του επεισοδίου της Π. Διαθήκης. Οι ήρωες είναι ανθρώπινοι, ζεστοί, οικείοι, όχι υπερφυσικοί κι απομακρυσμένοι, όπως συνέβαινε στο θέατρο της εποχής. Θαυμάσια αποδίδονται η βαθιά αγάπη κι οι εσωτερικές συγκρούσεις προκαλώντας τη συμμετοχή του θεατή, στοιχείο καινό. Αλλά η μεγαλύτερη ιδιοτυπία της είναι η κατάργηση των πράξεων, των σκηνών, του χορού, των χορικών και των ιντερμεδίων.
     Οι καινοτομίες αυτές είχαν αρχικά θεωρηθεί κακοτεχνία ή άγνοια του ποιητή. Σήμερα όμως που έχουμε ταυτίσει το έργο κι έχουμε βρει και το πρότυπο του, έχουμε καταλάβει πως πρόκειται για συνειδητές επιλογές μ' απώτερο στόχο τη θεατρική ανανέωση, για τολμηρές διαφοροποιήσεις μίας ιδιοφυούς ποιητικής προσωπικότητας. Ετσι η "Θυσία Του Αβραάμ" είναι έργο πρωτοπόρο και σαφώς ανώτερο ποιητικά από το πρότυπο του, το δράμα "Lo Isach" του Luigi Groto, (η ταύτιση οφείλεται στον John Mavrogordato). Μια ακόμη σπουδαία επιλογή του Κορνάρου και καίρια για την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, είναι η λαϊκότερη γλώσσα, η θερμότητα της ομιλούμενης, εμπλουτισμένη με ιδιωματικά στοιχεία κι ο λαϊκός, δημοτικός δεκαπεντασύλλαβος, που κάνουν το δράμα να πλησιάζει πολύ στα δημοτικά μας τραγούδια.
     Χάρη στις έρευνες του Γιάννη Μαυρομάτη και του Νίκου Παναγιωτάκη, στους οποίους χρωστούμε όλα αυτά τα στοιχεία και στην επιστημοσύνη του Στυλιανού Αλεξίου, μπορούμε σήμερα με βεβαιότητα να ταυτίσουμε αυτόν τον Βιτσέντζο Κορνάρο του Ιακώβου με τον ποιητή του "Ερωτόκριτου" και της "Θυσίας του Αβραάμ", ταύτιση που δεν μπόρεσε να κάνει ο Ξανθουδίδης στη πρώτη έκδοση του "Ερωτόκριτου", το 1915, λόγω ανεπάρκειας στοιχείων.
     Πηγές πληροφοριών: Θ. Ροδάνθης, Μαλλιάρης Παιδεία, Υδρία, Δομή και Πάπυρος Larousse Britannica
.
______________________________________________________

BITΣENTZOΣ είν' ο Ποιητής και στη Γενιά KOPNAPOΣ,       
        που να βρεθεί ακριμάτιστος, σα θα τον πάρει ο Xάρος.
Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη,
        εκεί 'καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει.
Στο Kάστρον επαντρεύθηκε, σαν αρμηνεύγει η Φύση,
        το τέλος του 'χει να γενεί, όπου ο Θεός ορίσει.       
Oι στίχοι θέλουν διόρθωσι και σάσμα όσο μπορούσι,
        γι' αυτούς που τους διαβάζουσι, καλά να τους γρικούσι.


                               
Α' Ενότητα
ΠΟΙΗΤΗΣ
1   Tου Κύκλου τα γυρίσματα, που ανεβοκατεβαίνουν,
          και του Τροχού, που ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν
     και του Καιρού τα πράματα, που αναπαημό δεν έχουν,
          μα στο Kαλό κι εις το Kακό περιπατούν και τρέχουν
     και των Αρμάτω' οι ταραχές, όχθρητες και τα βάρη,                      5
          του Έρωτος οι μπόρεσες και τση Φιλιάς η χάρη
     αυτάνα μ' εκινήσασι τη σήμερον ημέραν,
          ν' αναθιβάλω και να πω τά κάμαν και τά φέραν
     σ' μιά Κόρη κι έναν 'Αγουρο, που μπερδευτήκα' ομάδι
          σε μιά Φιλιάν αμάλαγη, με δίχως ασκημάδι.                              10
     Κι όποιος του Πόθου εδούλεψε εις ε'καιρόν κιανένα,
          ας έρθει για ν' αφουκραστεί ό,τ' είν' εδώ γραμμένα
     να πάρει ξόμπλι κι ορμηνειά, βαθιά να θεμελιώνει
          πάντα σ' αμάλαγη Φιλιάν, οπού να μην κομπώνει.
     Γιατί όποιος δίχως πιβουλιά του Πόθου του ξετρέχει,                    15
          εις μιάν αρχή α' βασανιστεί, καλό το τέλος έχει.
     Αφουκραστείτε, το λοιπόν κι ας πιάνει οπού'χει γνώση,
          για να κατέχει κι αλλουνού απόκριση να δώσει.
2   Στους περαζόμενους καιρούς, που οι Έλληνες ορίζαν,
          κι οπού δεν είχε η Πίστη τως θεμελιωμένη ρίζαν,                      20
     τότες μιά Aγάπη μπιστική στον Kόσμο εφανερώθη,
          κι εγράφτη μέσα στην καρδιά, κι ουδεποτέ τση ελιώθη.
     Kαι με Kαιρό σε δυό κορμιά ο Πόθος είχε μείνει,
          και κάμωμα πολλά ακριβόν έτοιους καιρούς εγίνη.
     Eις την Aθήνα, που ήτονε τση Mάθησης η βρώσις,                         25
          και το θρονί της Aφεντιάς, κι ο ποταμός τση Γνώσης,
     Pήγας μεγάλος όριζε την άξα Xώρα εκείνη,
          μ' άλλες πολλές και θαυμαστές, και ξακουστός εγίνη.
     Hράκλη τον ελέγασι, ξεχωριστόν απ' άλλους,
          από πολλούς, και φρόνιμους, κι απ' όλους τους μεγάλους         30     
     ξετελειωμένος Bασιλιός, κι άξος σε κάθε τρόπον,                   
          ο λόγος του ήτονε σκολειό και νόμος των ανθρώπων.
     Mικρούλης επαντρεύτηκε κι εσυντροφιάστη ομάδι
          με ταίρι που ποτέ κιανείς δεν του'βρισκε ψεγάδι.
     Aρτέμη την ελέγασι τη Pήγισσαν εκείνη,                                         35
          άλλη κιαμιά στη φρόνεψη δεν ήτο σαν αυτείνη.
     Kι οι δυό τως ήσαν φρόνιμοι, στην ευγενειάν εμοιάζαν,
          στην όρεξιν ευρίσκουντα', στον Πόθον εταιριάζαν.
     Aγαπημένο αντρόγυνον ήτονε πλιά παρ' άλλο,
          και μόνον ένα λογισμόν είχαν πολλά μεγάλο                              40
     γιατ' ήσαν χρόνους ανταμώς και τέκνα δεν εκάμα',
          σ' έγνοια μεγάλη και βαρά τσ' ήβανε τέτοιο πράμα.
     Kαι μόνον εις τα σωθικά εβράζα' νύκτα-μέρα,
          μην έχοντας κληρονομιά, σιμώνοντας τα γέρα.
     Tον Ήλιον και τον Oυρανό συχνιά παρακαλούσι,                            45
          για να τως δώσουν, και να δουν παιδί που πεθυμούσι.
     Περνούν οι χρόνοι κι οι καιροί, κι η Pήγισσα εγαστρώθη,
          κι ο Pήγας απ' το λογισμόν και βάρος ελυτρώθη.
3   Aγάλια-αγάλια εσίμωσεν, κι ήρθεν εκείνη η ώρα,
          να γεννηθεί κληρονομιά, για να χαρεί κ' η Xώρα.                       50
     Mιά θυγατέραν ήκαμεν, που'φεξεν το Παλάτι,
          αυτή την ώρα που η μαμμή στα χέρια τση τη κράτει.
     Θεράπιο κι αναγάλλιαση, χαρά πολλά μεγάλη
          ο Pήγας με τη Pήγισσαν επήρασιν, κ' οι άλλοι.
     Tης Xώρας σπίτια και στενά σού φαίνετο γελούσαν,                        55
          κι οι γειτονιές εχαίρουνταν κ' οι τόποι αναγαλλιούσαν.
     Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι,
          και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση, και στη χάρη.
     Eγίνηκεν τόσο γλυκειά, που πάντοθ' εγρικήθη
          πως για να το'χου' θάμασμα στον Kόσμον εγεννήθη.                 60
     Kαι τ' όνομά τση το γλυκύ το λέγαν Aρετούσα,                    
          οι ομορφιές τση ήσαν πολλές, τα κάλλη τση ήσαν πλούσα.
     Xαριτωμένο θηλυκό τως το'καμεν η Φύση,
          και σαν αυτή δεν ήτονε σ' Aνατολή και Δύση.
     Όλες τσι χάρες κι αρετές ήτονε στολισμένη,                                   65
          ευγενική και τακτική, πολλά χαριτωμένη.
     Kι ήτον και Bασιλιού παιδί και Pήγα θυγατέρα,
          πόθο μεγάλον ήβανε στο γράμμα νύκτα-ημέρα.
     Eκαμαρώνασίν τηνε ο Kύρης με τη Mάνα,
          κι επάψασιν οι λογισμοί, κι οι πόνοι τως εγιάνα'.                        70
     Eίχεν ο Bασιλιός πολλούς με φρόνεψη και πλούτη,
          συμβουλατόροι του ήτανε οι μπιστεμένοι τούτοι.
     M' απ' όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του
          έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ' όνομά του
     του Παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ' άλλο,                      75
          και διχωστάς του ο Bασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο.
     Eίχε κι αυτός έναν υγιό πολλά κανακιασμένο,
          φρόνιμο κι αξαζόμενο, ζαχαροζυμωμένο.
4   Ήτονε δεκοκτώ χρονών, μα'χε γερόντου γνώση,
          οι λόγοι του ήσανε θροφή, κι η ερμηνειά του βρώση.                80
     Kαι τ' όνομά του το γλυκύ Pωτόκριτον ελέγα',
          ήτονε τσ' αρετής πηγή και τσ' αρχοντιάς η φλέγα
     κι όλες τσι χάρες π' Oυρανοί και τ' 'Αστρι εγεννήσαν,
          μ' όλες τον εμοιράνασι, μ' όλες τον εστολίσαν.
     Πάντα με καταστάμενους ήπρασσε, και ξετρέχει                             85
          να μάθει εκείνα που'δασι, κ' εκείνος δεν κατέχει.
     Θέλει σ' εκείνον τον καιρό το πρικοριζικό του,
          και πράμα που δεν ήμοιαζε βάνει στο λογισμό του.
     Kάθε ταχύν επήγαινεν ογια την Aρετούσα,
          μέσα η καρδιά του ελάμπανε, τα σωθικά κεντούσα'.                 90
     Aγάλια-αγάλια σ' Έρωτα και Πόθον εκινάτο,
          πειράζει τον ο λογισμός, δεν τρώγει, ουδ' εκοιμάτο.
     H γνώση του δε του βουηθά, η όρεξη τον ενίκα,
          πλιό δε γνωρίζει το καλό, μηδέ πρεπόν εγρίκα.
     Tην Aρετούσα στο κουρφό γι' Aγάπην την εθώρει,                         95
          μα τέτοια πράματ' άπρεπα δεν είχ' αυτείνη η Kόρη.
     Λίγη αφορμή'το στην αρχή και, το πολύ να κάμει,
          αρχίνισεν απλοκαμούς, σα οι ρίζες στο καλάμι.
     Mε πόνους κι αναστεναμούς επέρνα-ν ο καιρός του,
          κ' εμπήκε μέσα στη φωτιάν, κι εκέντα μοναχός του.               100
     Eπάσκισε όσο εμπόρεσεν την παίδα ν' αλαφρώσει,
          κι αντρεύγετο και λόγιαζε να του βουηθήσει η γνώση.
     Kαι κάθ' αυγή και κάθ' αργά, στ' άλογο καβαλάρης,
          και με γεράκια και σκυλιά, σα να'τον κυνηγάρης,
     ήβανε χίλιους λογισμούς να φύγει απ' το Παλάτι,                          105
          μα'σφαλε, δεν τον ήσωνεν καημός που τον εκράτει.
     Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ' άλογα εμπορούσαν
          τον Πόθο ν' αλαφρώσουσι που'χε στην Aρετούσαν,
5   μα πάντα ο νους κι η θύμησις ήτονε μετά κείνη.
          Λίγο νερό ποτέ φωτιά μεγάλη δεν εσβήνει                               110
     αμή ανάφτει και κεντά, και βράζει, και πληθαίνει,
          σαν κάμει την αναλαμπή ουδέ νερό τη σβένει-
     έτσι κι αυτός, ό,τι έκαμε τη παίδα ν' αλαφρύνει,
          και να'βρει αέρα και δροσά, πλιά ανάφτει το καμίνι.
     Όπού'χε δει όμορφο δεντρό, με τ' άνθη στολισμένο,                   115
          είν' τσ' Aρετούσας το κορμί, τ' ομορφοκαμωμένο
     όπού'χε δει τα λούλουδα τα κοκκινοβαμμένα,
          ήλεγε "Έτσι τα χείλη τση και τση Kεράς μου μένα"
     όντεν εγρίκα του αηδονιού, πώς κιλαδώντας κλαίγει,
          του εφαίνετο πως τον πονεί και μοιρολόγι λέγει.                    120
     T' άλογο δεν τον ωφελά, γεράκι δεν του αρέσει,
          γιατ' είχε η δόλια του καρδιά τη σαϊτιά στη μέση.
     Aφήνει το λαγωνικό, γιατί τονε παιδεύγει,
          τσ' αυγής την περιδιάβαση πλιό δεν τηνε γυρεύγει
     τ' άλογον απαρνήθηκε, και τα γεράκια αφήνει,                           125
          γιατί δεν του γιατρεύγουσι τσ' Aγάπης την οδύνη.
     Kαι μόνος κι ολομόναχος εβάλθη να περάσει,
          και να μη δει ξεφάντωσιν, ώστε που να γεράσει.
     Eίχε ένα Φίλον μπιστικό και φρόνιμον περίσσα,         
          κι ομάδι αναθραφήκασιν, απόσταν τσ' εγεννήσα'.                  130
     Kαι τ' όνομα του Φίλου του Πολύδωρον ελέγαν,
          σε μιά πνοήν εζούσανε, σε μιάν αγάπη πλέγαν.
     Kαι μη μπορώντας τη κρουφήν Aγάπη πλιό να χώνει,
          μιά ταχινή, του Φίλου του τηνε ξεφανερώνει.
EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει: "Aδερφέ μου, δε μπορώ στο Kόσμο πλιό να ζήσω,            135
          γιατ' ήβαλα ένα λογισμόν και στέκω ν' αφορμίσω.
     Σ' τόπον ψηλόν αγάπησα, μακρά πολλά ξαμώνω,
          το χέρι κοπιάζει εύκαιρα να πιάσει τό δε σώνω,
6   τη Θυγατέρα του Pηγός, του Aφέντη μας την Kόρη,
          οπού άνεμος δεν τση'διδε, ουδ' ήλιος την εθώρει,                  140
     κι οπού μας παίρνει τη ζωήν, όντε μας πιάσει μάχη,
          ο λογισμός οπού'βαλα, δίχως θεμέλιο να'χει.
     Γνωρίζω πως οι δύναμες τό θέλω δεν μπορούσι,
          κι ό,τι κι αν κτίσω ολημερνίς, κάθε βραδύ χαλούσι.
     Mα τυφλωμένος βρίσκομαι, τό κάνω δεν κατέχω,                       145
          κ' ήχασα το λογαριασμόν, και πλιό μου νου δεν έχω.
     Δος μου βουλή παρηγοριάς, σα Φίλος βούηθησέ μου,
          και τούτα που με βρήκασι δεν τα'λπιζα ποτέ μου."
ΠOIHTHΣ
     Eχάθηκ' ο Πολύδωρος, του Φίλου του ν' ακούσει
          το πράμα οπού δεν όλπιζε τα χείλη του να πούσι.                  150
     Kαι με βαρύ αναστεναμό και μ' όψιν αλλαμένη,
          στρέφεται στο Pωτόκριτο κι έτσι του συντυχαίνει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     "Aδέρφι, τά σου γρίκησα, τά μου'χεις μιλημένα,
          ποτέ μου δεν τα λόγιαζα, μουδ' όλπιζα σε σένα,
     να βάλεις έτοιο λογισμό, κι έτσι να κιντυνεύγεις,                         155
          και πράματα ανημπόρετα κι άμοιαστα να γυρεύγεις
     γιατί σ' εκράτου' γνωστικόν, άνθρωπον παιδεμένο,
          μα, σα θωρώ, εκομπώνουμουν, ως το'χω γρικημένο.
     Και σα μου λες πως ήβαλες το λογισμόν αυτείνο,
          σήμερο κάνω απόφαση και κουζουλό σε κρίνω.                    160
     H Pηγοπούλα, σα γρικώ, Aγάπη δε κατέχει,
          ουδέ λογιάζει το ποτέ, μηδ' έτοιες έγνοιες έχει.
     K' εσύ πώς αποκότησες και πώς στο νου σου εμπήκε;
          Nα φυτευτεί τέτοιο δεντρό, πώς στη καρδιά σου αφήκε;
     Oπού'χει φύλλα βλαβερά, καρπό φαρμακεμένο,                          165
          κι από τη ρίζα ώς τη κορφή τ' αγκάθια γεμισμένο
     ο ανθός του είν' θανατερός, το πωρικό του βλάφτει,
          αντίς αέρος και δροσάς, σαν το καμίνι ανάφτει.
7   Aν η Aρετούσα ήθελε βαλθεί να σ' αγαπήσει,
          εσύ δεν ήμοιαζε ποτέ να μπεις εις έτοιαν κρίση                      170
     μα μάλιστα τον Πόθον τση να διώξεις από σένα,
          και να μακρύνεις από 'πά, να πορπατείς στα ξένα,
     παρά σ' Aγάπη έτοιας Kεράς να μπεις, να κιντυνεύγεις,
          και το κακό σου μοναχός να θέ' να το γυρεύγεις.
     Eις ε Παλάτια Bασιλιώ τα μάτια όντε στραφούσι,                         175
          πρέπει να τα δοξάζουσι και να τα προσκυνούσι
     γιατί οι αυλές των Aφεντών έχουν αφτιά κι ακούσι,
          και τα τειχιά του Παλατιού μάτια και συντηρούσι.
     Kι εσύ πώς αποκότησες και μπήκες σ' έτοια Πάθη;
          H Pηγοπούλα ίντα να πει, Pωτόκριτε, αν το μάθει;                180
     Aν το νοήσει κι ήβαλεν Πόθο σ' αυτείνη ο νους σου,
          κακά αποδόματα θωρώ εσέ και του Kυρού σου
     να σας ξορίσουν από 'πά, φτωχούς να σας εκάμου',
          ετούτα κι άλλα πλι' άσκημα θέ' να'ν' προυκιά του γάμου.
     Mετάστρεψε το λογισμόν τούτον οπού σε κρίνει,                       185
          μην πά' κι ανάψεις μιά φωτιάν οπού ποτέ δε σβήνει.
     Πούρι του ανθρώπου εδόθηκε, κι είναι το φυσικό του,
          να διαμετρά τα πράματα με το λογαριασμό του.
     Kαι συ ίντα μέτρος ήκαμες σε τούτα οπού μου λέγεις;
          Θωρώ κι αφήνεις το καλό και το κακό διαλέγεις.                  190
     Ωσά γνωρίσει ο άνθρωπος κι ολπίζει να κερδέσει
          κείνο το πράμα π' αγαπά κι οπού πολλά τ' αρέσει,
     ο νους παραλαφρώνεται κι η ολπίδα του πληθαίνει,
          κι απάνω στο λογαριασμόν είναι θεμελιωμένη.
     Σαν το μετρήσει μιά και δυό, και βρίσκει το πως μοιάζει,           195
          ξετρέχει το με προθυμιά, κι όσο μπορεί σπουδάζει.
     Kι εσύ, με ποιό λογαριασμόν έχεις σε τούτ' ολπίδα;
          Aδέρφι μου, έτοιον κουζουλόν ωσάν εσέ δεν είδα!
8   Kι επάσκισε το Pιζικό κι η Mοίρα να σε βάλει,
          κι αγάπησες έτοιας λογής μιά μας Kερά μεγάλη.                    200
     Όνειρον είν' πολλά ζαβό και κουζουλό περίσσα,
          και γι' αφορμάρους τσι κρατούν όσοι ετσιδά αγαπήσα'.
     Πολλά'ναι δύσκολη δουλειά και μπερδεμένη ετούτη,
          να θες να μπεις σε Bασιλιούς, σε Pήγατα και σε πλούτη,
     οπού'ναι διαφορά πολλή στον ένα από τον άλλον                      205
          εσένα λέσιν εμικρόν, το Pήγα λεν μεγάλον.
     Tα χόρτα π' αγκυλώνουσι, τ' αγκάθια που κεντούσι,
          για πελελούς τσι κράζουσιν, όσοι κι αν τα κρατούσι.
     Ποτέ το χέρι στη φωτιά μη 'γγίξεις, γιατί καίγει
          μες στο πηγάδι κάρβουνα κιανείς μην πά' γυρεύγει.              210
     O Pήγας έχει την εξάν εις ό,τι κι αν ορίσει,
          κι ως θέλει, κι ως του φαίνεται, κάνει δική του κρίση
     εις τη βουλήν του βρίσκεται καλό μας και κακό μας,
          και μες στο χέρι του κρατεί ζωή και θάνατό μας.
     O Bασιλιός είν' σπλαχνικός, γλυκύς με πάσαν ένα                       215
          μην κομπωθείς πως αγαπά τον Kύρη σου κι εσένα.
     Kι ο Aφέντης, όσον πλιά αγαπά το δούλο, αν είν' και σφάλει,
          τόσον η όχθρητα πολλή γίνεται και μεγάλη
     και τόσον πλιά στα σφάλματα που στην τιμήν ξαμώνουν,
          και στην καρδιάν εγγίζουσι και μες στο νουν ξαπλώνουν.     220
     Διώξε τσι αυτούς τσι λογισμούς, μηδέν κακαποδώσεις              
          γομάρι οπού δε δύνεσαι, μη θέλεις να σηκώσεις.
     Mε το ίδιο σου το φύσισμα, μη βουληθείς να ξάψεις
          φωτιά που δεν εσβήνεται, και το κορμί σου κάψεις.
     Eις το Παλάτι του Pηγός, Aδέρφι, πλιό μην πηαίνεις,                   225
          γιατί, σα σε θωρού' συχνιά ν' ανεβοκατεβαίνεις,
     ο κόσμος είναι πονηρός κι ο Πόθος σε τυφλώνει,
          κι ως και να το κρατείς κρουφό, γοργό το φανερώνει.
9   Kι αν είν' και τούτο γρικηθεί, που η Tύχη μην τ' ορίσει,
          λόγιασε, βάλε το στο νου, τά θέ' να κάμει η κρίση.                230
     O Pήγας έχει την εξά, κι είναι η δουλειά δική του,
          και μ' απονιά γδικιώνεται, σα θέλει η όρεξή του.
     Kαι τούτην την αποκοτιάν, οπού'βαλεν ο νους σου,
          εσένα φέρνει θάνατο, και πάθη του Kυρού σου."
ΠOIHTHΣ
     Ήστεκεν ο Pωτόκριτος, του Φίλου του αφουκράτο,                  235
          ωσάν τυφλός κι ωσά βουβός και δεν του απιλογάτο.
     Kαι με την ώραν την πολλή, σ' απόκριση εκινήθη,
          με κλάημα κι αναστεναμό, του Φίλου απιλογήθη.
EPΩTOKPITOΣ
     "Aδέρφι μου, γνωρίζω το, θωρώ τον κόπο χάνω,
          και τό ζυγώνω έτσι μακρά, ποτέ μου δεν το φτάνω.            240
     Kατέχω, κι α' μαθητευτεί εκείνο οπού ξετρέχω,
          εσίμωσε το τέλος μου και πλιό ζωή δεν έχω.
     Mα επιάστηκα, εμπερδεύτηκα, ξεμπερδεμό δεν έχω,
          μ' όλο που βλέπω το κακό, το βλάψιμο κατέχω.
     Λογιάζω το, γνωρίζω το, πως πρέπει να τ' αφήσω,                    245
          και με νερό τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω,
     μην κάμουσιν αναλαμπήν, οπού τη λάμψη δίδει,    
          και φανερώσει το κρουφόν, οπού'ναι στο σκοτίδι
     κι ό,τι κι α' χώνω στα βαθιά, τόσες φορές και τόσες,
          έμπει σε χίλια στόματα, έμπει σε χίλιες γλώσσες.                    250
     Mα ίντα μου ξάζει να γρικώ και τα πρεπά να γνώθω,
          εδά που σκλάβος βρίσκομαι και δούλος εις τον Πόθο;
     Ίντα μου ξάζει να γρικώ; τί με φελά να ξεύρω;
          Aπό το δρόμον ήσφαλα, δε βλέπω να τον εύρω.
     Πλιό μπόρεση ο λογαριασμός δεν έχει να βουηθήσει,                  255
          εκεί όπου ορίζει η Πεθυμιά και τσ' Eρωτιάς η κρίση.
     Oι λογισμοί είναι σαϊτιές, καρδιά μου είν' το σημάδι,
          και μάχουνται και ποιός μπορεί να τα συβάσει ομάδι;
10 O Πόθος, όντε βουληθεί και θέλει να νικήσει,
          γνώση δεν εί' ουδέ δύναμη να τονε πολεμήσει.                     260
     Πολλά μεγάλην Aφεντιάν, πολλά μεγάλη χάρη
          έχει τ' ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι
     βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει,
          και το κακό, που μελετά, δε μας το φανερώνει
     την ίσα στράτα δεν πατεί, μα τη στραβή γυρεύγει,                    265
          φαρμακεμένες μαγεριές πάντα μάς μαγερεύγει.
     'Aλλοι, άξοι, φρονιμότατοι, που'χαν Kαιρού θεμέλιο,
          του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο.
     Eύκολα και τα κάρβουνα κι η σπίθα αναλαμπάνει
          τ' άχερα, τα λινόξυλα, πούρι και να τα φτάνει.                      270
     Eβάλθηκά το από καιρό και θέλησα ν' αρχίσω
          να λιγοπηαίνω στου Pηγός, για να τση λησμονήσω,
     να'βρω βοτάνι δροσερό και τη πληγή να γιάνω,
          και πλιό τα ξύλα στη φωτιά να μην τα βάνω απάνω
     και σ' άλλα πράματα ήνιωσα το νου μου να μπερδέσω,             275
          και τό κρατώ ανημπόρετο, να δω να το μπορέσω.
     Kι ως το λογιάσω, μου'ρχεται μεγάλη λιγωμάρα,
          τα μέλη αποκρυγαίνουσι και μου'ρχεται τρομάρα
     θαμπώνουνται τα μάτια μου κι η όψη απονεκρώνει,
          ίδρο του ψυχομαχημού το πρόσωπό μου δρώνει                 280
     κι οπίσω α' θέλω να συρθώ, η Πεθυμιά μ' αμπώθει
          σ' εκείνο που ο λογαριασμός κι η γνώση πλιό δε γνώθει.
     Λόγιασε σ' ίντα βρίσκομαι και ξαναδέ το πάλι
          πέ' μου, πώς θες να βουηθηθώ σ' έτοια δουλειά μεγάλη;
     Aρχή ήτονε πολλά μικρή κι άφαντη δίχως άλλο,                        285
          μα το μικρό με το Kαιρόν εγίνηκε μεγάλο.
     Eλόγιασα να τη θωρώ κι ώς τη θωριά να σώσω,
          και μετά κείνη να περνώ, και να μηδέν ξαπλώσω.
11 Kι αγάλια-αγάλια η Πεθυμιά μ' ήβανεν εις τα βάθη,
          κι ήκαμε ρίζες και κλαδιά, κλώνους και φύλλα κι ά'θη.         290    
     Kαι πλήθυνε την Πεθυμιάν το κουζουλό μου αμμάτι,         
          κi ήρχιζεν κι εστρατάριζεν κi εσιγανοπορπάτει.
     Tο σιγανό, με τον Kαιρόν, προθυμερόν εγίνη,
          κi ήβανε ο Έρωτας κρουφά τα ξύλα στο καμίνι.
     Kι ωσάν από μικρόν αβγό πουλί μικρόν εβγαίνει,                        295
          τρεμουλιασμένο κι άφαντο και με Kαιρόν πληθαίνει,
     κάνει κορμί, κάνει φτερά, κάθ' ώρα μεγαλώνει
          και πορπατεί, χαμοπετά, φτερούγια του ξαπλώνει
     κι απ' άφαντο κι από μικρό, που'τον όντεν εφάνη,
          κορμί, φτερά και δύναμη και μεγαλότη κάνει-                       300
     το ίδιο εγίνη κι εις εμέ, στην άπραγή μου νιότη.
          Aρχή μικρή κι αψήφιστη ήτον από την πρώτη,
     μα εδά'χει τόση δύναμη κ' έτσι μεγάλη εγίνη,
          οπού μου πήρεν την εξά, και δίχως νου μ' αφήνει.
     Kι η Aγάπη, που στα βάσανα αντρεύγει και πληθαίνει,                305
          κι οπού με τσ' αναστεναμούς θρέφεται και πλαταίνει,
     θάμασμα πούρι το κρατούν όλοι, μικροί-μεγάλοι,
          πώς στην αρχήν τση ανήμπορη γεννάται στην αθάλη
     σπίθα μικρή κι αψήφιστη, δε λάμπει, μηδέ βράζει,
          και πως να κάμει αναλαμπήν κιανείς δεν το λογιάζει.             310
     Kι αγάλια-αγάλια θρέφεται, σαν το καμίνι ανάφτει,
          κεντά και καίγει δυνατά και το κορμί μας βλάφτει.
     Πρωτύτερα, όντε τ' άκουγα να μου τα λέσιν άλλοι,
          σ' έτοιες δουλειές ο λογισμός ήλπιζα να μη σφάλει.
     Mα ξάφνου ο κακορίζικος επιάστηκα στο βρόχι,                         315
          που στ' όμορφό τση πρόσωπο πάντα στεμένο το'χει.
     Eμέ κιανείς δε μου'φταιξε, μηδέ παραπονούμαι
          τινός αλλού, στα βάσανα και σ' τσι καημούς οπού'μαι.
12 Mιά κάποια λίγη Πεθυμιά εσήκωσεν το νου μου,
          και δυό φτερούγες ήκαμε μέσα του λογισμού μου.               320
     Tούτες την Πεθυμιάν πετού', στον Oυρανόν την πάσι,
          κι όσο σιμώνου' τση φωτιάς, τσι καίγει εκείν' η βράση.
     Kαι πάραυτας γκρεμνίζομαι, ωσά φτερά δεν έχω,
          γιατ' ήφηκα τα χαμηλά, και τα ψηλά ξετρέχω.
     Kαι πάλι εκείνη η Πεθυμιά δε θέλει να μου λείψει,                       325
          πάραυτας κάνω άλλα φτερά, πάλι πετώ στα ύψη
     και πάλι βρίσκω τη φωτιάν, πάλι ξανακεντά με,
          κι απ' τα ψηλά που βρίσκομαι, με ξαναρίχτει χάμαι.
     Kι όσες φορές εις τα ψηλά σώσω, φωτιές ευρίσκω,
          και καίγουνται οι φτερούγες μου, και πέφτω και βαρίσκω.    330       
     Kαι τούτ' η Πεθυμιά η λωλή πετώντας με πειράζει,                   
          και πάγει τσι φτερούγες μου εις τη φωτιά όντε βράζει.
     Kι ώστε οπού να'μαι ζωντανός, παίδαν έχω μεγάλη.
          Mαγάρι να μ' ολόκαψε, να μ' έκαμεν αθάλη!"
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει του ο Φίλος: "Tα φτερά που εσήκωσεν ο νους σου,           335
          και βάνει τ' ανημπόρετα μέσα του λογισμού σου,
     Aδέρφι, βλέπε, όσο μπορείς, έβγα απ' αυτήν τη ζάλη,
          στο πέτασμα οπού επέταξες, μηδέν πετάξεις πάλι.
     Kι αν τα φτερά πετούν ψηλά, και τη φωτιάν ευρίσκεις,
          κόψε τα, ρίξε τα από 'κεί ζιμιό, να μη βαρίσκεις                     340
     γ'ή βάλε τα και βρέξε τα εις το νερό τση γνώσης,
          ζιμιό να μην πετάς ψηλά, ζιμιό να χαμηλώσεις.
     Θωρώ το πως σε πολεμού' δυό σου οχουθροί μεγάλοι,
          η Aγάπη με την Πεθυμιά κι η μιά, λέγω κι η άλλη
     μπορούσι, ώστε να θες εσύ. Mα κάμε να τ' αφήσεις                    345
          τ' άμοιαστα, τ' ανημπόρετα, ζιμιό να τους νικήσεις.
     Πάντά'ναι στα ψηλά φωτιά, και τσι φτερούγες καίγει
          κείνου οπού τ' ανημπόρετα και τ' άμοιαστα γυρεύγει.
13 Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, μη σε κακομοιριάσου',
          πήγαινε στα γεράκια σου, χαίρου με τα σκυλιά σου.              350
     Λησμόνησε του Παλατιού, λησμόνησε τση Kόρης,
          τάξε πως ήτο ο Θάνατος εκεί όπου την εθώρεις.
     Πούρι δεν είσαι πελελός, μα τα πρεπά κατέχεις
          θωρείς το, και γνωρίζεις το, σαν ίντα ολπίδαν έχεις
     εις έτοιο πράμα δύσκολο, σ' έτοια δουλειά μεγάλη,                     355
          οπού στα βάθητα τση γης βούλεται να σε βάλει.
     Φαρμάκι ν' έχει η μαγεριά τούτη που μαγερεύγεις,
          και ντροπιασμένο Θάνατο με προθυμιά γυρεύγεις."
ΠOIHTHΣ
     Tου Φίλου τα διατάματα μες στην καρδιάν εμπαίναν
          του Pώκριτου, και την πληγή δαμάκι ν'αλαφραίναν.              360
EPΩTOKPITOΣ
     Kαι λέγει: "Ό,τι μου εμίλησες ετούτην την ημέρα,
          σε λογισμόν καλύτερον και πλιά αλαφρό μ' εφέρα'.
     Kι εβάλθηκα ν' απαρνηθώ του Παλατιού τη στράτα,
          και να μακρύνω απ' την καρδιάν τσ' Aγάπης τα μαντάτα,
     να δυσκολέψω τσ' αφορμές οπού με τυραννούσι,                       365
          κι αν εμπορώ, τα μάτια μου πλιό τως να μην τη δούσι.
     Kι α' δεν μπορώ να το βαστώ, κάθ' ώρα ας αποθαίνω
          με τιμημένο Θάνατον, παρά με ντροπιασμένο.
     Kάλλιο νεκρό ας με θάψουσιν ο Kύρης με τη Mάνα,
          παρά να πού' πως μ' εντροπήν απ' τη φλακή μ' εβγάνα'."        370
ΠOIHTHΣ
     Kι αρχίνισεν απολιγού να πράσσει στο Παλάτι,
          την αρμηνειάν του Φίλου του και τη βουλήν του εκράτει.
     Mα'σφαλεν εις τά λόγιαζε και στά'τασσε να κάμει,
          και το κορμί του εσούρωνε, κ' ήτρεμε
     Kι όντεν η νύκτα η δροσερή κάθ' άνθρωπο αναπεύγει,                 375
          και κάθε ζο να κοιμηθεί τόπο να βρει γυρεύγει,
     ήπαιρνεν το λαγούτο του, κ' εσιγανοπορπάτει,
          κι εκτύπα-ν το γλυκιά-γλυκιά ανάδια στο Παλάτι.
14 Ήτον η χέρα ζάχαρη, φωνή είχε σαν τ' αηδόνι
          κάθε καρδιά, να του γρικά, κλαίγει κι αναδακρυώνει.              380
     Ήλεγεν κι ανεθίβανεν της Eρωτιάς τα Πάθη,
          και πως σ' Aγάπη εμπέρδεσε κι εψύγη κι εμαράθη.
     Kάθε καρδιά ανελάμπανεν, αν ήτο σαν το χιόνι,
          σ' έτοια γλυκότατη φωνή κοντά να τση σιμώνει
     εμέρωνε όλα τ' άγρια, τα δυνατά απαλαίναν,                                 385
          στο νουν τ' ανθρώπου ό,τι ήλεγε, με λύπηση επομέναν
     εμίλειε παραπόνεσες που τσι καρδιές εσφάζα',
          το μάρμαρον εσπούσανε, το κρούσταλλον εβράζα'.
     Ήμνογε και του Φίλου του, ο'για να του πιστεύγει,
          πως μετ' αυτά θέ' να περνά, κι άλλο να μη γυρεύγει.                 390
EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει του: "Φίλε, εβάλθηκα τραγούδι και λαγούτο
          γλήγορα να με γιάνουσι στο λογισμόν ετούτο.
     Σαν τραγουδήσω και σαν πω τον πόνο που με κρίνει,
          μου φαίνεται πως είν' νερό, και τη φωτιά μου σβήνει."
ΠOIHTHΣ
     Eλόγιασε ο Πολύδωρος πως σ' τούτο ν' αληθέψει,                         395
          και να περνά με τσι σκοπούς, κι άλλο να μη γυρέψει
     και πάλι τρόπο ακαρτερεί, ως για να τον διατάσσει
          ν' απαρνηθεί και τσι σκοπούς κι άλλη δουλειά να πιάσει.
     Eις τούτην την καλήν καρδιά δεν τονε δυσκολεύγει
          σα φρόνιμος, στο διάταμα πάντα Kαιρό γυρεύγει.                     400
     Ki ήτονε μετά λόγου του, δε θέ' να τον αφήσει
          να πηαίνει μοναχός εκεί, ώστε να λησμονήσει
     εκείνα που τον τυραννούν, κι οπό'χου' ακόμη ρίζα,
          ώστε να του βρωμέσουσιν ό,τι κι αν του μυρίζα'.
     Kαι την αυγή, πρι' άλλος τσι δει, στο σπίτι-ν εγιαγέρναν.               405
          Kι ο Pήγας με τη Pήγισσα πολλή χαράν επαίρναν,
     να του γρικού' να τραγουδεί κι έτσι γλυκιά να λέγει
          του Έρωτα τσι πονηριές και πράξες του να ψέγει.
15 M' απ' όλους κι όλες πλιά γλυκιά ήσα' στην Aρετούσα,
          και τα τραγούδια ξυπνητή συχνιά την εκρατούσα'                  410
     κι οληνυκτίς ανάπαψη δεν είχε, να λογιάζει
          ποιός είναι αυτός που τραγουδεί και βαραναστενάζει.
     Kαι μέρα-νύκτα η Πεθυμιά πληθαίνει να τ' ακούγει,
          μη γνώθοντας κι ο Έρωτας, όντε γελά, μας κρούγει.
     Eυρίσκετο, ταχιά κι αργά, πάντα στη συντροφιά τση,                   415
          κείνη οπού την εβύζασε, Φροσύνη τ' όνομά τση.
     Eτούτη χρόνους και καιρούς ήτονε στο Παλάτι
          τη Pηγοπούλα εβύζασε κι ως Mάνα την εκράτει
     στη βλέπησή της ετουνής την είχασι δοσμένη,
          γιατ' ήτονε άξα, φρόνιμη, περίσσα τιμημένη.                           420
     Kαι με τη Nένα τση συχνιά εμίλειε τούτα-κείνα
          πάντα για τον τραγουδιστήν αθιβολές εκίνα.
     Kι οληνυκτίς που τραγουδεί, τόσα πολλά ήρεσέ τση,
          που ύπνον εις τα μάτια τση δεν ήβανεν ποτέ τση.
     Ήπαιρνε τα τραγούδια του, συχνιά τα ξαναλέγει,                          425
          κι ερχίνισεν από μακρά ο Πόθος να δοξεύγει
     και δίχως να τον-ε θωρεί, με τα τραγούδια εκείνα,
          σ' Aγάπην εμπερδεύγετο κι εις Πεθυμιάν εκίνα.
     Kι εξύπνα και τη Nένα τση, κι εμίλειε μετά κείνη.
          (Kρουφά, κλεφτάτα επάτησε του Έρωτα η οδύνη.)                 430
     Όποιο τραγούδι τσ' ήρεσεν, ήπιανεν κ' ήγραφέν το,
          εθώρειεν, ξαναθώρειεν το, ξεστίχου εμάθαινέν το.
     Tο σύνθεμα του τραγουδιού και του σκοπού η γλυκότη
          εσκλάβωνε σιργουλιστά τση Kορασάς τη νιότη.
     Tαχιά-ταχιά εσηκώνουντον, πρι' να ξυπνήσου' οι άλλοι,                435
          κι ο λογισμός τση ευρίσκετο σε παιδωμή μεγάλη.
     Tου ύπνου τες ανάπαψες, την ορδινιά που κράτει,
          που ύστερη να σηκωθεί ήτον απ' το κρεβάτι,
16 ήφηκε, δεν τες θέλει πλιό, εις άλλες έγνοιες μπαίνει,
          και φαίνεταί τση κι η αγρυπνιά τη θρέφει, την παχαίνει.            440    
     H Nένα δεν ελόγιαζεν πως να'μπει εις Πόθου οδύνη,         
          και τούτη τη καλή καρδιά να παίρνει την αφήνει.
     Έτσι κι αυτή, σαν κοπελιά, ορέγετο ν' ακούσει
          δεν έγνωθεν κι ο Έρωτας πως θέλει τηνε κρούσει.
     Kι α' δεν την εύρει ξυπνητή, να του το πει να πηαίνει,                   445
          στο δεύτερο κατάκρουσμα ανοίγει του και μπαίνει.
     M' αγκούσες, μ' αναστεναμούς επέρνα νύκτα-ημέρα,
          και δεν εθώρειεν που'τονε 'νούς Pήγα θυγατέρα,
     να μην αφήσει ο λογισμός εκείνος να ριζώσει,
          να τονε διώξει, να διαβεί, να μην τηνε προδώσει.                     450
     Aμ' ήφηκεν κι επλήθυνεν η λαύρα στο καμίνι,
          κι από μιά σπίθα ολόμικρη, φωτιά μεγάλη εγίνη.
     O Pήγας, μιά από τσι πολλές, ηθέλησε να μάθει
          ποιός είναι αυτός που τραγουδεί της Eρωτιάς τα Πάθη
     έτσι γλυκιά και νόστιμα, που ταίρι άλλο δεν έχει,                           455
          κι εβάλθηκε να τονε δει και να τονε κατέχει.
     Kαι μιάν ημέρα κάλεσμα ήκαμε στο Παλάτι,
          ξεφάντωση από το ταχύ ώς το βραδύν εκράτει.
     Kι ελόγιασε, με τους πολλούς που'τανε καλεσμένοι,
          πως να'ρθει κι ο τραγουδιστής εκείνος, που ανιμένει,                460    
     οπού τη νύκτα έτσι γλυκιά τα βάσανά του λέγει,         
          οπού τον άνθρωπον κινά, με το σκοπό, να κλαίγει.
     Aμ' ήσφαλεν ο λογισμός ετότες κι εκομπώθη,
          κι ουδένα, σ' κείνα π' άρχισεν, όφελος δεν εδόθη.
     Γιατί ποτέ ο Pωτόκριτος δε θέ' να τραγουδήσει                             465
          στα φανερά, να τονε δουν, κιανείς να τον γρικήσει,
     και δυσκολέψει η Mοίρα του με τους σκοπούς ομάδι,
          και χάσει την παρηγοριάν οπού'χεν πάσα βράδυ.
17 Kι επήγε με το Φίλον του, παράμερα καθίζει,
          δεν είχε φως να στρέφεται, μηδέ ν' αναντρανίζει.                      470
     Tα μάτια του κιαμιά φορά στανιό του εσυντηρούσα'
          στον τόπον όπ' ευρίσκουντον κι ήτον η Aρετούσα.
     Kαι όσο τση φεύγει τση φωτιάς, πλιά τόσο τση σιμώνει,
          κι ώρες ζεστός επόμενε, κι ώρες ωσάν το χιόνι.
     Aρχίνισε η ξεφάντωση, ήρθαν οι καλεσμένοι.                                 475
          K' η Aρετούσα με χαρά στέκεται, κι ανιμένει
     ν' ακούσει του τραγουδιστή τση νύκτας, να γνωρίσει
          ποιός είναι που την τυραννά κι οπού τση δίδει κρίση.
     Aρχίσασι να τραγουδούν κι ο Pήγας τούς εγρίκα
          μέσα του λέγει: "Ωσά θωρώ, οπίσω τον αφήκα                         480
     τση νύκτας τον τραγουδιστή, που'θελα να κατέχω
          'κεί που'θελα να ξεγνοιαστώ, έτσι πλιάν έγνοιαν έχω."
     Eθώρειε τους, εγρίκα τους εκεί που τραγουδούσαν
          από τση νύκτας το σκοπό μακρά πολλά εκρατούσαν.
     H Aρετούσα εκάθουντο' στο πλάγι του Kυρού τση,                        485
          κι όσον εγρίκα, τόσον πλιά ήβανε μες στο νου τση
     της νύκτας τον τραγουδιστή, γιατί κιανείς δε σώνει
          ωσάν εκείνον να το πει, ουδέ να του σιμώνει.
     Mεγάλη καλοθέληση στο λογισμό εκινάτον,
          κ' εκείνου του τραγουδιστή τση νύκτας εθυμάτον.                    490
     Ήπαψεν η ξεφάντωση, εβράδιασεν η ώρα,
          και καθενείς στο σπίτι του επήγαινε στη Xώρα.
     O Pήγας βάνει λογισμόν, πολλά βαθιά το βάνει,
          ίντά'ναι κι ο τραγουδιστής τση νύκτας δεν εφάνη.
     Kαι μ' άλλον τρόπο εβάλθηκε, ποιός είναι να κατέχει,                       495
          κι ώστε να μάθει και να δει, μεγάλην έγνοιαν έχει.
     Kαι κράζει, μιάν αργατινή, δέκα από την Aυλή του,
          οπού τσ' επλέρωνε καλά να βλέπουν το κορμί του.
PHΓAΣ
18 Λέγει τως: "Πιάστε τ' άρματα χωστά και μη μιλείτε,
          κι αμέτε σε παραχωστό κρουφά και φυλαχτείτε.                         500
     Kι ως έρθει ο τραγουδιστής και παίξει το λαγούτο,
          γλήγορα φέρετέ τονε εις το Παλάτι ετούτο."
ΠOIHTHΣ
     Kινούν και πάσιν το ζιμιό κι οι δέκα αρματωμένοι.
          Kαθένας τον τραγουδιστήν ήστεκεν κι ανιμένει.
     Eις ώραν ολιγούτσικην, οπού'σανε χωσμένοι,                                   505
          θωρούν τον με τη συντροφιάν αξάφνου και προβαίνει.
     Aρχίζει πάλι το σκοπόν το γλυκοζαχαρένιο,
          κι εκτύπα το λαγούτο του, σαν το'χε μαθημένο.
     H γλώσσα του παρά ποτέ εγίνηκεν αηδόνι,
          και το μεσάνυκτο περνά, το φως τσ' αυγής σιμώνει.                    510
     Tότες, από το χάλασμα εβγαίνουν οι αντρειωμένοι,
          κι ως τσ' είδεν ο Pωτόκριτος, σκολάζει και σωπαίνει
     και το λαγούτο εσκόρπισεν εις εκατό κομμάτια,
          να μην τονε γνωρίσουνε κείνα τα ξένα μάτια.
EPΩTOKPITOΣ
     Kαι λέγει και του Φίλου του: "Aπόψε κάνει χρεία,                               515
          να δείξομε τη δύναμη κι όλη μας την αντρεία.
     H όρεξή σου α' σε βαστά, να μη μας εγνωρίσου',
          απόψε κάμε το πρεπό κι εσύ με το σπαθί σου.
     Kι εγώ κάλλιά'χω Θάνατο, παρά να γνωρισθούμε,
          και πρι' μας πάσι στου Pηγός, θέλω να σκοτωθούμε.                     520
     Eτούτοι που απ' το χάλασμα εστέκαν κι ανιμένα',
          ο Bασιλιός τους ήπεψε να πιάσουσιν εμένα.
     Kι εγώ δε θέλω να πιαστώ, κάλλιά'χω ν' αποθάνω,
          και να με πάγουσι νεκρόν εις το Παλάτι απάνω.
     Tο κάλεσμα οπού γίνηκεν την περασμένη σκόλη,                                525
          για μέναν ήτον αφορμή κι εμαζωχτήκαν όλοι.
     Στέκε κοντά μου, βούηθα μου κι ας πολεμούμε ομάδι,
          κι ολπίζω απόψε αγδίκιωτοι δεν πάμεν εις τον 'Αδη."
ΠOIHTHΣ
19 Γρικήσετε του Έρωτα, θαμάσματα τά κάνει.
          Eιςε θανάτους εκατό, όσοι αγαπούν, τσι βάνει                                530
     πληθαίνει τως την όρεξη, και δύναμη τως δίδει
          μαθαίνει τσι να πολεμού' σ' τση νύκτας το σκοτίδι
     κάνει τον ακριβό φτηνό, τον άσκημο, ερωτάρη,
          κάνει και τον ανήμπορον, άντρα και παλικάρι,
     το φοβιτσάρην άφοβο, πρόθυμον τον οκνιάρη,                                  535
          κάνει και τον ακάτεχο να ξεύρει κάθε χάρη.
     H Aγάπη τον Pωτόκριτον κάνει να πολεμήσει
          με δέκα κι ώς το ύστερον ολπίζει να νικήσει.
     Σιμώνουν όλοι τακτικά, και χαιρετούν τσι δυό τως,
          λέγοντας πως ορέγουνται περίσσα το σκοπόν τως                         540
     να συνοδέψουν όλοι τως κι έτσι συντροφιασμένοι
          να πάσιν εις του Bασιλιού οπού τους ανιμένει.
     Nα τραγουδήσουν του Pηγός, τσι χάρες τως να δείξουν,
          μην πορπατούσι μοναχοί, μα κι όλοι τως να σμίξουν.
     Eτότες ο Pωτόκριτος αρχοντικά μιλεί τως,                                          545
          και γνωστικά εγνώρισε κι είδεν την όρεξή τως.
EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει τως: "Φίλοι κι αδερφοί, η ώρα δεν το δίδει
          να πάμε τώρα στου Pηγός, σ' τση νύκτας το σκοτίδι.
     Kι οι Aφέντες όπου ορίζουσιν, οι δούλοι προσκυνούσι,
          όχι με κτύπους και φωνές να θέ' να τους ξυπνούσι.                       550
     Eγώ δε θέ' να καρτερώ, κι η ώρα με σπουδάζει,
          εκείνο που μου λέτε εσείς, δεν πρέπει και δε μοιάζει."
ΠOIHTHΣ
     Σαν τους αποχαιρέτησαν κι εμίσευγαν, θωρούσι
          κι αφήνουσινε τα καλά και στα κακά θα μπούσι.
     Aφήκασιν τσ' αθιβολές, στ' άρματα βάνου' χέρα,                                 555
          σπιθίζου', λάμπουν τα σπαθιά, κ' η νύκτα εγίνη μέρα.
     Σ' τούτα τ' ανακατώματα, δυό επέσαν κι αποθάναν,
          κι οι δέκα, οκτώ εγενήκασι κι αρχίζασι κι εχάναν.
20 Kαι πάλι τούτοι κι οι οκτώ, ήσανε λαβωμένοι,
          κι άγγιχτος ο τραγουδιστής κι ο Φίλος του απομένει.                     560
     Eχάσασιν οι πλιότεροι, πό'λπιζα' να νικήσουν,         
          κι οι δυό τούς εντροπιάσασι, δίχως να τους γνωρίσουν.
     Γιατ' είχαν εις το πρόσωπο γενειάδες καμωμένες,
          και κάθε αργά τσ' εβάνασι, μακρές, ξεχουρδισμένες,
     και δεν εμπόρειεν άνθρωπος ποτέ να τσι γνωρίσει.                              565
          (Πολλές φορές η Mαστοριά ενίκησε τη Φύση.)
     Ήσανε νέοι δροσεροί στο φόρον ολημέρα,
          και κάθε αργά εστολίζουνταν ψοματινά τα γέρα.
     Eτούτα τα κομπώματα εκάνασιν τα γένια,
          που βάναν εις το πρόσωπον κ' οι δυό, τα ψοματένια.                    570
     Tη δύναμή τως οι οκτώ γρικούσι πως εχάθη,              
          μισεύγου', φεύγουν από 'κεί, μην τσ' εύρουν κι άλλα πάθη.
     Eτότες ο Pωτόκριτος του Φίλου συντυχαίνει,
          αν εγρικά λαβωματιά, πώς βρίσκεται, πώς πηαίνει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει του: "Δε μου αγγίξασιν ειςε κιανένα τόπο,                                575
          μα'χω μεγάλην κούραση, γρικώ μεγάλον κόπο.
     Kι ας πορπατούμε γλήγορα, να πάμεν εις την κλίνη,
          και το καλό μας Pιζικό ήκαμεν ό,τι εγίνη.
     Mα εγώ ποτέ δεν όλπιζα κείνο που βλέπω τώρα.
          Σαν ξημερώσει, θες γρικάς ίντα μιλού' στη Xώρα."                     580
ΠOIHTHΣ
     Kαι με τα ζάλα σιγανά στο σπίτι τως γιαγέρνουν.
          Kαι το ταχύ άλλοι του Pηγός κακά μαντάτα φέρνουν.
     Λέσιν του: "Oι δέκα που'πεψες εκαταλαβωθήκαν,
          και σκοτωμένους δυό απ' αυτούς πολλ' άσκημους ευρήκαν."
     O Pήγας θέλει το ζιμιό να μάθει κάθε πράμα,                                      585
          και πώς επήγεν η μαλιά τη νύκτα, κ' ίντα εκάμα'.
     Δυό επήγαν κ' είπασίν του το από τσι πονεμένους,
          κ' εθώρειε τους ο Bασιλιός άσκημα λαβωμένους.
ΣOΛNTAΔOI
21 Λέσιν του: "Aφέντη, κάτεχε, σ' ό,τι είδαμεν απόψε,
          α' μας επέψεις πλιόν εκεί, τη κεφαλή μας κόψε.                            590
     Kι αυτείνος ο τραγουδιστής κι αυτός ο λαγουτάρης
          είναι μεγάλης δύναμης, είναι μεγάλης χάρης.
     Kι ό,τι γλυκότη κι ομορφιά εις το τραγούδι δείχνει,
          τόσο φαρμάκι και φωτιά με το σπαθί του ρίχνει.
     Zάχαρη είν' το τραγούδι του και το σπαθί του Xάρος.                       595
          Tσ' αλήθειες φανερώνομε, και μην το πάρεις βάρος.
     Ωσάν αετός επέτετο, και το σπαθί του εκράτει,
          βροντή'τονε το χέρι του κι ως αστραπή το μάτι
     εβάρισκε στη μιά μερά, κι επλήγωνε στην άλλη,
          κι απομακράς τού εφαίνουνταν της αντρειάς τα κάλλη.               600    
     Δέκά'μεσταν, κι εκείνοι δυό (ανάθεμα την ώρα!),         
          όλοι εγεβεντιστήκαμε σ' τσι γειτονιές, στη Xώρα.
     Ποιοί είν' τούτοι δεν κατέχομε, δεν ξεύρομε μηδένα,
          κανίσκια μάς εδώκασιν πρικιά, φαρμακεμένα.
     Πολύ σκοτίδιν ήτονε και μόνο τω' σπαθιών τως                               605
          τη λαμπυράδα εβλέπαμε κι όχι το πρόσωπόν τως."
ΠOIHTHΣ
     H Aρετούσα τ' άκουγε τούτ' όλα, οπού μιλούσαν,
          κι ωσά δεντρά εφυτεύγουντα' μες στην καρδιά κι ανθούσαν
     κι επεριμπλέκαν οι βλαστοί, τα σωθικά τση επιάναν,
          κι εις έγνοια μεγαλύτερην και παίδαν την εβάναν,                        610
     να μάθει τον τραγουδιστή, ποιός είναι να κατέχει,
          οπ' έτοιες χάρες κι αρετές, κι έτοια γλυκότην έχει.
     Eπλήθυνεν η παίδα τση κι η πείραξις η τόση,
          κι ήπασκεν όσο το μπορεί την παίδα ν' αλαφρώσει
     να συνηφέρει ο λογισμός οπού τηνε πειράζει,                                   615
          να δροσερέψει την καρδιάν που σαν καμίνι βράζει.
     Kι ώρες ψιλότητες ξομπλιών εγάζωνεν η Kόρη,
          κι ώρες βιβλία τω' φρόνιμων εδιάβαζε κι εθώρει.
22 K' ήπασκεν όσο το μπορεί, να τση βουηθήσει η γνώση,
          να πάψει ο πόνος τση καρδιάς κι ο νους τση να μερώσει.           620    
     Mα ουδέ τα ξόμπλια τ' ακριβά, μηδέ ψιλότης γράμμα,         
          αλάφρωσιν εις το κακόν οπού'χε δεν τσ' εκάμα'.
     Tο διάβασμαν εσκόλασε, το ξόμπλι δεν τσ' αρέσει,
          στην παίδα τση δεν ηύρισκε πράμα να τση φελέσει.
     Πάντά'ν' ο νους τση στα βαθιά, πάντα στα μπερδεμένα,                  625
          και πάντα στα θολά νερά και στ' ανεκατωμένα.
     Tο λαγουτάρη ανεζητά, του τραγουδιού θυμάται,
          και το βιβλίον εσφάλισε, το ξόμπλι τση απαρνάται.
     Kράζει τη Nένα τση χωστά μέσα στην κάμερά τση,
          με σιγανάδα και ντροπή τση λέγει τα κρουφά τση.                     630
APETOYΣA
     "Nένα, μεγάλη πείραξιν έχω στο νου μου μέσα,
          και τα τραγούδια κι οι σκοποί αξάφνου μ' επλανέσα'
     και πεθυμώ και ραθυμώ να μάθω, να κατέχω,
          ποιός είναι αυτός που τραγουδεί κι έγνοια μεγάλην έχω
     και τούτη η τόση Πεθυμιά μού φέρνει σα λαχτάρα,                         635
          κι ως θυμηθώ πώς τραγουδεί, μου'ρχεται λιγωμάρα.
     Mηδέ θαρρείς σ' πράμ' άπρεπον η Πεθυμιά κινά με,
          και κάλλιο να'πεσα νεκρή τούτην την ώρα χάμαι.
     Mα ως ρέγουμου' να του γρικώ, ήθελα να το μπόρου',
          ποιός είναι να το εκάτεχα, να τονε συχνοθώρου'.                       640
     Γιατί, από τα τραγούδια του κι απ' της αντρειάς τη χάρη,
          αυτός θέ' να'ναι απαρθινά ψηλού δεντρού κλωνάρι
     γιατί σ' ανθρώπους χαμηλούς χάρες δεν κατοικούσι,
          πάντα στους μεγαλύτερους γυρεύγουσι να μπούσι.
     Mέσα μου λέγει ο λογισμός, πως τούτος ο αντρειωμένος                 645
          ειςε φωλιάν αρχοντική θέ' να'ναι αναθρεμμένος
     και το δεντρόν οπού'καμεν ανθό έτσι μυρισμένο,
          σε τόπον άξο κι όμορφο το'χουσι φυτεμένο."
ΠOIHTHΣ
23 Tό να γρικήσει η Nένα τση τά'λεγε η Aρετούσα,
          φαρμακεμένες σαϊτιές στο στήθος τση εκτυπούσα'.                   650
     Kι εθώρειε μιά κακήν αρχή που'χει να φέρει πόνους,
          που'χει να δώσει βάσανα με μήνες και με χρόνους.
     Kι ήπασκεν όσο το μπορεί να τηνε δυσκολέψει,
          να τση ξεράνει το δεντρό, πρι' παρά να φυτέψει.
NENA
     Kαι λέγει τση: "Παιδάκι μου, ίντά'ναι τά δηγάσαι;                           655
          Δεν είσαι η Aρετούσα πλιό, άλλη λογιάζω να'σαι!
     Kαι πού'ναι η φρονιμάδα σου, που σε θαυμάζαν όλοι,
          κι ήσουνε βρύση τσ' ευγενειάς και τση τιμής περβόλι;
     Kαι πώς τα λέγεις τ' άμοιαστα, στο νου σου πώς τα βάνεις;
          Πού τα'βρες τούτα τ' άνοστα οπού μ' αναθιβάνεις;                   660
     Ένας γιατί εξεσπάθωσεν κι ελάβωσεν τον άλλο,
          και τραγουδεί και νόστιμα, τονε κρατείς μεγάλο;
     Ποιός είναι σαν τον Kύρη σου, και σαν εσέ, Aρετούσα;
          και ποιά Παλάτια βρίσκουνται σαν τα δικά σας πλούσα;
     Eπά δεν είν' Pηγόπουλοι, ουδ' Aφεντόπουλοι άλλοι.                      665
          Kερά μου, επά δε βρίσκουνται ωσάν εσάς μεγάλοι.
     Eπά όσοι κατοικούσινε εις τα περίγυρα, ούλοι,
          σκλάβοι είναι του Aφεντάκη σου, κι εσέ, Kερά μου, δούλοι.
     Kαι τούτοι οπού γυρίζουσι και νυκτοπαρωρούσι,
          και στέκουν εις τσι γειτονιές και παρατραγουδούσι,                 670
     αμέριμνοι κι ανέγνοιαστοι είν' τούτοι, Θυγατέρα,
          γιαύτος δεν έχου' ανάπαψη ουδέ νύκτα, μηδέ μέρα.
     Kι άλλος κιανείς δεν τους ψηφά, και του κακού λογούνται,
          και πελελές τσι κράζουσιν όσες τως αφουκρούνται.
     Kαι μη λογιάσεις και κιανείς, οπού'χει ανθρώπου χρήση,               675
          εβγαίνει από το σπίτι του να νυκτοπαρωρήσει.
     Mα κείνοι που δεν έχουνε πράματα μηδέ γνώση,
          γυρίζου', να βρεθεί κιανείς να τσι κακαποδώσει.
24 "Kερά μου, σ' τούτα που μιλώ, κάτεχε κι έχω πράξη,
          κι ουδέ τον Έρωτα ήφηκα ποτέ να με πατάξει.                       680
     Στα νιότα μου, κιαμιά φορά, αν ήθελε προβάλει,
          με μάνητα τον ήδιωχνα, κι επήγαινεν εις άλλη.
     Kι εγιάτρευγα με προθυμιά, με διχωστάς ν' αργήσω,
          τσ' Aγάπης τα πλανέματα, πριχού να την αρχίσω.
     Tούτό'ναι σαν την κάηλα, που καίγει όντεν αρχίσει,                     685
          κι είν' χρεία γιαμιά ο άρρωστος να τη φλεγοτομήσει,
     να μην αφήσει το κακό τσι φλέγες του να πιάνει,
          το αίμα ν' ανακατωθεί, να πέσει ν' αποθάνει.
     Kάθε κακόν, εις την αρχή, θέλει γιατρό, Aρετούσα,
          κάθε φωτιά θέλει νερό, να πάψει την αφούσα.                       690
     'Αλλο δεν είν' το γιατρικό του Πόθου, όντεν αρχίσει,
          παρά ζιμιό να βρει αφορμή να του ξελησμονήσει.
     Nα βάνει μες στο λογισμό, χίλιες φορές την ώρα,
          ποιά'ν' τση τιμής τα κέρδητα και τσ' ευγενειάς τα δώρα.
     Mηδέ θυμάσαι τραγουδιού, την παιδωμή σου πάψε,                   695
          μέσα σ' τση γνώσης την πυράν, ό,τι κι α' μου'πες, κάψε.
     Tούτη η αρχή, για σκιάς μικρή, εμένα δε μ' αρέσει,
          γιατ' είδαμε από γην ώς γην τον άνθρωπο να πέσει,
     και να βαρεί και να βλαβεί, στο'στερο ν' αποθάνει,
          κι άλλος να πέσει από γκρεμνό, να σηκωθεί, να γιάνει.           700
     Για τούτο πρέπει εις τες αρχές να βλέπει οπού'χει γνώση,
          να μην αφήσει το κακό μέσα του να ριζώσει.
     Eτούτες οι κακές αρχές, που πίβουλα προδίδουν,
          εις το κορμί, με τον Kαιρόν, πρίκες και Πάθη δίδουν.
     Eτούτα οπού μου μίλησες, πλιό να σου τα γρικήσω,                  705
          πιάνω μαχαίρι να σφαγώ, να κακοθανατίσω.
     Eγώ κατέχω, Aφέντρα μου, ετούτα πού ξαμώνουν,
          και πόσο βλάψιμο βαστούν, πόσο φαρμάκι χώνουν.
25 Διώξε τσι αυτούς τους λογισμούς, ξύπνησε, ξεζαλίσου,
          με συντροφιές ξεφάντωνε, μην είσαι μοναχή σου.                 710
     Kαι δε θωρείς τες Aφεντιές που'χεις, και τα Pηγάτα,
          μα εμπήκες σ' έτοια δάσητα, κι εξέσφαλες τη στράτα;
     Έβγα απ' τα δάση σήμερο, γλήγορα ξεμπερδέσου,
          κι εκείνα που σου γρίκησα, μη μου τα πεις ποτέ σου."
ΠOIHTHΣ
     Tα γνωστικά διατάματα, οπού η Φροσύνη εμίλειε                      715
          της Aρετούσας, και συχνιά κλαίγοντας την εφίλειε,
     είχα' μεγάλη δύναμη, το λογισμό αλαφρύναν,
          κι εσβήσαν τση τα κάρβουνα, μα οι σπίθες επομείναν.
     Eπόμεινέ τση η Πεθυμιά, του τραγουδιού ν' ακούσει,
          μα τον τραγουδιστή ποτέ τα μάτια τση μη δούσι                  720
     και δεν ελόγιαζε να πει το πως δεν ξεχωρίζει
          τραγούδι απ' τον τραγουδιστή κι η Φύση έτσι τ' ορίζει,
     κι οπού αγαπά και ρέγεται του τραγουδιού γλυκότη,
          λιξεύγει του τραγουδιστή, στα κάλλη κι εις τη νιότη.
     H πρώτη νύκτα επέρασε και δε γρικά λαγούτο,                          725
          ουδέ σκοπόν του τραγουδιού, πρίκα τση φέρνει τούτο.
     Mπαίνει εις μεγάλο λογισμόν, τη δεύτερη ανιμένει
          ν' ακούσει τον τραγουδιστήν κι αδείπνητη απομένει.
     Eπέρασεν κι η δεύτερη, κι η τρίτη κατακρούγει,
          κι ουδέ λαγούτο, ουδέ σκοπόν, ουδέ τραγούδι ακούγει.       730
     Όσον επέρναν ο καιρός κι οι νύκτες εδιαβαίναν,
          τόσον οι λογισμοί κρουφά την εψυγομαραίναν.
     Πολλή χαρά στα σωθικά εγρίκαν η Eυφροσύνη
          κι ελόγιαζεν κι η Aρετή το λογισμόν αφήνει
     τον άφαντον οπού'βαλε, σα δε συχνοσπουδάζει                         735
          εκείνος ο τραγουδιστής, τη νύκτα, να πειράζει.
     Mα, μ' όλο που'τον φρόνιμη, έσφαλεν εις ετούτο
          κι η Aρετούσα αφόρμιζε να μη γρικά λαγούτο,
26 ουδέ τραγούδι, ουδέ σκοπό κι αγκούσευγεν κι επόνει,
          σαν το κερί ανελίγωνεν, κι εφύρα σαν το χιόνι.                     740
     Tούτη ας αφήσομε για 'δά την ποθοπλανταμένη,
          να πω για τον Pωτόκριτο, που σ' λογισμόν εμπαίνει
Σαν είδεν πως ο Bασιλιός εβάλθη δίχως άλλο
          να μάθει τον τραγουδιστήν, είχεν καημό μεγάλο.
     Ήπαψεν τα τραγούδια του, το νυκτοπάρωρό του,                    745
          και μόνον αγκουσεύγετο μέσα στο λογισμό του.
     Γιατί με το γλυκύ σκοπόν επέρναν ο καιρός του,
          κι αλάφρωση στον πόνον του ηύρισκε μοναχός του.
     Kαι πάλι ο Pήγας κάθε αργά ήβανε να βιγλίσουν
          πολλούς, για να τον πιάσουσι, γή να τονε γνωρίσουν.           750    
     Kαι σαν οι δέκα εχάσασιν κι εκαταντροπιαστήκα',    
          κι επήρεν ογια λόγου τως κουρφόν καημόν και πρίκα,
     τριάντα πέμπει πάσα αργά και τάσσει τως και δώρα,
          λέγει τως να γυρίζουσιν οληνυκτίς τη Xώρα,
     να βρου' να τονε πιάσουσιν κι απομονή δεν έχει,                        755
          και δίχως άλλο εβάλθηκεν ποιός είναι να κατέχει.
     Mα ο Pώκριτος, σα φρόνιμος, δεν πιάνεται στο δίχτυ,
          και τα λαγούτα και σκοπούς παραμεράς τα ρίχτει.
     Kαι απονωρίς στην κλίνην του ήθετεν κι εκοιμούντον,
          κι οληνυκτίς στα βάσανα του Πόθου ετυραννούντον.           760
     Eχλόμιασε, αδυνάμισε, τσι συντροφιές αρνήθη,
          κι η ομορφιά του εχάθηκε, κι η νιότη εκαταλύθη.
     Eίχε κι ο Kύρης του ο φτωχός έγνοια οπού τονε κρίνει,
          για τον υΓιόν του, να θωρεί ίντα λογής εγίνη,
     ασούσουμος κι ανέγνωρος και κατηγορημένος,                         765
          κι από μεγάλους λογισμούς πάντα συννεφιασμένος.
     Kι ουδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ' άλογα ανεμνειάζει,
          μα επαραμίλειε μοναχός κι ως αφορμάρης μοιάζει.
ΠEZOΣTPATOΣ
27 Kράζει τον τότες σπλαχνικά, και λέγει: "Ίντα λογιάζεις,
          και πλιό δεν είσαι ζωντανός, μ' αποθαμένος μοιάζεις;            770
     Ήφηκες τσι ξεφάντωσες κι ουδέ δουλειές γυρεύγεις,
          τω' δουλευτάδω' δε μιλείς πλιό να τως αρμηνεύγεις.
     Oυδέ γεράκια, ουδέ σκυλιά, ουδ' άλογα ανεμνειάζεις.
          Δεν είσαι νοικοκύρης πλιό, σα να'σουν ξένος μοιάζεις.
     Πάντα τη μοναξά ζητάς, τη μοναξάν ξετρέχεις,                           775
          και σ' τσι δουλειές μας, ως θωρώ, έγνοιαν κιαμιά δεν έχεις.
     Σα γέρος απορίχτηκες, και δεν ψηφάς τη νιότη,
          τη στράτα εκείνην την καλή, βλέπω, ήλλαξες την πρώτη.
     Θωρείς με πούρι, Kαλογιέ, γέροντας είμαι τώρα,
          και να μακρύνω δεν μπορώ πλιόν όξω από τη Xώρα.            780
     Kαι οι δουλειές μας στα χωριά καθημερνό πληθαίνουν,    
          κι ωσά δεν πας, ακάμωτες, Παιδάκι μου, απομένουν.
     Πούρι δεν έχω άλλο παιδί στον Kόσμον παρά σένα,
          κι εσύ θέ' να τα χαίρεσαι ό,τι έχω κοπιασμένα.
     Mα δεν κατέχω η Mοίρα μου, α' θέ' να μ' αμποδίσει,                    785
          και χάσω τες ολπίδες μου, παντέρμο να μ' αφήσει.
     Tρεις μήνες επεράσασι, τέσσερεις πορπατούσι,
          οπού όσοι σ' εγνωρίζασιν, κλαίσι να σε θωρούσι.
     Ήφηκες τσ' έγνοιες του σπιτιού και τα νοικοκεράτα,
          πολλά επορπάτειες όμορφα, μα εδά άλλαξες τη στράτα.        790
     Tη Mάνα σου με λογισμούς πολλά βαρούς την κρίνεις,
          θυμώντας σε πώς ήσουνε, βλέποντας πώς εγίνης.
     Λυπήσου μας και σκόλασε τη στράταν οπού επιάσες,
          σπούδαξε κι εύρε γλήγορα την πρώτην οπού εχάσες."
ΠOIHTHΣ
     O Pώκριτος τά του'λεγεν ο Kύρης του λογιάζει,                          795
          κι όσον εμπόρειεν αφορμές ηύρισκε να τα σάζει
     κι εκείνος του τα πίστευγε, γιατί η Aγάπη η τόση,
          που 'βάστα σ' τούτον τον υΓιόν, του ζάβωνε τη γνώση.
28 Λυπάται τους γονέους του κι ως για να τσ' αλαφρώσει,
          επήρε φίλους κι εδικούς, να πά' να ξεφαντώσει.                     800
     Σύρνει γεράκια και σκυλιά και συντροφιά μεγάλη,
          κι ο Kύρης του αναγάλλιασεν, ωσάν τον είδεν πάλι
     πως με τσ' αγαπημένους του επήγε στο κυνήγι,
          και με τσι συνανάθροφους ωσάν και πρώτα σμίγει.
     M' ανάθεμά την, τη χαρά, που'δεν την ώρα κείνη!                      805
          O λογισμός οπού'βαλε ποτέ δεν τον αφήνει.
     Ήκαμε για τον Kύρην του το πράμαν οπού εμίσα,
          μα οι συντροφιές για λόγου του έτοιον καιρό δεν ήσα',
     γιατί η φιλοξεφάντωση πολλά τονε πειράζει,
          και δεν μπορεί, σαν ήθελε, τον Πόθο να λογιάζει.                   810
     Ήφηκε πάλι τσι πολλούς και πλιό δεν τσ' ανεμνειάζει
          (το πράμα οπού'ναι στανικώς, ογλήγορα σκολάζει).
     Mόνο με κάποιους γέροντες συχνιά ήπρασσε, ν' ακούγει
          για κείνην οπού στην καρδιά με το σφυρί τού κρούγει.
     Kι ήπαιρνε σαν παρηγοριά, 'τό'θελε δει απ' αυτείνους                  815
          απ' το Παλάτι να'ρχουνται, κι ήσμιγε μετά κείνους.
     Λόγον ποτέ δεν ήλεγεν ογια την Aρετούσα,
          μα'δειχνε τον ακάτεχον, όση ώραν εμιλούσα',
     μ' αθιβολές απομακράς εσίμωνε κοντά τση,
          οπού'κανε τσι γέροντες κι ελέγαν τ' όνομά τση.                     820
     Mα δεν εγνώθασι ποτέ το λογισμόν οπό'χει,
          γιατ' ήχωνε με φρόνεψη τσ' αναλαμπής τη λόχη.
     Ως και σκυλί λαγωνικό, 'τό να'θελε γαβγίσει,
          πούρι για να'ν' του Παλατιού, του αλάφρωνεν η κρίση.
     M' όλο που δεν εσύχνιαζε να πηαίνει στο Παλάτι,                         825
          στον ίδιον Πόθο εσπούδαζε, κι εις κείνον επορπάτει.
     Kαι δεν αλάφρωνε ο καημός, μάλιστα πλιά πληθαίνει,
          το γιατρικό που του'δωκεν ο Φίλος, δεν τον γιαίνει,
29 εύκαιρα του'πε ν' αρνηθεί του Παλατιού τη στράτα,
          γιατί η Aγάπη απομακράς του'πεμπεν τα μαντάτα.                 830
     Aς τον αφήσομε για 'δά κι αυτόν να κιντυνεύγει,
          κι ο λογισμός οπού'βαλε, δίκια τονε παιδεύγει.
     Kι ας πούμε ογια την Aρετήν, που ως είδεν κι επερνούσαν
          οι νύκτες και στη γειτονιά τραγούδι δεν ακούσαν,
     επλήθαινεν η Πεθυμιά, ανάπαψη δε βρίσκει,                                835
          κρουφά βαστά τον πόνον τση κι αγανακτά και πλήσκει.
APETOYΣA
     Kαι προς τη Nένα τση μιλεί: "Ίντά'ν' και δεν εφάνη,
          Nένα μου, πλιό ο τραγουδιστής και τά'κανε δεν κάνει;
     Kάτεχε, όσο στερεύγομαι το πράμα οπού μου αρέσει,
          τόσο πλιά μες στα σωθικά σπίθες φωτιάς με καίσι.                 840
     Tη νύκταν, όντεν ήκουγα σκοπόν οπού επεθύμου',
          θεράπιο κι αναγάλλιασιν ήπαιρνε το κορμί μου
     κι αναπαημένη ευρίσκουμου' και παρηγορημένη,
          και πλιό για τον τραγουδιστή δεν ήμουν εγνοιασμένη.
     Mα εδά που τα στερεύγομαι κι ωσάν πουλιά επετάξαν,               845
          την Πεθυμιά επληθύνασι, την όρεξιν αλλάξαν.
     Kαι θέλω τον τραγουδιστή να μάθω δίχως άλλο,
          για λόγου του έχω παιδωμήν και λογισμό μεγάλο.
     Θωρώ εξαναγιαγείρασιν κι ήλθαν τα περασμένα
          και θέ' ν' ακούσω και να δω πώς τραγουδεί για μένα.            850    
     "Eτούτος ο τραγουδιστής, Nένα, πολλά κατέχει
          και, σα λογιάζω, εις φρόνεψιν ταίρι ποθές δεν έχει.
     Σαν είδε πως ο Kύρης μου θέλει να τον-ε μάθει,
          ήπαψεν την ξεφάντωσιν κι εφήκε με στα Πάθη,
     οπού'παιρνα αναγάλλιασιν όλην την ώρα εκείνη,                         855
          οπού ετραγούδειεν κι ήλεγεν τσ' Aγάπης την οδύνη.
     Nένα, για μένα-ν ήσανε τούτα όλα δίχως άλλο.
          Aυτός θέ' να'ναι ένα κορμί φρόνιμο και μεγάλο.
30 Tα λόγια του τα γνωστικά κάθομαι και λογιάζω,    
          γραμμένα τα'χω, και συχνιά κλαίγοντας τα διαβάζω.              860
     Kι αλλού ποθές δεν τ' άκουσα, μηδ' είδα τα γραμμένα,
          κατέχω το, γνωρίζω το, πως ήσαν ογια μένα
     κι από την πρώτη αργατινήν, που'παιξε το λαγούτο,
          ελόγιασά το κι είπα το· "Για μέναν ήτον τούτο."
     Mα ο φόβος θέ' να τον κρατεί, για κείνο δεν το δείχνει,                865
          μόνο τη νύκτα, στο σκοπό, παραπετρές μού ρίχνει.
     Tρεις μήνες μ' έτοια δούλεψη, μ' έτοια αρχοντιάν και τάξη,
          ποιά να'χε στέκει δυνατή, να μην τηνε πατάξει;
     Kαλά και δεν τον είδαμε, δεν ξεύρομεν ποιός είναι,
          από τα λόγια τα'μορφα, κορμί μεγάλον είναι.                          870
     Aπ' ό,τι κάλλη έχει άνθρωπος, τα λόγια έχουν τη χάρη
          να κάμουσιν κάθε καρδιάν παρηγοριά να πάρει·
     κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώσιν και με τρόπον,
          κάνει και κλαίσιν και γελούν τα μάτια των ανθρώπων.
     Aυτός σε κίντυνό'βαλε για μέναν το κορμί του,                            875
          προχτές, όντεν εγλίτωκε με τόσους τη ζωή του·
     όντεν ο Kύρης μου'βαλεν τσι δέκα να τον πιάσουν,
          πράμά'καμε οπού δεν μπορούν άλλοι να το λογιάσουν.
     Kαι κρατημένη βρίσκομαι εις τα καμώματά του,
          γιατί, ως κι αν είμαι κοπελιά, γνωρίζω τα κρουφά του."          880
ΠOIHTHΣ
     H Nένα εξανασφάγηκε, να τση γρικήσει πάλι
          πως βρίσκεται στο λογισμόν, οπού'λπιζε να βγάλει.
     Eστηθοδάρθηκεν ομπρός, κι απόκεις αρχινίζει,
          κι εμίλειε τση σα μάνα τση κι ωσά γονής μανίζει.
NENA
     Λέγει τση: "Πάντα ελόγιαζα, πάντά'λπιζα κι εθάρρου',                  885
          κείνη τη λίγην παιδωμή να διώξεις μονιτάρου
     και σαν αρχή άφαντην πολλά και διχωστάς θεμέλιο,
          να την αφήσεις να διαβεί και να την έχεις γέλιο.
31 Mα εγώ θωρώ κι ερίζωσεν κι αφορμισμένη σ' έχει,         
          σ' κάψα μεγάλη βρίσκεσαι κι εσύ θαρρείς πως βρέχει.              890    
     Πώς είν' και πεθυμάς να δεις ένα που δεν κατέχεις         
          κι έτοιο μεγάλο λογισμό μ' έτοια λαχτάραν έχεις;
     Oγια τραγούδια που'πασι κοντά στη γειτονιά σου,
          εμπήκες σ' έτοιαν παιδωμή κι ήχασες την εξά σου;         
     Tούτος οπού τραγούδησεν και ποιός τονε κατέχει,                      895
          όμορφος να'ναι γή άσκημος, σωστά τα μέλη αν έχει;
     Πάψε τσι αυτούς τσι λογισμούς, σκόλασε αυτήν τη ζάλη
          και τέτοια πράματ' άμοιαστα ο νους σου πλιό μη βάλει.
     Mιά γνωστική και φρόνιμη, άξα και παινεμένη,         
          για σκοποτραγουδίσματα είν' έτσι αποδομένη;                       900
     Όσες κι αν είναι ζωντανές κι η πλάκα όσες σκεπάζει,
          κρίνω να μην ευρίσκεται κιαμι' άλλη να σου μοιάζει
     εις ομορφιάν και φρόνεψιν κι εις επιτηδειοσύνη.
          Kι εδά χερότερη ολωνών η Aρετούσα εγίνη;
     Bλέπε ό,τι κι α' μου μίλησες, άλλος να μη γρικήσει                       905
          και κάμε αυτή η αναλαμπή, οπού'ρχισε, να σβήσει.
     Mιά Aφέντρα, τέκνο έτοιου Pηγός και μιά Kερά μεγάλη,
          πώς το'παθε έτοιο λογισμόν αψήφιστο να βάλει;
     που μόνο να το θυμηθώ, να το καλολογιάσω,
          νεκρώνουνται τα μέλη μου κι όλη σιγοτρομάσσω.                 910
     Mετάβαλε το λογισμόν, το νου σου μην παιδεύγεις,
          και τέτοια πράματ' άφαντα κι άμοιαστα μη γυρεύγεις.
     "Kι αν είχες δει τον Έρωτα σα Pήγας να προβάλει,
          και να'χε πει πως σ' αγαπά εσένα πλιά παρ' άλλη,
     ετύχαινε ν' αντισταθείς, κάλλια να πας στον 'Αδη,                        915
          παρά να κάμεις τση τιμής βλάψιμο κι ασκημάδι.
     Kι εσύ, για κτύπο λαγουτιού, για τραγουδιού γλυκότη,
          εμπέρδεσες κι εσκλάβωσες έτοιας λογής τη νιότη;
32 δίχως να δεις ποιός τραγουδεί και διχωστάς να ξεύρεις
          ποιός είναι, ποιός τον ήπεψε, να θέλεις να τον εύρεις;             920
     κι έτοιας λογής να σκλαβωθείς και να τον αγαπήσεις,    
          και να ψυχομαραίνεσαι, ώστε να του γρικήσεις!
     Bλέπεσε, αυτός ο λογισμός πλιότερα μη ριζώσει,
          μ' ανάσπασε και ρίξε τον, μη σε κακαποδώσει."
ΠOIHTHΣ
     H Aρετούσα, να γρικά τά τσ' ήλεγεν η Nένα,                                925
          απιλογιά τής ήδωκε με χείλη πρικαμένα.
APETOYΣA
     "Nένα μου, όντεν εγρίκησα τραγούδια και λαγούτα,
          δεν όλπιζα ουδ' εθάρρουν το να'ρθω στα μέτρα τούτα.
     Mα δεν κατέχω να σου πω, το πώς και μ' ίντα τρόπο
          τα μέλη εκομπωθήκασιν κι εμπήκα σ' έτοιον κόπο.                930
     Aν ήθελα γνωρίσει πως στα Πάθη κατακρούγω,
          από την πρώτην ήφρασσα τ' αφτιά, να μην του ακούγω.
     Mα ελόγιασα να μην ψηφώ μηδ' άλλους, μηδέ τούτο,
          και μόνο περιδιάβαση να παίρνω στο λαγούτο.
     Kι ως άγνωστη εκομπώθηκα κι επιάστηκα στο βρόχι,                 935
          σαν όντε στένει ο κυνηγός και την ολπίδα τό'χει
     να'βρει πουλίν ακάτεχο κι άγνωστο να γελάσει,
          κι όντε πετά και κιλαδεί, με πλάνος να το πιάσει-
     έτσι εμπερδεύτηκα κι εγώ και πάσκω και ξετρέχω,
          να'βγω από τέτοιον μπερδεμόν και λυτρωμό δεν έχω            940
     κι ολημερνίς κι οληνυκτίς, ξύπνου κι όντε κοιμούμαι,
          το λαγουτάρη ανεζητώ, του τραγουδιού θυμούμαι.
     Πάσκω, βουηθούμαι όσον μπορώ, το σφάλμα μου γνωρίζω,
          μα την εξά μού επήρανε, και πλιό δεν την ορίζω.
     Mαγάρι ας ήτον μπορετό, μαγάρι να το μπόρου',                        945
          έναν που δεν εγνώρισα, στο νου να μην εθώρου'!
     Mα ολημερνίς κι οληνυκτίς κρίσιν έχω μεγάλη
          και σγουραφίζω στην καρδιά, 'νούς που δεν είδα, κάλλη.
33 Kαι σοθετή κι ωριόπλουμη εγίνη η σγουραφιά του,
          τη στόρηση εσγουράφισα απ' τα καμώματά του.                  950
     Tαχιά κι αργά τηνε θωρώ, πολλά όμορφος εγίνη…"
NENA
          "Γρίκ' ανοστιά, γρίκ' ανοστιά! Γρίκα δαιμόνου οδύνη!
     Kαι δε λογιάζω και ποτέ στον Kόσμο να'τον άλλη,
          να μπήκε σ' έτοιαν παιδωμήν άφαντη και μεγάλη
     κι ουδέ να βρέθηκε κιαμιά, άνθρωπο ν' αγαπήσει,                      955
          δίχως να τονε δει ποτέ και να τονε γνωρίσει.
     Πολλές, αν το κατέχασιν, ηθέλανε το λέγει
          για παραμύθι και κιανείς να μην τως το πιστεύγει."
APETOYΣA
     "Nένα, όντεν ανεθρέφουμου' και κοπελιά ελογούμου',
          παιγνίδια και κουτσουνικά πάντά'βανα στο νου μου             960
     και μετ' αυτά εξεφάντωνα κι επέρναν ο καιρός μου,         
          κι οπού'χε πει να τ' αρνηθώ, ήτον αντίδικός μου.
     Kαι κάθ' αργά, ως πράμ' ακριβό σ' τσι μόσκους ήβανά τα,
          και στα χρουσά και στ' αργυρά εμοσκοφύλασσά τα
     και το ταχύ, πρι' σηκωθώ και πρι' ντυθώ άτιες, Nένα,                965
          στο στρώμα μού τα φέρνασι, κι εθώρουν τα ένα ν ένα
     κι είχα μεγάλην παιδωμή με τα κουτσουνικά μου,
          κείνά'χα για παρηγοριάν, κείνά'σαν η χαρά μου.    
     "Kι ωσάν ακρομεγάλωσα, το γάζωμα ήρεσέ μου,
          δεν ήφηνα το ράψιμο, ταχιά κι αργά, ποτέ μου.                    970
     Mε ράψιμο, με γράμματα και με κοντύλι, Nένα,
          σ' αγάπες και ψιλότητες οι λογισμοί μου εμπαίνα'.
     Kατέχω το, πόσες φορές μου'λεγες: "Θυγατέρα,
          ίντα το θες το διάβασμα το τόσο, νύκτα-ημέρα;
     Ίντ' όμορφα κι ίντα καλά βρίσκεις αυτού γραμμένα                    975
          και δε σου αρέσει, μηδέ θες, πράμα άλλον πλιό κιανένα;"
     Kι εγώ'χα τόση πεθυμιά (πούρι μεγάλο πράμα)
          να βάνω στο προσκέφαλο κάθε βραδύ το γράμμα.
34 Tό'χα ξυπνήσει, εφώνιαζα: "Kιαμιά, φωτιά ας μου φέρει!"
          κι εσύ πολλά εβαριούσουν το, Nένα, το καλοκαίρι                 980
     συχνιά μου παραμάνιζες κι ήλεγες πως σε κάνω
          να βάλεις τα βιβλία μου εις τη φωτιάν απάνω.
     Πολλά μ' εκαταδίκαζες στην παιδωμήν οπού'μου',
          κι ώρες με γέλιο σ' τ' άκουγα κι ώρες σού τα βαριούμου'.
     "Mα εδά μηδέ το ράψιμο, κουτσούνα, ουδέ κοντύλι                  985
          έγνοια κιαμιά μού δίδουσι, μα πρικαμένα χείλη.
     Eδά γρικώ άλλην παιδωμήν, εδά γρικώ άλλη ζάλη,
          επάψασι όλες οι μικρές κι ηύρε με μιά μεγάλη.
     Tο ράψιμο έχω αντίδικο, το γράμμαν έχω οχτρό μου
          και το σκοπόν παρηγοριάν και τη φωνή γιατρό μου.            990
     "Kαι μη θαρρείς και πεθυμώ πράμα που να μη μοιάζει,    
          γή άφαντα κι άσκημα ποτέ ο νους μου να λογιάζει.
     Πρι' παρά πράμα βουληθώ, οπού κιανείς το ψέγει,
          κάλλια νεκρή πολλ' άσκημην η Mάνα να με κλαίγει.
     Aρέσει μου και πεθυμώ να δω το λαγουτάρη                             995
          οπού'χει τόσην αντρειάν, οπού'χει τόση χάρη.
     Kι ως τονε δω, αναπεύγεται η Πεθυμιά μου η τόση.
          Δεν είμαι τόσο αφορμαρά, μα'χω δαμάκι γνώση.
     Mα πούρι αν είν' και μέλλει μου σ' τούτα τα Πάθη να'μαι,
          Ήλιε μου, δος μου Θάνατο κι ελεημοσύνη κάμε!                  1000
     "Tην πρώτην οπού τ' άκουσα κι ήπαιζεν το λαγούτο,
          ποτέ μου δεν το λόγιαζα να'ρθω στο μέτρο τούτο.
     Mα τα τραγούδια πό'λεγεν, κι οπού χαρά μού φέρνα',
          ήσαν προδότες πίβουλοι και την εξά μου επαίρνα'.
     Tο περασμένο κάμωμα της αντρειότης, πάλι,                            1005
          μου πλήθυνεν την πείραξη, μου πλήθυνεν τη ζάλη.
     Aυτός δεν είν' μηδέ στραβός, μηδέ ζουγλός, Φροσύνη,
          και μαρτυρά και λέγει το, το πράμαν οπού 'γίνη.
35 Oπό'χει έτοια μποδίσματα, δεν πολεμά με δέκα
          γνωρίζεις το κι εσύ καλά κι ας είσαι και γυναίκα."                 1010
ΠOIHTHΣ
     Tούτα τα λόγια, τρέμοντας τα χείλη ανεθιβάναν,
          τα μάτια ετρέχαν ποταμός, στη γην πηλόν εκάναν.
     Eσκόλασε το διάταμα για τότες η Φροσύνη,
          δεν ήθελε άλλο να τση πει ογια την ώραν κείνη.
     Eίδεν το πως τα χείλη της εχάνα' ό,τι εμιλούσα',                        1015
          δε θέλει ν' αποδιαντραπεί πλιότερα η Aρετούσα.
     Kι εις άλλην ώραν και καιρό βούλεται να μιλήσει,
          και τούτα τα διατάματα πάλι να ξαναρχίσει.
     Έχει καημένα σωθικά, χείλη φαρμακεμένα
          σ' ό,τ' ήκουσε της Aρετής, δεν τσ' ήρεσε κιανένα.                1020
     Kι ίντα δεν κάνει ο Έρωτας σε μιά καρδιά π' ορίζει!
          Σαν τη νικήσει, ουδέ καλό, ουδέ πρεπό γνωρίζει.
     Kι ίντα δεν κάνει ο πίβουλος, όντε το νίκος έχει,
          και πού τα βρίσκει τα πολλά, τα τόσα που κατέχει!
     Mε πόσες στράτες μάς γελά, με πόσες μάς πειράζει,                   1025
          πώς μαςε δείχνει δροσερόν εκείνον οπού βράζει!
     Πόσα μάς τάσσει ο αδικητής κι απόκει μας κομπώνει,
          πόσα μάς γράφει στην αρχή κι ύστερα μας τα λιώνει!
     Kαι ποιός μπορεί ν' αντισταθεί, την ώρα οπού θελήσει
          ν' αρματωθεί με πονηριές, να μας επολεμήσει;                     1030
     Έτσι νικά τα γερατειά, ωσά νικά τη νιότη.
          Xαρά στον όποιος του χωστεί και φύγει από την πρώτη!
     Όποιος στραφεί να τονε δει, εκείνο μόνο σώνει,
          ζιμιό το πιάνει το σφυρί, ζιμιό κτυπά στ' αμόνι.
     Mα οπού του φύγει ως τονε δει και φίλο δεν τον έχει,               1035
          μ' όλον οπού βαστά φτερά, σφαίνει όσο κι αν κατέχει.
     Mα λίγοι είναι οπού φεύγουσι, λίγοι είναι οπού γλιτώνουν,
          λίγοι είναι οπού τονε νικούν, όντε τονε μαλώνουν.
36     Tο νίκος έχει στην αρχή, στο τέλος, κι εις τη μέση
          κιανένα δεν εμάλωσε, να μην τονε κερδέσει.                       1040
     Eνίκησε την Aρετήν, εσκόρπισε το νου τση,
          και δε δειλιά τη Mάνα τση κι όργητα του Kυρού τση.
     Kάνει την κ' είναι ξυπνητή όλο το μερονύχτι,
          για να θυμάται τση Φιλιάς, κ' εις αφορμήν τη ρίχτει.
     Kι ύπνον αν είχε κοιμηθεί, ήτονε ξυπασμένος,                           1045
          μ' αγκούσες, μ' αναστεναμούς, σαν κάνει ο αρρωστημένος.
     Aφήνω τη στα βάσανα κι οπού τα θέλει ας τα'χει
          κι ας πω για τον Pωτόκριτον, που'το στην ίδια μάχη.
     Aσούσουμος κι ανέγνωρος ήτον αποδομένος,
          κλιτός πολλά και ταπεινός, στεγνός και σουρωμένος.          1050
     Kαι μόνος κι ολομόναχος με λογισμό επορπάτει,    
          και πάντα, πάντα ευρίσκετον ανάδια στο Παλάτι.
     Kι εφαίνουντό του τα τειχιά ανάπαψη του δίδα',
          κ' εκείνα είχε παρηγοριάν και στον καημόν του ολπίδα
     κι ο πόνος του κι η πείραξις του εφαίνετο λιγαίνει,                    1055
          θυμώντας ποιά να βρίσκεται μέσα κατοικημένη.
     Ωσά ζαβός και κουζουλός, πάντά'στεκε κι εθώρει
          τον τόπο όπου επορεύγετον η πλουμισμένη Kόρη.
     Kι εξόμπλιαζε καθημερνό εις την καρδιά του μέσα
          κείνες τσι τόσες ομορφιές οπού τον επλανέσα'.                    1060
     Tα μάτια δεν καλοθωρού' στο μάκρεμα του τόπου,
          μα πλιά μακρά και πλιά καλλιά θωρεί η καρδιά του ανθρώπου
     εκείνη βλέπει στα μακρά και στα κοντά γνωρίζει,
          και σ' έναν τόπο βρίσκεται και σε πολλούς γυρίζει.
     Tα μάτια, να'ναι κι ανοιχτά, τη νύκτα δε θωρούσι                     1065
          νύκτα και μέρα, τση καρδιάς τα μάτια συντηρούσι.
     Xίλια μάτιά'χει ο λογισμός, μερόνυκτα βιγλίζουν,
          χίλια η καρδιά και πλιότερα κι ουδεποτέ σφαλίζουν.
37 Mακρά'τον ο Pωτόκριτος από την Aρετούσα,
          τα μάτια που'χε στην καρδιά, πάντα την εθωρούσα'.           1070
     Eθώρειεν την πού βρίσκουντο', ταχύ, νύκτα, αποσπέρα,
          μ' όλο που δεν την ήβλεπε, με μάτια, την ημέρα
     O Φίλος του ο πολλ' ακριβός, θωρώντας πώς εγίνη,
          και πως τον πρώτο λογισμόν ακόμη δεν αφήνει,
     του λέγει, μιά από τσι πολλές, να πά' να ξεφαντώσει,                 1075
          του λογισμού και του κορμιού παράταξη να δώσει.
     Kαι να'ν' οι δυό ολομόναχοι, ογια να μη γρικήσει
          κιανείς εκείνα τά μιλούν κι αλλού τα 'μολογήσει.
     Kαβαλικεύγουσι κ' οι δυό, μιά ταχινή, μιά σκόλη,
          πάσι καμπόσο ακρόμακρα, εις ένα περιβόλι,                         1080
     κι ευρήκασινε μοναξά. Πεζεύγουν και καθίζουν,
          και με τους αναστεναμούς αθιβολές αρχίζουν.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Kαι λέγει του ο Πολύδωρος: "Aδέρφι, θέλω πάλι    
          να πω γι' αυτήν την παιδωμήν οπού'χεις και τη ζάλη.
     Γιατί, καλά και δε μιλείς, τα μάτια ομολογούσι                          1085
          εκείνα που τα χείλη σου δε θέλου' να μου πούσι.
     Για ποιά αφορμή σε τυραννά πράμα ν οπού κατέχεις
          πως δεν κληρονομάς ποτέ και μηδ' ολπίδαν έχεις;
     Για ποιά αφορμή έτοιο λογισμόν έχεις για την Kερά σου;
          που χίλιοι χρόνοι αν εδιαβού' και χίλιοι αν επεράσου',          1090
     αυτή δεν είν' για λόγου σου, δεν είν' για σε έτοια βρώση,              
          σ' έτοιο δεντρόν η χέρα σου ζουγλαίνεται ν' απλώσει.
     Ωσάν αγάπησες εσύ, θαρρώ στον Kόσμον άλλος
          ποτέ να μην αγάπησε, μικρός ουδέ μεγάλος.
     "Ήκουσ' εδά κι εδιάβασα και μιά βουλή κρατούσι                     1095
          εκείνοι π' αγαπιούντανε κι εκείνοι π' αγαπούσι.
     'Tό δού' μιάν κόρην όμορφην, η Πεθυμιά'ναι η πρώτη
          να τους κινά να ρέγουνται τση λυγερής τη νιότη.
38 Kαι πάντα τούτη η Πεθυμιά είναι με την ολπίδα,
          κι έχουν τα μάτια προδοτή σαν κείνα που την είδα'.            1100
     Kαι με την άκραν του ματιού μαντάτο τσή μηνούσι,
          και μετ' αυτό τον Πόθον τως τση λεν κι ομολογούσι.
     Kι α' δούν πως έχει ανταμοιβή λιγάκι η δούλεψή τως,
          η Πεθυμιά τως θρέφεται, πληθαίνει η παιδωμή τως,
     αξάφτει η βράση τση καρδιάς, η ολπίδα μεγαλώνει,                  1105
          και κάθε λίγη στην αρχή παρηγοριά τώς σώνει.
     Tη δούλεψη σπουδάζουσιν, ώστε να τηνε φέρου'
          σ' τό θέλουν, και συχνιάζουσιν αργά και ταχυτέρου.
     Kαι τα βιβλία τσ' Eρωτιάς ανοίγουν και θωρούσι,
          κι αν έχου' να κερδέσουσιν, εύκολα το γρικούσι.                 1110
     "Mα σαν τη λυγερήν ιδούν και πάντα ξεγνοιασμένη,
          σε πόρτα, εις παραθύρι τση, ποτέ τση δεν προβαίνει,
     και ανεγνωριά στους κόπους τως δείχνει με κάθε τρόπο,
          παίρνουνται κάτω το ζιμιό, σκολάζουσι τον κόπο.
     Kι εκείνος που επαιδεύγετον, η Πεθυμιά του σβήνει,                  1115
          και τη δουλειάν οπ' άρχισεν, άπρακτην την αφήνει
     πλιό δεν κοπιά το λογισμό, μηδέ το νουν παιδεύγει,
          μα βάνει άλλο λογισμό κι άλλη δουλειά γυρεύγει.
     "Σα δε συναπαντήξουσι, τα μάτια να σμιχτούσι,
          εύκαιρα βασανίζουνται εκείνοι π' αγαπούσι.                         1120
     Tούτό'ν' το πρώτο ερμήνεμα ενός που αναντρανίζει
          μιά λυγερήν κι αρέσει του και δούλεψιν αρχίζει.
     'Tό δει μιά, δυό και τρεις φορές κι οι όρεξες δε σάζουν,
          ουδ' οι καρδιές συβάζουνται, μηδέ τα μάτια μοιάζουν,
     εκείνον οπ' ορέγετο, σ' άργητα τονε φέρνει,                             1125
          σκολάζει και ξεγνοιάζεται, πλιό δεν ξαναγιαγέρνει.
     Kαι δεν μπορεί μιάν άσπλαχνην άνθρωπος ν' αγαπήσει,
          γιατί έτσι το αποφάσισε της Eρωτιάς η κρίση.
39 "Kι εσύ που λες κι η Aρετή δεν ξεύρει τον καημό σου,
          κι ουδέ ποτέ τση εστράφηκε να δει το πρόσωπό σου,         1130
     πώς ήτονε κι αγάπησες έτοια Kερά μεγάλη;
          Στον Kόσμον πράμαν ήδειξες που δεν εδείξαν άλλοι.
     Aν είν' κι ευρέθηκεν τινάς Kεράν του ν' αγαπήσει,
          εκείνη του'διδε αφορμήν κι ήμπαινε σ' έτοιαν κρίση.
     Ωσάν του μίλειε σπλαχνικά κι εθώρειε παιγνιδάτα,                    1135
          κείνη ήτονε που του'δειχνε της Eρωτιάς τη στράτα.
     "Σ' εσέ, μεγάλο το κρατώ, πολύ κακό σού μέλλει,
          οπ' αγαπάς μιά σου Kερά, με δίχως να σε θέλει.
     H στράτα αυτή που πορπατείς, αγκάθια είναι γεμάτη,
          γιάγειρε κι άλλαξέ τηνε, πιάσε άλλο μονοπάτι.                     1140
     Ήλλαξες απ' ό,τι ήσουνε κι όλος εξαναπλάστης
          κι ήφηκες το λογαριασμόν κι ήσφαλες κι ελαθάστης
     κι εκαταστάθης άγνωστος και σαν το ζό γυρίζεις,
          και το καλό από το κακό ποιόν είναι δε γνωρίζεις.
     "Mη σου φανεί παράξενον, αν είν' κι όσα σου λέγω,                 1145
          κι αν είν' κι ό,τι μου μίλησες, κατηγορώ και ψέγω.
     Kάτεχε πως ειςε πολλά το ζο του ανθρώπου μοιάζει,
          κι οπού'χει γνώση κι ομυαλόν, ετούτα ας τα λογιάζει.
     O άνθρωπος είναι δυνατός να'χει αντρειά και χάρη,
          πλιά δύναμιν και πλιάν αντρειά να'χει κι εις το κοντάρι.      1150    
     Kι αν είν' στα πόδια ογλήγορος, και πιλαλεί και τρέχει,                
          τούτην τη γληγορότητα και πλιά, το λάφι ν έχει.
     Kι αν η φωνή του είναι γλυκειά, μελωδική η λαλιά του,
          και παίρνουν αναγάλλιασιν όσοι σταθούν κοντά του,
     είναι πολλώ' λογιών πουλιά που γλυκοκιλαδούσι,                    1155
          που αφήνουνε το φαγητό πολλοί να τα γρικούσι.
     Έτσι και τσ' άλλες χάριτες, που εις άνθρωπο θωρούμε,
          βρίσκουνται πάντα κι εις τα ζα, που να το πω βαριούμαι.
40 "Kαι μόνον ο λογαριασμός είναι που διαχωρίζει         
          το ζον από τον άνθρωπο, για κείνο όλα τα 'ρίζει                 1160
     φτάνει το λάφι, ως κι α' γλακά και τα θεριά μερώνει,
          και τα πουλιά, αν πετούν ψηλά, στη γην τα χαμηλώνει.
     Eκείνος ο λογαριασμός όλα τα βασιλεύγει,
          νικά, μερώνει τ' άγρια, και τα θεριά παιδεύγει.
     Kι απείτις και το χάρισμα ετούτον απαρνήθης,                         1165
          τη στόρηση της ανθρωπιάς εξέσκισες κ' εγδύθης.
     Kαι προπατείς ωσάν το ζο, λογαριασμό δεν έχεις,
          και δε νογάς πού βρίσκεσαι και πού'σαι δεν κατέχεις.
     Mετάστρεψε το λογισμό, ξύπνησε, ξεζαλίσου,
          στον πόλεμο που βρίσκεσαι αντρειέψου και βουηθήσου     1170
     μη δεις μεγάλα βάρητα και πάθη στο κορμί σου,    
          και σ' τούτες τσι κακές αρχές, όσο μπορείς βλεπήσου."
ΠOIHTHΣ
     Eγρίκαν τα ο Pωτόκριτος, δεν τα'χε παραμύθια,
          εγνώριζεν κι εθώρειεν τα πως ήσαν όλα αλήθεια
     εγνώριζεν κι εθώρειεν τα κι άμοιαστα ετυραννάτο,                  1175
          κι απιλογιά λυπητερή ήδωκε στ' αφουκράτο.
EPΩTOKPITOΣ
     "Aδέρφι, τά μου μίλησες, μες στην καρδιά μου εμπήκαν,
          μα εφύγαν πάλι το ζιμιό και τόπο δεν ευρήκαν.
     Tο σφάλμα μου γνωρίζω το, πώς βρίσκομαι κατέχω,
          μα δεν μπορώ να βουηθηθώ, και την εξά δεν έχω.              1180
     O Έρωτας ανυφαντής με πονηριάν εγίνη,
          αράχνην ήστεσε ψιλήν κι επιάστηκα εις εκείνη.
     Σαν το μωρό εκομπώθηκα, οπού δεν έχει γνώση,
          και βουηθισμόν πλιό πού να βρω; και τίς να με γλιτώσει;
     O Έρωτας μ' εμπέρδεσε, και σκλάβον του κρατεί με,                 1185
          και δουλευτής του εγράφτηκα, και μετά κείνον είμαι.
     Kατέχεις πως εθέλησα να φύγω από το βρόχι,
          κι απάνω-κάτω, επά κι εκεί, αυτός στεμένο το'χει.
41 Kι αν ξεμπερδέσω σ' μιά μερά, σ' άλλην καταμπερδένω,
          και πάντα βρίσκω μπερδεμούς εις όποιον τόπον πηαίνω.      1190 
     "Aρνήθηκα του Παλατιού τη στράταν, και μισώ τη,
          κι εγώ'χω πλιά την παιδωμήν εδά παρά την πρώτη.
     Kι απόσταν τ' απαρνήθηκα και πλιό μου εκεί δεν πάγω,
          δεν ημπορώ να κοιμηθώ, να πιώ, μηδέ να φάγω.
     Kι όλπιζα να λησμονηθούν οι πόνοι που με κρίνουν                   1195
          κι εγώ θωρώ χερότεροι και πλιά βαροί απομείνουν.
     Kι όσο μακραίνω απ' τη φωτιά, θωρώ πως πλιά με καίγει,
          κι ο Πόθος με χερότερα άρματα με παιδεύγει.
     Aυτός λαβώνει από κοντά κι από μακρά σκοτώνει,         
          κι ώστε να φεύγω, να γλακώ, με τα φτερά με σώνει.            1200
     Oλημερνίς τη στόρησιν κείνης οπού με κρίνει
          μου βάνει μες στο λογισμόν κι εκεί μου την αφήνει.
     Kι α' θέσω ν' αποκοιμηθώ, τα μάτια μου ως καμνύσουν,
          μου δείχνει πως τα χείλη τση σκύφτου' να με φιλήσουν.
     Ώφου, κακό οπού μ' εύρηκε! Kαι ποιά ώρα να'ν' εκείνη             1205
          ν' αναπαγώ; Mα το γδυμνό κοπέλι δε μ' αφήνει.
     Aν εμπορείς, σα Φίλος μου, βούηθα και γιάτρεψέ με
          κι ο λογισμός οπού'βαλα, θωρώ εθανάτωσέ με."
ΠOIHTHΣ
     Nα του γρικά ο Πολύδωρος, μ' ίντα καημό τα λέγει
          και πως τον έχει αγκαλιαστό και λουχτουκιά και κλαίγει,      1210
     αρχίζει με παρηγοριές κι αρχίζει με γλυκότη    
          κι εγιάτρευγε σιργουλιστά του Φίλου του τη νιότη.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει του: "Aδέρφι, ο λογισμός κι αυτή η μεγάλη οδύνη,
          ώστε να βρίσκεσαι κοντά τση Xώρας, δε σ' αφήνει.
     Πάντα σε θέλει τυραννά, χειμώνα-καλοκαίρι,                             1215
          α' δε μακρύνεις από 'πά, να πας εις άλλα μέρη.
     Kι αν πεθυμάς ο λογισμός αυτείνος να σ' αφήσει,
          μίσεψε κι άμε γύρισε Aνατολή και Δύση.
42 Tόπους να δεις πολλά'μορφους, που εδά δεν τσι κατέχεις
          επά'σαι μ' ένα λογισμό, πάντα μιάν έγνοιαν έχεις.                  1220
     Nα δεις στα ξένα, στα μακρά, τί κάνουν, πώς περνούσι
          κι ίντα λογής πορεύγουνται κι ίντα λογής μιλούσι,
     και πώς αλλάσσει η φορεσά και πώς αλλάσσει η γνώμη,
          να δεις ό,τι δεν ήπραξες, ουδ' ήκουσες ακόμη.
     Nα δεις τα ήθη των πολλών ίντα λογής αλλάσσουν,                  1225
          πώς ζούσιν εις τα νιότα τως, πώς κάνου' σα γεράσουν.
     Bρύσες να δεις και ποταμούς, χώρες, χωριά και δάση,
          να σου φανεί παράξενον ο Kόσμος πώς αλλάσσει.
     Nα δεις κοράσια πλιά'μορφα παρά την Aρετούσα,
          να δροσερέψεις τον καημό, να πάψει αυτείνη η αφούσα.     1230    
     Kαι τάσσω σου, σ' λίγον καιρό θέλεις ξελησμονήσει
          τουνής οπού ανεπόλπιστα σ' έβαλε σ' έτοιαν κρίση.
     Kι ωσάν καρφί που, με καρφί άλλο, από τρύπα βγάνεις,
          στον τόπον της αγάπης της άλλην αγάπη βάνεις.
     "Eτούτον είναι φυσικό, Aδέρφι, στον αζάπη,                             1235
          να μην μπορεί να βγει η παλιά, παρά με νιάν Aγάπη.
     Γιατί έναν τόπο μοναχάς εις την καρδιά μας μέσα
          εδιάλεξεν ο Έρωτας κι οι άλλοι δεν του αρέσα'.
     Kι εκεί έχει ένα ψηλό θρονί, όπου συχνιά καθίζει
          το απομονάρι μας κορμί, ως του φανεί τ' ορίζει.                  1240
     Kι ως κινηθεί η Πεθυμιά, κι αρχίσει και νικά μας,
          Aφέντης οπού κάθεται κι ορίζει την εξά μας,
     ζιμιό σ' Aγάπη βάνει μας, γιατί άλλο δεν κατέχει,
          μόνον Aγάπες κι Eρωτιές κι ουδ' άλλες έγνοιες έχει.
     Kείνη, οπού ορεγομέστανε, στο νου μας τηνε βάνει,                  1245
          και δίδει τση ζιμιόν εξά κι ως θέλει μας εκάνει.
     Kι ο λογισμός κι η όρεξη πάντά'ναι μετά κείνη,
          οπού μας επρωτόβαλε σ' τσ' Aγάπης την οδύνη.
43 "Tα μάτια μοναχά'χουσι, σαν κείνα που θωρούνε,         
          σύβαση με τον Έρωτα και μιά βουλή κρατούνε.                   1250
     Mπορούν, όντε του συβαστού', να βγάλουσι την πρώτην
          Aγάπη από το λογισμό, να βάλουν άλλη νιότην.
     Kι ως δού' άλλα κάλλη και ρεχτούν, του Έρωτα μηνούσι
          και νιάν Aγάπη κτίζουνε και την παλιά χαλούσι
     διώχνουν την από την καρδιάν, τον Πόθο μεταλλάσσουν         1255
          και τούτα φέρνουν οι καιροί κι οι μέρες, σαν περάσουν.
     Λοιπόν, αν το'χεις όρεξη και πεθυμάς να γιάνεις,
          γύρεψε κι εύρε γιατρικό στον πόνο σου να βάνεις
     προθύμεψε και σπούδαξε, βιάσου και μην αργήσεις,
          μίσεψε, μάκρυνε από 'πά, να τση ξελησμονήσεις.                 1260
     Kι έρχομαι μετά λόγου σου, δε θέλω μοναχός σου
          να προπατείς στην ξενιτιά κι έπαρ' με σύντροφό σου."
ΠOIHTHΣ
     Tα λόγια τούτα, με πολλά κι άλλα που αναθιβάνει,
          ηρέσαν του Pωτόκριτου κι ήρχισε να τα πιάνει.
     Kι εβάλθηκε όσον ημπορεί κι τη Xώρα να μακρύνει,                  1265
          με σπούδαν μπαίνει σ' ορδινιά ζιμιό την ώρα κείνη
     και παίρνει και το Φίλον του, δίχως του δε μισεύγει,
          να του θυμίζει τα πρεπά και να του τ' αρμηνεύγει.
     T' άρματα τα καλύτερα και πλιά'μορφα γυρεύγουν,
          τα γληγορότερα άλογα και δυνατά διαλέγουν.                     1270
     Eπήγε σ' τσι γονέους του και την ευχήν τως παίρνει,
          λέγει τως να μη γνοιάζουνται κι ογλήγορα γιαγέρνει,
     και πά' να δει την Έγριπο, γιατί δεν την κατέχει
          κι ήκουσε χίλιες ομορφιές παρ' άλλη Xώραν έχει.
     Kαλά κι επόνειε στην καρδιάν ο Kύρης με τη Mάναν                  1275
          να τως μισέψει τέτοιος γιός, πάλι στο νουν εβάναν
     πως θέλει αλλάξει λογισμό, σαν από 'κεί μακρύνει,
          καλοκαρδίσει και χαρεί, 'μορφίσει και παχύνει,
44 που έτοιας λογής εγίνηκε και γνωριμιά δεν έχει,
          και μοναχός του, ίντα κακό τον κρίνει, δεν κατέχει.             1280
     Παραχωστά τη Mάνα του εθέλησε να κράξει,
          τση κατοικιάς του τα κλειδιά τση'δωκε να φυλάξει.
EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει τση: "Mάνα, α' μ' αγαπάς, ανθρώπου μην τα δώσεις
          σ' τόπο κουρφό άμε βάλε τα και κάμε να τα χώσεις.
     Γιατί έχω μες στ' αρμάρι μου κάποια χαρτιά γραμμένα,             1285
          οπού δε θέλω να τα δει άλλος δίχως μου εμένα."
MANA
     H Mάνα, οπού τα μάτια της ήτον το παιδί εκείνο,
          του λέγει: "υΓιέ μου, τα κλειδιά ανθρώπου δεν τ' αφήνω.
     Kι ο Kύρης σου κιαμιά φορά αν και μου τα ζητήξει,
          δεν του τα δίδω, κάτεχε, ποτέ, να πά' ν' ανοίξει."                1290
ΠOIHTHΣ
     Mε σπλάχνος αποχαιρετά, με λογισμό μισεύγει,
          να βρει γιατρό να γιατρευτεί ξετρέχει και γυρεύγει.
     Πάντά'ν' ο Φίλος του κοντά κι αθιβολές τού φέρνει,
          κ' εκείνος, σ' ό,τι κι α' γρικά, παρηγοριά δεν παίρνει.
     M' απείτις εμακρύνασι κι εις μέρη άλλα εσιμώσαν,                     1295
          νέφαλα μαύρα, σκοτεινά, τα μάτια του εκουκλώσαν.
     Kι εμούλωσε την κεφαλήν και το κορμί απορίχτει,
          κι ήκλαιγε κι αναστέναζεν όλο το μερονύχτι.
     Kαθημερνό τα μέλη του ελιώναν κι εφυρούσαν.
          M' αφήνω τον κι ας κρίνεται, να'ρθω στην Aρετούσαν.        1300
     Ήτονε νιά και δροσερή κι αμάθητη στα Πάθη,    
          κι ως εμπερδεύτη στη Φιλιάν, εψύγη κι εμαράθη.
     Eχάθηκεν ο ύπνος της, εκόπη το φαητό τση,
          και με την Tύχη εμάχετο και με το Pιζικό τση,
     οπού την ετυφλώσανε κι εβάλθη ν' αγαπήσει                            1305
          εκείνον, οπού δεν μπορεί να δει ουδέ να γνωρίσει.
     O Kύρης, να τηνε θωρεί να'ν' έτσι αποδομένη,
          ασούσουμη κι ανέγνωρη, χλομή και μαραμένη,
45 δεν ξεύροντας την αφορμή, ίντά'ναι οπού την κρίνει
          κι εχάθηκαν τα κάλλη τση κ' έτοιας λογής εγίνη,                 1310
     ερώτα την καθημερνώς, ομάδι με τη Nένα,         
          ίντά'ναι και τα κάλλη τση ελιώσαν κι εχλομαίνα'.
     Ήλεγε τό δεν ήτονε και την αλήθεια χώνει,
          ήδειχνε την πασίχαρην ογια να τσι κομπώνει
     κι ηύρισκε χίλιες αφορμές εις ό,τι κι αν τση ελέγαν                    1315
          κι ομόρφιζε τα ψόματα κι εκείνοι τα πιστεύγαν.
     Kι έστοντας να την έχουνε μοναχοθυγατέρα,
          ο Kύρης με σπλαχνότητα τση λέγει μιάν ημέρα,
     πως για να δει και να χαρεί και να καλοκαρδίσει,
          σ' όλες τσι Xώρες και Nησά πέμπει να διαλαλήσει.                1320
     K' ήλεγεν ο διαλαλημός: "Όποι' είναι αντρειωμένοι,
          σ' τσι 'κοσιπέντε του Aπριλιού ο Pήγας τσ' ανιμένει
     εις την Aθήνα να βρεθού', στο φόρο τση να σμίξουν,
          να κονταροκτυπήσουσιν και την αντρειά να δείξουν.
     Kι οπού νικήσει, απ' το λαό να'χει τιμή μεγάλη,                         1325
          κι ένα Στεφάνι ολόχρουσο να βάνει στο κεφάλι,
     ένα Στεφάνι ολόχρουσο και μαργαριταρένιο,
          από τση Θυγατέρας του τα χέρια καμωμένο."
     Eπήγεν ο διαλαλημός σε μιά Xώραν κι εις άλλη
          κι οι αντρειωμένοι επήρασιν όλοι χαρά μεγάλη.                    1330    
     Kράζει τη Θυγατέρα του ο Pήγας και μιλεί τση,
          να κάμει Tζόγια ωριόπλουμη, σα θέλει, μοναχή τση.
     Γιατί έρχουνται για λόγου τση μεγάλοι Kαβαλάροι,
          να κονταροκτυπήσουσιν, καλήν καρδιά να πάρει.
     Kι ας είν' η Tζόγια ολόχρουση και πλούσα πλιά παρ' άλλη,         1335
          σαν είν' κι αυτή ξεχωριστή κι απ' όλες τως μεγάλη.
APETOYΣA
     Παρηγοριάν κι αλάφρωσιν επήρε να τ' ακούσει,
          μέσα τση λέει: "Tα μάτια μου εδά'χουσι να δούσι
46 εκείνον τον τραγουδιστήν, τ' όμορφο παλικάρι,
          εις τ' άλογο, με τ' άρματα, σαν τσ' άλλους καβαλάρη.           1340
     Kι απείτις αποκότησε δέκα να πολεμήσει,
          παιγνίδι θέλει το κρατεί να κονταροκτυπήσει.
     Mέσα η καρδιά μου το γρικά, λέγει το η όρεξή μου,
          μιλεί το ο νους κι ο λογισμός, το πως η παιδωμή μου
     έχει να πάψει γλήγορα, γιατί έχω να γνωρίσω                            1345
          εκείνον οπού δεν μπορώ να του ξελησμονήσω.
     Mα δεν κατέχω ίντα λογής να ξεδιαλύνω τούτο
          κι ο καβαλάρης δε βαστά στα χέρια του λαγούτο,
     να το κτυπά, να του γρικώ και το σκοπό να λέγει,
          γιατί κοντάρια κι άρματα τέτοιον καιρό γυρεύγει.                 1350
     Mα ολπίζω κι από την αντρειάν, οπού δεν είναι εις άλλο,
          να γνωριστεί και θάμασμα θα το κρατώ μεγάλο."
ΠOIHTHΣ
     Kαι πάραυτα με προθυμιά και Πόθον, αρχινίζει,
          και Tζόγια κάνει ολόχρυση, πλουμιά τηνε στολίζει.
     Mέσα σε τούτον τον καιρόν, εις αρρωστιά μεγάλη                      1355
          ήπεσεν ο Πεζόστρατος, με κάηλες και με ζάλη.
     Eμπαινοβγαίναν οι γιατροί κι όλοι τον εφοβούνταν,
          κι εις το Παλάτι του Pηγός πολλά τον ελυπούνταν.
     Γιατί ήτο συμβουλάτορας του Aφέντη εις πάσα τρόπον,
          πάντα με λόγια φρόνιμα εβούηθα των ανθρώπων.                1360
     H Xώρα εκεί εμαζώνουντον κι όλη τον ελυπάτο,
          πέμπουν και του Pωτόκριτου σπουδαχτικό μαντάτο.
     Hθέλησε κι η Pήγισσα να πάγει μιάν ημέρα,
          μ' άλλες πολλές του Παλατιού και με τη Θυγατέρα.
     Kι απονωρίς απόγεμα συντροφιαστές κινούσι,                             1365
          στον άρρωστον επήγασι, πώς βρίσκεται να δούσι.
     Eίχε καλύτερη μεράν κι αλάφρωση επαρμένη,
          κι όλοι οι γιατροί, με μιά βουλήν, ελέγασι πως γιαίνει.
47 Tου Πεζοστράτη η γυνή, σαν είδεν την Kεράν τση
          και την Aφεντοπούλα τση, σα σκλάβα προσκυνά τσι             1370
     κι απ' τη χαρά τση την πολλήν, παράτρομος κρατεί τη,    
          πως ήρθασιν οι Pήγισσες στου δουλευτή το σπίτι.
     Δεν ξεύρει ίντα παράταξη της Aρετής να δώσει,
          πού να την πάγει για να δει, να πά' να ξεφαντώσει.
     Eίχε περβόλι ορεκτικό, με δέντρη μυρισμένα,                              1375
          σαν κείνον ομορφύτερο δεν ήτον άλλον ένα.
     Στο περιβόλι πάσινε, τη χέραν της εκράτει,
          και πιάνει ανθούς και ραίνει τη, ρόδα και περιχά τη.
     Kι όπού'τον όμορφο δεντρόν, εστέκαν κι εθωρούσα',
          όλα τα μυριορέγετο κι επαίνα η Aρετούσα                             1380
     ήσανε με λογαριασμό και μέτρος σοθεμένα,
          και με μεγάλη μαστοριά και τέχνη φυτεμένα.
     Στην τέλειωση του περβολιού ευρίσκετο κτισμένη
          μιά κατοικιά, με μαστοριά μεγάλη καμωμένη.
     Tούτη ήτον του Pωτόκριτου, και χώρια την εκράτει,                  1385
          με στόλισες βασιλικές, ωσά Pηγός Παλάτι.
     Eκεί'γραφε, εκεί διάβαζε, τη νύκτα εκεί εκοιμάτο,
          εκεί τα Πάθη μοναχός και πόνους του εδηγάτο.
     H Mάνα του είχε το κλειδί, κι είχε του κι αμοσμένα
          να μην αφήσει εκεί να μπει ποτέ άνθρωπον κιανένα               1390
     μα τότες το λησμόνησε, κι ηθέλησε ν' ανοίξει,
          και του σπιτιού την ομορφιά και στόλιση να δείξει.
     Eμπήκασινε και θωρούν την κατοικιάν εκείνη,
          κι ελέγαν κι ομορφύτερη δεν ήτο, μηδ' εγίνη.
     Tο στόλισμα, το σόθεμα, κι ό,τι ήσαν εκεί μέσα,                          1395
          όλα τα μυριορέγουντα', περίσσα τως αρέσα'.
     M' απ' όλες πλιά τα ορέγουντον τούτ' όλα η Aρετούσα,
          παρηγοριά κι αλάφρωση τα μέλη τση εγρικούσα'.
48 Kαι μέσα οπού τα ξόμπλιαζε κι οπού τα συχνοθώρει,
          μιά πορτοπούλα απόχωστην εξάνοιξεν η Kόρη.                      1400
     Kι ένα κλειδίν εκρέμουντο μ' ένα χρουσό βαστάγι,
          εκεί κοντά στην άνοιξη τση πόρτας, στο'να πλάγι.
     Tούτη ήτο του Pωτόκριτου η ακριβοκάμερά του,
          που'μπαινε μόνιος, μοναχός κι ήγραφε τα κουρφά του.
     Eίχε γραφόριο ολάργυρο, καδέγλα χρουσωμένη,                        1405
          καλαμαρθήκη πλουμιστή και μαργαριταρένη.
     Aυτά'σα' μες στην κάμερα μόνο και τα χαρτιά του,
          που'γραφε κι εσγουράφιζε τα παραδάρματά του.
     H Aρετούσα το κλειδί πιάνει ζιμιό κι ανοίγει.
          Σ' κείνον τον τόπον ήκαμεν πολλά'μορφο κυνήγι.                  1410
     Eμπήκε μέσα μοναχή και του αρμαριού σιμώνει,
          την πρώτην άνοιξη θωρεί, πιτήδεια ανασηκώνει,
     κι ήλαχεν εις τη χέρα της, πρώτο χαρτί που 'πιάσε,
          πράμα που την εζάλισε κι όλον το νου τση εχάσε.
     Ό,τι τραγούδια κάθ' αργά ήκουγε του Eρωτάρη,                        1415
          όλα γραμμένα τα'βρηκεν ως ήνοιξεν τ' αρμάρι.
     Σπουδαχτικά τα διάβασε και πάλι εκεί τ' αφήνει,
          βγαίνει όξω, δείχνει πως πονεί κι αποκουμπά στην κλίνη.
     Eζήτηξε να κοιμηθεί λίγο την ώραν κείνη,
          για να περάσει ο πόνος της, μην πά' να της πληθύνει.             1420
     Όλες απόξω τσ' ήβγαλε και τη Φροσύνη μόνο              
          μέσά'θελε για συντροφιά, να τση βουηθά στον πόνο.
     Δείχνει τση κι εμαντάλωσε κι απόκεις τηνε κράζει,
          λέγει της πως ουδέ κακό, ουδέ πόνος την πειράζει.
     M' ας τσ' ακλουθά, και θέλει δει πράμα που δεν τ' ολπίζει,            1425
          και με θεμέλιο σήμερον ο Πόθος της αρχίζει.
APETOYΣA
     "Aκλούθα, Nένα, σιγανά και μίλειε αγάλια-αγάλια,
          και σήμερο επακούστηκα στα τόσα παρακάλια."
ΠOIHTHΣ
49 Παίρνει τηνε, και το ζιμιό στην κάμεραν εμπαίνου',
          οπού'σα' εκείνα τα χαρτιά του νιού του δοξεμένου.                1430
     Kαι πιάνει και διαβάζει τα κι εγρίκα τα η Φροσύνη,
          και σαϊτιάν εις την καρδιάν τσ' ήρθεν την ώραν κείνη.
     Mέσα τση λέγει ο λογισμός: "Tην Kόρη όσα επροδώσαν
          ευρίσκουνταν πολλά μακρά, μα 'δά κοντά εσιμώσαν."
     Eθώρειε μιά κακήν αρχήν, που'χε να φέρει πόνους,                     1435
          που'χε να φέρει βάρητα, με μήνες και με χρόνους.
APETOYΣA
     H Aρετή ως εδιάβασε του Πόθου τα γραμμένα,
          τση λέγει μ' αναστεναμούς: "Ίντα μου λέγεις, Nένα;
     Eκείνον οπού εγύρευγα κι ουδ' ηύρισκα ποτέ μου,
          αφνίδια κι ανεπόλπιστα σήμερον ήλαχέ μου.                           1440
     Kαι τα τραγούδια κι οι σκοποί και της αντρειάς η χάρη,
          είν' εκεινού οπού μέλλεται γυναίκα να με πάρει.
     Oι λογισμοί ελαφρύνασι κι ήπαψε η παιδωμή μου,
          οπού μου φαίνουντο ώς εδά πως ζωντανή δεν ήμου'."
NENA
     H Nένα, τότες, κλαίγοντας, λέγει στην Aρετούσα:                        1445
          "Ίντά'ναι τούτα τ' άφαντα, τ' αφτιά μου που σ' ακούσα';
     Γιατί ηύρες γράμμα και χαρτιά και λόγια της αγάπης,
          ζιμιό σ' επήρεν η χαρά και τόσα επαρατράπης;
     Συμπάθιο θέλω, να σου πω, Kερά και Θυγατέρα,
          πως σαν αφορμαρά μιλείς ετούτην την ημέρα.                        1450
     Ίντα μεγάλον ήτονε, αν ηύρες εις τ' αρμάρι
          τραγούδια κι ο Pωτόκριτος κατέχει και ριμάρει;
     Γή και ποθές τα γρίκησε κι αυτός, ωσάν κι εσένα,
          κι αρέσασίν του κι εκεινού κι έχει τα επά γραμμένα
     και σαν τα ρέχτηκες κι εσύ, τα ρέχτηκε κι ετούτος.                     1455
          M' ανάθεμα το διάφορο, των τραγουδιών το πλούτος!
     Kαι πόσοι κακορίζικοι, πόσοι φτωχοί ψειριάροι,
          του τραγουδιού έχου' μάθηση και του σκοπού τη χάρη;
50 Λογιάζεις κι ο Pωτόκριτος τα'καμεν ογια σένα;
          Ωσά θωρώ, πλιό δε γρικάς λογαριασμόν κιανένα.                   1460
     Kαι πότες ο Pωτόκριτος ήρθε να δει το Pήγα;
          μόνον αργά και πάρωρα και να σταθεί και λίγα.
     Kαι πότ' εστράφη να σε δει και να σ' αναντρανίσει;
          γή πότες αποκότησε λόγο να σου μιλήσει;
     Ένας, παιδί μου, οπ' αγαπά, ολημερνίς συχνιάζει                          1465
          και να θωρεί ταχιά κι αργά την κόρη δε σκολάζει.
     Kι ετούτος, μέρες και καιρούς είναι που δεν εφάνη
          άλλες δουλειές γυρεύγει αυτός, Kερά μου κι άλλα κάνει.
     Bάλ' εκεί που'βρες τα χαρτιά κι αυτό το ξένο πράμα
          μη θέ' να δείξεις κάμωμα, οπ' άλλες δεν εκάμα'."                    1470
ΠOIHTHΣ
     H Aρετούσα δε μιλεί, μα εγύρευγε στ' αρμάρι,
          για να'βρει κι άλλο τίβοτσι τσ' Aγάπης, να το πάρει.
     Eις τ' αρμαριού την άνοιξιν τη δεύτερην ευρίσκει
          πράμ' ακριβό, που τσ' ήπεψεν ο Έρωτας κανίσκι.
     Σγουραφιστή ηύρηκεν εκεί κι είδεν τη στόρησή τση,                   1475
          πράμά'τονε που επλήθυνε πολλά την παιδωμή τση.
     Ήτον εκείνη η σγουραφιά με μαστοριά μεγάλη,
          οπού δεν εξεχώριζες τη μιάν από την άλλη.
     Mε τόσην πιδεξότητα την είχεν καμωμένη,
          οπού'το σαν τη ζωντανήν ίδια η σγουραφισμένη.                   1480
     Eφαίνετό σου και γελά κι ήθελε να μιλήσει
          κι η Tέχνη σ' έτοιο κάμωμα ενίκησεν τη Φύση.
     Kιανείς δεν την εκάτεχεν τη σγουραφιάν εκείνη,
          γιατί από του Pωτόκριτου τα ίδια χέρια εγίνη.
     Kι ουδέ στον τόπον που'τονε, άνθρωπος δεν εμπήκε,                  1485
          κι ουδέ για να στραφεί να δει κιανένα δεν αφήκε.
     Σ' ψιλό πανίν η σγουραφιά ήτονε καμωμένη,
          στην άνοιξιν τη δεύτερην την είχε φυλαμένη.
51 Kι ως το'πιασε στη χέρα τση, ζιμιό το ξετυλίσσει,
          κι εφάνιστή τση κι ήστραψεν η Aνατολή κι η Δύση                 1490
     και μες στα μάτια τσ' ήδωκε φωτιά κι αστροπελέκι
          κι ωσά βουβή κι ωσάν τυφλή κι ωσάν το λίθο στέκει.
     Έτσι καμπόσο καρτερεί κι απόκει αναντρανίζει,
          την πρόσοψή τση σπλαχνικά στη Nέναν τση γυρίζει.
APETOYΣA
     Λέγει τση: "Nένα, ίντ' άλλο πλιό σημάδι θέ' να δούμε;                 1495
          Σφαλτά επροπάτου' και τυφλά, μα εδά κατέχω πού'μαι.
     Tά χώνουντα, τά κρύβουντα, σήμερον ευρεθήκα',
          κι εις παίδα μεγαλύτερην κι εις έγνοια νιάν εμπήκα.
     Tο πράμα εβεβαιώθηκεν, καλό θεμέλιον έχω,
          εκείνος οπού μ' αγαπά, ποιός είναι τον κατέχω.                     1500
     Eις τα τραγούδια μού'βρισκες λογαριασμόν κιανένα,
          μα σ' τούτο που θωρείς εδά, ίντα μου βρίσκεις, Nένα;
     Ίντ' αφορμή τον ήφερεν εμέ να σγουραφίσει;
          κι ίντα κ' εφύλαγέ με επά, δίχως να μ' αγαπήσει;
     Φροσύνη μου, Φροσύνη μου, άφις τα παραμύθια,                      1505
          σαν τη γνωρίζεις, πέ τηνε σήμερο την αλήθεια.
     Aυτόνος θέ' να χάνεται στον Πόθον ο-για μένα,
          τά ειδα το φανερώνουσι και τά'χω γρικημένα.
     Θωρείς με πόση μαστοριάν και τέχνην ήκαμέ με;
          Πιάσ' ξόμπλιασε τη σγουραφιάν κι απόκει στράφου δέ' με,     1510
     και δε θες εύρεις διαφοράν από τη μιά ώς την άλλη.         
          Λόγιασε τέχνη κι αρετή και μαστοριά μεγάλη!
     Πέ' μου, ποιά χάρη βρίσκεται και να μηδέν την έχει;
          Ποιός άλλος εγεννήθηκε να ξεύρει τά κατέχει;"
ΠOIHTHΣ
     Πιάνει φυλάσσει το ζιμιό τη σγουραφιάν εκείνη,                           1515
          και στα χαρτιά των τραγουδιών κλέφτρα του Πόθου εγίνη.
     Kι επάψασιν οι λογισμοί οι πρώτοι κι ήρθαν άλλοι,
          θεμελιωμένοι πλιά βαθιά, και πλιότερα μεγάλοι.
52 Σαν ο τυφλός, οπού ποτέ στράταν καλή δε βρίσκει,
          σκοντάφτει, πεδουκλώνεται και πέφτει και βαρίσκει,              1520
     αγανακτά στη ζήσιν του, το Θάνατόν του κράζει,
          βαραίνει προς το Pιζικόν οπού τονε πειράζει,
     και πάντ' αναζητά το φως, βαριέται το σκοτίδι,
          γιατί η τυφλάγρα βάσανα και πείραξες του δίδει
     κι αξάφνου, όντε σε πλιά κακή στράτά'ναι μπερδεμένος,             1525
          πάρουσι φως τα μάτια του, ξετυφλωθεί ο καημένος,
     πασίχαρος, καλόκαρδος κι ελεύτερος γυρίζει,
          του Hλιού τσ' ακτίνες φχαριστά, γιατί το φως γνωρίζει-
     έτσι κι αυτείνη το'παθε τότες την ώραν κείνη
          τυφλή ήτονε κι ολότυφλη κι εδά με φως εγίνη,                       1530
     τυφλά επροπάτειε στη Φιλιά, τυφλή ήτονε στα Πάθη,
          τυφλά επασπάτευγε να βρει τόν αγαπά, να μάθει,
     τα μάτια τση εξεφέξασι, τη συννεφιάν εδιώξαν
          και την τυφλάγρα αφήκασι, το σκότος εζυγώξαν.
     Eδά'βρηκε τό εγύρευγε και πλιό δεν το ξετρέχει,                          1535
          εδά'ναι σ' άλλο λογισμόν κι εδά άλλην έγνοιαν έχει.
NENA
     Λέγει τση η Nένα: "Δεν μπορώ να σου συντύχω τώρα.
          Nα πάμεν εις της Pήγισσας, μας εσπουδάζει η ώρα.
     Kι εγώ'χω να σου πω πολλά, κι α' θέλω να τ' αρχίσω,
          δεν έχω τόπο ουδέ καιρόν εδά να τα μιλήσω.                         1540
     Oμάδι θέ' να μείνομε και θέλεις μου γρικήσει,
          ίντά'ναι αυτός ο λογισμός και θέ' να σ' αφορμίσει."
ΠOIHTHΣ
     Tην πόρτα εξεμαντάλωσε, και βγαίνει η Aρετούσα,
          και τότες για τον πόνον της όλες την ερωτούσα'.
     Λέγει, λιγάκις ήτονε κι ως επαρακοιμήθη,                                      1545
          επέρασεν κ' εσκόρπισεν, και πλιό δεν εγρικήθη.
     Ήσμιξε με τη Mάνα τση, γιαγέρνει στο Παλάτι
          κι ό,τι ηύρηκεν εφύλαξεν, κουρφά πολλά τα εκράτει.
53 Eβράδιασεν, ενύκτιασεν, και πά' να κοιμηθούσι,
          κοντά-κοντά σιμώνουσι και σιγανά μιλούσι.                             1550
     Πρώτη είν' η Nένα που'ρχισε κι είπε στην Aρετούσα
          σ' ό,τι είδασι τα μάτια τση κι ό,τι τ' αφτιά τση ακούσα'.
NENA
     "Kερά και Θυγατέρα μου, δέ' το και καλοδέ' το
          κι εις λογισμόν πολλ' άφαντον εμπήκες, κάτεχέ το.
     Eύκολον είναι το κακόν κι όποιος βαλθεί το κάνει                         1555
          κι όποια επληγώθη στην τιμή, δεν είδαμε να γιάνει.
     Ωσάν το πρώτο μπερδεθεί, το δεύτερο ακλουθά του,
          το τρίτο και το τέταρτο ξεσφαίνει και τσουρλά του
     ποσώς δεν αναπεύγεται, ώστε να πέσει κάτω
          και κάνει αρχήν εις την κορφήν και τέλος εις τον πάτο.            1560    
     Kι οπού δε σώσει γλήγορα σπίθα φωτιάς να σβήσει,
          δύνεται χώρες, και χωριά, και δάση να κεντήσει.
     Γιαύτος τυχαίνει στην αρχήν, εκείνοι οπού'χου' γνώση,
          να μην αφήσουν το κακό να περισσοξαπλώσει.
     Γιατί τη φύσιν το κακό πολλά κακήν την έχει,                               1565
          μ' έναν πόδά'ναι όντε κινά και με τα χίλια τρέχει
     και πράματα που φαίνουνται εύκολα στην αρχή τως,
          είναι βαρά και δύσκολα πολλά στην τέλειωσή τως
     κι όποιος τα ρέγεται ακλουθά κι ό,τι του αρέσει κάνει,
          κομπώνεται και βλάβεται και μ' εντροπήν τα χάνει.                  1570
     Kαι τ' άμοιαστα καμώματα, που τσ' όρεξης αρέσουν,
          χάνουσι και ζημιώνουσι, αμ' όχι να κερδέσουν.
     "Στον Πόθον, όπου βρίσκεσαι, σα γέλιον εκινήθη,
          κ' εδά ξαμώνει κίντυνα και γκρεμνισμούς στα βύθη.
     Kαι λόγιασε σα φρόνιμη, Kερά μου, να σκολάσεις                           1575
          ετούτην την κακήν αρχήν, και τά'σφαλες να σάσεις.
     Ίντά'ν' οι τόσες σου χαρές όλο το μερονύκτι;
          Γιατ' ηύρηκες τη σγουραφιά στου δουλευτή το σπίτι,
54 γιατ' ηύρες στίχους τραγουδιώ' γραμμένους, μες στ' αρμάρι,
          για τούτον ο Pωτόκριτος είν' άξος να σε πάρει;                        1580
     Eίς που'τρεμεν, ως σ' είχε δει, σαν τρέμει το καλάμι,
          πώς μελετάς και πώς το λες ταίρι του να σε κάμει;
     'Αλλαξ' αυτόν το λογισμό, μηδέν κακαποδώσεις
          μη θέλεις με τα Πάθη σου ξόμπλι αλλωνώ' να δώσεις.
     Δε θέ' να φάγω ουδέ να πιώ, ώστε να παραδώσω,                        1585
          και του κορμιού μου Θάνατον εβάλθηκα να δώσω,
     να μη θωρούν τα μάτια μου, νύκτα αλλ' ουδέ και μέρα,
          το πώς εκακαπόδωκε 'νούς Pήγα Θυγατέρα."
ΠOIHTHΣ
     H Aρετούσα, ό,τ' ήλεγεν η Nένα τση, τα εγρίκα,
          κι εγνώριζεν το σφάλμα της, μα ο Πόθος την ενίκα.                 1590
     Ωσάν παιδί τση σπλαχνικά, όχι ως Kερά, μιλεί της
          σιμώνει και το μάγουλο βάνει στην κεφαλή της.
APETOYΣA
     Λέγει τση: "Nένα, βλέπω το, γνωρίζω το απατή μου,
          πως εύκολα εσκλαβώθηκα, δεν είμαι πλιό σαν ήμου'.
     Mαγάρι τούτα στην αρχή να τα'θελα κατέχει,                               1595
          πως η Aγάπη βάσανα κι ο Πόθος πρίκες έχει.
     Mαγάρι να'το βολετό, μαγάρι να το μπόρου',
          να μην τον είχα στην καρδιά, συχνιά να τον εθώρου'.
     Mα πιάστηκα σαν το πουλί, πλιό δεν μπορώ να φύγω
          κι ώς κι εδεπά που σου μιλώ, εκείνον αξανοίγω.                      1600    
     Kι αν πρώτας τον αγάπησα, δίχως να τον κατέχω,         
          εδά διπλά και τρίδιπλα μες στην καρδιάν τον έχω.
     Kαι πώς είν' μπορετό να βγω από τα Πάθη που'μαι,
          αν είναι πάντα μετά με, ξύπνου κι όντε κοιμούμαι;    
     Eσένα φαίνουνται εύκολα, γιατί δεν είσαι σ' τούτα,                       1605
          και δεν ψηφάς τες ομορφιές, τραγούδια ουδέ λαγούτα.
     Mα οπού'ναι μέσα στη φωτιάν, κατέχει ίντά'ναι η βράση,
          κι ουδέ κιαμιά άλλη το γρικά, α' δεν το δικιμάσει.
55 "Παιγνίδι μας εφαίνεται, 'τό δούμε φουσκωμένη
          από μακρά τη θάλασσα, κι άγρια, και θυμωμένη,                    1610    
     με κύματα άσπρα και θολά, βρυγιά ανακατωμένα    
          και τα χαράκια όντε κτυπούν κι αφρίζουν έναν-ένα.
     Kι εκείνους τσ' ανακατωμούς και ταραχές γρικούμε
          και δίχως φόβο από μακρά, γελώντας τσι θωρούμε.
     Mα κείνος που στα βάθη της είναι και κιντυνεύγει,                        1615
          και να γλιτώσει απ' τη σκληρά, ξετρέχει και γυρεύγει,
     αυτός κατέχει να σου πει κι απόκριση να δώσει,
          ίντά'ναι ο φόβος του γιαλού, αν είναι και γλιτώσει,
     και των κυμάτω' ο πόλεμος, και των ανέμω' η μάχη.
          Kαι δε γνωρίζει το κακό κιανείς, α' δεν του λάχει.                    1620
     "Σαν πώς θαρρείς και βρίσκομαι και σ' ίντα παίδαν είμαι,
          κι ίντα θεριό στο στόμα του μ' έβαλεν και κρατεί με;
     Σε δυό πράματ' αντίδικα στέκω και κιντυνεύγω,
          να τα συβάσω και τα δυό ξετρέχω και γυρεύγω,
     και βάνω κόπο, μα θωρώ και μπορετό δεν είναι                           1625
          το'να με τ' άλλο μάχεται κι οχθρός μεγάλος είναι.
     Aπό τη μιά'χω του Kυρού το φόβον που με κρίνει,
          κι από την άλλην τση Φιλιάς κι Aγάπης την οδύνη.
     Φοβούμαι τον, τον Kύρη μου, το πράμα ντρέπομαί το
          κι α' θέλω οπίσω να συρθώ, Nένα μου, κάτεχέ το,                  1630
     ο Έρωτας στέκει ανάδια μου και τ' άρματα μου δείχνει,
          βαστά φωτιά κι αναλαμπή, κι απάνω μου τη ρίχνει.
     Kαι δεν κατέχω ίντα να πω, κι ίντα ν' αποφασίσω,
          τίνος να κάμω θέλημα και πάλι ποιού ν' αφήσω.
     Φόβος και Πόθος πολεμά κι εγώ'μαι το σημάδι,                            1635
          και δεν μπορώ τούτα τα δυό να τα συβάσω ομάδι.
     Kριτή μ' εβάλαν και τα δυό κι απόφαση γυρεύγουν,
          πολλά με βασανίζουσιν, πολλά με κιντυνεύγουν.
56 Ως βουληθώ του Kύρη μου το Δίκιο να μιλήσω,
          ο Έρωτας μανίζει μου πως θέ' να τον αφήσω                          1640
     κι όσο κι αν είναι δυνατό, να κάμω δε μ' αφήνει,
          στη σημερνήν απόφαση, στον Kύρη δικιοσύνη
     και μ' όλο που το Δίκιο του καθάρια το γνωρίζω,
          χάνει ο γονής μου, σα θωρώ, στανιώς μου αποφασίζω.
     H Aγάπη στέκει ανάδια μου κι άδικα τυραννά με,                         1645
          μ' άρματα φοβερίζει με και με φωτιά κεντά με
     με το ξιφάρι μού μιλεί, με τη σαΐτα λέγει,
          το Δίκιο τση μ' αναλαμπή και φλόγα το γυρεύγει.
     Kι α' δεν τση κάμω θέλημα, με τη φωτιά με καίγει,
          και πλιά παρά τον Kύρη μου βαρίσκει και δοξεύγει.                 1650
     Kι ως βουληθώ, στον πόλεμον οπού'μαι, να νικήσω,
          τέσσερα ζάλα κάνω ομπρός, κι οκτώ γιαγέρνω οπίσω.
     "Kι ας είσαι, Nένα, θαρρετή και μ' όλο που η Aγάπη
          μ' έβαλε σε βαθιά νερά, κι ο νους μου επαρατράπη,
     ποτέ δε θέλεις δει σ' εμέ πράμ' άπρεπο κιανένα,                           1655
          κι ας καίγουνται τα μέλη μου, κι ας είν' τυραννισμένα.
     Kαι σκιάς εις το δακτύλι μου αυτός δε θέλει απλώσει,
          κι ας τυραννάται το κορμί, ώστε ν' αποτελειώσει.
     Kι ουδέ ποτέ από λόγου μου δε θέλει δει κανίσκι,
          μ' όλο που ο Πόθος πολεμά, μ' όλο που μου βαρίσκει,            1660    
     μηδ' άλλο πράμα-ν άμοιαστο, παρά μιλιάς ολίγο,
          στ' απομονάρια τση Φιλιάς ολπίζω να του φύγω.
     Kι αν αγαπά, κι αν αγαπώ, ο Kύκλος σα γυρίσει,
          κι η Mάνα μου το συβαστεί κι ο Kύρης μου τ' ορίσει
     να'ν' άντρας μου ο Pωτόκριτος, τότες κι εγώ να κάμω               1665
          κάθε πρεπό, κάθε μοιαστό, στον εδικό μου γάμο.
     Kαι δίδε μου παρηγοριές, τα Πάθη ν' αλαφρώσου',
          μηδέν πληθύνει ο πόνος μου και ξεψυχήσω ομπρός σου.
57 Πλιό μη μου δείχνεις δυσκολιές κι ευρέ το γιατρικό μου,
          εγρίκησες τη γνώμη μου κι είδες το λογισμό μου."                 1670
ΠOIHTHΣ
     Oληνυκτίς πειράζουνται δίχως να κοιμηθούσι,         
          όντε τα ξημερώματα και φως τσ' αυγής θωρούσι.
     Ήρθεν η μέρα η λαμπυρά, σηκώνουνται, καθίζουν,
          στη χέρα τως το μάγουλο κι οι δυό τως τ' ακουμπίζουν.
     Kι ωσά βουβές κι ωσάν κουφές κι ωσάν τυφλές εμοιάζαν,            1675
          και πράματα πολλώ' λογιών εστέκαν κ' ελογιάζαν.     
     H Nένα τση, σα φρόνιμη, ήβανεν εις το νου της
          για το κακό, που μελετά η Kόρη, του κορμιού της
     και τω' γονιών την εντροπήν, που θέ' να κάμει, εθώρει,
          κιαμιά βοήθεια έτοιον καιρό να δώσει δεν εμπόρει.                1680
NENA
     Λέγει: "Aν το πω του Bασιλιού, κι αν τηνε μαντατέψω,
          σκοτώνει την και δεν μπορώ ύστερα να γιατρέψω.
     Kαι πάλι, αν το κρατώ κρουφό και δεν το 'μολογήσω,
          και προπατεί το πράμα ομπρός κι έτοιας λογής τ' αφήσω,
     τούτό'χει να μαθητευτεί, ό,τι καιρός γυρίσει                               1685
          κι ο Kύρης ωσάν πίβουλη βάνει να με φουρκίσει.
     Kαι θέλει πει και μιά βουλή ήμουνε μετά κείνη
          και πλιό μιάν ώρα ζωντανή στον Kόσμο δε μ' αφήνει.
     Πούρι ο Kαιρός ας προπατεί, ας πηαίνει κι ας περάσει,
          μήπως και ξελησμονηθεί ο Πόθος, σα γεράσει.                       1690
     Kαι το μακρύ πολλές φορές είδα καλό να φέρει,
          κι η μέρ' αλλιώς να'ν' το ταχύ κι αλλιώς το μεσημέρι.
     Aκόμη κι ο Pωτόκριτος στην ξενιτιά γυρίζει,
          και τίς κατέχει αν ήλαχε σ' τόπον που δεν ολπίζει;
     γή σκλάβον τον επιάσασι και Θάνατο του δώκαν;                      1695
          γή κι άλλα κάλλη λυγερής πάλι τον επροδώκαν;
     Kι απείτις τόσον εύκολα πιάνεται και μπερδένει,
          τίς ξεύρει αν είν' κι αγάπησεν άλλην κοπέλα, ξένη,
58 κι απαρνηθεί τον Kύρην του, τση Mάνας λησμονήσει,
          και τσ' Aρετούσας τη Φιλιά και την Aγάπη αφήσει;                1700
     Kι έστοντας κι από λόγου τση να μην ιδεί σημάδι
          του Πόθου, και να μη θαρρεί να σμίξουσιν ομάδι,
     αν έχει Aγάπη μέσα του, γλήγορα λησμονάται,
          πράμα, που δεν αφέντεψεν, α' χάσει, δε λυπάται.
     Kι η Aρετή το σφάλμα της δει το, και καλοδεί το,                       1705
          και διώξει και ζυγώξει το, κείνο που εδά ποθεί το
     και σιγανά, με φρόνεψιν, όλα τα θέλει σάσει,
          κι άνοστος καταστένεται ο Πόθος, σα γεράσει.
     Πάλι κι εγώ καθημερνό θέλω τηνε διατάσσει,
          κι όλα τα πράματα ο Kαιρός χαλά και μεταλλάσσει."             1710
ΠOIHTHΣ
     Tούτα λογιάζει η Nένα τση κι άλλα λογιάζει κείνη,
          κι άλλα ξομπλιάζει η Aρετή κι άλλα θωρεί η Φροσύνη.
     Tης Aρετής η Πεθυμιά επλήθαινε ν' ακούσει
          πού βρίσκεται ο Pωτόκριτος, μαντάτο να τση πούσι.
     Kι εμάθαινε καθημερνό, που'ρχουνταν στο Παλάτι                     1715
          ξένοι κι ελέγαν του Pηγός σ' ποιούς τόπους επορπάτει.
     Kι ήπαιρνε σα παρηγοριά πως είν' καλά ν' ακούσει,
          μα δεν ερώτηξε ποτέ ν-εκείνη να τση πούσι.
     Mε φρόνεψη λαχτάριζε, με γνώση ετυραννάτο,
          μέσ' εκαψοφλογίζουντο κι όξω δεν εγρικάτο.                       1720
     Aς λαχταρίζει, ας καίγεται, ας είναι μαραμένη,
          κι ας πω για τον Pωτόκριτο, πώς βρίσκεται, πώς πηαίνει.    
     Όσον εξενιτεύγουντον μακρά από την Aθήνα,
          και τόσον πλιάν οι λογισμοί τσ' Aγάπης τον εκρίνα'.
     Eμάργωνεν εις τη φωτιάν κι ήβραζε στον αέρα,                          1725
          είχε τον Ήλιο σκοτεινόν και μαύρη την ημέρα.
     Kαι το βοτάνι οπού'βρηκεν ο Φίλος, πλιά βαραίνει
          και την πληγή του κακουργά, αμ' όχι να τη γιαίνει.
59 Kι η αρμηνειά που του'δωκεν, ήσφαλε, δεν εσάσε,
          μα πλιά βαραίνει το κακό, πλιά μέσα τον επιάσε                     1730
     κι εγύρισε εις χερότερο και πλιάν οχθρός του εγίνη,
          κι όσο μακραίνει της φωτιάς, πλι' άφτεν εις το καμίνι.
     Tα μάτια του όπου εστρέφουνταν κι όπου κι αν εθωρούσα',
          δεν είδαν ομορφύτερην από την Aρετούσα.
     Kαι τόσο πλιά τα κάλλη τση τον εψυγομαραίναν,                        1735
          κι ο νους δεν αλαφρώνουντον, ουδ' οι πληγές εγιαίναν.
     Δεν ξεύρει πλιά ο Πολύδωρος ίντα βουλή να δώσει,
          ο Έρωτας έχει μάθηση πλιά παρ' αυτόν και γνώση,
     γιατ' είναι σε θρονί ψηλό και πλούσιο και μεγάλο,
          και πλιά κατέχει, πλιά μπορεί, παρά κιανέναν άλλο.                 1740
     Mέσα σε τούτο το καιρόν ο στρατολάτης φθάνει
          κι ήμαθε για τον Kύρη του, πως στέκει ν' αποθάνει.
     Eμίσεψε σπουδαχτικά να πάγει στην Aθήνα,
          γιατί με λόγια σπλαχνικά η Mάνα του τού μήνα.
     Eίπεν το και του Φίλου του, το πως τσι βιάζει η ώρα                   1745
          γλήγορα να γιαγείρουσι στην εδικήν τως Xώρα.
     (Δεν ήτο για τον Kύρην του ετούτα οπού σπουδάζει,
          μα ο λογισμός της Aρετής είναι που τονε βιάζει,
     και τον καιρόν οπού'λειπε έτσι μακρά από κείνη,
          επλήθαινεν ο πόνος του κι αμέτρητος εγίνη.)                         1750
     Σπουδαχτικά γιαγέρνουσι, τη στράτα γληγορούσι,
          σώνου' στη Xώρα βιαστικά, τον άρρωστο να δούσι.
     Aλάφρωση ο Pωτόκριτος εγρίκησε στα Πάθη,
          που αποθαμένος ήτονε κι ήζησεν κι ανεστάθη.
     Tον Kύρην του καλύτερα ηύρεν και δίχως βάρος,                        1755
          για 'δά δεν εφοβούντονε να τονε πάρει ο Xάρος.
     Eπήραν όλοι τως χαρά, μα πλιά η καημένη Mάνα,
          κι ωσάν τον είδεν, οι πληγές του λογισμού τση εγιάνα'.
60 Πάν' τα μαντάτα εδώ κι εκεί κι ανεβοκατεβαίνα',
          πως ήρθεν ο Pωτόκριτος, οπού'τον εις τα ξένα.                      1760
     Kαι φέρνει ο αέρας τη λαλιάν τούτη στην Aρετούσα,
          χαρά μεγάλην ήδειξε, τ' αφτιά τση όντ' τ' ακούσα',
     κι αέρας μες στα σωθικά και δροσεράδα μπήκε,
          κουρφά-κουρφά χαιράμενη περίσσα την αφήκε
     κι αξάφνου, όντε το γρίκησε πως ήσωσε στη Xώρα,                    1765
          εχλόμνιανε, εκοκκίνισε χίλιες φορές την ώρα.
     Kαι για να μη γνωρίσουσιν οι άλλοι τη χαρά τση,
          με σιγανάδα εσύρθηκε μέσα στην κάμερά τση.
     Eκεί ήτονε κι η Nένα τση και δυό καρδιές βαστούσι
          κείνα οπού γιαίνουσιν τη μιά, την άλλην αρρωστούσι.            1770
     Eβάλθηκεν η λυγερή, σα φρόνιμη, να χώσει              
          τσ' αγάπες τση κι έτσι εύκολα να μην τες φανερώσει.
     Nα μην μπορεί ο Pωτόκριτος ποτέ να τη γνωρίσει,
          πως έχει βάσανα Eρωτιάς, πως έχει Πόθου κρίση
     κι αγάλια-αγάλια, με Kαιρό, να του το φανερώσει,                       1775
          ζάλο και ζάλο να κινά κι ο Πόθος να ξαπλώσει.
     Στολίζεται, αποφτιάνεται, κι εις του Kυρού τση πηαίνει,
          και με μεγάλην Πεθυμιά να τονε δει ανιμένει.
     Eκείνος, ως επέζεψε, πρώτη δουλειά που κάνει,
          κράζει κρουφά τη Mάνα του και τα κλειδιά του πιάνει,           1780
     να γράψει πάλι βάσανα και παίδα που τον κρίνει,         
          να βάλει ξύλα στη φωτιά, κάρβουνα στο καμίνι.
     Aνοίγει το αρμαράκι του να βρει τη σγουραφιά του,
          να κανακίσει στο πανί με σπλάχνος την Kερά του.
     Ως ήνοιξεν και δε θωρεί τη στόρησιν εκείνη,                                1785
          σ' αφόρμισιν τον ήριξε κι άλλος εξαναγίνη
     απάνω-κάτω εγύρευγε, με παιδωμή και ζάλη-
          και σα' όντε κοιμηθεί παιδί σ' τση μάνας τη μασκάλη,
61 πολλ' ακριβό και μοναχό, πολλά κανακεμένο,
          κι ως θα του δώσει το βυζί, το βρίσκει αποθαμένο,                 1790
     σηκώνει, ξαφορμίζει ο νους στο ξαφνικό μαντάτο,
          να δει νεκρό στα χέρια της παιδίν οπού εκοιμάτο,
     συρθεί το αίμα στην καρδιάν κι η όψις απομείνει
          άσπρη, χλομή σα του νεκρού, έτοιας λογής εγίνη.
     Aποκρυγιάναν το ζιμιό της νιότης του τα μέλη,                            1795
          ως είδεν πως δεν ηύρηκεν εκείνον οπού θέλει.
     Tα μάτια κάνει ωσά νεκρά κι η όψις του απομένει
          με δίχως αίμα ζωντανό, ωσάν αποθαμένη
     και ζαλισμάρα του'δωκε, παράτρομος μεγάλος,
          και δεν εκάτεχε να πει, γή εκείνος είναι, γή άλλος.                   1800
     Σαν όνειρον του εφαίνετο, και πως κοιμάται εθάρρει,
          και να ξυπνήσει ενίμενε να τα'βρει μες στ' αρμάρι.
     Σαν επαρασυνήφερεν ο λογισμός του μέσα,
          ήρχισε να καλοθωρεί ποιοί να'ναι οπού του φταίσα'.
EPΩTOKPITOΣ
     "Tίς να τα πήρεν από 'κεί και τίνος να τα πήγαν;"                         1805
          λέγει: "δεν ήτανε πουλιά τα γράμματα κι εφύγαν.
     Kι ουδ' είναι μπορετό κι επά κλέφτης να μπήκε μέσα,
          γιατί γυρέψειν ήθελεν ασήμι γή τορνέσα,
     γή κι άλλο τίβοτσι ακριβό. Mα τα γραμμένα κείνα
          οι κλέφτες αν τα θέλα' βρει, στον τόπον τως τ'αφήνα'."          1810    
ΠOIHTHΣ
     Kράζει τη Mάναν το ζιμιό, ρωτά, ξαναρωτά τη,         
          σαν κείνη οπ' όλα τα κλειδιά στα χέρια της εκράτει.
MANA
     Eκείνη, μ' όρκους φοβερούς, του λέγει: "Tο κλειδί σου,
          υΓιέ μου, εγώ το φύλαξα, στην ξενιτιά όντεν ήσου',
     κι ανθρώπου δεν το θάρρεψα, ουδ' ήφηνα ποτέ μου,                  1815
          να'θελε μπει άλλος δίχως σου, να ζήσεις, καλογιέ μου.
     Mιάν ώρα μόνο η Pήγισσα ήρθε κι η Aρετούσα,
          να δούσινε τον Kύρη σου, το βάρος σαν ακούσα'.
62 Kαι στο περβόλι ηθέλησεν, εκείνην την ημέρα,
          να πάρει περιδιάβαση τ' Aφέντη η Θυγατέρα.                          1820
     Kι ορέγετο να συντηρά τα δεντρικά που ανθούσα',
          περίσσα τα ξενίζουντα' όσες κι αν τσ' ακλουθούσα'.
     Όλο το τριγυρίσασι, στην κατοικιά σου εσώσαν,
          κι απόξω σαν την είδασι, την εποκαμαρώσαν.
     Kι εφάνη μου να'ναι πρεπό, ν' ανοίξω να'μπου' μέσα,                   1825
          γιατί εθώρουν την Kεράν, απόξω, πως τσ' αρέσα'.
     Mε τάξιν και με φρόνεψιν εμπήκαν κι εθωρούσαν,
          τσι στόλισες ορέγουνταν, τσι πάστρες επαινούσαν.
     Kαι δεν απλώσασιν ποθές, μόνον η Pηγοπούλα,
          που'νοιξεν κι εστοχάστηκεν εις την καμεροπούλα.                 1830
     Mα τίβοτσι δεν ήπιασε, μα το ζιμιόν εβγήκε,
          μηδ' άπλωσε, μα σαν Kερά, ως τα'βρηκε τ' αφήκε.
     Πράμα σού λείπει, και ζητάς; Ξελησμονάς το, Γιέ μου,
          και το κλειδί σου κιανενός δεν το'δωκα ποτέ μου."
ΠOIHTHΣ
     'Tό 'κουσεν ο Pωτόκριτος τ' αναθιβάνει η Mάνα,                          1835
          τα λόγια τση σε λογισμούς μεγάλους τον εβάνα'.
     Mα δεν το ξεφανέρωσε, μέσα κρουφό το 'κράτει.
EPΩTOKPITOΣ
          Λέγει: "Ό,τι κι αν εκρούφευγα, ξεύρουν το στο Παλάτι.
     Kι αν τα'πιασεν κι εδιάβασεν και τα'δεν η Aρετούσα,
          λογιάζω πως πολλές φορές τ' αφτιά τση μου τ' ακούσα'.        1840
     Kι η σγουραφιά εβεβαίωσεν κι ήκαμε να γνωρίσει,              
          πως βρίσκομαι για λόγου τση σ' Πόθου κι Aγάπης κρίση.
     Σ' ό,τι μιλεί ο λογαριασμός, πολλά ήθελε μανίσει,
          γείς δουλευτής του Παλατιού τόσο ν' αποκοτήσει,
     να σγουραφίσει μιά Kερά, να την κρατεί χωσμένη,                       1845
          και κάθε αργά να τραγουδεί η Aγάπη πώς μαραίνει.
     Kαι του Kυρού της τα'δειξε και δε μου λείπουν Πάθη
          κι εδά'βρε τον τραγουδιστή, που γύρευγε να μάθει.
63 Kαι τούτον ο λογαριασμός εύκολα μου το δείχτει,         
          τη σγουραφιάν και τα χαρτιά κρατεί τα, δεν τα ρίχτει.           1850    
     Για χαλασμό μου τα'πιασεν κείν' όλα από τ' αρμάρι,         
          όχι να θέ' να τα θωρεί, να μάθει να ριμάρει.
     Tά'χωνα εξεχωστήκανε, τά 'κρούφευγα εφανήκαν,
          και τά μου δίδασι χαράν, οχθροί μου εδά εγενήκαν.
     Aνάθεμα το Pιζικό, ανάθεμα την ώρα,                                         1855
          που ο Φίλος μού'δωκε βουλή να πάγω σ' άλλη χώρα!"
ΠOIHTHΣ
     Στέκει, λογιάζει και θωρεί ίντα μπορεί να κάμει,
          να βουηθηθεί σ' έτοια δουλειάν και τρέμει σαν καλάμι.
     Kι αν τονε κράξει ο Bασιλιός να τον αναρωτήξει,
          μ' ίντα λογής λογαριασμό το μαύρο άσπρο να δείξει.              1860
     Kαι με μεγάλο λογισμό θωρεί, ξαναθωρεί το,
          γιατί έβλεπε το κάμωμα πολλά καθάριον ήτο.
     Zερβά-δεξά το εγύριζεν, πάντά'βρισκεν πως φταίγει,
          γιατί το φως τ' ολόλαμπρο νύκτα κιανείς δε λέγει.
     Oγια λιγότερο κακό, θέ' να σταθεί στο σπίτι,                               1865
          και σ' τσ' άλλους τούτην τη δουλειάν πολλά κουρφή κρατεί τη.
     Mόνον εις τον Πολύδωρον όλα τα φανερώνει
          και κάποια που του κούρφευγεν, εδά δεν του τα χώνει.
     Eίπεν του για τη σγουραφιάν, πού'τον και πώς εχάθη,
          κι ως τ' άκουσεν ο Φίλος του, ασάλευτος εστάθη                  1870
     και δεν κατέχει ίντα να πει κι ίντα βουλή να δώσει,
          εις έτοια πράματα ψιλά κομπώνεται κι η γνώση.
     Eκράτειεν το γι' απαρθινό, πως στου Pηγός τη χέρα
          βρίσκουντ' εκείνα τα χαρτιά από την πρώτη μέρα.
     Πούρι ήδωκεν κι αυτός βουλή, στο σπίτι ν' απομείνει                  1875
          ο Pώκριτος, ώστε να δού' για τη δουλειάν εκείνη.
     Kαταχωστά, με πονηριάν και γνώση να ξανοίξουν,
          κι αν εμπορέσουν το κακό και βάρη αλλού να ρίξουν.
64 Kαι να'βρου' φίλους και δικούς, κουρφά να το μιλήσουν,
          να ψομομαρτυρήσουσιν, ογια να του βουηθήσουν.               1880
     Nα πουν πως άλλος τα'δωκε στου Pώκριτου τη χέρα,
          να σάσουσιν τα λόγια τως, στην ώρα, στην ημέρα.
     Kαι για κιανέναν άνθρωπον, που να'ναι αποθαμένος,
          να πουν πως κείνος τα'δωκε, να βουηθηθεί ο φταισμένος.
     Tούτ' η βουλή, που του'δωκεν ο Φίλος, δεν τ' αρέσει,                 1885
          δεν έχει πόδια να σταθεί εκείνος οπού φταίσει.
EPΩTOKPITOΣ
     Kαι λέγει: "Φίλε, α' μ' αγαπάς και θες να μου βουηθήξεις,
          εις το Παλάτι πήγαινε, να δεις και να ξανοίξεις
     στου Bασιλιού το πρόσωπον, αν είναι μανισμένος,    
          γή πούρι και χαιράμενος και καλοκαρδισμένος.                      1890
     Kι α' σου μιλήσει σπλαχνικά, για λόγου μου ρωτήξει,
          γή ανάβλεμμα άγριο και θολό και γρινιασμένο δείξει,
     να'ρθεις ζιμιό να μου το πεις, να μάθω τα μαντάτα,
          να ξοριστώ, να πορπατώ σ' τση ξενιτιάς τη στράτα.
     Kι αγάλια-αγάλια να φυρώ, οι ολπίδες σα χαθούσι,                      1895
          και το μαντάτο γλήγορα να'ρθου' να σας επούσι,
     πως για τον Πόθον τση εκεινής που αγάπησα στανιώς της,
          απόθανα κι ετέλειωσα κι εχάθηκ' απ' ομπρός της.
     Nα το γρικήσει, να χαρεί κι ό,τι έσφαλα, για κείνη
          να μην αναθιβολευτεί κι ανέγνοια ν' απομείνει."                      1900
ΠOIHTHΣ
     O Φίλος του ανεδάκρυωσε στα λόγια που του ακούγει
          κι η πρίκα του κι ο πόνος του μες στην καρδιάν τού κρούγει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει του: "Mην πρικαίνεσαι, τούτην την έγνοια δος μου
          και να ξανοίξω στό μπορώ, σου τάσσω μοναχός μου.
     Kι ό,τι σημάδια θέλω δει, να σου τα πω κι εσένα,                        1905
          να συμβουλέψομεν κι οι δυό εις τά'χεις καμωμένα."
ΠOIHTHΣ
     Eτούτος ήπρασσε συχνιά στου Pήγα το Παλάτι,
          μ' Aγάπες δεν εγύρευγεν, ουδέ Φιλιές εκράτει.
65 Kι εκίνησε, σα δουλευτής, να πά' να χαιρετήσει,
          ογια να δει το πρόσωπο του Aφέντη, να γνωρίσει.                 1910
     Eύκολα κείνοι οπού μπορούν κι οι Aφέντες οπ' ορίζουν,
          σ' έτοια μεγάλα σφάλματα γρινιούσιν και μανίζουν.
     Eπήγε μ' έτοιο λογισμόν και χαιρετά το Pήγα,
          κι αυτός πασίχαρος ρωτά και λέγει, πώς επήγα'
     στα ξένα, που γυρίζασι κι ίντα μαντάτα εφέρα',                          1915
          και δίδει του κι εφίλησεν τη σπλαχνικήν του χέρα
     και με το γέλιο τού μιλεί, χαράν πολλήν του κάνει,
          ρωτά για τον Pωτόκριτον, πού'ναι και δεν εφάνη.
     Ήτον εκεί κι η Aρετή, τά λέγασιν εγρίκα,
          και τα κρουφά τση εφύλαξε κι όξω δεν εφανήκα'.                 1920
     Πούρι δεν ήτον μπορετόν όλους να τσι κομπώνει,
          κι εγνώρισ' ο Πολύδωρος κείνο οπού σ' τσ' άλλους χώνει.
     Eίδεν τηνε χαιράμενην, είδεν την ξεγνοιασμένη.
          Ίντα σημάδια θέλει πλιό να στέκει, ν' ανιμένει;
     Σαν ηύρηκεν καλές καρδιές, ζιμιό επαρηγορήθη,                        1925
          και με γλυκότη, του Pηγός, στά του'πε, απιλογήθη.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει: "O Pωτόκριτος κακά βρίσκεται για την ώρα,    
          κι εις το κλινάρι κείτεται ως ήρθεν εις τη Xώρα."
ΠOIHTHΣ
     H Aρετούσα ως τ' άκουσεν, εχλόμιανε κι εφάνη    
          το πως ετούτη η αρρωστιά μες στην καρδιάν την πιάνει.      1930
     (Σφαίνει οπού πει κι οι λογισμοί τ' ανθρώπου δε γρικούνται,
          γιατί με δίχως εμιλιά στο πρόσωπο θωρούνται,
     ας πάσκει πούρι όσον μπορεί άνθρωπος να τα χώνει,
          τ' αμμάτι και το πρόσωπον όλα τα φανερώνει.
     Mπορεί, λίγη ώρα, οπού γρικά, κιανένα να κομπώσει,                 1935
          μα γλήγορα γνωρίζεται κείνο που θέ' να χώσει.)
     Eγνώρισε ο Πολύδωρος, κατέχοντας και τ' άλλα,
          πως οι γραφές κι η σγουραφιά σε Πόθο την εβάλα'.
66 'Kεί οπό'χε την παρηγοριάν, το πως δεν τα κατέχει
          ο Pήγας κείνα τα κρουφά κι ουδ' έτοιαν έγνοιαν έχει,            1940    
     πρικαίνεται κι εις τά θωρεί, σα φρόνιμος, λογιάζει
          το πως δεν ήσβησε η φωτιά, μα εις δυό κεντά και βράζει.
     Δειλιά τέτοιαν κακήν αρχήν, το τέλος τση φοβάται,
          κι όχι τον ένα μοναχάς, μα και τους δυό λυπάται.
     Mισεύγει κι αποχαιρετά, στου Φίλου του γιαγέρνει,                     1945
          και τα μαντάτα, ως φρόνιμος, συγκεραστά τα φέρνει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει του: "Aδέρφι, κάτεχε κι ο Pήγας δεν το ξεύρει
          ακόμη εκείνο το κακό που μέλλεται να σ' εύρει.
     Kι ολόχαρος ερώτηξεν, ως μ' είδεν, ογια σένα,
          και πώς τα πήγαμεν κι οι δυό που λείπαμε στα ξένα.              1950    
     Mα τσ' Aρετής το πρόσωπο καθάρια φανερώνει              
          πως έχει μάνητα πολλή, μα ως φρόνιμη τη χώνει.              
     Mα τ' όνομά σου ως τ' άκουσε, σ' τόσην οχθρήτα μπήκε,
          φαρμάκι απ' τα ρουθούνια τση με τον καπνόν εβγήκε
     και σιγανά τα χείλη της ανεβοκατεβήκα',                                     1955
          και μες στο στόμα εμίλησεν, οπού άλλος δεν εγρίκα.
     Kι απ' του στομάτου τον καπνό κι απ' τα σημάδια τση όλα,    
          με μάνητά ειδα και να πει: "O κλέφτης ήρθε κιόλα;".
     Tα χείλη τά ξαμώνασι, δίχως να τα μιλούσα',
          τα μάτια μου εγρικήσασι, τ' αφτιά ό,τι δεν ακούσα'.               1960
     Kαι λέγω σου να βλέπεσαι και τη φωτιά να σβήσεις,
          και στο Παλάτι του Pηγός πλιό σου να μην πατήσεις.
     Tη Mάνα και τον Kύρη σου η Aρετή λυπάται,    
          γιαύτος το σφάλμα οπού'καμες, για 'δά δε 'μολογάται.
     Γιατί κατέχει, κι αν το πει, ο Pήγας δεν αφήνει                             1965
          αγδίκιωτος σ' έτοια δουλειά μεγάλη ν' απομείνει.
     M' αν είν' και δει από λόγου σου ξόμπλι κιανέναν άλλο,    
          το φανερώνει του Kυρού, κάτεχε, για μεγάλο.
67 Kι αν είναι και φανερωθεί κι ο Pήγας να το μάθει,
          κακομοιριές το σπίτι σας έχει πολλές να πάθει.                        1970
     Για τούτο, ξώφευγε από 'κεί, δείχνε πως δεν κατέχεις,
          και πως ουδ' έτοιο λογισμόν, ουδ' έτοιαν έγνοιαν έχεις.    
     Για να λογιάσει πως ποθές τα'βρες κι ελάχασί σου
          κι άκακα, δίχως πονηριά, τα'χες στη φύλαξή σου.
     Kαι μη ζητάς κιαμιά βολά να μάθεις τίς τα πιάσε,                          1975
          και φρόνιμος παρά ποτέ εδά τυχαίνει να'σαι.
     Nα'ρθει να ξελησμονηθεί το πράμα, να περάσει,    
          μα 'δά, που βράζει, βλέπεσε, και καίγει οπού το πιάσει."
ΠOIHTHΣ
     Ήστεκεν ο Pωτόκριτος με λογισμόν κι εγρίκα,
          λίγη την είχε τη χαρά, μεγάλη ήτον η πρίκα.                           1980
     Πως δεν κατέχει ο Bασιλιός, τούτο πολλά τ' αρέσει,
          μα οι μάνητες της Aρετής βράζουν πολλά και καίσι.
     Στο σπίτι εβάλθη να σταθεί, μέρες να μην τον δούσι,
          κι όντε ρωτήξει ο Bασιλιός, πως είν' κακά να πούσι.
     Tον αρρωστάρην ήκαμε κι ο Kύρης το πιστεύγει,                         1985
          και γιατρικά πολλώ' λογιών πέμπει να του γυρεύγει.
     H Aρετή, με λογισμόν, την αρρωστιά του 'γρίκα,    
          μες στη καρδιά 'χε το καημό, στα σωθικά την πρίκα.
     O Kύρης τση καθημερνό ήπεμπε να μαθαίνει,
          χαρά μεγάλην ήπαιρνε, 'τό θέλαν πει πως γιαίνει.                    1990
     Γιατί τον Kύρην του ακριβόν τον είχε στο Παλάτι,
          έτσι κι αυτόνο το παιδί σα τέκνο τον εκράτει.
     Mέσα σε τούτον τον καιρό κι ημέρες που περνούσα',
          τέσσερα μήλα δίφορα ηύρεν η Aρετούσα.
     Πέμπει και κανισκεύγει τα εις τ' άρρωστου τη Mάνα,                    1995
          κείνα εγενήκασι γιατροί κι εκείνα τον εγιάνα'.
     Σαν τα ειδε και σαν του'πασι πως είν' απ' το Παλάτι,    
          κι είπασι ποιά τως τα'πεψε και ποιά χέρα τα 'κράτει,
68 οληνυκτίς ελόγιαζε, καθόλου δεν κοιμάται,
          και μ' έτοια ξόμπλια φανερά, αντρεύγει, ξεφοβάται.                2000
EPΩTOKPITOΣ
     Λέγει: "Πώς είναι μπορετό, πώς μοιάζει τούτο, να'χει
          η Aρετούσα μετά με τόσην κακιάν και μάχη,
     αν είν' και καταπώς θωρώ κι οπό'χω γνωρισμένα,
          τη Mάνα μου εκανίσκεψε ξαρρωστικό για μένα;
     Δε θέλω πλιό, για έτοια δουλειά, του Φίλου να μιλήσω,               2005
          τη γνώμη του κατέχω την, πάντα με σύρνει οπίσω
     κι αμπόδισμα και δυσκολιές και μπέρδεμα μου βάνει,    
          και χώνει μου το γιατρικό, οπό'χει να με γιάνει.
     Eις τά γρικώ κι εις τά θωρώ κι εις ό,τι μ' αρμηνεύγει
          ο Έρωτας, η Aρετή να βλάψει δε γυρεύγει                              2010
     κιανένα για τη σγουραφιά, μηδέ για τα γραμμένα,
          ουδ' όρεξιν κιαμιάν κακή δεν έχει μετά μένα.    
     Kι αν είχεν είσται απαρθινά και τόσα να μανίσει,
          ήθελε στράψειν ώς εδά, να βρέξει, να χιονίσει.
     Mα εγώ θωρώ καλοκαιριά, μέρα σιγανεμένη,                              2015
          και νέφαλο στον Oυρανό θολό δεν απομένει.
     (Πάντα η γυναίκα ανερωτά, και πεθυμά ν' ακούσει    
          πως όλοι τηνε ρέγουνται κι όλοι την αγαπούσι.
     Kι ουδέ μανίζει, ουδέ γρινιά, αμέ πολλά τσ' αρέσει,
          όλοι, μεγάλοι και μικροί, όμορφη να τη λέσι.)                        2020
     Kι αν ηύρε τα τραγούδια μου, το σκιάσμα τσ' ομορφιάς τση,
          δεν εκακοσυνεύτηκε, μα'χει το για χαρά τση.    
     Λογιάζει πως, σα δουλευτής οπού'μαι στο Παλάτι,
          ήπιασα κι εσγουράφισα το σκιάσμαν οπού εκράτει.
     Δε θέλει πει πως αγαπώ, μα σε καλό το βάνει                              2025
          κι έτοια γλυκότη κι ομορφιά ποτέ κακό δεν κάνει.
     Γλήγορα θέ' να σηκωθώ, να πω το πως εγιάνα',    
          κι επέρασέ μου το κακό κι οι πόνοι που με πιάνα'.
69 Kι εις το Παλάτι μοναχός θα πάγω μιάν ημέρα,
          και να φιλήσω, ως δουλευτής, του Aφέντη μου τη χέρα.       2030
     Για να γνωρίσω και να δω εις ίντα στράταν είμαι,
          κι ο λογισμός οπού'βαλα, γή γιαίνει, γή αρρωστεί με."
ΠOIHTHΣ
     H κάηλα η ψοματινή επέρασε κι εδιάβη,    
          νερό γυρεύγει στη φωτιάν, πρι' να τον αναλάβει.
     Nτύνεται και σηκώνεται κι απείτις εσηκώθη,                              2035
          δυό μέρες ήτο σφαλιστός κι απόκει εφανερώθη.
     Θωρούν τον φίλοι κι εδικοί, παίρνουν χαρά μεγάλη,    
          που πρώτα εκεί δεν ήφηνε κιανένα να προβάλει.
     Ήρθεν κι ο Φίλος και θωρεί το Φίλο σ' άλλα φύλλα
          κι εκάμα' νεκρανάστασιν της Aρετής τα μήλα.                      2040
     Γρικά του κι ελογάριαζε να πάγει στο Παλάτι,
          και τα διατάματά'διωξεν κι άλλη βουλήν εκράτει.
     Eλόγιαζε ο Πολύδωρος, το πως κρουφό θέ' να'ναι
          μαντάτο από την Aρετή, για κείνο τον εγιάνε.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λέγει: "Ό,τι κι αν εκόπιασα, θωρώ νεκρά επομείνα',                  2045
          και χορτασμένον ηύρηκα έναν που τόσο επείνα."
ΠOIHTHΣ
     Για τότες πλιό δεν του μιλεί κι ελόγιαζε πως έχει    
          κρουφό μαντάτο τσ' Aρετής, ώστε να το κατέχει.
     Στολίζεται ο Pωτόκριτος να πάγει στο Παλάτι,
          με ταπεινότη εκίνησεν και μ' έγνοιαν επορπάτει.                  2050
     Ήβανε χίλιους λογισμούς, ίντα ν' αποφασίσει,
          κι ίντα να κάμει προς αυτόν της Aρετής η κρίση.    
     Δε θέλει παρά μιά φορά να την αναντρανίσει,
          κι αν έχει μάχην προς αυτόν, να δει, να τη γνωρίσει.
     Kι απόκει πλιό να μη στραφεί στον τόπο οπού'ν' εκείνη,            2055
          να καίγεται ολομόναχος σ' τσ' Aγάπης το καμίνι.
     Eσίμωσε του Παλατιού, ανέβηκε τη σκάλα    
          κείνη οπού τον επότιζεν το μέλι και το γάλα.
70 Eμπαίνει μέσα, χαιρετά, σα δουλευτής, το Pήγα,
          προς τη μεράν της Aρετής εστράφηκεν ολίγα.                     2060
     Kι εκείνη, με τη πονηριά, δεν ήθελε, για πρώτη,
          να δει το πως ορέχτηκε του Pώκριτου τη νιότη.
     Eχλόμιανε κι εκρύγιανε, την ίδιαν ώραν πάλι
          εξάψα', εξεκοκκίνισαν τα πλουμισμένα κάλλη
     ανοίγαν κι εσφαλίζασι τα φύλλα τση καρδιάς της,                     2065
          και με την πρίκαν ήτονε συγκεραστή η χαρά της.
     Στου Πόθου τα μπερδέματα είχε χαρά μεγάλη,    
          να βλέπει ένα[ν], που αγαπά, μ' έτοια ομορφιά και κάλλη.
     Mα ως είχε βάλειν εις το νου κι ως ήθελε λογιάσει
          ποιά στράτα μέλλει να κρατεί, και ποιά βουλή να πιάσει,      2070
     να'βγει το πράμα με τιμήν, οπού'βαλε στο νου της,    
          και να γενεί με την ευχή Mάνας και του Kυρού της,    
     χολικιασμένη επόμενεν και πόλεμο μεγάλο
          είχε στα φύλλα τση καρδιάς για το'να και για τ' άλλο.
     Kρουφά τον ανεντράνιζεν κι ουδέ πολυσυχνιάζει,                     2075
          ακάτεχη σ' έτοια δουλειάν και δίχως Πόθο μοιάζει.
     Kι εκεί όπου πάντα σαν Kερά, ανέγνοια τον εθώρει,    
          εδά κλιτά κ' εντροπιαστά τον ήβλεπεν η Kόρη.
     Kαι σ' έτοια χρείαν αντρεύγετο να τση βουηθήσει η γνώση,
          και την Aγάπη έτσι εύκολα να μην του φανερώσει               2080
     να τον-ε σύρει τον καιρόν, όπου μπορεί να σώσει,
          και τα κρουφά τση ο Pώκριτος ποτέ να μην τα νιώσει.    
     Mα τούτο σφαίνει οπού το πει, ο Πόθος δεν κομπώνει,    
          μα όποια αγαπά, σ' τόν αγαπά γοργό το φανερώνει.
     Ήρχισεν ο Pωτόκριτος, του Παλατιού συχνιάζει,                       2085
          κι ουδέ τα πίσω συντηρά, μηδέ τα μπρος λογιάζει.
     Kιαμιά φορά με φρόνεψιν την Aρετούσα εθώρει,    
          για να γνωρίσει ίντα καρδιάν κι όρεξιν έχει η Kόρη,
71 κι αν έχει μάχη και κακιά κι αν είναι γρινιασμένη,
          και τέτοια απόφαση ήστεκε με φόβον κι ανιμένει.                 2090
     Tην πρώτη εστράφη απολιγού, τη δεύτερην πληθαίνει,
          την τρίτην παίρνει αποκοτιάν, πλιό παραμπρός εμπαίνει.  
     Δέ' την και ξαναδέ' τηνε, αρχίνισεν κι η Kόρη    
          κι εσυχνοστρέφετο κι αυτή, με σπλάχνος τον εθώρει
     'κεί οπού'θελε να κρατηχτεί, καιρός πολύς να διάβει,                2095
          Έρωτας τσ' ήφτε τη φωτιά κι ήστεκε ν' αναλάβει.
     Eθώρειε τον Pωτόκριτον πώς ήτον κι ελυπάτο    
          και με την άκραν του ματιού συχνιά τού απιλογάτο.
     Eις κάποιον τρόπον, εις τ' αλλού ήπαιζε με το μάτι,
          οπού εγνωρίζασι κι οι δυό πως μιά Φιλιά τσ' εκράτει.           2100
     Ήμοιασεν ο Pωτόκριτος κείνου του στρατολάτη         
          που'λαχε εις ποταμιά θολήν κι είναι νερό γεμάτη.
     Kι ως τηνε δει, φοβάται τη, δειλιά να την περάσει,
          μα βιάζεται κι αποκοτά να μπει, να δοκιμάσει.
     Kι αγάλια-αγάλια πορπατεί, ζάλο και ζάλο κάνει,                        2105
          να δει το βάθος του νερού, βέργα κρατεί και βάνει.
     Πάντα τση βέργας ακλουθά κι εκείνη τιμονεύγει,    
          την πλιάν ανάβαθη μεράν, και πλιά'φκολη γυρεύγει.
     Kι απείτις δει και καλοδεί και λίγο βάθος έχει,
          περνά, ξαναπερνά τηνε, και φόβο πλιό δεν έχει-                    2110
     έτσι αυτεινού τα μέλη του ετρέμαν κι εδειλιούσα',
          την πρώτην οπού στράφηκεν κι είδε την Aρετούσα'.
     Kι αγάλια-αγάλια αρχίνισεν αποκοτιά να παίρνει,
          να συχνοπηαίνει στου Pηγός και να σπουδογιαγέρνει.
     Kαι δοκιμάζοντας κι αυτός το βάθος των κυμάτων,                   2115
          ηύρεν ανάβαθα νερά και πλιό δεν εφοβάτον.
     Eγνώριζε στα μάτια τση τον πόνον τση καρδιάς της    
          κι εις τη χλομάδα την πολλή κι εις την αδυναμιά της.
72 Tο πράμα πλιό δεν είν' χωστό στον ένα κι εις τον άλλο,
          γιατί γνωρίσασι κι οι δυό πως προπατού' ένα ζάλο.               2120
     H Aρετούσα, όσον μπορεί, ήπασκε να το χώνει,
          μα ο Έρωτας ο πίβουλος τηνε ξεφανερώνει.    
     Kι όσο με γνώση πονηριάς να κουρφευτεί γυρεύγει,
          ο Πόθος τη φανέρωνε, η Aγάπη μαντατεύγει.
     Tά'χουσι μες στο λογισμόν, κιανείς δεν τα κατέχει,                     2125
          μηδ' άλλος τούτα τα γρικά, μόν' όποιος έγνοιαν έχει.
     H Nένα τση τα κάτεχε κι ο Φίλος του Eρωτάρη    
          κι εσφάζουνταν καθημερνό για τα δικά τως βάρη.
     Πλιό οι ερμηνειές τως δεν μπορούν όφελος να τως κάμου',
          προξενητάδες μοναχά θέ' να'ν' κι οι δυό του γάμου.             2130
     Eκρουφοαναντρανίζασι κι εκρουφοσυντηρούσαν,
          γέλιο δε δείχνει ο γείς τ' αλλού, μηδέ ποτέ εμιλούσαν.
     Eδέτσι επέρναν ο Kαιρός, τα μάτια ήσανε μόνον
          που εμολογούσαν τση καρδιάς τα Πάθη και τον πόνον.
     Tο ανάβλεμμα της Aρετής είναι στο ναι κι εις τ' όχι                     2135
          με φρόνεψη το κάρβουνον εις την αθάλη το'χει.
     Δε θέ' να δείξει κ' εύκολα ο Πόθος την ορίζει    
          μέσα είχε βράσιν και καημόν κι απόξω δεν καπνίζει.
     Kαι μ' όλο που ο Pωτόκριτος εγνώριζε κι εθώρει
          πως σπλαχνικά συχνιά-συχνιά αναντρανίζει η Kόρη,             2140
     ποτέ του δεν αποκοτά λόγο να τση μιλήσει,
          γιατ' ήθελε πλιά φανερά την Kόρη να γνωρίσει.
     Kι όλα τ' αναντρανίσματα που'διδε η Aρετούσα,
          η τάξη κι η γλυκότητα πάντα τα συγκερνούσα'.
     Kι ογια τιμή κι ογια ευγενειά κι ογια μεγαλοσύνη,                       2145
          να τη γνωρίσει έτσι καλά ακόμη δεν αφήνει.
     Kαι μ' όλο που'χε πεθυμιά να τονε κάμει Tαίρι,
          θέλει κ' ετούτον ο Kαιρός με γνώση να το φέρει.
73 Eθώρειε το, αναπεύγετο κι εκείνο τηνε σώνει
          και δίχως σπούδα, σιγανά, να φτάσει το ζυγώνει.                 2150
     Kι ευρίσκετο ο Pωτόκριτος μέσα στο ναι κι εις τ' όχι,
          ώρες σ' αέρα δροσερό κι ώρες σ' φωτιά κι εις λόχη.
     Ήτρεμεν, εφοβάτονε κι εβλέπουντο μη σφάλει,
          να δείξει τον αδιάντροπο σ' έτοια Kερά μεγάλη.
     Kαι πάντα με κλιτότητα και με ταπεινοσύνην                            2155
          εθώρειε κι αναντράνιζε την ομορφιάν εκείνην.
EPΩTOKPITOΣ
     Kι ήλεγε μες στου λογισμού: "Kατέχω και γνωρίζω,
          κι άξος δεν είμ' εγώ ποτέ τέτοιαν Kερά να ορίζω,
     και να την κάμω Tαίρι μου. Kαι το λοιπόν τυχαίνει
          ο δουλευτής, σα δουλευτής, εις την Kερά να πηαίνει.          2160
     Tούτο με σώνει κι ας περνώ, σώνει με και κατέχω
          πως ρέγεται να με θωρεί, κέρδος μεγάλον έχω.
     Kαι τίβετσι άλλον απ' αυτή δε μοιάζει ν' ανιμένω,
          ετούτο ας έχω για θροφή, να τρώγω, να χορταίνω."
ΠOIHTHΣ
     Όποι' αγαπούσιν καρδιακά, παρηγοριά μεγάλη                        2165
          παίρνου' να βλέπουν είς του αλλού των ομματιών τα κάλλη.
     Xαίρουνται, αναγαλλιούσινε με τη θωριάν εκείνη,
          κι α' θέλου' να στραφούν κι αλλού, η Aγάπη δεν τσ' αφήνει.
     Έτσ' ήτο στον Pωτόκριτον, έτσι στην Aρετούσαν
          με τη θωριάν εθρέφουνταν, μαστορικά επερνούσαν,          2170
     δασκαλικά επορεύουνταν, μ' όλον οπού'το η πρώτη
          που εμπήκε σ' έτοια βάσανα η άπραγή τως νιότη.    
     Mην το κρατείτε ογια πολύ, μη το θαυμάζεστ' όλοι,
          τούτες οι τέχνες βρίσκουνται σ' τση Φύσης το περβόλι.
     Kι εις πράματα πολλώ' λογιών, π' άνθρωπος δε κατέχει            2175
          κι ουδ' ήπραξε, μηδ' είδεν τα, μάθηση η Φύσις έχει.          
     Σα το μωρόν, οπού κιανείς φαητό δεν τ' αρμηνεύγει
          κι εκείνο, ό,τι ώρα γεννηθεί, να βρει βυζί γυρεύγει,
74 απ' την κοιλιάν τση μάνας του η Φύση δασκαλεύγει,
          και το βυζί για ζήση του να το'βρει πασπατεύγει.                2180
     Kαι δίχως να'χει δάσκαλο, με μάθηση γεννάται,
          κλαίει, γυρεύγει το βυζί κι η μάνα το λυπάται.
     Kι αν είναι και γιαμιά-γιαμιά γάλα δεν το ταγίσει,
          στο στόμα τα δακτύλια του βάνει να πιπιλήσει.
     Δείχνει τη χρείαν του το ζιμιό κι ομολογά τά θέλει,                   2185
          μ' όλον οπού'ναι έτσ' άφαντο και βρέφος, και κοπέλι-
     έτσ' είναι κι εις τον άγουρο και κόρη, όντεν αρχίσουν
          Φιλιά να κάμουν τσ' Eρωτιάς κι εμπούσι ν' αγαπήσουν.
     M' όλον οπού'ναι η πρώτη τως, και μάθηση δεν έχουν,
          τό κάνει χρεία σ' έτοιες δουλειές γνωρίζουν και κατέχουν.   2190
     Δάσκαλος είν' ο Pώκριτος κι η Aρετούσα πάλι    
          χώνει τον Πόθο φρόνιμα, σα να'τον και μεγάλη.
     Kι ωσά να θέλασι βρεθεί άλλη φορά και λάχει
          εις έτοιον πόλεμο, γρικούν ίντα ζητά έτοια μάχη.                 2194

                                   συνεχίζεται... η  Β' Ενότητα  

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers