Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Bourliaguet Leonce: Μεγάλος Παραμυθάς ...κι όχι μόνο

 

                        

                                                 Βιογραφικό

     Γεννήθηκε στις 6 Γενάρη 1895, στο μικρό χωριό Thiviers, πολύ κοντά στις επαρχίες Limousin και Perigord, μοναχογιός ενός τσαγκάρη κι είναι αξιοπρόσεκτο που αρκετοί δημοφιλείς, -όπως οι Giono, Guéhénno, Guilloux- ήταν επίσης γιοι τσαγκαράδων και σχεδόν σύγχρονοί του. Ευαίσθητο και ρομαντικό παιδάκι με πολύ ζωηρή φαντασία, αν και σύντομα η σκληρή ζωή κατάφερε να τραυματίσει αυτό το εύθραυστο περίβλημα και να τονε κάνει να δυσπιστήσει κάπως στα μεγάλα και τρυφερά όνειρα, έτσι ο μόνος δρόμος διαφυγής ήταν ο δρόμος της ζωηρής του φαντασίας.
     Από μικρός αγαπούσε πολύ να διαβάζει, τόσο πολύ μάλιστα, ώστε μια φορά που κατέβαινε τη σκάλα του σπιτιού του βουτηγμένος στο "Ροβινσώνα Κρούσο", να κτύπησει με τη μύτη του πάνω στο τζάμι μιας πόρτας και να του μείνει μόνιμα μια ουλή σαν θυμητάρι, και παράλληλα μια βάναυση επαφή με τη σκληρή πραγματικότητα.
     Έχασε τη μητέρα του στα 15 του, τότε που γράφτηκε στη Δημόσια Παιδαγωγική Σχολή του Περιγκόρ. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να περάσει 4 χρόνια κει, απομονωμένος από τους συμμαθητές του, λόγω της ιδιαίτερης, ευφάνταστης, ευαίσθητης και ρομαντικής ιδιοσυγκρασίας του, αλλά με μεγάλη επιτυχία στα μαθήματά του. Ήδη από κει έδειξε αυτή τη πρωτοτυπία, αυτό το πνεύμα της ανεξαρτησίας και τον αντικομφορμισμό του βάθους της προσωπικότητάς του, και συνέχιζε να διαβάζει με μανία. Η αναζήτησή του ήτανε να βρει κι άλλους που να σκέφτονται το ίδιο, να βρει οδηγούς στην ομορφιά και σκεπτόμενους στοχαστές.
Χάρη σε έναν ευφυή δάσκαλο που του 'χε δώσει αρχικόν ερέθισμα, οι προτιμήσεις του πήγαν ενστικτωδώς στα μεγάλα και ισχυρά μυαλά και που αυτά θέλησε να διαμορφώσουν και να θρέψουν τη σκέψη του: Θερβάντες, Πλούταρχος κλπ. Από κείνα τα χρόνια, έδειξε αυτήν την αφοσίωση στο ύφος που δε σταμάτησε να εκδηλώνει και μες στα βιβλία του.
     17 Δεκέμβρη 1914, στα 19 του, κατατάσσεται στο 49ο Σύνταγμα Πεζικού. Κατά τη διάρκεια των 5 ετών, μέχρι 28 Γενάρη 1919, που διήρκεσεν ο Α' Παγκ. Πολ., αυτός ο νεαρός ιδεαλιστής, ο άνθρωπος που δεν είχε γνωρίσει ακόμη τίποτα από τη ζωή, θα ριχτεί, έξω από τους φιλόξενους τοίχους του σχολείου του, μες στο χάος των οργισμένων ανθρώπων, του πολέμου και του θανάτου. 
Εκεί, μαθαίνει πως πρέπει να γίνει σκληρός κάνοντας γνωρίμια με τη φοβερή φυσιογνωμία της δημιουργίας, που άλλοτε τη καταπολεμά με τη 'φυγή' και τη σκληράδα, άλλοτε καταπίπτει σε μελαγχολία και τελικά αυτό το διάστημα, προσέδωσε στο πνεύμα του κείνη την ειρωνική και κυνική κριτική παρατήρηση της πραγματικότητας, που άλλωστε, είναι ίδιον των Γάλλων, και που ήταν η δική του αυτοάμυνα για να μπορέσει ν' αντέξει. Εκεί, αποτάσσει οριστικά, το μελοδραματικό στοιχείο στα γραπτά του, αφαιρεί τη συγκίνηση από το χιούμορ, εκεί αναπτύσσει κι εμπλουτίζει όλα τα υπόλοιπα. Όντας αιχμάλωτος από τις 17 Απρίλη 1916, στο Darmstad, θα ζήσει κι αυτή την εμπειρία από τις αγροτικές αναγκαστικές εργασίες του στρατοπέδου.
    
30 Αυγούστου 1919, θα ξεκινήσει σταδιοδρομία στη διδασκαλία, το αντικείμενο που σπούδασε και γίνεται παιδαγωγός. Δεν είναι ένας στεγνός δημόσιος υπάλληλος αλλά τονε διακατέχει ένας πόθος κι ένα πάθος για την εργασία του, πράγμα που γίνεται αμέσως αντιληπτό. Καταφέρνει να περάσει με άνεση στις τάξεις του, αυτόν τον οίστρο, αυτήν τη λεπτήν ειρωνεία με τη λεπτή παιδαγωγικήν αίσθηση, που θα τονε κάνει έναν εξαιρετικό δάσκαλο. Διαμορφώνει τους μαθητές του και σφυρηλατείται κι ο ίδιος. Κάποια στιγμή αργότερα, γίνεται δάσκαλος των δασκάλων κι εκεί διαπρέπει επίσης, προσπαθώντας να εμφυσήσει την ίδια φλόγα και στους μελλοντικούς παιδαγωγούς.
     Στη συγγραφή στρέφεται μόνο μετά το 1930. Φαίνεται πως όλο τούτο το διάστημα του ήταν απαραίτητο να συγκεντρώσει τα εφόδια και την ωρίμανση, που αυτός νόμιζε, για να μπορεί να εκφέρει τον γραπτό λόγο με τον οποίο να ένιωθε ο ίδιος ικανοποιημένος. Έτσι με τη πάροδο των ετών συνέγραψε περί τα 50 βιβλία, απ' αυτά που εύκολα θα μπορούσε κανείς να τα χαρακτηρίσει παιδικά, μα ουσιαστικά δεν ήταν μόνον αυτό. Και φυσικά, με τη πάροδο των ετών ερχόντουσαν κι οι τιμές κι οι βραβεύσεις. Μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και καθιέρωσε πολλά πράγματα στη παιδική λογοτεχνία, ενώ δεν έχασε αυτή τη φρεσκάδα που τονε διακατείχε, μήτε ακόμα και στην ηλικία των 70, λίγο πριν πεθάνει.
     Στις 26 Μάρτη 1965, υπέκυψε σε μια κρίση εμφράγματος κι άφησε τούτο τον κόσμο λιγότερο. Σε πολλές οδούς και λεωφόρους πλέον υπάρχει τ' όνομά του, στη γενέτειρά του, καθώς επίσης και στο Κολλέγιο Thiviers.
    

-----------------------------------------------------------------------------------------

                                               Ο Βροντοφώνης

     Ζούσε μια φορά κι ένα καιρό, στα παλιά, πολύ παλιά χρόνια, ένας νεαρός χωρικός που τονε λέγανε Βροντοφώνη, γιατί είχε φωνή βροντερή κι όταν άνοιγε το στόμα του να πει "Καλημέρα", "Καλησπέρα", θαρρούσες κι έπεφτε κεραυνός! Έτρεμε η γη, πηγαίναν να ξεριζωθούνε τα δέντρα και να γκρεμιστούν οι καλύβες, τόσο βροντερή ήταν η φωνή του! Αλλ' αυτός δε το 'ξερε, γιατί όλοι γύρω του μιλούσανε το ίδιο βροντερά όπως κι εκείνος. Έτσι, θαρρούσε κανείς πως σε κείνο τον τόπο, όλο άστραφτε και μπουμπούνιζε.
     Τα ζώα κι οι ανθρώποι κείνου του τόπου, το βρίσκανε πολύ φυσικό να μιλάν έτσι βροντερά, γιατί το χωριό τους ήτανε βαθιά μέσα στο πυκνό δάσος και δεν έβλεπαν άλλους ανθρώπους, ούτε άλλα ζώα, προσέξουνε πόσο διαφορετική ήταν η φωνή τους.
     Το χωριό, μες στο πυκνό δάσος, ήτανε πολύ φτωχικό κι ο Βροντοφώνης είχε πια βαρεθεί να τρώει όλο ξερό ψωμί και να πίνει νερό από βαλτονέρια που βρωμούσαν. Αποφάσισε λοιπόν να φύγει από το χωριό του και να πάει σ' άλλα μέρη, μπας και βρει τίποτα καλύτερο να φάει και να πιει.
     Περπάτησε μέρες πολλές, ώσπου να βγει από το πυκνό δάσος και τέλος έφτασε σ' ένα κάμπο με σταροχώραφα. Ήταν μεσημέρι κι οι θεριστάδες τρώγανε καθισμένοι στον ίσκιο ενός δέντρου. Επειδή δεν ήξερε που βρισκόταν, ο Φροντοφώνης τους ρώτησε:
 -"Καλοί μου άνθρωποι, μου λέτε σας παρακαλώ, τί τόπος είναι αυτός εδώ";
     Μόλις άκουσαν εκείνη τη βροντερή φωνή οι θεριστάδες νομίσαν ότι πίσω από το δάσος ερχότανε θύελλα που θα τους κατέστρεφε τα θερισμένα στάχυα. Σηκωθήκανε λοιπόν, αφήνοντας το φαγητό τους στη μέση, πήρανε τις δικράνες τους και βιαστικοί αρχίσανε να κάνουν σωρούς τα στάχυα, για να τα σκεπάσουν έπειτα με μουσαμάδες, μη τους τα πάρει η μπόρα. Ο Βροντοφώνης του κάκου περίμενε μιαν απάντησή τους. Τους ρώτησε μια-δυο φορές ακόμα, αλλά κείνοι όσο ακούγανε τη φωνή του, που 'μοιαζε με κεραυνό, τόσο βιαζόντανε πιότερο να κάνουνε σωρούς τα στάχυα, για να μη τους τα καταστρέψει η δυνατή βροχή. Αναγκάστηκε λοιπόν ο καημένος ο Βροντοφώνης να συνεχίσει το δρόμο του. Σε λίγο έφτασε σε μια περιοχή με λόφους και στη κορυφή ενός απ' αυτούς είδε κάποιο βοσκό που 'βοσκε τα πρόβατά του. Του φώναξε από το δρόμο που βρισκότανε:
 -"Καλέ μου άνθρωπε, μου λες σε παρακαλώ τί τόπος είναι αυτός εδώ";
     Όταν άκουσε κείνη τη φωνή που 'μοιαζε με μπουμπουνητό, ο βοσκός νόμισε πως ξέσπασεν η μπόρα πίσω από τους λόφους κι άρχισε να τρέχει και να φωνάζει σα τρελός, για να συμμαζέψει τα πρόβατά του και πίσω του έτρεχε κι ο σκύλος γαβγίζοντας. Έτσι μπόρεσε και μάζεψε γρήγορα-γρήγορα το κοπάδι του και το γύρισε στη στάνη. Κι όσο του φώναζεν ο Βροντοφώνης ρωτώντας τον να του πει πως λέγανε κείνο τον τόπο, τόσο κι ο βοσκός έτρεχε πιο πολύ, κυνηγώντας το κοπάδι του για να προφτάσει να το κλείσει στη στάνη, προτού ξεσπάσει η μπόρα. Κι ο καημένος ο Βροντοφώνης ξανάμεινε μονάχος στο δρόμο χωρίς να μπορέσει να μάθει σε ποιον τόπο βρισκόταν.
     Αποφάσισε λοιπόν να προχωρήσει, αλλά τώρα δε συναντούσεν άνθρωπο πουθενά, γιατί η περιοχή ήταν άγονη και φτωχική. Δεν υπήρχαν ούτε χωράφια καλλιεργημένα, ούτε στάνες με πρόβατα, ούτε καλύβες. Κατάλαβε λοιπόν ότι σ' ένα τόπο τόσο φτωχικό δε θα 'βρισκε να φάει ούτε καν το ξερόψωμο που 'τρωγε στο χωριό του, μες στο πυκνό το δάσος. Σκέφτηκε τότε πως το καλύτερο που 'χε να κάνει ήταν να πάει στη προωτεύουσα, εκεί που ζούσε ο βασιλιάς του τόπου, γιατί μόνον εκεί θα 'βρισκε καλό φαγητό, μια που οι βασιλιάδες τρώνε απ' όλα και δε τους λείπει τίποτα. Συνέχισε λοιπόν τον δρόμο του και τέλος έφτασε σε μια μικρή πολιτεία που φαινόταν ήσυχη και νοικοκυρεμένη. Ρώτησε τότε ένα περαστικό:
 -"Σας παρακαλώ κύριε, πέστε μου ποιός είναι αυτός ο τόπος";
     Όταν άκουσε κείνη τη βροντερή φωνή που 'μοιαζε μπουμπουνητό, ο διαβάτης, όπως κι όλοι οι κάτοικοι κείνης της μικρής πολιτείας, πίστεψε πως όπου να 'ναι θα ξεσπάσει δυνατή μπόρα και τρέξαν όλοι να κλειστούνε στα σπίτια τους, οι μανάβηδες βάλανε βιαστικά τα λαχανικά τους μες στα μαγαζιά, οι εμπόροι κλειδώσανε τα καταστήματά τους, οι νυκοκοιρές αμπαρώσανε πόρτες και παράθυρα κι ο νεωκόρος της εκκλησίας βάλθηκε να χτυπά τη καμπάνα σα τρελός, για ν' ακούσουν οι δουλευτάδες και ν' αφήσουνε τα χωράφια τους και τις δουλειές τους και να συμμαζευτούνε στα σπίτια τους προτού ξεσπάσει η μπόρα και το χαλάζι. Σε λίγο, όλοι οι δρόμοι είχαν αδειάσει, όλα τα σπίτια είχανε κλειδωθεί κι ο καημένος ο Βροντοφώνης απέμεινε και πάλι ολομόναχος. Τούτη τη φορά όμως κατάλαβε πως οι άνθρωποι φοβόντουσαν ακούγοντας τη φωνή του, που 'μοιαζε μπουμπουνητό κι αποφάσισε να μη ξαναβγάλει λέξη από το στόμα του, μόνο να συνεννοείται με γνεψίματα σα να 'ταν μουγκός.
     Σιγά-σιγά, καθώς προχωρούσε, κατάφερε ακούγοντας τους άλλους να μιλάνε χωρίς αυτός να βγάζει λέξη από το στόμα του, να μάθει που ήταν η πρωτεύουσα κείνου του τόπου. Ώσπου να φτάσει όμως εκεί πέρασε πολύς καιρός κι ο Βροντοφώνης για να ζήσει, αναγκάστηκε να κάνει όλων των ειδών τις δουλειές: πότε δούλευε σκαφτιάς, πότε ακόνιζε μαχαίρια, πότε κούρευε σκυλιά. Παντού όμως όπου πήγαινε, έβλεπε τη δυστυχία και τη πείνα να βασιλεύουνε. Το ψωμί που του δίναν ήτανε πιο ξερό από κείνο που 'τρωγε στο χωριό του και το νερό δεν ήτανε καλύτερο.
     Τέλος, έφτασε στη πρωτεύουσα. Κείνες τις μέρες ο Βασιλιάς που 'τανε θυμωμένος γιατί άκουγε από παντού πως ο λαός του δυστυχούσε, αποφάσισε να συγκαλέσει δώδεκα υπηκόους του, για να του πούνε τί ακριβώς συνέβαινε. Επειδή όμως δεν ήθελε να μάθει την αλήθεια -γιατί την ήξερε- αλλά ήθελε μόνο να δείξει πως ενδιαφερότανε για το λαό του, είπε να του μαζέψουνε δώδεκα ανθρώπους που να 'ναι κουφοί, μουγκοί ή ψευδοί. Του 'χανε βρει μέχρι τότε τους έντεκα και όταν μάθανε πως έφτασε στη πρωτεύουσα κι ένας ακόμα μουγκός, ο Βροντοφώνης, τονε μαζέψανε κι αυτόν. Ο Βασιλιάς διέταξε:
 -"Αυτός ακριβώς μου χρειάζεται! Σ' όλο το βασίλειό μου, δεν υπάρχει άλλος μουγκός. Να μου τονε φέρουν αμέσως".
     Πήγανε λοιπόν το Βροντοφώνη στο Βασιλιά, που 'χε στο μεταξύ μαζέψει και τους άλλους έντεκα κουφούς και ψευδούς για να κάνουνε το Συμβούλιο.
 -"Τώρα είμαστε έτοιμοι και σε απαρτία", τους είπεν ο Βασιλιάς ξεκινώντας. "Ακούστε γιατί σας μάζεψα εδώ: Θέλω να μου πείτε τη γνώμη σας, γιατί άκουσα πως ο λαός παραπονιέται εναντίον μου. Καθώς ξέρετε όλος ο κόσμος τρώει καλά..."
     Οι κουφοί που δεν ακούγανε, τονε κοιτούσανε στο στόμα για να καταλάβουνε τί τους έλεγε, οι ψευδοί πάλι, θέλησαν να πουν "Όχι", αλλά το μόνο που μπορέσανε να πουν ήταν:
 -"Ο... ο..."
     Ο Βροντοφώνης που άκουσε τα λόγια του Βασιλιά, πήρε μια βαθιάν ανάσα.
 -"...Όλοι τρώνε και πίνουνε καλά..." συνέχισεν ο Βασιλιάς.
     Οι κουφοί κουνούσανε τα κεφάλια τους. Ναι...; Όχι...; δε ξέρανε τι να πούνε γιατί δεν είχαν ακούσει λέξη απ' όσα είχε πει ο Βασιλιάς. Οι ψευδοί πάλι ξαναρχίσανε να λένε:
 -"Ο... ο..." χωρίς να μπορούνε να πούνε σωστά "όχι". Ο δε Βροντοφώνης ξανανάσανε βαθιά.
 -"...Όλοι λοιπόν τρώνε καλά, πίνουνε καλά, κοιμούνται καλά..." συνέχισεν απτόητος ο Βασιλιάς, μα ο Βροντοφώνης δε βάσταξεν άλλο:
 -"Αυτό δεν είναι αλήθεια!" είπε.
     Η φωνή του, ίσως γιατί είχε πολύ καιρό να μιλήσει, ήτανε πιο βροντερή από κάθε άλλη φορά. Ακούστηκε σαν "ΑΥΤΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ" κι ήτανε τόσο δυνατή, ώστε το παλάτι γκρεμίστηκε και πλάκωσε το Βασιλιά και τους δώδεκα συμβούλους του. Όταν κατακάθισεν η σκόνη κι έτρεξαν οι άνθρωποι στα χαλάσματα, βρήκανε το Βασιλιά σκοτωμένο. Ο καημένος ο Βροντοφώνης ζούσεν ακόμα, αλλά μόλις τονε τραβήξαν από τα πόδια για να τονε βγάλουν από τα χαλάσματα, ξεψύχησε κι αυτός.
 -"Αυτός φταίει!" είπαν όλοι. "Αν δε μιλούσε τόσο δυνατά, το παλάτι δε θα γκρεμιζότανε κι ο Βασιλιάς μας θα ζούσεν ακόμα..."
     Και κλάψανε για το Βασιλιά που τους άφηνε νηστικούς κι όχι για το Βροντοφώνη που 'ταν ο μόνος που τόλμησε να πει κατάμουτρα στο Βασιλιά πως δυστυχούσαν...

                                 Ο Κολοκυθοκέφαλος

     Είχε πολλούς ζητιάνους το βασίλειο του Κικιρικικί, αλλά κανείς δεν είχε τόσα μαλλιά στο κεφάλι του, τόσα γένια στο πρόσωπό του και τόσες τρίχες σ' όλο του το κορμί, όσο ο Κολοκυθοκέφαλος. Ο Κολοκυθοκέφαλος ήταν ένας καρεκλάς που 'χε παρατήσει τη τέχνη του και δεν επιδιόρθωνε καρέκλες, γιατί του άρεσε πιότερο να περνά τις ώρες του στη ταβέρνα πίνοντας κρασί, παρά να κάθεται στο καλυβάκι του και να πλέκει ψαθιά για καρέκλες. Και τώρα καθότανε στη γωνιά του δρόμου ζητιανεύοντας και μόλις μάζευε μερικά λεφτά, έτρεχε στη ταβέρνα να πιει κρασί κι έπειτα ξαναγύριζε στη γωνιά του δρόμου και συνέχιζε τη ζητιανιά κι ούτω καθ' εξής. Μάλιστα, από το πολύ κρασί, το πρόσωπό του είχε γίνει κατακόκκινο κι είχε πρηστεί τόσο πολύ, ώστε έμοιαζε με μια μεγάλη κολοκύθα και γι' αυτό όλοι τονε φωνάζανε Κολοκυθοκέφαλο.  Όταν τριγύριζε στους δρόμους ζητιανεύοντας, τραγουδούσε παραπατώντας, γιατί τα πόδια του δε τονε βαστούσανε καλά:

                                Όταν ήμουνα μικρούλης
                                 μ' άρεσε το γαλατάκι.
                                Τώρα που 'γινα μεγάλος
                                 μου αρέσει το κρασάκι.


     Και μέσα στο μεθύσι του, προσπαθούσε κιόλας να χορέψει κι έμοιαζε τότε με κείνες τις αρκούδες που τις τριγυρνούν οι γύφτοι στα χωριά και τις βάζουν να χορέψουν, χτυπώντας τους ρυθμικά το ντέφι.
     Ένα βράδυ που ο Κολοκυθοκέφαλος είχε πιει πολύ κρασί και το πρόσωπό του είχε κοκκινίσει περισσότερο από κάθε άλλη φορά, θέλησε πάλι να χορέψει τραγουδώντας στη μέση του δρόμου, αλλά έκαμε τόσο πολύ φασαρία ώστε τον ακούσανε κάτι χωροφύλακες κι ήρθανε και τον έπιασαν. Στην αρχή θελήσαν να τονε ξεμεθύσουνε ρίχνοντάς του νερό με τους κουβάδες, αλλά ο Κολοκυθοκέφαλος είχε πιει περισσότερο από ποτέ και δε ξεμεθούσε με τίποτα. Τότε οι χωροφύλακες του βγάλανε τα μουσκεμένα κουρέλια που φορούσε, από το κατάβρεγμα, και τονε κλείσαν ολόγυμνο στην υπόγεια φυλακή όπου δε θα κρύωνε, γιατί στο πάτωμα είχανε ρίξει αρκετά δεμάτια σανό κι εκεί μέσα τονε ξεχάσανε.
     Μέσα σε κείνο το υπόγειο κελί εκτός από τον Κολοκυθοκέφαλο και το σανό, υπήρχε και μια Αράχνη, που 'χε πλέξει το δίχτυ της σε μια γωνιά. Η Αράχνη συνήθιζε ν' ανεβοκατεβαίνει πάνω στο δίχτυ της κι όταν έφτανε κοντά στο πρόσωπο του Κολοκυθοκέφαλου, η ανάσα του, που μύριζε κρασίλα, τη ζέσταινε κι αυτό της άρεσε, ώσπου στο τέλος άρχισε κι αυτή να τρεκλίζει πάνω στο δίχτυ της σα να 'ταν μεθυσμένη.
     Μες στο υπόγειο μόλο που 'χαν ρίξει σανό κάτω έκανε κρύο κι ο Κολοκυθοκέφαλος που δε φορούσε τίποτα το 'νιωθε πιο πολύ. Θυμήθηκε λοιπόν ότι ήτανε καρεκλάς, πως ήξερε να πλέκει ψαθιά κι αποφάσισε να πλέξει μ' άχυρο μια μπλούζα για να μη κρυώνει.
     Ένα πρωί καθώς κατέβαινε η Αράχνη για να τονε παρακολουθήσει στη δουλειά του, παραπάτησε κι έκοψε ένα νήμα από τον ιστό της. Στεναχωρήθηκε γιατί δε θα μπορούσε τώρα να ξανανεβεί, αλλά ο Κολοκυθοκέφαλος, που τη λυπήθηκε, έπιασε τις δυο άκρες του νήματος και τις έδεσε μ' ένα πολύ λεπτό κόμπο, τόσον επιδέξια, ώστε δε φαινότανε πια που είχε κοπεί.
 -"Είσαι πολύ επιδέξιος", του είπε η Αράχνη, "γιατί λοιπόν πλέκεις μπλούζα με το σανό και δε τη πλέκεις με ηλιαχτίδες";
 -"Μα... γίνεται;" ρώτησεν απορημένος ο ζητιάνος.
 -"Δοκίμασε και θα δεις", τονε συμβούλεψεν η Αράχνη.
     Ο Κολοκυθοκέφαλος καιρό δεν έχασε, άπλωσε το δάχτυλό του κι άρχισε να τυλίγει γύρω απ' αυτό την ηλιαχτίδα που 'μπαινε από το φεγγίτη της φυλακής του μα όσο κι αν τύλιγε, η ηλιαχτίδα δε τελείωνε, σάμπως έξω από το παράθυρο της φυλακής ο ήλιος να 'ταν ένα κουβάρι χρυσό που ξετυλιγόταν εύκολα. Ηλιαχτίδα την ηλιαχτίδα, ο ζητιάνος μάζεψε τόσες πολλές, ώστε αντί να φτιάξει μια μπλούζα όπως λογάριαζε, μπόρεσε κι έφτιασε ένα μακρύ πανωφόρι, που τονε σκέπαζεν ολάκερο. Φαινόταν ολόγυμνος γιατί το παλτό που τονε σκέπαζε είχε το χρώμα της ηλιαχτίδας κι έλαμπε, αλλά τονε ζέσταινε όπως δε θα τονε ζέσταινε καμμιά μάλλινη μπλούζα.
 -"Κόψε τώρα την ηλιαχτίδα", συμβούλεψεν η Αράχνη, "γιατί αλλιώς, όταν ο ήλιος βασιλέψει, θα τραβήξει τις αχτίδες του και θα σου ξηλώσει το παλτό".
-"Δίκιο έχεις", παραδέχτηκε ο Κολοκυθοκέφαλος, κι έκοψε αμέσως την ηλιαχτίδα εκεί που 'χε τελειώσει τη πλέξη του. Αμέσως η κομμένη ηλιαχτίδα αποτραβήχτηκε μες από το παράθυρο της φυλακής, γιατί πια είχε βραδυάσει, και χάθηκε στον ουρανό.
 -"Κοίταξε πως λάμπει το παλτό σου μες στη νύχτα", του είπεν η Αράχνη. "Όταν θα 'ναι μέρα, δε θα φαίνεται καθόλου, αλλά τη νύχτα θα λαμποκοπά σα χρυσάφι. Και θα γίνεις βασιλιάς, άκουσε μένα που στο λέω. 'Αλλωστε τί είναι ο βασιλιάς; Ένας άνθρωπος που φορά τη πιο φανταχτερή στολή μες σ' όλο το βασίλειο. Από δω και πέρα όμως, τη πιο φανταχτερή στολή θα τη φοράς εσύ. 'Ακουσε τώρα τι θα κάνεις: Μόλις πετάξει η πρώτη νυχτερίδα, βγες απ' αυτή τη φυλακή, πήγαινε στη πρωτεύουσα, ανέβα στο θρόνο και γίνου συ βασιλιάς. Φρόντισε όμως ν' αλλάξεις το παλτό που 'πλεξες με τις ηλιαχτίδες, με μια φανταχτερή στολή του βασιλιά. Θ' αλλάξεις προτού ξυπνήσουνε τα πουλιά και κελαδήσουν. Αλλά για να τα πετύχεις αυτά, πρέπει να μη πιεις ούτε μια σταγόνα κρασί όλη τη νύχτα".
 -"Σου τ' ορκίζομαι πως θα κάμω ό,τι με συμβούλεψες", της υποσχέθηκεν ο Κολοκυθοκέφαλος. "Σου τ' ορκίζομαι σ' όλες τις καρέκλες που 'χω επιδιορθώσει ως τώρα και σ' όλες τις καρέκλες που θα επιδιορθώσω ώσπου να πεθάνω". Γιατί καθώς ήτανε Κολοκυθοκέφαλος, δε μπορούσε να καταλάβει πως μια και θα γινότανε βασιλιάς δε θα 'χε πια καμμιάν ανάγκη να επιδιορθώνει καρέκλες για να μπορεί να ζει.
     Στο αναμεταξύ είχε νυχτώσει για καλά, αλλά η φυλακή φωτιζόταν από το παλτό του Κολοκυθοκέφαλου, που 'λαμπε σαν ήλιος μες στο σκοτάδι. Οι χωροφύλακες που φυλάγαν έξω από τη πόρτα της φυλακής, είδαν να βγαίνει φως από τη χαραμάδα και παραξενευτήκανε. Ξεκλειδώσανε γρήγορα-γρήγορα τη πόρτα, την ανοίξανε κι όταν αντικρύσανε τον Κολοκυθοκέφαλο να λάμπει σαν τον ήλιο, τα χάσανε και γονατίσανε φωνάζοντας:
 -"Ζήτω ο Βασιλιάς"!
     Δεν έχασε την ευκαιρία τότε ο Κολοκυθοκέφαλος, μια που η πόρτα της φυλακής του ήταν ανοιχτή κι οι χωροφύλακες πεσμένοι στα γόνατα μπρος του, προτίμησε να φύγει.
     Έξω ήταν νύχτα βαριά. Όλος ο κόσμος κοιμόταν. Οι άνθρωποι στα σπίτια τους, οι κότες στα κοτέτσια τους, οι βατράχοι στα χαντάκια τους, αλλά το παλτό του Κολοκυθοκέφαλου σκορπούσε τέτοια λάμψη που τα κοκόρια, νομίζοντας πως βγήκεν ο ήλιος, αρχίσαν να φωνάζουν από κοτέτσι σε κοτέτσι:
 -"Κικιρίκουουου..." και φωνάζανε τόσο δυνατά όλα τα κοκόρια στις αυλές, στα κοτέτσια, στους κήπους, ώστε όλος ο κόσμος ξύπνησε κι οι άνθρωποι ήτανε κατατρομαγμένοι, γιατί νομίζαν ότι γινότανε σεισμός, επειδή κάθε φορά που 'ναι να γίνει σεισμός τα κοκόρια χαλάνε τον κόσμο με τα "κικιρίκου" τους.
     Στο αναμεταξύ ο Κολοκυθοκέφαλος προχωρούσε από χωριό σε χωριό και παντού τα κοκόρια λαλούσανε μες στη νύχτα, σα να 'χε ξημερώσει. Τέλος έφτασε σε μια μεγάλη πολιτεία κι εκεί τα κοκόρια ξεσηκωθήκανε κι αρχίσανε να λαλούνε "κικιρίκου..."
τόσο δυνατά, που οι άνθρωποι τρομαγμένοι βγήκαν έξω κι αντικρύσαν έναν άνθρωπο να περνά στο δρόμο, λάμποντας σαν τον ήλιο.
 -"Ο Βασιλιάς!" φωνάξανε. "Είναι ο Βασιλιάς! Ζήτω ο Βασιλιάς!" γιατί ποιός άλλος εκτός του βασιλιά θα μπορούσε να φορά μια τόσο λαμπερή στολή;
     Σε λίγην ώρα ο Κολοκυθοκέφαλος βρέθηκε κυκλωμένος από ένα πυκνό πλήθος, που τονε χαιρετούσε, τονε ζητωκραύγαζε κι όλα τα κεφάλια σκύβανε μπρος του, γιατί κανένας δε μπορούσε να τον αντικρύσει, τόσο πολύ τους θάμπωνε η στολή του.
 -"Ναι φίλοι μου, είμαι ο Βασιλιάς σας", είπε τότε ο Κολοκυθοκέφαλος. "Μερικοί κακοί ανθρώποι με διώξαν από το παλάτι μου κι αποφάσισα να βγω στους δρόμους για να συγκεντρώσω τους πιστούς μου υπηκόους, να με βοηθήσουν να ξανανεβώ στο θρόνο μου".
 -"Θάνατος στους προδότες!" φώναξε τότε το πλήθος κι όλοι οι άντρες τρέξανε στα σπίτια τους για ν' αρματωθούνε και να υποστηρίξουνε το Βασιλιά τους να ξανανέβει στο θρόνο του. Φέρανε μάλιστα κι ένα άλογο σελωμένο κι ο Κολοκυθοκέφαλος το καβάλησε και μπήκε μπρος. Είχανε μαζευτεί καμμιά δεκαριά χιλιάδες άντρες αρματωμένοι, ολάκερος στρατός δηλαδή.
 -"Εμπρός!" φώναξε δυνατά ο Κολοκυθοκέφαλος κι όλος εκείνος ο στρατός ξεκίνησε ακολουθώντας τον Βασιλιά του, που πήγαινε μπρος καβάλα στ' άλογο φωτίζοντάς τους το δρόμο με τη λαμπερή στολή του σα να 'ταν μέρα-μεσημέρι κι ας ήταν ακόμα μεσάνυχτα.
     Απ' όπου περνούσανε κι άλλοι ανθρώποι παίρνανε τα όπλα τους και τρέχαν να ενωθούν με το στρατό του Βασιλιά, που πήγαινε να ξαναπάρει το θρόνο του κι ο Κολοκυθοκέφαλος προχωρούσε μπρος καμαρωτός-καμαρωτός, λαμποκοπώντας πάνω στ' άλογό του, αλλά δεν ήτανε καθόλου ευχαριστημένος, μόλο που πίσω του όλες εκείνες οι χιλιάδες άνθρωποι τονε ζητωκραύγαζαν. Και δεν ήταν ευχαριστημένος γιατί είχεν αρχίσει και διψούσε... Διψούσε πλέον τρομερά και το μαρτύριό του χειροτέρευε κάθε φορά που περνούσανε κοντά από ταβέρνα. Αχ πόσο θα 'θελε να σταματήσει τ' άλογό του, να ξεπεζέψει και να πιει μερικά ποτήρια κρασί, που θα του κόβαν αμέσως τη δίψα! Θα 'τανε πρόθυμος να χαρίσει το μισό του βασίλειο για μια μποτίλια δροσερό κρασί. Θυμόταν όμως εκείνο που του 'χε πει η Αράχνη και προχωρούσε χωρίς να σταματά. Προχώρησε έτσι ένδοξος και διψασμένος, προσπερνώντας πάνω από διακόσιες ταβέρνες χωρίς να σταματήσει σε καμμιά.
   "Δε θα το πίστευα κι εγώ ο ίδιος, πως θα μπορούσα να κρατηθώ τόσο πολύ και να μη πιω κρασί" είπε μέσα του.
     Τέλος, όλος εκείνος ο στρατός με τον Κολοκυθοκέφαλο μπροστά, έφτασε στα πρόθυρα της πρωτεύουσας, την ώρα που κόντευε να ξημερώσει. Ο Κολοκυθοκέφαλος, καβάλα πάντα στ' άλογο, μπήκε από μια πύλη μες στη πρωτεύουσα, τη στιγμή ακριβώς που ο αληθινός βασιλιάς έβγαινε από μιαν άλλη. Ο καημένος ο βασιλιάς ο πραγματικός, είχεν αγουροξυπνήσει ακούγοντας όλα κείνα τα "κικιρίκου" κι όλες εκείνες τις ζητωκραυγές κι όταν έμαθε πως ολάκερος στρατός ερχόταν εναντίον του, το 'σκασε με τα νυχτικά του όπως ήταν και μαζί του το σκάσανε κι όλοι οι αυλικοί του, κι αυτοί με τα νυχτικά τους.
     Το παλάτι έμεινεν αδειανό. Ο Κολοκυθοκέφαλος ήτανε τώρα λεύτερος να μπει μέσα, να φορέσει μια βασιλική στολή, να βάλει στο κεφάλι του το στέμμα και να καθίσει στο θρόνο σα βασιλιάς. Ήτανε καιρός, γιατί κόντευε πια να ξημερώσει κι ο πρώτος κορυδαλλός χτυπούσε τα φτερά του, για ν' ανέβει ψηλά στον ουρανό. Κατέβηκε λοιπόν από το άλογό του μπρος στο μεγάλο κι έρημο πια παλάτι. Η γλώσσα του είχε τόσο πολύ στεγνώσει από τη δίψα, ώστε δε μπορούσε να μιλήσει. Έγνεψε μόνο να τον αφήσουν να μπει μονάχος μες στο παλάτι. Όταν βρέθηκε στα βασιλικά διαμερίσματα σκέφτηκε για μια στιγμή να κατέβει στην αποθήκη για να βρει καμμιά μποτίλια καλό κρασί, αλλά θυμήθηκε τί του 'χε πει η Αράχνη και συγκρατήθηκε. Πέρασε μπρος από τις κουζίνες και πάλι σκέφτηκε πως εκεί θα υπήρχε δροσερό κρασάκι μα συγκρατήθηκεν ακόμα μια φορά.
  "Είναι η τελευταία φορά που διψώ" είπε μέσα του. "Ας τελειώνουμε πρώτα με τα πιο βιαστικά και μετά θα 'χω καιρό να πίνω όσο θέλω".
     Με τα πολλά, έφτασε σ' ένα μεγάλο δωμάτιο με ντουλάπες, που ήτανε κρεμασμένες οι στολές του βασιλιά. Ποιά να διαλέξει όμως; Τη γαλάζια; Τη πράσινη; Τη κόκκινη; Για λίγες στιγμές έμεινε αναποφάσιστος. Στο τέλος διάλεξε μια στολή ναυάρχου. Καθώς όμως την έπιασε, ένιωσε κάτι σκληρό: ήταν μια μποτίλια ρούμι, που ο βασιλιάς συνήθιζε να πίνει όταν ανέβαινε σε καράβι, γιατί τον έπιανε η θάλασσα. Τώρα πια ο Κολοκυθοκέφαλος δε κρατήθηκε, σήκωσε τη μποτιλίτσα και την άδειασε μονορούφι.
     Αμέσως τα μάγουλά του γίνανε κατακόκκινα, η μύτη του μελιτζανιά και ξεχνώντας τις συμβουλές που του 'χε δώσει η Αράχνη, άρχισε να χοροπηδά τραγουδώντας:

                                 Όταν ήμουνα μικρούλης
                                 μ' άρεσε το γαλατάκι.
                                Τώρα που 'γινα μεγάλος
                                 μου αρέσει το κρασάκι.

    
  Στο αναμεταξύ, έξω από το παλάτι ο λαός που 'χε συγκεντρωθεί, εξακολουθούσε να ζητωκραυγάζει και να ζητά να δει το Βασιλιά του.
 -"Καλά, καλά..." μουρμούρισεν ο Κολοκυθοκέφαλος, "μη κάνετε έτσι... Θα βγω στο μπαλκόνι να σας βγάλω λόγο..." Και βγήκεν αποφαστικά στο μεγάλο μπαλκόνι του παλατιού, την ώρα που η αυγή ρόδιζε στον ορίζοντα. Το παλτό του από τις ηλιαχτίδες, που το 'χε ρίξει στους ώμους του, έλαμπεν ακόμα. Κι οι κάτοικοι της πρωτεύουσας, που 'χανε συγκεντρωθεί στη πλατεία, είδανε το Βασιλιά τους να χοροπηδά πάνω στο μπαλκόνι και τον άκουσαν να τραγουδά:

                                 Χτες που έπινα νερό
                                 εκατάπια βάτραχό.
                                 Έπινα νερό απ' τη βρύση
                                 τη φωτιά μου να μου σβήσει.
                                 Αύριο μόνο γαλατάκι
                                 σα να ήμουνα παιδάκι.
                                 Σήμερα όμως ήπια ρούμι
                                 κι είμαι τώρα μια χαρά
                                 κι εσείς χαίρεστε π' ακούτε
                                 μεθυσμένο Βασιλιά...

     Αλλά τη στιγμή κείνη, πρόβαλε ο ήλιος και στις φωτεινές του ακτίνες, έσβησε η λάμψη που 'βγαινε ως τότε από το παλτό που φορούσε ο Κολοκυθοκέφαλος κι οι υπήκοοί του είδανε πως πάνω στο μεγάλο μπαλκόνι του παλατιού βρισκόταν ένας ζητιάνος, που τραγουδούσε μεθυσμένος...

                              Το Δέντρο Των Κρεμασμένων

    
Αυτή είναι η ιστορία του Αγριοβασιλιά, που βασίλευε δω και πολλά χρόνια στο Αγριοβασίλειο. Ο Αγριοβασιλιάς, βρισκότανε πάντα σε πόλεμο με τα γειτονικά του βασίλεια και στο Αγριοβασίλειό του άλλο δεν άκουγες παρά χλιμιντρίσματα αλόγων και βρόντους αρμάτων. Κάθε τόσο, ο ήλιος σκεπαζόταν από πυκνά σύννεφα καπνού. Ήτανε τα χωριά κι οι πολιτείες των γειτονικών βασιλείων που τους βάζανε φωτιά οι στρατιώτες του Αγριοβασιλιά και συχνάκις τους έβλεπες να σέρνουνε τους φτωχούς κατοίκους των, που τους είχανε πιάσει αιχμάλωτους στη μάχη. Οι χωρικοί του Αγριοβασιλείου που βλέπαν αυτές τις θλιβερές συνοδειές να περνάνε, τρέμαν από το φόβο τους και κρύβονταν στα σπιτάκια τους για να μη δούνε το τέλος. Γιατί το τέλος το ξέρανε: οι στρατιώτες του Αγριοβασιλιά πηγαίναν όλους εκείνους τους δεμένους αιχμαλώτους στο Δέντρο Των Κρεμασμένων.
     Το Δέντρο Των Κρεμασμένων ήτανε μια πανύψηλη γέρικη αγριοκαστανιά, που ο κορμός της ήτανε κουφαλιασμένος, αλλ' οι ρίζες της απλώνονταν βαθιά μες στο χώμα. Υψωνόταν ολομόναχη πάνω στη κορφή ενός λόφου και στα κλαδιά της ο Αγριοβασιλιάς κρεμούσε τους δύστυχους αιχμαλώτους που 'πιανε στον πόλεμο. Αν ο αιχμάλωτος τύχαινε να 'ναι κανάς πρίγκηπας, ο Αγριοβασιλιάς του 'λεγεν ειρωνικά:
 -"Ξάδελφέ μου, θα σε κάνω Δεσπότη στα χωράφια. Από κει πάνω που θα 'σαι θα βλογάς τους χωριάτες με τα πόδια σου". Κι αν ήταν ανθρωπάκος του λαού, του 'λεγε:
 -"Θα σε κάμω βοσκό, να φυλάς τα πρόβατα πάνω στο φεγγάρι".
     Τα βράδια μετά από μάχη, το δέντρο γέμιζε από κρεμασμένους κι ο Διάβολος που το 'ξερε, έτρεχε κει πέρα και τ' άλλο πρωί στα κλαδιά της αγριοκαστανιάς δεν υπήρχανε παρά μόνον οι θηλειές. Ο Διάβολος είχε πάρει όλους τους κρεμασμένους. Αυτό πιστεύαν όλοι οι άνθρωποι που ζούσανε στο Αγριοβασίλειο κι αυτό πίστευε κι ο ίδιος ο Αγριοβασιλιάς.
     Η αλήθεια όμως ήταν άλλη: το Δέντρο Των Κρεμασμένων δεν είχε καμμιά σχέση με τον Διάβολο. Η γέρικη αγριοκαστανιά ήτανε το πιο καλό δέντρο που υπήρχε στον κόσμο. Αμέσως μόλις οι στρατιώτες του Αγριοβασιλιά κρεμούσανε τους αιχμαλώτους τους και φεύγανε για να γυρίσουνε στις στρατώνες τους, η αγριοκαστανιά χαμήλωνε τα κλαδιά της κι ακουμπούσε προσεκτικά τους κρεμασμένους πάνω στη χλόη. Σιγά-σιγά τότε, οι δύστυχοι κείνοι ανασαίνανε και πάλι μια που δε τους έσφιγγε πια η θηλειά στο λαιμό και τέλος, συνέρχονταν εντελώς. Έπειτα, βλέποντας πως είχανε γλυτώσει από το θάνατο, τη βγάζαν από το λαιμό τους και τρέχανε να φύγουνε μες στο σκοτάδι της νύχτας, χωρίς να σκεφτούν να ευχαριστήσουνε τη γέρικη αγριοκαστανιά που τους είχε γλυτώσει. Κι όταν γυρίζανε στα σπίτια τους δε λέγανε τίποτε κι αφήνανε τον κόσμο να πιστεύει πως τους είχε πάρει ο Διάβολος και γι' αυτό είχαν εξαφανιστεί από τις κρεμάλες τους.
     Ο Αγριοβασιλιάς μάλιστα, νόμιζε πως το Διάβολο τονε βοηθούσανε και τα κοράκια γι' αυτό κάθε φορά που γύριζε από κάποια μάχη, φώναζε στα κοράκια που πετούσανε σα σύννεφο πάνω από το κεφάλι του:
 -"Κοράκια, πηγαίντε στο Δέντρο Των Κρεμασμένων, όπου σας ετοίμασα πλούσιο δείπνο". Τα κοράκια πετούσανε τότε όλα μαζι πάνω από την αγριοκαστανιά, κάνοντας γύρους και κρώζοντας με θυμό, γιατί στα κλαδιά του, δε βρίσκανε παρά άδειανές θηλειές κι ήτανε θυμωμένα με τον Αγριοβασιλιά γιατί νομίζανε πως τα κορόιδευε.
     Ένα βράδυ λοιπόν, που ο Αγριοβασιλιάς περνούσεν ολομόναχος από ένα ερημικό μέρος, καβάλλα στ' άλογό του, τα κοράκια που τον είδανε, πέσανε πάνω του κι αρχίσανε να τονε τσιμπούν. Δε θα γλύτωνε κείνη τη φορά αν δε τύχαινε να βρίσκεται κοντά στο Δέντρο Των Κρεμασμένων. Παράτησε λοιπόν το σκοτωμένο άλογό του για να το φάνε κι αυτός έτρεξε καταματωμένος από τα τσιμπήματα και χώθηκε μες στη κουφάλα της αγριοκαστανιάς.
     Όταν βρέθηκε κει μέσα και δε κινδύνευε πια, σωριάστηκεν αναίσθητος στο χώμα. Τα κοράκια που δε ξέρανε που 'χε κρυφτεί, δε ψάξανε να τονε βρούνε, παρά μόνο αρχίσανε να τρώνε το σκοτωμένο άλογο. Το Δέντρο δε, όταν κατάλαβε πως ο Αγριοβασιλιάς ξαναβρήκε τις αισθήσεις του, μουρμούρισε:
 -"Κάθισε ήσυχος! Μη κουνιέσαι... Τα κοράκια βρίσκονται ακόμα δω κοντά... Αν καταλάβουνε πως κρύφτηκες στη κουφάλα μου θα μείνουν απ' έξω παραμονεύοντας ώσπου να πεθάνεις από τη πείνα και τη δίψα. Όταν τελειώσουν με τ' άλογό σου που τρώνε, θα φύγουνε. Μείνε ήσυχος και κάμε υπομονή... Στο μεταξύ θα σου γιατρέψω τις πληγές με το χυμό μου".
 -"Μα πώς, Δέντρο Των Κρεμασμένων, εσύ με λυπάσαι;" ρώτησε παραξενεμένος ο Αγριοβασιλιάς. Γιατί νόμιζε πως το Δέντρο θα του φερότανε σα δήμιος και θα τον έπνιγε με τα κλαδιά του κι έπειτα θα τονε παράδινε στον Διάβολο.
 -"Και γιατί θα φερνόμουνα σε σένα διαφορετικά από τους κρεμασμένους σου;" ψιθύρισεν η γέρικη αγριοκαστανιά. "Όταν οι στρατιώτες σου απομακρύνονται, χαμηλώνω τα κλαδιά μου κι οι κατάδικοι βγάζουνε τη θηλειά από το λαιμό τους και φεύγουν..."
     Κι έτσι έμαθεν ο Αγριοβασιλιάς πως η γέρικη αγριοκαστανιά ήταν ένα δέντρο γεμάτο καλωσύνη. "Πρέπει να βρω άλλο δέντρο για κρεμάλα" σκέφτηκε.
     Όσο μιλούσαν όμως, ο χυμός του δέντρου έμπαινε σιγά-σιγά μες στις φλέβες του Αγριοβασιλιά ενώ παράλληλα, το δικό του άρχισε να κυλά στον κορμό και στα κλαδιά του. Στο μεταξύ, τα κοράκια έχοντας φάει το σκοτωμένο άλογο, χορτάτα πια, πετάξανε και φύγανε μακριά. Έτσι ο Αγριοβασιλιάς μπόρεσε και βγήκε από τη κουφάλα της γέρικης αγριοκαστανιάς που 'χε κρυφτεί κι απομακρύνθηκε σκεφτικός, χωρίς να πει ένα καλό λόγο στο Δέντρο που τον είχε σώσει.
     Αυτό που έγινε μετά όμως παραξένεψε όλο τον κόσμο: από κείνη τη μέρα ο Αγριοβασιλιάς έγινε άλλος άνθρωπος. Όσο αγαπούσε πριν τον πόλεμο, τόσο τονε σιχαινότανε τώρα. Όσο πριν ήτανε σκληρόκαρδος, τόσο τώρα δειχνότανε πονόψυχος. Όλο για Ειρήνη μιλούσε και δεν ήξερε πως όλα τούτα, τα όφειλε στο χυμό του Δέντρου που κυλούσε μες στις φλέβες του.
     Στο μεταξύ, οι εχτροί του καταλάβανε πως είχεν αλλάξει κι αποφασίσανε να του ριχτούν όλοι μαζί, τώρα που δεν είχεν όρεξη για πόλεμο, όπως πριν. Έγινε λοιπόν μια μεγάλη μάχη, ο Αγριοβασιλιάς νικήθηκε και πιάστηκεν αιχμάλωτος.
 -"Ας γίνει τώρα κι αυτός Δεσπότης των χωραφιών", είπαν οι εχτροί του. "Ας τονε κρεμάσουμε στο Δέντρο του, κει που κρεμούσε τους ανθρώπους μας, όταν πέφτανε στα χέρια του" και τονε πήγανε δεμένο στο Δέντρο Των Κρεμασμένων.
     Ο Αγριοβασιλιάς χαμογελούσε, την ώρα που του περνούσανε τη θηλειά στο λαιμό. Ήξερε πως μόλις οι εχτροί του απομακρύνονταν, η καλή γέρικη αγριοκαστανιά θα χαμήλωνε τα κλαδιά της και θα τον άφηνε να φύγει.
     Εκείνο που δεν ήξερε ο Αγριοβασιλιάς ήτανε πως και το Δέντρο είχεν αλλάξει, όπως είχεν αλλάξει κι αυτός. Με το αίμα του, που κυλούσε μαζί με το χυμό του μες στον κορμό και στα κλαδιά του, είχε γίνει αυτό σκληρόκαρδο, όπως ήτανε πριν ο Αγριοβασιλιάς.
     Κρεμάσανε τον Αγριοβασιλιά οι εχτροί του από το κλαδί της γέρικης αγριοκαστανιάς κι έπειτα φύγανε. Τότε, το Δέντρο Των Κρεμασμένων, αντί να χαμηλώσει το κλαδί του απ' όπου κρεμόταν ο Αγριοβασιλιάς, το σήκωσε τόσο ψηλά, ώστε έφτασε σ' ένα αστέρι. Κι εκεί, ακόμα και σήμερα, κρέμεται ο σκληρόκαρδος Αγριοβασιλιάς.
     Αλλά για να τονε δει κανείς, χρειάζεται ένα μεγάλο τηλεσκόπιο...

                                Το Πετούμενο Χωράφι

     Ένας χωρικός όργωνε το χωράφι του κι ήθελε να το φυτέψει λάχανα. Είχε φτιάξει μάλιστα κι ένα Σκιάχτρο για να διώχνει τα πουλιά και να μη του πειράζουνε το σπόρο. Το Σκιάχτρο που 'μοιαζε μ' άνθρωπο, το 'χε φτιάξει με δυο σταυρωτές σανίδες που τις είχε ντύσει με κάτι παλιόρουχα, παραγεμισμένα μ' άχυρα. Έστησε το Σκιάχτρο σε μιαν άκρη του χωραφιού κι αυτός πήρε ν' ανοίξει ακόμα μερικά αυλάκια με τ' αλέτρι του και για να μη του πέσει ο σπόρος την ώρα που όργωνε, τον έβαλε μες στη τσέπη του παλιού σακακιού, που 'χε φορέσει στο Σκιάχτρο.
     Ξαφνικά κει που όργωνε, ο ουρανός σκοτείνιασε κι έπειτα σηκώθηκεν άνεμος δυνατός. Ο χωρικός ίσα που πρόκαμε να σπρώξει τα βόδια του, που σέρνανε τ' αλέτρι, μέσα σ' ένα χαντάκι για να προφυλαχτούν από τον άνεμο, που 'τανε τόσο δυνατός, ώστε γκρέμισε τα δέντρα, άρπαξε τις στέγες των σπιτιών και σήκωσε το χώμα, κείνο το παχύ χώμα που 'χε τόσο πολύ κοπιάσει ο χωρικός για να τ' οργώσει. Μαζί με το χώμα, σήκωσε και το Σκιάχτρο και το πήρε μαζί του.
     Το καημένο το Σκιάχτρο φοβήθηκε, καθώς ο άνεμος το 'σερνε μαζί του, μεταξύ ουρανούς και γης. Αλλ' ο άνεμος στο τέλος κουράστηκε κι άφησε να πέσουνε καταγής, πολύ μακριά από κει που τα 'χε πάρει, το χώμα το παχύ και το Σκιάχτρο. Κι εκεί που 'πεσε το το χώμα, ήταν ένας ξερότοπος, όπου ποτέ ως τότε δε φύτρωνε τίποτα.
     Το Σκιάχτρο, όταν βρέθηκε όρθιο καταγής κι είδε το χώμα το παχύ γύρω του, θυμήθηκε πως είχε στη τσέπη του σακακιού του το σακουλάκι με το σπόρο που 'χε βάλει κει ο χωρικός. "Τώρα που 'χω ένα χωράφι δικό μου γιατί να μη το σπείρω, όπως έκανε και τ' αφεντικό μου" σκέφτηκε και πηδώντας πάνω στο ξύλινο ποδάρι του, έσπειρε σιγά-σιγά, όλο το χωράφι.
     Σε λίγο καιρό τα λάχανα φυτρώσανε κι αρχίσανε να μεγαλώνουν, να μεγαλώνουν και να γίνονται ολοστρόγγυλα. Το Σκιάχτρο τα 'βλεπε και τα καμάρωνε. Τα μάζεψε όταν ήρθεν ο καιρός τους, έβγαλε το σπόρο και τα σώριασε σε γωνιά του χωραφιού. Φυσικά κανείς δεν ήρθε να τ' αγοράσει, γιατί το μέρος εκείνο ήταν ερημικό και ξερότοπος ως τότε, αλλά το Σκιάχτρο δε στεναχωρήθηκε διόλου, γιατί δεν είχε κανέν έξοδο και δεν ενδιαφερόταν αν θα τα πουλούσεν ή όχι.
     Το δεύτερο χρόνο ξανάσπειρε το χωράφι του, αφού πρώτα το 'σκαψε όσο μπορούσε καλύτερα με το ξύλινο ποδάρι του. Και πάλι φυτρώσανε τα λάχανα, αλλ' όχι τόσον όμορφα και τόσο μεγάλα, όσο τη πρώτη χρονιά. Το Σκιάχτρο όμως δεν ενδιαφερόταν αν τα λάχανα ήτανε μεγάλα ή μικρά. Αυτό περνούσε τον καιρό του μια που δεν είχε τίποτις άλλο να κάμει.
     Έσκαψε λοιπόν και τρίτη χρονιά το χώμα με το ξύλινο ποδάρι του και ξανάσπειρε το σπόρο που 'χε μαζέψει και πάλι ο σπόρος φύτρωσε και το χωράφι γέμισε λάχανα, αλλ' αυτή τη φορά πολύ πιο μικρά. "Τους λείπει το λίπασμα, γι' αυτό βγαίνουνε τόσο μικρά" σκέφτηκε το Σκιάχτρο και πηδώντας πάνω στο ξύλινο ποδάρι του βγήκεν από το χωράφι, πήγε κούτσα-κούτσα μακριά, κει που υπήρχανε χωράφια καλλιεργημένα και περνώντας από σπίτι σε σπίτι ζητούσε από τους χωρικούς λίγο λίπασμα. Όλοι όμως γελούσανε μ' αυτό και κανείς δε του 'δωσε μήτε μια χούφτα κι έτσι το καημένο το Σκιάχτρο γύρισε πίσω στο χωράφι του με τα ξύλινα χέρια του αδειανά. Πάλι όμως έσκαψε, πηδώντας με το ξύλινο ποδάρι του το χώμα και πάλι έσπειρε το σπόρο που 'χε φυλάξει κι αυτή τη φορά φυτρώσανε κάτι λαχανάκια, που 'τανε μικρούλικα σα ραπανάκια. Το καημένο το Σκιάχτρο, απελπίστηκε και δεν ήξερε τι να κάνει.
     Όπου, η τύχη το 'φερε και κείνη τη μέραν ακριβώς πέρασεν από τον ερημότοπό του ο Βασιλιάς της χώρας, που 'χε βγει στο κυνήγι με μερικούς άρχοντες. Ενθουσιαστήκαν όταν είδανε σε κείνη την ερημιά ένα χωράφι καταπράσινο κι ο Βασιλιάς ρώτησε ποιός ήταν αυτός ο χωρικός που 'καμε τόσο κόπο για να καλλιεργήσει κείνο τον ερημότοπο. Είδανε τότε πως ο "χωρικός" ήταν ένα Σκιάχτρο που όχι μόνο είχε καλλιεργήσει τον ερημότοπο, αλλά είχε βγάλει και κάτι παράξενα λάχανα, μικρούλικα σα ραπανάκια. Τα δοκιμάσαν ο Βασιλιάς κι οι άρχοντες και τους φανήκανε πολύ νόστιμα.
     Το καημένο το Σκιάχτρο έβλεπε το Βασιλιά και τους άρχοντες να τρών από τα μικρούλικα λάχανά του και στεκότανε ντροπιασμένο, γιατί φοβόταν ότι θα το τιμωρούσανε.
 -"Τί μπορώ να κάμω για σένα φίλε μου;" ρώτησεν ο Βασιλιάς με καλωσύνη.
 -"Να μου δώσετε ρούχα να φορέσω, γιατί αυτά που 'χω είναι κουρέλια", αποκρίθηκεν αμέσως με σεβασμό το Σκιάχτρο.
 -"Αυτό θα γίνει αμέσως κι όλας", είπεν ο Βασιλιάς και πρόσταξε τους άρχοντες που 'τανε μαζί του, να δώσουνε στο Σκιάχτρο απ' αυτά που φορούσανε. Του δώσανε λοιπόν, άλλος ένα μανδύα, άλλος μια γραβάτα, άλλος ένα καπέλο, άλλος παπούτσια κι έτσι το Σκιάχτρο που τα φόρεσε πάνω από τα κουρέλια του, έμοιαζε σαν αρχοντόπουλο.
     Όταν ο Βασιλιάς κι η συνοδειά του φύγανε, το Σκιάχτρο σκέφτηκε: "Είναι καιρός να δείξω πια σ' όλους τί αξίζω!" και πηδώντας στο ξύλινο ποδάρι του, βγήκεν από το χωράφι και πήγε κούτσα-κούτσα μακριά, κει που υπήρχανε καλλιεργημένα χωράφια. Όταν έφτασε στο πρώτο σπίτι, φώναξε απότομα στο χωρικό που στεκότανε μπρος στη πόρτα:
 -"Δώσε μου αμέσως πέντε κάρα λίπασμα, γιατί αλίμονό σου!" κι ο χωρικός βλέποντας εκείνο τον καλοντυμένο με το ξύλινο ποδάρι, νόμισε πως ήτανε κανένας άρχοντας, από κείνους που 'χανε φιλίες με το Βασιλιά κι απάντησε τρομαγμένος:
 -"Αμέσως 'Αρχοντά μου... θα γίνει το θέλημά σου!" κι αντί για πέντε κάρα, φόρτωσε δέκα με λίπασμα και το πήγε στο χωράφι του Σκιάχτρου.
     Τότε το Σκιάχτρο ξανάρχισε τη δουλειά: σκόρπισε το λίπασμα στο χωράφι του, το 'σκαψε βαθιά με το ξύλινο ποδάρι του, όσο μπορούσε κι έπειτα έσπειρε το σπόρο που 'χε φυλάξει. Αυτή τη φορά, τα λάχανα βγήκανε μεγαλύτερα και τον άλλο χρόνο πιο μεγάλα ακόμα και τη τρίτη χρονιά πέντε φορές μεγαλύτερα απ' όσο είχανε πρωτοβγεί. Το Σκιάχτρο ήτανε κατευχαριστημένο. 'Όταν δει ο Βασιλιάς τα λάχανά μου, θα ενθουσιαστεί, γιατί τόσο μεγάλα δε βγαίνουνε σε κανένα χωράφι του βασιλείου του και θα με κάμει κι εμένα άρχοντα", σκεφτότανε.
     Πράγματι, ο Βασιλιάς θυμήθηκε κάποτε κείνα τα πεντανόστιμα μικρούλικα λαχανάκια που μοιάζανε με ραπανάκια, που 'χε φάει στον ερημότοπο κι ένα πρωί πήρε τη συνοδειά του, τους άρχοντες της ακολουθίας του, και πήγανε κει πέρα καβάλλα στ' άλογά τους. Το Σκιάχτρο έσκυψε όσο πιο πολύ μπορούσε το σανιδένιο του κορμί και προσκύνησε το Βασιλιά.
 -"Δώσε μας από κείνα τα νόστιμα λαχανάκια σου", του 'πε με καλωσύνη ο Βασιλιάς.
 -"Αμέσως Βασιλιά μου" είπε το Σκιάχτρο, μπήκε στο χωράφι του, διάλεξε το μεγαλύτερο λάχανο που βρήκε, το 'κοψε και του το πρόσφερε με σεβασμό. Αλλά όταν το 'δεν ο Βασιλιάς θύμωσε πολύ.
 -"Τί είναι τούτο που μου 'φερες;", το ρώτησεν αγριεμένος. "Που 'ναι κείνα τα μικρούλικα, πεντανόστιμα λαχανάκια που μας πρόσφερες την άλλη φορά; Φαίνεται πως σε χαλάσανε τα καινούρια ρούχα που σου δώσαμε και πήρανε τα μυαλά σου αέρα. Να τα βγάλεις αμέσως, γιατί δεν είσαι άξιος να τα φοράς"!
     Το καημένο το Σκιάχτρο αναγκάστηκε να βγάλει όλα κείνα τα όμορφα ρούχα που του 'χανε δώσει και θα 'μενε χωρίς τίποτε, αν δε φορούσεν από κάτω τα κουρέλια του, που όμως μετά τόσο καιρό, είχανε γίνει ακόμα πιο κουρέλια.
     Ο Βασιλιάς με τους άρχοντες φύγανε καβάλλα στ' άλογά τους και το καημένο το Σκιάχτρο έμεινε ολομόναχο στο χωράφι του με τα μεγάλα, τα τεράστια λάχανα, που δεν ήξερε τί να τα κάνει.

                                  Η Ιστορία Ενός Ποτηριού

     Αν η υπηρέτρια της ταβέρνας δεν έλεγε τίποτα, το Ποτήρι κείνο θα 'μενε ό,τι ήταν: ένα ποτήρι από χοντρό γυαλί με χοντρό πάτο. Αλλά η υπηρέτρια καθώς το 'πλενε με σαπουνάδα, έλεγε κάθε μέρα:
 -"Αυτό το ποτήρι μοιάζει με βάτραχο"! Και το 'λεγε αυτό γιατί κάθε φορά που το 'τριβε με τη σαπουνάδα, το γυαλί του έκανε "κοάξ, κοάξ".
     Το Ποτήρι λοιπόν που πρόσεξε τα λόγια της πήρε τα πάνω του. "Εγώ δε μοιάζω με τ' άλλα ποτήρια" σκέφτηκε, "πώς είναι δυνατό λοιπόν να περάσω όλη μου τη ζωή σ' αυτή τη ταβέρνα; Και πώς είναι δυνατό να κάθομαι να με γεμίζουνε κρασί και να μ' αδειάζουν από το πρωί ως το βράδυ"; Αλλά δίσταζε να φύγει από τη ταβέρνα γιατί φοβότανε μήπως και φεύγοντας από κει χάσει τη φωνή του και δε μπορέσει να ξαναπεί "κοάξ, κοάξ".
     Ύστερα από λίγο καιρό, ανακάλυψε πως ήξερε κι άλλα πράματα να κάνει. Δηλαδή αυτό δε τ' ανακάλυψεν αυτό το ίδιο, αλλά ένας μεθυσμένος καθώς έπινε το κρασί του, έβαλε το ποτήρι ανάποδα πάνω στο τραπέζι και σχηματίστηκε, βρεγμένο καθώς ήταν, ένας κύκλος.
 -"Κοίταξτε τί έξυπνο ποτήρι έχω!", είπεν ο μεθυσμένος. "Μπορεί και φτιάχνει ολομόναχο ένα τέλειο κύκλο, σαν τον καλύτερο ζωγράφο".
     Οι άλλοι μεθυσμένοι της ταβέρνας είπαν ότι και τα δικά τους ξέρανε να κάνουνε κύκλους κι άρχισε τότε μια ζωηρή κουβέντα που κατέληξε σε τσακωμό και στο τέλος όλα τα ποτήρια είχανε σπάσει εκτός από ένα: αυτό που η υπηρέτρια έλεγε πως μοιάζει με βάτραχο. Τότε το Ποτήρι το πήρε πιότερο πάνω του.
 -"Εγώ δε μοιάζω με τ' άλλα τα ποτήρια!", σκέφτηκε. "Πώς είναι δυνατό λοιπόν να περάσω όλη μου τη ζωή σ' αυτή τη ταβέρνα και πώς είναι δυνατό να κάθομαι να με γεμίζουνε κρασί και να μ' αδειάζουν από το πρωί ως το βράδυ, που φτιάχνω τόσο τέλειους κύκλους, σαν τον καλύτερο ζωγράφο και που αντέχω στους καυγάδες πιότερο από τ' άλλα"; Αλλά και πάλι δίσταζε να φύγει από τη ταβέρνα. γιατί φοβότανε μήπως εκεί που θα πήγαινε του ζητούσανε να φτιάξει τετράγωνα, τρίγωνα ή άλλα σχέδια, ενώ αυτό ήξερε μόνο να φτιάχνει τέλειους κύκλους. Τέλος, ανακάλυψε ποιός ήταν ο προορισμός του.
     Μια μέρα η υπηρέτρια που το σαπούνιζε και το 'τριβε κι έλεγε πως έμοιαζε με βάτραχο, το 'βαλεν ανάποδα πάνω στο τραπέζι για να στεγνώσει κι έτυχε καθώς το 'βαζεν έτσι ανάποδα, να σκεπάσει μια μύγα, που 'χε βραχεί κι είχεν απομείνει κει μισοπνιγμένη. Μια αχτίδα του ήλιου όμως περνώντας μες από το κρύσταλλο του ποτηριού, στέγνωσε τη βρεγμένη μύγα, που ξανάρχισε να κουνά τα φτερά της. Σε λίγο μάλιστα είχε συνέλθει εντελώς κι ήταν έτοιμη να ξαναπετάξει. Τότε πια το Ποτήρι πήρε την απόφασή του: "Δε θα περάσω όλη μου τη ζωή σ' αυτή τη ταβέρνα, να με γεμίζουνε κρασί και να μ' αδειάζουν από το πρωί ως το βράδυ!" σκέφτηκε. "Θα φύγω, για να γνωρίσω τον απέραντο κόσμο και να ζήσω τη ζωή μου με περιπέτειες". Και ξεκίνησε να ζήσει μια καινούρια ζωή.
     Καθώς προχωρούσε, βρήκε στο δρόμο του ένα μικρό φυτό, που τα δυο φυλλαράκια του είχαν ανοίξει σύρριζα στο χώμα. "Αυτό θα γινότανε ψηλό ως τον ουρανό, αν το σκέπαζα και το ζέσταινα", σκέφτηκε το Ποτήρι. "Κι αν ψήλωνε ως τον ουρανό, θα μπορούσα κι εγώ να φτάσω κει πάνω στα σύννεφα".
     Σκέπασε λοιπόν το μικρούλικο φυτό κι όπως είχε γίνει με τη μύγα, οι αχτίδες του ήλιου ζεσταίνανε τώρα πιότερο τα φυλλαράκια του. Σιγά-σιγά τα φύλλα μεγάλωσαν, έβγαλαν λουλούδι, το λουλούδι έγινε καρπός και στο τέλος σχηματίστηκεν ένα όμορφο πεπόνι, που όλο και μεγάλωνε. Το Ποτήρι απέμεινε πάνω στη κορφή του πεπονιού, που 'μοιαζε σα να φορούσε φέσι κι ήτανε τόσον αστείο, ώστε τα πουλιά γελούσαν όταν το βλέπανε.
     Το Ποτήρι πειράχτηκε και κατέβηκε από τη κορφή του πεπονιού, για να συνεχίσει το δρόμο του. Στην άκρη ενός χωραφιού βρήκε ένα αβγό που το 'χε γεννήσει κάποια κότα και το 'χε παρατήσει κει πέρα. Το καημένο το αβγό ήτανε παγωμένο. "Τί κρίμα!" σκέφτηκε το Ποτήρι, "Θα 'ναι αβγό αετού κι αν το ζεστάνω θα βγει από μέσα ένας αετός, που θα με πάρει στα φτερά του, ψηλά στα σύννεφα". Και σκέπασε το αβγό για να το ζεστάνει και να το κλωσσήσει.
     Ύστερα από εικοσιμία μέρες κι άλλες τόσες νύχτες, το πουλάκι που 'τανε μες στ' αβγό, έσπασε το τσόφλι του και βγήκεν έξω. Μες στο Ποτήρι ήτανε ζεστασιά και το πουλάκι μεγάλωσε γρήγορα, ψήλωσε κι έγινεν ένας όμορφος πετεινός, που στο κεφάλι του φορούσε σα φέσι, το Ποτήρι. Όταν μεγάλωσεν ο πετεινός κίνησε να βρει κι άλλους πετεινούς και κότες φορώντας πάντα στη κορφή του κεφαλιού του το Ποτήρι σα φέσι.
   "Αν το φυτό κείνο, αντί να 'ναι πεπονιά, ψήλωνε ως τον ουρανό, το πολύ-πολύ να 'βλεπα τα σύννεφα", σκέφτηκε το Ποτήρι. "Αν πάλι τούτο το αβγό ήταν αετού, θα με σήκωνε ψηλά πάνω στα φτερά του και μπορεί να 'σπαζα σε κανένα βράχο. Καλύτερα λοιπόν που βγήκε πετεινός κι έτσι θα γυρίσω μαζί του, να γνωρίσω τον κόσμο".
     Τέλος ο πετεινός βρήκε ένα κοτέτσι, όπου τον υποδέχτηκαν όπως συνήθως υποδέχονται τους νεοφερμένους οι άλλοι πετεινοί: πέσαν όλοι μαζί δηλαδή πάνω του κι αρχίσανε να τονε τσιμπάνε στο κεφάλι. Αλλά τούτος ο πετεινός φορούσε στο κεφάλι του το Ποτήρι σα φέσι, κι έτσι τα τσιμπήματα των άλλων δεν τονε πληγώνανε διόλου. Όταν το 'δαν αυτό οι άλλοι πετεινοί, αποφασίσανε να τονε κάμουν αρχηγό τους.
     Ο πετεινός ευχαριστήθηκε πολύ που τονε βγάλαν αρχηγό κι αποφάσισε να ζήσει ήσυχα μες σε κείνο το κοτέτσι. Αλλά το Ποτήρι είχεν άλλες ιδέες: τί θα πει αρχηγός σ' ένα κοτέτσι; Αυτό κάθε πετεινός που σέβεται τον εαυτό του, το πετυχαίνει έτσι ή αλλιώς. Αν γινόταν όμως αυτοκράτορας, τότε θα 'τανε πολύ διαφορετικά. Γιατί ο καθείς δε μπορούσε να γίνει αυτοκράτορας. Έπρεπε λοιπόν να 'ναι καλός πολεμιστής και να κερδίσει πολλές μάχες για να γίνει αυτοκράτορας!
     Ο πετεινός που του ζέσταινε το κεφάλι το Ποτήρι, άρχισε να βάζει τέτοιες ιδέες στο μυαλουδάκι του κι άλλο δεν ονειρευότανε παρά πολέμους. Έπεισε λοιπόν τους άλλους πετεινούς του κοτετσιού να πολεμήσουν μ' όλα τα κοτέτσια της χώρας και να γίνουν αυτοί αρχηγοί τους κι εκείνοι δεχτήκανε μ' ενθουσιασμό το σχέδιό του.
     Πολεμήσανε πρώτα τις πάπιες, που τρομαγμένες πέσανε στο νερό και κολυμπώντας φτάσανε σ' ένα νησάκι κι έτσι γλυτώσανε.
     Ο νικητής πετεινός που πίστευε πια πως ήταν αυτοκράτορας, οδήγησε τότε το στρατό του σε καινούρια μάχη: θα πολεμούσανε τώρα με τις χήνες, που βόσκαν ήσυχες στο λιβάδι, χωρίς να μαντεύουνε τί τις περίμενε.
 -"Απάνω τους!" πρόσταξεν ο αυτοκράτορας πετεινός κι όρμησε πρώτος πάνω στις χήνες, με τα φτερά μισανοιγμένα σε θέση μάχης, για να τρέχει καλύτερα. Σε λίγο, έστριψε το κεφάλι του για να δει αν οι άλλοι πετεινοί τον ακολουθούσανε και να δώσει οδηγίες και καθώς δε πρόσεξε, χτύπησε πάνω σ' ένα κλαρί μηλιάς που 'ξείχε και το Ποτήρι στο κεφάλι του, έπεσε με δύναμη στο πέτρινο έδαφος κι έσπασε.
     Οι άλλοι πετεινοί, βλέποντας πως ο αυτοκράτοράς τους δε φορούσε πια τίποτα στο κεφάλι του, κατάλαβαν ότι δε θα τα βγάζανε πέρα με τις χήνες και πέσανε λοιπόν όλοι μαζί πάνω στον αρχηγό τους κι αρχίσανε να τονε τσιμπάνε. Έπειτα γυρίσανε στο κοτέτσι τους κι είπανε στις κότες πως η βασιλεία του πετεινού είχε καταργηθεί.
     Όσο για το Ποτήρι, έκρυψε καταθυμωμένο τα κομμάτια του μες στη χλόη, για να τα πατήσει κανένας διαβάτης απρόσεχτος και να πληγωθεί.
     Έτσι θα 'κανε κι αυτό κάτι στη ζωή του!
-------------------------------------------------------------------------------------------

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers