Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Αρχαίοι Λυρικοί Ποιητές: Τα Ποιήματα

          Σαπφώ          

     Γεννήθηκε στην Ερεσσό της Λέσβου γύρω στα 620 π. Χ. (αλλά δε γνωρίζουμεν ακριβώς) κι ήτανε σύγχρονη του Αλκαίου και του Πιττακού. Ορφάνεψε μικρή από πατέρα (6 ετών, λέγεται), κόρη αριστοκρατικής οικογένειας και συγκεκριμένα του Σκαμανδρώνυμου και της Κλεΐδας, είχε τρεις αδελφούς, τον Λάριχο, τον Χάραξο και τον Ευρύγιο. Ο Λάριχος ήταν οινοχόος στο πρυτανείο της πόλης, ενώ ο Χάραξος έφυγε στην Αίγυπτο για εμπόριο, όπου ερωτεύτηκε την όμορφη Ροδώπη και της εξαγόρασε την ελευθερία της αρκετά ακριβά. Τον μαλώνει γι' αυτό σε κάποιο τραγούδι της.
     Παντρεύτηκε τον Κερκύλα, πλούσιο από την 'Ανδρο κι απέκτησε μια κόρη, τη Κλεΐδα. Εξορίστηκε για πολιτικούς λόγους, (πολιτικές αναταραχές που οδηγήσανε σ' αυτοεξορία ολάκερη την αριστοκρατία του νησιού) στη Σικελία, για 10 χρόνια. Ήτανε δύσκολα τα πράματα τότε (600 π. Χ.) στη Λέσβο, παρ' όλο που εκεί η θέση της γυναίκας ήτανε σε πολύ καλύτερη μοίρα απ' όλη την Ελλάδα. Αργότερα, αφού γύρισε στη Μυτιλήνη, συγκέντρωσε γύρω της νεαρές όμορφες φίλες από την αριστοκρατία του νησιού και των μικρασιατικών πόλεων, για να τους διδάξει τις τέχνες της μουσικής και της ποίησης, στην υπηρεσία της Αφροδίτης και των Μουσών.

Κέλομαί σε Γογγύλα

Πέφανθι λάβοϊσά μα

Γλακτίν αν σε δηύτε πόθος αμφιπόταται.

ταν καλάν α γαρ κατάγωγις αυτά

απτόαισ' ιδοΐσαν, εγώ δε χαίρω,

και γαρ αύτα δη τόδε μέμφεταί σοι

Κυπρογένηα.

Σε φωνάζω Γογγύλα

έλα πάλι κοντά μου

τον λευκό σα γάλα χιτώνα σαν φοράς,

νά 'ξερες τους πόθους που σε τριγυρίζουν, όμορφη
και πώς χαίρομαι που δεν είμαι εγώ,

μα η ίδια η Αφροδίτη που σε μαλώνει.

    
Αυτή η σχέση, που 'ταν εμπνευσμένη από θρησκευτικές ιδέες, θεωρήθηκε αργότερα απρεπής, επειδή είχε κι ερωτικές διαστάσεις, γι' αυτό έμεινε στην ιστορία ως "λεσβιακός έρωτας".
     θεωρείται με την ποιήσή της, που ήταν γραμμένη στην αιολική διάλεκτο, ως η σημαντικότερη λυρική ποιήτρια της αρχαιότητας. Ο Πλάτων την ονομάζει δέκατη μούσα, ο Ανακρέων "ηδυμελή", ο Λουκιανός "μελιxρόν καύχημα Λεσβίων". Η ποίησή της δονείται από αυθορμητισμό κι έντονα αισθήματα. Αρκετοί από τους στίχoυς της μαρτυρούν έντονον ερωτισμό και λυρισμό. Από τα ποιήματά της, που συνέλεξαν οι Αλεξανδρινοί και δημοσίευσαν σε βιβλία, τα πιο διάσημα ήταν οι "Ύμνοι" και τα "Επιθαλάμια" (τραγούδια του γάμου). Τα έργα της εξαφανίστηκαν μαζί με τις βιβλιοθήκες που πυρπολούσαν από τον 4ο αιώνα και μετά οι χριστιανοί. Εκτός από μικρά αποσπάσματα, έχουν διασωθεί ολόκληρα μόνο ένας "Ύμνος" στην Αφροδίτη και μία "Ωδή" σε μία ωραία κοπέλα.

     Ο κύκλος της Σαπφούς (Ψαπφώ ή Ψάπφα και λατρεύτηκε σαν η δέκατη μούσα, μ' όλο που ήτανε μικροκαμωμένη και μαυριδερή.) ήτανε πλούσιος με πολύ αξιόλογες κοπέλες με μόρφωση και προσωπικότητα μεγάλη. Εθεωρείτο ποιήτρια όπως κι ο Όμηρος κι άγαλμά της υπήρχε στις Συρακούσες, ενώ η μορφή της χαράχτηκε σε νομίσματα της Ερεσσού και της Μυτιλήνης. Όλα τα ποιήματά της υμνούν το κάλλος, τον έρωτα με αξεπέραστη ευαισθησία και χάρη και πολλοί μετέπειτα ποιητές επηρεάστηκαν απ' αυτήν. Είχε στήσει δε το δικό της ποιητικό μέτρο (Σαπφικό μέτρο) που ήτανε της μορφής:

1ος στίχος: - υ - ύ - υυ - υ - ύ
2ος στίχος: - υ - ύ - υυ - υ - ύ
3ος στίχος: - υ - ύ - υυ - υ - ύ
4ος στίχος: - υυ - ύ

     Η παράδοση αποδίδει τον θάνατό της στον άτυχον έρωτα της για τον Φάωνα, τον μυθικό βαρκάρη της Λέσβου, που 'τανε προικισμένος από την Αφροδίτη με νεότητα κι ομορφιά περισσή. Απογοητευμένη δίνει τέλος στη ζωή της, πέφτοντας στο Ιόνιο πέλαγος από το ακρωτήρι Λευκάτας, δίπλα στον ναό του Απόλλωνα. (Επίσης όμως δεν έχει ξεκαθαρίσει αν ήταν άντρας ή γυναίκα, γιατί παίζει ναναι και Η Φάον, μια πανέμορφη κοπέλα που απέρριψε τον έρωτά της. Πάντως κι οι δυο είναι θρύλοι και τίποτε το σίγουρο δε μας έχει σωθεί).

   Τα Ποιήματα

Υπηρέτησα την ομορφιά.
Ήταν το καλύτερο
που μπορούσα να κάνω.

Κακό πράγμα ο Θάνατος.
Έτσι το 'κριναν οι Θεοί,
αλλιώς θα πέθαιναν κι οι ίδιοι.

Ο όμορφος άνθρωπος
είναι όμορφος σήμερα
κι όχι αύριο.
Ο καλός άνθρωπος είναι καλός
και σήμερα κι αύριο.

Έδυσε η Σελήνη
κι η Πούλια.
Είναι μεσάνυχτα,
ο χρόνος περνά
κι εγώ κοιμάμαι μόνη.
.....

Κι είναι η αγάπη μου η καλή
σα το γλυκό το μήλο
που άκρη-άκρη κρέμεται
απ' το πιο ψηλό κλαρί.
Και που το ξεχάσανε
οι εργάτες του χωριού
όταν κορφολόγησαν
τη μηλιά τη δροσερή.

Γύρω από την ωραία σελήνη
τ' αστέρια κρύβουν το φωτεινό
πρόσωπό τους, όταν εκείνη πλημμυρίζει
όλη τη γη με το ασημένιο της φως.
......

Έχω μιά κόρη όμορφη
μιά κόρη αγαπημένη
που τήνε λένε Κληίδα
το πρόσωπό της όμοιο
μ' άνθη χρυσά του κάμπου.
Δε την αλλάζω εγώ
κι αν μου δίνανε
του Κροίσου όλα τα πλούτη.
.......

Ξαφνικά με κυριεύει
η επιθυμία του θανάτου.
Θέλω να πεθάνω
μόνο και μόνο για να δω
τις γεμάτες λωτούς
και δροσερές όχθες
του Αχέροντα.
......

Ποιά απολίτιστη γυναίκα θέλγει
τη ψυχή σου,
ντυμένη χωριάτικη στολή
κι ανίκανη να σηκώσει το φόρεμά της
πάνω από του ποδιού τον αστράγαλο;
......

Στον ύπνο μου χθες
η Αφροδίτη
μου μίλησε και της μίλησα...

(αποσπάσματα...) μετάφραση Γιάννης Καρβέλας

Σαπφώ: "Τα Ποιήματα". Εκδόσεις επιστημονικών βιβλίων και περιοδικών:
UNIVERSITY STUDIO PRESS
Θεσσαλονίκη 1997
____________________________________________________

                                                Αρχίλοχος

    
Είν' ο αρχαιότερος λυρικός ποιητής της Ευρώπης. Γεννήθηκε στη Πάρο γύρω στο 710 π. Χ.  Ο πατέρας του λεγόταν Τελεσικλής και κρατούσεν από αριστοκρατική γενιά, υπήρξε μάλιστα αρχηγός της αποικιστικής εκστρατείας στη Θάσο. Απ' αυτόν κληρονόμησε τον ριψοκίνδυνο χαρακτήρα και το θαρραλέο αποικιστικό πνεύμα.  Η μητέρα του ήταν η Ενιπώ, δούλα και τονε προίκισε με τη γνώση της λαϊκής γλώσσας και την ευαισθησία της ταπεινής της καταγωγής. Τέλος, επηρεάστηκε κι από τη θαλασσινή του πατρίδα.
     Έζησε πολυτάραχη ζωή μιας κι αναγκάστηκε να γίνει μισθοφόρος. Πολέμησε λοιπόν στην Ιωνία, στη Θράκη, στη Μακεδονική Τορώνη και στην Εύβοια. Σκοτώθηκε πολεμώντας τους Νάξιους, χωρίς να ξέρουμεν ακριβώς αν ο Νάξιος Κόρακας τονε σκότωσε στη Νάξο ή στην αποικία της, που βρισκότανε στη Θράκη.
     Πολεμιστής λοιπόν και τραγουδιστής και σατιρικός, ο εμπνευστής του ιαμβικού μέτρου, μιας και μέχρι τότε υπήρχε μόνο το έπος κι ο Όμηρος. Αυτός λοιπόν δε δίστασε να σατιρίσει τους ήρωες κι ακόμα-ακόμα και τον ίδιο τον ηρωϊσμό, εγκαθιδρύοντας έτσι μια νέα ...τάξη πραγμάτων στη Ποίηση. Παραδέχτηκεν ανοιχτά πως πέταξε την ασπίδα γιατί αγαπά τη ζωή του. Δυνάμωσε την εσωτερική φωτιά του αισθήματος και τραγούδησε σε χαμηλό τόνο τον έρωτα και τις χαρές της ειρηνικής ζωής. Έστρεψε το ενδιαφέρον του στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου και στην ιδιαιτερότητα του προσωπικού βιώματος.

Τα Ποιήματα

Είμαι 'γω θεράποντας του Βασιλιά του 'Αρη
μα ξέρω και τον Έρωτα γλυκά να τραγουδώ.
Με προίκισαν οι Μούσες.

Στον Βασιλιά τον Διόνυσο, διθύραμβου γλυκό σκοπό
ξέρω καλά ν' αρχίσω 'γω, αφού όμως πρώτα το μυαλό
κεραυνωθεί με το πιοτό.

................................

Εγώ τόσα της έλεγα και τη παρθένα πήρα.
Τη πλάγιασα σιγά-σιγά στα χόρτα τ' ανθισμένα,
τύλιξα το γυμνό κορμί στη μαλακή μου χλαίνη,
η αγκαλιά μου σφάλισε τριγύρω στο λαιμό της.
Κι έτρεμε απ' το φόβο της σα το μικρό λαφάκι,
που τρέχει και το κυνηγούν οι κυνηγοί στο δάσο.
Και τα βυζάκια απαλά τ' άγγιξα με τα χέρια,
μ' αυτά αμέσως άναψε η τρυφερή της σάρκα
και φλογισμένη πρόβαλε πρωτόγνωρη ή ήβη,
ναι! τ' όμορφο κορμάκι της το γιόμιζα όλο χάδια,
καθώς στις τρίχες τις ξανθές τριβόμουν με λαχτάρα,
χύθηκεν άσπρο με ορμή το σπέρμα σα το γάλα
κι εμπήκα στην απανεμιά μετά την άγρια κάβλα.

Κι η πεθυμιά του έρωτα σφίγγοντας τη καρδιά
σα σύννεφο πελώριο μου τύλιξε τα μάτια
κι έκλεψεν απ' τα στήθια μου τη πιο γλυκιά πνοή.

Χωρίς πνοή ο δυστυχής κείτομαι μες στον πόθο.
Τα κόκαλά μου τρύπησαν οι μύριες συμφορές.

Κρατώντας μυρτοκλώναρο κι ώριον ανθό τριανταφυλλιάς
πολύ-πολυ χαιρότανε. Και τα δικά της τα μαλλιά
σκεπάζανε τους ώμους της και φτάναν ως τη μέση.
Σε τριγυρίζω, σε ζητώ με μάγια και με ξόρκια
τα χέρια απλώνω προς τα μπρος κι όλο σου ζητιανεύω.
...........................................................

Εφτά στη γην επέσαν σκοτωμένοι
και σαν τα πόδια τους πατήσαν
χίλιοι φονιάδες είμαστε...

Δε τον μπορώ τον στρατηγό που κάνει τον καμπόσο
κι απλώνει τις ποδάρες του,
που 'χει στη τρίχα το μαλλί και το γενάκι φρέσκο.
Μακάρι να 'ναι μια σταλιά κι ας είναι και καμπούρης
μα να πατά γερά στη γη και να το λέει η καρδιά του.

Εμπρός, τρέχα στ' αμπάρια του γοργού
του καραβιού και βάστα τη κανάτα,
τράβα τις τάπες απ' τους κοίλους κάδους,
το κόκκινο κρασί, το γιοματάρι τρύγα,
γιατί εμείς στεγνοί τη βάρδια τούτη
δε τηνε βγάζουμε...

_________________________________________________________

           Αλκαίος

     Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη περίπου την ίδια εποχή με τη Σαπφώ κι η ζωή του συνέπεσε με την εμφάνιση κι επικράτηση της τυραννίας. Ο ίδιος αναμίχθηκεν ενεργά στη πολιτική. Όταν ήταν νέος, τ' αδέρφια του με τον Πιττακό, ανατρέπουνε τον τύραννο Μέλαγχρο κι αργότερα συνομωτούν, με τη συμμετοχή του, ενάντια και στον νέο τύραννο Μύρσιλο. Ο Πιττακός όμως προδίδει τους συντρόφους του κι όλη η οικογένεια του ποιητή εξορίζεται στη μικρή πόλη, Πύρρα, κοντά στη Μυτιλήνη. Εκεί, αργότερα και με μεγάλη χαρά, πανηγυρίζει τον θάνατο του τυράννου.
     Επιστρέφει για λίγο, γιατί την εξουσία πήρε ο Πιττακός κι έπειτα φεύγει ξανά, αυτή τη φορά για μακρύτερα: πάει πρώτα στη πόλη Αίνο της Θράκης, -παλιά αποικία της Μυτιλήνης, ύστερα στη Κύζικο κι αργότερα στην Αίγυπτο. Οι πολιτικές διαμάχες, οι εξορίες κι οι σκοτωμοί, επηρεάζουνε το έργο του, στην ουσία θεωρεί τη ποίησή του, ως όπλο στους πολιτικούς του αγώνες.
     Επηρέασε τους μεταγενέστερους ποιητές: Ο Θεόκριτος στα "Ειδύλλιά" του, τον μιμείται, το ίδιο κι ο λατίνος ποιητής Οράτιος, στην Αθήνα, δε, στην ακμή του 5ου αιώνα π. Χ., τραγουδούσανε στα συμπόσια, τραγούδια του. Εκτός των άλλων γνωστών μέτρων που χρησιμοποίησε -σαπφικό, ιαμβικό τετράμετρο, ασκληπιάδειο μείζον-, ίδρυσε και την αλκαϊκή στροφή, που 'ναι η παρακάτω:
 υ - υ -υ | - υυ - | υυ

  Τα Ποιήματα

Δέξου με που σου τραγουδώ
να με δεχτείς θερμά ζητώ
στα πόδια σου προσπέφτω.

Το 'ξερα πως ερχότανε
η άνοιξη με τ' άνθια...
Εμπρός γεμίστε το κανάτι
με το γλυκόπιοτο κρασί
και μην αργείτε στη στιγμή!

Μακριά, πέρ' απ' τη θάλασσα
κι από της γης την άκρη,
άγρια πουλιά εφτάσανε,
πάπιες στο χρώμα της φωτιάς,
με τις φτερούγες τις μακριές,
τα παρδαλά λαιμά τους.

Και κούρνιασαν καθώς ζαρώνουν τα πουλιά
σαν ο γοργόφτερος αετός στα ξαφνικά προβάλλει.

Έβρε, το πιο 'μορφο
απ' τα ποτάμια στο πορφυρό
το πέλαγος εκβάλλει, δίπλα
στη πόλη μας, τον Αίνο.

Πλήθος παρθένες σ' ακλουθάνε
με τ' απαλά τους τα χεράκια
γύρω στους όμορφους μηρούς
και που πολύ το φχαριστιούνται
καθώς αλείβουν το κορμί τους
με τ' άγιο σου, Έβρε, το νερό.

Δε τη καταλαβαίνω τη πάλη των ανέμων.
Το ένα κύμα από 'δω
και τ' άλλο από 'κει
κι εμείς στη μέση μοναχοί
κόντρα στον άγριο τον καιρό
πάνω στο μαυροκάραβο.
Στη βάση των ιστών νερά,
σκιστήκαν τα πανιά
κι όλα κουρέλια γίνανε,
οι άγκυρες χαλάσανε
μαζί και το τιμόνι

στις θέσεις μας να μένουμε
και τα σκοινιά ας κρατούμε.

Συ φτώχεια, είσαι μεγάλο κι ανυπόφορο κακό,
εσύ κι η στέρηση, η αδελφή σου,
περήφανο λαό, τονε γονατίζεις.

Εμπρός λοιπόν, ας πίνουμε
Γιατί; Τη νύχτα καρτερούμε;
το φως της μέρας σώνεται
μια στάλα απομένει!
Τα ωραία ποτήρια γιόμιζε,
το κέφι μας να βρούμε.
Ο γιος του Δία και της Σεμέλης
έδωσε στους ανθρώπους
το κρασί για να ξεχνούν τη λύπη.
Ένα κρασί και δυο νερό κέρνα λοιπόν.
Βάζε στις κούπες το πιοτό κι όχι ως πάνω
α το 'να ποτήρι ας τσουγκρίζει με τ' άλλο.

Βρέξε τα πλεμόνια με κρασί
γιατί τ' αστέρι ανάτειλλε.
Περνούν οι ώρες δύσκολα
κι από τη ζέστη τη πολλή
όλα 'ναι διψασμένα,
μες απ' τα φύλλα ακούγεται
του τζιτζικιού τραγούδι...
Ανθεί τ' αγκάθι στους αγρούς
σα κάθε καλοκαίρι.
Τώρα οι γυναίκες είν' υγρές,
μα οι άντρες δε μπορούνε
γιατί ο Σείριος μάρανε τα πόδια, το κεφάλι.

Δε πρέπει ν' αφήνουμε
στις λύπες τη ψυχή μας
γιατί τι θα κερδίσουμε
αν έξω δε το ρίξουμε;
Βύκχι μου, ας μεθύσουμε.
Το πιο καλό το φάρμακο
που γιάνει τη ψυχή
είν' το κρασί...

_________________________________________________________

          Ανακρέων

     Γεννήθηκε στη πόλη της Ιωνίας, Τέω, γύρω στα 570 π. Χ. και πέθανε σε βαθιά γεράματα, το 485 π. Χ. Το 545 π. Χ., ο Πέρσης 'Αρπαγος φτάνει έξω από τα τείχη της πόλης του, κατά τη διάρκεια της εισβολής των Περσών στην Ιωνία κι από 'κει αρχίζει η περιπλάνηση του ποιητή. Πρώτα πάει στα 'Αβδηρα, αργότερα στη Σάμο, στην αυλή του Πολυκράτη. Μετά τη δολοφονία του τυράννου από τον Οροίτη, φτάνει στην Αθήνα, κοντά στον Ίππαρχο και συνάπτει φιλία με τον Κριτία. Το 514 π. Χ. ο Ίππαρχος δολοφονείται κι ο ποιητής καταφεύγει στους Αλευάδες της Θεσσαλίας. Ίσως να επέστρεψε στην Αθήνα και να τονε βρήκε 'κει ο θάνατος, πάντως ο τάφος του υπήρχε στη πατρίδα του τη Τέω.
     Έγραψε κυρίως συμποτικά κι ερωτικά ποιήματα μ' έντονο συναισθηματικό και χαρούμενο χαρακτήρα. Κατακλύζεται από τη χαρά της ζωής μ' όλες της τις απολαύσεις, τραγούδι, έρωτας και κρασί -τούτο μάλιστα παραξηγήθηκε και τον νομίζαν μέθυσο. Τεχνική άψογη κι επιδεξιότητα μοναδική, γοητεία και καθαρότητα και παράλληλα, λεπτή, πρωτότυπη κι ειρωνική διάθεση, χαρακτηρίζουν το έργο του.

     Τα Ποιήματα

Ο δαμαστής ο Έρωτας
κι η πορφυρή Αφροδίτη,
μαζί σου παίζουν βασιλιά
κι οι μαυρομάτες Νύμφες.
Σε σένα που συχνά γυρνάς
στις πιο ψηλές βουνοκορφές,
ευλαβικά προσπέφτω.
Τη προσευχή μου εισάκουσε
κι έλα κοντά σε μένα,
για να γενεί ό,τι ζητώ.
Τον Κλεόβουλο, Διόνυσε,
καλά να συμβουλέψεις,
τον έρωτά μου, βασιλιά,
για να δεχτεί τ' αγόρι.

Πάλι ο ξανθός ο Έρωτας
τη κόκκινή του μπάλα
μου πετά και με κεντρίζει
με τη νια παιγνίδι ν' αρχινήσω,
που 'χει σαντάλια πλουμιστά.
Μ' αυτή, μια και κρατά
απ' τη τρανή τη Λέσβο
που 'ναι γεμάτη αρχοντικά,
σνομπάρει τ' άσπρα μου μαλλιά
κι αλλού κοιτά και χάσκει...

Φοραδίτσα από τη Θράκη,
τι με κοιτάζεις πονηρά
κι άκαρδα φεύγεις μακριά;
Θαρρείς πως από έρωτα
τίποτα δε κατέχω;
Μάθε λοιπόν, πως θα μπορούσα
όμορφα να σου βάλω χαλινάρι
και τα γκέμια σου κρατώντας
στο τέρμα του δρόμου να σε φέρω.
Μα τώρα συ μες στα λιβάδια
ναζιάρικα κι ανέμελα
βόσκεις και παιχνιδίζεις.
Γιατί δεν έχεις φυσικά
έμπειρον αναβάτη.

Ψαρύναν οι κροτάφοι μου
κι ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
η τρελονιότη πέρασε
χαλάσανε τα δόντια,
λίγη έμεινε γλυκειά ζωή,
γι' αυτό συχνά στενάζω,
τρομάζω με τον Τάρταρο.
Βαθύς στ' αλήθεια, φοβερός,
είν' ο μυχός του 'Αδη,
αραχνιασμένη κάθοδος
κι όποιος κατέβει κάτω
δεν ανεβαίνει, δε θωρεί
μπλιο τον απάνω κόσμο.

Είναι παιγνίδι τ' Έρωτα
το πάθος το παράφορο,
η σύγχυση κι η ταραχή.

Δε τον γουστάρω 'γω αυτόν
που καθώς κρασοπίνει
με τη κανάτα πλάι του
όλο για έχθρες λέει
και για τον πόλεμο μιλά,
που φέρνει πάντα δάκρια.
Μα αγαπώ εκείνον,
όποιον θυμάται τη χαρά,
αφού μαζί τα σμίξει
τα γλυκά δώρα των Μουσών
με της Θεάς τη χάρη.

Φέρε αγόρι μου νερό,
φέρε μου και κρασάκι,
στεφάνια από λουλούδια
εδώ μπροστά μας φέρε.
Γιατί εγώ κι ο Έρωτας
αρχίζουμε τη μάχη.

Πήρα το πρώτο κι έφαγα
παστέλι ένα κομμάτι
κι ύστερα τον κατέβασα
ένα κουβά με γιοματάρι.
Και τώρα το γλυκό σκοπό
με μια κιθάρα τραγουδώ,
γεμάτος με μεράκι,
για τη μικρή, την όμορφη
και την αγαπημένη.

Του Ποσειδώνα μήνας να!
Πάει, έφτασε ξανά!
Γίναν βαριά τα σύννεφα
και φέρνουνε βροχή.
Βοριάς φυσά κάτου στη γη...
___________________________________________________________

                                        Σιμωνίδης Ο Κείος

     Γεννήθηκε στην Ιουλίδα της Κέω (Κέα, Τζια) το 556 π. Χ. και πέθανε σε μεγάλη ηλικία, το 468 π. Χ. Ήταν θείος του Βακχυλίδη και τον περισσότερο χρόνο της ζωής του τον πέρασε στην Αθήνα, στη Θεσσαλία, στον Ακράγαντα και τις Συρακούσες, όπου τονε βρήκεν ο θάνατος. Ξεχωριστό δείγμα πνευματικού ανθρώπου κι ευαίσθητου ποιητή. Με τους διθυράμβους του, που δε σώζονται, πέτυχε 56 νίκες. Στα ποιήματά του κυριαρχεί το ορθολογικό κριτικό του τάλαντο και το βαθύ συναίσθημα. Θεωρείται επίσης ο μεγαλύτερος επιγραμματοποιός της αρχαιότητας. Ο "Κείος" ασχολήθηκε με όλα γενικά τα είδη της λυρικής ποίησης. Έτσι, στο ενεργητικό του διαθέτει: ύμνους, παιάνες, διθυράμβους, εγκώμια, θρήνους, ελεγείες, επιγράμματα κ.α.
     Ιδιαίτερα τα επιγράμματα, τα 'χεν αναγάγει σε μέγιστη τελειότητα, λόγω της απλότητάς τους, της ασύγκριτης φραστικής τους συμπύκνωσης και του ύψους των περιεχομένων σ' αυτά νοημάτων. Εξάλλου μετά τη νίκη κατά των Περσών στο Μαραθώνα, έγραψε για τους μαραθωνομάχους και μιαν ελεγεία του, με την οποία μάλιστα πέτυχε να νικήσει κι αυτό τον γίγαντα Αισχύλο στο διαγωνισμό που σχετικά προκηρύχτηκε κι ενεργήθηκε. Για δεύτερη δε φορά αναγορεύθηκε νικητής, σ' ανάλογο διαγωνισμό, κατά το έτος 476 π.Χ. Έχαιρε άκρας εκτίμησης στον αρχαιοελληνικό χώρο και μεγάλοι άνδρες της εποχής του, όπως ο Αριστείδης, ο Θεμιστοκλής, ο Παυσανίας και πλείστοι όσοι άλλοι, τον τιμούσαν με τη θερμή φιλία τους. 
      Μετά το θάνατό του, στην Αυλή του Τυράννου των Συρακουσών, Ιέρωνα, που τον φιλοξενούσε, του στήσανε λαμπρό μνημείο μπροστά στη κεντρική πύλη της Ελληνικής τους (τότε) πολιτείας.

  Τα Ποιήματα

Υπάρχει λόγος που η Αρετή
κατοικεί σ' απάτητους γκρεμούς
κι ακολουθεί πάντα
τον δρόμο της αγνότητας.
Δε τη βλέπουν όλοι οι θνητοί,
εξόν εκείνοι που θα λιώσουν
από τη προσπάθεια τα σωθικά τους
και πολύς ιδρώτας θα τους οδηγήσει
στο πιο ψηλό σκαλί της αντρείας.

Ο ενάρετος άνθρωπος ξεχωρίζει
το καλό από το κακό
κι αν κάποιος τονε κατηγορεί
λέγοντας ασχήμιες και ψέμματα,
δε τον αγγίζει με τούτα,
ούτε λερώνετ' ο χρυσός
και πάντα κυριαρχεί η αλήθεια.
Σε λίγους μόνον έδωσε
την Αρετή ο Θεός
ως το τέλος της ζωής τους
και δεν είναι εύκολο
καλός να μένεις,
γιατί χωρίς να το θες σε πιέζει
το ακαταμάχητο κέρδος
ή της δολοπλόκου Αφροδίτης
ο μεγαλοδύναμος οίστρος.
Σε πιέζουν επίσης
οι άσβεστες έχθρες.
Όποιος όμως δε μπορεί
να βαδίζει τον τίμιο δρόμο
μονάχα και πάντα στη ζωή του
ας προσπαθεί τουλάχιστον
όσο το μπορεί...

Δε φοβάται τα γηρατειά
μήτε τον θάνατο.
Όσον είναι υγιής
δε σκέφτεται τη νόσο.
'Αμυαλοι είν' όσοι σκέφτοντ' έτσι
και δε ξέρουν πως λίγο
κρατά η νιότη κι η ζωή.
Αλλά συ που το 'μαθες αυτό
καθώς πλησιάζεις στο τέλος,
τόλμα να δίνεις με τη ψυχή σου,
στους άλλους, τ' αγαθά σου.

'Αθλιο παιδί της Αφροδίτης
που σ' 'εκανε με τον 'Αρη
τον δολιομήχανο.

Αμέτρητα πουλιά πετούσαν
πάνω από το κεφάλι του
καθώς θεσπέσια τραγουδούσε
κι από τη θάλασσα τη γαλανή,
ξεπετιούνταν όρθια τα ψάρια.
__________________________________________________________

Σημ: Για όλα τα βιογραφικά και τα ποιήματα -εκτός της Σαπφούς- ελήφθη σοβαρά υπόψη το "Ερωτικό Αιγαίο" Εκδόσεις Λιβάνη σε μετάφραση Νίκου Μουλακάκη.
__________________________________________________________

                           
Σημωνίδης (ή Σιμωνίδης) Ο Αμοργινός

     Γνωρίζουμεν ελάχιστα για τη ζωή του. Γεννήθηκε στη Σάμο και κατα μαρτυρίες ελεγχόμενες, πως τούτο συνέβη γύρω στο 770 κι άκμασε περί το δεύτερο μισό του 7ου π. Χ., αλλά μετά παρέμεινε στην Αμοργό, -λέγεται μάλιστα πως βοήθησε και στο ν' απελευτερωθεί- και για τούτο, πήρε το προσωνύμιο "Αμοργινός", για να ξεχωρίζει σαφώς από τον Κείο. 'Αλλες πάλι μαρτυρίες λένε πως έζησε προς το τέλος του 6ου. Τ' όνομά του απαντάται κι ως Σημωνίδης και τούτη τη γραφή, την υποστήριξεν ο βυζαντινός γραμματικός Χοιροβοσκός. Συνέγραψεν ελεγείες, ιάμβους, μα απ' όλα όσα έγραψε σώζονται μόνο περίπου 200 στίχοι. Διακωμώδησε ποιητικά σχεδόν τα πάντα, μα το αριστούργημά του είν' ο ίαμβος "Κατά Γυναικών".

Τα Ποιήματα
       (κατά γυναικών)

Κάθε γυναίκα κι άλλος χαρακτήρας!
Έτσι εξ αρχής τις έπλασεν ο Θεός.

Απ' τη γουρούνα που 'χει τρίχες μακριές, τη μια,
όλα στο σπίτι της με τα πηλά πασαλειμένα,
ανάστατα, παραριγμένα σέρνονται καταγής.
Η ίδια άλουστη με ποτισμένα στη λίγδα, ρούχα,
κάθεται και χοντραίνει μες στις κοπριές.

Την άλλην έπλασε ο Θεός απ' τη παμπόνηρη αλεπού.
Όλα τα ξέρει η γυναίκα τούτη: τ' είναι κακό,
τ' είναι καλύτερο; -τίποτε, μα τίποτε δε της ξεφεύγει.
Κακό είπε το καλό πολλάκις και το καλό το 'πε κακό.
Οι διαθέσεις της αλλάζουνε συχνά.

Την άλλη από τη σκύλα, τη κακόβουλη, - η μάνα της φτυστή-,
όλα κείνη να τ' ακούει κι όλα θέλει να τα δει.
Παντού γυρίζει και κοιτά με προσοχεί να βλέπει
γαυγίζοντας κι όταν ακόμα άνθρωπο δε βλέπει.
Και να την απειλήσει ο άντρας δε θα σώπαινε
ποτέ, ακόμα κι αν της έσπαγε τα δόντια με πέτρα
οργισμένος, ακόμα κι αν της έλεγε λόγο γλυκό,
ούτε κι αν η ίδια τύχαινε να κάθεται με ξένους.
Πεισματικά γαυγίζει, δε βγάζει τον σκασμό.

Την άλλη πάλι οι Ολύμπιοι Θεοί, πλάθοντας απ' τη γη
τη δώσανε στον άντρα να τονε βλάπτει. Τι το κακό;
Τ' είναι καλό; Αυτή η γυναίκα τ' αγνοεί.
Μόνη δουλεια που ξέρει είναι να τρωει.
Κι όταν βαρυχειμωνιά στείλει ο Θεός, νιώθει το ρίγος
και το σκαμνί της το τραβά προς τη φωτιά.

Την άλλη, απ' τη θάλασσα τη δίβουλη, την έπλασε.
Γελά τη μιαν ημέρα και λάμπει από χαρά.
Ο επισκέπτης του σπιτιού θα τη παινέσει:
"Καλύτερη γυναίκα από τούτη 'δω δεν είναι καμμιά,
στον κόσμο ολάκερο δεν υπάρχει άλλη ωραιότερη!
"
Στα μάτια της την άλλη μέρα δε θέλει να τον δεί,
ούτε και να τον πλησιάσει. Μαίνεται τότε
απλησίαστη σα σκύλα που φυλάσσει τα μικρά.
Αμείλικτη σε όλους, με μούτρα ξινισμένα
συμπεριφέρεται το ίδιο σε φίλους κι οχτρούς.
Όπως κι η θάλασσα, πολλάκις στέκεται ακίνητη,
κακό δε κάνει, χαρά μεγάλη για τους ναυτικούς,
το καλοκαίρι. Πολλές φορές λυσσομανά,
τα βουερά κύματα τη παρασύρουν.
Σ' αυτή τη θάλασσα μοιάζουν τέτοιας γυναίκας
τα αισθήματα. Το φυσικό του πόντου; - Η αλλαγή!

Την άλλη απο σταχτιά γαϊδάρα, π' όλοι τηνε δέρνουν.
Σε ζόρι και μεγάλες απειλές, μόλις και μετά βίας έστερξε
στο τέλος, όμως τέλειωσεν όλες τις δουλειές καλά.
Στο μεταξύ μέσα στο βάθος του σπιτιού, όλο και μασουλά
μέρα και νύχτα, τρώει κι όταν ζεσταίνεται στη παραστιά.
Ακόρεστη το ίδιο και στην απόλαψη του έρωτα,
καλόδεχτος όποιος θα πά' να τη ...κοιμίσει.

Την άλλη απ' της γάτας τη μαυροσύφορη γενιά.
Πάνω της τίποτε ωραίο και θελκτικό δε θα 'βρεις,
ούτε και κάτι να σε τέρπει ή να 'ναι ποθητό.
Όμως κι αυτή στου έρωτα τη κλίνη παλαβώνει,
κι αναγουλιάζει απ' το χόρτασμα, όποιος τηνε περνά.
Κλέβει και προξενεί στους γείτονες ζημιές
και σφάγια που δε κάηκαν στο βωμό, καταβροχθίζει.

Την άλλη γέννησε φοράδα παχουλή με μακριά χαίτη,
βαριές δουλειές κι άλλα συγυρίσματα αποφεύγει.
Χειρόμυλο; μήτε να το πιάσει. Κόσκινο; μήτε θα το σήκωνε ποτέ.
Από το σπίτι όξω δε θα βγαζε τη βρώμα.
Στο μαγεριό δε θα καθόταν: αποφεύγει τη καπνιά.
Ανόρεχτα, με το στανιό κάθεται του αντρούς της.
Πλένει το σώμα της καθημερνά δις κι άλλοτε τρις,
αλείφεται με μύρα και τη μακρά χαίτη καλόχτενη κρατά,
στεφανωμένη μ' άνθη. Όμορφο να τη θωρεί ο ξένος
γυναίκα σαν κι αυτή, μα σ' αυτόν που την έχει: συφορά,
εξόν κι αν είναι τύραννος ή μεγιστάνας
που μύχια, τέτοια αποκτήματα τα καμαρώνει.

Την άλλη απ' τη μαϊμού. Ξέχωρο τούτο το κακό
στους άντρες δώρισεν ο Δίας, το χείριστ' όλων.
Στο πρόσωπο; Τέρας ασχήμιας. Γυναίκα τέτοια
περνά μες απ' τη πολή κι όλοι χασκογελάνε.
Λαιμός κοντός, βήμα ασταθές, χωρίς καθόλου πισινό,
ολάκερη άκρα τέσσαρα. Κι αλίμονό του που κρατά
στην αγκαλιά του τέτοια μεγάλη συμφορά.
Όμως κολπάκια και ζαβολιές, πολύ καλά γνωρίζει,
γνήσια μαϊμού. Τι κι αν γελούν, μήτε που την αγγίζει.
Ποτέ δε θα 'κανε καλό και μόνο μελετά μες στο μυαλό
όλη τη μέρα, το πως να κάνει το βαρύτερο κακό.

Από τη μέλισσα την άλλη. Τη παίρνεις κι ευτυχάς.
Μόνο σε κείνη το ψεγάδι δε σκαλώνει.
Τρανώνει και θρονιάζεται, χάρη σ' αυτή, το βιός.
Γερνά τ' αντρόγυνο και μένει η αγάπη αμοιβαία.
Έχει γεννήσει όμορφα παιδιά και μ' όνομα καλό.
Ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες ξεχωρίζει,
τη περιβάλλει ολάκερη μια χάρη θεϊκή,
δε χαίρεται τη συντροφιά των γυναικών
που τεμπελιάζουν λέγοντας σωρό τις προστυχιές.
Ό,τι καλύτερο κι ό,τι πιο γνωστικό στους άντρες,
έχει χαρίσει ο Δίας, είναι γυναίκες σα κι αυτές.

Εκτός της μέλισσας, έτσ' οι γυναίκες. Όλες
υπάρχουνε χάρη στο τέχνασμα του Δία
και με τους άντρες τους μαζί διάγουνε τον βίο.
Αυτό το μέγιστο κακό που 'πλασ' ο Δίας
-γυναίκες. Τάχα πως τον άντρα τους 'φελάν.
Μ' αυτός πρώτος απ' όλους υποφέρει.
Ποτέ, μια μέρα ολάκερη ξέγνοιαστος δε περνά,
όποιος κι αν δέσει τη ζωή του με γυναίκα.
Για δε θα διώξει εύκολα, οίκοθε, τον Λιμό,
τον μισητό συγκάτοικο, τον δυσμένη θεό.
Κι αν άντρας έχει κατά νου στο σπιτικό του
δώρο Θεού ή χάρισμα ανθρώπου να γιορτάσει,
αυτή θα βρει κάτι στραβό κι οπλίζεται να συγκρουστεί.
Γιατί όπου γυνή υπάρχει τέτοια, δε θα στέρξει,
ούτε στο σπίτι, ξένο, καλόγνωμα, κατώφλι να περάσει.
Κι όποια φαντάζει μετρημένη και πως είναι συνετή,
κυρίως αυτή τη πιο μεγάλη βλάβη προξενεί.
Ο άντρας μένει με το στόμα ανοιχτό κι όλοι γελάνε
οι γείτονες που βλέπουν -κι αυτός ξεγελασμένος!
Όταν το φέρει ο λόγος, καθένας τη γυναίκα του
θε να 'παινέσει και τ' αλλουνού θα κατηγορήσει.
Πως είμαστε στην ίδια μοίρα δε νογάμε.
Του Δία το χειρότερον έργον είν' οι γυναίκες,
πανίσχυρη στα πόδια μας κι άθραυστη αλυσίδα,
αφ' ότου ο Πλούτωνας δέχτηκε κάτου, εκείνους,
που σφάζονται για το χατίρι μιας γυναίκας...

_______________________________________________________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers