-


Dali &









/




 
 

 

Smith George Henry:

                                       Βιογραφικ

     Ο Τζωρτζ Χνρι Σμιθ τανε δημοφιλς Αμερικανς συγγραφας που γεννθηκε 27 Οκτβρη 1922 στο Βκσμπεργκ του Μισισσιππ. γραψε κυρως ΕΦ αλλ κι Ερωτικ Λογοτεχνα, στο πιο... πιο. Υπρχανε τουλχιστον 3 συγγραφες με το διο νομα κι αρχικ, που γρφανε κατ το 1960, χι σπουδαα πργματα κι χι το διο εδος και δεν αφσανε και στγμα καν. Εμφανστηκε και με τα ψευδνυμα Jan Hudson, Jeremy August, Jerry August, Don Bellmore, Ross Camra, M J Deer (με τη σζυγ του Jane Deer Smith), John Dexter, George Devlin, Robert Hadley, Jerry Jason, Clancy O'Brien, Alan Robinson, Holt Standish, Hank Stryker, Morgan Trehune, Roy Warren, Jan Smith, George Hudson Smith, Diana Summers, Hal Stryker και M.J. Deer.
     Ξεκνησε να εκδδει το 1953 και μετα το 1960 εξδωσε τις πρτες του νουβλες ΕΦ, "Satan's Daughter" (1961), "1976: Year Οf Terror" (1961), "Scourge Οf Τhe Blood Cult" (1961), "The Coming Οf Τhe Rats" (1961) "Love Cult" (1961). λλα του εργα: "Flames Οf Desire" (1963), "The Four-Day Weekend" (1966), "Druid's World" (1967), "Witch Queen Οf Lochlann" (1969), "Kar Kaballa" (1969), "Second War Οf Τhe Worlds" (1976) "The Island Snatchers" (1978). Συνολικ πρπει να γραψε πνω απ 100 νουβλλες κυρως ΕΦ και Φανταστικο, και μερικς ΕΛ. Τις πρτες μπορε κανες να τις βρει εκολα, αλλ τα "ερωτικ" του χι και τσο.



     Ο Τζωρτζ Χνρι Σμιθ, πθανε στις 22 Μη 1996, στη γεντειρ του και θφτηκε κει, σε ηλικα 74 ετν..

================

     Ο Ντντορ γειρε πσω στο ζεστ μετξι του καναπ και τεντθηκε νωχελικ. στερα, φησε τα μτια του να περιπλανηθον στο ψηλ ταβνι του παλατιο του και μετ να χαμηλσουνε στην μορφη ξανθι που 'τανε γονατισμνη στα πδια του. Η ξανθι τελεωνε τη φροντδα του ψογου πεντικιορ του, εν η φιλδονη καστανομλλα με τους χυτος γοφος και τα σαρκδη ολοκκκινα χελη σκυβε να του ρξει λλη μια ργα σταφυλιο στο στμα. Περιεργστηκε τη ξανθι, που τ' νομ της τανε Σσιλι κι αναλογστηκε τις λλες υπηρεσες που του 'χε προσφρει στη διρκεια της νχτας. τανε καλ... πολ καλ. Αλλ σμερα την βρισκε βαρετ, πως βαρετν βρισκε και τη καστανομλλα -πως τη λγαν αυτ αλθεια;- πως βαρετς βρισκε και τις χυμδεις δδυμες καστανομλλες, πως...
     Χασμουρθηκε. Μα γιατ, Θε μου, ταν λες τους τσον εκνευριστικ ερωτιρες και τσο πρθυμες να του ικανοποισουνε το κθε κφι και καπρτσιο; "Θα 'λεγε κανες" σκφτηκε με πικρχολη γκριμτσα, "πως λες τανε δημιουργματα της φαντασας του. μλλον" -μνο που δε γλασε στη σκψη-, "σα να 'τανε δημιουργματα της μεγαλτερης απ' λες τις εφευρσεις του ανθρπου: το Ιμτζικον".
 -"Ορστε, δεν εναι ωραα;" κανε η Σσιλι και τραβχτηκε πσω για να θαυμσει με καμρι τη δουλει της. Ο Ντντορ νιωσε γελοος. στερα, η Σσιλι τον κανε να νισει ακμα πιο γελοος, ταν σκυψε και φλησε με τα φλογερ κκκινα χελη της το δεξ του πδι. "Ω Ντντορ! δε ξρεις πσο σε λατρεω!" του ψιθρισε.
     Εκενος αντιστθηκε στον πειρασμ να δσει μια γερ κλοτσι με το φρεσκοπεριποιημνου πεντικιορ πδι του, στα ολοστργγυλα και προκλητικ της πισιν. Συγκρατθηκεν μως, γιατ ακμα και σε κτι ττοιες στιγμς, ταν η ζω με τοτες τις γυνακες ρχιζε να του φανεται εξωπραγματικ, προσπαθοσε να 'ναι σο μποροσε πιο ευγενικς μαζ τους. Ακμα κι ταν η λατρεα κι αγπη τους απειλοσαν να τονε πεθνουν απ βαρεμρα, προσπαθοσε να 'ναι καλς κι ευγενικς. τσι αντ να κλωτσσει τη Σσιλι, προτμησε να χασμουρηθε. Το αποτλεσμα τανε σχεδν το διο. Τα γαλαν μτια της ανοξανε διπλατα απ φβο. Ακμα κι η καστανομλλα σκωσε τα πελρια μτια της απ το σταφλι που κρατοσε και τα χελη της αρχσανε να τρεμουλιζουν.
 -"Δε.. δε σκοπεεις να μας εγκαταλεψεις, ε;" ψλλισε μ' αγωνα η Σσιλι. Ο Ντντορ χασμουρθηκε πλι και της χιδεψε αφηρημνα το κεφλι.
 -"Μνο για λγο, αγαπολα".
 -"Ω Ντντορ!" σκουξεν η καστανομλλα. "Δε μας αγαπς";
 -"Ντντορ μη μας αφνεις, σε παρακαλ", κανε η ξανθι ικετευτικ. "Θα κνομε το παν για να σε κνουμε ευτυχισμνο".
 -"Το ξρω", τη διαβεβαωσε, στκοντας ρθιος και τεντνοντας το κορμ του. "Εστε κι οι δυο πολ γλυκις. Αλλ κατ κποιο τρπο νιθω μσα μου να με τραβ..."
 -"Μενε σε παρακαλ", τονε παρακλεσεν η καστανομλλα, πφτοντας στα πδια του. "Θα κνουμε ν' μορφο πρτι με σαμπνιες. Θα σου προσφρουμε ,τι ποθε η ψυχ σου. Θα πμε να φωνξουμε και τις λλες κοπλες... Θα χορψω για χρη σου..."
 -"Λυπμαι Δφνη", την κοψε, χοντας θυμηθε τελικ τ' νομ της, "αλλ κορτσια, αρχσατε να μου φανεστε εξωπραγματικς κι ταν συμβανει αυτ, εμαι αναγκασμνος να φγω".
 -"Μα..." η Σσιλι κλαιγε τρα με ττοια αναφιλητ που με δυσκολα βγαζε τις λξεις, "ταν μας αφνεις... εναι σχε... σχεδν... σα να ... μας γυρζεις ... το διακπτη". Τα λγια της τονε μελαγχολσανε λιγκι, γιατ απ μιαν ποψη ταν αλθεια. ταν φευγε τανε σχεδν σα να τις σβηνε, γυρζοντας να διακπτη. Αλλ, αλθεια  χι, δε μποροσε να κνει τποτα, γιατ η λξη που νιωθε να τονε τραβ σε κενο τον λλο κσμο ταν ακατανκητη.
     ριξε μια τελευταα ματι στην απστευτη χλιδ του τερστιου παλατιο του, στην ομορφι των γυναικν και στον ζεστ λιο που χυνταν μες απ τα παρθυρα. στερα απ λγο, λ' αυτ εχανε χαθε...
     Το πρτο πργμα που κουσε βγανοντας απ το Ιμτζικον, τανε το ουρλιαχτ του ανμου. Το πρτο πργμα που νιωσε τανε το φοβερ κρο. Το αμσως επμενο που του χτπησε τ' αφτι, ταν η τραχι φων της γυνακας του:
 -"Ωστε δησες επιτλους να 'βγεις απ δατο, αχαρευτε;" του φναξε. "Καιρς τανε, χαραμοφη, μισ μερδα ντρα!" Εχε στ' αλθεια επιστρψει στον Νεστρντ, στη πιο παγωμνη κλαση που ο νθρωπος εχεν αποικσει στο σμπαν. Κατ' επανληψην εχε πρει απφαση να μη ξαναγυρσει ποτ κει. Αλλ ξαναγριζε... πσω στον Νεστρντ και στη γυνακα του, τη Ννα. "Αρκετ καιρν λειψες, ανασθητε!" βρυχθηκε η Ννα. τανε μια πελρια κοκαλιρα, με λιγδιρικα μαλλι που κρμονταν σα μαροι σπγκοι. Το πρσωπ της τανε φαρδ και πλακουτσ, με στεν χελη και στραβ, κιτρινισμνα δντια.
     "Θε μου, εναι κακσχημη", συλλογστηκεν αυτς, κοιτζοντς τη. Δπλα της η Σσιλι κι οι λλες, τανε Θες.
 -"Και καλ κανες που γρισες, γιατ οι παγλυκοι χουν αρχσει να ξεθαρρεουνε και χρειαζμαστε παγωμνη τρφη για τη φωτι και..."
     Ο Ντντορ στεκταν ασλευτος εκε, ακογοντας το ατλειωτο κατεβατ απ τις αγγαρεες που του 'χεν ετοιμσει η γυνακα του. "Μα" αναρωτθηκε απ μσα του, "γιατ δε φναζε κποιον απ τους αγαπητικος της, απ τα ορυχεα να τις κνουνε;" ξερε δχως να χρειζεται να του το πονε, πως οι εραστς της μπαινοβγανανε συνχεια εκε, ταν εκενος απουσαζε. Η Ννα τανε τσον πιστη σο κι ασκημομορα. Κι εφσον αναλογοσαν εκοσι ντρες για κθε γυνακα σε τοτο τον πλαντη, της δνονταν φθονες ευκαιρες να τονε κερατνει.
 -"...κι ο στβλος χρειζεται να στγη", τελεωσεν η γυνακα του. Μη παρνοντας μεση απντηση, κλλησεν απειλητικ το πρσωπ της στο δικ του. "Μ' κουσες τι σου επα; Αυτς οι δουλεις πρπει να γνουνε!"
 -"Σ' κουσα", αναστναξε καρτερικ ο Ντντορ.
 -"Ττε τι στκεσαι σα κπανος; Κτσε να περιδρομισεις το πρωιν σου και μετ τρβα ξω να δουλψεις".
     Το πρωιν ταν να χοντρ, σιτεμνο κομμτι χοιριν, λο ξγκι κι να πιτο χλιαρς χυλς. Του κθισε στο λαιμ, αλλ τελικ κατφερε να το πει κτω. στερα φρεσε τη θερμοφρμα και τις γονες του και κνησε για τη πρτα.
 -"Ξχασες ζωντβολο!" του φναξεν η γυνακα του, παρνοντας μια προστατευτικ μσκα προσπου απ τα συμπργκαλα που γεμζανε το τραπζι και πετντας τη προς το μρος του: "Θες να ξυλισει η μτη σου και να σου πσει";
     Ο Ντντορ φρεσε τη μσκα του γοργ για να κρψει την οργ απ το πρσωπ του. στερα νοιξε τη πρτα και βγκεν ξω. Ο νεμος τονε χαστοκισε στο πρσωπο, στλνοντας χαλζι απ παγοκρσταλλα στη μσκα του. Ο Νεστρντ! Θε μου, γιατ στον Νεστρντ; Ατενζοντας το παγερ τοπο, αναλογστηκε με λαχτρα τη σχετικ ζεστασι της καλβας του. Η σκψη του πταξε στον μαρο θαλαμσκο του Ιμτζικον. Στεκτανε στη μνη λετερη γωνι της καλβας κι ταν ο μοναδικς δρμος διαφυγς πσω προς...
     Αλλ χι, δε μποροσε να γυρσει τσο σντομα. Τονε περιμνανε τσες και τσες δουλεις εδ. τσι με το τσεκορι στον μο, ρχισε να βαδζει στη παγωμνη ερημι του αρχαου βλτου απ' που προμηθευντανε τη παγωμνη τρφη που χρησιμοποιοσανε για κασιμο. λο το πρω, με τον νεμο να λυσσομαν γρω του και το φοβερ κρο να κνει μαρτριο τη κθε του ανσα, κοβε και στοβαζε κομμτια παγωμνης τρφης. Κποια στιγμ, ο ξεπλυμνος κτρινος λιος σκασε μτη φευγαλα πσω απ τα σννεφα των παγοκρυστλλων. Ο Ντντορ κοταξε κι εδε πως τανε σχεδν πνω απ το κεφλι του. Καιρς να γυρσει. δεσε μια μεγλη στοβα απ τις πλκες της τρφης, τις ζαλθηκε στον μο και πρε το δρμο της επιστροφς, προς τις ελεεινς καλβες του οικισμο του Νεστρντ.
     Η Ννα του πταξε μπροστ να μπολ με νερουλ σοπα κι να κομμτι μπαγιτικο ψωμ, αποκαλντας το γεμα. Ο Ντντορ το 'φαγεν αμλητος και μετ τρβηξε για το πσω μρος της καλβας για να περσει το απγευμα σκβοντας τον νο βθρο. Το σκψιμο κανε τη πρωιν δουλει να μοιζει με κορα ανπαυσης. Το χμα τανε παγωμνο σα πτρα απ τη μρα που ο Νεστρντ πρωτρχισε να περιστρφεται γρω απ τον αδναμον λιο του. σπου να σουρουπσει, η ρχη, η μση και τα πδια του πονοσαν αβσταχτα. Αν και δεν εχε προχωρσει οτε μισ μτρο, ο ερχομς της νχτας τον υποχρωσε να σταματσει τη δουλει. Επστρεψε ξεθεωμνος στη καλβα με μια μονχα σκψη στο μυαλ του: να κοιμηθε.
     Το ουρλιαχτ που τον κανε να τιναχτε απ τον πρτο ανσυχον πνο, του φαινταν να 'ρχεται απ τα βθη της διας της κλασης.
 -"Τι... τι ταν αυτ;" μουρμορισε νυσταγμνα.
 -"Οι παγλυκοι, ηλθιε! Τι λλο;" γρλισε η Ννα απ δπλα του. "Λιμπζονται τα ζωνταν μας και προσπαθον να μπονε στο στβλο! 'Αντε ξω να τους σταματσεις!"
     Ο Ντντορ σηκθηκε μουδιασμνος κι ρχισε να ντνεται, εν κι λλο να δαιμονικν ουρλιαχτ ξσκισε τη νχτα απ' ξω. 'Απλωσε το χρι για το ντουφκι λιζερ, ταν η Ννα γκρισε πλι:
 -"'Αντε, παρ' τα πδια σου! Αυτ τα θηρα μπορον να κομματισουνε τους κορμος στο τοχο του στβλου σα να 'τανε σπιρτξυλα".
     Στθηκεν ξω απ τη πρτα με το φακ στο 'να χρι και το τουφκι στ' λλο. Εδε τους παγλυκους σχεδν αμσως. τανε δυο φοβερ εξποδα τρατα. Το να τους στεκτανε στα τσσερα πσω πδια του και με τα πελρια σαγνια του κοβε κομμτια ολκερα απ τον τοχο του στβλου. Μποροσε ν' ακοσει τα τρομαγμνα μουγκανητ των αγελδων απ μσα. 'Αρχισε να βαδζει με δυσκολα στο χινι προς το θηρο. Εκενο τον κουσε και γρισε τα φλογερ κκκινα μτια του, προς το μρος του. Για μια στιγμ συνχισε να κομματιζει τα ξλα του τοχου, αλλ μετ γρισε κι ρμησε με μεγλα σλτα καταπνω του. Αιφνιδιασμνος ο Ντντορ σε πρλαβε να πετξει το φακ και να σηκσει τ' πλο σε θση βολς. τσι αναγκστηκε να ρξει απ το ψος της μσης κι η ακτνα πτυχε το τρας στον μο. Δεν φτανε τοτο για να το σταματσει. Ο Ντντορ παραμρισε σβλτα καθς το πελριο πλσμα περνοσε απ δπλα του και μετ του διλυσε το κεφλι. Το ακφαλο κουφρι γλστρησε τσουλιστ στο χινι σκορπζοντας αμα παντο και ττε λγο λειψε να χσει κι ο διος τη ζω του. Αυτ γιατ για κλσματα δευτερολπτου, εχε ξεχσει πως το πλσμα εχε και σντροφο.
     Το θυμθηκε μονχα ταν το θηρο τονε χτπησε απ πσω και τον στειλε να σωριαστε φαρδς-πλατς στο παγωμνο δαφος. Την λλη στιγμ το τερατδες πλσμα βρισκταν απ πνω του. Ο Ντντορ ορλιαξε νιθοντας να νχι ν' αποσπ κομμτια απ τη σρκα του μηρο του, εν τα πελρια σαγνια ζυγνανε προς τον λαιμ του. Ο φακς εχε γλιστρσει απ το χρι του, αλλ το τουφκι εξακολουθοσε να κρμεται με το λουρ απ τον μο του. Το δχτυλ του βρκε τη σκανδλη και τη τρβηξε με την ισχ του στο φολ. Η ακτνα λιζερ διλυσε το να πδι του παγλυκου απ το γλουτ και κτω και το πλσμα πεσε πρα νεκρ καθς το 'βρισκε και μια δετερη. στερα ο Ντντορ νιωσε το σκοτδι να τονε τυλγει.
     ταν νοιξε πλι τα μτια του, εδε πως τανε ξαπλωμνος στο τραπζι της καλβας. Η Ννα κι νας γνωστος σκβαν απ πνω του.
 -"Ωραα τα κατφερες και πετσοκφτηκες τοτη τη φορ!" γρλισεν η Ννα μλις εδε ν' ανογει τα μτια.
 -"Το πδι χρειζεται ακρωτηριασμ", επε ο ξνος.
 -"Εσαι γιατρς;" ρτησε ο Ντντορ με βραχν ψθυρο.
 -"Ο μοναδικς που θα βρεις απ δω ως τον 'Αλφα Του Κενταρου" αποκρθηκεν ο λλος.
 -"Ο πνος εν' αβσταχτος... δε μπορες να μου δσεις τποτα για τον πνο";
 -"Σου 'δωσα δη τη τελευταα μου μορφνη. Πσω στη Γη μπορε να σζαμε το πδι σου, αλλ εδ..." κανε μιαν αριστη κνηση ανημπορις.
     Ο Ντντορ νιωθε το σκισμνο πδι του σα να 'τανε βουτηγμνο σε λιωμνο σδερο. κανε μορφασμ πνου και μετ εδε το αχν χαιρκακο χαμγελο στα χελη της Ννα, καθς λεγε:
 -"Δχως μορφνη λλο παυσπονο, το κψιμο του ποδιο μου θα πον σα μαρτριο της κλασης, ε γιατρ";
 -"χω φρει ουσκι στο αμξι μου", αποκρθηκεν ο γιατρς. "Θα πω να το φρω". ταν απομακρνθηκεν ο γιατρς, η Ννα σκυψε πνω του και τονε κοταξε στα μτια:
 -"Θα βλαστημσεις την ρα που γεννθηκες, κοκλε μου. Θα σε πονσει σο με πονοσες κι εσ κθε φορ που 'φευγες και με παρταγες τσι. Κθε φορ που χωνσουνα σε κενο το μαρο σου κουτ".
 -"χι, Ννα, χι! Δε πονοσες! Εσ δεν..." σκπευε να πει πως αυτ δεν εχε καν την ικαντητα να πον, αλλα συγκρατθηκε, γιατ δεν τανε σγουρος αν αυτ ταν αλθεια.
 -"Μ' να πδι μονχα δε θα μπορες να φτσεις απ μνος σου σε κενο το καταραμνο το μηχνημα", του επε μοχθηρ. "τσι θα μνεις πντοτε δω και θα 'σαι καλς μαζ μου".
 -"Ννα! χι! Δε καταλαβανεις!" ο Ντντορ ρχισε να την ικετεει, αλλ κενη την ρα ξαναγρισε ο γιατρς μ' να μπουκλι ουσκι στη μαρη τσντα του.
 -"λα, ροφα το γργορα", επε, δνοντς του το μπουκλι. Το 'πιε σχεδν μονοροφι. Αλλ το ουσκι δε τονε βοθησε και πολ. Ο γιατρς κοβε και πρινιζε. Ο Ντντορ τανε σγουρος πως το κρανο του θ' νοιγε στα δυο απ τα ουρλιαχτ του και μνο. τανε στιγμς που αναρωτιτανε γιατ οι κατρες του δεν σπζανε τα λουρι που τονε κρατοσαν ακνητο δε κναν επιτπου στχτη και τους δυο βασανιστς του.
 -"Νομζω τελεισαμε" επε κποια στιγμ ο γιατρς, καθς ο αβσταχτος πνος συρε πλι ανελητα τον Ντντορ απ τα βθη της λιποθυμας. "Μνει μοναχ να καυτηρισουμε τη πληγ, αλλις θα πεθνει απ αιμορραγα. Βλπεις δεν χω και τποτα καλτερο απ τη φωτι για δατο. λα να με βοηθσεις να πυρσω τοτη τη μασι, γυνακα". Ο Ντντορ συνλθεν εντελς προλαβανοντας τη ματι που του 'ριξεν η Ννα πνω απ τον μο της, πριν κοιτξει με μσος προς το Ιμτζικον. τανε σα να το 'λεγε καθαρ: "Ανκεις σε μνα τρα... σε μνα και μνο. Τρμα τα ξεπορτσματα σου με δατο".
     Δε μπορε να του το 'κανε τοτο! ταν αδνατο! Γιατ του συμπεριφερταν τσι; αναρωτθηκεν ο Ντντορ μσα στη θολορα της μορφνης, του αλκολ και του πνου. Αλλ δε μποροσε να βρει καμιαν απντηση. Εν η γυνακα του κι ο γιατρς απομακρνονταν για να ετοιμσουνε το σδερο που θα καυτηριζανε τ' απομεινρι του ποδιο του, το μαρο, στενμακρο σα φρετρο, κουτ του Ιμτζικον γμισε τα μτια και το μυαλ του. Αν ο πνος δεν τανε τσον αβσταχτος και πρα απ κθε λογικ, σως να μην βρισκε το κουργιο να κυλσει απ το τραπζι στο πτωμα και ν' αρχσει να σρνεται προς τον μαρο θαλαμσκο, αφνοντας πσω του μια γραμμν αματος. Ο μαρος θαλαμσκος... Κατ κποιο τρπο το 'ξερε πως αντιπροσπευε την ανακοφιση απ τον πνο, μια υπσχεση ενς σχατου καταφυγου.
     Κατφερε να τονε φτσει χωρς να τονε προυν εδηση και με μιαν υπρτατη προσπθεια, μπρεσε ν' ανασηκωθε αρκετ για να πισει τη παλμη του στο κατλληλο σημεο. Ο αισθητρας της συσκευς που τανε το μοναδικ εμπδιο ανμεσα σε τοτο και σε κενο το λλο σμπαν, αναγνρισεν αμσως τη ταυττητ του και του νοιξε. Περισστερο νεκρς παρ ζωντανς, ο Ντντορ σωριστηκε μσα στο Ιμτζικον κι η πρτα κλεισεν αθρυβα πσω του.
 -"Ω, Ντντορ! Ντντορ καλ μου!" φναξε χαρομενα η Σσιλι μλις τον εδε, αγκαλιζοντς τον με τα βελοδινα, ζεστ χρια της.
 -"Αγαπολη, ξαναγρισες!" του ψιθρισε χαδιρικα η Δφνη.
 -"Εμαστε τσον ευτυχισμνες που σε ξαναβλπουμε!" γουργορισε σιγαν κι η κοκκινομλλα Τρι.
 -"Εμαστε τσον ευτυχισμνες που σε ξαναβλπουμε!" επανλαβε κι η δδυμη αδερφ της, η Τζρι.
 -"Κι εγ εμαι ο ευτυχστερος απ' λους!" τις διαβεβαωσεν ο Ντντορ κοιτζοντας κτω στο πδι του... στο εντελς ανπαφο και γερ πδι του. Δεν νιωθε τον παραμικρ πνο τρα. "Δξα τω Θε!" μουρμορισε "Ξαναγρισα!"
     Το Ιμτζικον εχε κνει τη δουλει του καλ! Την εχε κνει τλεια, για μιαν ακμη φορ! Τον εχε μεταφρει πρα σ' να κσμο φαντασας και μετ τον εχε φρει πλι πσω, στη πραγματικτητα... στην υπροχη, τη θεσπσια πραγματικτητα! Ο Ντντορ ανακθισε και κοταξεν ολγυρα στο ζεστ, θαυμσιο κσμο του. ταν ο κσμος της Γης του 22300 μ.Χ., ο κσμος εκατ χρνια μετ τον Λοιμ. Η επιδημα του εχε χτυπσει εκλεκτικ στα σερνικ γονδια, μεινωντας τον αντρικ πληθυσμ σε λγες χιλδες τομα, κνοντας τσι τον κθε ντρα, επκεντρο λατρεας και πθους, ενς χαρεμιο, ενς μαινμενου πλθους γυναικν. Πολλο απο τους επιζσαντες ντρες δεν εχανε καταφερει ν' αντξουνε το στρες, Μια ζω που 'ταν αντικεμενα λατρεας ενς πλθους γυναικν, μια ζω που τα πντα τανε δικ τους, εχεν αποδειχτε αφρητη γι' αυτος.
     Μετ εχεν ρθει το Ιμτζικον, μια εφερεση που 'φτιαχνε ποιο κσμο επιθυμοσε ο καθνας. Μερικο ντρες εχανε χρησιμοποισει το Ιμτζικον για να πλσουν ακμα πιο εξωτικος και θαυμαστος κσμους απ κενο που θα ζοσαν, αλλ' αυτ ταν απλς μια πιο χορταστικ μερδα απ το διο φαγητ. Το αποτλεσμα τανε να νιθουνε πιο ανικανοποητοι απ ποτ. Εχε φερθε πολ φρνιμα. Με το δικ του Ιμτζικον εχε δημιουργσει να κσμο... να κσμο παγωνις και τρμου που λγεται Νεστρντ. Ο Ντντορ εχε συνειδητοποισει μια μεγλη αλθεια.
     Τ αξζει ο ουρανς δχως κτι να τονε συγκρνεις; Χωρς μια γεση Κλασης απ καιρ σε καιρ, πως θα μποροσε κανες να εκτιμσει τον Παρδεισο;
_________________________________________________________________

Smith Henry George
"In The Imagicon" (1966)
Μετφραση: Γιργος Μπαλνος

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers