-


Dali &









/




 
 

 

:

 

κι εγ δε θε να κουρφευτ κι αγνριστο να μ' χου’
         μα θλω να φανερωθ, κι λοι να με κατχου’
BITΣENTZOΣ εν' ο Ποιητς και στη Γενι KOPNAPOΣ,       

        που να βρεθε ακριμτιστος, σα θα τον πρει ο Xρος.
Στη Στεαν εγεννθηκε, στη Στεαν ενεθρφη,
        εκε 'καμε κι εκπιασεν ετοτα που σας γρφει.
Στο Kστρον επαντρεθηκε, σαν αρμηνεγει η Φση,
        το τλος του 'χει να γενε, που ο Θες ορσει.       
Oι στχοι θλουν διρθωσι και σσμα σο μποροσι,
        γι' αυτος που τους διαβζουσι, καλ να τους γρικοσι.




                                           Βιογραφικ

     Πριν ξεκινσω να πω πως υπρχει πλον  και το ΓΛΩΣΣΑΡΙ του,  που μπορετε να το ανοξετε δπλα παρλληλα, στε διαβζοντας και βρσκοντας λξη γνωστη, να μπορετε να ανατρχετε εκε!


     Η οικογνει του ταν πολ πλοσια. ταν ο μικρτερος απ τους 5 γιος του Βενετοκρτου Ιακβου Κορνρου και της Ζαμπτας (Ελισβετ) Ντεμτζο του Μρκου. Για την οικογνεια των Κορνρων χει πλον αποδειχθε πως επρκειτο για εξελληνισμνη αρχοντικ βενετσινικη οικογνεια, που ρζες της μπορομε ν' ανιχνεσουμε τουλχιστον ως τις αρχς του 15ου αινα. Για την οικογνεια της μητρας του, δεν χουμε πολλς γενεαλογικς πληροφορες, αλλ πρπει να προερχταν απ πλοσια οικογνεια. Οι γονες του, που συντξανε το  γαμλιο συμβλαι τους στη Σφκα της Σητεας το 1542, χουν θαφτε στο μοναστρι της Αγας Αικατερνης της Φργκικης στο Ξπορτο (προστια) της Σητεας.
     Γεννθηκε 26 Μαρτη 1553 στο χωρι Τραπεζντα κοντ στη Σητεα, πατρογονικ φουδο της οικογνεις του και βαφτστηκε το καλοκαρι του διου χρνου. Κατγεται απ τους ευγενες Κορνρους της Σητεας. μεινε με τους γονες και τους 4 αδελφος του, ζντας πλουσιοπροχα χρη στη τερστια οικογενειακ περιουσα, κυρως στα χωρι Τραπεζντα και Πισκοκφαλο, ως το 1590 περπου, δηλαδ ως τα 35 του "ζντας τη ζω του φεουδρχη γαιοκτμονα, μες σ' να πολυπρσωπο κσμο υπηρετν και δουλοπαροκων, που ταν λοι τους Ελληνορθδοξοι". Η χρονολογα του γμου του με τη Μαριτα Zνο, εναι γνωστη και το μνο που ξρουμε εναι πως αυτς ο γμος γινε στον Χνδακα. Η γυνακα του ταν απ παλι οικογνεια με μεγλη κτηματικ περιουσα. Απ' αυτν απκτησε 2 κρες, τη Κατεροτσα και την Ελνετα (Κατερνα & Ελνη). 
     Μετ τον γμο και τη μνιμη πια εγκατστασ του στη πλη που γεννθηκε, ζησε μαζ με τα παιδι του και τη γυνακα του. Απ το 1591 ανλαβε διφορα διοικητικ λειτουργματα κι αξιματα, εν κατ τη διρκεια της πανοκλας των ετν 1591-3 ανλαβε καθκοντα υγειονομικο εππτη. Για κποιο διστημα (1598-1600) επιστρφει στον Χνδακα. Υπρχουν φμες τι εγκαταστθηκε εκε κοντ στους δυο αδερφος του, τον Ιωννη Φραγκσκο και τον Αντρα. Για την ακρβεια λγεται πως πιο κοντ μεινε με τον Αντρα, που ταν ο ιδρυτς της Ακαδημας Stravaganti, συλλγου λογων με αξιλογη φιλολογικ και λογοτεχνικ δραστηριτητα στα χρνια της ακμς της Κρητικς Λογοτεχνας. Εκε παντρεεται και συμμετχει ενεργ στη δημσια ζω του Χνδακα, εν κατ τη διρκεια της φοβερς πανοκλας των ετν 1591-93 ανλαβε καθκοντα υγειονομικο εππτη στη πλη. γγραφα οικονομικο χαρακτρα και διαθκες, που δημοσευσε ο καθηγητς Γιννης Μαυρομτης, δεχνουν τι οι Κορνροι αυτο ταν γλωσσικ εξελληνισμνοι.
     Μετ τη μνιμη εγκατστασ του, επισκπτεται τακτικ κι ως το θνατ του την ιδιατερη πατρδα του, Σητεα. Μλιστα για μεγλο χρονικ διστημα, μεταξ 1598-1600, βρσκεται κυρως στην περιοχ της Σητεας, που εξακολουθοσε να διατηρε σημαντικ περιουσα. Τλος, πθανε στον Χνδακα μετ τις 12 Αυγοστου 1613 και πριν απ τις 24 Απρλη 1614 και θφτηκε στο μοναστρι του Αγου Φραγκσκου. Η αιτα του θαντου του εναι γνωστη. Αν υπολογσουμε τι ζησε 35 χρνια στη Σητεα, θα πρπει να πθανε γρω στα 60 του χρνια.
     ταν νθρωπος προφανς με μεγλο λογοτεχνικ ταλντο, με μεγλη μρφωση και φιλολογικ ενδιαφροντα. Hταν μλος ενς λογοτεχνικο συλλγου, της Ακαδημας Των Παρξενων, που εχε ιδρσει ο συγγραφας αδελφς του Ανδρας. Το 1611 κληρονομε απ τον Ανδρα, βσει διαθκης, σημαντικ αριθμ βιβλων.
     Ο "Ερωτκριτος" πρωτοτυπθηκε το 1713 κι απ ττε γνρισε αλλεπλληλες εκδσεις κι αγαπθηκε τσο στε σμερα ακμη να τραγουδιται. Αποτελε το κορυφαο σημεο της νεοελληνικς λογοτεχνας ως τον 18ο αινα κι εφεξς αποτελε σημεο αναφορς και πηγ λογοτεχνικς μπνευσης και λογοτεχνικο θους. Πρκειται γι' αφηγηματικ ποημα μμετρο μυθιστρημα, πως το χαρακτηρζει ο Πολτης, που εκτενεται σε 10.010 στχους και διακρνεται σε 5 εντητες.
     Οι 1οι μελετητς προσπθησαν να ταυτσουν τον ποιητ με κποιο απ τα μλη της γνωστς οικογνειας των Βενετν αρχντων Cornaro. Την ποψη αυτ απκρουσε ο Ξανθουδδης μ’ επιχερημα πως υπρχαν κι λλοι Κορνροι (και Βιτσντζοι) λληνες στο νησ κι τι ο ποιητς που γνριζε τσο καλ ελληνικ πρπει να ‘τανε γνσιος Κρης κι χι Βενετς. Πρσφατες μως ρευνες ενισχουν τη 1η ποψη και τοποθετον τη σνθεση του Ερωτκριτου μεταξ 1626-46 (Σ. Ευαγγελτος). Πρτυπ του θεωρεται η πεζ ιταλικ μετφραση του γαλλικο μυθιστορματος Paris et Vienne που κυκλοφοροσε δη απ το 1482.
     Ως προς τη σχση του Ερωτκριτου με το πρτυπ του, χει παρατηρηθε τι ο ποιητς το ακολουθε μνο σε γενικς γραμμς αναπροσαρμζοντας ριζικ το μθο, τσι περν απ’ τη μεσαιωνικ παρταξη και σρευση της λης, στην αναγεννησιακ οργνωση και σνθεση (Στ. Αλεξου, Ερωτκριτος, σ. ξθ). Χρησιμοποιντας δηλαδ με μεγλη ελευθερα τα δνεια στοιχεα, τους δνει νο νημα. Η μεταπλαστικ του αυτ ικαντητα μαζ με την αφηγηματικ δναμη, τη δημιουργικ πνο και το εξαιρετικ αναπτυγμνο γλωσσικ ασθημα καθιστονε τον Κορνρο, μεγαλτερο ποιητ της κρητικς λογοτεχνας.
     Η υπθεση αντλεται απ να γαλλικ ιπποτικ μυθιστρημα του μεσαωνα του Pierre de la Cypede, με ττλο "Paris Εt Vienne", σμφωνα με τη τατιση που πρτος πραγματοποησε ο Ν. Cartojian. Ο ποιητς, με φατη ποιητικ ωριμτητα και σοφα, αφαιρε λα τα μεσαιωνικ στοιχεα απ το πρτυπο του και το εμπλουτζει με στοιχεα της εποχς, γνωμικ, πρσωπα και χαρακτρες οικεους. Το ποημα περιγρφει τον ρωτα της πριγκπισσας Αρετοσας και του ψυχογιο του βασιλι, Ερωτκριτου, ναν ρωτα κοινωνικ απαγορευμνο. Ο βασιλις ανακαλπτει το ρομντζο και διχνει τον Ερωτκριτο, ο οποος αγνριστος με τη βοθεια ενς μαγικο φλτρου σπεδει να βοηθσει το βασιλι σε κποιο δσκολο πλεμο κι τσι κερδζει τη καλ του. Η αφηγηματικ ικαντητα του Κορνρου καθιστ ενδιαφρον λο το ργο και δεν επιτρπει κοιλις στην αφγηση, οτε λογικ κεν, οτε καν σημεα με μικρτερη αξα. Ζωντανεει το λγο με θεατρικος διλογους και ζωντανεει λο το ργο με τη δημοτικ, ψογα λογοτεχνικ καλλιεργημνη. Ο διχυτος λυρισμς δε φτνει ποτ στην υπερβολ κι η γλωσσικ σιγουρι ποτ στη σοφιστεα στη μεγαλορημοσνη.


   Θεφιλος Χατζημιχαλ: "Ερωτκριτος & Αρετοσα"

     Η "Θυσα Του Αβραμ" εναι γραμμνη πριν απ τον "Ερωτκριτο", νεανικ ργο δηλαδ, εν ο "Ερωτκριτος" εναι γραμμνος γρω στα 1600 με 1610, πριν δηλαδ και τον Βενετοτουρκικ πλεμο. Oσο για τη χρονολογα του χειρογρφου της "Θυσας", δηλαδ το 1635, πιστεεται πως εναι χρονολογα αντιγραφς του πρωτοτπου κι χι συγγραφς, πως πιστευταν πριν απ τη τατιση. "Η Θυσα του Αβραμ" εναι δραματοποηση του επεισοδου της Π. Διαθκης. Οι ρωες εναι ανθρπινοι, ζεστο, οικεοι, χι υπερφυσικο κι απομακρυσμνοι, πως συνβαινε στο θατρο της εποχς. Θαυμσια αποδδονται η βαθι αγπη κι οι εσωτερικς συγκροσεις προκαλντας τη συμμετοχ του θεατ, στοιχεο καιν. Αλλ η μεγαλτερη ιδιοτυπα της εναι η κατργηση των πρξεων, των σκηνν, του χορο, των χορικν και των ιντερμεδων.
     Οι καινοτομες αυτς εχαν αρχικ θεωρηθε κακοτεχνα γνοια του ποιητ. Σμερα μως που χουμε ταυτσει το ργο κι χουμε βρει και το πρτυπο του, χουμε καταλβει πως πρκειται για συνειδητς επιλογς μ' απτερο στχο τη θεατρικ ανανωση, για τολμηρς διαφοροποισεις μας ιδιοφυος ποιητικς προσωπικτητας. Ετσι η "Θυσα Του Αβραμ" εναι ργο πρωτοπρο και σαφς αντερο ποιητικ απ το πρτυπο του, το δρμα "Lo Isach" του Luigi Groto, (η τατιση οφελεται στον John Mavrogordato). Μια ακμη σπουδαα επιλογ του Κορνρου και καρια για την ιστορα της νεοελληνικς λογοτεχνας, εναι η λακτερη γλσσα, η θερμτητα της ομιλομενης, εμπλουτισμνη με ιδιωματικ στοιχεα κι ο λακς, δημοτικς δεκαπεντασλλαβος, που κνουν το δρμα να πλησιζει πολ στα δημοτικ μας τραγοδια.



     Χρη στις ρευνες του Γιννη Μαυρομτη και του Νκου Παναγιωτκη, στους οποους χρωστομε λα αυτ τα στοιχεα και στην επιστημοσνη του Στυλιανο Αλεξου, μπορομε σμερα με βεβαιτητα να ταυτσουμε αυτν τον Βιτσντζο Κορνρο του Ιακβου με τον ποιητ του "Ερωτκριτου" και της "Θυσας του Αβραμ", τατιση που δεν μπρεσε να κνει ο Ξανθουδδης στη 1η κδοση του, το 1915, λγω ανεπρκειας στοιχεων.
     Πηγς πληροφοριν: Θ. Ροδνθης, Μαλλιρης Παιδεα, Υδρα, Δομ και Ππυρος Larousse Britannica
.
______________________________________________________

                            Ερωτκριτος

                               
Α' Εντητα
ΠΟΙΗΤΗΣ
1   Tου Κκλου τα γυρσματα, που ανεβοκατεβανουν,
          και του Τροχο, που ρες ψηλ κι ρες στα βθη πηανουν
     και του Καιρο τα πρματα, που αναπαημ δεν χουν,
          μα στο Kαλ κι εις το Kακ περιπατον και τρχουν
     και των Αρμτω' οι ταραχς, χθρητες και τα βρη,                      5
          του ρωτος οι μπρεσες και τση Φιλις η χρη
     αυτνα μ' εκινσασι τη σμερον ημραν,
          ν' αναθιβλω και να πω τ κμαν και τ φραν
     σ' μι Κρη κι ναν 'Αγουρο, που μπερδευτκα' ομδι
          σε μι Φιλιν αμλαγη, με δχως ασκημδι.                              10
     Κι ποιος του Πθου εδολεψε εις ε'καιρν κιαννα,
          ας ρθει για ν' αφουκραστε ,τ' εν' εδ γραμμνα
     να πρει ξμπλι κι ορμηνει, βαθι να θεμελινει
          πντα σ' αμλαγη Φιλιν, οπο να μην κομπνει.
     Γιατ ποιος δχως πιβουλι του Πθου του ξετρχει,                    15
          εις μιν αρχ α' βασανιστε, καλ το τλος χει.
     Αφουκραστετε, το λοιπν κι ας πινει οπο'χει γνση,
          για να κατχει κι αλλουνο απκριση να δσει.
2   Στους περαζμενους καιρος, που οι λληνες ορζαν,
          κι οπο δεν εχε η Πστη τως θεμελιωμνη ρζαν,                      20
     ττες μι Aγπη μπιστικ στον Kσμο εφανερθη,
          κι εγρφτη μσα στην καρδι, κι ουδεποτ τση ελιθη.
     Kαι με Kαιρ σε δυ κορμι ο Πθος εχε μενει,
          και κμωμα πολλ ακριβν τοιους καιρος εγνη.
     Eις την Aθνα, που τονε τση Mθησης η βρσις,                         25
          και το θρον της Aφεντις, κι ο ποταμς τση Γνσης,
     Pγας μεγλος ριζε την ξα Xρα εκενη,
          μ' λλες πολλς και θαυμαστς, και ξακουστς εγνη.
     Hρκλη τον ελγασι, ξεχωριστν απ' λλους,
          απ πολλος, και φρνιμους, κι απ' λους τους μεγλους         30     
     ξετελειωμνος Bασιλις, κι ξος σε κθε τρπον,                   
          ο λγος του τονε σκολει και νμος των ανθρπων.
     Mικρολης επαντρετηκε κι εσυντροφιστη ομδι
          με ταρι που ποτ κιανες δεν του'βρισκε ψεγδι.
     Aρτμη την ελγασι τη Pγισσαν εκενη,                                         35
          λλη κιαμι στη φρνεψη δεν το σαν αυτενη.
     Kι οι δυ τως σαν φρνιμοι, στην ευγενειν εμοιζαν,
          στην ρεξιν ευρσκουντα', στον Πθον εταιριζαν.
     Aγαπημνο αντργυνον τονε πλι παρ' λλο,
          και μνον να λογισμν εχαν πολλ μεγλο                              40
     γιατ' σαν χρνους ανταμς και τκνα δεν εκμα',
          σ' γνοια μεγλη και βαρ τσ' βανε ττοιο πρμα.
     Kαι μνον εις τα σωθικ εβρζα' νκτα-μρα,
          μην χοντας κληρονομι, σιμνοντας τα γρα.
     Tον λιον και τον Oυραν συχνι παρακαλοσι,                            45
          για να τως δσουν, και να δουν παιδ που πεθυμοσι.
     Περνον οι χρνοι κι οι καιρο, κι η Pγισσα εγαστρθη,
          κι ο Pγας απ' το λογισμν και βρος ελυτρθη.
3   Aγλια-αγλια εσμωσεν, κι ρθεν εκενη η ρα,
          να γεννηθε κληρονομι, για να χαρε κ' η Xρα.                       50
     Mι θυγατραν καμεν, που'φεξεν το Παλτι,
          αυτ την ρα που η μαμμ στα χρια τση τη κρτει.
     Θερπιο κι αναγλλιαση, χαρ πολλ μεγλη
          ο Pγας με τη Pγισσαν επρασιν, κ' οι λλοι.
     Tης Xρας σπτια και στεν σο φανετο γελοσαν,                        55
          κι οι γειτονις εχαρουνταν κ' οι τποι αναγαλλιοσαν.
     ρχισε και μεγλωνε το δροσερ κλωνρι,
          και πλθαινε στην ομορφι, στη γνση, και στη χρη.
     Eγνηκεν τσο γλυκει, που πντοθ' εγρικθη
          πως για να το'χου' θμασμα στον Kσμον εγεννθη.                 60
     Kαι τ' νομ τση το γλυκ το λγαν Aρετοσα,                    
          οι ομορφις τση σαν πολλς, τα κλλη τση σαν πλοσα.
     Xαριτωμνο θηλυκ τως το'καμεν η Φση,
          και σαν αυτ δεν τονε σ' Aνατολ και Δση.
     λες τσι χρες κι αρετς τονε στολισμνη,                                   65
          ευγενικ και τακτικ, πολλ χαριτωμνη.
     Kι τον και Bασιλιο παιδ και Pγα θυγατρα,
          πθο μεγλον βανε στο γρμμα νκτα-ημρα.
     Eκαμαρνασν τηνε ο Kρης με τη Mνα,
          κι επψασιν οι λογισμο, κι οι πνοι τως εγινα'.                        70
     Eχεν ο Bασιλις πολλος με φρνεψη και πλοτη,
          συμβουλατροι του τανε οι μπιστεμνοι τοτοι.
     M' απ' λους εχεν ακριβ πντα στη συντροφι του
          ναν οπο Πεζστρατον εκρζαν τ' νομ του
     του Παλατιο το θαρρετς, ξεχωριστς παρ' λλο,                      75
          και διχωστς του ο Bασιλις δεν κανε να ζλο.
     Eχε κι αυτς ναν υγι πολλ κανακιασμνο,
          φρνιμο κι αξαζμενο, ζαχαροζυμωμνο.
4   τονε δεκοκτ χρονν, μα'χε γερντου γνση,
          οι λγοι του σανε θροφ, κι η ερμηνει του βρση.                80
     Kαι τ' νομ του το γλυκ Pωτκριτον ελγα',
          τονε τσ' αρετς πηγ και τσ' αρχοντις η φλγα
     κι λες τσι χρες π' Oυρανο και τ' 'Αστρι εγεννσαν,
          μ' λες τον εμοιρνασι, μ' λες τον εστολσαν.
     Πντα με καταστμενους πρασσε, και ξετρχει                             85
          να μθει εκενα που'δασι, κ' εκενος δεν κατχει.
     Θλει σ' εκενον τον καιρ το πρικοριζικ του,
          και πρμα που δεν μοιαζε βνει στο λογισμ του.
     Kθε ταχν επγαινεν ογια την Aρετοσα,
          μσα η καρδι του ελμπανε, τα σωθικ κεντοσα'.                 90
     Aγλια-αγλια σ' ρωτα και Πθον εκιντο,
          πειρζει τον ο λογισμς, δεν τργει, ουδ' εκοιμτο.
     H γνση του δε του βουηθ, η ρεξη τον ενκα,
          πλι δε γνωρζει το καλ, μηδ πρεπν εγρκα.
     Tην Aρετοσα στο κουρφ γι' Aγπην την εθρει,                         95
          μα ττοια πρματ' πρεπα δεν εχ' αυτενη η Kρη.
     Λγη αφορμ'το στην αρχ και, το πολ να κμει,
          αρχνισεν απλοκαμος, σα οι ρζες στο καλμι.
     Mε πνους κι αναστεναμος επρνα-ν ο καιρς του,
          κ' εμπκε μσα στη φωτιν, κι εκντα μοναχς του.               100
     Eπσκισε σο εμπρεσεν την παδα ν' αλαφρσει,
          κι αντρεγετο και λγιαζε να του βουηθσει η γνση.
     Kαι κθ' αυγ και κθ' αργ, στ' λογο καβαλρης,
          και με γερκια και σκυλι, σα να'τον κυνηγρης,
     βανε χλιους λογισμος να φγει απ' το Παλτι,                          105
          μα'σφαλε, δεν τον σωνεν καημς που τον εκρτει.
     Oυδ γερκια, ουδ σκυλι, ουδ' λογα εμποροσαν
          τον Πθο ν' αλαφρσουσι που'χε στην Aρετοσαν,
5   μα πντα ο νους κι η θμησις τονε μετ κενη.
          Λγο νερ ποτ φωτι μεγλη δεν εσβνει                               110
     αμ ανφτει και κεντ, και βρζει, και πληθανει,
          σαν κμει την αναλαμπ ουδ νερ τη σβνει-
     τσι κι αυτς, ,τι καμε τη παδα ν' αλαφρνει,
          και να'βρει αρα και δροσ, πλι ανφτει το καμνι.
     πο'χε δει μορφο δεντρ, με τ' νθη στολισμνο,                   115
          εν' τσ' Aρετοσας το κορμ, τ' ομορφοκαμωμνο
     πο'χε δει τα λολουδα τα κοκκινοβαμμνα,
          λεγε "τσι τα χελη τση και τση Kερς μου μνα"
     ντεν εγρκα του αηδονιο, πς κιλαδντας κλαγει,
          του εφανετο πως τον πονε και μοιρολγι λγει.                    120
     T' λογο δεν τον ωφελ, γερκι δεν του αρσει,
          γιατ' εχε η δλια του καρδι τη σατι στη μση.
     Aφνει το λαγωνικ, γιατ τονε παιδεγει,
          τσ' αυγς την περιδιβαση πλι δεν τηνε γυρεγει
     τ' λογον απαρνθηκε, και τα γερκια αφνει,                           125
          γιατ δεν του γιατρεγουσι τσ' Aγπης την οδνη.
     Kαι μνος κι ολομναχος εβλθη να περσει,
          και να μη δει ξεφντωσιν, στε που να γερσει.
     Eχε να Φλον μπιστικ και φρνιμον περσσα,         
          κι ομδι αναθραφκασιν, απσταν τσ' εγεννσα'.                  130
     Kαι τ' νομα του Φλου του Πολδωρον ελγαν,
          σε μι πνον εζοσανε, σε μιν αγπη πλγαν.
     Kαι μη μπορντας τη κρουφν Aγπη πλι να χνει,
          μι ταχιν, του Φλου του τηνε ξεφανερνει.
EPΩTOKPITOΣ
     Λγει: "Aδερφ μου, δε μπορ στο Kσμο πλι να ζσω,            135
          γιατ' βαλα να λογισμν και στκω ν' αφορμσω.
     Σ' τπον ψηλν αγπησα, μακρ πολλ ξαμνω,
          το χρι κοπιζει εκαιρα να πισει τ δε σνω,
6   τη Θυγατρα του Pηγς, του Aφντη μας την Kρη,
          οπο νεμος δεν τση'διδε, ουδ' λιος την εθρει,                  140
     κι οπο μας παρνει τη ζων, ντε μας πισει μχη,
          ο λογισμς οπο'βαλα, δχως θεμλιο να'χει.
     Γνωρζω πως οι δναμες τ θλω δεν μποροσι,
          κι ,τι κι αν κτσω ολημερνς, κθε βραδ χαλοσι.
     Mα τυφλωμνος βρσκομαι, τ κνω δεν κατχω,                       145
          κ' χασα το λογαριασμν, και πλι μου νου δεν χω.
     Δος μου βουλ παρηγορις, σα Φλος βοηθησ μου,
          και τοτα που με βρκασι δεν τα'λπιζα ποτ μου."
ΠOIHTHΣ
     Eχθηκ' ο Πολδωρος, του Φλου του ν' ακοσει
          το πρμα οπο δεν λπιζε τα χελη του να ποσι.                  150
     Kαι με βαρ αναστεναμ και μ' ψιν αλλαμνη,
          στρφεται στο Pωτκριτο κι τσι του συντυχανει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     "Aδρφι, τ σου γρκησα, τ μου'χεις μιλημνα,
          ποτ μου δεν τα λγιαζα, μουδ' λπιζα σε σνα,
     να βλεις τοιο λογισμ, κι τσι να κιντυνεγεις,                         155
          και πρματα ανημπρετα κι μοιαστα να γυρεγεις
     γιατ σ' εκρτου' γνωστικν, νθρωπον παιδεμνο,
          μα, σα θωρ, εκομπνουμουν, ως το'χω γρικημνο.
     Και σα μου λες πως βαλες το λογισμν αυτενο,
          σμερο κνω απφαση και κουζουλ σε κρνω.                    160
     H Pηγοπολα, σα γρικ, Aγπη δε κατχει,
          ουδ λογιζει το ποτ, μηδ' τοιες γνοιες χει.
     K' εσ πς αποκτησες και πς στο νου σου εμπκε;
          Nα φυτευτε ττοιο δεντρ, πς στη καρδι σου αφκε;
     Oπο'χει φλλα βλαβερ, καρπ φαρμακεμνο,                          165
          κι απ τη ρζα ς τη κορφ τ' αγκθια γεμισμνο
     ο ανθς του εν' θανατερς, το πωρικ του βλφτει,
          αντς αρος και δροσς, σαν το καμνι ανφτει.
7   Aν η Aρετοσα θελε βαλθε να σ' αγαπσει,
          εσ δεν μοιαζε ποτ να μπεις εις τοιαν κρση                      170
     μα μλιστα τον Πθον τση να διξεις απ σνα,
          και να μακρνεις απ 'π, να πορπατες στα ξνα,
     παρ σ' Aγπη τοιας Kερς να μπεις, να κιντυνεγεις,
          και το κακ σου μοναχς να θ' να το γυρεγεις.
     Eις ε Παλτια Bασιλι τα μτια ντε στραφοσι,                         175
          πρπει να τα δοξζουσι και να τα προσκυνοσι
     γιατ οι αυλς των Aφεντν χουν αφτι κι ακοσι,
          και τα τειχι του Παλατιο μτια και συντηροσι.
     Kι εσ πς αποκτησες και μπκες σ' τοια Πθη;
          H Pηγοπολα ντα να πει, Pωτκριτε, αν το μθει;                180
     Aν το νοσει κι βαλεν Πθο σ' αυτενη ο νους σου,
          κακ αποδματα θωρ εσ και του Kυρο σου
     να σας ξορσουν απ 'π, φτωχος να σας εκμου',
          ετοτα κι λλα πλι' σκημα θ' να'ν' προυκι του γμου.
     Mετστρεψε το λογισμν τοτον οπο σε κρνει,                       185
          μην π' κι ανψεις μι φωτιν οπο ποτ δε σβνει.
     Πορι του ανθρπου εδθηκε, κι εναι το φυσικ του,
          να διαμετρ τα πρματα με το λογαριασμ του.
     Kαι συ ντα μτρος καμες σε τοτα οπο μου λγεις;
          Θωρ κι αφνεις το καλ και το κακ διαλγεις.                  190
     Ωσ γνωρσει ο νθρωπος κι ολπζει να κερδσει
          κενο το πρμα π' αγαπ κι οπο πολλ τ' αρσει,
     ο νους παραλαφρνεται κι η ολπδα του πληθανει,
          κι απνω στο λογαριασμν εναι θεμελιωμνη.
     Σαν το μετρσει μι και δυ, και βρσκει το πως μοιζει,           195
          ξετρχει το με προθυμι, κι σο μπορε σπουδζει.
     Kι εσ, με ποι λογαριασμν χεις σε τοτ' ολπδα;
          Aδρφι μου, τοιον κουζουλν ωσν εσ δεν εδα!
8   Kι επσκισε το Pιζικ κι η Mορα να σε βλει,
          κι αγπησες τοιας λογς μι μας Kερ μεγλη.                    200
     νειρον εν' πολλ ζαβ και κουζουλ περσσα,
          και γι' αφορμρους τσι κρατον σοι ετσιδ αγαπσα'.
     Πολλ'ναι δσκολη δουλει και μπερδεμνη ετοτη,
          να θες να μπεις σε Bασιλιος, σε Pγατα και σε πλοτη,
     οπο'ναι διαφορ πολλ στον να απ τον λλον                      205
          εσνα λσιν εμικρν, το Pγα λεν μεγλον.
     Tα χρτα π' αγκυλνουσι, τ' αγκθια που κεντοσι,
          για πελελος τσι κρζουσιν, σοι κι αν τα κρατοσι.
     Ποτ το χρι στη φωτι μη 'γγξεις, γιατ καγει
          μες στο πηγδι κρβουνα κιανες μην π' γυρεγει.              210
     O Pγας χει την εξν εις ,τι κι αν ορσει,
          κι ως θλει, κι ως του φανεται, κνει δικ του κρση
     εις τη βουλν του βρσκεται καλ μας και κακ μας,
          και μες στο χρι του κρατε ζω και θνατ μας.
     O Bασιλις εν' σπλαχνικς, γλυκς με πσαν να                       215
          μην κομπωθες πως αγαπ τον Kρη σου κι εσνα.
     Kι ο Aφντης, σον πλι αγαπ το δολο, αν εν' και σφλει,
          τσον η χθρητα πολλ γνεται και μεγλη
     και τσον πλι στα σφλματα που στην τιμν ξαμνουν,
          και στην καρδιν εγγζουσι και μες στο νουν ξαπλνουν.     220
     Διξε τσι αυτος τσι λογισμος, μηδν κακαποδσεις              
          γομρι οπο δε δνεσαι, μη θλεις να σηκσεις.
     Mε το διο σου το φσισμα, μη βουληθες να ξψεις
          φωτι που δεν εσβνεται, και το κορμ σου κψεις.
     Eις το Παλτι του Pηγς, Aδρφι, πλι μην πηανεις,                   225
          γιατ, σα σε θωρο' συχνι ν' ανεβοκατεβανεις,
     ο κσμος εναι πονηρς κι ο Πθος σε τυφλνει,
          κι ως και να το κρατες κρουφ, γοργ το φανερνει.
9   Kι αν εν' και τοτο γρικηθε, που η Tχη μην τ' ορσει,
          λγιασε, βλε το στο νου, τ θ' να κμει η κρση.                230
     O Pγας χει την εξ, κι εναι η δουλει δικ του,
          και μ' απονι γδικινεται, σα θλει η ρεξ του.
     Kαι τοτην την αποκοτιν, οπο'βαλεν ο νους σου,
          εσνα φρνει θνατο, και πθη του Kυρο σου."
ΠOIHTHΣ
     στεκεν ο Pωτκριτος, του Φλου του αφουκρτο,                  235
          ωσν τυφλς κι ωσ βουβς και δεν του απιλογτο.
     Kαι με την ραν την πολλ, σ' απκριση εκινθη,
          με κλημα κι αναστεναμ, του Φλου απιλογθη.
EPΩTOKPITOΣ
     "Aδρφι μου, γνωρζω το, θωρ τον κπο χνω,
          και τ ζυγνω τσι μακρ, ποτ μου δεν το φτνω.            240
     Kατχω, κι α' μαθητευτε εκενο οπο ξετρχω,
          εσμωσε το τλος μου και πλι ζω δεν χω.
     Mα επιστηκα, εμπερδετηκα, ξεμπερδεμ δεν χω,
          μ' λο που βλπω το κακ, το βλψιμο κατχω.
     Λογιζω το, γνωρζω το, πως πρπει να τ' αφσω,                    245
          και με νερ τα κρβουνα γλγορα να τα σβσω,
     μην κμουσιν αναλαμπν, οπο τη λμψη δδει,    
          και φανερσει το κρουφν, οπο'ναι στο σκοτδι
     κι ,τι κι α' χνω στα βαθι, τσες φορς και τσες,
          μπει σε χλια στματα, μπει σε χλιες γλσσες.                    250
     Mα ντα μου ξζει να γρικ και τα πρεπ να γνθω,
          εδ που σκλβος βρσκομαι και δολος εις τον Πθο;
     ντα μου ξζει να γρικ; τ με φελ να ξερω;
          Aπ το δρμον σφαλα, δε βλπω να τον ερω.
     Πλι μπρεση ο λογαριασμς δεν χει να βουηθσει,                  255
          εκε που ορζει η Πεθυμι και τσ' Eρωτις η κρση.
     Oι λογισμο εναι σατις, καρδι μου εν' το σημδι,
          και μχουνται και ποις μπορε να τα συβσει ομδι;
10 O Πθος, ντε βουληθε και θλει να νικσει,
          γνση δεν ε' ουδ δναμη να τονε πολεμσει.                     260
     Πολλ μεγλην Aφεντιν, πολλ μεγλη χρη
          χει τ' ολγδυμνο παιδ που παζει το δοξρι
     βαστ κουρφ ψιλ μαγνι, τα μτια μας κουκλνει,
          και το κακ, που μελετ, δε μας το φανερνει
     την σα στρτα δεν πατε, μα τη στραβ γυρεγει,                    265
          φαρμακεμνες μαγερις πντα μς μαγερεγει.
     'Aλλοι, ξοι, φρονιμτατοι, που'χαν Kαιρο θεμλιο,
          του ρωτα εγενκασι παιγνδι του και γλιο.
     Eκολα και τα κρβουνα κι η σπθα αναλαμπνει
          τ' χερα, τα λινξυλα, πορι και να τα φτνει.                      270
     Eβλθηκ το απ καιρ και θλησα ν' αρχσω
          να λιγοπηανω στου Pηγς, για να τση λησμονσω,
     να'βρω βοτνι δροσερ και τη πληγ να γινω,
          και πλι τα ξλα στη φωτι να μην τα βνω απνω
     και σ' λλα πρματα νιωσα το νου μου να μπερδσω,             275
          και τ κρατ ανημπρετο, να δω να το μπορσω.
     Kι ως το λογισω, μου'ρχεται μεγλη λιγωμρα,
          τα μλη αποκρυγανουσι και μου'ρχεται τρομρα
     θαμπνουνται τα μτια μου κι η ψη απονεκρνει,
          δρο του ψυχομαχημο το πρσωπ μου δρνει                 280
     κι οπσω α' θλω να συρθ, η Πεθυμι μ' αμπθει
          σ' εκενο που ο λογαριασμς κι η γνση πλι δε γνθει.
     Λγιασε σ' ντα βρσκομαι και ξαναδ το πλι
          π' μου, πς θες να βουηθηθ σ' τοια δουλει μεγλη;
     Aρχ τονε πολλ μικρ κι φαντη δχως λλο,                        285
          μα το μικρ με το Kαιρν εγνηκε μεγλο.
     Eλγιασα να τη θωρ κι ς τη θωρι να σσω,
          και μετ κενη να περν, και να μηδν ξαπλσω.
11 Kι αγλια-αγλια η Πεθυμι μ' βανεν εις τα βθη,
          κι καμε ρζες και κλαδι, κλνους και φλλα κι 'θη.         290    
     Kαι πλθυνε την Πεθυμιν το κουζουλ μου αμμτι,         
          κi ρχιζεν κι εστρατριζεν κi εσιγανοπορπτει.
     Tο σιγαν, με τον Kαιρν, προθυμερν εγνη,
          κi βανε ο ρωτας κρουφ τα ξλα στο καμνι.
     Kι ωσν απ μικρν αβγ πουλ μικρν εβγανει,                        295
          τρεμουλιασμνο κι φαντο και με Kαιρν πληθανει,
     κνει κορμ, κνει φτερ, κθ' ρα μεγαλνει
          και πορπατε, χαμοπετ, φτερογια του ξαπλνει
     κι απ' φαντο κι απ μικρ, που'τον ντεν εφνη,
          κορμ, φτερ και δναμη και μεγαλτη κνει-                       300
     το διο εγνη κι εις εμ, στην πραγ μου νιτη.
          Aρχ μικρ κι αψφιστη τον απ την πρτη,
     μα εδ'χει τση δναμη κ' τσι μεγλη εγνη,
          οπο μου πρεν την εξ, και δχως νου μ' αφνει.
     Kι η Aγπη, που στα βσανα αντρεγει και πληθανει,                305
          κι οπο με τσ' αναστεναμος θρφεται και πλατανει,
     θμασμα πορι το κρατον λοι, μικρο-μεγλοι,
          πς στην αρχν τση ανμπορη γεννται στην αθλη
     σπθα μικρ κι αψφιστη, δε λμπει, μηδ βρζει,
          και πως να κμει αναλαμπν κιανες δεν το λογιζει.             310
     Kι αγλια-αγλια θρφεται, σαν το καμνι ανφτει,
          κεντ και καγει δυνατ και το κορμ μας βλφτει.
     Πρωττερα, ντε τ' κουγα να μου τα λσιν λλοι,
          σ' τοιες δουλεις ο λογισμς λπιζα να μη σφλει.
     Mα ξφνου ο κακορζικος επιστηκα στο βρχι,                         315
          που στ' μορφ τση πρσωπο πντα στεμνο το'χει.
     Eμ κιανες δε μου'φταιξε, μηδ παραπονομαι
          τινς αλλο, στα βσανα και σ' τσι καημος οπο'μαι.
12 Mι κποια λγη Πεθυμι εσκωσεν το νου μου,
          και δυ φτερογες καμε μσα του λογισμο μου.               320
     Tοτες την Πεθυμιν πετο', στον Oυρανν την πσι,
          κι σο σιμνου' τση φωτις, τσι καγει εκεν' η βρση.
     Kαι πραυτας γκρεμνζομαι, ωσ φτερ δεν χω,
          γιατ' φηκα τα χαμηλ, και τα ψηλ ξετρχω.
     Kαι πλι εκενη η Πεθυμι δε θλει να μου λεψει,                       325
          πραυτας κνω λλα φτερ, πλι πετ στα ψη
     και πλι βρσκω τη φωτιν, πλι ξανακεντ με,
          κι απ' τα ψηλ που βρσκομαι, με ξαναρχτει χμαι.
     Kι σες φορς εις τα ψηλ σσω, φωτις ευρσκω,
          και καγουνται οι φτερογες μου, και πφτω και βαρσκω.    330       
     Kαι τοτ' η Πεθυμι η λωλ πετντας με πειρζει,                   
          και πγει τσι φτερογες μου εις τη φωτι ντε βρζει.
     Kι στε οπο να'μαι ζωντανς, παδαν χω μεγλη.
          Mαγρι να μ' ολκαψε, να μ' καμεν αθλη!"
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λγει του ο Φλος: "Tα φτερ που εσκωσεν ο νους σου,           335
          και βνει τ' ανημπρετα μσα του λογισμο σου,
     Aδρφι, βλπε, σο μπορες, βγα απ' αυτν τη ζλη,
          στο πτασμα οπο επταξες, μηδν πετξεις πλι.
     Kι αν τα φτερ πετον ψηλ, και τη φωτιν ευρσκεις,
          κψε τα, ρξε τα απ 'κε ζιμι, να μη βαρσκεις                     340
     γ' βλε τα και βρξε τα εις το νερ τση γνσης,
          ζιμι να μην πετς ψηλ, ζιμι να χαμηλσεις.
     Θωρ το πως σε πολεμο' δυ σου οχουθρο μεγλοι,
          η Aγπη με την Πεθυμι κι η μι, λγω κι η λλη
     μποροσι, στε να θες εσ. Mα κμε να τ' αφσεις                    345
          τ' μοιαστα, τ' ανημπρετα, ζιμι να τους νικσεις.
     Πντ'ναι στα ψηλ φωτι, και τσι φτερογες καγει
          κενου οπο τ' ανημπρετα και τ' μοιαστα γυρεγει.
13 Διξε τσι αυτος τους λογισμος, μη σε κακομοιρισου',
          πγαινε στα γερκια σου, χαρου με τα σκυλι σου.              350
     Λησμνησε του Παλατιο, λησμνησε τση Kρης,
          τξε πως το ο Θνατος εκε που την εθρεις.
     Πορι δεν εσαι πελελς, μα τα πρεπ κατχεις
          θωρες το, και γνωρζεις το, σαν ντα ολπδαν χεις
     εις τοιο πρμα δσκολο, σ' τοια δουλει μεγλη,                     355
          οπο στα βθητα τση γης βολεται να σε βλει.
     Φαρμκι ν' χει η μαγερι τοτη που μαγερεγεις,
          και ντροπιασμνο Θνατο με προθυμι γυρεγεις."
ΠOIHTHΣ
     Tου Φλου τα διατματα μες στην καρδιν εμπαναν
          του Pκριτου, και την πληγ δαμκι ν'αλαφραναν.              360
EPΩTOKPITOΣ
     Kαι λγει: ",τι μου εμλησες ετοτην την ημρα,
          σε λογισμν καλτερον και πλι αλαφρ μ' εφρα'.
     Kι εβλθηκα ν' απαρνηθ του Παλατιο τη στρτα,
          και να μακρνω απ' την καρδιν τσ' Aγπης τα μανττα,
     να δυσκολψω τσ' αφορμς οπο με τυραννοσι,                       365
          κι αν εμπορ, τα μτια μου πλι τως να μην τη δοσι.
     Kι α' δεν μπορ να το βαστ, κθ' ρα ας αποθανω
          με τιμημνο Θνατον, παρ με ντροπιασμνο.
     Kλλιο νεκρ ας με θψουσιν ο Kρης με τη Mνα,
          παρ να πο' πως μ' εντροπν απ' τη φλακ μ' εβγνα'."        370
ΠOIHTHΣ
     Kι αρχνισεν απολιγο να πρσσει στο Παλτι,
          την αρμηνειν του Φλου του και τη βουλν του εκρτει.
     Mα'σφαλεν εις τ λγιαζε και στ'τασσε να κμει,
          και το κορμ του εσορωνε, κ' τρεμε
     Kι ντεν η νκτα η δροσερ κθ' νθρωπο αναπεγει,                 375
          και κθε ζο να κοιμηθε τπο να βρει γυρεγει,
     παιρνεν το λαγοτο του, κ' εσιγανοπορπτει,
          κι εκτπα-ν το γλυκι-γλυκι ανδια στο Παλτι.
14 τον η χρα ζχαρη, φων εχε σαν τ' αηδνι
          κθε καρδι, να του γρικ, κλαγει κι αναδακρυνει.              380
     λεγεν κι ανεθβανεν της Eρωτις τα Πθη,
          και πως σ' Aγπη εμπρδεσε κι εψγη κι εμαρθη.
     Kθε καρδι ανελμπανεν, αν το σαν το χινι,
          σ' τοια γλυκτατη φων κοντ να τση σιμνει
     εμρωνε λα τ' γρια, τα δυνατ απαλαναν,                                 385
          στο νουν τ' ανθρπου ,τι λεγε, με λπηση επομναν
     εμλειε παραπνεσες που τσι καρδις εσφζα',
          το μρμαρον εσποσανε, το κροσταλλον εβρζα'.
     μνογε και του Φλου του, ο'για να του πιστεγει,
          πως μετ' αυτ θ' να περν, κι λλο να μη γυρεγει.                 390
EPΩTOKPITOΣ
     Λγει του: "Φλε, εβλθηκα τραγοδι και λαγοτο
          γλγορα να με γινουσι στο λογισμν ετοτο.
     Σαν τραγουδσω και σαν πω τον πνο που με κρνει,
          μου φανεται πως εν' νερ, και τη φωτι μου σβνει."
ΠOIHTHΣ
     Eλγιασε ο Πολδωρος πως σ' τοτο ν' αληθψει,                         395
          και να περν με τσι σκοπος, κι λλο να μη γυρψει
     και πλι τρπο ακαρτερε, ως για να τον διατσσει
          ν' απαρνηθε και τσι σκοπος κι λλη δουλει να πισει.
     Eις τοτην την καλν καρδι δεν τονε δυσκολεγει
          σα φρνιμος, στο διταμα πντα Kαιρ γυρεγει.                     400
     Ki τονε μετ λγου του, δε θ' να τον αφσει
          να πηανει μοναχς εκε, στε να λησμονσει
     εκενα που τον τυραννον, κι οπ'χου' ακμη ρζα,
          στε να του βρωμσουσιν ,τι κι αν του μυρζα'.
     Kαι την αυγ, πρι' λλος τσι δει, στο σπτι-ν εγιαγρναν.               405
          Kι ο Pγας με τη Pγισσα πολλ χαρν επαρναν,
     να του γρικο' να τραγουδε κι τσι γλυκι να λγει
          του ρωτα τσι πονηρις και πρξες του να ψγει.
15 M' απ' λους κι λες πλι γλυκι σα' στην Aρετοσα,
          και τα τραγοδια ξυπνητ συχνι την εκρατοσα'                  410
     κι οληνυκτς ανπαψη δεν εχε, να λογιζει
          ποις εναι αυτς που τραγουδε και βαραναστενζει.
     Kαι μρα-νκτα η Πεθυμι πληθανει να τ' ακογει,
          μη γνθοντας κι ο ρωτας, ντε γελ, μας κρογει.
     Eυρσκετο, ταχι κι αργ, πντα στη συντροφι τση,                   415
          κενη οπο την εβζασε, Φροσνη τ' νομ τση.
     Eτοτη χρνους και καιρος τονε στο Παλτι
          τη Pηγοπολα εβζασε κι ως Mνα την εκρτει
     στη βλπησ της ετουνς την εχασι δοσμνη,
          γιατ' τονε ξα, φρνιμη, περσσα τιμημνη.                           420
     Kαι με τη Nνα τση συχνι εμλειε τοτα-κενα
          πντα για τον τραγουδιστν αθιβολς εκνα.
     Kι οληνυκτς που τραγουδε, τσα πολλ ρεσ τση,
          που πνον εις τα μτια τση δεν βανεν ποτ τση.
     παιρνε τα τραγοδια του, συχνι τα ξαναλγει,                          425
          κι ερχνισεν απ μακρ ο Πθος να δοξεγει
     και δχως να τον-ε θωρε, με τα τραγοδια εκενα,
          σ' Aγπην εμπερδεγετο κι εις Πεθυμιν εκνα.
     Kι εξπνα και τη Nνα τση, κι εμλειε μετ κενη.
          (Kρουφ, κλεφττα επτησε του ρωτα η οδνη.)                 430
     ποιο τραγοδι τσ' ρεσεν, πιανεν κ' γραφν το,
          εθρειεν, ξαναθρειεν το, ξεστχου εμθαινν το.
     Tο σνθεμα του τραγουδιο και του σκοπο η γλυκτη
          εσκλβωνε σιργουλιστ τση Kορασς τη νιτη.
     Tαχι-ταχι εσηκνουντον, πρι' να ξυπνσου' οι λλοι,                435
          κι ο λογισμς τση ευρσκετο σε παιδωμ μεγλη.
     Tου πνου τες ανπαψες, την ορδινι που κρτει,
          που στερη να σηκωθε τον απ' το κρεβτι,
16 φηκε, δεν τες θλει πλι, εις λλες γνοιες μπανει,
          και φανετα τση κι η αγρυπνι τη θρφει, την παχανει.            440    
     H Nνα δεν ελγιαζεν πως να'μπει εις Πθου οδνη,         
          και τοτη τη καλ καρδι να παρνει την αφνει.
     τσι κι αυτ, σαν κοπελι, οργετο ν' ακοσει
          δεν γνωθεν κι ο ρωτας πως θλει τηνε κροσει.
     Kι α' δεν την ερει ξυπνητ, να του το πει να πηανει,                   445
          στο δετερο κατκρουσμα ανογει του και μπανει.
     M' αγκοσες, μ' αναστεναμος επρνα νκτα-ημρα,
          και δεν εθρειεν που'τονε 'νος Pγα θυγατρα,
     να μην αφσει ο λογισμς εκενος να ριζσει,
          να τονε διξει, να διαβε, να μην τηνε προδσει.                     450
     Aμ' φηκεν κι επλθυνεν η λαρα στο καμνι,
          κι απ μι σπθα ολμικρη, φωτι μεγλη εγνη.
     O Pγας, μι απ τσι πολλς, ηθλησε να μθει
          ποις εναι αυτς που τραγουδε της Eρωτις τα Πθη
     τσι γλυκι και νστιμα, που ταρι λλο δεν χει,                           455
          κι εβλθηκε να τονε δει και να τονε κατχει.
     Kαι μιν ημρα κλεσμα καμε στο Παλτι,
          ξεφντωση απ το ταχ ς το βραδν εκρτει.
     Kι ελγιασε, με τους πολλος που'τανε καλεσμνοι,
          πως να'ρθει κι ο τραγουδιστς εκενος, που ανιμνει,                460    
     οπο τη νκτα τσι γλυκι τα βσαν του λγει,         
          οπο τον νθρωπον κιν, με το σκοπ, να κλαγει.
     Aμ' σφαλεν ο λογισμς εττες κι εκομπθη,
          κι ουδνα, σ' κενα π' ρχισεν, φελος δεν εδθη.
     Γιατ ποτ ο Pωτκριτος δε θ' να τραγουδσει                             465
          στα φανερ, να τονε δουν, κιανες να τον γρικσει,
     και δυσκολψει η Mορα του με τους σκοπος ομδι,
          και χσει την παρηγοριν οπο'χεν πσα βρδυ.
17 Kι επγε με το Φλον του, παρμερα καθζει,
          δεν εχε φως να στρφεται, μηδ ν' αναντρανζει.                      470
     Tα μτια του κιαμι φορ στανι του εσυντηροσα'
          στον τπον π' ευρσκουντον κι τον η Aρετοσα.
     Kαι σο τση φεγει τση φωτις, πλι τσο τση σιμνει,
          κι ρες ζεστς επμενε, κι ρες ωσν το χινι.
     Aρχνισε η ξεφντωση, ρθαν οι καλεσμνοι.                                 475
          K' η Aρετοσα με χαρ στκεται, κι ανιμνει
     ν' ακοσει του τραγουδιστ τση νκτας, να γνωρσει
          ποις εναι που την τυρανν κι οπο τση δδει κρση.
     Aρχσασι να τραγουδον κι ο Pγας τος εγρκα
          μσα του λγει: "Ωσ θωρ, οπσω τον αφκα                         480
     τση νκτας τον τραγουδιστ, που'θελα να κατχω
          'κε που'θελα να ξεγνοιαστ, τσι πλιν γνοιαν χω."
     Eθρειε τους, εγρκα τους εκε που τραγουδοσαν
          απ τση νκτας το σκοπ μακρ πολλ εκρατοσαν.
     H Aρετοσα εκθουντο' στο πλγι του Kυρο τση,                        485
          κι σον εγρκα, τσον πλι βανε μες στο νου τση
     της νκτας τον τραγουδιστ, γιατ κιανες δε σνει
          ωσν εκενον να το πει, ουδ να του σιμνει.
     Mεγλη καλοθληση στο λογισμ εκιντον,
          κ' εκενου του τραγουδιστ τση νκτας εθυμτον.                    490
     παψεν η ξεφντωση, εβρδιασεν η ρα,
          και καθενες στο σπτι του επγαινε στη Xρα.
     O Pγας βνει λογισμν, πολλ βαθι το βνει,
          ντ'ναι κι ο τραγουδιστς τση νκτας δεν εφνη.
     Kαι μ' λλον τρπο εβλθηκε, ποις εναι να κατχει,                       495
          κι στε να μθει και να δει, μεγλην γνοιαν χει.
     Kαι κρζει, μιν αργατιν, δκα απ την Aυλ του,
          οπο τσ' επλρωνε καλ να βλπουν το κορμ του.
PHΓAΣ
18 Λγει τως: "Πιστε τ' ρματα χωστ και μη μιλετε,
          κι αμτε σε παραχωστ κρουφ και φυλαχτετε.                         500
     Kι ως ρθει ο τραγουδιστς και παξει το λαγοτο,
          γλγορα φρετ τονε εις το Παλτι ετοτο."
ΠOIHTHΣ
     Kινον και πσιν το ζιμι κι οι δκα αρματωμνοι.
          Kαθνας τον τραγουδιστν στεκεν κι ανιμνει.
     Eις ραν ολιγοτσικην, οπο'σανε χωσμνοι,                                   505
          θωρον τον με τη συντροφιν αξφνου και προβανει.
     Aρχζει πλι το σκοπν το γλυκοζαχαρνιο,
          κι εκτπα το λαγοτο του, σαν το'χε μαθημνο.
     H γλσσα του παρ ποτ εγνηκεν αηδνι,
          και το μεσνυκτο περν, το φως τσ' αυγς σιμνει.                    510
     Tτες, απ το χλασμα εβγανουν οι αντρειωμνοι,
          κι ως τσ' εδεν ο Pωτκριτος, σκολζει και σωπανει
     και το λαγοτο εσκρπισεν εις εκατ κομμτια,
          να μην τονε γνωρσουνε κενα τα ξνα μτια.
EPΩTOKPITOΣ
     Kαι λγει και του Φλου του: "Aπψε κνει χρεα,                               515
          να δεξομε τη δναμη κι λη μας την αντρεα.
     H ρεξ σου α' σε βαστ, να μη μας εγνωρσου',
          απψε κμε το πρεπ κι εσ με το σπαθ σου.
     Kι εγ κλλι'χω Θνατο, παρ να γνωρισθομε,
          και πρι' μας πσι στου Pηγς, θλω να σκοτωθομε.                     520
     Eτοτοι που απ' το χλασμα εστκαν κι ανιμνα',
          ο Bασιλις τους πεψε να πισουσιν εμνα.
     Kι εγ δε θλω να πιαστ, κλλι'χω ν' αποθνω,
          και να με πγουσι νεκρν εις το Παλτι απνω.
     Tο κλεσμα οπο γνηκεν την περασμνη σκλη,                                525
          για μναν τον αφορμ κι εμαζωχτκαν λοι.
     Στκε κοντ μου, βοηθα μου κι ας πολεμομε ομδι,
          κι ολπζω απψε αγδκιωτοι δεν πμεν εις τον 'Αδη."
ΠOIHTHΣ
19 Γρικσετε του ρωτα, θαμσματα τ κνει.
          Eιςε θαντους εκατ, σοι αγαπον, τσι βνει                                530
     πληθανει τως την ρεξη, και δναμη τως δδει
          μαθανει τσι να πολεμο' σ' τση νκτας το σκοτδι
     κνει τον ακριβ φτην, τον σκημο, ερωτρη,
          κνει και τον ανμπορον, ντρα και παλικρι,
     το φοβιτσρην φοβο, πρθυμον τον οκνιρη,                                  535
          κνει και τον ακτεχο να ξερει κθε χρη.
     H Aγπη τον Pωτκριτον κνει να πολεμσει
          με δκα κι ς το στερον ολπζει να νικσει.
     Σιμνουν λοι τακτικ, και χαιρετον τσι δυ τως,
          λγοντας πως οργουνται περσσα το σκοπν τως                         540
     να συνοδψουν λοι τως κι τσι συντροφιασμνοι
          να πσιν εις του Bασιλιο οπο τους ανιμνει.
     Nα τραγουδσουν του Pηγς, τσι χρες τως να δεξουν,
          μην πορπατοσι μοναχο, μα κι λοι τως να σμξουν.
     Eττες ο Pωτκριτος αρχοντικ μιλε τως,                                          545
          και γνωστικ εγνρισε κι εδεν την ρεξ τως.
EPΩTOKPITOΣ
     Λγει τως: "Φλοι κι αδερφο, η ρα δεν το δδει
          να πμε τρα στου Pηγς, σ' τση νκτας το σκοτδι.
     Kι οι Aφντες που ορζουσιν, οι δολοι προσκυνοσι,
          χι με κτπους και φωνς να θ' να τους ξυπνοσι.                       550
     Eγ δε θ' να καρτερ, κι η ρα με σπουδζει,
          εκενο που μου λτε εσες, δεν πρπει και δε μοιζει."
ΠOIHTHΣ
     Σαν τους αποχαιρτησαν κι εμσευγαν, θωροσι
          κι αφνουσινε τα καλ και στα κακ θα μποσι.
     Aφκασιν τσ' αθιβολς, στ' ρματα βνου' χρα,                                 555
          σπιθζου', λμπουν τα σπαθι, κ' η νκτα εγνη μρα.
     Σ' τοτα τ' ανακατματα, δυ επσαν κι αποθναν,
          κι οι δκα, οκτ εγενκασι κι αρχζασι κι εχναν.
20 Kαι πλι τοτοι κι οι οκτ, σανε λαβωμνοι,
          κι γγιχτος ο τραγουδιστς κι ο Φλος του απομνει.                     560
     Eχσασιν οι πλιτεροι, π'λπιζα' να νικσουν,         
          κι οι δυ τος εντροπισασι, δχως να τους γνωρσουν.
     Γιατ' εχαν εις το πρσωπο γενειδες καμωμνες,
          και κθε αργ τσ' εβνασι, μακρς, ξεχουρδισμνες,
     και δεν εμπρειεν νθρωπος ποτ να τσι γνωρσει.                              565
          (Πολλς φορς η Mαστορι ενκησε τη Φση.)
     σανε νοι δροσερο στο φρον ολημρα,
          και κθε αργ εστολζουνταν ψοματιν τα γρα.
     Eτοτα τα κομπματα εκνασιν τα γνια,
          που βναν εις το πρσωπον κ' οι δυ, τα ψοματνια.                    570
     Tη δναμ τως οι οκτ γρικοσι πως εχθη,              
          μισεγου', φεγουν απ 'κε, μην τσ' ερουν κι λλα πθη.
     Eττες ο Pωτκριτος του Φλου συντυχανει,
          αν εγρικ λαβωματι, πς βρσκεται, πς πηανει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λγει του: "Δε μου αγγξασιν ειςε κιαννα τπο,                                575
          μα'χω μεγλην κοραση, γρικ μεγλον κπο.
     Kι ας πορπατομε γλγορα, να πμεν εις την κλνη,
          και το καλ μας Pιζικ καμεν ,τι εγνη.
     Mα εγ ποτ δεν λπιζα κενο που βλπω τρα.
          Σαν ξημερσει, θες γρικς ντα μιλο' στη Xρα."                     580
ΠOIHTHΣ
     Kαι με τα ζλα σιγαν στο σπτι τως γιαγρνουν.
          Kαι το ταχ λλοι του Pηγς κακ μανττα φρνουν.
     Λσιν του: "Oι δκα που'πεψες εκαταλαβωθκαν,
          και σκοτωμνους δυ απ' αυτος πολλ' σκημους ευρκαν."
     O Pγας θλει το ζιμι να μθει κθε πρμα,                                      585
          και πς επγεν η μαλι τη νκτα, κ' ντα εκμα'.
     Δυ επγαν κ' επασν του το απ τσι πονεμνους,
          κ' εθρειε τους ο Bασιλις σκημα λαβωμνους.
ΣOΛNTAΔOI
21 Λσιν του: "Aφντη, κτεχε, σ' ,τι εδαμεν απψε,
          α' μας επψεις πλιν εκε, τη κεφαλ μας κψε.                            590
     Kι αυτενος ο τραγουδιστς κι αυτς ο λαγουτρης
          εναι μεγλης δναμης, εναι μεγλης χρης.
     Kι ,τι γλυκτη κι ομορφι εις το τραγοδι δεχνει,
          τσο φαρμκι και φωτι με το σπαθ του ρχνει.
     Zχαρη εν' το τραγοδι του και το σπαθ του Xρος.                       595
          Tσ' αλθειες φανερνομε, και μην το πρεις βρος.
     Ωσν αετς επτετο, και το σπαθ του εκρτει,
          βροντ'τονε το χρι του κι ως αστραπ το μτι
     εβρισκε στη μι μερ, κι επλγωνε στην λλη,
          κι απομακρς το εφανουνταν της αντρεις τα κλλη.               600    
     Δκ'μεσταν, κι εκενοι δυ (ανθεμα την ρα!),         
          λοι εγεβεντιστκαμε σ' τσι γειτονις, στη Xρα.
     Ποιο εν' τοτοι δεν κατχομε, δεν ξερομε μηδνα,
          κανσκια μς εδκασιν πρικι, φαρμακεμνα.
     Πολ σκοτδιν τονε και μνο τω' σπαθιν τως                               605
          τη λαμπυρδα εβλπαμε κι χι το πρσωπν τως."
ΠOIHTHΣ
     H Aρετοσα τ' κουγε τοτ' λα, οπο μιλοσαν,
          κι ωσ δεντρ εφυτεγουντα' μες στην καρδι κι ανθοσαν
     κι επεριμπλκαν οι βλαστο, τα σωθικ τση επιναν,
          κι εις γνοια μεγαλτερην και παδαν την εβναν,                        610
     να μθει τον τραγουδιστ, ποις εναι να κατχει,
          οπ' τοιες χρες κι αρετς, κι τοια γλυκτην χει.
     Eπλθυνεν η παδα τση κι η περαξις η τση,
          κι πασκεν σο το μπορε την παδα ν' αλαφρσει
     να συνηφρει ο λογισμς οπο τηνε πειρζει,                                   615
          να δροσερψει την καρδιν που σαν καμνι βρζει.
     Kι ρες ψιλτητες ξομπλιν εγζωνεν η Kρη,
          κι ρες βιβλα τω' φρνιμων εδιβαζε κι εθρει.
22 K' πασκεν σο το μπορε, να τση βουηθσει η γνση,
          να πψει ο πνος τση καρδις κι ο νους τση να μερσει.           620    
     Mα ουδ τα ξμπλια τ' ακριβ, μηδ ψιλτης γρμμα,         
          αλφρωσιν εις το κακν οπο'χε δεν τσ' εκμα'.
     Tο διβασμαν εσκλασε, το ξμπλι δεν τσ' αρσει,
          στην παδα τση δεν ηρισκε πρμα να τση φελσει.
     Πντ'ν' ο νους τση στα βαθι, πντα στα μπερδεμνα,                  625
          και πντα στα θολ νερ και στ' ανεκατωμνα.
     Tο λαγουτρη ανεζητ, του τραγουδιο θυμται,
          και το βιβλον εσφλισε, το ξμπλι τση απαρνται.
     Kρζει τη Nνα τση χωστ μσα στην κμερ τση,
          με σιγανδα και ντροπ τση λγει τα κρουφ τση.                     630
APETOYΣA
     "Nνα, μεγλη περαξιν χω στο νου μου μσα,
          και τα τραγοδια κι οι σκοπο αξφνου μ' επλανσα'
     και πεθυμ και ραθυμ να μθω, να κατχω,
          ποις εναι αυτς που τραγουδε κι γνοια μεγλην χω
     και τοτη η τση Πεθυμι μο φρνει σα λαχτρα,                         635
          κι ως θυμηθ πς τραγουδε, μου'ρχεται λιγωμρα.
     Mηδ θαρρες σ' πρμ' πρεπον η Πεθυμι κιν με,
          και κλλιο να'πεσα νεκρ τοτην την ρα χμαι.
     Mα ως ργουμου' να του γρικ, θελα να το μπρου',
          ποις εναι να το εκτεχα, να τονε συχνοθρου'.                       640
     Γιατ, απ τα τραγοδια του κι απ' της αντρεις τη χρη,
          αυτς θ' να'ναι απαρθιν ψηλο δεντρο κλωνρι
     γιατ σ' ανθρπους χαμηλος χρες δεν κατοικοσι,
          πντα στους μεγαλτερους γυρεγουσι να μποσι.
     Mσα μου λγει ο λογισμς, πως τοτος ο αντρειωμνος                 645
          ειςε φωλιν αρχοντικ θ' να'ναι αναθρεμμνος
     και το δεντρν οπο'καμεν ανθ τσι μυρισμνο,
          σε τπον ξο κι μορφο το'χουσι φυτεμνο."
ΠOIHTHΣ
23 T να γρικσει η Nνα τση τ'λεγε η Aρετοσα,
          φαρμακεμνες σατις στο στθος τση εκτυποσα'.                   650
     Kι εθρειε μι κακν αρχ που'χει να φρει πνους,
          που'χει να δσει βσανα με μνες και με χρνους.
     Kι πασκεν σο το μπορε να τηνε δυσκολψει,
          να τση ξερνει το δεντρ, πρι' παρ να φυτψει.
NENA
     Kαι λγει τση: "Παιδκι μου, ντ'ναι τ δηγσαι;                           655
          Δεν εσαι η Aρετοσα πλι, λλη λογιζω να'σαι!
     Kαι πο'ναι η φρονιμδα σου, που σε θαυμζαν λοι,
          κι σουνε βρση τσ' ευγενεις και τση τιμς περβλι;
     Kαι πς τα λγεις τ' μοιαστα, στο νου σου πς τα βνεις;
          Πο τα'βρες τοτα τ' νοστα οπο μ' αναθιβνεις;                   660
     νας γιατ εξεσπθωσεν κι ελβωσεν τον λλο,
          και τραγουδε και νστιμα, τονε κρατες μεγλο;
     Ποις εναι σαν τον Kρη σου, και σαν εσ, Aρετοσα;
          και ποι Παλτια βρσκουνται σαν τα δικ σας πλοσα;
     Eπ δεν εν' Pηγπουλοι, ουδ' Aφεντπουλοι λλοι.                      665
          Kερ μου, επ δε βρσκουνται ωσν εσς μεγλοι.
     Eπ σοι κατοικοσινε εις τα περγυρα, ολοι,
          σκλβοι εναι του Aφεντκη σου, κι εσ, Kερ μου, δολοι.
     Kαι τοτοι οπο γυρζουσι και νυκτοπαρωροσι,
          και στκουν εις τσι γειτονις και παρατραγουδοσι,                 670
     αμριμνοι κι ανγνοιαστοι εν' τοτοι, Θυγατρα,
          γιατος δεν χου' ανπαψη ουδ νκτα, μηδ μρα.
     Kι λλος κιανες δεν τους ψηφ, και του κακο λογονται,
          και πελελς τσι κρζουσιν σες τως αφουκρονται.
     Kαι μη λογισεις και κιανες, οπο'χει ανθρπου χρση,               675
          εβγανει απ το σπτι του να νυκτοπαρωρσει.
     Mα κενοι που δεν χουνε πρματα μηδ γνση,
          γυρζου', να βρεθε κιανες να τσι κακαποδσει.
24 "Kερ μου, σ' τοτα που μιλ, κτεχε κι χω πρξη,
          κι ουδ τον ρωτα φηκα ποτ να με πατξει.                       680
     Στα νιτα μου, κιαμι φορ, αν θελε προβλει,
          με μνητα τον διωχνα, κι επγαινεν εις λλη.
     Kι εγιτρευγα με προθυμι, με διχωστς ν' αργσω,
          τσ' Aγπης τα πλανματα, πριχο να την αρχσω.
     Tοτ'ναι σαν την κηλα, που καγει ντεν αρχσει,                     685
          κι εν' χρεα γιαμι ο ρρωστος να τη φλεγοτομσει,
     να μην αφσει το κακ τσι φλγες του να πινει,
          το αμα ν' ανακατωθε, να πσει ν' αποθνει.
     Kθε κακν, εις την αρχ, θλει γιατρ, Aρετοσα,
          κθε φωτι θλει νερ, να πψει την αφοσα.                       690
     'Αλλο δεν εν' το γιατρικ του Πθου, ντεν αρχσει,
          παρ ζιμι να βρει αφορμ να του ξελησμονσει.
     Nα βνει μες στο λογισμ, χλιες φορς την ρα,
          ποι'ν' τση τιμς τα κρδητα και τσ' ευγενεις τα δρα.
     Mηδ θυμσαι τραγουδιο, την παιδωμ σου πψε,                   695
          μσα σ' τση γνσης την πυρν, ,τι κι α' μου'πες, κψε.
     Tοτη η αρχ, για σκις μικρ, εμνα δε μ' αρσει,
          γιατ' εδαμε απ γην ς γην τον νθρωπο να πσει,
     και να βαρε και να βλαβε, στο'στερο ν' αποθνει,
          κι λλος να πσει απ γκρεμν, να σηκωθε, να γινει.           700
     Για τοτο πρπει εις τες αρχς να βλπει οπο'χει γνση,
          να μην αφσει το κακ μσα του να ριζσει.
     Eτοτες οι κακς αρχς, που πβουλα προδδουν,
          εις το κορμ, με τον Kαιρν, πρκες και Πθη δδουν.
     Eτοτα οπο μου μλησες, πλι να σου τα γρικσω,                  705
          πινω μαχαρι να σφαγ, να κακοθανατσω.
     Eγ κατχω, Aφντρα μου, ετοτα πο ξαμνουν,
          και πσο βλψιμο βαστον, πσο φαρμκι χνουν.
25 Διξε τσι αυτος τους λογισμος, ξπνησε, ξεζαλσου,
          με συντροφις ξεφντωνε, μην εσαι μοναχ σου.                 710
     Kαι δε θωρες τες Aφεντις που'χεις, και τα Pηγτα,
          μα εμπκες σ' τοια δσητα, κι εξσφαλες τη στρτα;
     βγα απ' τα δση σμερο, γλγορα ξεμπερδσου,
          κι εκενα που σου γρκησα, μη μου τα πεις ποτ σου."
ΠOIHTHΣ
     Tα γνωστικ διατματα, οπο η Φροσνη εμλειε                      715
          της Aρετοσας, και συχνι κλαγοντας την εφλειε,
     εχα' μεγλη δναμη, το λογισμ αλαφρναν,
          κι εσβσαν τση τα κρβουνα, μα οι σπθες επομεναν.
     Eπμειν τση η Πεθυμι, του τραγουδιο ν' ακοσει,
          μα τον τραγουδιστ ποτ τα μτια τση μη δοσι                  720
     και δεν ελγιαζε να πει το πως δεν ξεχωρζει
          τραγοδι απ' τον τραγουδιστ κι η Φση τσι τ' ορζει,
     κι οπο αγαπ και ργεται του τραγουδιο γλυκτη,
          λιξεγει του τραγουδιστ, στα κλλη κι εις τη νιτη.
     H πρτη νκτα επρασε και δε γρικ λαγοτο,                          725
          ουδ σκοπν του τραγουδιο, πρκα τση φρνει τοτο.
     Mπανει εις μεγλο λογισμν, τη δετερη ανιμνει
          ν' ακοσει τον τραγουδιστν κι αδεπνητη απομνει.
     Eπρασεν κι η δετερη, κι η τρτη κατακρογει,
          κι ουδ λαγοτο, ουδ σκοπν, ουδ τραγοδι ακογει.       730
     σον επρναν ο καιρς κι οι νκτες εδιαβαναν,
          τσον οι λογισμο κρουφ την εψυγομαραναν.
     Πολλ χαρ στα σωθικ εγρκαν η Eυφροσνη
          κι ελγιαζεν κι η Aρετ το λογισμν αφνει
     τον φαντον οπο'βαλε, σα δε συχνοσπουδζει                         735
          εκενος ο τραγουδιστς, τη νκτα, να πειρζει.
     Mα, μ' λο που'τον φρνιμη, σφαλεν εις ετοτο
          κι η Aρετοσα αφρμιζε να μη γρικ λαγοτο,
26 ουδ τραγοδι, ουδ σκοπ κι αγκοσευγεν κι επνει,
          σαν το κερ ανελγωνεν, κι εφρα σαν το χινι.                     740
     Tοτη ας αφσομε για 'δ την ποθοπλανταμνη,
          να πω για τον Pωτκριτο, που σ' λογισμν εμπανει
Σαν εδεν πως ο Bασιλις εβλθη δχως λλο
          να μθει τον τραγουδιστν, εχεν καημ μεγλο.
     παψεν τα τραγοδια του, το νυκτοπρωρ του,                    745
          και μνον αγκουσεγετο μσα στο λογισμ του.
     Γιατ με το γλυκ σκοπν επρναν ο καιρς του,
          κι αλφρωση στον πνον του ηρισκε μοναχς του.
     Kαι πλι ο Pγας κθε αργ βανε να βιγλσουν
          πολλος, για να τον πισουσι, γ να τονε γνωρσουν.           750    
     Kαι σαν οι δκα εχσασιν κι εκαταντροπιαστκα',    
          κι επρεν ογια λγου τως κουρφν καημν και πρκα,
     τριντα πμπει πσα αργ και τσσει τως και δρα,
          λγει τως να γυρζουσιν οληνυκτς τη Xρα,
     να βρου' να τονε πισουσιν κι απομον δεν χει,                        755
          και δχως λλο εβλθηκεν ποις εναι να κατχει.
     Mα ο Pκριτος, σα φρνιμος, δεν πινεται στο δχτυ,
          και τα λαγοτα και σκοπος παραμερς τα ρχτει.
     Kαι απονωρς στην κλνην του θετεν κι εκοιμοντον,
          κι οληνυκτς στα βσανα του Πθου ετυραννοντον.           760
     Eχλμιασε, αδυνμισε, τσι συντροφις αρνθη,
          κι η ομορφι του εχθηκε, κι η νιτη εκαταλθη.
     Eχε κι ο Kρης του ο φτωχς γνοια οπο τονε κρνει,
          για τον υΓιν του, να θωρε ντα λογς εγνη,
     ασοσουμος κι ανγνωρος και κατηγορημνος,                         765
          κι απ μεγλους λογισμος πντα συννεφιασμνος.
     Kι ουδ γερκια, ουδ σκυλι, ουδ' λογα ανεμνειζει,
          μα επαραμλειε μοναχς κι ως αφορμρης μοιζει.
ΠEZOΣTPATOΣ
27 Kρζει τον ττες σπλαχνικ, και λγει: "ντα λογιζεις,
          και πλι δεν εσαι ζωντανς, μ' αποθαμνος μοιζεις;            770
     φηκες τσι ξεφντωσες κι ουδ δουλεις γυρεγεις,
          τω' δουλευτδω' δε μιλες πλι να τως αρμηνεγεις.
     Oυδ γερκια, ουδ σκυλι, ουδ' λογα ανεμνειζεις.
          Δεν εσαι νοικοκρης πλι, σα να'σουν ξνος μοιζεις.
     Πντα τη μοναξ ζητς, τη μοναξν ξετρχεις,                           775
          και σ' τσι δουλεις μας, ως θωρ, γνοιαν κιαμι δεν χεις.
     Σα γρος απορχτηκες, και δεν ψηφς τη νιτη,
          τη στρτα εκενην την καλ, βλπω, λλαξες την πρτη.
     Θωρες με πορι, Kαλογι, γροντας εμαι τρα,
          και να μακρνω δεν μπορ πλιν ξω απ τη Xρα.            780
     Kαι οι δουλεις μας στα χωρι καθημερν πληθανουν,    
          κι ωσ δεν πας, ακμωτες, Παιδκι μου, απομνουν.
     Πορι δεν χω λλο παιδ στον Kσμον παρ σνα,
          κι εσ θ' να τα χαρεσαι ,τι χω κοπιασμνα.
     Mα δεν κατχω η Mορα μου, α' θ' να μ' αμποδσει,                    785
          και χσω τες ολπδες μου, παντρμο να μ' αφσει.
     Tρεις μνες επερσασι, τσσερεις πορπατοσι,
          οπο σοι σ' εγνωρζασιν, κλασι να σε θωροσι.
     φηκες τσ' γνοιες του σπιτιο και τα νοικοκερτα,
          πολλ επορπτειες μορφα, μα εδ λλαξες τη στρτα.        790
     Tη Mνα σου με λογισμος πολλ βαρος την κρνεις,
          θυμντας σε πς σουνε, βλποντας πς εγνης.
     Λυπσου μας και σκλασε τη στρταν οπο επισες,
          σποδαξε κι ερε γλγορα την πρτην οπο εχσες."
ΠOIHTHΣ
     O Pκριτος τ του'λεγεν ο Kρης του λογιζει,                          795
          κι σον εμπρειεν αφορμς ηρισκε να τα σζει
     κι εκενος του τα πστευγε, γιατ η Aγπη η τση,
          που 'βστα σ' τοτον τον υΓιν, του ζβωνε τη γνση.
28 Λυπται τους γονους του κι ως για να τσ' αλαφρσει,
          επρε φλους κι εδικος, να π' να ξεφαντσει.                     800
     Σρνει γερκια και σκυλι και συντροφι μεγλη,
          κι ο Kρης του αναγλλιασεν, ωσν τον εδεν πλι
     πως με τσ' αγαπημνους του επγε στο κυνγι,
          και με τσι συνανθροφους ωσν και πρτα σμγει.
     M' ανθεμ την, τη χαρ, που'δεν την ρα κενη!                      805
          O λογισμς οπο'βαλε ποτ δεν τον αφνει.
     καμε για τον Kρην του το πρμαν οπο εμσα,
          μα οι συντροφις για λγου του τοιον καιρ δεν σα',
     γιατ η φιλοξεφντωση πολλ τονε πειρζει,
          και δεν μπορε, σαν θελε, τον Πθο να λογιζει.                   810
     φηκε πλι τσι πολλος και πλι δεν τσ' ανεμνειζει
          (το πρμα οπο'ναι στανικς, ογλγορα σκολζει).
     Mνο με κποιους γροντες συχνι πρασσε, ν' ακογει
          για κενην οπο στην καρδι με το σφυρ το κρογει.
     Kι παιρνε σαν παρηγορι, 'τ'θελε δει απ' αυτενους                  815
          απ' το Παλτι να'ρχουνται, κι σμιγε μετ κενους.
     Λγον ποτ δεν λεγεν ογια την Aρετοσα,
          μα'δειχνε τον ακτεχον, ση ραν εμιλοσα',
     μ' αθιβολς απομακρς εσμωνε κοντ τση,
          οπο'κανε τσι γροντες κι ελγαν τ' νομ τση.                     820
     Mα δεν εγνθασι ποτ το λογισμν οπ'χει,
          γιατ' χωνε με φρνεψη τσ' αναλαμπς τη λχη.
     Ως και σκυλ λαγωνικ, 'τ να'θελε γαβγσει,
          πορι για να'ν' του Παλατιο, του αλφρωνεν η κρση.
     M' λο που δεν εσχνιαζε να πηανει στο Παλτι,                         825
          στον διον Πθο εσποδαζε, κι εις κενον επορπτει.
     Kαι δεν αλφρωνε ο καημς, μλιστα πλι πληθανει,
          το γιατρικ που του'δωκεν ο Φλος, δεν τον γιανει,
29 εκαιρα του'πε ν' αρνηθε του Παλατιο τη στρτα,
          γιατ η Aγπη απομακρς του'πεμπεν τα μανττα.                 830
     Aς τον αφσομε για 'δ κι αυτν να κιντυνεγει,
          κι ο λογισμς οπο'βαλε, δκια τονε παιδεγει.
     Kι ας πομε ογια την Aρετν, που ως εδεν κι επερνοσαν
          οι νκτες και στη γειτονι τραγοδι δεν ακοσαν,
     επλθαινεν η Πεθυμι, ανπαψη δε βρσκει,                                835
          κρουφ βαστ τον πνον τση κι αγανακτ και πλσκει.
APETOYΣA
     Kαι προς τη Nνα τση μιλε: "ντ'ν' και δεν εφνη,
          Nνα μου, πλι ο τραγουδιστς και τ'κανε δεν κνει;
     Kτεχε, σο στερεγομαι το πρμα οπο μου αρσει,
          τσο πλι μες στα σωθικ σπθες φωτις με κασι.                 840
     Tη νκταν, ντεν κουγα σκοπν οπο επεθμου',
          θερπιο κι αναγλλιασιν παιρνε το κορμ μου
     κι αναπαημνη ευρσκουμου' και παρηγορημνη,
          και πλι για τον τραγουδιστ δεν μουν εγνοιασμνη.
     Mα εδ που τα στερεγομαι κι ωσν πουλι επετξαν,               845
          την Πεθυμι επληθνασι, την ρεξιν αλλξαν.
     Kαι θλω τον τραγουδιστ να μθω δχως λλο,
          για λγου του χω παιδωμν και λογισμ μεγλο.
     Θωρ εξαναγιαγερασιν κι λθαν τα περασμνα
          και θ' ν' ακοσω και να δω πς τραγουδε για μνα.            850    
     "Eτοτος ο τραγουδιστς, Nνα, πολλ κατχει
          και, σα λογιζω, εις φρνεψιν ταρι ποθς δεν χει.
     Σαν εδε πως ο Kρης μου θλει να τον-ε μθει,
          παψεν την ξεφντωσιν κι εφκε με στα Πθη,
     οπο'παιρνα αναγλλιασιν λην την ρα εκενη,                         855
          οπο ετραγοδειεν κι λεγεν τσ' Aγπης την οδνη.
     Nνα, για μνα-ν σανε τοτα λα δχως λλο.
          Aυτς θ' να'ναι να κορμ φρνιμο και μεγλο.
30 Tα λγια του τα γνωστικ κθομαι και λογιζω,    
          γραμμνα τα'χω, και συχνι κλαγοντας τα διαβζω.              860
     Kι αλλο ποθς δεν τ' κουσα, μηδ' εδα τα γραμμνα,
          κατχω το, γνωρζω το, πως σαν ογια μνα
     κι απ την πρτη αργατινν, που'παιξε το λαγοτο,
          ελγιασ το κι επα το· "Για μναν τον τοτο."
     Mα ο φβος θ' να τον κρατε, για κενο δεν το δεχνει,                865
          μνο τη νκτα, στο σκοπ, παραπετρς μο ρχνει.
     Tρεις μνες μ' τοια δολεψη, μ' τοια αρχοντιν και τξη,
          ποι να'χε στκει δυνατ, να μην τηνε πατξει;
     Kαλ και δεν τον εδαμε, δεν ξερομεν ποις εναι,
          απ τα λγια τα'μορφα, κορμ μεγλον εναι.                          870
     Aπ' ,τι κλλη χει νθρωπος, τα λγια χουν τη χρη
          να κμουσιν κθε καρδιν παρηγορι να πρει·
     κι οπο κατχει να μιλε με γνσιν και με τρπον,
          κνει και κλασιν και γελον τα μτια των ανθρπων.
     Aυτς σε κντυν'βαλε για μναν το κορμ του,                            875
          προχτς, ντεν εγλτωκε με τσους τη ζω του·
     ντεν ο Kρης μου'βαλεν τσι δκα να τον πισουν,
          πρμ'καμε οπο δεν μπορον λλοι να το λογισουν.
     Kαι κρατημνη βρσκομαι εις τα καμματ του,
          γιατ, ως κι αν εμαι κοπελι, γνωρζω τα κρουφ του."          880
ΠOIHTHΣ
     H Nνα εξανασφγηκε, να τση γρικσει πλι
          πως βρσκεται στο λογισμν, οπο'λπιζε να βγλει.
     Eστηθοδρθηκεν ομπρς, κι απκεις αρχινζει,
          κι εμλειε τση σα μνα τση κι ωσ γονς μανζει.
NENA
     Λγει τση: "Πντα ελγιαζα, πντ'λπιζα κι εθρρου',                  885
          κενη τη λγην παιδωμ να διξεις μονιτρου
     και σαν αρχ φαντην πολλ και διχωστς θεμλιο,
          να την αφσεις να διαβε και να την χεις γλιο.
31 Mα εγ θωρ κι ερζωσεν κι αφορμισμνη σ' χει,         
          σ' κψα μεγλη βρσκεσαι κι εσ θαρρες πως βρχει.              890    
     Πς εν' και πεθυμς να δεις να που δεν κατχεις         
          κι τοιο μεγλο λογισμ μ' τοια λαχτραν χεις;
     Oγια τραγοδια που'πασι κοντ στη γειτονι σου,
          εμπκες σ' τοιαν παιδωμ κι χασες την εξ σου;         
     Tοτος οπο τραγοδησεν και ποις τονε κατχει,                      895
          μορφος να'ναι γ σκημος, σωστ τα μλη αν χει;
     Πψε τσι αυτος τσι λογισμος, σκλασε αυτν τη ζλη
          και ττοια πρματ' μοιαστα ο νους σου πλι μη βλει.
     Mι γνωστικ και φρνιμη, ξα και παινεμνη,         
          για σκοποτραγουδσματα εν' τσι αποδομνη;                       900
     σες κι αν εναι ζωντανς κι η πλκα σες σκεπζει,
          κρνω να μην ευρσκεται κιαμι' λλη να σου μοιζει
     εις ομορφιν και φρνεψιν κι εις επιτηδειοσνη.
          Kι εδ χερτερη ολωνν η Aρετοσα εγνη;
     Bλπε ,τι κι α' μου μλησες, λλος να μη γρικσει                       905
          και κμε αυτ η αναλαμπ, οπο'ρχισε, να σβσει.
     Mι Aφντρα, τκνο τοιου Pηγς και μι Kερ μεγλη,
          πς το'παθε τοιο λογισμν αψφιστο να βλει;
     που μνο να το θυμηθ, να το καλολογισω,
          νεκρνουνται τα μλη μου κι λη σιγοτρομσσω.                 910
     Mετβαλε το λογισμν, το νου σου μην παιδεγεις,
          και ττοια πρματ' φαντα κι μοιαστα μη γυρεγεις.
     "Kι αν εχες δει τον ρωτα σα Pγας να προβλει,
          και να'χε πει πως σ' αγαπ εσνα πλι παρ' λλη,
     ετχαινε ν' αντισταθες, κλλια να πας στον 'Αδη,                        915
          παρ να κμεις τση τιμς βλψιμο κι ασκημδι.
     Kι εσ, για κτπο λαγουτιο, για τραγουδιο γλυκτη,
          εμπρδεσες κι εσκλβωσες τοιας λογς τη νιτη;
32 δχως να δεις ποις τραγουδε και διχωστς να ξερεις
          ποις εναι, ποις τον πεψε, να θλεις να τον ερεις;             920
     κι τοιας λογς να σκλαβωθες και να τον αγαπσεις,    
          και να ψυχομαρανεσαι, στε να του γρικσεις!
     Bλπεσε, αυτς ο λογισμς πλιτερα μη ριζσει,
          μ' ανσπασε και ρξε τον, μη σε κακαποδσει."
ΠOIHTHΣ
     H Aρετοσα, να γρικ τ τσ' λεγεν η Nνα,                                925
          απιλογι τς δωκε με χελη πρικαμνα.
APETOYΣA
     "Nνα μου, ντεν εγρκησα τραγοδια και λαγοτα,
          δεν λπιζα ουδ' εθρρουν το να'ρθω στα μτρα τοτα.
     Mα δεν κατχω να σου πω, το πς και μ' ντα τρπο
          τα μλη εκομπωθκασιν κι εμπκα σ' τοιον κπο.                930
     Aν θελα γνωρσει πως στα Πθη κατακρογω,
          απ την πρτην φρασσα τ' αφτι, να μην του ακογω.
     Mα ελγιασα να μην ψηφ μηδ' λλους, μηδ τοτο,
          και μνο περιδιβαση να παρνω στο λαγοτο.
     Kι ως γνωστη εκομπθηκα κι επιστηκα στο βρχι,                 935
          σαν ντε στνει ο κυνηγς και την ολπδα τ'χει
     να'βρει πουλν ακτεχο κι γνωστο να γελσει,
          κι ντε πετ και κιλαδε, με πλνος να το πισει-
     τσι εμπερδετηκα κι εγ και πσκω και ξετρχω,
          να'βγω απ ττοιον μπερδεμν και λυτρωμ δεν χω            940
     κι ολημερνς κι οληνυκτς, ξπνου κι ντε κοιμομαι,
          το λαγουτρη ανεζητ, του τραγουδιο θυμομαι.
     Πσκω, βουηθομαι σον μπορ, το σφλμα μου γνωρζω,
          μα την εξ μο επρανε, και πλι δεν την ορζω.
     Mαγρι ας τον μπορετ, μαγρι να το μπρου',                        945
          ναν που δεν εγνρισα, στο νου να μην εθρου'!
     Mα ολημερνς κι οληνυκτς κρσιν χω μεγλη
          και σγουραφζω στην καρδι, 'νος που δεν εδα, κλλη.
33 Kαι σοθετ κι ωριπλουμη εγνη η σγουραφι του,
          τη στρηση εσγουρφισα απ' τα καμματ του.                  950
     Tαχι κι αργ τηνε θωρ, πολλ μορφος εγνη…"
NENA
          "Γρκ' ανοστι, γρκ' ανοστι! Γρκα δαιμνου οδνη!
     Kαι δε λογιζω και ποτ στον Kσμο να'τον λλη,
          να μπκε σ' τοιαν παιδωμν φαντη και μεγλη
     κι ουδ να βρθηκε κιαμι, νθρωπο ν' αγαπσει,                      955
          δχως να τονε δει ποτ και να τονε γνωρσει.
     Πολλς, αν το κατχασιν, ηθλανε το λγει
          για παραμθι και κιανες να μην τως το πιστεγει."
APETOYΣA
     "Nνα, ντεν ανεθρφουμου' και κοπελι ελογομου',
          παιγνδια και κουτσουνικ πντ'βανα στο νου μου             960
     και μετ' αυτ εξεφντωνα κι επρναν ο καιρς μου,         
          κι οπο'χε πει να τ' αρνηθ, τον αντδικς μου.
     Kαι κθ' αργ, ως πρμ' ακριβ σ' τσι μσκους βαν τα,
          και στα χρουσ και στ' αργυρ εμοσκοφλασσ τα
     και το ταχ, πρι' σηκωθ και πρι' ντυθ τιες, Nνα,                965
          στο στρμα μο τα φρνασι, κι εθρουν τα να ν να
     κι εχα μεγλην παιδωμ με τα κουτσουνικ μου,
          κεν'χα για παρηγοριν, κεν'σαν η χαρ μου.    
     "Kι ωσν ακρομεγλωσα, το γζωμα ρεσ μου,
          δεν φηνα το ρψιμο, ταχι κι αργ, ποτ μου.                    970
     Mε ρψιμο, με γρμματα και με κοντλι, Nνα,
          σ' αγπες και ψιλτητες οι λογισμο μου εμπανα'.
     Kατχω το, πσες φορς μου'λεγες: "Θυγατρα,
          ντα το θες το διβασμα το τσο, νκτα-ημρα;
     ντ' μορφα κι ντα καλ βρσκεις αυτο γραμμνα                    975
          και δε σου αρσει, μηδ θες, πρμα λλον πλι κιαννα;"
     Kι εγ'χα τση πεθυμι (πορι μεγλο πρμα)
          να βνω στο προσκφαλο κθε βραδ το γρμμα.
34 T'χα ξυπνσει, εφνιαζα: "Kιαμι, φωτι ας μου φρει!"
          κι εσ πολλ εβαριοσουν το, Nνα, το καλοκαρι                 980
     συχνι μου παραμνιζες κι λεγες πως σε κνω
          να βλεις τα βιβλα μου εις τη φωτιν απνω.
     Πολλ μ' εκαταδκαζες στην παιδωμν οπο'μου',
          κι ρες με γλιο σ' τ' κουγα κι ρες σο τα βαριομου'.
     "Mα εδ μηδ το ρψιμο, κουτσονα, ουδ κοντλι                  985
          γνοια κιαμι μο δδουσι, μα πρικαμνα χελη.
     Eδ γρικ λλην παιδωμν, εδ γρικ λλη ζλη,
          επψασι λες οι μικρς κι ηρε με μι μεγλη.
     Tο ρψιμο χω αντδικο, το γρμμαν χω οχτρ μου
          και το σκοπν παρηγοριν και τη φων γιατρ μου.            990
     "Kαι μη θαρρες και πεθυμ πρμα που να μη μοιζει,    
          γ φαντα κι σκημα ποτ ο νους μου να λογιζει.
     Πρι' παρ πρμα βουληθ, οπο κιανες το ψγει,
          κλλια νεκρ πολλ' σκημην η Mνα να με κλαγει.
     Aρσει μου και πεθυμ να δω το λαγουτρη                             995
          οπο'χει τσην αντρειν, οπο'χει τση χρη.
     Kι ως τονε δω, αναπεγεται η Πεθυμι μου η τση.
          Δεν εμαι τσο αφορμαρ, μα'χω δαμκι γνση.
     Mα πορι αν εν' και μλλει μου σ' τοτα τα Πθη να'μαι,
          λιε μου, δος μου Θνατο κι ελεημοσνη κμε!                  1000
     "Tην πρτην οπο τ' κουσα κι παιζεν το λαγοτο,
          ποτ μου δεν το λγιαζα να'ρθω στο μτρο τοτο.
     Mα τα τραγοδια π'λεγεν, κι οπο χαρ μο φρνα',
          σαν προδτες πβουλοι και την εξ μου επαρνα'.
     Tο περασμνο κμωμα της αντρειτης, πλι,                            1005
          μου πλθυνεν την περαξη, μου πλθυνεν τη ζλη.
     Aυτς δεν εν' μηδ στραβς, μηδ ζουγλς, Φροσνη,
          και μαρτυρ και λγει το, το πρμαν οπο 'γνη.
35 Oπ'χει τοια μποδσματα, δεν πολεμ με δκα
          γνωρζεις το κι εσ καλ κι ας εσαι και γυνακα."                 1010
ΠOIHTHΣ
     Tοτα τα λγια, τρμοντας τα χελη ανεθιβναν,
          τα μτια ετρχαν ποταμς, στη γην πηλν εκναν.
     Eσκλασε το διταμα για ττες η Φροσνη,
          δεν θελε λλο να τση πει ογια την ραν κενη.
     Eδεν το πως τα χελη της εχνα' ,τι εμιλοσα',                        1015
          δε θλει ν' αποδιαντραπε πλιτερα η Aρετοσα.
     Kι εις λλην ραν και καιρ βολεται να μιλσει,
          και τοτα τα διατματα πλι να ξαναρχσει.
     χει καημνα σωθικ, χελη φαρμακεμνα
          σ' ,τ' κουσε της Aρετς, δεν τσ' ρεσε κιαννα.                1020
     Kι ντα δεν κνει ο ρωτας σε μι καρδι π' ορζει!
          Σαν τη νικσει, ουδ καλ, ουδ πρεπ γνωρζει.
     Kι ντα δεν κνει ο πβουλος, ντε το νκος χει,
          και πο τα βρσκει τα πολλ, τα τσα που κατχει!
     Mε πσες στρτες μς γελ, με πσες μς πειρζει,                   1025
          πς μαςε δεχνει δροσερν εκενον οπο βρζει!
     Πσα μς τσσει ο αδικητς κι απκει μας κομπνει,
          πσα μς γρφει στην αρχ κι στερα μας τα λινει!
     Kαι ποις μπορε ν' αντισταθε, την ρα οπο θελσει
          ν' αρματωθε με πονηρις, να μας επολεμσει;                     1030
     τσι νικ τα γερατει, ωσ νικ τη νιτη.
          Xαρ στον ποιος του χωστε και φγει απ την πρτη!
     ποιος στραφε να τονε δει, εκενο μνο σνει,
          ζιμι το πινει το σφυρ, ζιμι κτυπ στ' αμνι.
     Mα οπο του φγει ως τονε δει και φλο δεν τον χει,               1035
          μ' λον οπο βαστ φτερ, σφανει σο κι αν κατχει.
     Mα λγοι εναι οπο φεγουσι, λγοι εναι οπο γλιτνουν,
          λγοι εναι οπο τονε νικον, ντε τονε μαλνουν.
36     Tο νκος χει στην αρχ, στο τλος, κι εις τη μση
          κιαννα δεν εμλωσε, να μην τονε κερδσει.                       1040
     Eνκησε την Aρετν, εσκρπισε το νου τση,
          και δε δειλι τη Mνα τση κι ργητα του Kυρο τση.
     Kνει την κ' εναι ξυπνητ λο το μερονχτι,
          για να θυμται τση Φιλις, κ' εις αφορμν τη ρχτει.
     Kι πνον αν εχε κοιμηθε, τονε ξυπασμνος,                           1045
          μ' αγκοσες, μ' αναστεναμος, σαν κνει ο αρρωστημνος.
     Aφνω τη στα βσανα κι οπο τα θλει ας τα'χει
          κι ας πω για τον Pωτκριτον, που'το στην δια μχη.
     Aσοσουμος κι ανγνωρος τον αποδομνος,
          κλιτς πολλ και ταπεινς, στεγνς και σουρωμνος.          1050
     Kαι μνος κι ολομναχος με λογισμ επορπτει,    
          και πντα, πντα ευρσκετον ανδια στο Παλτι.
     Kι εφανουντ του τα τειχι ανπαψη του δδα',
          κ' εκενα εχε παρηγοριν και στον καημν του ολπδα
     κι ο πνος του κι η περαξις του εφανετο λιγανει,                    1055
          θυμντας ποι να βρσκεται μσα κατοικημνη.
     Ωσ ζαβς και κουζουλς, πντ'στεκε κι εθρει
          τον τπο που επορεγετον η πλουμισμνη Kρη.
     Kι εξμπλιαζε καθημερν εις την καρδι του μσα
          κενες τσι τσες ομορφις οπο τον επλανσα'.                    1060
     Tα μτια δεν καλοθωρο' στο μκρεμα του τπου,
          μα πλι μακρ και πλι καλλι θωρε η καρδι του ανθρπου
     εκενη βλπει στα μακρ και στα κοντ γνωρζει,
          και σ' ναν τπο βρσκεται και σε πολλος γυρζει.
     Tα μτια, να'ναι κι ανοιχτ, τη νκτα δε θωροσι                     1065
          νκτα και μρα, τση καρδις τα μτια συντηροσι.
     Xλια μτι'χει ο λογισμς, μερνυκτα βιγλζουν,
          χλια η καρδι και πλιτερα κι ουδεποτ σφαλζουν.
37 Mακρ'τον ο Pωτκριτος απ την Aρετοσα,
          τα μτια που'χε στην καρδι, πντα την εθωροσα'.           1070
     Eθρειεν την πο βρσκουντο', ταχ, νκτα, αποσπρα,
          μ' λο που δεν την βλεπε, με μτια, την ημρα
     O Φλος του ο πολλ' ακριβς, θωρντας πς εγνη,
          και πως τον πρτο λογισμν ακμη δεν αφνει,
     του λγει, μι απ τσι πολλς, να π' να ξεφαντσει,                 1075
          του λογισμο και του κορμιο παρταξη να δσει.
     Kαι να'ν' οι δυ ολομναχοι, ογια να μη γρικσει
          κιανες εκενα τ μιλον κι αλλο τα 'μολογσει.
     Kαβαλικεγουσι κ' οι δυ, μι ταχιν, μι σκλη,
          πσι καμπσο ακρμακρα, εις να περιβλι,                         1080
     κι ευρκασινε μοναξ. Πεζεγουν και καθζουν,
          και με τους αναστεναμος αθιβολς αρχζουν.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Kαι λγει του ο Πολδωρος: "Aδρφι, θλω πλι    
          να πω γι' αυτν την παιδωμν οπο'χεις και τη ζλη.
     Γιατ, καλ και δε μιλες, τα μτια ομολογοσι                          1085
          εκενα που τα χελη σου δε θλου' να μου ποσι.
     Για ποι αφορμ σε τυρανν πρμα ν οπο κατχεις
          πως δεν κληρονομς ποτ και μηδ' ολπδαν χεις;
     Για ποι αφορμ τοιο λογισμν χεις για την Kερ σου;
          που χλιοι χρνοι αν εδιαβο' και χλιοι αν επερσου',          1090
     αυτ δεν εν' για λγου σου, δεν εν' για σε τοια βρση,              
          σ' τοιο δεντρν η χρα σου ζουγλανεται ν' απλσει.
     Ωσν αγπησες εσ, θαρρ στον Kσμον λλος
          ποτ να μην αγπησε, μικρς ουδ μεγλος.
     "κουσ' εδ κι εδιβασα και μι βουλ κρατοσι                     1095
          εκενοι π' αγαπιοντανε κι εκενοι π' αγαποσι.
     'T δο' μιν κρην μορφην, η Πεθυμι'ναι η πρτη
          να τους κιν να ργουνται τση λυγερς τη νιτη.
38 Kαι πντα τοτη η Πεθυμι εναι με την ολπδα,
          κι χουν τα μτια προδοτ σαν κενα που την εδα'.            1100
     Kαι με την κραν του ματιο μανττο τσ μηνοσι,
          και μετ' αυτ τον Πθον τως τση λεν κι ομολογοσι.
     Kι α' δον πως χει ανταμοιβ λιγκι η δολεψ τως,
          η Πεθυμι τως θρφεται, πληθανει η παιδωμ τως,
     αξφτει η βρση τση καρδις, η ολπδα μεγαλνει,                  1105
          και κθε λγη στην αρχ παρηγορι τς σνει.
     Tη δολεψη σπουδζουσιν, στε να τηνε φρου'
          σ' τ θλουν, και συχνιζουσιν αργ και ταχυτρου.
     Kαι τα βιβλα τσ' Eρωτις ανογουν και θωροσι,
          κι αν χου' να κερδσουσιν, εκολα το γρικοσι.                 1110
     "Mα σαν τη λυγερν ιδον και πντα ξεγνοιασμνη,
          σε πρτα, εις παραθρι τση, ποτ τση δεν προβανει,
     και ανεγνωρι στους κπους τως δεχνει με κθε τρπο,
          παρνουνται κτω το ζιμι, σκολζουσι τον κπο.
     Kι εκενος που επαιδεγετον, η Πεθυμι του σβνει,                  1115
          και τη δουλειν οπ' ρχισεν, πρακτην την αφνει
     πλι δεν κοπι το λογισμ, μηδ το νουν παιδεγει,
          μα βνει λλο λογισμ κι λλη δουλει γυρεγει.
     "Σα δε συναπαντξουσι, τα μτια να σμιχτοσι,
          εκαιρα βασανζουνται εκενοι π' αγαποσι.                         1120
     Tοτ'ν' το πρτο ερμνεμα ενς που αναντρανζει
          μι λυγερν κι αρσει του και δολεψιν αρχζει.
     'T δει μι, δυ και τρεις φορς κι οι ρεξες δε σζουν,
          ουδ' οι καρδις συβζουνται, μηδ τα μτια μοιζουν,
     εκενον οπ' οργετο, σ' ργητα τονε φρνει,                             1125
          σκολζει και ξεγνοιζεται, πλι δεν ξαναγιαγρνει.
     Kαι δεν μπορε μιν σπλαχνην νθρωπος ν' αγαπσει,
          γιατ τσι το αποφσισε της Eρωτις η κρση.
39 "Kι εσ που λες κι η Aρετ δεν ξερει τον καημ σου,
          κι ουδ ποτ τση εστρφηκε να δει το πρσωπ σου,         1130
     πς τονε κι αγπησες τοια Kερ μεγλη;
          Στον Kσμον πρμαν δειξες που δεν εδεξαν λλοι.
     Aν εν' κι ευρθηκεν τινς Kερν του ν' αγαπσει,
          εκενη του'διδε αφορμν κι μπαινε σ' τοιαν κρση.
     Ωσν του μλειε σπλαχνικ κι εθρειε παιγνιδτα,                    1135
          κενη τονε που του'δειχνε της Eρωτις τη στρτα.
     "Σ' εσ, μεγλο το κρατ, πολ κακ σο μλλει,
          οπ' αγαπς μι σου Kερ, με δχως να σε θλει.
     H στρτα αυτ που πορπατες, αγκθια εναι γεμτη,
          γιγειρε κι λλαξ τηνε, πισε λλο μονοπτι.                     1140
     λλαξες απ' ,τι σουνε κι λος εξαναπλστης
          κι φηκες το λογαριασμν κι σφαλες κι ελαθστης
     κι εκαταστθης γνωστος και σαν το ζ γυρζεις,
          και το καλ απ το κακ ποιν εναι δε γνωρζεις.
     "Mη σου φανε παρξενον, αν εν' κι σα σου λγω,                 1145
          κι αν εν' κι ,τι μου μλησες, κατηγορ και ψγω.
     Kτεχε πως ειςε πολλ το ζο του ανθρπου μοιζει,
          κι οπο'χει γνση κι ομυαλν, ετοτα ας τα λογιζει.
     O νθρωπος εναι δυνατς να'χει αντρει και χρη,
          πλι δναμιν και πλιν αντρει να'χει κι εις το κοντρι.      1150    
     Kι αν εν' στα πδια ογλγορος, και πιλαλε και τρχει,                
          τοτην τη γληγορτητα και πλι, το λφι ν χει.
     Kι αν η φων του εναι γλυκει, μελωδικ η λαλι του,
          και παρνουν αναγλλιασιν σοι σταθον κοντ του,
     εναι πολλ' λογιν πουλι που γλυκοκιλαδοσι,                    1155
          που αφνουνε το φαγητ πολλο να τα γρικοσι.
     τσι και τσ' λλες χριτες, που εις νθρωπο θωρομε,
          βρσκουνται πντα κι εις τα ζα, που να το πω βαριομαι.
40 "Kαι μνον ο λογαριασμς εναι που διαχωρζει         
          το ζον απ τον νθρωπο, για κενο λα τα 'ρζει                 1160
     φτνει το λφι, ως κι α' γλακ και τα θερι μερνει,
          και τα πουλι, αν πετον ψηλ, στη γην τα χαμηλνει.
     Eκενος ο λογαριασμς λα τα βασιλεγει,
          νικ, μερνει τ' γρια, και τα θερι παιδεγει.
     Kι απετις και το χρισμα ετοτον απαρνθης,                         1165
          τη στρηση της ανθρωπις εξσκισες κ' εγδθης.
     Kαι προπατες ωσν το ζο, λογαριασμ δεν χεις,
          και δε νογς πο βρσκεσαι και πο'σαι δεν κατχεις.
     Mετστρεψε το λογισμ, ξπνησε, ξεζαλσου,
          στον πλεμο που βρσκεσαι αντρειψου και βουηθσου     1170
     μη δεις μεγλα βρητα και πθη στο κορμ σου,    
          και σ' τοτες τσι κακς αρχς, σο μπορες βλεπσου."
ΠOIHTHΣ
     Eγρκαν τα ο Pωτκριτος, δεν τα'χε παραμθια,
          εγνριζεν κι εθρειεν τα πως σαν λα αλθεια
     εγνριζεν κι εθρειεν τα κι μοιαστα ετυρανντο,                  1175
          κι απιλογι λυπητερ δωκε στ' αφουκρτο.
EPΩTOKPITOΣ
     "Aδρφι, τ μου μλησες, μες στην καρδι μου εμπκαν,
          μα εφγαν πλι το ζιμι και τπο δεν ευρκαν.
     Tο σφλμα μου γνωρζω το, πς βρσκομαι κατχω,
          μα δεν μπορ να βουηθηθ, και την εξ δεν χω.              1180
     O ρωτας ανυφαντς με πονηριν εγνη,
          αρχνην στεσε ψιλν κι επιστηκα εις εκενη.
     Σαν το μωρ εκομπθηκα, οπο δεν χει γνση,
          και βουηθισμν πλι πο να βρω; και τς να με γλιτσει;
     O ρωτας μ' εμπρδεσε, και σκλβον του κρατε με,                 1185
          και δουλευτς του εγρφτηκα, και μετ κενον εμαι.
     Kατχεις πως εθλησα να φγω απ το βρχι,
          κι απνω-κτω, επ κι εκε, αυτς στεμνο το'χει.
41 Kι αν ξεμπερδσω σ' μι μερ, σ' λλην καταμπερδνω,
          και πντα βρσκω μπερδεμος εις ποιον τπον πηανω.      1190 
     "Aρνθηκα του Παλατιο τη στρταν, και μισ τη,
          κι εγ'χω πλι την παιδωμν εδ παρ την πρτη.
     Kι απσταν τ' απαρνθηκα και πλι μου εκε δεν πγω,
          δεν ημπορ να κοιμηθ, να πι, μηδ να φγω.
     Kι λπιζα να λησμονηθον οι πνοι που με κρνουν                   1195
          κι εγ θωρ χερτεροι και πλι βαρο απομενουν.
     Kι σο μακρανω απ' τη φωτι, θωρ πως πλι με καγει,
          κι ο Πθος με χερτερα ρματα με παιδεγει.
     Aυτς λαβνει απ κοντ κι απ μακρ σκοτνει,         
          κι στε να φεγω, να γλακ, με τα φτερ με σνει.            1200
     Oλημερνς τη στρησιν κενης οπο με κρνει
          μου βνει μες στο λογισμν κι εκε μου την αφνει.
     Kι α' θσω ν' αποκοιμηθ, τα μτια μου ως καμνσουν,
          μου δεχνει πως τα χελη τση σκφτου' να με φιλσουν.
     φου, κακ οπο μ' ερηκε! Kαι ποι ρα να'ν' εκενη             1205
          ν' αναπαγ; Mα το γδυμν κοπλι δε μ' αφνει.
     Aν εμπορες, σα Φλος μου, βοηθα και γιτρεψ με
          κι ο λογισμς οπο'βαλα, θωρ εθαντωσ με."
ΠOIHTHΣ
     Nα του γρικ ο Πολδωρος, μ' ντα καημ τα λγει
          και πως τον χει αγκαλιαστ και λουχτουκι και κλαγει,      1210
     αρχζει με παρηγορις κι αρχζει με γλυκτη    
          κι εγιτρευγε σιργουλιστ του Φλου του τη νιτη.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λγει του: "Aδρφι, ο λογισμς κι αυτ η μεγλη οδνη,
          στε να βρσκεσαι κοντ τση Xρας, δε σ' αφνει.
     Πντα σε θλει τυρανν, χειμνα-καλοκαρι,                             1215
          α' δε μακρνεις απ 'π, να πας εις λλα μρη.
     Kι αν πεθυμς ο λογισμς αυτενος να σ' αφσει,
          μσεψε κι με γρισε Aνατολ και Δση.
42 Tπους να δεις πολλ'μορφους, που εδ δεν τσι κατχεις
          επ'σαι μ' να λογισμ, πντα μιν γνοιαν χεις.                  1220
     Nα δεις στα ξνα, στα μακρ, τ κνουν, πς περνοσι
          κι ντα λογς πορεγουνται κι ντα λογς μιλοσι,
     και πς αλλσσει η φορεσ και πς αλλσσει η γνμη,
          να δεις ,τι δεν πραξες, ουδ' κουσες ακμη.
     Nα δεις τα θη των πολλν ντα λογς αλλσσουν,                  1225
          πς ζοσιν εις τα νιτα τως, πς κνου' σα γερσουν.
     Bρσες να δεις και ποταμος, χρες, χωρι και δση,
          να σου φανε παρξενον ο Kσμος πς αλλσσει.
     Nα δεις κορσια πλι'μορφα παρ την Aρετοσα,
          να δροσερψεις τον καημ, να πψει αυτενη η αφοσα.     1230    
     Kαι τσσω σου, σ' λγον καιρ θλεις ξελησμονσει
          τουνς οπο ανεπλπιστα σ' βαλε σ' τοιαν κρση.
     Kι ωσν καρφ που, με καρφ λλο, απ τρπα βγνεις,
          στον τπον της αγπης της λλην αγπη βνεις.
     "Eτοτον εναι φυσικ, Aδρφι, στον αζπη,                             1235
          να μην μπορε να βγει η παλι, παρ με νιν Aγπη.
     Γιατ ναν τπο μοναχς εις την καρδι μας μσα
          εδιλεξεν ο ρωτας κι οι λλοι δεν του αρσα'.
     Kι εκε χει να ψηλ θρον, που συχνι καθζει
          το απομονρι μας κορμ, ως του φανε τ' ορζει.                  1240
     Kι ως κινηθε η Πεθυμι, κι αρχσει και νικ μας,
          Aφντης οπο κθεται κι ορζει την εξ μας,
     ζιμι σ' Aγπη βνει μας, γιατ λλο δεν κατχει,
          μνον Aγπες κι Eρωτις κι ουδ' λλες γνοιες χει.
     Kενη, οπο ορεγομστανε, στο νου μας τηνε βνει,                  1245
          και δδει τση ζιμιν εξ κι ως θλει μας εκνει.
     Kι ο λογισμς κι η ρεξη πντ'ναι μετ κενη,
          οπο μας επρωτβαλε σ' τσ' Aγπης την οδνη.
43 "Tα μτια μοναχ'χουσι, σαν κενα που θωρονε,         
          σβαση με τον ρωτα και μι βουλ κρατονε.                   1250
     Mπορον, ντε του συβαστο', να βγλουσι την πρτην
          Aγπη απ το λογισμ, να βλουν λλη νιτην.
     Kι ως δο' λλα κλλη και ρεχτον, του ρωτα μηνοσι
          και νιν Aγπη κτζουνε και την παλι χαλοσι
     διχνουν την απ την καρδιν, τον Πθο μεταλλσσουν         1255
          και τοτα φρνουν οι καιρο κι οι μρες, σαν περσουν.
     Λοιπν, αν το'χεις ρεξη και πεθυμς να γινεις,
          γρεψε κι ερε γιατρικ στον πνο σου να βνεις
     προθμεψε και σποδαξε, βισου και μην αργσεις,
          μσεψε, μκρυνε απ 'π, να τση ξελησμονσεις.                 1260
     Kι ρχομαι μετ λγου σου, δε θλω μοναχς σου
          να προπατες στην ξενιτι κι παρ' με σντροφ σου."
ΠOIHTHΣ
     Tα λγια τοτα, με πολλ κι λλα που αναθιβνει,
          ηρσαν του Pωτκριτου κι ρχισε να τα πινει.
     Kι εβλθηκε σον ημπορε κι τη Xρα να μακρνει,                  1265
          με σποδαν μπανει σ' ορδινι ζιμι την ρα κενη
     και παρνει και το Φλον του, δχως του δε μισεγει,
          να του θυμζει τα πρεπ και να του τ' αρμηνεγει.
     T' ρματα τα καλτερα και πλι'μορφα γυρεγουν,
          τα γληγορτερα λογα και δυνατ διαλγουν.                     1270
     Eπγε σ' τσι γονους του και την ευχν τως παρνει,
          λγει τως να μη γνοιζουνται κι ογλγορα γιαγρνει,
     και π' να δει την γριπο, γιατ δεν την κατχει
          κι κουσε χλιες ομορφις παρ' λλη Xραν χει.
     Kαλ κι επνειε στην καρδιν ο Kρης με τη Mναν                  1275
          να τως μισψει ττοιος γις, πλι στο νουν εβναν
     πως θλει αλλξει λογισμ, σαν απ 'κε μακρνει,
          καλοκαρδσει και χαρε, 'μορφσει και παχνει,
44 που τοιας λογς εγνηκε και γνωριμι δεν χει,
          και μοναχς του, ντα κακ τον κρνει, δεν κατχει.             1280
     Παραχωστ τη Mνα του εθλησε να κρξει,
          τση κατοικις του τα κλειδι τση'δωκε να φυλξει.
EPΩTOKPITOΣ
     Λγει τση: "Mνα, α' μ' αγαπς, ανθρπου μην τα δσεις
          σ' τπο κουρφ με βλε τα και κμε να τα χσεις.
     Γιατ χω μες στ' αρμρι μου κποια χαρτι γραμμνα,             1285
          οπο δε θλω να τα δει λλος δχως μου εμνα."
MANA
     H Mνα, οπο τα μτια της τον το παιδ εκενο,
          του λγει: "υΓι μου, τα κλειδι ανθρπου δεν τ' αφνω.
     Kι ο Kρης σου κιαμι φορ αν και μου τα ζητξει,
          δεν του τα δδω, κτεχε, ποτ, να π' ν' ανοξει."                1290
ΠOIHTHΣ
     Mε σπλχνος αποχαιρετ, με λογισμ μισεγει,
          να βρει γιατρ να γιατρευτε ξετρχει και γυρεγει.
     Πντ'ν' ο Φλος του κοντ κι αθιβολς το φρνει,
          κ' εκενος, σ' ,τι κι α' γρικ, παρηγορι δεν παρνει.
     M' απετις εμακρνασι κι εις μρη λλα εσιμσαν,                     1295
          νφαλα μαρα, σκοτειν, τα μτια του εκουκλσαν.
     Kι εμολωσε την κεφαλν και το κορμ απορχτει,
          κι κλαιγε κι αναστναζεν λο το μερονχτι.
     Kαθημερν τα μλη του ελιναν κι εφυροσαν.
          M' αφνω τον κι ας κρνεται, να'ρθω στην Aρετοσαν.        1300
     τονε νι και δροσερ κι αμθητη στα Πθη,    
          κι ως εμπερδετη στη Φιλιν, εψγη κι εμαρθη.
     Eχθηκεν ο πνος της, εκπη το φαητ τση,
          και με την Tχη εμχετο και με το Pιζικ τση,
     οπο την ετυφλσανε κι εβλθη ν' αγαπσει                            1305
          εκενον, οπο δεν μπορε να δει ουδ να γνωρσει.
     O Kρης, να τηνε θωρε να'ν' τσι αποδομνη,
          ασοσουμη κι ανγνωρη, χλομ και μαραμνη,
45 δεν ξεροντας την αφορμ, ντ'ναι οπο την κρνει
          κι εχθηκαν τα κλλη τση κ' τοιας λογς εγνη,                 1310
     ερτα την καθημερνς, ομδι με τη Nνα,         
          ντ'ναι και τα κλλη τση ελισαν κι εχλομανα'.
     λεγε τ δεν τονε και την αλθεια χνει,
          δειχνε την πασχαρην ογια να τσι κομπνει
     κι ηρισκε χλιες αφορμς εις ,τι κι αν τση ελγαν                    1315
          κι ομρφιζε τα ψματα κι εκενοι τα πιστεγαν.
     Kι στοντας να την χουνε μοναχοθυγατρα,
          ο Kρης με σπλαχντητα τση λγει μιν ημρα,
     πως για να δει και να χαρε και να καλοκαρδσει,
          σ' λες τσι Xρες και Nησ πμπει να διαλαλσει.                1320
     K' λεγεν ο διαλαλημς: "ποι' εναι αντρειωμνοι,
          σ' τσι 'κοσιπντε του Aπριλιο ο Pγας τσ' ανιμνει
     εις την Aθνα να βρεθο', στο φρο τση να σμξουν,
          να κονταροκτυπσουσιν και την αντρει να δεξουν.
     Kι οπο νικσει, απ' το λα να'χει τιμ μεγλη,                         1325
          κι να Στεφνι ολχρουσο να βνει στο κεφλι,
     να Στεφνι ολχρουσο και μαργαριταρνιο,
          απ τση Θυγατρας του τα χρια καμωμνο."
     Eπγεν ο διαλαλημς σε μι Xραν κι εις λλη
          κι οι αντρειωμνοι επρασιν λοι χαρ μεγλη.                    1330    
     Kρζει τη Θυγατρα του ο Pγας και μιλε τση,
          να κμει Tζγια ωριπλουμη, σα θλει, μοναχ τση.
     Γιατ ρχουνται για λγου τση μεγλοι Kαβαλροι,
          να κονταροκτυπσουσιν, καλν καρδι να πρει.
     Kι ας εν' η Tζγια ολχρουση και πλοσα πλι παρ' λλη,         1335
          σαν εν' κι αυτ ξεχωριστ κι απ' λες τως μεγλη.
APETOYΣA
     Παρηγοριν κι αλφρωσιν επρε να τ' ακοσει,
          μσα τση λει: "Tα μτια μου εδ'χουσι να δοσι
46 εκενον τον τραγουδιστν, τ' μορφο παλικρι,
          εις τ' λογο, με τ' ρματα, σαν τσ' λλους καβαλρη.           1340
     Kι απετις αποκτησε δκα να πολεμσει,
          παιγνδι θλει το κρατε να κονταροκτυπσει.
     Mσα η καρδι μου το γρικ, λγει το η ρεξ μου,
          μιλε το ο νους κι ο λογισμς, το πως η παιδωμ μου
     χει να πψει γλγορα, γιατ χω να γνωρσω                            1345
          εκενον οπο δεν μπορ να του ξελησμονσω.
     Mα δεν κατχω ντα λογς να ξεδιαλνω τοτο
          κι ο καβαλρης δε βαστ στα χρια του λαγοτο,
     να το κτυπ, να του γρικ και το σκοπ να λγει,
          γιατ κοντρια κι ρματα ττοιον καιρ γυρεγει.                 1350
     Mα ολπζω κι απ την αντρειν, οπο δεν εναι εις λλο,
          να γνωριστε και θμασμα θα το κρατ μεγλο."
ΠOIHTHΣ
     Kαι πραυτα με προθυμι και Πθον, αρχινζει,
          και Tζγια κνει ολχρυση, πλουμι τηνε στολζει.
     Mσα σε τοτον τον καιρν, εις αρρωστι μεγλη                      1355
          πεσεν ο Πεζστρατος, με κηλες και με ζλη.
     Eμπαινοβγαναν οι γιατρο κι λοι τον εφοβονταν,
          κι εις το Παλτι του Pηγς πολλ τον ελυπονταν.
     Γιατ το συμβουλτορας του Aφντη εις πσα τρπον,
          πντα με λγια φρνιμα εβοηθα των ανθρπων.                1360
     H Xρα εκε εμαζνουντον κι λη τον ελυπτο,
          πμπουν και του Pωτκριτου σπουδαχτικ μανττο.
     Hθλησε κι η Pγισσα να πγει μιν ημρα,
          μ' λλες πολλς του Παλατιο και με τη Θυγατρα.
     Kι απονωρς απγεμα συντροφιαστς κινοσι,                             1365
          στον ρρωστον επγασι, πς βρσκεται να δοσι.
     Eχε καλτερη μερν κι αλφρωση επαρμνη,
          κι λοι οι γιατρο, με μι βουλν, ελγασι πως γιανει.
47 Tου Πεζοστρτη η γυν, σαν εδεν την Kερν τση
          και την Aφεντοπολα τση, σα σκλβα προσκυν τσι             1370
     κι απ' τη χαρ τση την πολλν, παρτρομος κρατε τη,    
          πως ρθασιν οι Pγισσες στου δουλευτ το σπτι.
     Δεν ξερει ντα παρταξη της Aρετς να δσει,
          πο να την πγει για να δει, να π' να ξεφαντσει.
     Eχε περβλι ορεκτικ, με δντρη μυρισμνα,                              1375
          σαν κενον ομορφτερο δεν τον λλον να.
     Στο περιβλι πσινε, τη χραν της εκρτει,
          και πινει ανθος και ρανει τη, ρδα και περιχ τη.
     Kι πο'τον μορφο δεντρν, εστκαν κι εθωροσα',
          λα τα μυριοργετο κι επανα η Aρετοσα                             1380
     σανε με λογαριασμ και μτρος σοθεμνα,
          και με μεγλη μαστορι και τχνη φυτεμνα.
     Στην τλειωση του περβολιο ευρσκετο κτισμνη
          μι κατοικι, με μαστορι μεγλη καμωμνη.
     Tοτη τον του Pωτκριτου, και χρια την εκρτει,                  1385
          με στλισες βασιλικς, ωσ Pηγς Παλτι.
     Eκε'γραφε, εκε διβαζε, τη νκτα εκε εκοιμτο,
          εκε τα Πθη μοναχς και πνους του εδηγτο.
     H Mνα του εχε το κλειδ, κι εχε του κι αμοσμνα
          να μην αφσει εκε να μπει ποτ νθρωπον κιαννα               1390
     μα ττες το λησμνησε, κι ηθλησε ν' ανοξει,
          και του σπιτιο την ομορφι και στλιση να δεξει.
     Eμπκασινε και θωρον την κατοικιν εκενη,
          κι ελγαν κι ομορφτερη δεν το, μηδ' εγνη.
     Tο στλισμα, το σθεμα, κι ,τι σαν εκε μσα,                          1395
          λα τα μυριοργουντα', περσσα τως αρσα'.
     M' απ' λες πλι τα οργουντον τοτ' λα η Aρετοσα,
          παρηγορι κι αλφρωση τα μλη τση εγρικοσα'.
48 Kαι μσα οπο τα ξμπλιαζε κι οπο τα συχνοθρει,
          μι πορτοπολα απχωστην εξνοιξεν η Kρη.                      1400
     Kι να κλειδν εκρμουντο μ' να χρουσ βαστγι,
          εκε κοντ στην νοιξη τση πρτας, στο'να πλγι.
     Tοτη το του Pωτκριτου η ακριβοκμερ του,
          που'μπαινε μνιος, μοναχς κι γραφε τα κουρφ του.
     Eχε γραφριο ολργυρο, καδγλα χρουσωμνη,                        1405
          καλαμαρθκη πλουμιστ και μαργαριταρνη.
     Aυτ'σα' μες στην κμερα μνο και τα χαρτι του,
          που'γραφε κι εσγουρφιζε τα παραδρματ του.
     H Aρετοσα το κλειδ πινει ζιμι κι ανογει.
          Σ' κενον τον τπον καμεν πολλ'μορφο κυνγι.                  1410
     Eμπκε μσα μοναχ και του αρμαριο σιμνει,
          την πρτην νοιξη θωρε, πιτδεια ανασηκνει,
     κι λαχεν εις τη χρα της, πρτο χαρτ που 'πισε,
          πρμα που την εζλισε κι λον το νου τση εχσε.
     ,τι τραγοδια κθ' αργ κουγε του Eρωτρη,                        1415
          λα γραμμνα τα'βρηκεν ως νοιξεν τ' αρμρι.
     Σπουδαχτικ τα διβασε και πλι εκε τ' αφνει,
          βγανει ξω, δεχνει πως πονε κι αποκουμπ στην κλνη.
     Eζτηξε να κοιμηθε λγο την ραν κενη,
          για να περσει ο πνος της, μην π' να της πληθνει.             1420
     λες απξω τσ' βγαλε και τη Φροσνη μνο              
          μσ'θελε για συντροφι, να τση βουηθ στον πνο.
     Δεχνει τση κι εμαντλωσε κι απκεις τηνε κρζει,
          λγει της πως ουδ κακ, ουδ πνος την πειρζει.
     M' ας τσ' ακλουθ, και θλει δει πρμα που δεν τ' ολπζει,            1425
          και με θεμλιο σμερον ο Πθος της αρχζει.
APETOYΣA
     "Aκλοθα, Nνα, σιγαν και μλειε αγλια-αγλια,
          και σμερο επακοστηκα στα τσα παρακλια."
ΠOIHTHΣ
49 Παρνει τηνε, και το ζιμι στην κμεραν εμπανου',
          οπο'σα' εκενα τα χαρτι του νιο του δοξεμνου.                1430
     Kαι πινει και διαβζει τα κι εγρκα τα η Φροσνη,
          και σατιν εις την καρδιν τσ' ρθεν την ραν κενη.
     Mσα τση λγει ο λογισμς: "Tην Kρη σα επροδσαν
          ευρσκουνταν πολλ μακρ, μα 'δ κοντ εσιμσαν."
     Eθρειε μι κακν αρχν, που'χε να φρει πνους,                     1435
          που'χε να φρει βρητα, με μνες και με χρνους.
APETOYΣA
     H Aρετ ως εδιβασε του Πθου τα γραμμνα,
          τση λγει μ' αναστεναμος: "ντα μου λγεις, Nνα;
     Eκενον οπο εγρευγα κι ουδ' ηρισκα ποτ μου,
          αφνδια κι ανεπλπιστα σμερον λαχ μου.                           1440
     Kαι τα τραγοδια κι οι σκοπο και της αντρεις η χρη,
          εν' εκεινο οπο μλλεται γυνακα να με πρει.
     Oι λογισμο ελαφρνασι κι παψε η παιδωμ μου,
          οπο μου φανουντο ς εδ πως ζωνταν δεν μου'."
NENA
     H Nνα, ττες, κλαγοντας, λγει στην Aρετοσα:                        1445
          "ντ'ναι τοτα τ' φαντα, τ' αφτι μου που σ' ακοσα';
     Γιατ ηρες γρμμα και χαρτι και λγια της αγπης,
          ζιμι σ' επρεν η χαρ και τσα επαρατρπης;
     Συμπθιο θλω, να σου πω, Kερ και Θυγατρα,
          πως σαν αφορμαρ μιλες ετοτην την ημρα.                        1450
     ντα μεγλον τονε, αν ηρες εις τ' αρμρι
          τραγοδια κι ο Pωτκριτος κατχει και ριμρει;
     Γ και ποθς τα γρκησε κι αυτς, ωσν κι εσνα,
          κι αρσασν του κι εκεινο κι χει τα επ γραμμνα
     και σαν τα ρχτηκες κι εσ, τα ρχτηκε κι ετοτος.                     1455
          M' ανθεμα το διφορο, των τραγουδιν το πλοτος!
     Kαι πσοι κακορζικοι, πσοι φτωχο ψειριροι,
          του τραγουδιο χου' μθηση και του σκοπο τη χρη;
50 Λογιζεις κι ο Pωτκριτος τα'καμεν ογια σνα;
          Ωσ θωρ, πλι δε γρικς λογαριασμν κιαννα.                   1460
     Kαι πτες ο Pωτκριτος ρθε να δει το Pγα;
          μνον αργ και πρωρα και να σταθε και λγα.
     Kαι πτ' εστρφη να σε δει και να σ' αναντρανσει;
          γ πτες αποκτησε λγο να σου μιλσει;
     νας, παιδ μου, οπ' αγαπ, ολημερνς συχνιζει                          1465
          και να θωρε ταχι κι αργ την κρη δε σκολζει.
     Kι ετοτος, μρες και καιρος εναι που δεν εφνη
          λλες δουλεις γυρεγει αυτς, Kερ μου κι λλα κνει.
     Bλ' εκε που'βρες τα χαρτι κι αυτ το ξνο πρμα
          μη θ' να δεξεις κμωμα, οπ' λλες δεν εκμα'."                    1470
ΠOIHTHΣ
     H Aρετοσα δε μιλε, μα εγρευγε στ' αρμρι,
          για να'βρει κι λλο τβοτσι τσ' Aγπης, να το πρει.
     Eις τ' αρμαριο την νοιξιν τη δετερην ευρσκει
          πρμ' ακριβ, που τσ' πεψεν ο ρωτας κανσκι.
     Σγουραφιστ ηρηκεν εκε κι εδεν τη στρησ τση,                   1475
          πρμ'τονε που επλθυνε πολλ την παιδωμ τση.
     τον εκενη η σγουραφι με μαστορι μεγλη,
          οπο δεν εξεχριζες τη μιν απ την λλη.
     Mε τσην πιδεξτητα την εχεν καμωμνη,
          οπο'το σαν τη ζωντανν δια η σγουραφισμνη.                   1480
     Eφανετ σου και γελ κι θελε να μιλσει
          κι η Tχνη σ' τοιο κμωμα ενκησεν τη Φση.
     Kιανες δεν την εκτεχεν τη σγουραφιν εκενη,
          γιατ απ του Pωτκριτου τα δια χρια εγνη.
     Kι ουδ στον τπον που'τονε, νθρωπος δεν εμπκε,                  1485
          κι ουδ για να στραφε να δει κιαννα δεν αφκε.
     Σ' ψιλ πανν η σγουραφι τονε καμωμνη,
          στην νοιξιν τη δετερην την εχε φυλαμνη.
51 Kι ως το'πιασε στη χρα τση, ζιμι το ξετυλσσει,
          κι εφνιστ τση κι στραψεν η Aνατολ κι η Δση                 1490
     και μες στα μτια τσ' δωκε φωτι κι αστροπελκι
          κι ωσ βουβ κι ωσν τυφλ κι ωσν το λθο στκει.
     τσι καμπσο καρτερε κι απκει αναντρανζει,
          την πρσοψ τση σπλαχνικ στη Nναν τση γυρζει.
APETOYΣA
     Λγει τση: "Nνα, ντ' λλο πλι σημδι θ' να δομε;                 1495
          Σφαλτ επροπτου' και τυφλ, μα εδ κατχω πο'μαι.
     T χνουντα, τ κρβουντα, σμερον ευρεθκα',
          κι εις παδα μεγαλτερην κι εις γνοια νιν εμπκα.
     Tο πρμα εβεβαιθηκεν, καλ θεμλιον χω,
          εκενος οπο μ' αγαπ, ποις εναι τον κατχω.                     1500
     Eις τα τραγοδια μο'βρισκες λογαριασμν κιαννα,
          μα σ' τοτο που θωρες εδ, ντα μου βρσκεις, Nνα;
     ντ' αφορμ τον φερεν εμ να σγουραφσει;
          κι ντα κ' εφλαγ με επ, δχως να μ' αγαπσει;
     Φροσνη μου, Φροσνη μου, φις τα παραμθια,                      1505
          σαν τη γνωρζεις, π τηνε σμερο την αλθεια.
     Aυτνος θ' να χνεται στον Πθον ο-για μνα,
          τ ειδα το φανερνουσι και τ'χω γρικημνα.
     Θωρες με πση μαστοριν και τχνην καμ με;
          Πισ' ξμπλιασε τη σγουραφιν κι απκει στρφου δ' με,     1510
     και δε θες ερεις διαφορν απ τη μι ς την λλη.         
          Λγιασε τχνη κι αρετ και μαστορι μεγλη!
     Π' μου, ποι χρη βρσκεται και να μηδν την χει;
          Ποις λλος εγεννθηκε να ξερει τ κατχει;"
ΠOIHTHΣ
     Πινει φυλσσει το ζιμι τη σγουραφιν εκενη,                           1515
          και στα χαρτι των τραγουδιν κλφτρα του Πθου εγνη.
     Kι επψασιν οι λογισμο οι πρτοι κι ρθαν λλοι,
          θεμελιωμνοι πλι βαθι, και πλιτερα μεγλοι.
52 Σαν ο τυφλς, οπο ποτ στρταν καλ δε βρσκει,
          σκοντφτει, πεδουκλνεται και πφτει και βαρσκει,              1520
     αγανακτ στη ζσιν του, το Θνατν του κρζει,
          βαρανει προς το Pιζικν οπο τονε πειρζει,
     και πντ' αναζητ το φως, βαριται το σκοτδι,
          γιατ η τυφλγρα βσανα και περαξες του δδει
     κι αξφνου, ντε σε πλι κακ στρτ'ναι μπερδεμνος,             1525
          προυσι φως τα μτια του, ξετυφλωθε ο καημνος,
     πασχαρος, καλκαρδος κι ελετερος γυρζει,
          του Hλιο τσ' ακτνες φχαριστ, γιατ το φως γνωρζει-
     τσι κι αυτενη το'παθε ττες την ραν κενη
          τυφλ τονε κι ολτυφλη κι εδ με φως εγνη,                       1530
     τυφλ επροπτειε στη Φιλι, τυφλ τονε στα Πθη,
          τυφλ επασπτευγε να βρει τν αγαπ, να μθει,
     τα μτια τση εξεφξασι, τη συννεφιν εδιξαν
          και την τυφλγρα αφκασι, το σκτος εζυγξαν.
     Eδ'βρηκε τ εγρευγε και πλι δεν το ξετρχει,                          1535
          εδ'ναι σ' λλο λογισμν κι εδ λλην γνοιαν χει.
NENA
     Λγει τση η Nνα: "Δεν μπορ να σου συντχω τρα.
          Nα πμεν εις της Pγισσας, μας εσπουδζει η ρα.
     Kι εγ'χω να σου πω πολλ, κι α' θλω να τ' αρχσω,
          δεν χω τπο ουδ καιρν εδ να τα μιλσω.                         1540
     Oμδι θ' να μενομε και θλεις μου γρικσει,
          ντ'ναι αυτς ο λογισμς και θ' να σ' αφορμσει."
ΠOIHTHΣ
     Tην πρτα εξεμαντλωσε, και βγανει η Aρετοσα,
          και ττες για τον πνον της λες την ερωτοσα'.
     Λγει, λιγκις τονε κι ως επαρακοιμθη,                                      1545
          επρασεν κ' εσκρπισεν, και πλι δεν εγρικθη.
     σμιξε με τη Mνα τση, γιαγρνει στο Παλτι
          κι ,τι ηρηκεν εφλαξεν, κουρφ πολλ τα εκρτει.
53 Eβρδιασεν, ενκτιασεν, και π' να κοιμηθοσι,
          κοντ-κοντ σιμνουσι και σιγαν μιλοσι.                             1550
     Πρτη εν' η Nνα που'ρχισε κι επε στην Aρετοσα
          σ' ,τι εδασι τα μτια τση κι ,τι τ' αφτι τση ακοσα'.
NENA
     "Kερ και Θυγατρα μου, δ' το και καλοδ' το
          κι εις λογισμν πολλ' φαντον εμπκες, κτεχ το.
     Eκολον εναι το κακν κι ποιος βαλθε το κνει                         1555
          κι ποια επληγθη στην τιμ, δεν εδαμε να γινει.
     Ωσν το πρτο μπερδεθε, το δετερο ακλουθ του,
          το τρτο και το τταρτο ξεσφανει και τσουρλ του
     ποσς δεν αναπεγεται, στε να πσει κτω
          και κνει αρχν εις την κορφν και τλος εις τον πτο.            1560    
     Kι οπο δε σσει γλγορα σπθα φωτις να σβσει,
          δνεται χρες, και χωρι, και δση να κεντσει.
     Γιατος τυχανει στην αρχν, εκενοι οπο'χου' γνση,
          να μην αφσουν το κακ να περισσοξαπλσει.
     Γιατ τη φσιν το κακ πολλ κακν την χει,                               1565
          μ' ναν πδ'ναι ντε κιν και με τα χλια τρχει
     και πρματα που φανουνται εκολα στην αρχ τως,
          εναι βαρ και δσκολα πολλ στην τλειωσ τως
     κι ποιος τα ργεται ακλουθ κι ,τι του αρσει κνει,
          κομπνεται και βλβεται και μ' εντροπν τα χνει.                  1570
     Kαι τ' μοιαστα καμματα, που τσ' ρεξης αρσουν,
          χνουσι και ζημινουσι, αμ' χι να κερδσουν.
     "Στον Πθον, που βρσκεσαι, σα γλιον εκινθη,
          κ' εδ ξαμνει κντυνα και γκρεμνισμος στα βθη.
     Kαι λγιασε σα φρνιμη, Kερ μου, να σκολσεις                           1575
          ετοτην την κακν αρχν, και τ'σφαλες να σσεις.
     ντ'ν' οι τσες σου χαρς λο το μερονκτι;
          Γιατ' ηρηκες τη σγουραφι στου δουλευτ το σπτι,
54 γιατ' ηρες στχους τραγουδι' γραμμνους, μες στ' αρμρι,
          για τοτον ο Pωτκριτος εν' ξος να σε πρει;                        1580
     Eς που'τρεμεν, ως σ' εχε δει, σαν τρμει το καλμι,
          πς μελετς και πς το λες ταρι του να σε κμει;
     'Αλλαξ' αυτν το λογισμ, μηδν κακαποδσεις
          μη θλεις με τα Πθη σου ξμπλι αλλων' να δσεις.
     Δε θ' να φγω ουδ να πι, στε να παραδσω,                        1585
          και του κορμιο μου Θνατον εβλθηκα να δσω,
     να μη θωρον τα μτια μου, νκτα αλλ' ουδ και μρα,
          το πς εκακαπδωκε 'νος Pγα Θυγατρα."
ΠOIHTHΣ
     H Aρετοσα, ,τ' λεγεν η Nνα τση, τα εγρκα,
          κι εγνριζεν το σφλμα της, μα ο Πθος την ενκα.                 1590
     Ωσν παιδ τση σπλαχνικ, χι ως Kερ, μιλε της
          σιμνει και το μγουλο βνει στην κεφαλ της.
APETOYΣA
     Λγει τση: "Nνα, βλπω το, γνωρζω το απατ μου,
          πως εκολα εσκλαβθηκα, δεν εμαι πλι σαν μου'.
     Mαγρι τοτα στην αρχ να τα'θελα κατχει,                               1595
          πως η Aγπη βσανα κι ο Πθος πρκες χει.
     Mαγρι να'το βολετ, μαγρι να το μπρου',
          να μην τον εχα στην καρδι, συχνι να τον εθρου'.
     Mα πιστηκα σαν το πουλ, πλι δεν μπορ να φγω
          κι ς κι εδεπ που σου μιλ, εκενον αξανογω.                      1600    
     Kι αν πρτας τον αγπησα, δχως να τον κατχω,         
          εδ διπλ και τρδιπλα μες στην καρδιν τον χω.
     Kαι πς εν' μπορετ να βγω απ τα Πθη που'μαι,
          αν εναι πντα μετ με, ξπνου κι ντε κοιμομαι;    
     Eσνα φανουνται εκολα, γιατ δεν εσαι σ' τοτα,                       1605
          και δεν ψηφς τες ομορφις, τραγοδια ουδ λαγοτα.
     Mα οπο'ναι μσα στη φωτιν, κατχει ντ'ναι η βρση,
          κι ουδ κιαμι λλη το γρικ, α' δεν το δικιμσει.
55 "Παιγνδι μας εφανεται, 'τ δομε φουσκωμνη
          απ μακρ τη θλασσα, κι γρια, και θυμωμνη,                    1610    
     με κματα σπρα και θολ, βρυγι ανακατωμνα    
          και τα χαρκια ντε κτυπον κι αφρζουν ναν-να.
     Kι εκενους τσ' ανακατωμος και ταραχς γρικομε
          και δχως φβο απ μακρ, γελντας τσι θωρομε.
     Mα κενος που στα βθη της εναι και κιντυνεγει,                        1615
          και να γλιτσει απ' τη σκληρ, ξετρχει και γυρεγει,
     αυτς κατχει να σου πει κι απκριση να δσει,
          ντ'ναι ο φβος του γιαλο, αν εναι και γλιτσει,
     και των κυμτω' ο πλεμος, και των ανμω' η μχη.
          Kαι δε γνωρζει το κακ κιανες, α' δεν του λχει.                    1620
     "Σαν πς θαρρες και βρσκομαι και σ' ντα παδαν εμαι,
          κι ντα θερι στο στμα του μ' βαλεν και κρατε με;
     Σε δυ πρματ' αντδικα στκω και κιντυνεγω,
          να τα συβσω και τα δυ ξετρχω και γυρεγω,
     και βνω κπο, μα θωρ και μπορετ δεν εναι                           1625
          το'να με τ' λλο μχεται κι οχθρς μεγλος εναι.
     Aπ τη μι'χω του Kυρο το φβον που με κρνει,
          κι απ την λλην τση Φιλις κι Aγπης την οδνη.
     Φοβομαι τον, τον Kρη μου, το πρμα ντρπομα το
          κι α' θλω οπσω να συρθ, Nνα μου, κτεχ το,                  1630
     ο ρωτας στκει ανδια μου και τ' ρματα μου δεχνει,
          βαστ φωτι κι αναλαμπ, κι απνω μου τη ρχνει.
     Kαι δεν κατχω ντα να πω, κι ντα ν' αποφασσω,
          τνος να κμω θλημα και πλι ποιο ν' αφσω.
     Φβος και Πθος πολεμ κι εγ'μαι το σημδι,                            1635
          και δεν μπορ τοτα τα δυ να τα συβσω ομδι.
     Kριτ μ' εβλαν και τα δυ κι απφαση γυρεγουν,
          πολλ με βασανζουσιν, πολλ με κιντυνεγουν.
56 Ως βουληθ του Kρη μου το Δκιο να μιλσω,
          ο ρωτας μανζει μου πως θ' να τον αφσω                          1640
     κι σο κι αν εναι δυνατ, να κμω δε μ' αφνει,
          στη σημερνν απφαση, στον Kρη δικιοσνη
     και μ' λο που το Δκιο του καθρια το γνωρζω,
          χνει ο γονς μου, σα θωρ, στανις μου αποφασζω.
     H Aγπη στκει ανδια μου κι δικα τυρανν με,                         1645
          μ' ρματα φοβερζει με και με φωτι κεντ με
     με το ξιφρι μο μιλε, με τη σατα λγει,
          το Δκιο τση μ' αναλαμπ και φλγα το γυρεγει.
     Kι α' δεν τση κμω θλημα, με τη φωτι με καγει,
          και πλι παρ τον Kρη μου βαρσκει και δοξεγει.                 1650
     Kι ως βουληθ, στον πλεμον οπο'μαι, να νικσω,
          τσσερα ζλα κνω ομπρς, κι οκτ γιαγρνω οπσω.
     "Kι ας εσαι, Nνα, θαρρετ και μ' λο που η Aγπη
          μ' βαλε σε βαθι νερ, κι ο νους μου επαρατρπη,
     ποτ δε θλεις δει σ' εμ πρμ' πρεπο κιαννα,                           1655
          κι ας καγουνται τα μλη μου, κι ας εν' τυραννισμνα.
     Kαι σκις εις το δακτλι μου αυτς δε θλει απλσει,
          κι ας τυραννται το κορμ, στε ν' αποτελεισει.
     Kι ουδ ποτ απ λγου μου δε θλει δει κανσκι,
          μ' λο που ο Πθος πολεμ, μ' λο που μου βαρσκει,            1660    
     μηδ' λλο πρμα-ν μοιαστο, παρ μιλις ολγο,
          στ' απομονρια τση Φιλις ολπζω να του φγω.
     Kι αν αγαπ, κι αν αγαπ, ο Kκλος σα γυρσει,
          κι η Mνα μου το συβαστε κι ο Kρης μου τ' ορσει
     να'ν' ντρας μου ο Pωτκριτος, ττες κι εγ να κμω               1665
          κθε πρεπ, κθε μοιαστ, στον εδικ μου γμο.
     Kαι δδε μου παρηγορις, τα Πθη ν' αλαφρσου',
          μηδν πληθνει ο πνος μου και ξεψυχσω ομπρς σου.
57 Πλι μη μου δεχνεις δυσκολις κι ευρ το γιατρικ μου,
          εγρκησες τη γνμη μου κι εδες το λογισμ μου."                 1670
ΠOIHTHΣ
     Oληνυκτς πειρζουνται δχως να κοιμηθοσι,         
          ντε τα ξημερματα και φως τσ' αυγς θωροσι.
     ρθεν η μρα η λαμπυρ, σηκνουνται, καθζουν,
          στη χρα τως το μγουλο κι οι δυ τως τ' ακουμπζουν.
     Kι ωσ βουβς κι ωσν κουφς κι ωσν τυφλς εμοιζαν,            1675
          και πρματα πολλ' λογιν εστκαν κ' ελογιζαν.     
     H Nνα τση, σα φρνιμη, βανεν εις το νου της
          για το κακ, που μελετ η Kρη, του κορμιο της
     και τω' γονιν την εντροπν, που θ' να κμει, εθρει,
          κιαμι βοθεια τοιον καιρ να δσει δεν εμπρει.                1680
NENA
     Λγει: "Aν το πω του Bασιλιο, κι αν τηνε μαντατψω,
          σκοτνει την και δεν μπορ στερα να γιατρψω.
     Kαι πλι, αν το κρατ κρουφ και δεν το 'μολογσω,
          και προπατε το πρμα ομπρς κι τοιας λογς τ' αφσω,
     τοτ'χει να μαθητευτε, ,τι καιρς γυρσει                               1685
          κι ο Kρης ωσν πβουλη βνει να με φουρκσει.
     Kαι θλει πει και μι βουλ μουνε μετ κενη
          και πλι μιν ρα ζωνταν στον Kσμο δε μ' αφνει.
     Πορι ο Kαιρς ας προπατε, ας πηανει κι ας περσει,
          μπως και ξελησμονηθε ο Πθος, σα γερσει.                       1690
     Kαι το μακρ πολλς φορς εδα καλ να φρει,
          κι η μρ' αλλις να'ν' το ταχ κι αλλις το μεσημρι.
     Aκμη κι ο Pωτκριτος στην ξενιτι γυρζει,
          και τς κατχει αν λαχε σ' τπον που δεν ολπζει;
     γ σκλβον τον επισασι και Θνατο του δκαν;                      1695
          γ κι λλα κλλη λυγερς πλι τον επροδκαν;
     Kι απετις τσον εκολα πινεται και μπερδνει,
          τς ξερει αν εν' κι αγπησεν λλην κοπλα, ξνη,
58 κι απαρνηθε τον Kρην του, τση Mνας λησμονσει,
          και τσ' Aρετοσας τη Φιλι και την Aγπη αφσει;                1700
     Kι στοντας κι απ λγου τση να μην ιδε σημδι
          του Πθου, και να μη θαρρε να σμξουσιν ομδι,
     αν χει Aγπη μσα του, γλγορα λησμονται,
          πρμα, που δεν αφντεψεν, α' χσει, δε λυπται.
     Kι η Aρετ το σφλμα της δει το, και καλοδε το,                       1705
          και διξει και ζυγξει το, κενο που εδ ποθε το
     και σιγαν, με φρνεψιν, λα τα θλει σσει,
          κι νοστος καταστνεται ο Πθος, σα γερσει.
     Πλι κι εγ καθημερν θλω τηνε διατσσει,
          κι λα τα πρματα ο Kαιρς χαλ και μεταλλσσει."             1710
ΠOIHTHΣ
     Tοτα λογιζει η Nνα τση κι λλα λογιζει κενη,
          κι λλα ξομπλιζει η Aρετ κι λλα θωρε η Φροσνη.
     Tης Aρετς η Πεθυμι επλθαινε ν' ακοσει
          πο βρσκεται ο Pωτκριτος, μανττο να τση ποσι.
     Kι εμθαινε καθημερν, που'ρχουνταν στο Παλτι                     1715
          ξνοι κι ελγαν του Pηγς σ' ποιος τπους επορπτει.
     Kι παιρνε σα παρηγορι πως εν' καλ ν' ακοσει,
          μα δεν ερτηξε ποτ ν-εκενη να τση ποσι.
     Mε φρνεψη λαχτριζε, με γνση ετυρανντο,
          μσ' εκαψοφλογζουντο κι ξω δεν εγρικτο.                       1720
     Aς λαχταρζει, ας καγεται, ας εναι μαραμνη,
          κι ας πω για τον Pωτκριτο, πς βρσκεται, πς πηανει.    
     σον εξενιτεγουντον μακρ απ την Aθνα,
          και τσον πλιν οι λογισμο τσ' Aγπης τον εκρνα'.
     Eμργωνεν εις τη φωτιν κι βραζε στον αρα,                          1725
          εχε τον λιο σκοτεινν και μαρη την ημρα.
     Kαι το βοτνι οπο'βρηκεν ο Φλος, πλι βαρανει
          και την πληγ του κακουργ, αμ' χι να τη γιανει.
59 Kι η αρμηνει που του'δωκεν, σφαλε, δεν εσσε,
          μα πλι βαρανει το κακ, πλι μσα τον επισε                     1730
     κι εγρισε εις χερτερο και πλιν οχθρς του εγνη,
          κι σο μακρανει της φωτις, πλι' φτεν εις το καμνι.
     Tα μτια του που εστρφουνταν κι που κι αν εθωροσα',
          δεν εδαν ομορφτερην απ την Aρετοσα.
     Kαι τσο πλι τα κλλη τση τον εψυγομαραναν,                        1735
          κι ο νους δεν αλαφρνουντον, ουδ' οι πληγς εγιαναν.
     Δεν ξερει πλι ο Πολδωρος ντα βουλ να δσει,
          ο ρωτας χει μθηση πλι παρ' αυτν και γνση,
     γιατ' εναι σε θρον ψηλ και πλοσιο και μεγλο,
          και πλι κατχει, πλι μπορε, παρ κιανναν λλο.                 1740
     Mσα σε τοτο το καιρν ο στρατολτης φθνει
          κι μαθε για τον Kρη του, πως στκει ν' αποθνει.
     Eμσεψε σπουδαχτικ να πγει στην Aθνα,
          γιατ με λγια σπλαχνικ η Mνα του το μνα.
     Eπεν το και του Φλου του, το πως τσι βιζει η ρα                   1745
          γλγορα να γιαγερουσι στην εδικν τως Xρα.
     (Δεν το για τον Kρην του ετοτα οπο σπουδζει,
          μα ο λογισμς της Aρετς εναι που τονε βιζει,
     και τον καιρν οπο'λειπε τσι μακρ απ κενη,
          επλθαινεν ο πνος του κι αμτρητος εγνη.)                         1750
     Σπουδαχτικ γιαγρνουσι, τη στρτα γληγοροσι,
          σνου' στη Xρα βιαστικ, τον ρρωστο να δοσι.
     Aλφρωση ο Pωτκριτος εγρκησε στα Πθη,
          που αποθαμνος τονε κι ζησεν κι ανεστθη.
     Tον Kρην του καλτερα ηρεν και δχως βρος,                        1755
          για 'δ δεν εφοβοντονε να τονε πρει ο Xρος.
     Eπραν λοι τως χαρ, μα πλι η καημνη Mνα,
          κι ωσν τον εδεν, οι πληγς του λογισμο τση εγινα'.
60 Πν' τα μανττα εδ κι εκε κι ανεβοκατεβανα',
          πως ρθεν ο Pωτκριτος, οπο'τον εις τα ξνα.                      1760
     Kαι φρνει ο αρας τη λαλιν τοτη στην Aρετοσα,
          χαρ μεγλην δειξε, τ' αφτι τση ντ' τ' ακοσα',
     κι αρας μες στα σωθικ και δροσερδα μπκε,
          κουρφ-κουρφ χαιρμενη περσσα την αφκε
     κι αξφνου, ντε το γρκησε πως σωσε στη Xρα,                    1765
          εχλμνιανε, εκοκκνισε χλιες φορς την ρα.
     Kαι για να μη γνωρσουσιν οι λλοι τη χαρ τση,
          με σιγανδα εσρθηκε μσα στην κμερ τση.
     Eκε τονε κι η Nνα τση και δυ καρδις βαστοσι
          κενα οπο γιανουσιν τη μι, την λλην αρρωστοσι.            1770
     Eβλθηκεν η λυγερ, σα φρνιμη, να χσει              
          τσ' αγπες τση κι τσι εκολα να μην τες φανερσει.
     Nα μην μπορε ο Pωτκριτος ποτ να τη γνωρσει,
          πως χει βσανα Eρωτις, πως χει Πθου κρση
     κι αγλια-αγλια, με Kαιρ, να του το φανερσει,                       1775
          ζλο και ζλο να κιν κι ο Πθος να ξαπλσει.
     Στολζεται, αποφτινεται, κι εις του Kυρο τση πηανει,
          και με μεγλην Πεθυμι να τονε δει ανιμνει.
     Eκενος, ως επζεψε, πρτη δουλει που κνει,
          κρζει κρουφ τη Mνα του και τα κλειδι του πινει,           1780
     να γρψει πλι βσανα και παδα που τον κρνει,         
          να βλει ξλα στη φωτι, κρβουνα στο καμνι.
     Aνογει το αρμαρκι του να βρει τη σγουραφι του,
          να κανακσει στο παν με σπλχνος την Kερ του.
     Ως νοιξεν και δε θωρε τη στρησιν εκενη,                                1785
          σ' αφρμισιν τον ριξε κι λλος εξαναγνη
     απνω-κτω εγρευγε, με παιδωμ και ζλη-
          και σα' ντε κοιμηθε παιδ σ' τση μνας τη μασκλη,
61 πολλ' ακριβ και μοναχ, πολλ κανακεμνο,
          κι ως θα του δσει το βυζ, το βρσκει αποθαμνο,                 1790
     σηκνει, ξαφορμζει ο νους στο ξαφνικ μανττο,
          να δει νεκρ στα χρια της παιδν οπο εκοιμτο,
     συρθε το αμα στην καρδιν κι η ψις απομενει
          σπρη, χλομ σα του νεκρο, τοιας λογς εγνη.
     Aποκρυγιναν το ζιμι της νιτης του τα μλη,                            1795
          ως εδεν πως δεν ηρηκεν εκενον οπο θλει.
     Tα μτια κνει ωσ νεκρ κι η ψις του απομνει
          με δχως αμα ζωνταν, ωσν αποθαμνη
     και ζαλισμρα του'δωκε, παρτρομος μεγλος,
          και δεν εκτεχε να πει, γ εκενος εναι, γ λλος.                   1800
     Σαν νειρον του εφανετο, και πως κοιμται εθρρει,
          και να ξυπνσει ενμενε να τα'βρει μες στ' αρμρι.
     Σαν επαρασυνφερεν ο λογισμς του μσα,
          ρχισε να καλοθωρε ποιο να'ναι οπο του φτασα'.
EPΩTOKPITOΣ
     "Tς να τα πρεν απ 'κε και τνος να τα πγαν;"                         1805
          λγει: "δεν τανε πουλι τα γρμματα κι εφγαν.
     Kι ουδ' εναι μπορετ κι επ κλφτης να μπκε μσα,
          γιατ γυρψειν θελεν ασμι γ τορνσα,
     γ κι λλο τβοτσι ακριβ. Mα τα γραμμνα κενα
          οι κλφτες αν τα θλα' βρει, στον τπον τως τ'αφνα'."          1810    
ΠOIHTHΣ
     Kρζει τη Mναν το ζιμι, ρωτ, ξαναρωτ τη,         
          σαν κενη οπ' λα τα κλειδι στα χρια της εκρτει.
MANA
     Eκενη, μ' ρκους φοβερος, του λγει: "Tο κλειδ σου,
          υΓι μου, εγ το φλαξα, στην ξενιτι ντεν σου',
     κι ανθρπου δεν το θρρεψα, ουδ' φηνα ποτ μου,                  1815
          να'θελε μπει λλος δχως σου, να ζσεις, καλογι μου.
     Mιν ρα μνο η Pγισσα ρθε κι η Aρετοσα,
          να δοσινε τον Kρη σου, το βρος σαν ακοσα'.
62 Kαι στο περβλι ηθλησεν, εκενην την ημρα,
          να πρει περιδιβαση τ' Aφντη η Θυγατρα.                          1820
     Kι οργετο να συντηρ τα δεντρικ που ανθοσα',
          περσσα τα ξενζουντα' σες κι αν τσ' ακλουθοσα'.
     λο το τριγυρσασι, στην κατοικι σου εσσαν,
          κι απξω σαν την εδασι, την εποκαμαρσαν.
     Kι εφνη μου να'ναι πρεπ, ν' ανοξω να'μπου' μσα,                   1825
          γιατ εθρουν την Kερν, απξω, πως τσ' αρσα'.
     Mε τξιν και με φρνεψιν εμπκαν κι εθωροσαν,
          τσι στλισες οργουνταν, τσι πστρες επαινοσαν.
     Kαι δεν απλσασιν ποθς, μνον η Pηγοπολα,
          που'νοιξεν κι εστοχστηκεν εις την καμεροπολα.                 1830
     Mα τβοτσι δεν πιασε, μα το ζιμιν εβγκε,
          μηδ' πλωσε, μα σαν Kερ, ως τα'βρηκε τ' αφκε.
     Πρμα σο λεπει, και ζητς; Ξελησμονς το, Γι μου,
          και το κλειδ σου κιανενς δεν το'δωκα ποτ μου."
ΠOIHTHΣ
     'T 'κουσεν ο Pωτκριτος τ' αναθιβνει η Mνα,                          1835
          τα λγια τση σε λογισμος μεγλους τον εβνα'.
     Mα δεν το ξεφανρωσε, μσα κρουφ το 'κρτει.
EPΩTOKPITOΣ
          Λγει: ",τι κι αν εκροφευγα, ξερουν το στο Παλτι.
     Kι αν τα'πιασεν κι εδιβασεν και τα'δεν η Aρετοσα,
          λογιζω πως πολλς φορς τ' αφτι τση μου τ' ακοσα'.        1840
     Kι η σγουραφι εβεβαωσεν κι καμε να γνωρσει,              
          πως βρσκομαι για λγου τση σ' Πθου κι Aγπης κρση.
     Σ' ,τι μιλε ο λογαριασμς, πολλ θελε μανσει,
          γες δουλευτς του Παλατιο τσο ν' αποκοτσει,
     να σγουραφσει μι Kερ, να την κρατε χωσμνη,                       1845
          και κθε αργ να τραγουδε η Aγπη πς μαρανει.
     Kαι του Kυρο της τα'δειξε και δε μου λεπουν Πθη
          κι εδ'βρε τον τραγουδιστ, που γρευγε να μθει.
63 Kαι τοτον ο λογαριασμς εκολα μου το δεχτει,         
          τη σγουραφιν και τα χαρτι κρατε τα, δεν τα ρχτει.           1850    
     Για χαλασμ μου τα'πιασεν κεν' λα απ τ' αρμρι,         
          χι να θ' να τα θωρε, να μθει να ριμρει.
     T'χωνα εξεχωστκανε, τ 'κροφευγα εφανκαν,
          και τ μου δδασι χαρν, οχθρο μου εδ εγενκαν.
     Aνθεμα το Pιζικ, ανθεμα την ρα,                                         1855
          που ο Φλος μο'δωκε βουλ να πγω σ' λλη χρα!"
ΠOIHTHΣ
     Στκει, λογιζει και θωρε ντα μπορε να κμει,
          να βουηθηθε σ' τοια δουλειν και τρμει σαν καλμι.
     Kι αν τονε κρξει ο Bασιλις να τον αναρωτξει,
          μ' ντα λογς λογαριασμ το μαρο σπρο να δεξει.              1860
     Kαι με μεγλο λογισμ θωρε, ξαναθωρε το,
          γιατ βλεπε το κμωμα πολλ καθριον το.
     Zερβ-δεξ το εγριζεν, πντ'βρισκεν πως φταγει,
          γιατ το φως τ' ολλαμπρο νκτα κιανες δε λγει.
     Oγια λιγτερο κακ, θ' να σταθε στο σπτι,                               1865
          και σ' τσ' λλους τοτην τη δουλειν πολλ κουρφ κρατε τη.
     Mνον εις τον Πολδωρον λα τα φανερνει
          και κποια που του κορφευγεν, εδ δεν του τα χνει.
     Eπεν του για τη σγουραφιν, πο'τον και πς εχθη,
          κι ως τ' κουσεν ο Φλος του, ασλευτος εστθη                  1870
     και δεν κατχει ντα να πει κι ντα βουλ να δσει,
          εις τοια πρματα ψιλ κομπνεται κι η γνση.
     Eκρτειεν το γι' απαρθιν, πως στου Pηγς τη χρα
          βρσκουντ' εκενα τα χαρτι απ την πρτη μρα.
     Πορι δωκεν κι αυτς βουλ, στο σπτι ν' απομενει                  1875
          ο Pκριτος, στε να δο' για τη δουλειν εκενη.
     Kαταχωστ, με πονηριν και γνση να ξανοξουν,
          κι αν εμπορσουν το κακ και βρη αλλο να ρξουν.
64 Kαι να'βρου' φλους και δικος, κουρφ να το μιλσουν,
          να ψομομαρτυρσουσιν, ογια να του βουηθσουν.               1880
     Nα πουν πως λλος τα'δωκε στου Pκριτου τη χρα,
          να σσουσιν τα λγια τως, στην ρα, στην ημρα.
     Kαι για κιανναν νθρωπον, που να'ναι αποθαμνος,
          να πουν πως κενος τα'δωκε, να βουηθηθε ο φταισμνος.
     Tοτ' η βουλ, που του'δωκεν ο Φλος, δεν τ' αρσει,                 1885
          δεν χει πδια να σταθε εκενος οπο φτασει.
EPΩTOKPITOΣ
     Kαι λγει: "Φλε, α' μ' αγαπς και θες να μου βουηθξεις,
          εις το Παλτι πγαινε, να δεις και να ξανοξεις
     στου Bασιλιο το πρσωπον, αν εναι μανισμνος,    
          γ πορι και χαιρμενος και καλοκαρδισμνος.                      1890
     Kι α' σου μιλσει σπλαχνικ, για λγου μου ρωτξει,
          γ ανβλεμμα γριο και θολ και γρινιασμνο δεξει,
     να'ρθεις ζιμι να μου το πεις, να μθω τα μανττα,
          να ξοριστ, να πορπατ σ' τση ξενιτις τη στρτα.
     Kι αγλια-αγλια να φυρ, οι ολπδες σα χαθοσι,                      1895
          και το μανττο γλγορα να'ρθου' να σας εποσι,
     πως για τον Πθον τση εκεινς που αγπησα στανις της,
          απθανα κι ετλειωσα κι εχθηκ' απ' ομπρς της.
     Nα το γρικσει, να χαρε κι ,τι σφαλα, για κενη
          να μην αναθιβολευτε κι ανγνοια ν' απομενει."                      1900
ΠOIHTHΣ
     O Φλος του ανεδκρυωσε στα λγια που του ακογει
          κι η πρκα του κι ο πνος του μες στην καρδιν το κρογει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λγει του: "Mην πρικανεσαι, τοτην την γνοια δος μου
          και να ξανοξω στ μπορ, σου τσσω μοναχς μου.
     Kι ,τι σημδια θλω δει, να σου τα πω κι εσνα,                        1905
          να συμβουλψομεν κι οι δυ εις τ'χεις καμωμνα."
ΠOIHTHΣ
     Eτοτος πρασσε συχνι στου Pγα το Παλτι,
          μ' Aγπες δεν εγρευγεν, ουδ Φιλις εκρτει.
65 Kι εκνησε, σα δουλευτς, να π' να χαιρετσει,
          ογια να δει το πρσωπο του Aφντη, να γνωρσει.                 1910
     Eκολα κενοι οπο μπορον κι οι Aφντες οπ' ορζουν,
          σ' τοια μεγλα σφλματα γρινιοσιν και μανζουν.
     Eπγε μ' τοιο λογισμν και χαιρετ το Pγα,
          κι αυτς πασχαρος ρωτ και λγει, πς επγα'
     στα ξνα, που γυρζασι κι ντα μανττα εφρα',                          1915
          και δδει του κι εφλησεν τη σπλαχνικν του χρα
     και με το γλιο το μιλε, χαρν πολλν του κνει,
          ρωτ για τον Pωτκριτον, πο'ναι και δεν εφνη.
     τον εκε κι η Aρετ, τ λγασιν εγρκα,
          και τα κρουφ τση εφλαξε κι ξω δεν εφανκα'.                 1920
     Πορι δεν τον μπορετν λους να τσι κομπνει,
          κι εγνρισ' ο Πολδωρος κενο οπο σ' τσ' λλους χνει.
     Eδεν τηνε χαιρμενην, εδεν την ξεγνοιασμνη.
          ντα σημδια θλει πλι να στκει, ν' ανιμνει;
     Σαν ηρηκεν καλς καρδις, ζιμι επαρηγορθη,                        1925
          και με γλυκτη, του Pηγς, στ του'πε, απιλογθη.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λγει: "O Pωτκριτος κακ βρσκεται για την ρα,    
          κι εις το κλινρι κετεται ως ρθεν εις τη Xρα."
ΠOIHTHΣ
     H Aρετοσα ως τ' κουσεν, εχλμιανε κι εφνη    
          το πως ετοτη η αρρωστι μες στην καρδιν την πινει.      1930
     (Σφανει οπο πει κι οι λογισμο τ' ανθρπου δε γρικονται,
          γιατ με δχως εμιλι στο πρσωπο θωρονται,
     ας πσκει πορι σον μπορε νθρωπος να τα χνει,
          τ' αμμτι και το πρσωπον λα τα φανερνει.
     Mπορε, λγη ρα, οπο γρικ, κιαννα να κομπσει,                 1935
          μα γλγορα γνωρζεται κενο που θ' να χσει.)
     Eγνρισε ο Πολδωρος, κατχοντας και τ' λλα,
          πως οι γραφς κι η σγουραφι σε Πθο την εβλα'.
66 'Kε οπ'χε την παρηγοριν, το πως δεν τα κατχει
          ο Pγας κενα τα κρουφ κι ουδ' τοιαν γνοιαν χει,            1940    
     πρικανεται κι εις τ θωρε, σα φρνιμος, λογιζει
          το πως δεν σβησε η φωτι, μα εις δυ κεντ και βρζει.
     Δειλι ττοιαν κακν αρχν, το τλος τση φοβται,
          κι χι τον να μοναχς, μα και τους δυ λυπται.
     Mισεγει κι αποχαιρετ, στου Φλου του γιαγρνει,                     1945
          και τα μανττα, ως φρνιμος, συγκεραστ τα φρνει.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λγει του: "Aδρφι, κτεχε κι ο Pγας δεν το ξερει
          ακμη εκενο το κακ που μλλεται να σ' ερει.
     Kι ολχαρος ερτηξεν, ως μ' εδεν, ογια σνα,
          και πς τα πγαμεν κι οι δυ που λεπαμε στα ξνα.              1950    
     Mα τσ' Aρετς το πρσωπο καθρια φανερνει              
          πως χει μνητα πολλ, μα ως φρνιμη τη χνει.              
     Mα τ' νομ σου ως τ' κουσε, σ' τσην οχθρτα μπκε,
          φαρμκι απ' τα ρουθονια τση με τον καπνν εβγκε
     και σιγαν τα χελη της ανεβοκατεβκα',                                     1955
          και μες στο στμα εμλησεν, οπο λλος δεν εγρκα.
     Kι απ' του στομτου τον καπν κι απ' τα σημδια τση λα,    
          με μνητ ειδα και να πει: "O κλφτης ρθε κιλα;".
     Tα χελη τ ξαμνασι, δχως να τα μιλοσα',
          τα μτια μου εγρικσασι, τ' αφτι ,τι δεν ακοσα'.               1960
     Kαι λγω σου να βλπεσαι και τη φωτι να σβσεις,
          και στο Παλτι του Pηγς πλι σου να μην πατσεις.
     Tη Mνα και τον Kρη σου η Aρετ λυπται,    
          γιατος το σφλμα οπο'καμες, για 'δ δε 'μολογται.
     Γιατ κατχει, κι αν το πει, ο Pγας δεν αφνει                             1965
          αγδκιωτος σ' τοια δουλει μεγλη ν' απομενει.
     M' αν εν' και δει απ λγου σου ξμπλι κιανναν λλο,    
          το φανερνει του Kυρο, κτεχε, για μεγλο.
67 Kι αν εναι και φανερωθε κι ο Pγας να το μθει,
          κακομοιρις το σπτι σας χει πολλς να πθει.                        1970
     Για τοτο, ξφευγε απ 'κε, δεχνε πως δεν κατχεις,
          και πως ουδ' τοιο λογισμν, ουδ' τοιαν γνοιαν χεις.    
     Για να λογισει πως ποθς τα'βρες κι ελχασ σου
          κι κακα, δχως πονηρι, τα'χες στη φλαξ σου.
     Kαι μη ζητς κιαμι βολ να μθεις τς τα πισε,                          1975
          και φρνιμος παρ ποτ εδ τυχανει να'σαι.
     Nα'ρθει να ξελησμονηθε το πρμα, να περσει,    
          μα 'δ, που βρζει, βλπεσε, και καγει οπο το πισει."
ΠOIHTHΣ
     στεκεν ο Pωτκριτος με λογισμν κι εγρκα,
          λγη την εχε τη χαρ, μεγλη τον η πρκα.                           1980
     Πως δεν κατχει ο Bασιλις, τοτο πολλ τ' αρσει,
          μα οι μνητες της Aρετς βρζουν πολλ και κασι.
     Στο σπτι εβλθη να σταθε, μρες να μην τον δοσι,
          κι ντε ρωτξει ο Bασιλις, πως εν' κακ να ποσι.
     Tον αρρωστρην καμε κι ο Kρης το πιστεγει,                         1985
          και γιατρικ πολλ' λογιν πμπει να του γυρεγει.
     H Aρετ, με λογισμν, την αρρωστι του 'γρκα,    
          μες στη καρδι 'χε το καημ, στα σωθικ την πρκα.
     O Kρης τση καθημερν πεμπε να μαθανει,
          χαρ μεγλην παιρνε, 'τ θλαν πει πως γιανει.                    1990
     Γιατ τον Kρην του ακριβν τον εχε στο Παλτι,
          τσι κι αυτνο το παιδ σα τκνο τον εκρτει.
     Mσα σε τοτον τον καιρ κι ημρες που περνοσα',
          τσσερα μλα δφορα ηρεν η Aρετοσα.
     Πμπει και κανισκεγει τα εις τ' ρρωστου τη Mνα,                    1995
          κενα εγενκασι γιατρο κι εκενα τον εγινα'.
     Σαν τα ειδε και σαν του'πασι πως εν' απ' το Παλτι,    
          κι επασι ποι τως τα'πεψε και ποι χρα τα 'κρτει,
68 οληνυκτς ελγιαζε, καθλου δεν κοιμται,
          και μ' τοια ξμπλια φανερ, αντρεγει, ξεφοβται.                2000
EPΩTOKPITOΣ
     Λγει: "Πς εναι μπορετ, πς μοιζει τοτο, να'χει
          η Aρετοσα μετ με τσην κακιν και μχη,
     αν εν' και καταπς θωρ κι οπ'χω γνωρισμνα,
          τη Mνα μου εκανσκεψε ξαρρωστικ για μνα;
     Δε θλω πλι, για τοια δουλει, του Φλου να μιλσω,               2005
          τη γνμη του κατχω την, πντα με σρνει οπσω
     κι αμπδισμα και δυσκολις και μπρδεμα μου βνει,    
          και χνει μου το γιατρικ, οπ'χει να με γινει.
     Eις τ γρικ κι εις τ θωρ κι εις ,τι μ' αρμηνεγει
          ο ρωτας, η Aρετ να βλψει δε γυρεγει                              2010
     κιαννα για τη σγουραφι, μηδ για τα γραμμνα,
          ουδ' ρεξιν κιαμιν κακ δεν χει μετ μνα.    
     Kι αν εχεν εσται απαρθιν και τσα να μανσει,
          θελε στρψειν ς εδ, να βρξει, να χιονσει.
     Mα εγ θωρ καλοκαιρι, μρα σιγανεμνη,                              2015
          και νφαλο στον Oυραν θολ δεν απομνει.
     (Πντα η γυνακα ανερωτ, και πεθυμ ν' ακοσει    
          πως λοι τηνε ργουνται κι λοι την αγαποσι.
     Kι ουδ μανζει, ουδ γρινι, αμ πολλ τσ' αρσει,
          λοι, μεγλοι και μικρο, μορφη να τη λσι.)                        2020
     Kι αν ηρε τα τραγοδια μου, το σκισμα τσ' ομορφις τση,
          δεν εκακοσυνετηκε, μα'χει το για χαρ τση.    
     Λογιζει πως, σα δουλευτς οπο'μαι στο Παλτι,
          πιασα κι εσγουρφισα το σκισμαν οπο εκρτει.
     Δε θλει πει πως αγαπ, μα σε καλ το βνει                              2025
          κι τοια γλυκτη κι ομορφι ποτ κακ δεν κνει.
     Γλγορα θ' να σηκωθ, να πω το πως εγινα',    
          κι επρασ μου το κακ κι οι πνοι που με πινα'.
69 Kι εις το Παλτι μοναχς θα πγω μιν ημρα,
          και να φιλσω, ως δουλευτς, του Aφντη μου τη χρα.       2030
     Για να γνωρσω και να δω εις ντα στρταν εμαι,
          κι ο λογισμς οπο'βαλα, γ γιανει, γ αρρωστε με."
ΠOIHTHΣ
     H κηλα η ψοματιν επρασε κι εδιβη,    
          νερ γυρεγει στη φωτιν, πρι' να τον αναλβει.
     Nτνεται και σηκνεται κι απετις εσηκθη,                              2035
          δυ μρες το σφαλιστς κι απκει εφανερθη.
     Θωρον τον φλοι κι εδικο, παρνουν χαρ μεγλη,    
          που πρτα εκε δεν φηνε κιαννα να προβλει.
     ρθεν κι ο Φλος και θωρε το Φλο σ' λλα φλλα
          κι εκμα' νεκρανστασιν της Aρετς τα μλα.                      2040
     Γρικ του κι ελογριαζε να πγει στο Παλτι,
          και τα διατματ'διωξεν κι λλη βουλν εκρτει.
     Eλγιαζε ο Πολδωρος, το πως κρουφ θ' να'ναι
          μανττο απ την Aρετ, για κενο τον εγινε.
ΠOΛYΔΩPOΣ
     Λγει: ",τι κι αν εκπιασα, θωρ νεκρ επομενα',                  2045
          και χορτασμνον ηρηκα ναν που τσο επενα."
ΠOIHTHΣ
     Για ττες πλι δεν του μιλε κι ελγιαζε πως χει    
          κρουφ μανττο τσ' Aρετς, στε να το κατχει.
     Στολζεται ο Pωτκριτος να πγει στο Παλτι,
          με ταπειντη εκνησεν και μ' γνοιαν επορπτει.                  2050
     βανε χλιους λογισμος, ντα ν' αποφασσει,
          κι ντα να κμει προς αυτν της Aρετς η κρση.    
     Δε θλει παρ μι φορ να την αναντρανσει,
          κι αν χει μχην προς αυτν, να δει, να τη γνωρσει.
     Kι απκει πλι να μη στραφε στον τπο οπο'ν' εκενη,            2055
          να καγεται ολομναχος σ' τσ' Aγπης το καμνι.
     Eσμωσε του Παλατιο, ανβηκε τη σκλα    
          κενη οπο τον επτιζεν το μλι και το γλα.
70 Eμπανει μσα, χαιρετ, σα δουλευτς, το Pγα,
          προς τη μερν της Aρετς εστρφηκεν ολγα.                     2060
     Kι εκενη, με τη πονηρι, δεν θελε, για πρτη,
          να δει το πως ορχτηκε του Pκριτου τη νιτη.
     Eχλμιανε κι εκργιανε, την διαν ραν πλι
          εξψα', εξεκοκκνισαν τα πλουμισμνα κλλη
     ανογαν κι εσφαλζασι τα φλλα τση καρδις της,                     2065
          και με την πρκαν τονε συγκεραστ η χαρ της.
     Στου Πθου τα μπερδματα εχε χαρ μεγλη,    
          να βλπει να[ν], που αγαπ, μ' τοια ομορφι και κλλη.
     Mα ως εχε βλειν εις το νου κι ως θελε λογισει
          ποι στρτα μλλει να κρατε, και ποι βουλ να πισει,      2070
     να'βγει το πρμα με τιμν, οπο'βαλε στο νου της,    
          και να γενε με την ευχ Mνας και του Kυρο της,    
     χολικιασμνη επμενεν και πλεμο μεγλο
          εχε στα φλλα τση καρδις για το'να και για τ' λλο.
     Kρουφ τον ανεντρνιζεν κι ουδ πολυσυχνιζει,                     2075
          ακτεχη σ' τοια δουλειν και δχως Πθο μοιζει.
     Kι εκε που πντα σαν Kερ, ανγνοια τον εθρει,    
          εδ κλιτ κ' εντροπιαστ τον βλεπεν η Kρη.
     Kαι σ' τοια χρεαν αντρεγετο να τση βουηθσει η γνση,
          και την Aγπη τσι εκολα να μην του φανερσει               2080
     να τον-ε σρει τον καιρν, που μπορε να σσει,
          και τα κρουφ τση ο Pκριτος ποτ να μην τα νισει.    
     Mα τοτο σφανει οπο το πει, ο Πθος δεν κομπνει,    
          μα ποια αγαπ, σ' τν αγαπ γοργ το φανερνει.
     ρχισεν ο Pωτκριτος, του Παλατιο συχνιζει,                       2085
          κι ουδ τα πσω συντηρ, μηδ τα μπρος λογιζει.
     Kιαμι φορ με φρνεψιν την Aρετοσα εθρει,    
          για να γνωρσει ντα καρδιν κι ρεξιν χει η Kρη,
71 κι αν χει μχη και κακι κι αν εναι γρινιασμνη,
          και ττοια απφαση στεκε με φβον κι ανιμνει.                 2090
     Tην πρτη εστρφη απολιγο, τη δετερην πληθανει,
          την τρτην παρνει αποκοτιν, πλι παραμπρς εμπανει.  
     Δ' την και ξαναδ' τηνε, αρχνισεν κι η Kρη    
          κι εσυχνοστρφετο κι αυτ, με σπλχνος τον εθρει
     'κε οπο'θελε να κρατηχτε, καιρς πολς να διβει,                2095
          ρωτας τσ' φτε τη φωτι κι στεκε ν' αναλβει.
     Eθρειε τον Pωτκριτον πς τον κι ελυπτο    
          και με την κραν του ματιο συχνι το απιλογτο.
     Eις κποιον τρπον, εις τ' αλλο παιζε με το μτι,
          οπο εγνωρζασι κι οι δυ πως μι Φιλι τσ' εκρτει.           2100
     μοιασεν ο Pωτκριτος κενου του στρατολτη         
          που'λαχε εις ποταμι θολν κι εναι νερ γεμτη.
     Kι ως τηνε δει, φοβται τη, δειλι να την περσει,
          μα βιζεται κι αποκοτ να μπει, να δοκιμσει.
     Kι αγλια-αγλια πορπατε, ζλο και ζλο κνει,                        2105
          να δει το βθος του νερο, βργα κρατε και βνει.
     Πντα τση βργας ακλουθ κι εκενη τιμονεγει,    
          την πλιν ανβαθη μερν, και πλι'φκολη γυρεγει.
     Kι απετις δει και καλοδε και λγο βθος χει,
          περν, ξαναπερν τηνε, και φβο πλι δεν χει-                    2110
     τσι αυτεινο τα μλη του ετρμαν κι εδειλιοσα',
          την πρτην οπο στρφηκεν κι εδε την Aρετοσα'.
     Kι αγλια-αγλια αρχνισεν αποκοτι να παρνει,
          να συχνοπηανει στου Pηγς και να σπουδογιαγρνει.
     Kαι δοκιμζοντας κι αυτς το βθος των κυμτων,                   2115
          ηρεν ανβαθα νερ και πλι δεν εφοβτον.
     Eγνριζε στα μτια τση τον πνον τση καρδις της    
          κι εις τη χλομδα την πολλ κι εις την αδυναμι της.
72 Tο πρμα πλι δεν εν' χωστ στον να κι εις τον λλο,
          γιατ γνωρσασι κι οι δυ πως προπατο' να ζλο.               2120
     H Aρετοσα, σον μπορε, πασκε να το χνει,
          μα ο ρωτας ο πβουλος τηνε ξεφανερνει.    
     Kι σο με γνση πονηρις να κουρφευτε γυρεγει,
          ο Πθος τη φανρωνε, η Aγπη μαντατεγει.
     T'χουσι μες στο λογισμν, κιανες δεν τα κατχει,                     2125
          μηδ' λλος τοτα τα γρικ, μν' ποιος γνοιαν χει.
     H Nνα τση τα κτεχε κι ο Φλος του Eρωτρη    
          κι εσφζουνταν καθημερν για τα δικ τως βρη.
     Πλι οι ερμηνεις τως δεν μπορον φελος να τως κμου',
          προξενητδες μοναχ θ' να'ν' κι οι δυ του γμου.             2130
     Eκρουφοαναντρανζασι κι εκρουφοσυντηροσαν,
          γλιο δε δεχνει ο γες τ' αλλο, μηδ ποτ εμιλοσαν.
     Eδτσι επρναν ο Kαιρς, τα μτια σανε μνον
          που εμολογοσαν τση καρδις τα Πθη και τον πνον.
     Tο ανβλεμμα της Aρετς εναι στο ναι κι εις τ' χι                     2135
          με φρνεψη το κρβουνον εις την αθλη το'χει.
     Δε θ' να δεξει κ' εκολα ο Πθος την ορζει    
          μσα εχε βρσιν και καημν κι απξω δεν καπνζει.
     Kαι μ' λο που ο Pωτκριτος εγνριζε κι εθρει
          πως σπλαχνικ συχνι-συχνι αναντρανζει η Kρη,             2140
     ποτ του δεν αποκοτ λγο να τση μιλσει,
          γιατ' θελε πλι φανερ την Kρη να γνωρσει.
     Kι λα τ' αναντρανσματα που'διδε η Aρετοσα,
          η τξη κι η γλυκτητα πντα τα συγκερνοσα'.
     Kι ογια τιμ κι ογια ευγενει κι ογια μεγαλοσνη,                       2145
          να τη γνωρσει τσι καλ ακμη δεν αφνει.
     Kαι μ' λο που'χε πεθυμι να τονε κμει Tαρι,
          θλει κ' ετοτον ο Kαιρς με γνση να το φρει.
73 Eθρειε το, αναπεγετο κι εκενο τηνε σνει
          και δχως σποδα, σιγαν, να φτσει το ζυγνει.                 2150
     Kι ευρσκετο ο Pωτκριτος μσα στο ναι κι εις τ' χι,
          ρες σ' αρα δροσερ κι ρες σ' φωτι κι εις λχη.
     τρεμεν, εφοβτονε κι εβλπουντο μη σφλει,
          να δεξει τον αδιντροπο σ' τοια Kερ μεγλη.
     Kαι πντα με κλιττητα και με ταπεινοσνην                            2155
          εθρειε κι αναντρνιζε την ομορφιν εκενην.
EPΩTOKPITOΣ
     Kι λεγε μες στου λογισμο: "Kατχω και γνωρζω,
          κι ξος δεν εμ' εγ ποτ ττοιαν Kερ να ορζω,
     και να την κμω Tαρι μου. Kαι το λοιπν τυχανει
          ο δουλευτς, σα δουλευτς, εις την Kερ να πηανει.          2160
     Tοτο με σνει κι ας περν, σνει με και κατχω
          πως ργεται να με θωρε, κρδος μεγλον χω.
     Kαι τβετσι λλον απ' αυτ δε μοιζει ν' ανιμνω,
          ετοτο ας χω για θροφ, να τργω, να χορτανω."
ΠOIHTHΣ
     ποι' αγαποσιν καρδιακ, παρηγορι μεγλη                        2165
          παρνου' να βλπουν ες του αλλο των ομματιν τα κλλη.
     Xαρουνται, αναγαλλιοσινε με τη θωριν εκενη,
          κι α' θλου' να στραφον κι αλλο, η Aγπη δεν τσ' αφνει.
     τσ' το στον Pωτκριτον, τσι στην Aρετοσαν
          με τη θωριν εθρφουνταν, μαστορικ επερνοσαν,          2170
     δασκαλικ επορεουνταν, μ' λον οπο'το η πρτη
          που εμπκε σ' τοια βσανα η πραγ τως νιτη.    
     Mην το κρατετε ογια πολ, μη το θαυμζεστ' λοι,
          τοτες οι τχνες βρσκουνται σ' τση Φσης το περβλι.
     Kι εις πρματα πολλ' λογιν, π' νθρωπος δε κατχει            2175
          κι ουδ' πραξε, μηδ' εδεν τα, μθηση η Φσις χει.          
     Σα το μωρν, οπο κιανες φαητ δεν τ' αρμηνεγει
          κι εκενο, ,τι ρα γεννηθε, να βρει βυζ γυρεγει,
74 απ' την κοιλιν τση μνας του η Φση δασκαλεγει,
          και το βυζ για ζση του να το'βρει πασπατεγει.                2180
     Kαι δχως να'χει δσκαλο, με μθηση γεννται,
          κλαει, γυρεγει το βυζ κι η μνα το λυπται.
     Kι αν εναι και γιαμι-γιαμι γλα δεν το ταγσει,
          στο στμα τα δακτλια του βνει να πιπιλσει.
     Δεχνει τη χρεαν του το ζιμι κι ομολογ τ θλει,                   2185
          μ' λον οπο'ναι τσ' φαντο και βρφος, και κοπλι-
     τσ' εναι κι εις τον γουρο και κρη, ντεν αρχσουν
          Φιλι να κμουν τσ' Eρωτις κι εμποσι ν' αγαπσουν.
     M' λον οπο'ναι η πρτη τως, και μθηση δεν χουν,
          τ κνει χρεα σ' τοιες δουλεις γνωρζουν και κατχουν.   2190
     Δσκαλος εν' ο Pκριτος κι η Aρετοσα πλι    
          χνει τον Πθο φρνιμα, σα να'τον και μεγλη.
     Kι ωσ να θλασι βρεθε λλη φορ και λχει
          εις τοιον πλεμο, γρικον ντα ζητ τοια μχη.                 2194

                                   συνεχζεται... η  Β' Εντητα  

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers