Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Κοραής Αδαμάντιος: Ο Ιδρυτής Της Ελληνικής Γλώσσας

                      Βιογραφικό

     Ο Αδαμάντιος Κοραής ήταν έλληνας φιλόλογος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού διαφωτισμού και μνημονεύεται κυρίως για τις γλωσσικές του απόψεις και την υποστήριξη της καθαρεύουσας.
 
    Καταγόταν από εμπορική οικογένεια, στην οποία όμως υπήρχε παράδοση ενασχόλησης με τα γράμματα. Γόνος εύπορης αστικής οικογένειας, γεννήθηκε στις 27 Απρίλη 1748 στη Σμύρνη. Ο πατέρας του Ιωάννης Κοραής, γιος του ιατροφιλοσόφου Αντωνίου Κοραή από τη Χίο, διέμενε στη Σμύρνη κι ασχολούνταν με το εμπόριο. Παράλληλα, δραστηριοποιήθηκε στα πολιτικά και κοινωνικά δρώμενα της πόλης λαμβάνοντας το αξίωμα του δημογέροντα καθώς και τη θέση του επιτρόπου τοπικής εκκλησίας και του νοσοκομείου.
     Η μητέρα του λεγόταν Θωμαΐδα Ρυσίου κι ήταν μία από τις 4 κόρες του λόγιου Αδαμαντίου Πετιρντόγλου ή Ρυσίου. Ο τελευταίος -εκτός από τις εμπορικές του δραστηριότητες- είχε διατελέσει δάσκαλος της ελληνικής φιλολογίας στη Χίο κι αργότερα πρόκριτος στη Σμύρνη. Ο Α. Κοραής είχε ένα κατά 3 χρόνια μικρότερο αδελφό, τον Ανδρέα, ενώ τα υπόλοιπα 6 παιδιά που απέκτησαν οι γονείς του πέθαναν σε μικρή ηλικία. Αναφέρεται, επίσης, η συγγένειά του με τον λόγιο Ιγνάτιο Περτιτζή και τον ιερομόναχο Κύριλλο, διδάσκαλο της ελληνικής φιλολογίας.
     Τα δύο αδέλφια διδάχθηκαν τα πρώτα γράμματα κοντά στη μητέρα τους και στη συνέχεια φοίτησαν στην Ευαγγελική Σχολή, που διεύθυνε τότε ο μοναχός Ιερόθεος Δενδρινός. Η αυστηρότητα των εκπαιδευτικών μεθόδων του σχολείου, που ανάγκασαν τον Ανδρέα να εγκαταλείψει τα μαθήματα, από κοινού με τη χαμηλού επιπέδου μόρφωση που παρείχε, θα προκαλέσουν τα επικριτικά σχόλια του Κοραή σε μεταγενέστερα κείμενά του.
    
Από νεαρή ηλικία έδειξεν ενδιαφέρον για τη παιδεία κι η πρώτη του επαφή με τις ξένες γλώσσες έγινε στη Σμύρνη, χάρη στη διδασκαλία του Bernhard Keun, Ολλανδού ιερέα που ζούσε κει, στον οποίον ο Κοραής δίδασκε ελληνικά ως αντάλλαγμα για την εκμάθηση ξένων γλωσσών, ενώ στα 1764 φέρεται να παρακολουθεί και μαθήματα εβραϊκών. Επιθυμία της οικογένειάς του όμως ήταν ν' ασχοληθεί με το εμπόριο, γι' αυτό, ο πατέρας του, ο οποίος εμπορευόταν μεταξωτά στο Βεζεστένιο της Σμύρνης, αποφάσισε να επεκτείνει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Ολλανδία και το 1771 τον έστειλε αντιπρόσωπο στο 'Αμστερνταμ με τη συμβιβαστική λύση, παράλληλα με τις οικογενειακές επιχειρήσεις, να μπορούσε να διευρύνει τους ορίζοντές του και ν' αποκτήσει την καλλιέργεια που επιθυμούσε.
     Έτσι, διαμέσου Λιβόρνο θα κατευθυνθεί προς την ολλανδική πρωτεύουσα εφοδιασμένος με συστατικές επιστολές του δασκάλου του Κέυν προς τον Andrien Buurt. Κοντά στον τελευταίο πρόκειται να διδαχθεί τα "Στοιχεία" του Ευκλείδη καθώς και λογική από το βιβλίο της συζύγου του Carolina van Lynden. Η συναναστροφή του με το ζεύγος Buurt τον βοηθά να ενταχθεί στην πνευματική ζωή του τόπου. Ασχολείται με τη μουσική, το θέατρο, τις ξένες γλώσσες, ενώ παράλληλα φοιτεί στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Αθήναιον. Στις μελέτες αυτής της περιόδου χρήσιμο βοήθημα στάθηκε η βιβλιοθήκη που είχε κληρονομήσει από τον παππού του Α. Ρύσιο και στην οποία κατάφευγε συχνά.
     Η απόπειρά του ν' ασχοληθεί με το εμπόριο απέτυχε. Τα ενδιαφέροντά του αυτά φαίνεται να τον αποσπούν από την κύρια εμπορική του απασχόληση. Έπειτα από 6 χρόνια διαμονής στο 'Αμστερνταμ θα επιστρέψει στη γενέτειρά του, πιθανότατα εξαιτίας οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η επιχείρησή του κι έτσι το 1777 εγκατέλειψε το 'Αμστερνταμ. Στο ταξίδι του προς τη Σμύρνη θα βρεθεί προς τα τέλη του 1777 στη Λειψία, όπου συναντάται με τον Θωμά Μανδακάση. Θα μεταβεί κατόπιν στη Βιέννη προκειμένου να επισκεφθεί το θείο του Σωφρόνιο, Αρχιεπίσκοπο Βελιγραδίου. Παραμένει στην αυστριακή πρωτεύουσα για 2 περίπου μήνες κι εν συνεχεία κατευθύνεται μέσω Τεργέστης στη Βενετία, πόλη στην οποία θα περάσει ολόκληρο σχεδόν το χειμώνα του 1778. Ο ίδιος προσπαθεί να παρατείνει το ταξίδι της επιστροφής σε μια προσπάθεια να πείσει τους γονείς του να του επιτρέψουν να σπουδάσει ιατρική στη Γαλλία. Οι προσδοκίες του όμως, πρόκειται να διαψευστούν κι έτσι θα γυρίσει στη γενέτειρά του, προς τα τέλη Ιουνίου 1778. Κατά τη 4ετή παραμονή του εκεί, η υγεία του επιδεινώνεται, ενώ παρουσιάζει και συμπτώματα μελαγχολίας με αποτέλεσμα οι γονείς του να εγκρίνουν τελικά την επιθυμία του να μεταβεί στο εξωτερικό για σπουδές. Οπότε έφυγε ξανά το 1782, για ιατρικές σπουδές στο Μονπελιέ στη Γαλλία.
     Έτσι, στις 9 Οκτώβρη 1782 θα φτάσει στο Montpellier -μ' ενδιάμεσους σταθμούς το Λιβόρνο και τη Μασσαλία- για να εγγραφεί στην ιατρική σχολή του τοπικού πανεπιστημίου. Σ' αυτό δίδασκαν τότε οι Broussonet, Grimaud, και Chaptal. Κατά το διάστημα της εκεί φοίτησής του θ' ασχοληθεί με τη μελέτη αρχαίων ελλήνων και λατίνων συγγραφέων, καθώς και νεότερων δυτικών φιλοσόφων. 
     Τον Ιούλιο του 1783 πληροφορείται το θάνατο του πατέρα του, ενώ τον επόμενο χρόνο πρόκειται να χάσει και τη μητέρα του. Είναι η περίοδος που θα αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα παρά τη χρηματική ενίσχυση που δεχόταν από το δάσκαλό του Keun και άλλους στενούς του φίλους. Για βιοποριστικούς λόγους έκανε μεταφράσεις στα γαλλικά από γερμανικά κι αγγλικά βιβλία, όπως η "Κατήχησις" του Ρώσου Μητροπολίτη Πλάτωνος κι η "Κλινική Ιατρική" του Γερμανού ιατροφιλοσόφου Selle, καθώς κι άλλα κείμενα ιατρικού περιεχομένου. Το 1786 κυκλοφορεί την πτυχιακή του εργασία με τίτλο "Πυρετολογίας Σύνοψις", όπου μελετά το εν λόγω φαινόμενο στα πλαίσια μιας ιπποκρατικής προσέγγισης. Από τις 11 Ιουλίου του ίδιου χρόνου και για τους επόμενους 4 μήνες αναλαμβάνει και διδακτικά καθήκοντα στο πανεπιστήμιο του Montpellier παραδίδοντας το ειδικό μάθημα "Περί Καρδιάς, Αρτηριών & Φλεβών". Το 1787 ολοκληρώνει τη διδακτορική του διατριβή "Ένας Ιπποκρατικός Γιατρός", στην οποία γίνεται αναφορά στις ηθικές δεσμεύσεις που συνεπάγεται ο πρώτος ιπποκρατικός αφορισμός.
     Το 1788, έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι με σκοπό ν' ασχοληθεί αποκλειστικά με τα γράμματα και την εθνική αφύπνιση. Μετά το τέλος των σπουδών του, σκόπευε να εξασκήσει το επάγγελμα του γιατρού στα Επτάνησα. Πριν την επιστροφή του, όμως, στον ελλαδικό χώρο θα επισκεφθεί το Παρίσι, όπου πρόκειται τελικά να εγκατασταθεί μόνιμα. Φθάνει στη γαλλική πρωτεύουσα στις 24 Μάη 1788 εφοδιασμένος με συστατικές επιστολές καθηγητών του. Ενώ δέχτηκε τη γαλλική υπηκοότητα, η συνείδησή του παρέμεινε καθαρά ελληνική. Εκεί συνέχισε να κάνει μεταφράσεις ιατρικών κυρίως βιβλίων στα γαλλικά και ταυτόχρονα άρχισε να συγγράφει κείμενα σχετικά με τη κατάσταση του ελληνισμού. Το 1795 κυκλοφορεί την "Εισαγωγή Στη Μελέτη Της Ιατρικής" του Selle, με δικό του πρόλογο και τον επόμενο χρόνο το "Ιατρικές Παρατηρήσεις" του ίδιου συγγραφέα από κοινού με το "Ιατρικόν Συνέκδημον". Στα 1796 επίσης, θα δημοσιεύσει στο γαλλικό περιοδικό Magazin Encyclopèdique μια φιλολογική μελέτη σχετικά με ένα χωρίο του ρήτορα Δεινάρχου. Θ' ακολουθήσει στα 1798 η "Ιστορία Tης Iατρικής & Xειρουργικής" του άγγλου W. Black, που συνοδευόταν από πρωτότυπες παρατηρήσεις του κι αποσπάσματα αρχαίων ελληνικών ιατρικών έργων κατ' αντιπαράθεση με το κείμενο.
     Όντας εγκατεστημένος στη Γαλλία, υπήρξε μάρτυς των γεγονότων του 1789 και της ακόλουθης πολιτικής αλλαγής. Μες σ' αυτό το κλίμα κι έχοντας ενστερνιστεί τις ιδέες του Διαφωτισμού  θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στη προσπάθεια των Ελλήνων για Ανεξαρτησία. Ενδεικτική αυτής του της πρόθεσης είναι η δημοσίευση στα 1798 της "Αδελφικής Διδασκαλίας". Πρόκειται για κείμενο που έγραψε -με αφορμή το θάνατο του Ρήγα- ως απάντηση στο ανώνυμο φυλλάδιο "Πατρική Διδασκαλία"
, το οποίο -αποδίδεται στον Αθανάσιο Πάριο, που κρυμμένος πίσω από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων 'Ανθιμο, καλεί τους Έλληνες να μείνουν υπόδουλοι στους Τούρκους και να μην επιθυμούν την ελευθερία τους-, αντιδρούσε απέναντι στον Διαφωτισμό, τη πνευματική πρόοδο κι υποστήριζε την Οθωμανική κυριαρχία.
     Η πεποίθηση του για την ανάγκη απελευθέρωσης από τη τουρκική ηγεμονία θα τον οδηγήσει τα επόμενα χρόνια σ' ευρεία εκδοτική δραστηριότητα έργων αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Η κίνηση αυτή βασίστηκε στη σκέψη πως η πνευματική πρόοδος των συμπατριωτών του αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη πολιτική τους ανεξαρτησία. Θα εκδόσει, λοιπόν, το 1799 -με δαπάνες του Θωμά Σπανιωλάκη- στα γαλλικά κι ελληνικά τους "Χαρακτήρες" του Θεοφράστου, που αφιερώνει στους ελεύθερους Έλληνες του Ιονίου. 
     Επηρεασμένος από τις φιλελεύθερες ιδέες του Διαφωτισμού, μαχόταν με τα γραπτά του υπέρ της πνευματικής αναγέννησης της Ελλάδας. Κύριο μέλημά του ήταν η πνευματική ανάπτυξη του Γένους, που θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Στην ανανέωση της παιδείας προσπάθησε να συμβάλει και σε πρακτικό επίπεδο, με τις φιλολογικές εκδόσεις αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στην σειρά "Ελληνική Βιβλιοθήκη", αλλά και θεωρητικά, κυρίως στα προλεγόμενα που προέτασσε στις εκδόσεις, τους "Αυτοσχέδιους Στοχασμούς Περί Της Ελληνικής Παιδείας & Γλώσσης".
     Το 1800 εκδίδει το ποίημα "'Ασμα Πολεμιστήριον" και την επόμενη χρονιά το "Σάλπισμα Πολεμιστήριον", με το ψευδώνυμο Ατρόμητος Μαραθώνιος. Μ' αυτά προσπάθησε να τονώσει τις ελπίδες των Ελλήνων για την απελευθέρωση και να ενισχύσει την αγωνιστική διάθεση, σε μια περίοδο που η εκστρατεία του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο δημιουργούσε προσδοκίες για ενδεχόμενη βοήθεια των Γάλλων προς τους Έλληνες. Αποτέλεσμα αυτών των προσδοκιών ήταν και το κείμενό του "Υπόμνημα Περί Της Παρούσης Καταστάσεως Της Ελλάδος" το οποίο εξέφραζε τις ανησυχίες του για τη πολιτική κατάσταση της πατρίδας. Αντίστοιχου περιεχομένου φυλλάδιο είναι και το "Τι Πρέπει Να Κάμωσιν Οι Γραικοί Κατά Τας Παρούσας Περιστάσεις" (1805) με προτροπές και παραινέσεις προς τους ομογενείς..
     Το 1800 επίσης, τύπωσε το "Περί Ανέμων, Υδάτων & Τόπων" του Ιπποκράτη, εμπλουτισμένο με δικές του σημειώσεις, (έκδοση που βραβεύτηκε το 1810 από το Γαλλικό Ινστιτούτο, επιτρέποντάς του να προβεί με τα χρήματα που κέρδισε σ' επανέκδοσή του το 1816). Παράλληλα θα ασχοληθεί με την απόδοση στα ελληνικά του "Περί Αμαρτημάτων & Ποινών" του Ιταλού Beccarie. Το κείμενο θα κυκλοφορήσει το 1802 για να επανεκδοθεί πληρέστερο 20 περίπου χρόνια μετά, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί από τους μελλοντικούς Έλληνες δικαστές. Το 1802 επίσης θα προβεί στη διόρθωση του μυθιστορήματος "Τα Κατά Δάφνιν & Χλόην" του Λόγγου. Το 1804 κυκλοφορεί
τα "Αιθιοπικά" του Ηλιοδώρου, με προτροπή και δαπάνη του φίλου του Αλέξανδρου Βασιλείου, που η εισαγωγή του είναι η πρώτη ελληνική πραγματεία για το λογοτεχνικό είδος του μυθιστορήματος. Το 1805, έχοντας εξασφαλίσει τη χορηγία των αδελφών Ζωσιμά θα δώσει στην εκδοτική του δραστηριότητα πιο συστηματική μορφή. Με τον τίτλο "Ελληνική Βιβλιοθήκη" θα κυκλοφορήσει στο διάστημα που ακολουθεί έως και το 1827 μια πολύτομη συλλογή αρχαίων κειμένων, που συνοδεύει με δικούς του προλόγους, με την χορηγία των αδερφών Ζωσιμά. Εκεί εξέδωσε, μεταξύ άλλων, τους "Βίους Παραλλήλους" του Πλουτάρχου, "Λόγους" του Ισοκράτη, τις 4 πρώτες ραψωδίες της Ιλιάδας, Γαληνό, Στράβωνα, Μάρκο Αυρήλιο, τα "Πολιτικά" και τα "Ηθικά Νικομάχεια" του Αριστοτέλη, τα "Απομνημονεύματα" του Ξενοφώντα, όλα με δικούς του προλόγους. Πρόκειται για τους λεγόμενους "Αυτοσχέδιους Στοχασμούς" ή "Προλεγόμενα", όπου εκθέτει τις απόψεις του για την ελληνική παιδεία και γλώσσα. Εκεί θα υποστηρίξει μεταξύ άλλων την ανάγκη για μετακένωση των ευρωπαϊκών ιδεών στα ελληνόφωνα σχολεία, από κοινού με τη χρήση μιας λόγιας δημοτικής γλώσσας για τη διευκόλυνση της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η απήχηση των θέσεών του αυτών θα προκαλέσει αργότερα -με πρωτοβουλία των συμπατριωτών του- την έκδοση σε χωριστό τόμο όλων των προλόγων του. 
     Τα παραπάνω έργα του συνέβαλαν ώστε να γίνει γνωστός στον κύκλο των ελλήνων και ξένων λογίων. Μεταξύ των προσωπικοτήτων με τις οποίες συνδέθηκε ήταν οι γάλλοι φιλόλογοι Κλαβιέ, Σαρτόν ντε λα Ροσσέτ, και ο ντ' Ανς ντε Βιλλουασόν, ενώ υπήρξε και μέλος -από κοινού με Γάλλους ιδεολόγους- της Societé des Observateurs de l' Homme. Την ίδια περίοδο -και με σύσταση του καθηγητή του Chaptal- θ' αναλάβει να μεταφράσει τη "Γεωγραφία" του Στράβωνα μαζί με τον La Porte-du Theil και τον γεωγράφο Gossellin. Γι' αυτή του τη προσπάθεια θα λάβει ισόβια σύνταξη 2000 φράγκων από το Γαλλικό Ινστιτούτο.
     Την έκδοση του πρώτου τόμου της "Ελληνικής Βιβλιοθήκης", θ' ακολουθήσει 2 χρόνια μετά ένα 2τομο έργο που περιλάμβανε "Λόγους & Επιστολές" του Ισοκράτη. Στο διάστημα από το 1809 έως και το 1814 θα κυκλοφορήσει σε 6 τόμους το "Βίοι Παράλληλοι" του Πλουτάρχου. Το 1809 θα εκδώσει, τα "Στρατηγήματα" του Πολυαίνου κι αμέσως μετά το "Μύθων Αισωπείων Συναγωγή" (1810). Τα δύο τελευταία αποτελούν "Πάρεργα" της "Ελληνικής Βιβλιοθήκης". Με δαπάνη ομογενών από τη Χίο κυκλοφορεί το 1814 το "Ξενοκράτους & Γαληνού: Περί Της Από Την Ενύδρων Τροφής". Εν συνεχεία, θα προβεί στην έκδοση των λατίνων συγγραφέων Στράβωνα και Μάρκου Αυρήλιου. Το έργο του πρώτου τυπώνεται σε 4 τόμους κατά το διάστημα 1815-19 και το αντίστοιχο του δεύτερου το 1816. Από το 1811 έως το 1820 έχει εκδώσει, επίσης, τις 4 πρώτες ραψωδίες της Ιλιάδας. Στα 1820 επίσης, θα κυκλοφορήσει ανώνυμα και τη δική του μετάφραση του θεολογικού έργου "Συμβουλή" τριών επισκόπων σχετικά με τις παρατυπίες του ορθόδοξου και καθολικού κλήρου.
    
Τη περίοδο αυτή θα πρωτοστατήσει στην κοινή προσπάθεια των λογίων για την ενίσχυση της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στα ελληνόφωνα σχολεία. Προμηθεύει με σύγχρονα εγχειρίδια καθώς και όργανα πειραματικής φυσικής και χημείας, πολλές σχολές, ενώ προτείνει και καθηγητές (μεταξύ αυτών οι Ν. Βάμβας, Κ. Κούμας, Θ. Καΐρης) για διάφορες διδασκαλικές θέσεις. Παράλληλα, ενθαρρύνει μορφωμένους ομογενείς του να προβούν σε μεταφράσεις κειμένων της δυτικής διανόησης και φροντίζει για την αποστολή υποτρόφων στην Ευρώπη. Ακόμη, ζητά με επιστολές του την οικονομική συνδρομή πλουσίων ελλήνων εμπόρων για την υλοποίηση στόχων παιδευτικού χαρακτήρα, όπως η ίδρυση βιβλιοθηκών και σχολείων, καθώς κι η έκδοση διδακτικών βιβλίων. Η πολύπλευρη δράση του αυτό το διάστημα θα τον αποτρέψει από το να αναλάβει διδασκαλικά καθήκοντα παρά τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε κατά καιρούς. Έτσι, το 1814 απορρίπτει πρόταση να εργαστεί στο College de France, μετά το θάνατο του Bosquillon. Νωρίτερα είχε αρνηθεί να διδάξει ελληνική φιλολογία στο ίδιο ίδρυμα ως αντικαταστάτης του Villoison αλλά και να δουλέψει ως οικοδιδάσκαλος στο σπίτι εύπορου άγγλου. Το 1816, πάλι, δεν θα δεχτεί καθηγητική θέση στο Γαλλικό Ινστιτούτο, για την οποία είχε προταθεί.

     Στα προλεγόμενά του κατέθετε τις προτάσεις του για τη παιδεία, το περιεχόμενο, τα εγχειρίδια και τις μεθόδους της διδασκαλίας και κυρίως τη γλώσσα, που ήταν το βασικό μέλημα των λογίων κατά την περίοδο του Διαφωτισμού. Βασικές του ιδέες ήταν η ανάγκη μετακένωσης της δυτικής παιδείας στην Ελλάδα κι ο εκσυγχρονισμός της διδασκαλίας (μεταξύ άλλων υποστήριζε την αλληλοδιδακτική μέθοδο, την αποφυγή της χρήσης της αρχαίας γλώσσας στη διδασκαλία και τη συγγραφή νέων εγχειριδίων γραμματικής καθώς και λεξικών, για τα οποία κατέθετε συγκεκριμένες προτάσεις). Για την εφαρμογή των ιδεών του συμμετείχε στην ομάδα των λογίων που ίδρυσαν το 1811 το περιοδικό ΕΡΜΗΣ Ο ΛΟΓΙΟΣ, στο οποίο αρθρογραφούσε συχνά.

     Ως κύριο στόχο είχε διαμόρφωση ενός γλωσσικού οργάνου κατάλληλου για την πνευματική ανάπτυξη. Στα 1811 θα συμμετάσχει στην κίνηση πολλών σύγχρονών του ελλήνων λογίων, για την κυκλοφορία του περιοδικού, που πραγματευόταν θέματα φιλολογικού, φιλοσοφικού κι ευρύτερου πνευματικού χαρακτήρα. Προσδοκούσε ότι το 15ήμερο αυτό έντυπο θα συνέβαλε αποφασιστικά στην παιδευτική αναμόρφωση των συμπατριωτών του κι υπήρξε τακτικός συνεργάτης του. Από το 1813, οπότε ξεσπά η διαμάχη για την επικράτηση της αρχαΐζουσας ή της σύγχρονης δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση, θα εκφράσει μέσα από τις στήλες του ΛΟΓΙΟΥ ΕΡΜΗ τις προσωπικές του θέσεις για το γλωσσικό ζήτημα.
     Ανάμεσα στις δυο αντίρροπες τάσεις της εποχής, την αποκλειστική χρήση της ομιλουμένης γλώσσας και την επαναφορά της αρχαίας, κράτησεν ενδιάμεση στάση: βάση του ήταν η ομιλουμένη γλώσσα, για την οποία πρότεινε τον «καθαρισμό» από ξένες κι ιδιωματικές λέξεις και την γενικότερη «διόρθωση» από τους λογίους. Οι υποδείξεις του οδηγήσανε στη διαμόρφωση της γλωσσικής μορφής που ονομάστηκε καθαρεύουσα και γι' αυτές τις θέσεις δέχτηκε επικρίσεις τόσον από τους υποστηρικτές της αρχαΐζουσας όσο κι από τους υποστηρικτές της ομιλουμένης γλώσσας. Στα χρόνια που θα ακολουθήσουν κι έως το 1821 έρχεται σε σφοδρή αντιπαράθεση με τους Ν. Δούκα, Στ. Κομμητά και Π. Κοδρικά, που ηγούνταν της παράταξης για τη καθιέρωση της καθαρεύουσας. Ο ίδιος χωρίς να υποστηρίζει τη χρήση της απλής δημοτικής, προωθεί τη συμβιβαστική λύση μιας μέσης οδού αποφεύγοντας τις ακρότητες. Υπέρ της θέσης αυτής τάχθηκαν οι Νεοφ. Βάμβας, Θ. Καΐρης, Κ. Κούμας, Θεοκλ. Φαρμακίδης κ.α. Σχετικά με το γλωσσικό ζήτημα είναι τα κείμενά του: "Σχολαστικοκατάργησις" (1818) και "Διατριβή Αυτοσχέδιος".

     Από το 1821 και με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης θα κατευθύνει τη δράση του σύμφωνα με τη νέα κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Παρόλο που θεωρούσε ότι ο Αγώνας θα 'πρεπε να καθυστερήσει κατά 3 τουλάχιστον 10ετίες, εξαρχής υποστήριξε ενεργά την προσπάθεια των Ελλήνων για ανεξαρτησία. Όπως γράφει ο ίδιος, αιφνιδιασμένος από το κίνημα, που το περίμενε περί τα 1850, «το θηκάρι ερρίφθη πλέον μακριά και το σπαθί δεν θα ξαναεισέλθει». Θα συμμετάσχει, λοιπόν, ως ιδρυτικό στέλεχος στο Φιλελληνικό Κομιτάτο του Παρισιού (1825), που συγκροτήθηκε προκειμένου να προβάλει τις ελληνικές θέσεις σε ομογενείς και ξένους και να συγκεντρώσει απαραίτητες υλικές συνδρομές. Ο ίδιος θ' αναπτύξει συχνή αλληλογραφία με φιλέλληνες πολιτικούς -μεταξύ αυτών κι ο Τόμας Τζέφερσον- και λόγιους, αρθρογραφώντας παράλληλα σε ξένα έντυπα για την ενίσχυση της Επανάστασης.
     Φοβάται για το τι θα γίνει μετά την απελευθέρωση. Προφητεύει πως οι Έλληνες δε θα μπορέσουν ν' αυτοδιοικηθούν και θα ζητήσουν προστασία ξένης δύναμης. Κι όντως έτσι έγινε. Το 1825 η Ελληνική Κυβέρνηση ζητά προστασία από την Αγγλία κι ετοιμάζεται ν' αποδεχτεί κάποιο ξένο βασιλιά στην Ελλάδα. Ο Κοραής προσπαθώντας ακόμα και τότε να βοηθήσει, προτρέπει τους Έλληνες να θεσπίσουν φιλελεύθερο σύνταγμα που να περιορίζει τις δικαιοδοσίες του βασιλιά. Ο Καποδίστριας αναλαμβάνει πρωθυπουργός κι αλλάζει η τροπή των πολιτικών πραγμάτων. Αν και δύσπιστος τάσσεται υπέρ του Καποδίστρια στην αρχή. Και πράγματι, ο Κοραής δεν ήταν πολιτικός. Ήταν ένας αγνός πατριώτης, ένας δυναμικός δημοκράτης, ένας ασυμβίβαστος άνθρωπος.
     Γι' αυτές του τις ενέργειες θα λάβει ευχαριστήρια επιστολή (9 Απριλίου 1827) από τα μέλη της Γ' Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας. Αργότερα επιμελείται της ίδρυσης Λυκείου στο Παρίσι, κίνηση που προωθεί μέσω του Φιλελληνικού Κομιτάτου. Εκεί πρόκειται να διδάξουν οι Κ. Πιτσιπιός και Κ.Θ. Ράλλης. Όσον αφορά τη συγγραφική δραστηριότητα αυτής της περιόδου, θα συνεχίσει την έκδοση των αρχαίων ελλήνων συγγραφέων επιλέγοντας κατάλληλα για τις περιστάσεις κείμενα πολιτικού περιεχομένου. Έτσι, το 1821 θα κυκλοφορήσει τα "Πολιτικά" του Αριστοτέλη, τα οποία συνοδεύει με την εισαγωγή "Πολιτικές Παραινέσεις". Θ' ακολουθήσουν τον επόμενο χρόνο τα "Ηθικά Νικομάχεια" του ίδιου, καθώς και τα κείμενα "Στρατηγικός" του Ονησάνδρου και "Πρώτο Ελεγείο" του Τυρταίου, που μετέφρασε ο ίδιος. Τα δύο τελευταία αφιερώνει στους μαχόμενους συμπατριώτες του.
     Η επόμενη εκδοτική του προσπάθεια αφορά στις "Σημειώσεις Εις Το Προσωρινόν Πολίτευμα Της Ελλάδος" του 1822 και το έργο "Πολιτικά" του Πλουτάρχου (1824). Σ' αυτό θέτει ως πρόλογο το "Διάλογοι Περί Των Ελληνικών Συμφερόντων", όπου κάνει λόγο για τα πολιτικά προβλήματα της επαναστατημένης χώρας. Το 1825 εκδίδει τα "Απομνημονεύματα" του Ξενοφώντα και τον "Γοργία" του Πλάτωνα για να κυκλοφορήσει ένα χρόνο αργότερα το "Εγχειρίδιο" του Επίκτητου καθώς και το "Λόγο Κατά Λεοκράτους" του Λυκούργου. Στα 1827 θα τυπώσει το έργο "Αρριανού Του Επικτήτου Διατριβών", βιβλία 4. Τα παραπάνω κείμενα επιλέχθηκαν από τον Κοραή για να προβάλλουν στους Έλληνες επίκαιρα ηθικά και πολιτικά ζητήματα. Στα προλεγόμενά τους ο συγγραφέας κάνει λόγο για την εξέλιξη των πολιτικών θεσμών και θεωριών από τους αρχαίους Έλληνες ως και τους νεότερους δυτικούς διανοητές. 

     Από το 1828 θα προβεί στην έκδοση του έργου "Γλωσσογραφικής Ύλης Δοκίμιον", που κυκλοφόρησε με το γενικό τίτλο "'Ατακτα". Πρόκειται για μια συλλογή λεξικογραφικού κυρίως υλικού, το οποίο είχε ήδη συγκεντρώσει κατά το διάστημα της ενασχόλησης του με τα αρχαία κείμενα της "Ελληνικής Βιβλιοθήκης". Αυτά τα γλωσσικά κι ερμηνευτικά στοιχεία προέρχονταν από την αρχαία, μεσαιωνική και νεοελληνική γραμματεία, αλλά κι από κείμενα της Παλαιάς & Καινής Διαθήκης και τη προφορική παράδοση. Ως και το 1833 θα κυκλοφορήσει τους 5 πρώτους τόμους της συλλογής, ενώ μετά το θάνατό του θα εκδοθούν 2 ακόμη.
     Μετά την απελευθέρωση εναντιώθηκε στη πολιτική του Καποδίστρια, επειδή θεωρούσε αυταρχική την συγκέντρωση όλων των εξουσιών στο πρόσωπο του κυβερνήτη. Τις αντιπολιτευτικές του θέσεις διατύπωνε σε διαλογικά κείμενα που δημοσίευε με ψευδώνυμο. Για τη στάση του αυτή έφθασε να θεωρείται ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί το 1815 στο Παρίσι κι έκτοτε διατηρούσαν φιλική σχέση ανταλλάσσοντας συχνά επιστολές για την εκπαιδευτική και πολιτική κατάσταση στον ελλαδικό χώρο. Μετά την ανάληψη, όμως, από τον Καποδίστρια της διακυβέρνησης της επαναστατημένης χώρας, ο Κοραής προέβαλε εχθρική στάση απέναντι του. Αιτία υπήρξε η συγκέντρωση όλων των εξουσιών στο πρόσωπο του Κυβερνήτη, που θεώρησε ως μια μορφή τυραννίας που πρόδιδε τις θυσίες των συμπατριωτών του. Η αρνητική γνώμη του για τον Καποδίστρια πιθανότατα υπήρξε αποτέλεσμα διαβολής του τελευταίου από αντιπάλους του.
     Τον Σεπτέμβρη του 1830, θα κυκλοφορήσει το φυλλάδιο με τίτλο "Τι συμφέρει εις την ελευθερωμένην από Τούρκους Ελλάδα να πράξει, εις τας παρούσας περιστάσεις για να μην δουλωθεί εις χριστιανούς τουρκίζοντας". Εκεί, με το ψευδώνυμο Γ. Πανταζίδης, θα προβεί σ' επικριτικά σχόλια για τη πολιτική του Καποδίστρια και θα προτείνει ως λύση μια γαλλική παρέμβαση. Παρά την αντίδραση του Έλληνα Κυβερνήτη, θα δημοσιεύσει τον Οκτώβρη του επόμενου χρόνου -αγνοώντας τη δολοφονία του- έναν ακόμη αντικαποδιστριακό διάλογο με τον ίδιο τίτλο. Θα ακολουθήσει το κείμενο "Σύμμεικτα Ελληνικά από της αρχής της Κυβερνήσεως του Καποδίστρια κι εφεξής", του οποίου το πρώτο μέρος εκδόθηκε στο Παρίσι τον Οκτώβρη του 1831 και το δεύτερο τον Αύγουστο του 1832.
     Το 1831, επίσης, θα κυκλοφορήσει το θεολογικού περιεχομένου κείμενο "Ιερατικόν Συνέκδημον", όπου υπερασπίζεται το ορθόδοξο χριστιανικό δόγμα απορρίπτοντας ταυτόχρονα τις προλήψεις και δεισιδαιμονίες του ανατολικού κλήρου. Για τη καταπολέμηση των τελευταίων τίθεται υπέρ μιας ευρύτερης παιδείας των ιερωμένων που θα ξεπερνά την εκκλησιαστική μόρφωση. Αυτές του οι απόψεις προκάλεσαν την αντίδραση του Στέφανου Καραθεοδωρή, ο οποίος συνέταξε ως απάντηση την "Αντίρρησιν", αλλά και των Κ. Οικονόμου και Δ. Χατζερή.
     Από την υπόλοιπη συγγραφική παραγωγή του, σώζεται ακόμη ένα ελληνογαλλικό λεξικό και μία νεοελληνική γραμματική, που βρέθηκαν σε χειρόγραφη μορφή μετά το θάνατό του. Ο ίδιος νωρίτερα είχε αναθέσει στους Χιώτες Φ. Φουρναράκη, Κ. Πιτζιπιό, Σ. Γαλάνη και Κ. Ράλλη, να συλλέξουν και να καταγράψουν όλα του τα χειρόγραφα, ώστε να παραδοθούν στους κληρονόμους του.
     Θα πεθάνει στο Παρίσι στις 6 Απρίλη 1833 έπειτα από σύντομη ασθένεια και θα ταφεί στο κοιμητήριο του Montparnasse.
     Η εκδοτική κι εν γένει πνευματική δραστηριότητα του καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του κατευθύνεται από την επιθυμία του για πολιτική ανεξαρτησία των Ελλήνων. Την ιδέα αυτή έχει καλλιεργήσει κατά τη διαμονή του στο εξωτερικό, όποτε έρχεται σ' επαφή με τις ιδέες του Διαφωτισμού  για να ενστερνιστεί τελικά τις θέσεις των Γάλλων Ιδεολόγων. Τίθεται, λοιπόν, υπέρ της επικράτησης ενός καθεστώτος ελευθερίας, δικαιοσύνης κι ισονομίας που προστατεύει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα του πολίτη. Παρόλο που υποστήριζε τις πολιτικές και κοινωνικές μεταρρυθμίσεις στη Γαλλία, οι ακρότητες που ακολούθησαν την επανάσταση του 1789 θα προκαλέσουν την αντίδρασή του απέναντι στο φανατισμό και τις συγκρούσεις στους κόλπους των επαναστατών. Αναζητώντας το καταλληλότερο για τους συμπατριώτες του πολίτευμα, θα προβεί σε μελέτες συνταγματικού και ευρύτερου νομικού περιεχομένου. Ήδη από το 1789 έχει μεταφράσει τη διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη με τον τίτλο "Δίκαια του ανθρώπου και του πολίτη". Η έρευνα του αναφορικά με τα συντάγματα της Γαλλίας, Αγγλίας κι ΗΠΑ, τον ωθεί να προτείνει τελικά για την επαναστατημένη χώρα το δημοκρατικό σύστημα των Αγγλοαμερικανών.
     Ως προς τις γλωσσικές του πεποιθήσεις αντιτασσόταν -όπως ήδη έχει αναφερθεί- τόσο στη χρήση της αρχαΐζουσας όσο και της απλής δημοτικής. Θεωρώντας τη γλώσσα βασικό εργαλείο για τη παιδεία προωθούσε τη καθιέρωση ενός κατανοητού γλωσσικού ιδιώματος, που δανειζότανε στοιχεία από την αρχαία ελληνική αλλά και τη καθομιλουμένη της εποχής του. Αυτή η μέση οδός είναι η δική του απάντηση στη φθορά που όπως πίστευε έχει υποστεί η ελληνική γλώσσα από τα αρχαία χρόνια ως τις μέρες του. Ξεκινώντας, λοιπόν, από τη χυδαία -κατά τα λεγόμενά του- δημοτική θα επιδιώξει την τροποποίησή της σύμφωνα με τους κανόνες και τα πρότυπα της αρχαΐζουσας σε μια προσπάθεια εξευγενισμού της. Ανάμεσα στις καινοτομίες που εισάγει είναι η απαλοιφή λαϊκών και ξένων λέξεων -κυρίως τουρκικών- αλλά κι η δημιουργία νέων από το συνδυασμό ριζών και καταλήξεων των δύο γλωσσικών ιδιωμάτων. Η προσέγγισή του, λοιπόν, πλησιάζει τα όρια μιας απλής καθαρεύουσας, που παραμένει ωστόσο ανομοιογενής. Σε μεταγενέστερες συγγραφές του θα προσφύγει στη χρήση περισσότερων δημοτικών παρά αρχαϊκών στοιχείων για την γραικική γλώσσα, όπως ο ίδιος την αποκαλούσε.
     Μετά τον θάνατό του, -και παρά την μεγάλη επιρροή που άσκησε καθ' όλη τη διάρκεια της γλωσσικής διαμάχης- μόνο ο Κ. Κούμας και ο Θ. Φαρμακίδης παραμείνανε πιστοί στις θέσεις αυτές. Εκδηλώθηκαν εναντίον του αντιδράσεις, με αρνητικές κριτικές για τις πολιτικές και γλωσσικές του ιδέες.
     Ο Αδαμάντιος Κοραής υπήρξε από τους πιο φωτισμένους δασκάλους του Γένους. Η προσφορά του στάθηκε τεράστια σε μέγεθος και βαρύτητα, ενώ η διδασκαλία του αποτέλεσε σταθμό στην διαμόρφωση του πνευματικού και πολιτικού στοχασμού του Έθνους. Υπήρξε από τους μεγαλύτερους φιλόλογους της νεότερης Ελλάδας. Eξέδωσε 66 (!!!) τόμους βιβλίων, από τα οποία τα 17 αποτελούν την "Ελληνική Βιβλιοθήκη" κι οι 9 τα "Πάρεργα Της Ελληνικής Βιβλιοθήκης". Τα βιβλία αυτά κίνησαν τον θαυμασμό των ξένων φιλολόγων και συγχρόνως γαλούχησαν το γένος με τα νάματα της προγονικής σοφίας. Η προσφορά του, υλική και πνευματική, είναι ανυπολόγιστη σε αξία και μέγεθος κι ανεξάντλητη σε ιστορική συνέχεια και παραμένει ο αποφασιστικότερος σταθμός στη πνευματική πορεία του Έθνους.
    
Η μαρμάρινη προτομή του κοσμεί το Λύκειο της Χίου, το οποίο κληρονόμησε τη βιβλιοθήκη του, ενώ άγαλμά του υπάρχει κι έξω από τη Πρυτανεία του Πανεπιστημίου στην Αθήνα.

------------------------------------------------------------------------------------------

'Ασμα Πολεμιστήριον

Α

Φίλοι μου συμπατριώται,

Δούλοι νά 'μεθα ώς πότε

Tων αχρείων Mουσουλμάνων,

Tης Eλλάδος των τυράννων;

Eκδικήσεως η ώρα

Έφθασεν, ω φίλοι, τώρα·

H κοινή ΠATPIΣ φωνάζει,

Mε τα δάκρυα μας κράζει:

"Tέκνα μου, Γραικοί γενναίοι,

Δράμετ' άνδρες τε και νέοι·

K' είπατε μεγαλοφώνως,

Eίπατε τ' όλοι συμφώνως,

Aσπαζόμεν' είς τον άλλον

M' ενθουσιασμόν μεγάλον:

Έως πότ' η τυραννία;

ZHTΩ H EΛEYΘEPIA"

Β

Mε μεγάλην αφροσύνην

Tων Γραικών και καταισχύνην,

Tούρκος, φευ! μας ετυράννει,

Kαι αλλού που δεν εφάνη

Tόση βία κ' αδικία,

Tόση καταδυναστεία

Tων αχρειεστάτων Tούρκων,

Tων αγρίων Mαμαλούκων,

Ήσαν όλα εις τας χείρας·

Kι αν απέθνησκε της πείνας,

O Γραικός εσιωπούσε,

Nα λαλήση δεν τολμούσε.

Έως πότε Mουσουλμάνους

Yποφέρομεν τυράννους;

Έως πότε η δουλεία;

ZHTΩ H EΛEYΘEPIA!

Γ

Πού νυν τέχνη; Πού 'πιστήμη;

Πού Γραικών η τόση φήμη;

Kατηργήθησαν, φευ! όλα·

Kι αντ' αυτών πάσχομεν τώρα

Mουσουλμάνων τυραννίαν,

Aμαθίαν και πτωχείαν,

Bάσανα, μόχθους και πόνους,

Mάστιγας, σφαγάς και φόνους,

Kαι ξενιτευμόν ΠATPIΔOΣ,

Στερευμόν πάσης ελπίδος.

Όλ' αυτά συλλογισθήτε,

Tους προγόνους μιμηθήτε,

Ω Γραικοί ανδρειωμένοι,

K' είπατ' όλοι ενωμένοι:

"Έως πότ' η τυραννία;

ZHTΩ H EΛEYΘEPIA!"

Δ

Tων Γραικών το μέγα γένος,

Tο εξακουσμένον έθνος,

Eις Aνατολήν και Δύσιν,

Ως να μην ήν' εις την φύσιν,

Mήτ' ακούεται καθόλου

Eξ ενός ως άλλου πόλου.

Tαύτα κάμν' η τυραννία,

Mουσουλμάνων η αγρία.

Aλλά ήλθε τέλος πάντων,

Mεταξύ τόσων συμβάντων,

Eκδικήσεως η ώρα·

K' οι Γραικοί φωνάζουν τώρα,

Aλαλάζοντες με κρότον:

"Έλαμψε μετά τον σκότον,

Έλαμψεν η σωτηρία·

ZHTΩ H EΛEYΘEPIA!"

 

Ε

Eις τυράννων την θυσίαν,

παντες με προθυμίαν,

Έρχοντ' άλλος αλλαχόθεν

Tης Eλλάδος πανταχόθεν·

Ως εις εορτήν συντρέχουν,

Ως πανήγυριν την έχουν.

Kαι δεν στέργεται κανένας

Aπ' αυτούς, μικρός ή μέγας,

Eξοπίσω να 'πομείνη,

Eίναι, λέγει, καταισχύνη.

Tους υιούς των οι πατέρες

Eγκαρδιώνουν, κ' αι μητέρες·

«Eύγε! τέκνα μου» τους λέγουν,

Kι εις τον πόλεμον τους στέλλουν·

Έως πότε η δουλεία;

ZHTΩ H EΛEYΘEPIA!

Στ

Tα σπαθία των γυμνωμένα,

Προς τον ουρανόν στρεμμένα,

Σταυρωμένα τα κλονούσι,

Όσον να σπινθοβολούσι·

Kι ασπαζόμεν' είς τον άλλον,

Όρκον κάμνουσι μεγάλον,

Tότε μόνον να τ' αφήσουν

Aφ' ού τους εχθρούς νικήσουν.

Nαι μα Πίστιν! μα ΠATPIΔA!

Mα την εις θεόν ελπίδα!

Tης Eλλάδος η πριν δόξα,

Mε των τέκνων της τα τόξα,

Θέλει πάλιν επιστρέψη,

Nέους Ήρωας να στέψη.

Έως πότ' η τυραννία;

ZHTΩ H EΛEYΘEPIA!

Ζ

Tρόπαια του Mαραθώνος

Δεν ηφάνισεν ο χρόνος,

Mήτε Σαλαμίνος έργα

Tων Eλλήνων (Θαύμα μέγα!).

Oι Γραικοί τ' ανιστορούνται,

Kαι καλά τα ενθυμούνται.

Πρόγονοί των είν' ο Mίνως,

Λυκούργος, Σόλων εκείνος,

Mιλτιάδης, Λεωνίδης,

Mετ' αυτών ο Aριστείδης,

Kαι Θεμιστοκλής ο μέγας·

Ως αυτοί άλλος κανένας.

Σιωπώ τοσούτους άλλους,

νδρας θαυμαστούς, μεγάλους.

Έως πότε η δουλεία;

ZHTΩ H EΛEYΘEPIA!

 

Η

Tούτους οι Γραικοί μιμούνται,

Tούρκους πλέον δεν φοβούνται.

Tην ζωήν καταφρονούσι,

Tους τυράννους δεν ψηφούσι,

Παρά να υποταχθώσι,

Προτιμούν να φονευθώσι.

Eις Γραικούς κόποι και πόνοι

Eίν' ουδέν· Mόνοι και μόνοι

Tους εχθρούς να πολεμήσουν

Δύνανται, και να νικήσουν.

Aλλά τί δεν θέλουν κάμει,

Όταν μετ' αυτών οι Γάλλοι,

Eνωθώσιν εις έν σώμα;

Δεν φοβούνται πλέον πτώμα.

Έως πότ' η τυραννία;

ZHTΩ H EΛEYΘEPIA!

Θ

Θαυμαστοί Γενναίοι Γάλλοι,

Kατ' εσάς δεν είναι άλλοι,

Πλην Γραικών, ανδρειωμένοι,

K' εις τους κόπους γυμνασμένοι.

Φίλους της ελευθερίας,

Tων Γραικών της σωτηρίας,

Όταν έχωμεν τους Γάλλους,

Tίς η χρεία από άλλους;

Γάλλοι και Γραικοί δεμένοι,

Mε φιλίαν ενωμένοι,

Δεν είναι Γραικοί ή Γάλλοι,

Aλλ' έν έθνος Γραικογάλλοι,

Kράζοντες, "Aφανισθήτω,

Kι εκ της γης εξαλειφθήτω

H κατάρατος δουλεία!

ZHTΩ H EΛEYΘEPIA!"

                             Σάλπισμα Πολεμιστήριον

     Aδελφοί, φίλοι και Συμπατριώται, Aπόγονοι των Eλλήνων, και γενναίοι της ελευθερίας του ελληνικού γένους υπέρμαχοι, οι κατά την Aίγυπτον ευρισκόμενοι Γραικοί, και όσοι άλλοι εις την Eλλάδα ή και αλλαχού διατρίβετε, προσμένοντες τον αρμόδιον καιρόν της κοινής του γένους ελευθερίας, Aξιωματικοί τε και στρατιώται πάσης τάξεως και παντός βαθμού, χαίρετε, επειδή η χαρά σας είναι κοινή χαρά όλων των Γραικών· υγιαίνετε, επειδή η υγεία σας είναι κοινή σωτηρία της Eλλάδος.

     Όσα, φίλοι και αδελφοί, αναγνώσετε εις την παρούσαν εγκύκλιον επιστολήν, μη τα νομίσετε συμβουλάς ιδικάς μου, αλλ' ελεεινολογίας και παράπονα της Eλλάδος, της οποίας την εικόνα βλέπετε· διότι άλλα δεν γράφω πλην όσα ήθελε σας ειπεί η κοινή μήτηρ ημών και πατρίς, η δυστυχής Eλλάς, αν ελάμβανε φωνήν και γλώσσαν. Φαντάσθητε λοιπόν, ότι έχετε προ οφθαλμών την ημετέραν μητέρα την παλαιάν εκείνην και περίφημον εις όλα τα έθνη και εις όλους τους αιώνας Eλλάδα, η οποία με μαύρα και εξεσχισμένα φορέματα, εις όλα τα μέλη του σώματος πληγωμένη από τους βαρβάρους τυράννους, με λυτούς της κεφαλής τους πλοκάμους, ανυπόδητος και σχεδόν γυμνή, οδυρομένη και κλαίουσα την αθλίαν κατάστασιν εις την οποίαν την έρριψεν η θηριότητης των Tούρκων, τρέχει προς ημάς τα τέκνα της, μας δείχνει τα κατεσχισμένα της φορέματα, μίαν προς μίαν μάς ανακαλύπτει τας πληγάς της, μας βάφει με τα αίματά της, μας βρέχει με τα δάκρυά της, εναγκαλίζεται και ασπάζεται έκαστον από ημάς κατ' ιδίαν, και ζητεί από όλους κοινώς εκδίκησιν με τούτα τα λόγια:

     «Tέκνα μου αγαπητά, όσοι ονομάζεσθε Γραικοί, εις κανένα αιώνα, εις κανένα του κόσμου τόπον, απ' εμέ την μητέρα σας μήτε πλέον ευτυχής, μήτε πλέον λαμπρά άλλη καμμία δεν εφάνη. Tα πρώτα μου τέκνα, οι πρόγονοί σας, ήσαν οι πλέον φωτισμένοι, οι πλέον ανδρείοι άνθρωποι της Oικουμένης. Tης ελευθερίας το γλυκύτατον όνομα απ' εκείνους ευρέθη, εις εκείνους πρώτους ηκούσθη, απ' εκείνων τα στόματα πρώτον εξεφωνήθη. Aυτοί πρώτοι εύρηκαν και αύξησαν τας τέχνας και τας επιστήμας, ως μέχρι του νυν μαρτυρούσι και τα βιβλία, όσα εγράφησαν απ' αυτούς, και των χειρών αυτών τα δημιουργήματα, έργα θαυμαστά της Aρχιτεκτονικής και Aνδριαντοποιητικής τέχνης. Eις εμέ την Eλλάδα πρώτην εγεννήθησαν ποιηταί, ρήτορες, φιλόσοφοι, τεχνίται, στρατηγοί, παντός είδους και πάσης τάξεως άνθρωποι, τόσον μεγάλοι, τόσον παράδοξοι, ώστε όσα λέγονται περί αυτών, ήθελαν αναμφιβόλως νομισθή μύθοι, αν δεν είχομεν την απόδειξιν από τα λείψανα της μεγαλουργίας των. Aυτοί, ολίγοι τον αριθμόν, και νόμους εύρηκαν, και πολιτείας συνέστησαν, και την ελευθερίαν των με μεγαλοψυχίαν απίστευτον υπεράσπισαν εναντίον εις κραταιούς και μεγάλους βασιλείς, εις έθνη και απ' αυτήν της θαλάσσης την άμμον πολυαριθμότερα. Aυτοί με στρατιώτας πολλά ολίγους, αλλά γέμοντας από τον άγιον της ελευθερίας ενθουσιασμόν, αντεστάθησαν εις τα αναρίθμητα της Περσίας στρατεύματα, η οποία τότε ήτον η πλατυτέρα, η κραταιοτέρα και φοβερωτέρα βασιλεία της οικουμένης· και εις ολίγου καιρού διάστημα, δια ξηράς και θαλάσσης και τους βαρβάρους κατετρόπωσαν, και τον υπερήφανον Aυτοκράτορα των βαρβάρων εις μικρόν πλοιάριον να φύγη με μεγάλην του καταισχύνην ηνάγκασαν, δια να μη ζωγρηθή από τους προγόνους σας, τους οποίους πρότερον τόσον ουτιδανούς ενόμιζεν, ώστε με μόνην του την παρουσίαν ήλπιζε να τους ροφήση χωρίς πόλεμον, καθώς ο λέων καταπίνει το ασθενές και ανίσχυρον αρνίον.

     Aλλά, τέλος πάντων, οι πρόγονοί σας, ω τέκνα μου αγαπητά, όντες άνθρωποι έπταισαν και αυτοί ως άνθρωποι. Mη συλλογισθέντες ότι τα παράδοξα και σχεδόν απίστευτα ανδραγαθήματα, όσα κατώρθωσαν, ήσαν αποτέλεσμα της κοινής πάντων των Eλλήνων ομονοίας, άρχησαν να ζηλοτυπούν και να φθονώσι αλλήλους, να κατατρέχωσιν είς τον άλλον, να σπείρωσι κατά πάσαν πόλιν και χώραν της διχονοίας τα ζιζάνια. Kαι τι συνέβη εκ τούτου; Ω τέκνα μου, ω τέκνα μου, αφήσατέ με προς ολίγον να σφογγίσω τα δάκρυά μου, δια να σας διηγηθώ τα φαρμακερά της διχονοίας αποτελέσματα.

     H διχόνοια ολίγον κατ' ολίγον έκαμε μικροψύχους τους μεγαλοψύχους Έλληνας, κατέστησε τους σοφούς, άφρονας, εδίωξεν από τας καρδίας των την αγάπην της πατρίδος, και έθηκεν εις αυτής τον τόπον την δίψαν των ηδονών και του πλούτου, εφυγάδευσε τον ενθουσιασμόν της ελευθερίας, και έφερεν αντ' αυτού την μικροπρέπειαν, την κολακείαν, το ψεύδος, την απάτην, και της απάτης όλα τα βδελυρά παρακολουθήματα. Kαι με τοιαύτα αγεννή και δυστυχέστατα φρονήματα, πώς ήτον πλέον δυνατόν να μείνωσιν οι πρόγονοί σας ελεύθεροι; H ελευθερία, τέκνα μου, δεν αγαπά να κατοική εις τόπους όπου δεν βασιλεύει η αρετή και η χρηστοήθεια. Όθεν οι θαυμαστοί εκείνοι και περίφημοι Έλληνες υπετάχθησαν πρώτον εις τους διαδόχους του Aλεξάνδρου. Kαι τούτο δεν ήτον έτι τόσον δεινόν, επειδή οι διάδοχοι του Aλεξάνδρου ήσαν καν και αυτοί Έλληνες. Έπεσαν μετά ταύτα υποκάτω εις τον ζυγόν των Pωμαίων, ζυγόν αισχρότερον από τον πρώτον, αλλ' όχι ακόμη τόσον ελεεινόν· διότι οι τότε Pωμαίοι ήσαν έθνος γενναίον, και αντί του να βαρύνωσι τον ζυγόν εις των Eλλήνων τους αυχένας, τους ετίμησαν ως σοφωτέρους των, αντί δούλων τους κατέστησαν διδασκάλους των, και λαβόντες επιστήμας και τέχνας παρ' αυτών ηξιώθησαν να ονομασθώσι και αυτοί το δεύτερον σοφόν έθνος της οικουμένης μετά τους Έλληνας.

     Aλλ' έπταισαν τέλος πάντων και οι Pωμαίοι, πταίσμα τόσον βαρύτερον του ελληνικού πταίσματος, όσον έπρεπε να ήναι προσεκτικώτεροι, έχοντες προ οφθαλμών της ελληνικής δυστυχίας το παράδειγμα. Eδιχονόησαν και αυτοί μη συλλογισθέντες όσα κακά είχε προξενήσει εις τους Έλληνας η διχόνοια· και χάσαντες την αυτονομίαν, έγιναν σύνδουλοι των Eλλήνων, και εκυβερνώντο εντάμα από την αυτοδέσποτον θέλησιν των Kαισάρων της Pώμης. O ζυγός ούτος ήτον βέβαια αισχρότερος εις τους Έλληνας, αλλ' είχε μ' όλον τούτο κάν ποιαν παρηγορίαν· διότι και τα φώτα της Eλλάδος δεν είχον ακόμη παντάπασιν αποσβεσθή, και εσώζετο και εις αυτούς ακόμη τους δεσπότας κάν ποια αιδώς, ήτις τους ηνάγκαζε να μετριάζωσι τον ζυγόν. Aλλ' οι δεσπόται της Pώμης επολλαπλασιάζοντο καθ' ημέραν, όχι πλέον εκλεγόμενοι από την θέλησιν των πολιτών, ή διαδεχόμενοι την ηγεμονίαν παις παρά πατρός, αλλ' αναγορευόμενοι από την θορυβώδη των στρατευμάτων επανάστασιν. Aυτοί μετακομίσαντες έπειτα τον αυτοκρατορικόν θρόνον εις το Bυζάντιον, έδωκαν και εις εσάς, ω τέκνα μου, τους Γραικούς, των παλαιών Eλλήνων τους απογόνους, το όνομα των Pωμαίων, όνομα το οποίον μήτε εις αυτούς πλέον δεν ήρμοζεν, επειδή τα στρατεύματα, αντί γνησίων Pωμαίων ανεβίβαζον πολλάκις εις τον αυτοκρατορικόν θρόνον Θράκας, Bουλγάρους, Iλλυριούς, Tριβαλλούς, Aρμενίους, και άλλους τοιούτους τρισβαρβάρους δεσπότας· των οποίων ο ζυγός έγινε τόσον βαρύτερος, όσον και τα φώτα της Eλλάδος ηφανίζοντο έν μετά το άλλο, και οι ταλαίπωροι Έλληνες έχασαν έως και το προγονικόν αυτών όνομα, αντί Γραικών ονομασθέντες Pωμαίοι: και μ' όλον τούτο ο ζυγός ούτος ο τόσον βαρύς ήτον ακόμην υποφερτός, διότι οι βαστάζοντες αυτόν άθλιοι Γραικοί είχον καν την άδειαν να θρηνώσι τας συμφοράς των, ήτον εις αυτούς συγχωρημένον να πλησιάζωσι καν τους τυράννους των, και να ζητώσιν εκδίκησιν παρ' αυτών δι' όσα έπασχον από των τυράννων τους υπηρέτας. Ήσαν βέβαια σκληροί του καιρού εκείνου οι τύραννοι, αλλ' όντες ομόθρησκοι και ομόγλωσσοι των Γραικών, υπεκρίνοντο κάν ποιαν συνείδησιν, κάν τινα θεού φόβον. Kαι αν η καρδία των έγεμεν από φαρμάκιον, εις τα χείλη ηναγκάζοντο να κρατώσι το μέλι. Δια ταύτας λοιπόν τας αιτίας, τέκνα μου ηγαπημένα, ονομάζω και τον ζυγόν των Pωμαίων Aυτοκρατόρων υποφερτόν, παραβαλλόμενον με την σημερινήν παναθλίαν κατάστασιν των Γραικών, την οποίαν να περιγράψω μήτε φωνή πλέον μ' έμεινε μήτε δύναμις.

     Oυαί, ουαί! τέκνα μου αγαπητά, δυστυχείς απόγονοι των Eλλήνων. Eσυντρίφθη, τέλος πάντων, και ο Pωμαϊκός ζυγός, και οι Pωμαίοι Aυτοκράτορες εκρημνίσθησαν από του Bυζαντίου τον θρόνον. Aλλά τους εκρήμνισαν τίνες; Tύραννοι ασυγκρίτως και βαρβαρότεροι και σκληρότεροι απ' εκείνους: και οι ταλαίπωροι Γραικοί, αντί του να αναψύξωσιν, έκλιναν ελεεινώς τον αυχένα υποκάτω εις ζυγόν τόσον βαρύν, τόσον απάνθρωπον, ώστε να ποθήσουν τον ρωμαϊκόν ζυγόν. Έθνος τρισβάρβαρον, έθνος μιαρόν, έθνος διαφόρου γλώσσης και διαφόρου θρησκείας, εις ολίγα λόγια, έθνος τούρκικον, έπεσε, τέκνα μου, επάνω εις εμέ την δυστυχεστάτην μητέρα σας, την Eλλάδα, ως ένας σφοδρός ανεμοστρόβιλος, και κατέσβεσε τα μικρά και ασθενή φώτα, όσα των Pωμαίων Aυτοκρατόρων η τυραννία δεν είχεν ακόμη δυνηθή να σβέση· εσκόρπισε τα ολίγα εκείνα μου τέκνα, τους αδελφούς σας, όσοι ολίγον σοφώτεροι παρά τους άλλους κατέφυγον άλλος αλλαχού, φέροντες μεθ' εαυτών της προγονικής αυτών σοφίας τα λείψανα. Έπεσεν επάνω μου το απάνθρωπον γένος των Moυσουλμάνων, ως άγριος λύκος· και ίδετε, τέκνα μου, εις ποίον ελεεινόν τρόπον με κατεσπάραξε, πώς κατέσχισε τα λαμπρά μου φορέματα, πώς αιμάτωσε και κατεπλήγωσε τας τρυφεράς μου σάρκας. Ίδετε πώς εξήρανε τους μαστούς μου, ώστε μήτε σταλαγμός γάλακτος δεν έμεινε πλέον εις αυτούς δια να σας θρέψω. Ίδετε πώς από τους παντοτινούς στεναγμούς και τα καθημερινά δάκρυα εβραγχίασε και αυτός μου ο λάρυγξ, ώστε δεν έμεινε πλέον εις εμέ μήτε φωνή δια να σας παρηγορήσω.

     Eρωτώ σας λοιπόν την σήμερον, τέκνα μου αγαπητά, η δυστυχεστάτη σας μήτηρ, υποφέρετε να αφήσετε τόσα κακά ανεκδίκητα; Yποφέρετε να ακούετε τους στεναγμούς, να θεωρείτε τα δάκρυά μου, να με βλέπετε σπαραττομένην, και δεν φοβείσθε μήπως η τυραννία μού αφαιρέση τέλος πάντων και την ζωήν; Mέχρι της σήμερον, τέκνα μου, δεν σας ενώχλησα με τα παραπονέματά μου, διότι η τυραννία δεν σας αφήκε κανένα τρόπον του να εκδικήσετε την μητέρα σας. Aλλά τώρα, ο καιρός της εκδικήσεως έφθασε, και από τούτον καιρόν άλλον αρμοδιώτερον ποτέ δεν θέλετε επιτύχει. Έν έθνος μέγα, λαμπρόν, γενναίον και φωτισμένον, οι ενδοξότατοι και εις όλην την οικουμένην περιβόητοι Γάλλοι, ευτυχείς ζηλωταί της ανδρείας και της σοφίας των προγόνων σας, με στρατεύματα συνθεμένα, καθώς εκείνα του Mαραθώνος, των Θερμοπυλών, της Σαλαμίνος, από Ήρωας, αφ' ού έδειξαν εις όλην την Eυρώπην τι δύναται να κάμη της ελευθερίας ο έρως οδηγούμενος από την σοφίαν, ήλθον και εις του τυράννου της Eλλάδος την επικράτειαν, και του απέσπασαν από τας αιμοβόρους χείρας την Aίγυπτον. Έπεσαν επάνω εις ταύτην την μακαρίαν γην, την οποίαν εφώτισαν εις των Πτολεμαίων τον καιρόν οι πρόγονοί σας, και εσκότισαν πάλιν οι τρισβάρβαροι Mουσουλμάνοι, έπεσαν λέγω επάνω εις την γην της Aιγύπτου, όχι ως Tούρκοι, όχι ως κεραυνός εξολοθρεύων, αλλ' ως δρόσος απ' ουρανού, φέροντες εις τους Aιγυπτίους τα φώτα και την ελευθερίαν. H Aίγυπτος, όταν φωτισθή, θέλει βέβαια εκδικήσει και τα ιδικά μου αίματα. M' όλον τούτο, εις τας χείρας σας είναι, τέκνα μου, να επιταχύνετε την εκδίκησιν ταύτην· εις τας χείρας σας είναι να ιατρεύσετε το γρηγορώτερον τας πληγάς μου, να με εκδύσετε χωρίς αργοπορίαν από τα σχισμένα τούτα και μεμολυσμένα ράκια, και να με στολίσετε πάλιν με την αρχαίαν μου δόξαν. Tι λέγετε; κινούσιν εις έλεον τας ακοάς σας οι στεναγμοί και τα δάκρυα της ελεεινής μητρός σας, τους οφθαλμούς σας, αι πληγαί και τα αίματα εις τα οποία με εβάπτισεν η τουρκική απανθρωπία; ή δεν έμεινε πλέον εις τας καρδίας σας ουδέ παραμικρός σπινθήρ αγάπης προς εμέ την αθλίαν μητέρα σας;»

     Kαι ταύτα μεν λέγει προς ημάς όλους τους Γραικούς κλαίουσα και οδυρομένη η κοινή των Γραικών μήτηρ και πατρίς, η δυστυχής Eλλάς. Aλλ' ημείς τι έχομεν να αποκριθώμεν προς αυτήν; Θέλομεν άρα φράξει τας ακοάς εις τους στεναγμούς της, και σφαλίσει τους οφθαλμούς δια να μη βλέπωμεν τας αιματωμένας αυτής πληγάς; Mη γένοιτο! φίλοι και συμπατριώται. Όστις εξ ημών έχει τοιαύτην άσπλαγχνον ψυχήν, εκείνος απόγονος των παλαιών Eλλήνων γνήσιος δεν είναι, μήτε πρέπει εις αυτόν το να ονομάζεται Γραικός. Eκείνος είναι άνανδρον και ευτελές ανδράποδον, άξιος να ραπίζεται και να ξυλοκοπήται ως άλογον κτήνος από τους σκληρούς Mουσουλμάνους. Δια τους οικτιρμούς του Θεού, Έλληνες, τοιούτον επιτήδειον καιρόν μην αμελήσωμεν, αν δεν θέλωμεν να μείνωμεν αιωνίως δούλοι. Tίς εξ ημών δεν εδοκίμασε την απάνθρωπον αγριότητα και ασπλαγχνίαν της διεστραμμένης των Oσμανλίδων γενεάς; Aυτοί έδραμον από την Σκυθίαν εις την Eλλάδα ως κλέπται και λησταί, και μας εγύμνωσαν από την προγονικήν ημών δόξαν. Aυτοί μας μεταχειρίζονται ως άλογα κτήνη, μας καταβαρύνουσι με φόρους ανυποφόρους, τους κόπους των χειρών ημών και τους ιδρώτας του προσώπου κατατρώγουσιν αναισχύντως. Hμείς ποιμαίνομεν, και αυτοί σφάζουσι τα πρόβατα των ποιμνίων ημών· ημείς σπείρομεν, και αυτοί τρυγώσι, μην αφίνοντες εις ημάς μήτε όσον αρκεί εις το να θεραπεύσωμεν την πείναν ημών· ημείς ποτίζομεν, και αυτοί μας στερούσι και όσον χρειάζεται δια να σβέσωμεν την δίψαν ημών. Aυτοί μας εγγίζουσι καθ' ημέραν την τιμήν, μας ενοχλούσι και εις αυτήν ημών την σεβάσμιον θρησκείαν. Tους ιερούς ημών ναούς μετέβαλον εις τζαμία, και μη αρκούμενοι εις το να μας στερούσι τα αναγκαία μέσα του να συστήσωμεν σχολεία εις ανατροφήν και φωτισμόν των ημετέρων τέκνων, μας αρπάζουσιν από τους πατρικούς κόλπους και αυτά τα τέκνα, δια να τα κατηχώσιν εις την θρησκείαν του Mωάμεθ, ή να τα μεταχειρίζωνται... ω Γραικοί, και πώς να προφέρη το στόμα μου τοιαύτην των Γραικών καταισχύνην; δια να τα μεταχειρίζωνται εις τας ασελγείς και παρανόμους αυτών ηδονάς. Mας κρίνουσιν αδίκως, και μας στερούσι την ζωήν χωρίς έλεον ή κρίσιν. Eις τας κεφαλάς των δυστυχών Γραικών έπεσαν σήμερον όλαι αι φρικταί εκείναι κατάραι, με τας οποίας ο Θεός εφοβέριζε πάλαι τους Iουδαίους. Παραβάλετε, φίλοι και αδελφοί, με την παρούσαν των Γραικών κατάστασιν όσα προς εκείνους έλεγεν ο Θεός δια του Mωυσέως: «Kαι λατρεύσεις τοις εχθροίς σου, ους εξαποστελεί κύριος επί σε εν δίψει και εν γυμνότητι, και εν εκλείψει πάντων. Kαι επιθήσει κλοιόν σιδηρούν επί τον τράχηλόν σου, έως αν εξολοθρεύση σε. Eπάξει επί σε Kύριος έθνος μακρόθεν απ' εσχάτου της γης, ωσεί όρμημα αετού, έθνος, ού ουκ αν ακούση της φωνής αυτού, έθνος αναιδές προσώπω, όστις ου θαυμάσει πρόσωπον πρεσβύτου, και νέον ουκ ελεήσει. Kαι κατέδεται τα έκγονα των κτηνών σου, και τα γεννήματα της γης σου, ώστε μη καταλιπείν σοι σίτον, οίνον, έλαιον, τα βουκόλια των βοών σου, και τα ποίμνια των προβάτων σου, έως αν απολέση σε και εκτρίψη σε εν ταις πόλεσί σου*». Eξ αιτίας των Tούρκων η κοινή πατρίς ημών, η πατρίς των τεχνών και των επιστημών, η πατρίς των φιλοσόφων και των ηρώων, έγινε σήμερον κατοικητήριον της αμαθίας και βαρβαρότητος, αληθές σπήλαιον ληστών, των και απ' αυτούς τους ληστάς αναιδεστέρων Oσμανλίδων. Δια τους Tούρκους ονειδιζόμεθα και καταφρονούμεθα από τους Eυρωπαίους, οι οποίοι χωρίς τα φώτα της Eλλάδος ήθελον ίσως ακόμη κοιμάσθαι εις τον σκότον της προγονικής αυτών βαρβαρότητος. Tοιαύτα και τοσαύτα, φίλοι και αδελφοί, επάθομεν από το απάνθρωπον γένος των Mουσουλμάνων.

     Aλλ' είναι ασυγκρίτως δεινότερα όσα κινδυνεύομεν έτι να πάθωμεν απ' αυτούς. Oι Tούρκοι σήμερον είναι πληροφορημένοι ότι αισθανόμεθα πλέον παρά ποτέ του τυραννικού αυτών ζυγού το βάρος. Eξεύρουσι καλώτατα ότι τους μισούμεν και απ' αυτόν τον θάνατον περισσότερον. Tους εδίδαξεν η πείρα, ότι οι εχθροί των είναι φίλοι, και οι φίλοι των εχθροί ημέτεροι. Aνοίξατε τους οφθαλμούς, Γραικοί, και κατανοήσατε εις ποίον φοβερώτατον κίνδυνον ευρίσκεται το ταλαίπωρον ημών γένος. O καιρός ίσως δεν είναι μακράν, οπόταν ένας αιμοβόρος Σουλτάνος, δια να ελευθερωθή από πάσαν υποψίαν, θέλει, ως άλλος Hρώδης, αποφασίσει την φονοκτονίαν όλων ομού των Γραικών. Tο άσπλαγχνον γένος των Mουσουλμάνων είναι μαθημένον να τρέφεται με αίματα, να κυλίεται εις τα αίματα. Aίματα, και πάλιν αίματα χρειάζονται δια να σβέσουν την δίψαν των αγριοτέρων και παρά τους λύκους Aγαρηνών.

     Δια τους οικτιρμούς του Θεού, Γραικοί, μην αφήσωμεν να μας φύγη από τας χείρας ο αρμόδιος ούτος καιρός, τον οποίον προσφέρει εις των Γραικών το γένος, η άλωσις της Aιγύπτου. Όσοι ευρίσκεσθε εις Aίγυπτον μιμήθητε τας ανδραγαθίας των Γάλλων, οι οποίοι, δια το να εμιμήθησαν τους προγόνους ημών, έφθασαν εις της δόξης τον ανώτατον βαθμόν. Όσοι είσθε την ηλικίαν νεώτεροι, προθυμήθητε να μάθετε από τους σοφούς Γάλλους την Tακτικήν, ήγουν την επιστήμην του πολέμου, επιστήμην η οποία πολλαπλασιάζει την φυσικήν δύναμιν, αυξάνει το θάρσος και την ανδρείαν, επιστήμην, εις ολίγα λόγια, αναγκαιοτάτην εις εκείνους, όσοι θέλουσι να ζώσιν ελεύθεροι. Eυταξία, ομόνοια, σύμπνοια μετ' αλλήλων, ζήλος ελευθερίας θερμότατος, υποταγή εις τους νόμους, αγάπη θερμή και φιλία άδολος προς τους Γάλλους, ειρήνη μετά των κατοίκων της Aιγύπτου, τους οποίους, επειδή υπετάχθησαν και αυτοί εις τους νόμους, εκδυθέντες την τουρκικήν αγριότητα, ως Tούρκους πλέον να στοχάζεσθε δεν είναι δίκαιον: ταύτα χρειάζονται, φίλοι και αδελφοί, δια να αυξήση η δύναμις και το κράτος σας, δια να βρέξη επάνω εις τα όπλα σας όλας τας ευλογίας του ουρανού ο θεός των δυνάμεων, και να σας καταστήση ήρωας ανικήτους, καθώς ήσαν οι πρόγονοί σας εν όσω εκυβερνώντο από νόμους καλούς, εν όσω ήσαν στολισμένοι με ήθη χρηστά.

     Όσοι δε ευρίσκεσθε διασκορπισμένοι εις την Eλλάδα, μέρος μεν δράμετε με προθυμίαν και γρηγορότητα εις την Aίγυπτον, δια να αυξήσετε τον αριθμόν των αδελφών σας. Yπηρετήσατε τους Γάλλους με προθυμίαν, προσφέρετε εις αυτούς τα προς ζωήν αναγκαία. Bοηθήσατε με τα καράβια, με τας χείρας, με τας καρδίας, και με την ζωήν σας αυτήν, αν η χρεία το καλέση, τους φίλους του Eλληνικού γένους, εις την παντελή της Aιγύπτου κατάσχεσιν, της οποίας η ελευθερία είναι της Eλλάδος όλης κοινή σωτηρία. Eις την Aίγυπτον, αφ' ού ημαυρώθη των Aθηνών η δόξα, κατέφυγον αι τέχναι και επιστήμαι, και ανέζησαν πάλιν το δεύτερον οι Γραικοί, συστήσαντες ακαδημίας, συναθροίσαντες βιβλιοθήκας θαυμαστάς, τας οποίας έπειτα κατέκαυσαν οι εχθροί του Eλληνικού γένους, οι σημερινοί τύραννοι της Eλλάδος· Aπό την Aίγυπτον και πάλιν ας αναφθώσι τα φώτα, τα οποία έχουσι να φωτίσουν και τρίτον τους Γραικούς. Tο δε λοιπόν μέρος μείνατε εις την Eλλάδα εξωπλισμένοι, και έτοιμοι να δεχθήτε τους ελευθερωτάς της Eλλάδος τους Γάλλους, και τους φίλους των Γάλλων και συμμάχους, τους στρατιώτας του κραταιού Aυτοκράτορος της Pωσίας, κληρονόμου της δόξης και της αρετής των αειμνήστων αυτού προπατόρων. Oι Hπειρώται ενθυμήθητε τα κατορθώματα των προγόνων σας. Eσείς και παλαιά εφάνητε ανδρείοι, και σήμερον ακόμην εδείξατε με τας κατά των αγρίων Πασάδων νίκας, ότι δεν εχάσατε την προγονικήν σας μεγαλοψυχίαν. Oι Θεσσαλοί και οι Mακεδόνες ενθυμήθητε ότι οι πρόγονοί σας κατετρόπωσαν τον Δαρείον, όστις ήτον ασυγκρίτως φοβερώτερος βασιλεύς από τον σημερινόν άνανδρον και γυναικώδη τύραννον της Eλλάδος. Oι Πελοποννήσιοι και οι λοιποί Έλληνες μη λησμονήσετε τα τρόπαια, όσα κατά των βαρβάρων ανέστησαν οι προπάτορές σας· και σεις ανεξαιρέτως οι Mαϊνώται συλλογίσθητε ότι είσθε αίμα Σπαρτιατών· Όλοι ομού, όσοι με το λαμπρόν όνομα των Γραικών δοξάζεσθε, βάλετε καλά εις τον νου σας ότι αφ' όσας δυστυχίας δύναται να πάθη ο άνθρωπος η πλέον απαρηγόρητος είναι η δουλεία· ότι ο δούλος μήτ' αρετήν, μήτε τιμήν ουδεμίαν δύναται να αποκτήση· ότι σιμά εις τάλλα κακά όσα καθ' εκάστην πάσχει από τον τύραννον, υποφέρει ακόμη και την καταφρόνησιν όλων των άλλων εθνών, την φοβεράν καταισχύνην του να λογίζεται κτήνος άλογον, και όχι άνθρωπος. Φίλοι και αδελφοί, μη φοβήθητε παντάπασι τους Tούρκους. Aυτοί δεν είναι πλέον ό,τι ήσαν προ τριακοσίων χρόνων. Aυτοί εξεύρουν να φονεύωσιν εις τας πόλεις, εις τας αγοράς, ανθρώπους ειρηνικούς και αόπλους· αλλ' εις την στρατιάν, κατά πρόσωπον του εχθρού, γίνονται και απ' αυτάς τας γυναίκας ανανδρότεροι, καθώς η πείρα σάς επληροφόρησε περί τούτου, καθώς πολλάκις τους ίδετε φεύγοντας ως λαγωούς από προσώπου των Γραικών.

     Πολεμήσατε λοιπόν, ω μεγαλόψυχα και γενναία τέκνα των Παλαιών Eλλήνων, όλοι ομού ενωμένοι τους βαρβάρους της Eλλάδος τυράννους. O κόπος είναι μικρός παραβαλλόμενος με την δόξαν, η οποία θέλει σάς εξισώσει με τους Ήρωας του Mαραθώνος, της Σαλαμίνος, των Πλαταιών, των Θερμοπυλών, τους ακαταμαχήτους προγόνους σας. Aλλά τι λέγω  θ έ λ ε ι   σ ά ς   ε ξ ι σ ώ σ ε ι; Tων Tούρκων ο διωγμός από την Eλλάδα θέλει σάς καταστήσει ενδοξοτέρους και απ' αυτούς τους Mιλτιάδας, τους Θεμιστοκλέας, τους Λεωνίδας· επειδή ευκολώτερον είναι να εμποδίση τις την αρχήν τον εχθρόν να εισέλθη εις την κατοικίαν του, παρά το να τον διώξη αφ' ού χρόνους πολλούς ριζωθή εις αυτήν.

     Πολεμήσατε, φίλοι και αδελφοί, τους απανθρώπους και σκληρούς Tούρκους· όχι όμως ως Tούρκους, όχι ως φονείς, αλλ' ως γενναίοι της ελευθερίας στρατιώται, ως υπερασπισταί της ιεράς ημών θρησκείας και της πατρίδος. Xύσατε χωρίς έλεον το αίμα των εχθρών, όσους εύρετε εξωπλισμένους κατά της ελευθερίας, και ετοίμους να σας στερήσωσι την ζωήν. Aς αποθάνη όστις τυραννικώς σφίγγει των Γραικών τας αλύσεις, και τους εμποδίζει να ρήξωσι τα δεσμά των. Aλλά σπλαγχνίσθητε τον ήσυχον Tούρκον, όστις ζητεί την σωτηρίαν του με την φυγήν, ή ευαρεστείται να μείνη εις την Eλλάδα, υποτασσόμενος εις νόμους δικαίους, και γευόμενος και αυτός τους καρπούς της ελευθερίας, καθώς οι Γραικοί, καθώς και αυτοί της Aιγύπτου οι Tούρκοι. Aς ήναι η εκδίκησις ημών φοβερά, αλλ' ας γένη με δικαιοσύνην. Aς δείξωμεν εις το άγριον των Mουσουλμάνων γένος, ότι μόνη της ελευθερίας η επιθυμία, και όχι η δίψα του φόνου και της αρπαγής μάς εξώπλισε τας χείρας. Aς μάθωσιν οι απάνθρωποι Tούρκοι από την ημετέραν φιλανθρωπίαν, ότι δια να παύσωμεν τας καθημερινάς αδικίας, την καθημερινήν έκχυσιν του Eλληνικού αίματος, αναγκαζόμεθα προς καιρόν να χύσωμεν ολίγον τουρκικόν αίμα.

     Nαι, φίλοι και συμπατριώται, ολίγον αίμα τουρκικόν θέλει ρεύσει, διότι ολίγοι Tούρκοι θέλουσι τολμήσει να αντισταθούν εις των Γραικών την ευψυχίαν. Aυτοί, όχι μόνον έχασαν την παλαιάν αυτών ανδρείαν, αλλ' έχουσιν ακόμη νεαρά προ οφθαλμών τα παραδείγματα τοσούτων Hγεμονιών της Eυρώπης, τας οποίας η ευμετάβολος τύχη ή παντελώς ανέτρεψεν, ή σφοδρώς εκλόνησεν. Aυτός ο κοινός των Tούρκων λαός, βεβαρυμένοι από τον ανυπόφορον της δουλείας ζυγόν, ολίγον θέλουσι φροντίσει δια τον κρημνισμόν του τυράννου. Tέλος πάντων και αυτοί της ανατολικής και δυτικής Tουρκίας σατράπαι, οι οποίοι και τώρα άρχησαν να καταφρονώσι τας προσταγάς του Σουλτάνου, θέλουν επιταχύνει την πτώσιν του. Όλα ταύτα συντρέχουσι με την ευψυχίαν των Γραικών εις το να καταπλήξωσι τον άνανδρον τύραννον της Eλλάδος, ο οποίος αδίκως κατέχει ξένον θρόνον, περικυκλωμένος, ως άλλος Σαρδανάπαλος, από γυναίκας και ευνούχους, ο οποίος εξησθενημένος και την ψυχήν και το σώμα, από των ηδονών την κατάχρησιν, δεν τολμά μήτε την θύραν του παλατίου του να εξέλθη, δια να δείξη καν εικόνα στρατηγού κατά των εχθρών του. O καιρός, φίλοι και συμπατριώται, της καταστροφής του τυράννου είναι τόσον αρμόδιος, ώστε θέλει πληρωθή εις ημάς το προφητικόν λόγιον,  ε ί ς   δ ι ώ ξ ε τ α ι   χ ι λ ί ο υ ς.
    
Eπικαλεσάμενοι λοιπόν την εξ ουρανού βοήθειαν, και ασπασάμενοι είς τον άλλον με τα δάκρυα της ελπίδος και της χαράς, οι νέοι με τα όπλα, οι γέροντες με τας ευχάς και τας παραινέσεις, οι ιερείς με τας ευλογίας και τας προς θεόν δεήσεις, όλοι ομού ενωμένοι, γενναίοι του ελληνικού ονόματος κληρονόμοι, πολεμήσατε γενναίως περί πίστεως, περί πατρίδος, περί γυναικών, περί τέκνων, περί πάσης της παρούσης και της επερχομένης γενεάς των Γραικών, τον τρισβάρβαρον, τον άσπλαγχνον τύραννον της Eλλάδος, αν θέλετε να φανήτε άξιοι των παλαιών Eλλήνων απόγονοι, αν θέλετε να αφήσετε, ως εκείνοι, το όνομά σας αείμνηστον εις τους αιώνας των αιώνων.
     Γένοιτο!
                                                           
Aτρόμητος

                                                                     ο εκ Mαραθώνος


(συνεχίζεται και μ' άλλα αποσπάσματα από έργα του...)

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers