Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Schulz Bruno: Κλειστός Φοβικός Μοναχικός...

   Μπρούνο Σουλτς (αυτοπροσωπογραφία)

                                                    Βιογραφικό

   "Ο Δημιουργός δεν διαθέτει το μονοπώλιο της δημιουργίας. Η δημιουργία είναι προνόμιο κάθε πνεύματος" B. S.

     Ήταν μικρόσωμος, άσχημος και φιλάσθενος, ρωσοπολωνός καλλιτέχνης, με λεπτό κι όλο γωνίες κορμί, αλλά με πολύ εκφραστικό και βαθύ βλέμμα στα καστανά του μάτια. Η σύντομη ζωή και καριέρα του, υπήρξε κλειστοφοβική και πρωτότυπη. Είχε λίγους φίλους, ο έρωτας δεν τον έπληξε ποτέ με τα βέλη του και δεν απομακρύνθηκε ποτέ -πλην σπανίων εξαιρέσεων- από τη γενέτειρά του. Οι επιστροφές του στη παιδική ηλίκια, μέσω των τεχνών του -δεν ήτανε μόνο συγγραφέας αλλά και ζωγράφος- είναι αλλεπάλληλες και προφανείς. Κυρίαρχη μορφή, σε κάθε του πόνημα, είναι ο Πατέρας, εξ αιτίας του πατέρα του που 'ταν αυταρχικός, δεσποτικός και κυρίαρχος στο σπίτι τους. Αν προσθέσουμε και πως ήταν Εβραίος, σε μιαν εποχή που το γένος αυτό διωκόταν ισχυρά, τότε μπορούμε να κατανοήσουμε κάπως τη τροπή, τη ροπή, που πήρε το ταλέντο του. Ο τραγικός και πρόωρος θάνατός του, έδωσε τέλος σε μια, πολλά υποσχόμενη πορεία, αλλά παρολαυτά, πρόλαβε να δείξει τα δείγματά του, έτσι ώστε να θεωρείται σήμερα ο μεγαλύτερος Πολωνός στιλίστας γραφικών τεχνών και πεζογραφίας, του αιώνα που μας πέρασε.


                         Αυτοπροσωπογραφία

     Ο Μπρούνο Σουλτς γεννήθηκε στο
Drohobycz, (Ντρoχόμπιτζ), μια πόλη της τότε Γαλικίας, (τότε ακόμα ήταν Αυστριακή, σήμερα ανήκει στην Ουκρανία), στις 12 Ιουλίου 1892, από πατέρα έμπορον ειδών ιματισμού, που όμως αργότερα, αφήνει το κατάστημα στα χέρια της συζύγου του, λόγω της κακής του υγείας. Μεγάλην επίδραση πάνω του φαίνεται πως έπαιξε κι η παραμάνα του, ένα σαδιστικό, κακομαθημένο θηλυκό. Από μικρήν ηλικία έδειξε ζωηρόν ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και τις γλώσσες. Μιλούσε γίντις και γρήγορα έμαθε γερμανικά και πολωνικά. Από μικρός ήταν επίσης κλειστός και μεγαλοφυής. Μετά τις βασικές σπουδές στη πόλη του, σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Lwow (Λβοφ) και Καλές Τέχνες στη Βιέννη, μ' ειδίκευση στη Λιθογραφία και το Σκίτσο. Αυτές ήταν οι μοναδικές απομακρύνσεις από την ιδιαίτερη πατρίδα, σ' όλη του τη ζωή. Όταν επέστρεψε με τα πτυχία του, πέτυχε μια θέση διδάκτορος για τις Καλές Τέχνες (Σχέδιο & Γραφιστική) στο εκεί Γυμνάσιο, θέση που κράτησε από το 1924 ως τις αρχές του πολέμου, το 1939.

 Πορτρέτο Του Με Καμβά

     Πριν το 1930 δεν εμφάνισε έργα του. Κάποια κριτικά δοκίμιά του εμφανιστήκανε στο περιοδικό Wiadomosci Literackie κι είχανε τέτοιαν απήχηση, λαμβάνοντας πολύ καλές κριτικές από τους αβαν-γκαρντ, εκείνης της εποχής, Witold Gombrowicz (1904-1969) και Ignacy Witkiewicz (1885-1939), αλλά ο ίδιος ζούσε μακράν των λογοτεχνικών κύκλων. Επισκέφθηκε για λίγο τη Βαρσοβία και το Παρίσι, αλληλογράφησε επί πολύ κι έντονα με την εβραία ποιήτρια και λογοτέχνιδα Deborah Vogel, καθώς και μ' άλλες γυναίκες, αλλά δε παντρεύτηκε ποτέ. Θεωρούσε τη γυναίκα πηγή δημιουργίας που τον ισχυρό νοητικά, άνδρα τον ολοκλήρωνε με τη παρουσία της, αλλά και τον εξέτρεπε, κατά κάποιο τρόπο, από τις συντεταγμένες του.
     Η κύρια λατρεία του ήταν η ζωγραφική και μπορούμε να πούμε πως συγγραφέας έγινε τυχαία. Μέσα από τις επιστολές προς τους λιγοστούς φίλους του, που απαριθμούσε με τρόπο γλαφυρό, το πως περνούσε και με το μοναδικό ύφος των περιγραφών του, τράβηξε τη προσοχή της συγγραφέως Zofia Nalkowska, που τον ενθάρρυνε να γράψει τις εμπειρίες, τις ανησυχίες του σε κείμενα και να τα συγκεντρώσει σε βιβλίο. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, να βγει το 1ο του βιβλίο με τίτλο: "Τα Μαγαζιά Της Κανέλας" (Sklepy Cynamonowe), -που όμως έμεινε κυρίως γνωστό με τον αγγλόφωνο τίτλο του, "Οδός Κροκοδείλων"-, το 1934. Στο επόμενο βιβλίο, που ακολούθησε 3 χρόνια μετά, "
Sanatorium Under Τhe Sign Οf Τhe Hourglass" περιέκλεισε παιδικές μνήμες και λίγον αργότερα δημοσιεύει τον "Κομήτη"(1937).
     Το 1938 του απονεμήθηκε η Χρυσή Δάφνη Λογοτεχνίας της Πολωνικής Ακαδημίας Τεχνών. Τέλος, μετέφρασε τη "Δίκη" του Κάφκα στα πολωνικά κι άρχισε να στήνει τα προσχέδια για ένα μυθιστόρημα με τίτλο "Μεσσίας", που όμως χάθηκε στη δίνη του πολέμου, όπως κι ο ίδιος ο συγγραφέας του, μαζί μ' άλλες σημειώσεις κι ενδεχομένως, ημιτελή, άγνωστα έργα του.


                                        Συνάντηση

     Μετά το ξέσπασμα του Β' Παγκ. Πολ., το 1939, οι γερμανικές δυνάμεις εισβάλλανε στη Πολωνία από δυσμάς κι οι σοβιετικές δυνάμεις κυριέψανε τη πατρίδα του, από ανατολάς κι αυτός με την οικογένειά του, υποχρεώθηκαν να ζήσουνε στο γκέτο του Ντροχόμπιτς, υπό σοβιετικό ζυγό, μέχρι το 1941. Όταν οι Γερμανοί επιτεθήκανε στους Σοβιετικούς, σπάζοντας τη συμφωνία μοιράσματος της πατρίδας του, η κυριαρχία άλλαξε χέρια κι εξαπολυθήκανε πογκρόμ διώξεων για τους εβραίους. Ωστόσο υπάρχουνε πληροφορίες που αναφέρουνε πως επιβίωσε γιατί προστατεύτηκε από τον Felix Landau, έναν ανώτερο αξιωματικό της Gestapo, που θαύμαζε πάρα πολύ το ζωγραφικό του έργο. Τις τελευταίες βδομάδες της ζωής του ασχολιόταν με τοιχογραφίες που του 'χεν αναθέσει να κάνει στο σπίτι που διέμενε, ο Λαντάου κι όταν ολοκλήρωσε το έργο του και βγήκεν έξω στον δρόμο, πυροβολήθηκε θανάσιμα σαν σκυλί, από έναν άλλον ανώτερον αξιωματικό, αντίζηλό του Λαντάου, προφανώς για εκδίκηση, -εκτός του πογκρόμ, γιατί ο Λαντάου είχε σκοτώσει έναν εβραίο οδοντίατρο, προστατευόμενο του Γκύντερ κι αυτός τον εκδικήθηκε, πυροβολώντας τον καλλιτέχνη του.
     Ο Μπρούνο Σουλτς πέθανε λοιπόν, σχεδόν αμέσως μετά τον πυροβολισμό, έχοντας μόλις περάσει το 50όν έτος της ηλικίας του και το ημερολόγιο έδειχνε 19 Νοέμβρη του 1942.


                           Πορτρέτο Δυο Κυριών

     Τελικά οι τοιχογραφίες έμειναν κρυμμένες και μόλις πρόσφατα, το 2001, μια ομάδα της Yad Vashem, από το Ισραήλ, εξασφάλισε την άδεια να επισκεφθεί το σπίτι στο Ντροχόμπιτς και να τη δει. Μετά ξεσπάσανε διαμάχες, γιατί η ομάδα μετέφερε κρυφά πέντε μεγάλα κομμάτια εκτός Ουκρανίας, ενώ δεν είχε την άδεια για τούτο.
     Η εργασία που μας άφησε, είναι μικρή, εκτός των 3 βιβλίων που προαναφέρθησαν και της μετάφρασης της "Δίκης", υπάρχει και μια σειρά πολύ ενδιαφέροντων επιστολών, που δόθηκαν στη δημοσιότητα το 1975 και λίγοι πίνακες. Χάθηκαν, εκτός του "Μεσσία", μια σειρά δοκιμίων που είχε στείλει για δημοσίευση σε διάφορα περιοδικά, πριν τον πόλεμο καθώς και τα πρωτόλεια διηγήματά του από τις αρχές της 10ετίας πριν το '40.

 'Ατιτλο

     Ο κόσμος που περιγράφει, είναι κλειστός, ασφυκτικά αποπνικτικός, σκοτεινός με μορφές ισχυρές, φαντασιωτικές, ερωτικά αισθησιακός αλλά ανακατεμένος με τερατώδεις εφιάλτες, όπου η πλήξη καταπολεμιέται με ακροβασίες της οργιώδους κι αρρωστημένης φαντασίας του. Σελίδες άλλοτε δουλεμένες μέχρι την ακραία τους εκλέπτυνση κι άλλοτε ωμές, σχεδόν ακατέργαστες, παγιδεύουνε τον αναγνώστη με μιαν ιδιότυπη σαγήνη. Αλλού σουρεαλιστής, αλλού εξπρεσιονιστής, φλερτάροντας με τον συμβολισμό αλλά και με τον μοντερνισμό, αποτελεί τυπικότατο δείγμα μιας παρακμασμένης ατμόσφαιρας καταπίεσης, ήτις τον έθρεψε και τον έκανε ν' αντισταθεί στις ταξινομήσεις και τη κατηγοριοποίηση με τρόπον ιδιαίτερα ελκυστικό. Αφήνει πολλά ανείπωτα, στα διηγήματά του, δεν στηρίζεται σε δομές πλοκής κι απουσιάζουνε τα μεγάλα γεγονότα. Ο κόσμος του Σουλτς, ακολουθεί τη λογική του Σουλτς κι υπόκειται καθαρά στις δικές του μεταπτώσεις.
     Η κακή του παιδική ηλικία επιστρέφει και στοιχειώνει μέσα στις σελίδες του, υποδεικνύοντας ένα πατριάρχη, στο πρόσωπο του πατέρα του, που απλώνει τα φτερά της εξουσίας του πάνω του, σα βιβλικός Ιακώβ. Υπήρξε σκοτεινός, ιδιόρρυθμος, ποιητής του φανταστικού και θηρευτής της λαμπερής λεπτομέρειας, που καθιστά το καθημερινό και κοινότοπο, εξαίσια μοναδικό. Ο μεγάλος μεταγενέστερος αμερικανός συγγραφέας Τζον Απντάικ τον είχε χαρακτηρίσει σαν "τον μεγαλύτερο ριζικό μετατροπέα του κόσμου, σε λέξεις". Τέλος, είναι φανερό πως λάτρεψε κι επηρεάστηκε πάρα πολύ από τον Κάφκα κι ειδικά από το έργο του "Μεταμόρφωση".
     Όσον αφορά στα πιο χαρακτηριστικά ζωγραφικά του έργα, ειδικά ο κρυμμένος ερωτισμός τους, φαίνεται να συγκρίνονται με κείνα των Ουτριλό, Ντε Κίρικο, Ανρί Ρουσώ και του Σαγκάλ.
--------------------------------------------------------------------

                                    Αύγουστος

     Τον Ιούλιο, ο πατέρας μου έφευγε στο λουτρά και μ' άφηνε με τη μητέρα και τον μεγαλύτερο αδερφό μου, στο έλεος των εκτυφλωτικά λευκών, φλογισμένων ημερών του καλοκαιριού. Φυλλομετρούσαμε, ζαλισμένοι από το φως, τη τεράστια βίβλο των διακοπών που οι σελίδες της λαμπαδιάζαν από την πύρα και κρατούσανε στο βάθος τον γλυκό, μέχρι λιποθυμίας πολτό των χρυσαφένιων αχλαδιών.
     Η Αντέλα επέστρεφε τα λαμπερά πρωινά, ίδια Πομώνα αναδυομένη μες από τις φλόγες της καφτής μέρας κι έχυνε από το καλάθι της την πολύχρωμη ομορφιά του ήλιού -στιλπνά, ζουμερά κάτω από το διάφανο φλούδι τους κεράσια, μαύρα μυστηριώδη βύσσινα που η ευωδιά τους ξεπερνούσε ό,τι ένιωθε η γεύση, βερίκοκα που στη χρυσή τους μάζα βρισκόταν ο πυρήνας των αργόσυρτων απογευμάτων και δίπλα σ' αυτή την καθάρια ποίηση των φρούτων άδειαζε με ορμή εξαιρετικά σε δύναμη και θρεπτικότατα κομμάτια κρέας με τα πλήκτρα των μοσχαρίσιων τους πλευρών, υδρόχαρα λαχανικά ίδια μέδουσες και χταπόδια σκοτωμένα -το άμορφο υλικό του μεσημεριανού, με γεύση ανύπαρκτη ακόμα κι ουδέτερη, τα φυτικά και χθόνια συστατικά του γεύματος με το άγριο πάνω τους άρωμα των αγρών.
     Μες από το σκοτεινό διαμέρισμα στον πρώτον όροφο του παλιού σπιτιού της αγοράς, διάβαινε σ' όλο του το μεγαλείο το καλοκαίρι: η σιωπή των λικνιζομένων στηλών του αέρα, τα τετράγωνα του φωτός, βυθισμένα στα όνειρά τους στο πάτωμα, η μελωδία του οργανέτου που ξεπηδούσε από τη πιο βαθιά φλέβα της μέρας, δυο-τρεις νότες μιας επωδού που κάποιος έπαιζε κάπου και ξανάπαιζε στο πιάνο, λιγοθυμισμένες από τον ήλιο στα λευκά πεζοδρόμια, χαμένες στη λάβρα της βαθιάς μέρας. Μόλις σκούπιζε, η Αντέλα άφηνε τη σκιά να μπει στα δωμάτια, κλείνοντας τα λινά στόρια. Τότε τα χρώματα κατεβαίναν μιαν οκτάβα χαμηλότερα, το δωμάτιο γέμιζε ίσκιους σα να βούλιαζε στο φως του θαλάσσιου βυθού, ακόμα πιο αδύναμα χαραγμένο στους πράσινους καθρέφτες κι όλη η κάψα της ημέρας ανάσαινε στα στόρια, που αργοσάλευαν από τα ονειροπολήματα της ώρας τούτης του μεσημεριού.
     Τα απογεύματα του Σαββάτου βγαίναμε με τη μητέρα περίπατο. Από το μισόφωτο του προθαλάμου, έμπαινες κατευθείαν στο φωτεινό λουτρό της ημέρας. Οι διαβάτες, διασχίζοντας με δυσκολία τον χρυσαφένιο πολτό είχανε τα μάτια τους μισόκλειστα από τη θέρμη, σαν κολλημένα με μέλι. Το τραβηγμένο πάνω χείλι αποκάλυπτε τα ούλα και τα δόντια. Όλοι όσοι βαδίζανε τούτη τη χρυσαφένια μέρα είχανε τον μορφασμό αυτό του καύσωνα, λες κι ο ήλιος φόρεσε στους πιστούς του μια και μόνη προσωπίδα -τη χρυσή προσωπίδα της Ηλιακής Αδελφότητας κι όλοι αυτοί που σήμερα περπατάγανε στους δρόμους, διασταυρώνονταν και προσπερνιούνταν, γέροι και νέοι, παιδιά και γυναίκες, χαιρετιόντουσαν στις διαβάσεις μ' αυτή τη παχιά ζωγραφισμένη προσωπίδα στην όψη, δείχνανε τα δόντια τους ο ένας στον άλλο, σ' ένα μορφασμό βακχικό, σα τη βαρβαρική προσωπίδα μιας παγανιστικής λατρείας.
     Η αγορά ήταν άδεια και κίτρινη, σαρωμένη από τους θερμούς αγέρηδες, σα βιβλική έρημος. Οι αγκαθωτές ακακίες που φυτρώνανε στην άδεια πλατεία κοχλάζανε πάνω της με το ανοιχτόχρωμο φύλλωμά τους και τα μπουκέτα κεντημένων λεπτεπίλεπτων πρασινάδων, όπως δέντρα πάνω σε βαρύτιμα παλιά παραπετάσματα. Νόμιζε κανείς πως αυτά τα δέντρα φλερτάρουν τον άνεμο αναδεύοντας με θεατρικές χειρονομίες τις κορφές τους, ώστε με παθιασμένα λικνίσματα ν' αναδείξουνε τα κομψά ριπίδια από φύλλα, με το αργυρό τους υπογάστριο σαν σπάνιες γούνες αλεπούδων. Τα παλιά σπίτια, γυαλισμένα από τους ανέμους πολλών ημερών, βόφονταν με τις ανταύγειες της μεγαλειώδους ατμόσφαιρας, με τον αντίλαλο, τις αναμνήσεις των χρωμάτων, τις διασκορπισμένες στα βάθη του πολύχρωμου καιρού. Νόμιζε κανείς ότι γενεές ολάκερες από καλοκαιριάτικες μέρες (σαν υπομονετοί γυψάδες που απαλλάσσουνε τις παλιές προσόψεις από τη μούχλα των σοβάδων) σφυροκοπούσανε τον ψεύτικο διάκοσμο, αναδεικνύοντας μέρα τη μέρα, όλο και πιο καθαρά τη φυσιογνωμία των σπιτιών, της ζωής τους και της τύχης που τα σχημάτιζε απέξω. Τώρα τα παράθυρα, τυφλωμένα από τη λάμψη της άδειας πλατείας, κοιμόντουσαν, τα μπαλκόνια ξεμυστηρεύονταν στον ουρανό την ερημιά τους, οι ανοιχτοί προθάλαμοι μυρίζανε δροσιά και κρασί.
     Μια ομάδα κουρελήδες, που γλυτώσανε στη γωνία από τον πυρακτωμένο σάρωθρο του καύσωνα, πολιορκούσαν ένα τοίχο, ταλαιπωρώντας τον μ' αλλεπάλληλες ρίψεις κουμπιών και νομισμάτων, λες και μες στο ωροσκόπιο αυτών των μεταλλικών κύκλων, ήτανε δυνατό να διαβάσεις το πραγματικό μυστήριο του τοίχου, που κοσμούσανε σημεία ιερογλυφικά από ρωγμές κι από ραγίσματα. Τώρα η αγορά ήταν άδεια. Θα περίμενε κανείς ότι μπρος στον προθάλαμο αυτό, τον καμωμένο από τα βαρέλια του κάπελα, θα εμφανιστεί στον ίσκιο των γερτών ακακιών, οδηγημένο από τα γκέμια, το γαϊδουράκι του Σαμαρείτη, κι ότι δυο υπηρέτες θα κατεβάσουν με φροντίδα τον άρρωστον άντρα από το πυρακτωμένο σαμάρι και θα τον φέρουνε προσεκτικά από τις δροσερές σκάλες στον όροφο όπου σκορπά την ευώδιά του το Σάββατο.
     Έτσι περιπλανιόμαστε με τη μητέρα ανάμεσα στις ηλιόκαυστες πλευρές της αγοράς, σέρνοντας τις κουρασμένες μας σκιές πάνω σ' όλα τα σπίτια, όπως πάνω στα πλήκτρα ενός πιάνου. Τα τετράγωνα του λιθόστρωτου φεύγαν αργά κάτω από τ' απαλά κι επίπεδα βήματά μας -μερικά άτονα ρόδινα, σαν ανθρώπινο δέρμα, άλλα χρυσά και χλωμά, όλα όμως επίπεδα, ζεστά, βελούδινα στον ήλιο σαν κάποια πρόσωπα ηλιακά ποδοπατημένα ώσπου να γίνουν αγνώριστα, ώσπου να γίνουν ένα μακάριο τίποτα.
     Μέχρι που επιτέλους, στη γωνιά της οδού Στρούισκα μπήκαμε στον ίσκιο του φαρμακείου. Η μεγάλη γυάλα με τον χυμό του βατόμουρου στο πλατύ του παράθυρο στροβίλιζε τη δροσιά του μπάλσαμου, που μ' αυτό μπορούσες να γιατρέψεις κάθε πόνο. Και μετά από μερικά ακόμα σπίτια, ο δρόμος δε μπορούσε πια να διατηρήσει την ευπρέπεια της πόλης, σαν ένας άντρας, που γυρίζοντας στο χωριό του, απαλλάσσεται στο δρόμο από την αστική του κομψότητα, μεταμορφωμένος αργά, όσο πλησιάζει στο χωριό, σ' έναν αξιοθρήνητο χωριάτη.
     Τα σπίτια των προαστίων βυθίζονταν με τα παράθυρά τους χαμένα στην οργιαστική, μπλεγμένη ανθοφορία των μικρών κήπων. Λησμονημένα από τη μεγαλόπρεπη μέρα, ξεπετάγονταν ζωηρά και σιωπηλά κάθε είδους χορτάρια: άνθη και ζιζάνια, ευτυχισμένα απ' αυτή την παύση, που μπορούσαν να ονειρευτούν έξω σπό την παρένθεση του χρόνου, στην άκρη της ατέλειωτης μέρας. Το τεράστιο ηλιοτρόπιο στηριγμένο στον πανίσχυρο μίσχο του, άρρωστο από ελεφαντίαση, περίμενε στο κίτρινο πένθος των τελευταίων θλιβερών ημερών της ζωής, γέρνοντας κάτω από το περίσσιο βάρος του θηριώδους κορμιού. Όμως τα ανόητα καμπανάκια των προαστίων και τα φτενά, ταπεινά λουλουδάκια, στέκαν αδύναμα στα σκληρά τους άσπρα και ρόδινα πουκαμισάκια, χωρίς καμιά συμπόνοια για τη μεγάλη τραγωδία του ηλιοτροπίου.
     Τα πυκνομπερδεμένα βοτάνια, τα ζιζάνια, τα αγριόχορτα και τα βάτα φουντώνουν στην πύρα του απογεύματος. Βουίζει ένα σμάρι από μύγες στον μεσημεριάτικον υπνάκο του περιβολιού. Το χρυσαφένιο θερισμένο χωράφι ουρλιάζει στον ήλιο σα φουσάτο κόκκινης ακρίδας, στη πυκνή βροχή της φωτιάς τσιρίζουνε τα τζιτζίκια, τα λέπυρα των σπόρων σκάζουν αθόρυβα σαν αλογάκια της Παναγίας. Και κατά τη μεριά του φράχτη, ο αφρός των αγριόχορτων ανασηκώνεται σ' ένα κοίλο λόφο-καμπούρα, σαν ο κήπος ν' άλλαξε πλευρό στον ύπνο του κι οι γεροδεμένες χωριάτικες πλάτες του ν' ανασαίνουν με της γης τη σιωπή. Σ' αυτές τις πλάτες η άχαρη θηλυκιά πληθωρικότητα του Αυγούστου θέριεψε σε βουβές κατολισθήσεις από θεόρατες κολλιτσίδες, κατακυρίεψε τις χνουδωτές επιφάνειες των φύλλων που ξεπεταχτήκανε σαν πράσινες σαρκώδεις γλώσσες. Εκεί τα στρουμπουλά χοντροκομμένα κύτη των κολλιτσίδων κάνουνε του κεφαλιού τους, σαν θηλυκά που στρογγυλοκάθησαν ένα γύρο, μισοσπαραγμένα από τις ίδιες τους τις φρενιασμένες φούστες. Εκεί, πουλούσε ο κήπος δωρεάν τα πιο φτηνά φρούτα της αγριοπασχαλιάς, τ' αρνόγλωσσα που ζέχνανε σαπούνι, άγριο ξέπλυμα της μέντας και κάθε χειρότερη φτήνεια του Αυγούστου. Από την άλλη όμως μεριά του φράχτη, πίσω απ' αυτή τη λόχμη του καλοκαιριού, όπου απλώθηκε η ηλιθιότητα των χαύνων ζιζανιών, βρισκόταν ένας σκουπιδότοπος σκεπασμένος γαϊδουράγκαθα. Κανείς δεν ήξερε πως σε κείνο ακριβώς το σημείο, ο Αύγουστος τελούσε, τούτο το καλοκαίρι, το μεγάλο του παγανιστικό όργιο. Σε τούτο τον σκουπιδότοπο, στηριγμένο στον φράχτη και σκεπασμένο από αγριοπασχαλιές, βρισκόταν το κρεβάτι της ηλίθιας κοπέλας, της Τλούγια. Έτσι τη λέγαμε όλοι. Σ' ένα σωρό σκουπιδιών κι αχρήστων πραγμάτων, παλιών κατσαρολικών, παπουτσιών κι ερειπίων, έστεκε το βαμμένο πράσινο κρεβάτι, που στηριζόταν αντί για το πόδι που 'λειπε, σε δυο παλιότουβλα. Ο αγέρας σ' αυτό τον σκουπιδότοπο, εξαγριωμένος από το κάμα, χαρακωνόταν από τις γυαλιστερές αστραπές των αλογόμυγων που αφηνιάσανε στον ήλιο και τριζοβολούσε σαν αόρατη κουδουνίστρα που σ' έσπρωχνε στη τρέλα.
     Η Τλούγια κάθεται ανακούρκουδα ανάμεσα σε κιτρινισμένα στρωσίδια και κουρέλια. Στο μεγάλο της κεφάλι ορθώνεται μια χαίτη μαύρα μαλλιά. Η όψη της συσπάται σα φυσερό του ακορντεόν. Κάθε στιγμή ένας κλαμένος μορφασμός κλείνει αυτό το ακορντεόν σε χίλιες όρθιες πτυχώσεις κι η περιέργεια το ανοίγει πάλι, σιάζει τις πτυχές, ξεσκεπάζει τις τρυπίτσες των μικρών ματιών και τα υγραμένα ούλα με τα κιτρινισμένα δόντια κάτω από το ρυγχώδες παχύσαρκο χείλος. Περνούν ώρες γεμάτες ζέστη κι ανία, που στη διάρκειά τους η Τλούγια μιλά σιγανά, μισοκοιμάται, παραπονιέται ήσυχα και ξεροβήχει. Οι μύγες, πυκνό σμήνος, τη σκεπάζουν έτσι ακίνητη.
     Ξάφνου, όλος αυτός ο σωρός των βρώμικων πατσαβουριών, των κουρελιών και των σκουπιδιών, αρχίζει να κινείται σα να πήρε ζωή από το τρόχασμα των αρουραίων που πηγαινοέρχονται πάνω του. Οι μύγες ξυπνούν αλαφιασμένες και πετούν, μεγάλο βουερό μελίσσι, γεμάτο θυμωμένα ζουζουνίσματα, λάμψεις κι αναλαμπές. Και καθώς τα κουρέλια πέφτουνε στη γη και τρέχουνε γύρω-γύρω στον σκουπιδότοπο σαν τρομαγμένοι αρουραίοι, αναδύεται απ' αυτά και ξετυλίγεται αργά ο πυρήνας, ξεφλουδίζεται η εσωτερική ουσία του σκουπιδοντενεκέ: μισόγυμνη και σκυθρωπή, η ηλίθια σηκώνεται αργά και στέκει ίδια θεότητα ειδωλολατρική στα κοντά, παιδικά της ποδαράκια, με το λαιμό φουσκωμένο από το κακό της, με κόκκινο σκοτεινιασμένο από την οργή πρόσωπο που πάνω του σα ζωγραφιές βαρβαρικές, ανθίζουν αραβουργήματα υπερφυσικά διογκωμένων φλεβών, βγάζει μια κραυγή κτηνώδη, κραυγή ρογχώδη, που έρχεται μες απ' όλα της τα βρόγχια και τις σφυριχτρούλες αυτού του μισοζωώδους, μισοθεϊκού στήθους. Τα γαϊδουράγκαθα, καμένα από τον ήλιο, ουρλιάζουν, οι κολλιτσίδες πρήζονται και ξιπάζονται με τη ξεδιάντροπη σάρκα τους, τα ζιζάνια σαλιώνονται μ' ένα γυαλιστερό φαρμάκι κι η ηλίθια, βραχνή από τις κραυγές, μ' άγριους σπασμούς χτυπά το σαρκώδες της εφηβαίο με λυσσασμένην ορμή, στον κορμό της αγριοπασχαλιάς, που τρίζει ήσυχα κάτω από την επιθετικότητα αυτής της διεφθαρμένης ερωτικής έξαψης, ξορκίζοντας όλη τούτη τη ρακένδυτη χορωδία σε μιαν ανώμαλη, παγανιστική γονιμότητα.
     Η μητέρα της Τλούγια νοικιάζει τον εαυτό της στις νοικοκυρές, να σφουγγαρίζει τα πατώματα. Είναι μικροσκοπική, κίτρινη σαν κρόκος, γυναίκα και με τον κρόκο αυτόν είναι ακριβώς που τρίβει τα πατώματα, τα ελάτινα τραπέζια, τους πάγκους και τα πτυσσόμενα έπιπλα, που καθαρίζει στα σπίτια των φτωχών ανθρώπων. Μια φορά η Αντέλα με πήγε στο σπίτι αυτηνής της γρια-Μαρύσκα. Ήτανε νωρίς το πρωί, μπήκαμε στο ασπρισμένο, βαμμένο γαλάζιο, μικρό δωμάτιο, που 'χε για πάτωμα κομμάτια χτυπημένο πηλό κι όπου κειτόταν ο πρώιμος ήλιος, έντονα κίτρινος σ' αυτή την ησυχία του πρωινού, που λογαριαζόταν από τη φοβερή κλαγγή του χωριάτικου στον τοίχο ρολογιού. Σ' ένα παχνί, στ' άχυρα, κειτόταν η χαζή Μαρύσκα, χλωμή σαν όστια και σιωπηλή σαν γάντι απ' όπου ξεπρόβαλλε η παλάμη της. Και σα να επωφελούνταν από τον ύπνο της, μιλούσε η σιωπή, η κίτρινη, η έντονη, η κακή σιωπή, μονολογούσε, μάλωνε, απάγγελνε ασταμάτητα, φωναχτά και χυδαία το μανιακό της μονόλογο. Ο χρόνος της Μαρύσκα -χρόνος φυλακισμένος στη ψυχή της, ξέφυγε απ' αυτή τρομαχτικά πραγματικός και κίνησε μοναχικός μες στο δωμάτιο, μ' ένα βουητό, με θόρυβο, φοβερός, μεγαλώνοντας μες στη σιωπή του πρωινού από τον ηχερό μύλο-ρολόι, σαν το κακό αλεύρι, το χυμένο αλεύρι, το χαζό αλεύρι των τρελών.
     Σ' ένα απ' αυτά τα σπιτάκια, περιφραγμένο με σανίδες βαμμένες καφέ, πνιγμένο στην οργιαστική πρασινάδα του κήπου, έμενε η θεία Αγαθή. Μπαίνοντας στο σπίτι της, προσπερνούσαμε στον κήπο πολύχρωμες γυάλινες σφαίρες που φυτρώνανε σε στύλους, ρόδινες, πράσινες και βιολετιές, που μέσα τους ήτανε ξορκισμένοι οι φωτεινοί και λαμπεροί κόσμοι όπως οι ιδανικές κι ευφρόσυνες αυτές εικόνες που κλείνουνε στην απρόσιτη τελειότητά τους οι σαπουνόφουσκες.
     Στον μισοσκότεινο προθάλαμο με τις παλιές ελαιογραφίες, τις φαγωμένες από τη μούχλα και τις τυφλωμένες από τα γηρατειά, βρίσκαμε τη γνώριμή μας μυρωδιά. Σ' αυτή την έμπιστη, παλιά ευωδιά, χωρούσε σε μια παράξενην απλή σύνθεση, η ζωή αυτών των ανθρώπων, η φιλοσοφική λίθος της ράτσας, το είδος του αίματος και το μυστικό της τύχης τους καταχωρημένο αθόρυβα στο καθημερινό κύλισμα του δικού τους ξεχωριστού χρόνου. Οι παλιές, σοφές πόρτες που οι σκοτεινοί τους στεναγμοί μπάζανε και βγάζαν αυτούς τους ανθρώπους, σιωπηλοί μάρτυρες του πηγαινέλα της μητέρας, των θυγατέρων και των γιών -άνοιξαν αθόρυβα σαν τις πόρτες της ντουλάπας και μπήκαμε στη ζωή τους. Κάθονταν σαν στη σκιά της τύχης τους και δεν υπερασπίζονταν τον εαυτό τους -στις πρώτες αδέξιες χειρονομίες μας, παραδώσανε το μυστικό τους. Μήπως δεν ήμασταν εξ αίματος και μοίρας συγγενείς τους;
     Το δωμάτιο ήτανε σκοτεινό και βελούδινο από τις σκούρες μπλε ταπετσαρίες με τα χρυσά στολίδια, όμως ο αντίλαλος της φλογισμένης μέρας τρεμόπαιζε κι εδώ ακόμα, μες στον ορείχαλκο, στα κάδρα των πινάκων, στα χερούλια και στους χρυσούς πήχεις, λευτερωμένος από τη πυκνή βλάστηση του κήπου. Από τον κήπο σηκώθηκε η θεία Αγαθή, μεγαλόσωμη και καλοκαμωμένη με σάρκα τροφαντή και λευκή, στιγματισμένη από τη κοκκινωπή σκουριά των φακίδων. Καθίσαμε κοντά τους σα στην όχθη της τύχης τους, ντροπιασμένοι λίγο για την ευκολία που μας δοθήκανε δίχως όρια κι ήπιαμε νερό με τριανταφυλλένιο χυμό, πραγματικό αναψυκτικό, όπου ανακάλυψα τη πιο βαθειάν ουσία αυτού του διάπυρου Σαββάτου.
     Η θεία ήταν όλο παράπονα. Ήταν ο βασικός τόνος των συζητήσεών της, η φωνή αυτής της άσπρης και γόνιμης σάρκας που έπαλλε κιόλας σαν έξω από τα όριά της, που μόλις διατηρούνταν συγκεντρωμένη, στα δεσμά της προσωπικότητας και μάλιστα συγκεντρωμένη και πολλαπλασιασμένη, έτοιμη να διαλυθεί, να διακλαδωθεί και να διαχυθεί σε οικογένεια. Ήταν αυτή μια γονιμότητα παρθενογένεσης σχεδόν, θηλυκότητα χωρίς φραγμούς, νοσηρά υπερτροφική. Έμοιαζε πως από μόνο του το άρωμα του ανδρισμού, η μυρωδιά του καπνού του τσιγάρου, το χωρατό του εργένη, θα μπορούσε να σπρώξει αυτή την ερεθισμένη θηλυκότητα στην ακόλαστη παρθενογένεση. Και τέλικά όλα τα παράπονά της προς τον άντρα της, προς το υπηρετικό προσωπικό, οι φροντίδες της για τα παιδιά, ήταν μόνον ιδιοτροπία και πείσμα της ανικανοποίητης γονιμότητας, συνέχεια αυτής της αψιάς, οργισμένης και μεμψίμοιρης φιλαρέσκειας που αντιμετώπιζε τον άντρα της. Ο θείος Μάρεκ, μικρόσωμος, καμπούρης, με πρόσωπο αποστειρωμένο από τα χαρακτηριστικά του φύλου, καθότανε πάνω στη παλιά του χρεωκοπία, συμφιλιωμένος με τη τύχη στη σκιά της απέραντης περιφρόνησης που μέσα φαινόταν να ξεκουράζεται. Στα γκρίζα του μάτια σιγόκαιγε η απόμακρη θέρμη του κήπου, απλωμένη στο παράθυρο. Πότε-πότε δοκίμαζε με μιαν αδύναμη κίνηση να εκφράσει κάποιες επιφυλάξεις, να προβάλλει αντίσταση, αλλά το κύμα της αυτοσυντήρητης θηλυκότητας παραμέριζε βίαια αυτή τη χωρίς σημασία κίνηση, περνούσε από δίπλα του θριαμβευτικά, σκέπαζε με το πλατύ ποτάμι της τις αδύναμες συσπάσεις του ανδρισμού.
     Υπήρχε κάτι τραγικό στην άχαρη κι απεριόριστη αυτή γονιμότητα, υπήρχε η δυστυχία της ύπαρξης που πολεμά στο όριο του τίποτα και του θανάτου, υπήρχεν ο ηρωισμός της θηλυκότητας που θριαμβεύει με τη γονιμότητα ακόμα και πάνω στην αναπηρία της φύσης, πάνω στην ανεπάρκεια του άντρα. Όμως οι απόγονοι δικαίωναν αυτόν τον μητρικό πανικό, αυτή τη τρέλα για γέννηση που στραγγιζόταν, σε αποτυχημένους τοκετούς, στη πρόσκαιρη γενιά φασμάτων δίχως αίμα και πρόσωπο.
     Μπήκεν η Λουκία, η μεσαία αδελφή, με κεφάλι ανθισμένο κι ώριμο πάνω στο παιδικό και μαλθακό κορμί, με σάρκα λευκή κι απαλή. Μου έδωσε το κουκλίστικο χεράκι της που 'μοιαζε μόλις τώρα να βλασταίνει κι άνθισεν αμέσως μ' όλο το πρόσωπό της σαν πιβόνια που πλημμυρίζει με τ' ολόγιομο του ρόδινου. Δυστυχισμένη εξαιτίας της έξαψής της που μαρτυρούσε αδιάντροπα τα μυστικά της εμμηνορρυσίας, μισόκλεινε τα μάτια και ξάναβε ακόμα περισσότερο από την αφή και της πιο αθώας ερώτησης, καθώς όλες περιείχανε μιαν υπόγεια νύξη για την υπερευαίσθητη παρθενία της.
     Ο Αιμίλιος, ο μεγαλύτερος από τα ξαδέρφια, με ανοιχτόξανθο μουστάκι και πρόσωπο απ' όπου η ζωή σα να 'χε ξεπλύνει κάθε έκφραση, περπατούσε πάνω-κάτω στο δωμάτιο με τα χέρια στις τσέπες του φαρδιού του παντελονιού. Τα ρούχα του, κομψά κι ακριβά, φέρνανε τη σφραγίδα των εξωτικών χωρών απ' όπου γύρισε. Το πρόσωπό του, μαραμένο και θολό, φαινόταν μέρα τη μέρα να ξεχνά τον εαυτό του, να γίνεται ένας άδειος άσπρος τοίχος με το χλωμό δίχτυ των φλεβών, όπου, σα χαρακιές σ' ένα ξέθωρο χάρτη, πλανιόντουσαν τρεμοσβήνοντας, οι αναμνήσεις αυτής της θυελλώδικης και χαραμισμένης ζωής. Ήταν αριστοτέχνης της τράπουλας, κάπνιζε μακριές ακριβές πίπες και μύριζε παράξενα με τ' άρωμα μακρινών χωρών. Με το βλέμμα να πλανιέται στις παλιές αναμνήσεις διηγιότανε κάτι παράξενες ιστορίες που σ' ένα ορισμένο σημείο κοβόντουσαν απότομα, σκορπίζανε και χάνονταν στο τίποτα. Τον παρακολουθούσα με βλέμμα νοσταλγικό, ποθώντας να με προσέξει και να με λυτρώσει από το βασανιστήριο της ανίας. Και πράγματι, μου φάνηκε πως μου 'κλεισε το μάτι βγαίνοντας στο άλλο δωμάτιο. Έτρεξα πίσω του. Καθότανε χαμηλάστο μικρό καναπέ με τα πόδια σταυρωμένα στο ύψος σχεδόν του καραφλού σα μπίλια του μπιλιάρδου, κεφαλιού. Θα 'λεγε κανείς πως τα ρούχα κείτονταν άδεια, πτυχωτά, τσαλακωμένα, ριγμένα στη πολυθρόνα. Το πρόσωπό του ήτανε σα πνοή προσώπου -μια μακρόστενη λουρίδα καπνού που κάποιος άγνωστος περαστικός άφησε στην ατμόσφαιρα. Κρατούσε στις χλωμές, σμαλτωμένες γαλάζια, παλάμες του ένα πορτοφόλι που μέσα του κάτι κοίταζε.
     Από τη καταχνιά του προσώπου αναδύθηκε με δυσκολία το κυρτό λεύκωμα του χλωμού ματιού, προσελκύοντάς με μ' ένα ναζιάρικο παίξιμο. Ένιωθα γι' αυτόν ανυπόκριτη συμπάθεια. Με πήρε ανάμεσα στα γόνατά του κι ανακατεύοντας μπροστά στα μάτια μου με δάχτυλα εξασκημένα κάποιες φωτογραφίες, μου 'δειχνε φιγούρες γυμνών γυναικών κι αγοριών σ' αλλόκοτες στάσεις. Στεκόμουν ακουμπώντας σ' αυτόν με το πλάι και κοίταζα τούτα τ' απαλά ανθρώπινα κορμιά με απόμακρα άδεια μάτια, όταν ένα ρεύμα, μ' έφτασε και με διαπέρασε μ' ένα ρίγος ανησυχίας κι ένα κύμα ξαφνικής κατανόησης. Αλλά στο μεταξύ, αυτή η άχνη του χαμόγελου που ζωγραφίστηκε κάτω από το απαλό, υπέροχο μουστάκι του, φύτρο πόθου που τινάχτηκε στα μηλίγγια του με τη παλλόμενη φλέβα, η ένταση που κρατούσε για λίγο τα χαρακτηριστικά του συγκεντρωμένα, ξαναβυθιστήκανε στο τίποτα και το πρόσωπο χάθηκε στην απουσία, εξατμίστηκε, λησμονήθηκε.
------------------------------------------------------------------------------------
"Η Νύχτα Της Μεγάλης Εποχής κι άλλα διηγήματα" Εκδόσεις Νεφέλη 1996
Μετάφραση: Δημήτρης Χουλιαράκης

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers