Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Καζαντζάκης Νίκος: Διανοητής Ατίθασος Ανένταχτος

             Βιογραφικό

     Από τους μεγαλύτερους σύγχρονους Έλληνες Λογοτέχνες Διανοητές. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης, στις 18 Φλεβάρη 1883. Τις εγκύκλιες σπουδές του έκανε στην ιδιαίτερη πατρίδα του και στη Νάξο, όπου κατά τη διετία 1897-99 είχε καταφύγει η οικογένειά του, λόγω της κρητικής εξέγερσης εναντίον των τουρκικών δυνάμεων κατοχής. Το 1902 ήρθε στην Αθήνα κι άρχισε να φοιτά στη Νομική. Πήρε δίπλωμα το 1906 και τον ίδιο χρόνο αρχίζει ουσιαστικά η σταδιοδρομία του στα γράμματα και στη σκέψη. Συνεργάζεται με το περιοδικό ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ και την εφημερίδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, όπου δημοσιεύει χρονογραφήματα με το ψευδώνυμο Ακρίτας.
     Το 1906 δημοσιεύεται το 1ο βιβλίο του, "Όφις & Κρίνο", με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή. Από το 1907 ως το 1909 είναι εγκατεστημένος στο Παρίσι για ανώτερες σπουδές στα νομικά. Παράλληλα παρακολουθεί μαθήματα του Ανρί Μπερξόν, από τον οποίο κι επηρεάστηκε βαθύτατα. Επιστρέφοντας δημοσιεύει σε συνέχειες (30/8/1909-7/2/10), στο περιοδικό ΝΟΥΜΑΣ, το μυθιστόρημα "Σπασμένες Ψυχές". Ακόμα, κριτικά μελετήματα στα περιοδικά ΝΕΑ ΖΩΗ της Αλεξάνδρειας και ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ. Στο Ηράκλειο εκδίδεται η διατριβή του επί υφηγεσία, "Ο Φρειδερίκος Νίτσε Εν Τη Φιλοσοφία Του Δικαίου Και Της Πολιτείας".
     Το 1910 έρχεται να εγκατασταθεί στην Αθήνα, μαζί με τη Γαλάτεια Αλεξίου (1881-1962), παίρνει μέρος στη κίνηση για την ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Μεταφράζει Νίτσε, Μπερξόν, ΔαρβίνοΤζέημς, Μπίχνερ, Πλάτωνα. Το 1914, μέσω των δραστηριοτήτων του Εκπαιδευτικού Ομίλου γνωρίζεται με τον Σικελιανό και για 2 μήνες ταξιδεύουνε στα μοναστήρια του Αγίου Όρους. Προσπαθεί ν' ασχοληθεί βιοποριστικά με μεταλλευτικές επιχειρήσεις για ένα μήνα στη Πράστοβα της Μάνης, μαζί με τον μεταλλωρύχο Γιώργη Ζορμπά.
     Τον επόμενο χρόνο ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση, ως απεσταλμένος της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ και στη συνέχεια αλλεπάλληλα ταξίδια σε: Σοβιετική ΈνωσηΙσπανία, Ιταλία, Αίγυπτο και Σινά, ως ανταποκριτής των εφημερίδων, ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ και ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ. Το 1928, μαζί με τον ελληνορουμάνο πεζογράφο Παναΐτ Ιστράτι, τον οποίο είχε γνωρίσει τον προηγούμενο χρόνο στη Σοβιετική Ένωση, μιλάνε σε συγκέντρωση, στο Θέατρο ΑΛΑΜΠΡΑ, για τη πορεία και τις επιτεύξεις της σοσιαλιστικής επανάστασης στη Ρωσία. Οργανωτής της συγκέντρωσης ο Δημήτρης Γληνός. Ακολουθεί δικαστική δίωξη ομιλητών κι οργανωτή.
     Στο διάστημα 1929-33 συνεχή ταξίδια σε: Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία. Μεταφράζει έμμετρα τη "Θεία Κωμωδία" του Δάντη (1931) και γράφει μεγάλο μέρος των ωδών, που αργότερα θα ενσωματωθούνε στις "Τερτσίνες" (1960). Από το 1933 ως το 1944 εγκαθίσταται μόνιμα στην Αίγινα, αν κι οι απουσίες του είναι συχνές: ταξίδι σε Ιαπωνία και Κίνα (1935) και δημοσίευση των εντυπώσεών του στην ΑΚΡΟΠΟΛΗ (1938), ταξίδι στην Αγγλία (1939) και δημοσίευση των εντυπώσεών του σε βιβλίο (1941).
     Το ίδιο διάστημα πλήθος κειμένων, μεταφράσεις Ισπανών λυρικών στο περιοδικό ΚΥΚΛΟΣ (1933), γαλλική έκδοση του μυθιστορήματος "Toda-Raba", με ψευδώνυμο Νικολάι Καζάν. Έκδοση του μυθιστορήματος "Ο Βραχόκηπος" στην Ολλανδία και στη Χιλή. Δημοσίευση στη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ του πρώτου μέρους του "Φάουστ" του Γκαίτε. Έκδοση της "Θείας Κωμωδίας". Το 1942 εκφράζει την επιθυμία να πάρει μέρος στην αντίσταση. Αρχίζει τον ίδιο χρόνο να συνεργάζεται με τον Ι. Κακριδή για τη μετάφραση της "Ιλιάδας". Γράφει τα θεατρικά του, "Καποδίστριας" και "Κωνσταντίνος Παλαιολόγος".
     Το 1945 ενεργότερη συμμετοχή του στα πολιτικά πράγματα. Πρόεδρος Σοσιαλιστικής Εργατικής Ένωσης. Ονομάζεται Υπουργός 'Ανευ Χαρτοφυλακίου (26/11/45-11/1/46) στη Κυβέρνηση Σοφούλη. Προβάλλεται η υποψηφιότητά του ως Ακαδημαϊκού αλλά τελικά δεν εκλέγεται. Επίσης, ναρκοθετείται από πολιτικούς συντηρητικούς κύκλους η υποψηφιότητά του, όπως και του Σικελιανού, για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Αρχίζει μιαν ιδιαίτερα παραγωγική περίοδο, η τελευταία της ζωής του: γράφει τη τραγωδία "Σόδομα & Γόμορρα", το μυθιστόρημα "Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται", τις τραγωδίες "Χριστόφορος Κολόμβος" και "Θησέας" (1948-1949). Το 1953 τελειώνει το μυθιστόρημα "Ο Τελευταίος Πειρασμός" κι η Εκκλησία ζητά τον διωγμό του, αν και δεν έχει ακόμα κυκλοφορήσει το βιβλίο. Επίσης το Βατικανό γράφει το βιβλίο στον Πίνακα (Index) των απαγορευμένων αναγνωσμάτων.
     Στις αρχές του 1954 δημοσιεύεται στη Γαλλία το μυθιστόρημά του "Βίος & Πολιτεία Του Αλέξη Ζορμπά", το οποίο και βραβεύεται με τη διάκριση του καλύτερου ξένου βιβλίου της χρονιάς. Αποφασίζει να ταξιδέψει για φορά στη Κίνα, μέσω Πράγας και Μόσχας. Επιστρέφει, με ιδιαίτερα κλονισμένη υγεία και νοσηλεύεται στη Κοπεγχάγη και στο Φράιμπουργκ, όπου και πεθαίνει στις 26 Οκτώβρη 1957, σ' ηλικία 74 ετών.

------------------------------------------------------------------------------------------

                                             Ασκητική
Salvatores Dei

                                               Πρόλογος

     Ερχόμαστε από μια σκοτεινή άβυσσο. Καταλήγουμε σε μια σκοτεινή άβυσσο. Το μεταξύ φωτεινό διάστημα το λέμε Ζωή. Ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η επιστροφή. Ταυτόχρονα με το ξεκίνημα κι ο γυρισμός. Κάθε στιγμή πεθαίνουμε. Γι' αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της ζωής είναι ο θάνατος.
    
Μα κι ευτύς ως γεννηθούμε, αρχίζει κι η προσπάθεια να δημιουργήσουμε, να συνθέσουμε, να κάμουμε την ύλη ζωή. Κάθε στιγμή γεννιούμαστε. Γι' αυτό πολλοί διαλάλησαν: Σκοπός της εφήμερης ζωής είναι η αθανασία.

     Στα πρόσκαιρα ζωντανά σώματα τα δυο τούτα ρέματα παλεύουν:

   α) ο ανήφορος, προς τη σύνθεση, προς τη ζωή, προς την αθανασία.

   β) ο κατήφορος, προς την αποσύνθεση, προς την ύλη, προς το θάνατο.

Και τα δυο ρέματα πηγάζουν από τα έγκατα της αρχέγονης ουσίας. Στην αρχή η ζωή ξαφνιάζει, σαν παράνομη φαίνεται, σαν παρά φύση, σαν εφήμερη αντίδραση στις σκοτεινές αιώνιες πηγές, μα βαθύτερα νιώθουμε: η Ζωή είναι κι αυτή άναρχη, ακατάλυτη φόρα του Σύμπαντου.

     Αλλιώς, πούθε η περανθρώπινη δύναμη που μας σφεντονίζει από το αγέννητο στο γεννητό και μας γκαρδιώνει. φυτά, ζώα, ανθρώπους, στον αγώνα; Και τα δυο αντίδρομα ρέματα είναι άγια. Χρέος μας λοιπόν να συλλάβουμε τ' όραμα που χωράει κι εναρμονίζει τις δυο τεράστιες τούτες άναρχες, ακατάλυτες Ορμές και με τ' όραμα τούτο να ρυθμίσουμε το στοχασμό μας και την πράξη.


                                               Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ

     Ήσυχα, καθαρά, κοιτάζω τον κόσμο και λέω: Όλα τούτα που θωρώ, γρικώ, γεύουμαι, οσφραίνουμαι κι αγγίζω είναι πλάσματα του νου μου. Ο ήλιος ανεβαίνει, κατεβαίνει μέσα στο κρανίο μου. Στο ένα μελίγγι μου ανατέλνει ο ήλιος, στο άλλο βασιλεύει ο ήλιος. Τ' άστρα λάμπουν μέσα στο μυαλό μου, οι Ιδέες, οι άνθρωποι και τα ζώα βόσκουν μέσα στο λιγόχρονο κεφάλι μου, τραγούδια και κλάματα γιομώνουν τα στρουφιχτά κοχύλια των αυτιών μου και τρικυμίζουν μια στιγμή τον αγέρα. Σβήνει το μυαλό μου, κι όλα, ουρανός και γης, αφανίζουνται.
 -"Εγώ μονάχα υπάρχω!" φωνάζει ο νους. "Μέσα στα κατώγια μου, οι πέντε μου ανυφάντρες δουλεύουν, υφαίνουν και ξυφαίνουν τον καιρό και τον τόπο, τη χαρά και τη θλίψη, την ύλη και το πνέμα. Όλα ρέουν τρογύρα μου σαν ποταμός, χορεύουν, στροβιλίζουνται, τα πρόσωπα κατρακυλούν σαν το νερό, το χάος μουγκρίζει. Μα εγώ, ο Νους, με υπομονή, με αντρεία, νηφάλιος μέσα στον ίλιγγο, ανηφορίζω. Για να μην τρεκλίσω να γκρεμιστώ, στερεώνω απάνω στον ίλιγγο σημάδια, ρίχνω γιοφύρια, ανοίγω δρόμους, οικοδομώ την άβυσσο. Αργά, με αγώνα, σαλεύω ανάμεσα στα φαινόμενα που γεννώ, τα ξεχωρίζω βολικά, τα σμίγω με νόμους και τα ζεύω στις βαριές πραχτικές μου ανάγκες. Βάνω τάξη στην αναρχία, δίνω πρόσωπο, το πρόσωπο μου, στο χάος. Δεν ξέρω αν πίσω από τα φαινόμενα ζει και σαλεύει μια μυστική, ανώτερη μου ουσία. Κι ούτε ρωτώ, δε με νοιάζει. Γεννοβολώ τα φαινόμενα, ζωγραφίζω με πλήθια χρώματα φανταχτερά, γιγάντιο ένα παραπέτασμα μπροστά από την άβυσσο. Μη λες: "Αναμέρισε το παραπέτασμα, να δω την εικόνα!" Το παραπέτασμα, αυτό είναι η εικόνα. Είναι ανθρώπινο έργο, πρόσκαιρο, παιδί δικό μου, το βασίλειο μου ετούτο. Μα είναι στέρεο, άλλο στέρεο δεν υπάρχει, και μέσα στην περιοχή του μονάχα μπορώ γόνιμα να σταθώ, να χαρώ και να δουλέψω. Είμαι ο αργάτης της άβυσσος. Είμαι ο θεατής της άβυσσος. Είμαι η θεωρία κι η πράξη. Είμαι ο νόμος. Όξω από μένα τίποτα δεν υπάρχει".

     Χωρίς μάταιες ανταρσίες να δεις και να δεχτείς τα σύνορα του ανθρώπινου νου, και μέσα στ' αυστηρά τούτα σύνορα αδιαμαρτύρητα, ακατάπαυτα να δουλεύεις. Να ποιο είναι το πρώτο σου χρέος.

     Με αντρεία, με σκληρότητα στερέωσε πάνω στο σαλευόμενο χάος το καταστρόγγυλο, το καταφώτιστο αλώνι του νου, ν' αλωνίσεις, να λιχνίσεις, σα νοικοκύρης, τα σύμπαντα. Καθαρά να ξεχωρίσεις κι ηρωικά να δεχτείς τις πικρές γόνιμες τούτες, ανθρώπινες, σάρκα από τη σάρκα μας, αλήθειες:

   α) Ο νους του ανθρώπου φαινόμενα μονάχα μπορεί να συλλάβει, ποτέ την ουσία.

   β) Κι όχι όλα τα φαινόμενα, παρά μονάχα τα φαινόμενα της ύλης.

   γ) Κι ακόμα στενώτερα: όχι καν τα φαινόμενα τούτα της ύλης, παρά μονάχα τους μεταξύ τους συνειρμούς.

   δ) Κι οι συνειρμοί τούτοι δεν είναι πραγματικοί, ανεξάρτητοι από τον άνθρωπο. Είναι κι αυτοί γεννήματα του ανθρώπου.

   ε) Και δεν είναι οι μόνοι δυνατοί ανθρώπινοι, παρά μονάχα οι πιο βολικοί για τις πραχτικές και νοητικές του ανάγκες.

     Μέσα στα σύνορα τούτα, ο νους είναι ο νόμιμος απόλυτος μονάρχης. Καμιά άλλη εξουσία στο βασίλειο του δεν υπάρχει. Αναγνωρίζω τα σύνορα τούτα, τα δέχουμαι μ' εγκαρτέρηση, γενναιότητα κι αγάπη, κι αγωνίζουμαι μέσα στην περιοχή τους άνετα σα να 'μουν ελεύτερος.

     Υποτάζω την ύλη, την αναγκάζω να γίνει καλός αγωγός του μυαλού μου. Χαίρουμαι τα φυτά, τα ζώα, τους ανθρώπους, τους θεούς σαν παιδιά μου. Όλο το Σύμπαντο το νιώθω να σοφιλιάζει απάνω μου και να με ακολουθάει σα σώμα. Σε άξαφνες φοβερές στιγμές αστράφτει μέσα μου:
 -"Όλα τούτα είναι παιχνίδι σκληρό και μάταιο,
δίχως αρχή, δίχως τέλος, δίχως νόημα".
     Μα ξαναζεύουμαι, πάλι, γοργά στον τροχό της ανάγκης
κι όλο το Σύμπαντο ξαναρχινάει γύρα τρογύρα μου την περιστροφή του.

     Πειθαρχία, να η ανώτατη αρετή. Έτσι μονάχα σοζυγιάζεται η δύναμη με την επιθυμία και καρπίζει η προσπάθεια του ανθρώπου.
    
Να πως με σαφήνεια και με σκληρότητα να καθορίζεις την παντοδυναμία του νου μέσα στα φαινόμενα και την ανικανότητα του νου πέρα από τα φαινόμενα, πριν να κινήσεις για τη λύτρωση. Αλλιώς δεν μπορείς να λυτρωθείς.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ

     Δε δέχουμαι τα σύνορα, δε με χωρούν τα φαινόμενα, πνίγουμαι! Την αγωνία τούτη βαθιά, αιματερά να τη ζήσεις, είναι το δεύτερο χρέος.

     Ο νους βολεύεται, έχει υπομονή, του αρέσει να παίζει, μα η καρδιά αγριεύει, δεν καταδέχεται αυτή να παίξει, πλαντάει και χιμάει να ξεσκίσει το δίχτυ της ανάγκης. Να υποτάξω τη γης, το νερό, τον αγέρα, να νικήσω τον τόπο και τον καιρό, να νιώσω με ποιους νόμους αρμολογούνται κι έρχουνται και ξανάρχουνται οι αντικαθρεφτισμοί που ανεβαίνουν από την πυρωμένην έρημο του νου, τι αξίαν έχει; Ένα μονάχα λαχταρίζω: Να συλλάβω τι κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα, τι είναι το μυστήριο που με γεννάει και με σκοτώνει, κι αν πίσω από την ορατή ακατάπαυτη ροή του κόσμου κρύβεται μια αόρατη ασάλευτη παρουσία. Αν ο νους δεν μπορεί, δεν είναι έργο του να επιχειρήσει πέρα από τα σύνορα την ηρωικήν απελπισμένην έξοδο, να 'ταν να μπορούσε η καρδιά μου! Πέρα! Πέρα! Πέρα! Πέρα από τον άνθρωπο ζητώ το αόρατο μαστίγι που τον βαράει και τόνε σπρώχνει στον αγώνα. Πέρα από τα ζώα ενεδρεύω να δω το πρόσωπο το αρχέγονο που μάχεται δημιουργώντας, συντρίβοντας, ξαναχύνοντας τις αρίφνητες μάσκες να τυπωθεί στο ρεούμενο κρέας. Πέρα από τα φυτά αγωνίζουμαι να ξεχωρίσω τα πρώτα παραπατήματα του Αόρατου μέσα στη λάσπη. Μια προσταγή μέσα μου:

 -Σκάψε! Τί βλέπεις;

 -Ανθρώπους και πουλιά, νερά και πέτρες!

 -Σκάψε ακόμα! Τί βλέπεις;

 -Ιδέες κι ονείρατα, αστραπές και φαντάσματα.

 -Σκάψε ακόμα! Τί βλέπεις;

 -Δε βλέπω τίποτα! Νύχτα βουβή, πηχτή σα θάνατος. Θα 'ναι ο θάνατος.

 -Σκάψε ακόμα!

 -Αχ! Δεν μπορώ να διαπεράσω το σκοτεινό μεσότοιχο! Φωνές γρικώ και κλάματα, φτερά γρικώ στον άλλον όχτο!

 -Μη κλαις! Μη κλαις! Δεν είναι στον άλλον όχτο! Οι φωνές, τα κλάματα και τα φτερά είναι η καρδιά σου!

     Πέρα από το νου, στον ιερό γκρεμό της καρδιάς, ακροποδίζω τρέμοντας. Το ένα μου πόδι αδράχνεται από το σίγουρο χώμα, το άλλο ψάχνει στα σκοτεινά απάνω από την άβυσσο. Ψυχανεμίζουμαι πίσω απ' όλα τούτα τα φαινόμενα μια μαχόμενη ουσία. Θέλω να σμίξω μαζί της. Ψυχανεμίζουμαι πως κι η μαχόμενη ουσία πολεμάει πίσω από τα φαινόμενα να σμίξει με την καρδιά μου. Μα το σώμα στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει. Ο νους στέκεται ανάμεσα και μας χωρίζει.

     Ποιό είναι το χρέος μου; Να συντρίψω το σώμα, να χυθώ να σμίξω με τον Αόρατο. Να σωπάσει ο νους, ν' ακούσω τον Αόρατο να φωνάζει.

     Περπατώ στ' αφρόχειλα της άβυσσος και τρέμω. Δυο φωνές μέσα μου παλεύουν.

     O νους:
 -"Γιατί να χανόμαστε κυνηγώντας το αδύνατο; Μέσα στον ιερό περίβολο των πέντε
αιστήσεων χρέος μας ν' αναγνωρίσουμε τα σύνορα του ανθρώπου".

     Μα μια άλλη μέσα μου φωνή, ας την πούμε έχτη δύναμη, ως την πούμε καρδιά, αντιστέκεται και φωνάζει:
 -"Όχι! Όχι! Ποτέ μην αναγνωρίσεις τα σύνορα του ανθρώπου! Να σπας τα σύνορα! Ν'
αρνιέσαι ό,τι θωρούν τα μάτια σου! Να πεθαίνεις και να λες: Θάνατος δεν υπάρχει"!

     Ο νους:
 -"Λαγαρό κι ανέλπιδο είναι το μάτι μου και θεάται τα πάντα. Η ζωή είναι ένα παιχνίδι, μια
παράσταση που δίνουν οι πέντε θεατρίνοι του κορμιού μου. Κοιτάζω με απληστία, με ανείπωτη περιέργεια, και δεν έχω την αφέλεια του χωριάτη να πιστέψω, και ν' ανέβω πάνω στη σκηνή επεμβαίνοντας στην αιματερή κωμωδία. Είμαι ο θαματοποιός φακίρης που ακίνητος, καθούμενος στο σταυροδρόμι των αιστήσεων, θεάται να γεννιέται και ν' αφανίζεται ο κόσμος, θεάται τα πλήθη να σαλεύουν και να φωνάζουν στα πολύχρωμα μονοπάτια της ματαιότητας. Καρδιά, απλοϊκή καρδιά, γαλήνεψε κι υποτάξου"!

     Μα η καρδιά ανατινάζεται και φωνάζει:
 -"Είμαι ο χωριάτης και πηδώ απάνω στη σκηνή κι
επεμβαίνω στην πορεία του κόσμου! Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύουμαι! Ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι".
    
Ρωτώ, ξαναρωτώ χτυπώντας το χάος: Ποιος μας φυτεύει στη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Ποιος μας ξεριζώνει από τη γης ετούτη χωρίς να μας ζητήσει την άδεια; Είμαι ένα πλάσμα εφήμερο, αδύναμο, καμωμένο από λάσπη κι ονείρατα. Μα μέσα μου νογώ να στροβιλίζουνται όλες οι δυνάμες του Σύμπαντου. Θέλω μια στιγμή, προτού με συντρίψουν, ν' ανοίξω τα μάτια μου και να τις δω. 'Αλλο σκοπό δε δίνω στη ζωή μου. Θέλω να βρω μια δικαιολογία για να ζήσω και να βαστάξω το φοβερό καθημερινό θέαμα της αρρώστιας, της ασκήμιας, της αδικίας και του θανάτου. Ξεκίνησα από ένα σκοτεινό σημείο, τη Μήτρα. Οδεύω σ' ένα άλλο σκοτεινό σημείο, το Μνήμα. Μια δύναμη με σφεντονάει μέσα από το σκοτεινό βάραθρο. μια άλλη δύναμη με συντραβάει ακατάλυτα στο σκοτεινό βάραθρο. Δεν είμαι ο κατάδικος που τον πότισαν κρασί για να θολώσει το μυαλό του. με λαγαρά τα φρένα, νηφάλιος, δρασκελώ το ανάμεσα στους δυο γκρεμούς μονοπάτι. Και μάχουμαι πως να γνέψω στους συντρόφους, προτού πεθάνω. Να τους δώσω το χέρι μου, να προφτάσω να συλλαβίσω και να τους ρίξω έναν ακέραιο λόγο. Να τους πω τι φαντάζουμαι πως είναι τούτη η πορεία και κατά που ψυχανεμίζουμαι πως πάμε. Και πως ανάγκη να ρυθμίσουμε όλοι μαζί το περπάτημα και την καρδιά μας.

     Ένα σύνθημα, σα συνωμότες, ένα λόγο απλό να προφτάσω να πω στους συντρόφους! Ναι, σκοπός της Γης δεν είναι η ζωή, δεν είναι ο άνθρωπος. έζησε χωρίς αυτά, θα ζήσει χωρίς αυτά. Είναι σπίθες εφήμερες της βίαιης περιστροφής της. Ας ενωθούμε, ας πιαστούμε σφιχτά, ας σμίξουμε τις καρδιές μας, ας δημιουργήσουμε εμείς, όσο βαστάει ακόμα η θερμοκρασία τούτη της Γης, όσο δεν έρχουνται σεισμοί, κατακλυσμοί, πάγοι, κομήτες να μας εξαφανίσουν, ας δημιουργήσουμε έναν εγκέφαλο και μιαν καρδιά στη Γης, ας δώσουμε ένα νόημα ανθρώπινο στον υπερανθρώπινον αγώνα!
     Τούτη η αγωνία είναι το δεύτερο χρέος.

                                     Συνεχίζεται...Εδώ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers