Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Ανώνυμο Παραμύθι: Το Δύσκολο Αίνιγμα & Η Κόρη Του Μυλωνά

 

     Μια φορά κι ένα καιρό, ήταν ένας βασιλιάς πολύ καλός και συνετός κι όταν έφτασε σ' ηλικία γάμου, θολωμένος (όπως πολλοί από μας) από τα κάλλη και τον ..."αέρα" μιας καθωσπρέπει ευγενούς κυρίας, της ζήτησε να γίνει βασίλισσα του κράτους και της καρδιάς του για πάντα. Εκείνη, προφανώς από υπολογισμό ενέδωσε κι έτσι γρήγορα γίναν οι γάμοι τους, πλουσιοπάροχα και χλιδάτα, όπως αρμόζει σε βασιλικούς γάμους. Στην αρχή, όλα δείχναν όμορφα και καλά, οι υπηκόοι τους καλοτυχίζανε και γιατί όχι; Ήταν νεαρό, όμορφο, βασιλικό ζευγάρι και δε τους έλειπε τίποτε. Ή τουλάχιστον αυτό φαινότανε. Μα η νέα βασίλισσα δυσανασχετούσε κάθε φορά που την αγκάλιαζε ο άντρας της και τον απέφευγε με δικαιολογίες. Δε πέρασε και πολύς καιρός κι η βασίλισσα, που δεν τον αγαπούσε, λάτρεψε τυφλά κάποιον μαυριδερό μεγάλο αξιωματούχο, -δεύτερος τη τάξει, παρακαλώ-, που εποφθαλμιούσε τον θρόνο. Τί καλύτερη πρόσβαση λοιπόν εκεί, και ποια καλύτερη ευκαιρία θα μπορούσε ν' αναζητήσει, αυτός ο ύπουλος άνθρωπος, παρά να τα 'χει καλά με την ίδια τη σύζυγο του αντιπάλου; Δε μάθαμε και δε θα μάθουμε ποτέ αν κι αυτός την είχεν αγαπήσει, πάντως ήτανε σκληρός άνθρωπος και συνεχώς ...συμβούλευε τη βασίλισσα, διάφορα και κυρίως πως και καλά, αν έλειπε ο βασιλιάς, θα μπορούσανε να χαρούνε τον έρωτά τους -και το βασίλειο- μια χαρά.
     Πες-πες, πολύ δεν ήθελε κι εκείνη, τη κατάφερε να καταστρώσουν ένα σχέδιο για να σκοτώσουνε τον βασιλιά και να μη τους πάρουνε μυρωδιά. Πρέπει εδώ να πούμε, πως ο βασιλιάς ήτανε πανέξυπνος, εκτός των άλλων χαρακτηριστικών που είπαμε στην αρχή, μα πρέπει να παραδεχτούμε πως κι η βασίλισσα ήτανε το ίδιο και καλύτερη. Αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό της, πλην της ομορφιάς εννοείται, ήτανε που τον έπεισε πως ήταν η γυναίκα της ζωής του. Έτσι λοιπόν τώρα, με την εξυπνάδα της, βρήκε κάποιο τρόπο για να τον εξοντώσει. Φυσικά βλεπόντουσαν με τον αγαπημένο της, αλλά με πολύ μεγάλη δυσκολία και πάρα πολύ προσεκτικά, γιατί δεν έπρεπε να τους δει κανένα μάτι και το σχέδιο ναυαγήσει πριν καλά-καλά σαλπάρει. Έτσι από σωφροσύνη, συμφωνήσαν να μη συναντιώνται και πολύ, μέχρι να τελειώσουνε τη δουλειά. Εκείνος της είπε να προσέχει και της τόνισε ιδιαίτερα, πως δεν αντέχει και πολύ να νιώθει πως την αγκαλιάζει άλλος και μάλιστα μισητός κι εκείνη τονε καθησύχασε λέγοντάς του πως και γι' αυτήν ήταν εξίσου μαρτύριο μα λιγάκι ακόμα υπομονή, άλλωστε είναι το τίμημα που θα πρέπει να πληρώσουνε λίγο πριν επιτύχουνε το ιδανικό...
     Η βασίλισσα είχε ποντάρει στην αδυναμία του βασιλιά και στην ομορφάδα της, σε συνδυασμό με την εξυπνάδα της και πίστευε πως θα μπορούσε να κρατήσει τη κατάσταση στον έλεγχό της, μέχρι τη μέρα Χ. Όμως, δεν είχεν υπολογίσει την εξυπνάδα του συζύγου. Επίσης, όταν επιχειρεί κανείς να γλυκάνει έναν άνθρωπο για να του αποσπάσει κάτι, θα πρέπει αυτό που προσφέρει για ...γλύκισμα, θα πρέπει να 'ναι αρκετό, ώστε να σκεπάζει τους φόβους, τις ανασφάλειες και τις ανησυχίες του. Εκείνη λοιπόν λάθεψε και στα δυο. Πρώτα, δεν είχε προσέξει σωστά τις αντιδράσεις του κι ύστερα, σίγουρη από την εξασφαλισμένη επιτυχία, έκανε μερικά λαθάκια, όχι τόσο σημαντικά για κάποιο φυσιολογικόν άνθρωπο, μα για έναν ερωτευμένο και μάλιστα πικραμένα ερωτευμένον άνθρωπο, ήτανε και παραήτανε. Επίσης, η λαχτάρα της να βλέπει, έστω και σπάνια τον σφετεριστή, τώρα που κρατούσαν αποστάσεις, γινότανε μέρα τη μέρα πιο χοχλαστή κι οι αντιδράσεις αυτές δε περνάν απαρατήρητες, όσο κι αν το νόμιζεν έτσι. Το ανεκπλήρωτο πάθος του, που αν του 'χεν επιτρέψει να πέσει πάνω της με δαύτο, θα την είχε κάψει ολάκερη, δεν τονε τύφλωνε αρκετά. Ωστόσο, για να λέμε και την αλήθεια, ίσως και πάλι να μην είχε καταλάβει τα πάντα, ο βασιλιάς, αν δε βοηθούσε κι η τύχη. Είπαμε, ο Θεός αγαπά τον κλέφτη, μα αγαπά και τον νοικοκύρη.
     Κάτι υποψίες, κάτι λαθάκια, κάτι καλοθελητάδες από δω κι από κει, ε δεν ήθελε δα και πολύ για να βγει το συμπέρασμα κι όταν ήρθε και ταίριαξε θαυμάσια, ο βασιλιάς ένιωσε να τονε χτυπά κεραυνός. Ήτανε καλός και συνετός άνθρωπος και δεν ήθελε σκάνδαλα στο παλάτι. Έτσι αφού πρώτα το καλοσκέφτηκε, χωρίς να βιαστεί και να πιαστεί πάνω στην οργή, κάλεσε τον πρώτο αξιωματούχο της αυλής του, που 'ταν άξιο, καλό κι έμπιστο παληκάρι και πήγε να βρει εκείνον, που μέχρι κείνη τη στιγμή θεωρούσε φίλο κι έμπιστό του. Του 'πε πως τα 'ξερε όλα, πως δε θα δώσει έκταση στο θέμα, αλλά με τη προυπόθεση να βοηθήσει κι αυτός λιγάκι. Σε τι; Να σηκωθεί και να φύγει χωρίς φασαρίες, να υποβάλλει τη παραίτησή του για λόγους υγείας ή ό,τι άλλο προτιμά,  και να φύγει ήσυχα. Θα του αποδοθούνε τιμές κι αποζημίωση, για να κάνει κάπου άλλου, μια καινούρια αρχή κι ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ο σφετεριστής-προδότης σκύλιασε μέσα του, μα προφασίστηκε πως πείστηκε, πως δέχεται τη πρόταση, μα στη πρώτη ευκαιρία που του δόθηκε και πίστεψε πως θα σκότωνε και τους δυο αντιπάλους του, επιτέθηκε με μανία. Παρολίγο να τα κατάφερνε, παρόλο που τανε μόνος κι αυτοί ήτανε δυο, μα πάλι η τύχη χαμογέλασε στον βασιλιά και τον έμπιστό του. Ποιός ξέρει, ίσως να πίστεψε κι αυτή, πως αρκετά είχε τραβήξει. Το αποτέλεσμα αυτού του ...χαμόγελου, ήταν να πέσει νεκρός ο σφετεριστής, αν και κάτι τέτοιο δεν ήτανε στις προθέσεις των δυο αντρών. Ίσα- ίσα, αυτό θα 'θελε ν' αποφύγει και γι' αυτό έκανε και τη πρότασή του. Πάνω μάλιστα στην αναμπουμπούλα της μάχης, ο νεαρός αξιωματούχος τραυματίστηκε σοβαρά κι έκανε καιρό να γιάνει.
     Ο βασιλιάς έφτιαξεν ένα ψέμμα για τη βασιλίσσα, πιστευτό όσο γινόταν, ότι και καλά δε πρόλαβε να σταματήσει τον καβγά των δυο αντρών κι έγινε το κακό... 'Αλλωστε πίστευε πως μιας κι η γυναίκα του δεν ήξερε πως αυτός γνώριζε τα καμώματά τους, ίσως να τον πίστευε. Σε λίγο καιρό ήτανε τα γενέθλιά της και θα της χάριζε ό,τι του ζητούσε κι όλα θα πέρναν επιτέλους τον δρόμο τους. Έτσι ένιωθε, έτσι πίστευε, έτσι έλπιζε. Όμως... Δεν υπολόγισε πως ο έρωτας τυφλώνει! Όπως αυτός τυφλώθηκε από τη βασίλισσα και θα κατάπινε όλη τούτη τη ντροπή, έτσι κι εκείνη τυφλωμένη, μόλις συνήλθε από το άκουσμα των μαντάτων, κατάλαβε κι εκείνη πως τα πράματα δε πηγαίνανε καθόλου καλά. Κατάλαβεν επίσης πως και δε μπορούσε να ζήσει άλλο μαζί του, και πως ήθελε πλέον επιτακτικά την εκδίκηση. Και τελικά ο ίδιος ο βασιλιάς χωρίς να θέλει της έδωσε την ευκαιρία να παίξει το τελευταίο της χαρτί... ένα χαρτί που της το υπαγόρευσε η μεγάλη της εξυπνάδα.
     Η κατάσταση κυλούσε κάπως σιωπηλά, σχετικά ομαλά, χωρίς εξάρσεις, μέχρι τη μέρα των γενεθλίων της. Εκεί, μέσα σ' όλη την αυλή και τους επισήμους, που 'τανε καλεσμένοι στη γιορτή, ο βασιλιάς, για να εξευμενίσει τη πίκρα της και να διεκδικήσει ξανά τη καρδιά της, είπε δυνατά:
 -"Αγαπημένη μου γυναίκα, σήμερα που 'ναι τα γενέθλιά σου, θέλω να σου κάνω ένα πολύ-πολύ μεγάλο δώρο. Το πιο μεγάλο και για να μη κάνω λάθος, θα σ' αφήσω να το ζητήσεις η ίδια κι εγώ απλά θα υποσχεθώ να στο προσφέρω". Εκείνη έδειξε δήθεν χαρούμενη, μα ο νους της άρχισε να δουλεύει πυρετωδώς. Μέχρι να πει, δήθεν ...ευχάριστα έκπληκτη:
 -"Αλήθεια αγάπη μου; Ό,τι... μα ό,τι ζητήσω;" είχε σκεφτεί και τον τρόπο.
 -"Ναι... ό,τι μα ό,τι ζητήσεις βασίλισσά μου", της απάντησεν αυτός.
 -"Χμμ... εύκολο είναι να το λες μα ...θέλω εδώ μπροστά στους αυλικούς και τους επίσημους, να μου ορκιστείς πως θα μου δώσεις ό,τι ζητώ και πως θα τηρήσεις τον λόγο σου. Να δώσεις τον πιο επίσημο κι ιερό σου όρκο, εδώ... μπροστά σ' όλους", του 'πε χαμογελώντας μα μέσα της παμηγύριζε και τονε μισούσε. Όταν έκανε αυτό που του ζήτησε και μάλιστα χαμογελαστά, γιατί πίστεψε ο καημένος μες στη παραζάλη του πως ίσως τελικά είχεν ελπίδες να ξανακερδίσει αυτό που 'θελεν εξαρχής, εκείνη μίλησε... και μίλησε σκληρά:
 -"Βασιλιά κι αφέντη αγαπημένε μου, θα σου βάνω ένα αίνιγμα κι αν το βρεις -έξυπνος κι ικανότατος είσαι, και ξέρω πως αγαπάς τα έξυπνα αινίγματα-, τότε δε θέλω τίποτ' άλλο από σένα, παρά μόνον ό,τι μέχρι τώρα μου παρείχες: την αγάπη και την αφοσίωσή σου. Αν όμως δε το 'βρεις και μιας κι ο έρωτας μας χτίστηκε με κύριο γνώμονα την εξυπνάδα μας, τότε είσαι ανάξιος να είσαι σύζυγός μου και μήτε κάμεις για βασιλιάς αυτού του τόπου. Θα πρέπει να φύγεις όσο πιο μακρυά μπορείς και να μη ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ. Δηλαδή, είτε το βρίσκεις κι έχεις όλα όσα είχες ή χάνεις και χάνεις και τα πάντα, όντας ανάξιός τους".
     Εκείνος θορυβήθηκεν αρκετά από την αντίδρασή της. Δε περίμενε τέτοιαν αντίδραση μα είχεν ήδη δεσμευτεί και μάλιστα με όρκο. Της είπε πως έπρεπε κι αυτή πλέον να ορκιστεί, για όσα είπε να τα τηρήσει κι όταν αυτή το 'καμε πρόθυμα, της ζήτησε να του πει το αίνιγμα. Εκείνη σηκώθηκεν αργά, μισόκλεισε τα μάτια της και σαν υπνωτισμένη πρόφερε αυτά τα λόγια:
 -"Βασιλιά κι αφέντη αγαπημένε μου, το αίνιγμά μου είναι αυτό:

                                  Τα "μασώ"
                                       κρεμώ,
                                  τα "θωρώ"
                                       φορώ,
                                  "νουν" κρατώ και πίνω
                                   αν το 'βρεις τί 'ναι κείνο
;

     Ο βασιλιάς κι όλοι οι παριστάμενοι, παραλύσανε. Τι 'ταν ετούτο; Σε κανενός το νου δεν ερχότανε μια λύση. Όλοι είδαν αμέσως τη δυσκολία του πράγματος. Ο βασιλιάς ξεροκατάπιε και της ζήτησε λίγο χρόνο. Εκείνη του απάντησε νιώθοντας ήδη νικήτρια:
 -"Φυσικά γλυκέ μου! Τα δικά σου γενέθλια είναι περίπου σ' εφτά μήνες. Εκεί λοιπόν μπορεί να σου κάνω εγώ το μεγάλο μου δώρο. Νομίζω μάλιστα πως είναι αρκετός χρόνος. Σύμφωνοι"; Η συμφωνία έκλεισε κι όλοι αποσύρθηκαν μιας κι η γιορτή είχε χαλάσει πια. Το ίδιο βράδυ, αργά, όταν της χτύπησε τη πόρτα του υπνοδωματίου της, του απάντησε στεγνά και ψυχρά: "Τούτο το κατώφλι για να περάσεις, θα πρέπει αποδεδειγμένα να το αξίζεις. 'Αρα αυτό θα γίνει όταν έχεις τη λύση στο αίνιγμά μου. Μέχρι τότε... καληνύχτα και ...μακριά"!
     Τώρα εμείς θ' αφήσουμε τον βασιλιά να κοιτάζει τον δαντελωτό ουρανό του πανάκριβου μα μοναχικού βασιλικού παλατιού του, και να σκέφτεται τι διάλο μπορεί ναναι αυτό το πράμα στο αίνιγμα και θα γυρίσουμε λιγάκι τον χρόνο πίσω και θα παρακολουθήσουμε τη βασίλισσα και τα καμώματά της. Ποιος ξέρει; Ίσως καταλάβουμε τι σημαίνει τούτο το αίνιγμά της.
     Όταν θάφτηκε ο σφετεριστής και μάλιστα με τιμές,-δεν ήθελεν ο βασιλιάς να ξεσπάσει σκάνδαλο κι απέκρυψε τα πάντα, λέγοντας πως σκοτώθηκε κατά λάθος- εκείνη δε μπορούσε να κλείσει μάτι. Είχε φτάσει τόσο κοντά στην ευτυχία -έτσι πίστευε- και την είχε χάσει για πάντα. Τίποτε δε θα της έδινε χαρά πιά. Δε μπορούσε να κλείσει μάτι την ίδια νύχτα κι έκοβε βόλτες πάνω-κάτω στο δωμάτιο. Τότε σκέφτηκε πως έπρεπε να κάνει κάτι... κάτι να κρατήσει τον άντρα που αγάπησε κοντά της, όσο πιο καλά κι όσο πιο πολύ γινόταν. Τότε σκέφτηκε και τι έπρεπε να κάνει. Σηκώθηκε, ντύθηκε κι έτρεξε στο μέρος που 'ταν ο τάφος του. Φώναξε έναν έμπιστό της γεροντάκο κι αφού τον όρκισε να μη πει τίποτε, του εξήγησε τι ήθελε να κάνει. Ο ανθρωπάκος ανατρίχιασε μα δε μπορούσε και να της αρνηθεί. Έτσι, ξεθάψανε μαζί το πτώμα κι αφαιρέσανε το κρανίο του. Πήρανε τα δόντια του και τα φτιάξανε σα πετράδια και φτιάξαν ένα πολύ πλουμιστό μενταγιόν. Βγάλανε τους βολβούς των ματιών και τα ντύσανε με χρυσό και πετράδια, τους κάνανε βραχιόλι και με το γυμνωμένο κρανίο, ντυμένο με χρυσά φύλλα, φτιάξανε ένα κύπελλο κι όλα τούτα μυστικά. Η βασίλισσα φόρεσε το βραχιόλι και το μενταγιόν και το χρυσό κύπελλο το 'χε κι έπινε μόνον αυτή.
     Εντωμεταξύ ο βασιλιάς στη κάμαρή του κατάλαβε, έστω κι αργά πως ακόμα κι αν έβρισκε τη λύση σε τούτο το παλιοαίνιγμα, πάλι δε θα μπορούσε να την είχε δικιά του, -τουλάχιστον έτσι όπως θα το -θελε. Φυσικά ούτε λόγος για το τι θα γινόταν αν δε το 'βρισκε, -ήτανε ξεκάθαρη σε τούτο: θα τον έδιωχνε μακριά σαν το σκυλί και το ωραίο ήτανε πως αυτός ο ίδιος της είχε δώσει τα όπλα. Όταν το συνειδητοποίησε κι αυτό καλά-καλά, βάλθηκε μανιασμένα να προσπαθεί να λύσει τον γρίφο, μα του κάκου. Βάλθηκε ακόμα πιο μανιασμένα και περάσανε κι όλας πάνω από έξη μήνες κι ακόμα τίποτε. Όχι μόνον αυτός, αλλά κι ένα σωρό σοφοί του παλατιού αλλά και των γύρω πολιτειών, που καλεστήκανε για να βρούνε λύση, μα πάλι του κάκου. Όταν πια είδε κι απόειδε και το πήρεν απόφαση, βάλθηκε να κάνει μεγάλους περιπάτους, ειδικά τις νύχτες. Έβλεπε καθαρά πια πως σε λίγες μέρες θα 'πρεπε να παρατήσει τη γενέτειρα και το αξίωμά του και να ψάξει να βρει αλλού τη τύχη του. Όσο πλησιάζαν οι μέρες συνέχιζε τους περιπάτους, μα πλέον ντυμένος με απλά ρούχα και κάπως μεταμφιεσμένος. Δεν ήθελε να δίνει λαβή για σχόλια ενώ παράλληλα ήθελε να διαπιστώνει πως βλέπαν οι υπήκοοί του τη πιθανή του απομάκρυνση, αλλά κι ο ίδιος να χωνέψει την ιδέα πως σε λίγο θαταν απλός άνθρωπος όπως όλοι αυτοί που συναντούσε στο δρόμο του.
     Ένα βράδυ, βωλόδειρε λιγάκι παραπάνω από το κανονισμένο -δηλαδή τί λιγάκι παραπάνω; απομακρύνθηκε πολύ, βυθισμένος στις σκέψεις του. Σε κάποιο σημείο κατάλαβε πως είχε πια χαθεί και πως γύρω δεν υπήρχε πια κατοικημένη περιοχή και σα να μην έφτανε αυτό, έπιασε και μια ξαφνική μπόρα. Βάλθηκε να τρέχει προς μια τυχαία κατεύθυνση, γιατί πια δεν ήξερε που βρισκότανε. Σε λιγάκι, πριν ακόμα νιώσει απελπισία και λίγο πριν ποτιστεί ολάκερος με το νερό της βροχής, είδε ένα φως κι έτρεξε γοργά προς τα κει. Σε λιγάκι, βρισκότανε μπροστά σε μια φωτιά και στέγνωνε, σε κάποιο φτωχικό σπίτι ενός μυλωνά.
     Αυτός ο μυλωνάς είχε τη γυναικούλα του, μια θυγατέρα ίσαμε τα είκοσι και δυο μικρότερα αγοράκια δίδυμα κοντά στα δώδεκα. Οι δυο γονιοί ήτανε κοντοί και παχουλοί μα είχανε καλή καρδιά και χωρίς να ρωτήσουνε καν, μπάσανε μες στο σπίτι τους τον ξένο και τονε περιποιηθήκανε, ενώ τα δυο μικρά, τονε περιεργάζονταν απροκάλυπτα και με περιέργεια τόση, που η μητέρα κόντεψε να σηκώσει τη παντούφλα. Ο βασιλιάς χαμογέλασε και τα δικιολόγησε, ενώ μέσα του σκεφτότανε πως τούτοι δω οι χριστιανοί δε τονε γνωρίσανε. Του φάνηκε περίεργο αυτό μα του άρεσε καλύτερα έτσι και δεν έδωσε γνωριμία. Είπε πως ήταν ένας ξένος περαστικός κι όπως ήτανε ντυμένος ασήμαντα, πέρασε αυτή η εντύπωση θαυμάσια. Ωστόσο ο βασιλιάς πρόσεξε τη θυγατέρα του μυλωνά, πόσο πρόσχαρη, πόσο γλυκειά κι όμορφούλα ήταν, με μακριές κοτσιδούλες και ρόδινα μάγουλα από την εξοχή. Ένιωσε πάρα πολύ σύντομα, τόσο ζεστά εκεί και τόσον όμορφα, όπως πάντα νιώθουν οι άνθρωπο όταν συναναστρέφονται απλούς κι άδολους ανθρώπους κι όχι τίποτε τσαρλατάνους και κακούς. Ωστόσο ίσως δε πρόσεχε όλα τούτα της τα καλά, αν δε παρατηρούσε το πόσον έξυπνη έδειχνε! Είπαμε και στην αρχή πως αυτό τονε μάγευε. Εκεί δε που μαγεύτηκε ήτανε στο στρώσιμο του τραπεζιού, που τονε καλέσανε να φάει.
     Όταν ο πατέρας της τη διάταξε να στρώσει το τραπέζι για να φάνε τον μεγάλο και παχουλό κόκκορα που 'σφαξε για σήμερα, εκείνη πήρε τη πρωτοβουλία. Έβαλε το σερβίτσιο του πατέρα στο κορφή του τραπεζιού και στο πιάτο του έβαλε το κεφάλι και τον λαιμό του κόκκορα. Στο πλάι από τ' αριστερά, έβαλε το στρωσίδι της μητέρας και στο πιάτο της έβαλε τη ράχη του. Από την άλλη μεριά τη δεξιά, έβαλε το πιάτο του ξένου και του 'βαλε στο πιάτο τα ποδάρια. Δίπλα του έβαλε το δικό της και στο πιάτο τις φτερούγες κι από την άλλη μεριά έβαλε των αδερφών της και στα πιάτα τους δίκαια μοιρασμένα, έβαλε το στήθος και το ψαχνό του. Ο πατέρας της μα κι ο ξένος παραξενευτήκανε, ειδικά ο πρώτος κοκκίνισε, πρασίνισε, οργίστηκε και ντροπιάστηκε, γιατί έβαλε στον ξένο τα ποδάρια και τον καλύτερο μεζέ στα μικρά. Της έβαλε τις φωνές:
 -"Τι κάμεις εκεί θυγατέρα;! Τί έβαλες στον ξένο να φάει; Τις πατούσες; Ντροπή μεγάλη! Έτσι σε μάθαμε τάχα"; και στρεφόμενος προς τον ξένο απολογήθηκε πως η μικρή είναι άμαθη και καλά... Τότε μίλησε κείνη:
 -"Πατεράκι μου τί με μαλώνεις; Είσαι η κεφαλή του σπιτιού μας, από τη ράχη της μάνας μου περνάν όλα όμως. Εγώ κάποια στιγμή θα βγάλω φτερά και θα φύγω για το σπιτικό μου. Ο ξένος μας με τα πόδια του αύριο θα μας αφήσει κι αυτός. Τα δυο μικρά μου αδερφάκια όμως, πρέπει μιας κι αφήσανε το στήθος της μάνας μας, να φάνε τον καλύτερο μεζέ, για να μεγαλώσουνε γρήγορα και να σε βοηθήσουν", είπε κι έσκυψε το κεφάλι ροδοκόκκινη. Αυτό ήταν! Ο βασιλιάς είχε ...χαζέψει! Έβαλε τα γέλια και τη συγχάρηκε για τη σοφία της. Ο γερο-μυλωνάς έμεινε να κοιτάζει παραξενεμένος τον ξένο να γελά με τη καρδιά του και στο τέλος γέλασε κι αυτός μ' ένα γέλιο χλουκιστό. Η κόρη του πάλι τα 'χε πάει περίφημα και κάτι ήξερε αυτός που την έστειλε σχολείο να ξεστραβωθεί, όχι σαν κι εκείνους...
     Όταν καλοφάγανε, πήγανε πάλι στο τζάκι κι αρχίσανε να λέν ιστορίες. Ο βασιλιάς δεν είχε φανερωθεί κι έπρεπε να προσέχει τι λέει μα ένιωθε θαυμάσια. Σχεδόν είχε ξεχάσει το μεγάλο κι άλυτο πρόβλημά του, με τούτους εδώ τους καλόκαρδους ανθρώπους. Όμως του δόθηκε η ευκαιρία να μάθει κιόλας τι σκέφτονταν για τον βασιλιά τους αυτοί εδώ οι απομακρυσμένοι χωρικοί. Βέβαια πίστευε πως έτσι κι αλλιώς άχρηστο θα 'ταν μα κατάλαβε πως μπορεί να νιωθε περήφανος για τη βασιλεία του μα δεν ήτανε ποτέ κοντά στον λαό του. Επιτέλους έβλεπε να τονε συναναστρέφονται άνθρωποι, χωρίς να 'χουν αυτό το ηλίθιο βλέμμα της υποταγής... Τέλος πάντων...
     Όταν τελειώσαν οι γυναίκες το μάζεμα ήρθανε και κάτσανε μαζί τους. Η κόρη έκατσε κάτω στα στρωσίδια οκλαδό και πρόσεχε να τρέφει τη φωτιά, προσέχοντας όμως παράλληλα, έτσι ώστε να μην έχει μήτε στους γονιούς, μήτε στον ξένο, γυρισμένη τη ράχη της. Ο βασιλιάς της έπιασε κουβέντα για να διαπιστώσει την εξυπνάδα της κι έμεινε κατάπληκτος με τον πλούτο που ανακάλυπτε λέξη-λέξη. Ήτανε φρόνιμη και σεβότανε τον συνομιλητή της, είχε το θάρρος της γνώμης της όταν ήξερε κάτι -κι ήξερε πολλά- ενώ παράλληλα αν διαπίστωνε πως κάτι δε το ξέρει, τέντωνε τ' αφτιά και τα μάτια της για να ρουφήξει αυτή τη νέα γνώση και δεν έκανε τη πονηρή τάχα...! Σε λίγο χωρίς κανείς να καταλάβει πως, ξεκίνησε μια κόντρα μεταξύ τους στο ποιος θα πει το πιο απίθανο και το πιο άγνωστο κι όταν ένας τους το κατάφερνε, χαιρότανε με τη καρδιά του. Τότε ήτανε που θυμήθηκε το αίνιγμα ο βασιλιάς κι είπε μέσα του πως δεν έχανε τίποτε να το πει.
     Η κοπέλα μόλις τ' άκουσε, ζήτησεν αμέσως να μάθει ποιος το 'χε πει. Ο βασιλιάς τότε αναγκάστηκε να πει την ιστορία, χωρίς να πει πως ήτανε βασιλική όμως και φυσικά παραλείποντας το ...στοίχημα. Η κοπέλα σκέφτηκεν αρκετά και στο τέλος τονε κοίταξε και του 'πε:
 -"Μόνο μια σκέψη μου 'ρχεται στο νου, ξένε, μα μου 'ναι πολύ δύσκολο να την εκφράσω..." Εκείνος χαμογέλασε πικρά και κατένευσε:
 -"Ε πέστη να δούμε. Ούτως ή άλλως κανείς δε το 'χει βρει και δε χάνουμε τίποτε ν' ακούσουμε την άποψή σου".
 -"Αυτή που 'πε τούτο το αίνιγμα, φορά μενταγιόν από τα δόντια του πεθαμένου, βραχιόλι από τα μάτια κι από το κρανίο του έχει φτιάξει κύπελλο και πίνει το κρασί της και τούτο μάλλον το 'κανε για να τονε κρατήσει όσο πιο πολύ κοντά της μπορεί". Κι αμέσως που εκστόμισεν αυτό, έσπευσε να το σκεπάσει κάπως, να το μαλακώσει: "Βέβαια παραδέχομαι πως είναι μια τραβηγμένη σκέψη, μα... δε μου πάει αλλού ο νους... κι είναι τόσο φρικτή που παρακαλώ δε θα 'θελα να το συζητήσουμεν άλλο".
     Όταν η παρέα διαλύθηκε για να πάει για ύπνο, εκείνη ξεφύσησε μ' ανακούφιση. Σε λίγο όλοι κοιμόνταν βαθιά κι αυτός ακόμα ο βασιλιάς που δε τα κατάφερνε τελευταία και τόσο καλά να ναρκώσει τη ταραγμένη του καρδιά. Ίσως να βοήθησε και το γεγονός πως του στρώσανε στον αχυρώνα, μιας και δεν είχανε χώρο αλλού. Στην αρχή βέβαια του προτείνανε να κοιμηθεί αυτός σε κάποιο κρεβάτι του σπιτιού κι ο ένοικός του στον αχυρώνα μα ο βασιλιάς δεν ήθελε μήτε να τ' ακούσει. Πρώτη του φορά κοιμήθηκε σε στάβλο με παρεούλα τ' άλογα. Την άλλη μέρα το πρωί, ξύπνησε φρέσκος-φρέσκος κι αφού έφαγε ένα θαυμάσιο πρωινό από τα χεράκια της θυγατέρας, του προσφέραν άλογο να πάει στη πόλη κι υποσχέθηκε να τους το επιστρέψει. Τονε ξεπροβόδισαν μ' ευχές κι ευχαριστίες κι αυτός λίγο πριν φύγει είπε ολάκερο το μυστικό του. Το πόσο δείξανε να ντρέπονται... μα κείνος είχεν ήδη απομακρυνθεί... Από μακριά τους φώναξε για να τους καθησυχάσει:
 -"'Αλλωστε, δε θα 'μαι βασιλιάς για πολύ, αν δε βρεθεί η λύση για το αίνιγμα, οπότε ίσως έρθω να γίνω μυλωνάς μαζί σας, αν πάλι όμως είναι σωστή η λύση, τότε θα 'μαι μα θα το οφείλω στη θυγατέρα σας, οπότε εγώ θα σας χρωστώ κι όχι εσείς. Ευχαριστώ πάντως, γιατί πρώτη φορά πέρασα τόσο καλά μαζί σας", και γέλασε πρόσχαρα. Το γέλιο του ηχούσε μέχρι που χάθηκε στον ορίζοντα κι οι απλοί άνθρωποι γυρίσανε στις δουλειές τους.
     Έφτασε στο παλάτι κοντά στο μεσημεράκι. Πρώτη φορά είχεν αργήσει τόσο να επιστρέψει από τα φευγιά του και ν' αναλάβει καθήκοντα. Στη πύλη μάλιστα αντιμετώπισε πρόβλημα, γιατί δε τον αναγνωρίσανε και δε τον αφήνανε να μπει. Τελικά μπήκε αφού έδωσε τις εξηγήσεις, πλύθηκε, άλλαξε κι έκατσε στο τραπέζι σιωπηλός. Σε λίγο μπήκε κι εκείνη αδιάφορη κι απόμακρη. Τη παρατήρησε πολύ προσεκτικά. Φορούσε ανοιχτό ντεκολτέ, στο μέσο του είδε να κρέμονται τα "θωρώ" και στο αριστερό της χέρι, το χέρι της καρδιάς, είδε το βραχιόλι με τα "μασώ". Παραδέχτηκε πάντως και τα καλοδουλεμένα κοσμήματα αλλά και πως ήθελε μεγάλη φαντασία για να το μαντέψει κανείς. Από μέσα του καμάρωσεν άλλη μια φορά τη νεαρή μυλωνοπούλα. Σε λίγο μάλιστα που τις έφεραν τη χρυσή της κούπα, είδε μες από τα στολίσματα και το χρυσό ντύσιμο, τον "νουν" και βεβαιώθηκε. Εκείνη μάλιστα σήκωσε τη κούπα της και του 'κανε "Εις υγείαν" από μακριά, στην άλλη άκρη του μεγάλου τραπεζιού. Εκείνος ανταπόδωσε θλιμμένα τον χαιρετισμό κι εκείνη το καταφχαριστήθηκε που τον είδε έτσι, ώστε να τον υπολογίζει χαμένον από χέρι.
     Όταν απόφαγαν -και σιγά την όρεξη που 'χε να βλέπει τα μούτρα της, αντίθετα με κείνη που το καταφχαριστιόταν- και σηκώθηκαν, τη σταμάτησε να της μιλήσει. Εκείνη -σίγουρη πια- του παραχώρησε λίγο από τον πολύτιμο χρόνο της.
 -"Θέλω να σου ζητήσω μια χάρη παρακαλώ", της είπε άχρωμα.
 -"Ό,τι θέλεις βασιλιά κι αφέντη μου αγαπημένε, αρκεί να μη μου ζητήσεις να πάρω πίσω το στοίχημά μας", του 'πε περιφρονητικά.
 -"Όχι φυσικά! Ό,τι υποσχέθηκα κι ό,τι στοιχηματίσαμε εξακολουθεί να ισχύει. Απλά ήθελα να σου ζητήσω, τις λίγες μέρες που απομένουνε μέχρι τα γενέθλιά μου, θα 'θελα να μη τρώμε μαζί και μάλιστα, αν σου 'ναι εύκολο, να μη σε βλέπω καθόλου μπροστά στα πόδια μου! Σου ζητάω κάτι ...δύσκολο;" τη ρώτησε περιφρονητικά.
 -"Όχι βέβαια! Σου 'χω αρνηθεί ποτέ κάτι βασιλιά κι αφέντη μου αγαπημένε;" του απάντησε χαμογελώντας μελιστάλαχτα κείνη.
 -"Ωραία. Πολύ ωραία!" είπε και γυρνώντας της τη πλάτη βγήκε από τη τραπεζαρία. Εκείνη όμως τονε πρόφταξε και τονε ρώτησε, δήθεν παραξενεμένη, γιατί τάχα της ζητούσε κάτι τέτοιο;
 -"Ε να καλή μου, επειδή πλησιάζει η ώρα, κι επειδή δεν έχω βρει ακόμα τη λύση, θα πρέπει να βάλω τα δυνατά μου κι αυτό απαιτεί αυτοσυγκέντρωση περίσσια. Όταν όμως σε βλέπω, όπως έχεις ίσως ήδη προσέξει, χάνω τα ...λογικά μου", της είπε περιφρονητικά γελώντας και της ξαναγύρισε τη ράχη.
     Ω! πόσο η σιγουριά της νίκης μας δίνει φτερά που συχνά είναι κάλπικα. Πόσες δυνάμεις και σε πόσα λάθη μας σπρώχνει η χαρά αυτή! Εκείνη συμφώνησε ανασηκώνοντας τους ώμους κι ένιωθε κείνη τη στιγμή πως είχε νικήσει κατά κράτος. Χαμογελούσε και σκεφτότανε πως της έκανε μούτρα, γιατί ακριβώς είχε χάσει κι είχε καταλάβει πως δε θα του χαριζότανε. "Πάλι καλά" σκέφτηκε, "που δε μου γύρεψε παράταση ή να πάρω πίσω το στοίχημα. Πάλι καλά επίσης που δε μου ζήτησε να περάσω καμμιά νύχτα μαζί του για τ' αποχαιρετιστήρια... ουφ" και γύρισε στα διαμερίσματά της για να οργανώνει από τώρα τη διακυβέρνηση της πολιτείας, που θ' αναλάμβανε σε λίγες μέρες.
     Ο βασιλιάς κράτησεν αυτή την απαθή, πικραμένη, παρατημένη στάση, όλες τις υπόλοιπες μέρες μέχρι τη μεγάλη γιορτή των γενεθλίων του παρόλο που καιγότανε για δυο πράγματα: να της βροντοφωνάξει τη λύση και να τη ξαποστείλει, και να ξαναδεί τη μικρή σοφή μυλωνοπούλα. Συγκρατήθηκεν όμως και στα δυο κι έφτασεν επιτέλους η μεγάλη μέρα. Ντύθηκε προσεκτικά, στολίστηκε με όλα τα χαρακτηριστικά της στολής του βασιλιά, περιποιήθηκε τον εαυτό του όσο πιο καλά μπόρεσε και κατέβηκε τελευταίος στη μεγάλη σάλα, όπου η γιορτή είχε ξεκινήσει. Όταν τον είδανε να κατεβαίνει, όλοι σώπασαν. Τονε καμαρώσανε για το παράστημα και το παρουσιαστικό του μα μέσα τους λυπόντουσαν που θα τον χάνανε, γιατί ξέρανε πως δεν είχε βρει τη λύση κι ότι μετά το τέλος τούτης της βραδιάς, θα τους κυβερνούσε αυτή η αχώνευτη. Όλοι λοιπόν περίμεναν να δούνε την εξέλιξη τούτης της βραδιάς, με κομμένη την ανάσα!
     Μετά τα πρώτα εθιμοτυπικά, πήρε το λόγο αυτή:
 -"Βασιλιά κι αφέντη μου αγαπημένε, θέλω να σου κάμω το δώρο μου. Θέλω όμως πριν προχωρήσω σ' αυτό, τη λύση του αινίγματος, όπως συμφωνήσαμε. Την έχεις βρει";
 -"Τι βιάζεσαι τόσο καημένη; Δεν αφήνεις να πιούμε κανά κρασάκι, να γευτούμε κανά μεζεδάκι, από τα τόσα και τόσα όμορφα;" της απάντησεν αυτός πικραμένα. Εκείνη όμως έδειξεν ανυπομονησία κι επέμεινε, γιατί και καλά ήθελε να του κάνει το δώρο του.
 -"Πες μου λοιπόν τη βρήκες τη λύση;", κατέληξε. Εκείνος, με το πιο φυσικό βλέμμα του κόσμου, της απάντησε τάχαμ αδιάφορα:
 -"Φυσικά χρυσή μου! Τί με πέρασες; Αλίμονο! Είναι αλήθεια πως υποτίμησα το θαυμάσιο αίνιγμά σου κι έξη μήνες τώρα μήτε ασχολήθηκα, μα όταν έβαλα κάτω τα πράματα, ειδικά όταν μου παραχώρησες χώρο και χρόνο, κατάφερα να βρω άνετα τη λύση!" της είπε και σήκωσε το ποτήρι του με το κρασί. Εκείνη δαγκώθηκε μα δε τα 'χασε.
 -"Αλήθεια; Μπράβο σου! Για πέστη και σε μας, εξήγησέ μας τη κιόλας..." του πε, αλλά πλέον είχεν αρχίσει να κλονίζεται και το βλέμμα της είχε γίνει κακό κι εχθρικό. Και τότε ο βασιλιάς σηκώθηκεν όρθιος, ύψωσε το ποτήρι του σα να 'θελε να κάνει πρόποση. Όλοι κι όλες τονε μιμηθήκανε, μαζί κι η βασίλισσα. Ευχαρίστησε λοιπόν όλο τον κόσμο που ήρθε να τονε τιμήσει στα γενέθλιά του κι αμέσως μετά, με μια γρήγορη κίνηση, άρπαξε το κύπελλο, το βραχιόλι και το μενταγιόν από πάνω της κι έδειξε στον κόσμο τα τρία αυτά αντικείμενα. Μετά τα σπασε κι όλοι είδανε τη φρικιαστικήν αλήθεια. Έπειτα τους είπε πλέον όλη τη πραγματικήν ιστορία κι όταν τέλειωσε -κι όλοι είχανε νιώσει φρίκη και δυσαρέσκεια για τη βασίλισσα- γύρισε και της είπε:
 -"Καλή μου, πάρε το δώρο μου: Φύγε αμέσως από το παλάτι, μόνο με ό,τι είχες πριν τον γάμο μας. Φύγε μακρυά και μη πατήσεις ποτέ το πόδι σου ξανά εδώ. Τώρα σου χαρίζω τη ζωή, μα αν σε ξαναδώ εδώ, δεν εγγυώμαι το ίδιο". Εκείνη έφυγε λυσσώντας κι αφρίζοντας κι όλοι όσοι ήταν εκείνη την ώρα στο μεγάλο τραπέζι, χειροκροτήσαν ανακουφισμένοι και φανερά χαρούμενοι. Το θέμα τούτο είχε λήξει ευνοϊκά κι η γιορτή τέλειωσε αργά τα χαράματα με γλεντοκόπι και χαρές, με τραγούδια και χορούς. Όσο για τη κακίστρω, κανείς δε ξανάμαθε ποτέ τίποτε για κείνη.
     Την άλλη μέρα που ξύπνησεν ο βασιλιάς από το γλεντοκόπι, έκαμε τη τουαλέτα του και πήρε το πρωινό του, φώναξε τον έμπιστο υπηρέτη του και του έδωσε μερικά πεσκέσια για να τα πάει της μικρής μυλωνούς και της οικογένειάς της. Του εξήγησε προσεκτικά το δρόμο μη χαθεί, γιατί ήτανε και ξεχασιάρης κι αφηρημένος και του πε να πάρει κι ένα άλογο παραπάνω, για να τους το επιστρέψει. Πριν φύγει του δωσε κι ένα προφορικό μήνυμα να δώσει στη μικρή και μάλιστα τον έβαλε να το πει πολλές φορές για να μη το ξεχάσει:

                          Το φεγγαράκι είναι ολόγιομο,
                          αυτός που φέρνει την αυγή, παραγεμιστός
                          ολάκερες οι τριάντα μέρες τούτου του μήνα
                          της κατσίκας το πετσί τσίτα-τσίτα φουσκωμένο
                          κι ο κυνηγός αγαπά τη... πέρδικα
!

     Παιδεύτηκε ο δόλιος υπηρέτης να το αποστηθίσει μα στο τέλος τα κατάφερε. Πήρε λοιπόν πεσκέσια, ένα μεγάλο κεφάλι τυρί, ένα κόκκορα παραγεμισμένο με χίλια καλά, τριάντα ζεστές φρατζόλες ψωμί, ένα ασκί με κρασί από το καλύτερό του και φυσικά το άλογο που τους χρωστούσε. Λίγο πριν ξεκινήσει ο υπηρέτης, του ξαναφώναξε:
 -"Πρόσεξε κακομοίρη μου να πας ό,τι σου δωσα και να το πας σωστά, μη χάσεις τον δρόμο και πρόσεξε να θυμηθείς όλα τα λόγια που σου πα για μήνυμα. Να περιμένεις να πάρεις απάντηση και να τη θυμηθείς να μου τη πεις όταν γυρίσεις! 'Αντε φεύγα τώρα κι ο Θεός μαζί σου!" του πε, κι ο υπηρέτης ξεκίνησε σιγά-σιγά.
     Πράγματι λοιπόν έφυγεν ο υπηρέτης και στο δρόμο, επειδή αργούσε να φτάσει γιατί έχασε και το δρόμο για λίγο, πείνασε. Έκατσε κι έφαγε όλο τον κόκκορα, έφαγε τις μισές φρατζόλες κι από το τυρί άφησε πολύ λίγο. Όσο για το κρασί, κόντεψε ν' αδειάσει όλο το ασκί. Με τα πολλά έφτασε και στο σπίτι του μυλωνά. Εκεί τον υποδεχτήκανε καταπώς έπρεπε και με πολλήν ευχαρίστηση. Τους έδωσε τα πεσκέσια, τονε φιλέψανε κι ύστερα θυμήθηκε και το μήνυμα -ω του θαύματος- και το 'πε ολάκερο και σωστά -τρομάρα του!
     Η κόρη έμεινε σκεφτική για λίγο μα τα μάγουλα της κοκκινήσανε σαν τη φωτιά. Σε λιγάκι, ένα λαμπερό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της. Όταν πέρασε η ώρα κι ο υπηρέτης έπρεπε να επιστρέψει, του 'πε σαν απάντηση να μεταφέρει το εξής και τον επιφόρτισε μάλιστα να μη ξεχάσει τίποτε.

                               Το φεγγάρι είναι στη χάση
                               αυτός που φέρνει την αυγή μητ' ήρθε μητ' εφάνη
                               δεκαπέντε μέρες έχει ακόμα τούτος ο μήνας
                               της κατσίκας το πετσί ντάντουλα με ντάντουλα
                               κι ο κυνηγός που αγαπά τη πέρδικα
                               δε δέρνει το σκυλί του
                               η πέρδικα αγαπά τον καλό κυνηγό
!

     Του το πε πολλές φορές για να το θυμηθεί και στο τέλος πρόσθεσε πως με χαρά τους θα περιμένουνε να τους επισκεφθεί ξανά.
     Ο γερο-υπηρέτης πήρε ξανά τον δρόμο της επιστροφής και μόλις έφτασε στο παλάτι, πήγε κατευθείαν στον βασιλιά, όπως τον είχε προστάξει. Εκείνος φυσικά περίμενε με αγωνία να μάθει πως είχανε δεχτεί τα ...προξενιά του και ρώτησε αμέσως αν πήγαν όλα καλά. Ο υπηρέτης του μετέφερε το καλό κλίμα κι ο βασιλιάς το καταφχαριστήθηκε.
 -"Τα πήγες όλα όσα σου 'δωσα;" τονε ρώτησε.
 -"Αμέ! και τους αρέσανε πολύ όλα!" απάντησεν αυτός. "Μάλιστα η κόρη μου 'δωσε να σου πω, ένα μήνυμα... στάσου να το θυμηθώ..." κι άρχισε να ξύνει τη γκλάβα του προσπαθώντας να θυμηθεί το μήνυμα. Θυμήθηκεν εύκολα τις πρώτες φράσεις μα ξέχασε τις τρεις τελευταίες. Ο βασιλιάς έγινε πυρ και μανία γιατί ένιωσε προσβεβλημένος που τα δώρα του είχανε γίνει άφαντα κι άρπαξε τον υπηρέτη και τον έκανε τόπι στο ξύλο, γιατί νόμισε πως είχε ρεζιλευτεί κι είχαν αποτύχει τα προξενιά του. Όταν έφαγε το ξύλο ο υπηρέτης -που νόμισε πως έφαγε ξύλο γιατί δε θυμότανε το στιχάκι- θυμήθηκε και το υπόλοιπο μήνυμα και το 'πε στον βασιλιά.
 -"Εμ τώρα μου το λες καημένε..." είπε γελαστά ο βασιλιάς κι άρχισε να γελά σα παλαβός από τη χαρά του. Αγκάλιασε τον υπηρέτη και τονε φίλησε, του ζήτησε συγγνώμη για τις ξυλιές και τονε φίλεψε, αλλά τονε συμβούλεψε άλλη φορά να μη κλέβει γιατί τότε θα τις φάει πιο πολύ και χωρίς έλεος. Κι έφυγε να πάει στα ιδιαίτερά του εκστασιασμένος.
     Κράτησε το λόγο του και μόλις ξεκαθάρισε το παλάτι από τυχόν ευνοούμενους της βασίλισσας και κανόνισε τα του βασιλείου του, ξεκίνησε να επισκεφθεί τα μελλοντικά πεθερικά του. Έστειλε μπροστά τη συνοδεία του για να τον αναγγείλει κι αμέσως μετά έφτασε κι αυτός. Για την ακρίβεια, θα 'θελε να τη προσπεράσει μα ...το πάλεψε. 'Αλλωστε σκέφτηκε πως αν προσπερνούσε αυτός, η συνοδειά όταν έφτανε ποιον θ' ανήγγειλε; Μη βρίσκοντας απάντηση στο καίριο αυτό ρώτημα, κρατήθηκε πίσω.
     Είχε φέρει ραφτάδες και κομμώτριες που περιποιήθηκαν όλη την οικογένεια κι ειδικά τη κόρη με τα ρόδινα μάγουλα και τα μακριά μαύρα μαλλιά. Είχε φέρει μαγείρους και ζαχαροπλάστες, είχε φέρει μουσικούς και διασκεδαστές και τελικά στο φτωχικό του μυλωνά στήθηκε ένα καλό γλέντι όπου όλοι κι όλες, ίσα, διασκέδασαν με τη ψυχή τους. Όταν ετοιμάστηκαν όλα, στο τραπέζι πάνω, σηκώθηκεν ο βασιλιάς να κάνει πρόποση και κοιτάζοντας πρώτα απ' όλους τον γέρο χωρικό και μετά εκείνην είπε:
 -"Ήρθα όπως υποσχέθηκα κύριε μου, γιατί εδώ πέρασα την ομορφότερη και γλυκύτερη νύχτα της ζωής μου, τα τελευταία χρόνια. Εκτός όμως αυτού, οφείλω στην άξια, τη πανέξυπνη κι όμορφη θυγατέρα σου το βασίλειό μου ολάκερο. Όμως τούτο το τελευταίο, λέω, πως δε θα με 'νοιαζε, γιατί όπως είπα, πέρασα τόσο καλά εδώ, και χωρίς αυτό. Το αληθινό όμως βασίλειο που κέρδισα είναι της καρδιάς μου κι εκείνο τώρα θέλει τη βασίλισσά του. Αν λοιπόν κύριέ μου, δώσετε την ευχή σας και το χέρι της αξιαγάπητης κόρης σας, θα νιώσω και πάλι βασιλιάς και μόνο τότε!" είπε και παραμερίζοντας το κάθισμά του, γονάτισε μπροστά στον καλό μυλωνά, κοιτάζοντάς τονε μ' αγωνία στα μάτια. "Ορίστε... γονατίζω μπρος στα πόδια σας παρακαλώντας..."
     Ο χωρικός τα 'χασε. Με μια βιαστική κίνηση σήκωσε τον άντρα και του 'πε χαμογελώντας:
 -"Ο πραγματικός άντρας και βασιλιάς δε γονατίζει νεαρέ μου! Καλά κι όμορφα τα 'πες, αλλά νομίζω πως τα 'πες σε λάθος άνθρωπο. Η ενδιαφερόμενη είναι από την άλλη μεριά του τραπεζιού, μα μη γονατίσεις πάλι και σου πάρει τον αέρα", του 'πε κλείνοντας το μάτι του χαμογελαστά και συνωμοτικά. Ο βασιλιάς σηκώθηκε κι έκανε τον σκεφτικό για κάμποσο. Έπειτα, σοβαρά, στρεφόμενος προς την αγαπημένη του της είπε γλυκά:
 -"Καλή μου, μιας κι ο πατέρας σου συμφωνεί, θέλεις να 'σαι συ η βασίλισσα της καρδιάς μου και να με βοηθάς, να μου συμπαραστέκεσαι και να με συμβουλεύεις στα δύσκολα και να μ' αγαπάς όσο κι εγώ";
 -"Βασιλιά κι αφέντη μου και να 'θελα ν' αρνηθώ, με τόσον όμορφους τρόπους, με τόσον εξαίσια συμπεριφορά και τόσον αντρίκεια στάση, ακόμα κι αν δεν σ' είχα αγαπήσει από τότε, θα σ' αγαπούσα στα σίγουρα και πάλι τώρα, σήμερα, εδώ! Δέχομαι με χαρά και τιμή μου τη πρότασή σου, υπόσχομαι να προσπαθώ πάντα και μ' όλες μου τις φτωχές δυνάμεις να κρατώ αυτή τη φλόγα ολοζώντανη, όσο πιο πολύ και καλά μπορώ, καθώς επίσης να κρατώ όσο πιο μακριά γίνεται, τα κακά που θα 'ρχονται, από το σπιτικό μας. Σου προσφέρω λοιπόν καρδιά, ψυχή, νου και σώμα κι ελπίζω να πάνε όλα καλά".
     Ε μετά από τούτα τα λόγια φανταστείτε πως έγινε... χαμός! Αδύνατο να περιγραφεί το γλέντι που άρχισε τότε και κράτησε πολύ. Έπειτα ξεκούραση για μια νυχτιά και το πρωί, αναχώρηση όλων για το παλάτι. Σύντομα τη παρουσίασε στον λαό του σαν υποψήφια βασίλισσα κι εκείνη με τους τρόπους της και την ευγενική της ιδιοσυγκρασία γρήγορα τους κέρδισεν όλους. Όχι πολύ αργότερα, έγιναν οι πιο χαρούμενοι και πλούσιοι γάμοι της γης.
     Απ' όσο μάθαμε, βασίλεψαν μαζί και καλά, για πάρα πολλά χρόνια. Ζήσανε λοιπόν αυτοί καλά κι εμείς ...καλύτερα!
_________________________________________________________________

     Τούτο το παραμύθι είναι περίπου ίδιο με κείνο του φίλου Μπάμπη, που αναφέρει στη "Λαϊκότητα Της Κρητικής Λογοτεχνίας (μέρος 6ον)", έτσι καταπώς εγώ το κατέγραψα από τη γιαγιά μου και τη θεία μου και πρέπει να πω πως αυτές οι δυο γυναίκες ξέρανε θαυμάσια να διηγούνται. 'Αλλο να το λέω, άλλο να το ακούτε...
το αξιοπερίεργο είναι πως το παραμύθι του Μπάμπη φέρει ρίζες από την Κρήτη, ενώ το δικό μου από Μικρασία. Τελικά τα παραμύθια δεν έχουν ...ιδιαίτερη πατρίδα...
     Φυσικά όποιος έχει οιαδήποτε πληροφορία για τον δημιουργό ή ό,τι άλλο, ας μου μηνύσει.
                                   Για την αντιγραφή και μόνο
 Μάρτης 2004                                             Πάτροκλος Χατζηαλεξάνδρου

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers