Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Μπάμπης Δερμιτζάκης: Το Χωριό Μου: Από Την Αυτοκατανάλωση Στην Αγορά

 

Εκδόσεις ΘΥΜΑΡΙ 1995

    (Αν σας αρέσει, κάντε το δώρο σ' ένα φίλο σας. Ελπίζω όχι σε δισκέτα αλλά σε βιβλίο.)
 

Αφιέρωση

   Στον Σωτήρη Δημητρίου και στα μέλη της Ομάδας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Κέντρου Έρευνας και Τεκμηρίωσης

 

Ευχαριστίες

   Ευχαριστίες οφείλω σ' όλους εκείνους που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βοήθησαν να βγει αυτό το βιβλίο. Ιδιαίτερα ευχαριστώ τον Μανώλη Φραγκούλη, που είχε την καλοσύνη να διαβάσει το χειρόγραφο και να κάνει πολύτιμες υποδείξεις και συμπληρώσεις και τον Γεώργιο Τωμαδάκη, που κατέστησε δυνατή την έκδοση του χρηματοδοτώντας την. Τέλος ευχαριστώ τους μαθητές μου, που χάρη στις καταλήψεις που πραγματοποίησαν το χειμώνα του 90-91, μου αποδέσμευσαν το χρόνο για τη συγγραφή του.
----------------------------------------------------------------------------------------

 

                                        ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Πρόλογος

Εισαγωγή

1 Το Χωριό μου και τα Σπίτια του

2 Σπιτικές Δραστηριότητες

2.α. Μαγείρεμα

2.β. Θέρμανση

2.γ. Ηλεκτρισμός

2.δ. Ύδρευση

2.ε. Σωματικές Ανάγκες

3 Αγροτικές Δραστηριότητες

3.α. Λιομάζωμα

3.β. Αμπελουργία

3.γ. Αμύγδαλα

3.δ. Χαρούπια

3.ε. Σπορά

3.στ. Ραντολόι

3.ζ. Κηπευτικά και Οπωρικά

3.η. Παραγωγικές Δραστηριότητες στο Σπίτι

3.θ. Διατροφή

3.ι. 'Αρδευση

3.ια. Πρώιμα Κηπευτικά

3.ιθ. Επιπτώσεις της Μονοκαλλιέργειας

3.ιγ. Επιβιώσεις της Αυτάρκειας

3.ιδ. 'Αλλες Επαγγελματικές Δραστηριότητες

4 Η Ζωή στο Χωριό

4.α. Συγκοινωνίες

4.6. Διασκέδαση

4.γ. Η Ζωή των Παιδιών

4.δ. Ένδυση, Υπόδηση, Κόμμωση

4.ε. Πολιτική

4.στ. Εκκλησιασμός και Γιορτές

4.ζ. Προλήψεις και Δεισιδαιμονίες

4.η. Θεραπευτικές Αγωγές

4.θ. Ονόματα και Παρατσούκλια

4.ι. Μαθητικές Αναμνήσεις

4.ια. Πληθυσμιακά Δεδομένα

4.ιβ. Κληρονομικά

4.ιγ. Γάμος, Προίκα, Προξενιό

4.ιδ. Γλώσσα

4.ιε. Κοινωνικές Σχέσεις

Αντί Επιλόγου
------------------------------------------------------------------------

 

Πρόλογος

     Η ευρύτητα κι η διάδοση που απόκτησε η ανθρωπολογία στην εποχή μας οφείλεται σε πολλούς λόγους: Στην ανάπτυξη των διεπιστημονικών κλάδων -δεδομένου πως η ανθρωπολογία αποτελεί κατ' εξοχή πεδίο διασταύρωσης και συνεργασίας των επιστημών. Στις νέες μεθόδους και τεχνικές ανάλυσης. Στο συσσωρευμένο εμπειρικό υλικό κ.ά. Ένας σοβαρός επίσης λόγος, είναι κι η στροφή που παρατηρείται πρόσφατα στο πρόβλημα «άνθρωπος». Διεξάγοντας την έρευνα στα μέτρα και στις αξίες της ανθρώπινης ζωής, η ανθρωπολογία άρχισε να εισδύει στην περιοχή της κοινωνιολογίας η οποία συνεχίζει να βλέπει τον άνθρωπο με την οπτική των μεγάλων αριθμών, απογυμνωμένο από την πολύπλευρη ενότητα του και από τις δημιουργικές του δυνατότητες. Επιπλέον, η κοινωνιολογία χρησιμοποιείται σε μεγάλο βαθμό για την απολογία του κατεστημένου συστήματος. Και είναι γι' αυτό το λόγο που βλέπει τον άνθρωπο ως αντικείμενο ή θεατή και όχι ως υποκείμενο της ιστορίας. Ας μην ξεχνάμε ότι η ανθρωπολογία ξεκίνησε, έστω και με τη λανθα¬σμένη εικόνα του «παραδείσιου άγριου», ως κριτική της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης.

     Το βιβλίο του Μπάμπη Δερμιτζάκη αποτελεί τη συνάντηση της ανθρωπολογίας με το σύγχρονο προβληματισμό της ελληνικής κοινω¬νίας, την τομή δύο πεδίων που μέχρι λίγο καιρό πριν ήταν χωριστά. Απ' αυτή την άποψη ξεπερνά τα όρια μιας απλής εθνογραφικής μελέτης. Δεν περιορίζει το αντικείμενο του στο μουσείο της φολκλορικής περιγραφής, αλλά το εισάγει στη ζωντανή πραγματικότητα του χρόνου. Οι άνθρωποι δεν είναι ανδρείκελα ή  παθητικοί φορείς των κοινωνικών δυνάμεων αλλά όντα προικισμένα με προθέσεις, πόθους, ελπίδες και προσπάθειες. Υποστασιοποιούνται σε ενεργά στοιχεία των κοινωνικών δυνάμεων. Επιδιώκοντας την εξυπηρέτηση των άμεσων συμφερόντων τους, εμπλέκονται σ' ένα δίκτυο αντενεργειών που, μέσα από τη διαλεκτική των αντιθέσεων τους, διαμορφώνει την ιστορία τους.

     Ο συγγραφέας εισάγει την ανθρωπολογική προσέγγιση με άξονα την οικολογική άποψη. Όπως είναι γνωστό, ο οικολογικός παράγοντας, που είχε αγνοηθεί από την κοινωνιολογία, διερευνήθηκε από την ανθρω¬πολογία, η οποία διαμόρφωσε ιδιαίτερο κλάδο γι' αυτήν, την οικολογική ανθρωπολογία. Αν όμως η οικολογική άποψη διαπνέει την πρόθεση της μελέτης, η διαδικασία της διεξάγεται κάτω από το πρίσμα του μετασχηματισμού. Το βιβλίο παρουσιάζει την πορεία ενός χωριού της Κρήτης με αυτοβιογραφικά στοιχεία. Μέσ' απ' αυτήν επικεντρώνει στις «μεταβολές και μεταλλάξεις», όπως μαρτυρά και ο τίτλος. Με τον τρόπο αυτό γίνεται ουσιαστικά μελέτη της κοινωνικής αλλαγής. Η σύγκριση με την κοινωνική αλλαγή και με τις αιτίες και τις συνέπειες της που παρατηρούνται σε άλλες χώρες, προσδιορίζει το πλαίσιο με το οποίο αποκτά θεωρητικό βάρος η μελέτη αυτή.

     Αν στο πρώτο στάδιο της η ανθρωπολογία ασχολήθηκε με τα συμβολικά συστήματα, τις τελετές και τη μαγεία, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την εξέλιξη τους, και αν στο δεύτερο στάδιο της στράφηκε στην έρευνα των ταξινομικών συστημάτων συγγένειας, επιδιώκοντας να συναγάγει τη λειτουργία και τη δομή των αρχαϊκών κοινωνιών, στο σύγχρονο, τρίτο στάδιο της επικεντρώνει στο πρόβλημα του μετασχημα¬τισμού των οικονομικο-κοινωνικών δομών. Μεταθέτει την έρευνα από τη στατική αντίληψη της ισοχρονίας στη δυναμική αντίληψη της δια¬χρονίας. Ο μετασχηματισμός δεν είναι οριακό φαινόμενο που εμφανίζε¬ται μετά από αιώνες ως σημείο κρίσης της κοινωνικής ισορροπίας. Αποτελεί συνεχή διαδικασία η οποία, με τους σύγχρονους ρυθμούς και την πλατιά κλίμακα των μεταβολών, γίνεται αντιληπτή από τον πιο κοινό παρατηρητή. Μετατρέπει τη ζωγραφική εικόνα του κόσμου σε φιλμική εικόνα του γίγνεσθαι του κόσμου. Αν η στατική και ταξινομι¬κή περιγραφή της κοινωνίας μάς προσφέρει μια χρήσιμη γνωριμία μ' αυτήν, η έρευνα του μετασχηματισμού της αποτελεί ουσιαστική πρόκλη¬ση στον προβληματισμό της γνώσης. Μας δίνει τις ενδείξεις γι' αυτό που εγκυμονείται να γίνει και στις απαιτήσεις του οποίου είμαστε υποχρεωμένοι να προσαρμοστούμε ή να αντιδράσουμε. Ο μετασχηματι¬σμός είναι κοινωνικό παρόν γιατί η επιβίωση μας εξαρτάται από την ανασύνταξη της πρακτικής μας με βάση αυτό.

     Πίσω από τη γλαφυρότητα της επαρχιώτικης ζωής αναδύεται ο βασικός προβληματισμός της κοινωνικής ανθρωπολογίας, η πορεία των μεταβολών και των μεταλλάξεων. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η σημαντικότητα του βιβλίου. Ο συγγραφέας αναλύει τις συνέπειες του μετασχηματισμού που έχει προκαλέσει η επέκταση της αγοράς στην ύπαιθρο και τις αντιδράσεις των απλών ανθρώπων σ' αυτές μέσα από τις καθημερινές οικονομικές και κοινωνικές αντενέργειες για την ικανοποίηση των άμε¬σων συμφερόντων τους. Αντικρίζει τις αντιθέσεις οι οποίες μορφοποιούνται στα μεγάλα διλήμματα της εποχής μας: κυριαρχία της αγοράς ή αυτοκατανάλωση; εκσυγχρονισμός ή συγκρατημένη αυτάρκεια; απομόνωση και ανωνυμία ή κοινωνικότητα; Ο συγγραφέας επισημαίνει την αντιστροφή που προκαλεί ο σύγχρονος μετασχηματισμός στους κοινωνικούς όρους. Π.χ. η ανάπτυξη της επικοινωνίας μεταξύ χωριού και κέντρου σε αγαθά, σε ανθρώπους και σε ιδέες, μετατρέπεται σε μείωση της ανθρώπινης επικοινωνίας. Η απελευθέρωση των δυνατοτήτων του ατόμου, που πραγματοποιείται με τη μετάβαση από το χωριό στην πόλη, μετατρέπεται σε συνεχή περιορισμό και στέρηση τους. Είναι φανερό ότι μια κοινωνία που αντιστρέφει τις προοπτικές της, παράγον¬τας τις αντιθέσεις τους, έχει περάσει στο στάδιο του ιστορικού κορεσμού της.

     Ανεξάρτητα από το αν η ανθρώπινη πρακτική θα ακολουθήσει τις προτάσεις του βιβλίου ή κάποιες άλλες, για να δώσει λύση, στις αντιφάσεις που προκαλούνται από τον κοινωνικό μετασχηματισμό, το σημαντικό είναι ότι οι προτάσεις αυτές βάζουν με σαφήνεια και ενάργεια το πρόβλημα του, που είναι και το κύριο πρόβλημα της εποχής. Από την άλλη πλευρά, ο Μπάμπης Δερμιτζάκης μας δείχνει ότι η εξέταση της ελληνικής πραγματικότητας με τη βοήθεια της ανθρωπολογικής προσέγγισης γίνεται ένα αποτελεσματικό εργαλείο που διαπερνά την καθημερινή πραγματικότητα για να φωτίσει τις βαθύτερες κοινωνικές διεργασίες που συντελούνται κάτω από τη φαινομενικότητά της.

                                                          Σωτήρης Δημητρίου Δεκέμβρης 1994
----------------------------------------------------------------------------------------------

 

Εισαγωγή

     Το να γράψω για το χωριό μου είναι κάτι που δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό. Όμως, δουλεύοντας σε μια ομάδα κοινωνικής ανθρωπολογίας, άρχισε σιγά σιγά να ωριμάζει η σκέψη μέσα μου. Και όταν ένιωσα τον εαυτό μου έτοιμο, ξεκίνησα. Ήξερα ότι αυτό που θα έγραφα θα ήταν κάτι εντελώς πρωτότυπο κι ίσως γι' αυτό και μόνο να άξιζε η προσπάθεια. Κι αυτό γιατί πρόκειται για μια κοινωνικο-ανθρωπολογική μελέτη αλλιώτικη από τις άλλες.

     Οι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι, αφού ξεχύθηκαν στις πιο απόμακρες γωνιές της γης, εκεί όπου ο πολιτισμός δεν είχε βάλει ακόμη το χέρι του, σε χώρες του Τρίτου Κόσμου, της Αφρικής κυρίως, αλλά και της Ασίας και της Αμερικής, ανέπτυξαν ξαφνικά ένα ενδιαφέρον για κοινότητες του ανεπτυγμένου κόσμου, που βρίσκονταν όμως στις παρυφές του. Λιγότερο εξωτικές από τις πρώτες, αντιπροσώπευαν όχι προηγού¬μενα στάδια εξέλιξης του πολιτισμού, όπως οι νομαδικοί λαοί και οι τροφοσυλλέκτες που μελετούσαν μέχρι τότε, αλλά ζωντανά απολιθώματα μιας κοινωνίας που μεταβλήθηκε ραγδαία κάτω από την ορμή της ανάπτυξης του μεταπολεμικού καπιταλισμού, και που ήδη κι αυτές έχουν αρχίσει να πέφτουν μέσα στη δίνη του. Η Ελλάδα, καθώς αναπτυσσόταν στο περιθώριο του καπιταλισμού, είναι από αυτή την άποψη σχεδόν προνομιούχα, και γι' αυτό αρκετά νωρίς προσήλκυσε το ενδιαφέρον των κοινωνικών ανθρωπολόγων, όπως του Τζόζεφ Κάμπελ, της Μαρί-Ελίζαμπετ 'Αντμαν, του Μάικλ Χέρτζφελντ κ.ά.

     Οι περιοχές που μελετούνται επιλέγονται με κάποια κριτήρια, που παρουσιάζουν ορισμένα χαρακτηριστικά. Συνήθως πρόκειται για μικρές κοινότητες, ώστε να μπορεί να τις γνωρίσει πληρέστερα ο ερευνητής. Το να παρουσιάζουν ένα βαθμό αντιπροσωπευτικότητας αποτελεί για ορισμένους κριτήριο επιλογής. Η γνώση της γλώσσας αποτελεί επίσης μια προϋπόθεση, όπως πρακτική προϋπόθεση αποτελεί και η δυνατότητα διαμονής.

     Όλες αυτές οι προϋποθέσεις πληρούνται στην περίπτωση μου με το παραπάνω.

Το χωριό μου, το Κάτω Χωριό, παλιό κεφαλοχώρι, έχοντας τη φήμη του πλουσιότερου χωριού της επαρχίας Ιεράπετρας, αποτελεί μια τυπική περίπτωση μη παραλιακού, μεσογειακού χωριού της ελληνικής υπαίθρου. Η γνωριμία με τους 700 περίπου κατοίκους του δεν νομίζω ότι θα αποτελούσε σοβαρό πρόβλημα για έναν κοινωνικό ανθρωπολόγο, πολύ περισσότερο για μένα που γεννήθηκα (το 1950) και έζησα εκεί μέχρι τα 18 μου χρόνια, και στη συνέχεια, σχεδόν απαρέγκλιτα, περνώ εκεί τις διακοπές μου, Χριστούγεννα, Πάσχα και καλοκαίρι.

     Ακριβώς αυτό το γεγονός μου προσφέρει κάποια πλεονεκτήματα που δεν τα έχει ένας συνηθισμένος κοινωνικός ανθρωπολόγος. Καταρχήν, στην περίπτωση μου δεν υπάρχει το πρόβλημα της υπερνίκησης των αντιστάσεων, της επιφύλαξης και της καχυποψίας, που αντιμετωπίζει συνήθως ο ερευνητής, μια και είμαι μέλος της κοινότητας και όχι κάποιος που ήλθε απ' έξω. Έπειτα, η μακρόχρονη επαφή μου με την κοινότητα αποτελεί πολύ σημαντικό πλεονέκτημα. Οι περισσότεροι κοινωνικοί ανθρωπολόγοι που κάνουν επιχορηγούμενες επιτό¬πιες έρευνες, μπορούν να μένουν στον τόπο της έρευνας όσο τους επιτρέπει η επιχορήγηση τους, που δεν κρατάει και πάρα πολύ. Συνήθως μπορούν να κάνουν μια δεύτερη επίσκεψη, ενώ η τρίτη είναι μάλλον πολυτέλεια. Έτσι έχουν αναπόφευκτα μια μάλλον στατική, συγχρονική αντίληψη της κοινότητας, ενώ το διαχρονικό, ιστορικό στοιχείο στη μελέτη τους είναι αρκετά ισχνό, αποτελούμενο από αβέβαιες αφηγήσεις αναμνήσεων και προσφυγή στα κοινοτικά αρχεία. Για μένα, αντίθετα, υπάρχει ο σταθερός ιστός προσωπικών αναμνήσεων, και μάλιστα ιδιαίτερα έντονων, μια και πρόκειται για παιδικές αναμνήσεις, όπου πάνω εκεί μπορεί να συναρμοστεί πιο στέρεα το υλικό της διαχρονικής έρευνας, την οποία και λίγο πολύ κατευθύνει.

     Εδώ υπάρχει ένα μειονέκτημα παρόμοιο με αυτό του ιστορικού που καταπιάνεται με σύγχρονα του γεγονότα -την έλλειψη προοπτικής: χρονικής στη δική του περίπτωση, χωρικής στη δική μου. Βλέποντας τα δένδρα, μια και ζεις ανάμεσα τους, δεν μπορείς να δεις το δάσος. Στη περίπτωση μου όμως το μειονέκτημα αυτό θεραπεύεται από το γεγονός ότι εδώ και 22 χρόνια (από τα δεκαοκτώ μου) στην κοινότητα αυτή είμαι σχεδόν επισκέπτης. Διατηρώντας έτσι μια αποστασιοποίηση, μπορώ να μιλήσω κριτικά για το χωριό μου και τους χωριανούς μου. Ζώντας στην Αθήνα και έχοντας γνωρίσει μια άλλη κοινωνία, την αστική, και άλλους ανθρώπους -αστούς, μικροαστούς μικροεπαναστάτες, κ.λπ.- μπορώ να τους συγ-κρίνω, να τους δια-κρίνω, και τελικά να τους κρίνω, όχι φυσικά με την έννοια μιας ηθικής αποτίμησης της συμπερι¬φοράς τους, αλλά με την έννοια της σαφέστερης ταυτοποίησης της, καθώς και του κοινωνικού μικρόκοσμου, στοιχείο του οποίου αποτελεί.

     Ένα τελευταίο πλεονέκτημα είναι η συναισθηματική σχέση με το αντικείμενο μου, η αγάπη μου για το χωριό μου, που προσπαθεί να κάνει αυτή τη μελέτη ζεστή και ανθρώπινη, ελάχιστα ακαδημαϊκή, διανθισμένη με ανέκδοτα, συναισθηματικά φορτισμένη σε κάποια σημεία, αλλά παρολαυτά ευσυνείδητη, που φιλοδοξεί να προσφέρει μέσα από ένα θερμό λόγο, τουλάχιστον ό,τι θα πρόσφερε μέσα από τον ψυχρό του λόγο ο αλλοδαπός κοινωνικός ανθρωπολόγος, ασυνείδητα υπερόπτης, ένας Γκάλλιβερ ανάμεσα σε Λιλιπούτειους, ή, στην καλύτε¬ρη περίπτωση, ένας υποψήφιος διδάκτωρ που προσπαθεί ευσυνείδητα να ολοκληρώσει τη διδακτορική του διατριβή.

Τα πλεονεκτήματα που ανέφερα δεν εγγυώνται οπωσδήποτε για το αποτέλεσμα. Όμως για ένα πράγμα μπορώ να είμαι σίγουρος. Στα τέλη του 21ου αιώνα, ένας δισέγγονος μου, ή απλά ένα Κατωχωριτάκι, ανασκαλεύοντας τη βιβλιοθήκη της κοινότητας, όπως έκανα εγώ όταν ήμουν μικρός, θα πέσει πάνω σ' αυτό το βιβλίο και θα διαβάσει με συγκίνηση πώς ζούσαν οι παππούδες του έναν αιώνα πριν. Ίσως μάλιστα δακρύσει. Γι' αυτό το Κατωχωριτάκι γράφω.
-------------------------------------------------------------------------------------------

 

1. το χωριό μου και τα σπίτια του

 

     Το χωριό είναι παλιό, όπως άλλωστε κι όλα σχεδόν τα μη παραλιακά χωριά της Ελλάδας. Γι' αυτό κατέχω προσωπικές αποδείξεις. Πριν από εφτά χρόνια, το 1983, ο πατέρας μου άνοιξε ένα χαντάκι διαγωνίως του περιβολιού μας, για να τρέχει σε φυσική ροή το νερό από το πηγάδι, μια και το περιβόλι ήταν υπερυψωμένο σε σχέση με το μονοπάτι με το οποίο συνόρευε προς βορρά, για να ποτίζουμε ένα λιοχώραφο, ενάμισι χιλιόμετρο πιο μακριά. Σε βάθος ενός μέτρου περίπου βρήκε πήλινα θραύσματα, «γαστριά» όπως τα λέμε στην Κρήτη, πολλά από τα οποία ήταν άψητα. Μια αρχαιολόγος του μουσείου του Ηρακλείου στην οποία τα έδειξα, αποφάνθηκε ότι μάλλον ήταν ρωμαϊκής εποχής.

     Κάποτε ή μάνα μου (πέθανε το 1979) είδε ένα όνειρο, και το πρωί που ξύπνησε μας είπε ότι το σπίτι μας ή ήταν ή θα γινόταν «πιθαράδικο». Αν ήταν ένα όνειρο ESP (extra sensory perception, εξωαισθητηριακή αντίληψη), στη θέση του σπιτιού μας θα πρέπει να υπήρχε κάποτε εργαστήρι αγγειοπλαστικής. Έτσι ερμηνεύονται και τα άψητα πήλινα θραύσματα. Και ένα τέτοιο εργαστήρι δεν μπορούσε παρά να βρίσκεται κοντά σε κάποιον οικισμό.

     Οι πειρατές επί χιλιετηρίδες λυμαίνονταν τα ελληνικά παράλια, και οι μόνοι ασφαλείς παράλιοι οικισμοί ήταν οι οχυρωμένες πόλεις. Μια παραλιακή πόλη όπως η Ιεράπετρα (ή Ιεράπυτνα, όπως είναι το αρχαϊκό της όνομα) στα νότια παράλια της Κρήτης, απέναντι από τη Λιβύη, μπορούσε με επιτυχία ν αποκρούει πειρατικές επιθέσεις, διατηρώντας παράλληλα το πλεονέ¬κτημα της παραλιακής θέσης της. Όχι όμως και το Κάτω Χωριό. Παρολαυτά μπορούσε να νιώθει αρκετά ασφαλές. Περισσότερο από τα 7 χιλιόμετρα που το χωρίζουν από τη θάλασσα, από το σημείο όπου βρίσκεται η Ιεράπετρα, το προφύλασσε η θέση του, στα βορειοδυτικά της πλαγιάς ενός λόφου με το τυπικό εκκλησάκι του προφήτη Ηλία στην κορυφή, που το έκανε αθέατο από τη μεριά της θάλασσας. Μα και αν προδιδόταν η ύπαρξη του, οι κάτοικοι δεν κινδύνευαν πολύ. Δεν μπορούσε να περικυκλωθεί, γιατί η ανατολική πλευρά του λόφου χαμήλωνε ελάχιστα, συναντώντας την πλαγιά μιας υψηλότερης οροσειράς, στην οποία μπορούσαν οι κάτοικοι σε περίπτωση επιδρομής να αποσυρθούν.

     Ίσως οι ίδιες απαιτήσεις ασφάλειας να κάναν ώστε τα σπίτια να χτίζονται κολλητά το ένα στο άλλο. Αριστερά, δεξιά και πίσω, κάθε σπίτι συνόρευε με ένα άλλο σπίτι, ώστε να είναι εκτεθειμένο μόνο από τη μεριά του δρόμου, από την είσοδο. Σίγουρα από ένα τέτοιο σπίτι μπορούσε να αμυνθεί κανείς καλύ¬τερα. Σε πολλά μάλιστα σπίτια παρεμβαλλόταν μια εσωτερική αυλή, αθέατη από τη μεριά του δρόμου, καθώς ο τοίχος της έφτανε μέχρι το ύψος του σπιτιού, και η αυλόπορτα ήταν ξύλινη χωρίς ανοίγματα. Μόνο μεταγενέστερα σπίτια είχαν αυλές με χαμηλό τοίχο, γύρω στο ένα μέτρο, που πάνω του ήταν τοποθε¬τημένη μια σειρά κάγκελα, και με καγκελόπορτα στην είσοδο. Οι ιδιοκτήτες τους, αντίθετα με τους πρώτους, ήταν εκτεθειμένοι στα βλέμματα των περαστικών.

     Η παραπάνω εικόνα όμως θα μπορούσε να είναι αποτέλεσμα και ενός πολεοδομικού κορεσμού. Ένα σπίτι, χωριζόμενο στα δύο, μπορούσε να στεγάσει δυο αδέλφια, όχι όμως τρία ή τέσσερα. Ο ακάλυπτος χρησιμεύει για να κτισθεί το σπίτι των υπόλοιπων αδελφών. Οι «μεσοτοιχιές» μειώνουν μάλιστα το κα¬τασκευαστικό κόστος. Τρεις με τέσσερις γενιές είναι αρκετές για να καλυφθεί ο κενός χώρος.

     Αυτά είναι τα παλιά σπίτια, τα σπίτια της μεσοχωριάς, όπου έχουν εγκαταλειφθεί οι γέροι γονείς, και τα οποία ερημώνουν με το θάνατο τους. Τα παιδιά της μεταπολεμικής εποχής έχουν εγκαταλείψει τη μεσοχώρια για τα περιβόλια, που γρήγορα ανέ¬βηκε η αξία τους σαν οικόπεδα. Εκεί έχτισαν σύγχρονα σπίτια, με περίπου αστικές προδιαγραφές, ιδιαίτερα αυτά που χτίσθηκαν μετά το 1970, σε ένα ειδυλλιακό περιβάλλον, γεμάτο πράσινο. Η μεσοχώρια φθίνει συνεχώς. Οι στενοί της δρόμοι, κατάλληλοι να περνούν γαϊδούρια, αλλά όχι και αυτοκίνητα, κάνουν ακόμη πιο αποθαρρυντική τη διαμονή για τους νέους ανθρώπους, που η τηλεόραση και η επαφή με την πόλη έχει ανεβάσει τις απαιτή¬σεις τους όσον αφορά τις συνθήκες διαβίωσης.

Η κεντρική οδική αρτηρία, ο «αμαξιτός», ζώνει τη μεσοχώ¬ρια σαν φίδι, κάνοντας τη να φαντάζει ακόμη πιο ασφυκτική, καθώς την πιέζει πάνω στην πλαγιά. Τα σπίτια που είναι χτισμένα στην άλλη πλευρά του δρόμου, στα περιβόλια, φαίνονται σαν να έχουν ξεφύγει από ένα θανατερό αγκάλιασμα.

     Η μεσοχώρια βέβαια κάπου σταματάει. Όμως σπίτια μέσα σε περιβόλια συνοδεύουν ακόμη για πολύ τον κεντρικό δρόμο που οδηγεί προς την Ιεράπετρα, νότια, και από τις δυο πλευρές πια, για πάνω από πεντακόσια μέτρα. Την τελευταία δεκαετία μάλιστα άρχισαν να χτίζονται σπίτια, αριστερά και δεξιά, πολύ αραιά βέβαια, σε όλο το μήκος των 7 χιλιομέτρων που χωρίζουν το Κάτω Χωριό από την Ιεράπετρα. Είναι κοινή πεποίθηση ότι κάποτε μια συνεχής σειρά σπιτιών, δίπλα στο δρόμο, θα ενώνει το Κάτω Χωριό με την Ιεράπετρα, και θα το κάνει και τυπικά πια, αφού λειτουργικά είναι ήδη, προάστιο της.

     Η ίδια σειρά σπιτιών έχει αναπτυχθεί εκατέρωθεν του δρό¬μου και προς βορρά, στο ένα χιλιόμετρο που απέχει η Επισκοπή και ανατολικά, στο δρόμο που ενώνει την κεντρική αρτηρία με το Πάνω Χωριό, σε ίση περίπου απόσταση, και που μαζί με τα Παπαδιανά, 30 σπίτια που βρίσκονται διακόσια μέτρα πιο πάνω από το Πάνω Χωριό, σε ένα μικρό λοφάκι, αποτελούν, όλα μαζί και τα τέσσερα χωριά, την κοινότητα του Κάτω Χωριού. Η σχετική θέση των χωριών αυτών έδωσε στο χωριό μου και το όνομα του.

     Τα σπίτια χωρίζονται σε παλιά και σε νέα, ανάλογα με τον χρόνο της κατασκευής τους, και όπως είπα ήδη, τα νέα σπίτια, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, βρίσκονται στα περιβόλια. Τα παλιά είναι συνήθως «πετρόχτιρα» (χτισμένα με πέτρες) χωρίς κολώνες, και γι' αυτό με πολύ χοντρούς τοίχους, που προσφέ¬ρουν μια θαυμάσια μόνωση. Έχουν όμως τσιμεντένια ταράτσα, όπως βέβαια και τα μεταγενέστερα σπίτια, που χτίζονταν με τσιμεντόλιθους. Ένα και μοναδικό μόνο σπίτι είχε κεραμίδια, που όταν πάλιωσαν πετάχτηκαν, και στη θέση τους χύθηκε ταράτσα. Η αλλαγή απογοήτευσε τους ιδιοκτήτες, γιατί το σπίτι έχασε τη φυσική του μόνωση, και η ζέστη το καλοκαίρι έγινε αφόρητη.

     Πετρόχτιρα πρέπει να χτίζονταν μέχρι και τα μέσα της 10ετίας του ’50. Το δικό μας χτίστηκε το 1950, πετρόχτιρο. Μετά η πέτρα αντικαταστάθηκε με τσιμεντόλιθους. Σήμερα, παρόλο που χτίζονται αρκετά σπίτια με τούβλα, πολλοί επιμένουν στους τσιμεντόλιθους, γιατί έχουν μικρό κατασκευαστικό κόστος.

Πριν τις τσιμεντοταράτσες, οι στέγες ήταν χωμάτινες. Τσιμεντοταράτσες άρχιζαν να μπαίνουν μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Το πρώτο σπίτι στο χωριό που χτίστηκε με τσιμεντοταράτσα, αν δεν απατά η μνήμη τον πατέρα μου, ήταν του Εγγλεζάκη. Τη κατασκευή της χωμάτινης ταράτσας μου την περιέγραψε ο πατέρας μου, τον οποίο, λόγω ηλικίας (γεννήθηκε το 1903) θεωρώ αρκετά αξιόπιστο.

     Οι πιο φτωχοί βάζανε στα σπίτια τους «μεσοδόκια», κατά πλάτος των δωματίων, σε απόσταση το ένα από το άλλο. Από πάνω έβαζαν τα δοκάρια, από κέδρο συνήθως, ή πρίνο ή ελιά. Τα μεσοδόκια γίνονταν από χοντρούς κορμούς πεύκων. Τα πεύκα έπρεπε να είναι εκτεθειμένα στον άνεμο, ώστε το ξύλο τους να είναι «δαδωμένο». Τα έκοβαν και αφαιρούσαν τη φλούδα τους. Το εσωτερικό ήταν το δαδί, γεμάτο ρητίνη, πράγμα που το έκανε εξαιρετικά ανθεκτικό.

     Ούτε τα μεσοδόκια ούτε τα δοκάρια κόστιζαν στους φτωχούς χωριάτες, γιατί τα μεν μεσοδόκια τα έκοβαν από το πευκοδάσος της Θριπτής, τα δε δοκάρια από περιοχές κοντά στο χωριό. Στην Ευαγγελίστρα, μια περιοχή κοντά στην Επισκοπή με το ομώνυμο εξωκλήσι, υπήρχαν πολλοί κέδροι.

     Η Θριπτή απέχει γύρω στα 10 χιλιόμετρα από το χωριό. Στη μεταφορά των μεσοδοκιών συμμετείχαν όλοι οι χωριανοί, δωρεάν. 3-4 άτομα κουβαλούσαν ένα μεσοδόκι κάποια απόσταση, οπότε τους αντικαθιστούσαν άλλοι, κ.ο.κ., μέχρι που τα μεσοδόκια έφταναν στο χωριό. Η κατασκευή της ταράτσας γινόταν μετά με «δανεικούς», σήμερα σε βοηθώ εγώ, αύριο εσύ, ενώ αργότερα στο χύσιμο της τσιμεντένιας ταράτσας βοηθούσε πάλι όλο το χωριό, με μόνη αμοιβή το κέρασμα ποτών και μεζέδων, μετά το τέλος της δουλειάς.

     Οι πιο πλούσιοι, αντί για μεσοδόκια έβαζαν τράβες από φοινίκι. Το φοινίκι το έφερναν οι τούρκοι από τα βάθη της Ασίας, άγνωστο όμως από πού ακριβώς. Ήταν ξύλο πολύ ανθεκτικό και μοσχομύριζε. Μ' αυτό έφτιαχναν τους οντάδες που στέγαζαν τα χαρέμια, για να μυρίζονται οι χανούμισσες.

     Με το φοινίκι γίνονται καταπληκτικά καπάκια για λύρες. Όσο μικρότερα τα νερά του, τόσο καλύτερη η λύρα. Όμως καθώς το ξύλο αυτό δεν υπάρχει πια στο εμπόριο, και ούτε που ξέρει κανείς από πιο δένδρο προέρχεται, ο μόνος τρόπος για να το προμηθευτούν οι κατασκευαστές λύρας είναι από παλιά σπίτια που κατεδαφίζονται. Τέτοια φοινίκια βρήκα αρκετά για το δάσκαλο μου στη λύρα, τον Σήφη τον Μπουζάκη, που είναι και έξοχος κατασκευαστής, σε ένα σπίτι που κατεδαφιζόταν στο Κεντρί, το χωριό της μάνας μου.

     Τα φοινίκια κόβονταν σε δοκούς σε διάφορα μήκη, με πλάτος περίπου 15 πόντους και πάχος 10. Τα τοποθετούσαν με το πλάτος κατακόρυφα, για να είναι πιο ανθεκτικά, σε περίπου μισό μέτρο απόσταση το ένα από το άλλο. Κι εδώ πάλι έχουμε διαφοροποιήσεις. Οι πιο πλούσιοι από τους πλούσιους έβαζαν πάνω από τις φοινικένιες τράβες λεπτές ξύλινες τάβλες, τις «ταβανόταβλες» όπως τις έλεγαν, κολλητά η μια με την άλλη, ενώ οι λιγότερο πλούσιοι έβαζαν καλάμια.

     Η επόμενη διαδικασία ήταν κοινή για όλους. Από πάνω έστρωναν βούρλα, και πάνω σ' αυτά έριχναν ένα λεπτό στρώμα πηλό. Αυτό το στρώμα εμπόδιζε το πλινθόχωμα που έριχναν αμέσως μετά, να περάσει από τις χαραμάδες που άφηναν οι βελόνες των βούρλων.

     Καλό πλινθόχωμα υπήρχε στα Σφακιά, μια περιοχή κοντά στην Επισκοπή. Σκέτος πλίνθος δεν έκανε, γιατί τον παράσερνε η βροχή. Το πλινθόχωμα όμως, καθώς περιείχε λεπτούς κόκκους άμμου ανάμεσα του, με τις πρώτες βροχές γινόταν μια συμπαγής αδιαπέραστη μάζα. Παρολαυτά όμως υπήρχαν απώλειες, γι' αυτό σε τακτά διαστήματα, κάθε δύο χρόνια περίπου, δωμάτιζαν το «δώμα», όπως λέγεται ακόμη και σήμερα η ταράτσα στην Κρήτη, έριχναν δηλαδή συμπληρωματικό χώμα.

                              'Αχι αδέρφι Κωνσταντή, μια χωματιά τη βγάνεις.
                              Το δώμα μας δωμάτιζα και για κειονά τη βγάνω.

Οι στίχοι αυτοί είναι από το "Τραγούδι Του Νεκρού Αδελφού", που το άκουγα μικρός από τη μητέρα μου.

     Το σπίτι του παππού μου, στο Κάτω Χωριό, ήταν φτιαγμένο με τέτοια ταράτσα. Υπάρχει ακόμη, και μένει εκεί ο θείος μου, ο άντρας της αδελφής του πατέρα μου. Τα μεσοδόκια και τα δοκάρια υπάρχουν ακόμη στην οροφή, αν και στη στέγη έριξε μια ψευτοταράτσα, για να αποφύγει το δωμάτισμα, πολύ λεπτή βέβαια, για να μην υποχωρήσει η στέγη από το βάρος.

     Ο παππούς μου ήταν από την Επισκοπή, ενώ η γιαγιά μου ήταν από το Κάτω Χωριό. Η Επισκοπή δεν είχε «βρύση», όπως το Κάτω Χωριό, και οι γυναίκες «ανέσερναν» νερό από ένα πηγάδι, με ένα σκοινί. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στη γιαγιά μου, η οποία γκρίνιαζε συνεχώς στον παππού μου μέχρι που τον έπεισε να μετακομίσουν στο Κάτω Χωριό.

     Εκείνη την εποχή, αρχές του αιώνα, οι τούρκοι βρίσκονταν υπό διωγμό. Οι χριστιανοί τους κατέστρεφαν τα σπίτια και αυτοί, για να γλιτώσουν, κατέφευγαν στην Ιεράπετρα. Από έναν τέτοιο τούρκο, τον Μπιλάλη, αγόρασε το σπίτι ο παππούς μου. Ο Μπιλάλης πήγε και κάθισε στην Ιεράπετρα. Με την ανταλλαγή, δεν ήθελε καθόλου να φύγει από την Κρήτη. Ήταν τόσος ο καημός του, που πέθανε στο πλοίο που τον μετέφερε στη Μικρά Ασία.

     Σ' αυτά τα παλιά σπίτια με τις χωμάτινες ταράτσες, αν οι τοίχοι ήταν ακόμη γεροί, οι ιδιοκτήτες τους έχυναν τσιμεντένιες ταράτσες, ή ψευτοταράτσες, όπως ο θείος μου, αλλιώς αφήνονταν στο έλεος του χρόνου.

     Μια από τις πιο φριχτές εμπειρίες των παιδικών μου χρόνων, είναι κάποτε που ανέβηκα σε μια τέτοια ταράτσα να πιάσω μια μπάλα. Με φρίκη ένιωσα ξαφνικά το δεξί μου πόδι να βουλιάζει, καθώς το χώμα υποχωρούσε από κάτω, σπάζοντας τα σάπια δοκάρια. Πρόλαβα και τραβήχτηκα και πια δεν ξανανέβηκα σε τέτοια ταράτσα.

Αυτά τα σπίτια, ακόμη και τα πετρόχτιστα με την τσιμεντένια στέγη που χτίστηκαν αργότερα, δεν βάφονταν, αλλά ασπρίζονταν με ασβέστη. Αυτό μείωνε κατά πολύ το κόστος, μια και το ασβέστωμα ήταν κάτι που μπορούσε να το κάνει μόνος του ο ιδιοκτήτης, και επί πλέον, ήταν και πιο υγιεινό. Κάθε χρόνο, συνήθως το Πάσχα, περνούσαν ένα νέο χέρι ασβέστη τους τοίχους, και το σπίτι, κάτασπρο, έπαιρνε μια γιορταστική όψη.

     Τα δίπατα σπίτια στο χωριό είναι ελάχιστα. Υπάρχουν κάποια τέτοια στη μεσοχώρα, σπίτια παλιών πλουσίων. Όσοι έχτιζαν στα περιβόλια προτιμούσαν την κατά πλάτος παρά την καθ' ύψος επέκταση. Μόλις την δεκαετία του 80 άρχισαν να χτίζονται δίπατα και στα περιβόλια.

     Όλα σχεδόν τα δίπατα που υπάρχουν, στην ουσία είναι δύο διαμερίσματα, που χτίσθηκαν με την προοπτική της μοιρασιάς ανάμεσα σε δυο παιδιά, ενώ κάποια είναι «πανωσηκώματα», από τα παιδιά των ιδιοκτητών.

     Τα πορτοπαράθυρα παλιά ήταν απαρέγκλιτα ξύλινα, με κυρίαρχο χρώμα το πράσινο, για να είναι ασορτί με το περιβάλλον. Καθώς το ξύλο έγινε ακριβό, αντικαταστάθηκε με το σίδηρο. Όταν έπεσε η τιμή του αλουμινίου, και μπροστά στο πρόβλημα της σκουριάς που είχαν τα σιδερένια, άρχισαν να προτιμώνται τα αλουμινένια.

     Το σπίτι μας χτίσθηκε το 1950, όπως είπα, με ξύλινες πόρτες και παράθυρα. Δυο πόρτες και ένα παράθυρο που σάπισαν, από κακή συντήρηση των γονιών μου, αντικαταστάθηκαν με σιδερένια, όπως επίσης σιδερένια έγινε η πόρτα και το παράθυρο μιας αποθήκης που χτίσαμε το '75. Το '85, μετατρέποντας τον στάβλο μας σε δωμάτιο έβαλα αλουμινένια πόρτα και παράθυρο. Τα παντζούρια του παράθυρου ήταν από πλαστικό, ενώ τα παντζούρια του σιδερένιου παράθυρου που είχαν φτιάξει οι γονείς μου πιο πρώτα, ήταν και αυτά από σίδερο, με γρίλιες. Τα ξύλινα όμως παράθυρα δεν είχαν γρίλιες. Το δωμάτιο την ημέρα, όταν είχαμε κλειστά τα παράθυρα, φωτιζόταν από τον φεγγίτη, ένα τζαμωτό παραλληλόγραμμο πάνω από την πόρτα. Όταν η ξύλινη πόρτα αντικαταστάθηκε με τη σιδερένια, ο φεγγίτης δεν χρειαζόταν πια, μια κι έμπαινε άπλετο φως από το διαφανές πλαστικό, που καταλάμβανε το μεγαλύτερο μέρος της πόρτας. Το πλαστικό αυτό ήταν προτιμότερο από το τζάμι, για να μη σπάζει με το άνοιξε-κλείσε. Το ίδιο διαφανές πλαστικό χρησιμοποιείται σήμερα και για τις αλουμινένιες πόρτες. Στα παράθυρα όμως μπαίνει κανονικά τζάμι.

                                                  Συνεχίζεται... Εδώ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers