-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

(( Θαρρ δεν εμαι παρ τοτο:
                        μια απροσκνητη ψυχ. ))


    Βιογραφικ

     Ο Νκος Καζαντζκης απ τους μεγαλτερους σγχρονους λληνες Λογοτχνες Διανοητς, τανε συγγραφας, δημοσιογρφος, πολιτικς, μουσικς, ποιητς και φιλσοφος, με πλοσιο λογοτεχνικ, ποιητικ και μεταφραστικ ργο. Αναγνωρζεται ως νας απ τους σημαντικτερους σγχρονους λληνες λογοτχνες κι ως ο περισστερο μεταφρασμνος παγκοσμως. γινε ακμη γνωσττερος μσω της κινηματογραφικς απδοσης των ργων του Ο Χριστς ξανασταυρνεται, Βος και Πολιτεα του Αλξη Ζορμπ κι Ο Τελευταος Πειρασμς. ταν νας απ τους πιο σεβαστος απ το λα κι απ τους πλον αναγνωρισμνους στο εξωτερικ συγγραφες. Απ το 1945 ως το 1948 ταν πρεδρος της Εταιρας Ελλνων Λογοτεχνν.
     Γεννθηκε στο Ηρκλειο Κρτης, στις 18 Φλεβρη 1883, Παρασκευ των ψυχν κι λοι επαν τι θα γιντανε δεσπτης, σε μιαν εποχ μλιστα στην οποα το νησ αποτελοσε ακμη τμμα της Οθωμανικς Αυτοκρατορας. Ο πατρας του, Μιχλης Καζαντζκης (1856–1932), με καταγωγ απ τους Βαρβρους (σημεριν Μυρτι, που βρσκεται και το Μουσεο Καζαντζκη), ταν μπορος γεωργικν προντων και κρασιο κι αργτερα μελλε να γνει μα απ τις πηγς μπνευσης για τον Καπετν Μιχλη, στο ομνυμο μυθιστρημα του γιου του. Μεγλωσε σε περιβλλον αυστηρ θρησκευτικ κι υπερπατριωτικ, με το ραμα της απελευθρωσης της Κρτης απ τους Τορκους. Η μητρα του Μαρα Χριστοδουλκη (1862–1932), με καταγωγ απ το χωρι Ασσυρτοι, -το σημεριν Κρυονρι του Δμου Μυλοποτμου στο νομ Ρεθμνου. Εχε 2 αδελφς, την Αναστασα (1884) και την Ελνη (1887) κι ναν αδελφ, το Γιργο (1890), που πθανε σε βρεφικ ηλικα. Στο Ηρκλειο λαβε τη στοιχειδη μρφωση κι πειτα το 1897 γρφτηκε στη Γαλλικ Εμπορικ Σχολ του Τμιου Σταυρο στη Νξο, που διδχθηκε τη γαλλικ και την ιταλικ γλσσα κι ρθε σε 1η επαφ με τον δυτικ πολιτισμ. Το 1899 επστρεψε στο Ηρκλειο κι ολοκλρωσε τις γυμνασιακς σπουδς του.
     Σε μα σχολικ παρσταση παιξε το ρλο του Κροντα στη τραγωδα του Σοφοκλ, Οιδπους Τραννος. Η αναζτηση του νοματος της ζως ταν η δικ του εσωτερικ επανσταση στο κατεστημνο: "Να διαταρξω τη τξη συντρβωντας το πρωτκολλο ξεστρατζοντας απ τους προγνους. Να αλητψω στ' απαγορευμνα, στις αγρωχες κι επικνδυνες περιοχς του αββαιου. Να δεχτ ατραχος -ακμη πιτερο: σαν ευλογα- τη κατρα του πατρα και της μνας. Να χω το θρρος να εμαι μνος".

---<---<---@
Και ποι εναι η πιο αψηλ εντολ; Ν' αρνηθες λες τις παρηγορις -θεος, πατρδες, ηθικς, αλθειες- ν' απομενεις μνος και ν' αρχσεις να πλθεις εσ με μοναχ τη δναμ σου, να κσμο που να μη ντροπιζει τη καρδι σου. Ποι 'ναι η πιο αντρκεια χαρ; Ν' αναλαβανεις τη πσα ευθνη.
---<---<---@

        Τις εγκκλιες σπουδς του κανε στην ιδιατερη πατρδα του και στη Νξο, που κατ τη 2eτα 1897-9 εχε καταφγει η οικογνει του, λγω της κρητικς εξγερσης εναντον των τουρκικν δυνμεων κατοχς. Το 1902 ρθε στην Αθνα κι ρχισε να φοιτ στη Νομικ. Αποφοτησε με ριστα και στο πτυχο του μλιστα φανεται κι η υπογραφ του Κωστ Παλαμ, που τανε γραμματας στο πανεπιστμιο, θση μα και μοναδικ ττε. Συνχισε τις μεταπτυχιακς σπουδς του στο Παρσι, που και συνντησε τον ναν απ τους 3 μεγλους δασκλους του, τον Henri Bergson -οι λλοι 2 ταν ο μηρος κι ο Dante. Ο Bergson το ενπνευσε το ραμα της προσωπικς λτρωσης του ανθρπου απ τα δεσμ και τα πρπει χωρς την αναμον μιας μεταθαντιας δικαωσης. "Σωτηρα δεν υπρχει", λεγε. "Οι νθρωποι, ο καθνας χωριστ, λυτρνουν το θε τους, γνονται Σωτρες του Θεο. Εσαι ελεθερος νθρωπος, χι μισθοφρος. Να παλεεις χωρς να καταδχεσαι να ζητς ανταμοιβ, αυτ εναι η αληθιν ελευθερα". Τον διο χρνο με το πτυχο, αρχζει ουσιαστικ η σταδιοδρομα του στα γρμματα και στη σκψη. Συνεργζεται με το περιοδικ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ και την εφημερδα ΑΚΡΟΠΟΛΙΣ, που δημοσιεει χρονογραφματα με το ψευδνυμο Ακρτας.



     Το 1906 δημοσιεεται και το 1ο βιβλο του, φις & Κρνο, με το ψευδνυμο Κρμα Νιρβαμ, για να ακολουθσουνε την δια χρονι το δοκμιο Η Αρρστια του Αινος κι πειτα το θεατρικ ργο Ξημερνει. Το τελευταο το υπβαλε στον Παντελδειο Δραματικ Αγνα κι επαινθηκε, δχως μως οτε αυτ οτε καννα λλο εκενη τη χρονι να βραβευθε. Την επμενη χρονι υπβαλε ανεπιτυχς κι αυτ τη φορ 2 ακμη θεατρικ του ργα στον διο διαγωνισμ, το ως πτε;, το οποο παινθηκε, και το Φασγ, εν γραψε κι να μυθιστρημα, τις Σπασμνες Ψυχς. Ακολουθσανε 2 ακμη θεατρικ ργα, η μονπρακτη τραγωδα Κωμωδα και το Η Θυσα, το οποο δημοσιεθηκε αργτερα με τον ττλο Ο Πρωτομστορας. Το τελευταο υποβλθηκε το 1910 στον Λασσνειο Δραματικ Αγνα και κρδισε το 1ο βραβεο, εν διασκευστηκε και σε λιμπρτο απ τον Μανλη Καλομορη ο οποος το μελοποησε σε περα.
    Παρλληλα αρθρογραφοσε σε διφορες εφημερδες και περιοδικ με τα ψευδνυμα Ακρτας, Κρμα Νιρβαμ και Πτρος Ψηλορετης, εν το 1907 ξεκνησε μεταπτυχιακς σπουδς στο Παρσι. Σημαντικ επδραση στον Καζαντζκη εχαν οι διαλξεις του Ανρ Μπεργκσν, τις οποες παρακολουθοσε και τον οποο παρουσασε στην Αθνα με να δοκμι του το 1912, H. Bergson. Το 1909 επστρεψε στην Ελλδα κι εξδωσε στο Ηρκλειο τη διατριβ του επ υφηγεσα Ο Φρειδερκος Ντσε εν τη Φιλοσοφα του Δικαου και της Πολιτεας. Το 1910 εγκαταστθηκε μνιμα στην Αθνα και το 1911 παντρετηκε τη Γαλτεια Αλεξου, στην εκκλησα του Αγου Κωνσταντνου, στο νεκροταφεο Ηρακλεου κι αυτ γιατ φοβτανε τον πατρα του, που δεν την θελε για νφη.. Στον Α Βαλκ. Πλ., το 1912, κατατχθηκε εθελοντς, αλλ τελικ διορστηκε στο γραφεο του πρωθυπουργο Ελευθερου Βενιζλου.
    Απ το 1907 ως το 1909 εναι εγκατεστημνος στο Παρσι για αντερες σπουδς στα νομικ. Παρλληλα παρακολουθε μαθματα του Ανρ Μπερξν, απ τον οποο κι επηρεστηκε βαθτατα. Επιστρφοντας δημοσιεει σε συνχειες (30/8/1909-7/2/10), στο περιοδικ ΝΟΥΜΑΣ, τις Σπασμνες Ψυχς. Ακμα, κριτικ μελετματα στα περιοδικ ΝΕΑ ΖΩΗ της Αλεξνδρειας και ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΑ.
 Το 1910 ρχεται να εγκατασταθε στην Αθνα, μαζ με τη Γαλτεια Αλεξου (1881-1962), παρνει μρος στη κνηση για την δρυση του Εκπαιδευτικο Ομλου. Μεταφρζει Ντσε, Μπερξν, ΔαρβνοΤζημς, Μπχνερ, Πλτωνα. Ο Παντελς Πρεβελκης, φλος και βιογρφος του, θεωρε πως ττε ναψε κι η 1η σπθα που θα δινε πειτα απ 24 χρνια την Οδσεια. Το 1914, μσω των δραστηριοττων του Εκπαιδευτικο Ομλου γνωρζεται με τον Σικελιαν συνπτουνε φιλα και μαζ ταξιδεουνε το γιον ρος που διμειναν περπου 40 μρες, εν περιηγθηκαν και σε πολλ ακμη μρη της Ελλδας αναζητντας "τη συνεδηση της γης και της φυλς τους": Αθνα, Ελευσνα, Δελφο, Κρινθος, Μυκνες, ργος, Τεγα, Σπρτη, Μυστρς κ.α.. Προσπαθε ν' ασχοληθε βιοποριστικ με μεταλλευτικς επιχειρσεις για να μνα στη Πρστοβα της Μνης, μαζ με τον μεταλλωρχο Γιργη Ζορμπ.
    Το 1922 επισκφτηκε τη Βιννη, που ρθε σε επαφ με το ργο του Σγκμουντ Φρυντ και τις βουδιστικς γραφς. Επισκφθηκε ακμη τη Γερμανα, εν το 1924 μεινε 3 μνες στην Ιταλα. Τη περοδο 1923–1926 πραγματοποησε επσης αρκετ δημοσιογραφικ ταξδια στη Σοβιετικ νωση, τη Παλαιστνη, τη Κπρο και την Ισπανα, που του παραχρησε συνντευξη ο δικττορας Πρμο ντε Ριβρα. Τον Οκτβρη του 1926 πγε στη Ρμη και πρε συνντευξη απ τον Μπεντο Μουσολνι. Επσης, εργστηκε ως ανταποκριτς των εφημερδων Ακρπολις, Ελεθερος Λγος, Ελεθερος Τπος, Η Καθημεριν κ.. Εχε, ββαια, γνωριστε με την Ελνη Σαμου, το 1924 (το διαζγιο με τη Γαλτεια εκδθηκε το 1926), με την οποα ζησε 21 χρνια χωρς γμο. Παντρετηκαν το 1945 κι αυτ γιατ με τον καλ του φλο, το Σικελιαν και τη 2η γυνακα του, θα πγαιναν στις ΗΠΑ. Το 1925 συνελφθη στο Ηρκλειο της Κρτης, αλλ κρατθηκε μνο για 24 ρες, επειδ απ το 1924 εχε αναλβει τη πνευματικ ηγεσα μιας κομμουνιστικς οργνωσης δυσαρεστημνων προσφγων και παλαιμχων απ τη Μικρασιατικ εκστρατεα. Αυτ το επεισδιο αναφρεται κι απ τον Πρεβελκη και την λλη Αλεξου.  Το 1927 εκδδει την Ασκητικ και το 1928, μαζ με τον ελληνορουμνο πεζογρφο Πανατ Ιστρτι, τον οποο εχε γνωρσει τον προηγομενο χρνο στη Σοβιετικ νωση, μιλνε σε συγκντρωση, στο Θατρο ΑΛΑΜΠΡΑ, για τη πορεα και τις επιτεξεις της σοσιαλιστικς επανστασης στη Ρωσα. Οργανωτς της συγκντρωσης ο Δημτρης Γληνς. Ακολουθε δικαστικ δωξη ομιλητν κι οργανωτ.
     Η δκη ορσθηκε στις 3 Απρλη, αναβλθηκε μερικς φορς και δεν γινε ποτ. Τον Απρλη ξαναβρθηκε στη Ρωσα, που γρφει να κινηματογραφικ σενριο για το ρωσικ κινηματογρφο με θμα απ τη Ελληνικ Επανσταση του 1821, Το Κκκινο Μαντλι. Τον Μη του 1929 απομονθηκε σε αγρκτημα στη Τσεχοσλοβακα, που ολοκλρωσε στα Γαλλικ τα μυθιστορματα Τντα-Ρμπα (Toda-Raba, μετονομασα του αρχικο ττλου Moscou a crié) και Kapétan Élia. Τα ργα αυτ εντσσονταν στη προσπθει του να καταξιωθε διεθνς ως συγγραφας. Η γαλλικ κδοση του μυθιστορματος Toda-Raba γινε με το ψευδνυμο Nikolaï Kazan. Το 1930 θα δικαζτανε, πλι, για αθεσμ, για την Ασκητικ. Η δκη ορσθηκε για τις 10 Ιουνου, αλλ κι αυτ δεν γινε ποτ.

---<---<---@
Γιατ το Φως εναι να, αδιαρετο κι οπουδποτε νικσει νικηθε, νικει και νικιται και μσα σου.
---<---<---@

     Στο διστημα 1929-33 συνεχ ταξδια σε: Γερμανα, Γαλλα, Ισπανα. To 1931 επστρεψε στην Ελλδα κι εγκαταστθηκε εκ νου στην Αγινα, που ανλαβε τη συγγραφ ενς γαλλοελληνικο λεξικο. Μεταφρζει μμετρα τη "Θεα Κωμωδα" του Δντη (1931) και γρφει μεγλο μρος των ωδν, που αργτερα θα ενσωματωθονε στις "Τερτσνες" (1960). Απ το 1933 ως το 1944 εγκαθσταται μνιμα πλον στην Αγινα, αν κι οι απουσες του εναι συχνς: ταξδι σε Ιαπωνα και Κνα (1935) και δημοσευση των εντυπσεν του στην ΑΚΡΟΠΟΛΗ (1938), ταξδι στην Αγγλα (1939) και δημοσευση των εντυπσεν του σε βιβλο (1941).



     Το διο διστημα δημοσιεει, πλθος κειμνων και μεταφρσεις Ισπανν λυρικν στο περιοδικ ΚΥΚΛΟΣ (1933). κδοση του μυθιστορματος Ο Βραχκηπος στην Ολλανδα και στη Χιλ. Δημοσευση στη ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ του 1ου μρους του "Φουστ" του Γκατε. κδοση της Θεας Κωμωδας. Το 1942 εκφρζει την επιθυμα να πρει μρος στην αντσταση. Αρχζει τον διο χρνο να συνεργζεται με τον Ι. Κακριδ για τη μετφραση της Ιλιδας. Γρφει τα θεατρικ Καποδστριας και Κωνσταντνος Παλαιολγος. Το 1945 ενεργτερη συμμετοχ του στα πολιτικ πργματα. Πρεδρος Σοσιαλιστικς Εργατικς νωσης. Ονομζεται Υπουργς 'Ανευ Χαρτοφυλακου (26/11/45-11/1/46) στη Κυβρνηση Σοφολη. Προβλλεται η υποψηφιτητ του ως Ακαδημακο αλλ τελικ δεν εκλγεται για 2 ψφους.  Το Νομβρη του 1945 παντρετηκε την Ελνη Σαμου, στον ι-Γιργη τον Καρτση, με κουμπρους τον γγελο και την ννα Σικελιανο. Επσης, ναρκοθετεται απ πολιτικος συντηρητικος κκλους η υποψηφιτητ του, πως και του Σικελιανο, για το Βραβεο Νμπελ Λογοτεχνας. Αρχζει μιαν ιδιατερα παραγωγικ περοδο, η τελευταα της ζως του: γρφει τη τραγωδα Σδομα & Γμορρα, το μυθιστρημα Ο Χριστς Ξανασταυρνεται, τις τραγωδες Χριστφορος Κολμβος και Θησας (1948-1949). Το 1952 μια μλυνση στο μτι τον υποχρωσε να νοσηλευτε για μεγλο διστημα στην Ολλανδα και το Παρσι, χωρς ωστσο αποτλεσμα. Η μλυνση τανε προχωρημνη, με αποτλεσμα να χσει τελικ την ραση απ το δεξ του μτι.
     Το 1953 τελεινει το μυθιστρημα Ο Τελευταος Πειρασμς κι η Εκκλησα ζητ τον διωγμ του, αν και δεν χει ακμα κυκλοφορσει το βιβλο. Επσης το Βατικαν γρφει το βιβλο στον Πνακα (Index) των απαγορευμνων αναγνωσμτων.
Την δια εποχ κι η Ορθδοξη Εκκλησα επιχειρε τη δωξ του για ιεροσυλα επικαλομενη ορισμνες σελδες του Καπετν Μιχλη κι ολκληρο τον Τελευταο Πειρασμ. Ο διος, απαντντας στην απειλ, γρφει στους ιερρχες: "Μου δσατε μα κατρα, γιοι πατρες, σας δνω κι εγ μα ευχ: σας εχομαι να 'ναι η συνεδησ σας τσο καθαρ σο εναι η δικ μου και να 'στε ηθικο και θρσκοι σο εμαι εγ". Ανλογη ταν η απντησ του και προς το Βατικαν: "Adtuum, Domine, tribunal appello". (Στο δικαστρι Σου, Κριε, ασκ φεση). Τελικ με παρμβαση του Πατριρχη Αθηναγρα που 'χε δηλσει τι τα ργα του συγγραφα κοσμονε τη πατριαρχικ βιβλιοθκη, η Εκκλησα δε θα προχωρσει στον αφορισμ. 
Αποφασζει να ταξιδψει για φορ στη Κνα, μσω Πργας και Μσχας. Δυστυχς η υγεα του χει κλονιστε ιδιατερα εκε στη Κνα, γιατ πρεπε να εμβολιαστε για ευλογι και χολρα. Το εμβλιο, μως, κακοφρμισε και του γρισε σε γγγραινα και με ξοδα της κυβρνησης της Κνας μεταφρθηκε πρτα στη Κοπεγχγη της Δανας κι στερα στο Φριμπουρκ (Freiburg im Breisgau) της Γερμανας για νοσηλεα. Η δυνατ του κρση βοθησε στη θεραπεα της γγγραινας. Προσβλθηκε, μως, απ ασιατικ γρπη, βαρεις μορφς, που τον οδγησε τελικ στο θνατο. Εντοτοις, σμφωνα με λλες μαρτυρες, εχε εμφανιστε λευχαιμα στον Καζαντζκη κατ το χειμνα του 1938, 19 χρνια πριν απ' το τλος του και λγεται πως αυτ ταν η αιτα να γνει λη αυτ η επιβρυνση, σε συνδυασμ φυσικ με τη γρππη. Τελικ εκε στο Φριμπουργκ πεθανει στις 26 Οκτβρη 1957, σ' ηλικα 74 ετν. Η σορς του μεταφρθηκε στην Αθνα, αλλ η Εκκλησα της Ελλδος αρνθηκε να την εκθσει σε λακ προσκνημα. Το προσκνημα γινε, τελικ, στον μητροπολιτικ να του Ηρακλεου. Δεν εψλλει νεκρσιμος ακολουθα, αλλ πλθος κσμου ακολοθησε το νεκρ στη ταφ του, στα ενετικ τεχη της πλης. Αργτερα, στον τφο του θα χαραχθε η επιγραφ που ο διος εχε επιλξει:

---<---<---@
Δεν ελπζω τποτα. Δεν φοβομαι τποτα. Εμαι λφτερος.
---<---<---@



      Tαξδεψε σο λγοι: κανε πολμηνα ταξδια σε Ρωσα, Ιαπωνα, Κνα, Γαλλα, Γερμανα, Αυστρα, Αγυπτο, Νξο, Αθνα, Παρσι, γιον ρος, Κακασο, Κπρο, Παλαιστνη, Σιν, Τσεχοσλοβακα, Αγγλα, Ολλανδα, Γιουγκοσλαβα, Ελβετα, Ιταλα κι Ισπανα, που παρακολοθησε τον εμφλιο πλεμο ως ανταποκριτς της Καθημερινς κι ζησε μεγλα διαστματα της ζως του σε Βιννη, Βερολνο, Λονδνο, Παρσι, και τη γαλλικ Αντμπ. Εμπνεστηκε απ τα ταξδια του, κατγραψε τις εμπειρες του, γινε πολτης του κσμου. Ωστσο, πως
συνθιζε να λει, "που πω κρατ πντα ανμεσα στα δντια μου, σα φλλο δφνης, την Ελλδα".
    Υπρξε μεγλος στοχαστς του καιρο του. Τποτα δεν τον ικανοποιοσε. Βρισκτανε σε συνεχ αναζτηση. Εργαζταν ακατπαυστα, μρα και νχτα, γρφοντας και ξαναγρφοντας, μεταφρζοντας, μελετντας. Για μεγλα διαστματα απομονωντανε για να εργαστε -συχν στο γιον ρος, που το επισκφθηκε 1η φορ το 1914 με το Σικελιαν ταν ονειρεονταν να δημιουργσουν μια καινοργια θρησκεα, σ' να αγρκτημα στη Τσεχοσλοβακα, στη Πομπηα την Αγινα, που απκτησε 1η φορ σταθερ κατοικα. Πστευε πντα πως "μια απ τις πιο νμιμες χαρς του ανθρπου εναι να μοχτει και να βλπει πως ο μχτος του φρνει καρπ".
    τανε βαθτατα πολιτικοποιημνος. Λτρης του ορματος της Μεγλης Ελλδας, συνεργστηκε με το Βενιζλο ως τη Μικρασιατικ Καταστροφ. Εκε, τον θερησε υπεθυνο κι απογοητευμνος αποσρθηκε. Το 1922 στρφηκε στο σοσιαλισμ κι δρυσε τη 1η Πολιτικ Σοσιαλιστικ Ομδα στο Ηρκλειο, μ' μβλημα το τρπτυχο Ελευθερα-Δημοκρατα-Σοσιαλισμς. κανε επανειλημμνα ταξδια στη Ρωσα, σκφτηκε να εγκατασταθε μνιμα εκε, γραψε σενρια για τη Ρωσικ Επανσταση και τον Λνιν κι αντιμετπισε δωξη στην Αθνα ως οργανωτς, με το Γλην και κεντρικς ομιλητς, με τον Πανατ Ιστρτι, σε μια μεγλη συγκντρωση για το σοβιετικ περαμα. Αργτερα, μετ την Απελευθρωση, θα ηγηθε ενς μικρο κμματος με τη φιλοδοξα να ενσει λες τις ομδες της μη κομμουνιστικς Αριστερς, με την οποα βρισκταν δη σε ρξη. Οι συνεντεξεις που πρε ως δημοσιογρφος απ τον Ισπαν δικττορα Πρμο ντε Ριβρα, τον Ιταλ Μπεντο Μουσολνι το 1926, κι απ τον στρατηγ Φρνκο στη διρκεια του ισπανικο εμφλιου πολμου, γναν αιτα να αντιμετωπσει επικρσεις.
     Αξιζει εδ στο τλος να μνημονψω πως προτθηκε 9 χρονις για το Βραβεο Νμπελ, με συνολικ 14 διαφορετικς προτσεις:

 * Το 1947, απ τον καθηγητ της Φιλοσοφικς Σχολς του Πανεπιστημου Αθηνν Νκο Βη, που εχε προτενει, την δια χρονι, για βρβευση και τον γγελο Σικελιαν, με διαφορετικ πρταση

 * Το 1950, απ τον Γιλμαρ Γκολμπεργκ (Hjalmar Gullberg) της Σουηδικς Ακαδημας, σε μια κοιν πρταση με τον γγελο Σικελιαν

 * Το 1951, με 2 διαφορετικς προτσεις απ τον Σουηδ συγγραφα Σγκφριντ Σβερτζ (Sigfrid Siwertz) μια απ κοινο με τον Σικελιαν και μια μνο του


 * Το 1952, απ την νωση Νορβηγν Συγγραφων


 * Το 1953, απ τον Χανς Χιμπεργκ (Hans Heiberg), πρεδρο της νωσης Νορβηγν Συγγραφων


 * Το 1954, απ τον Χνρυ λσον (Henry Olsson), της Σουηδικς Ακαδημας


 * Το 1955, με 2 προτσεις, μια απ τον καθηγητ Λρεντζ κχοφ (Lorentz Eckhoff) του πανεπιστημου του σλο και μια απ την Εταιρεα Ελλνων Λογοτεχνν


 * Το 1956, με 3 προτσεις, μια την Εταιρεα Ελλνων Λογοτεχνν, μια απ τον καθηγητ Γιοχννες Αντρασον Ντλε (Johannes Andreasson Dale) του Πανεπιστημου του σλο (προτενοντας στην δια πρταση και τον Ρσο συγγραφα Μιχαλ Σλοχοφ) και μια απ τον καθηγητ Ελληνικν του Πανεπιστημου της Γενεης Σαμουλ Μπο-Μποβ (Samuel Baud-Bovy)


 * Το 1957, με 2 προτσεις, μια απ την Εταιρεα Ελλνων Λογοτεχνν και μια απ τον Samuel Baud-Bovy.

     Κι αυτ για να καταλβουμε σως καλλτερα περ του πση μαλακα μας δρνει! (Αυτ εναι δικ μου! Π.Χ.)
 



      Σημαντικ ρλο στη ζω του παξανε κι οι γυνακες. Παντρετηκε 2 φορς -το 1911 με την Γαλτεια Αλεξου, Ηρακλειτισσα διανοομενη που διατρησε το επνυμο Καζαντζκη και μετ το διαζγι τους, και το 1945 με την Ελνη Σαμου, πιστ σντροφ του στα ταξδια και στις πνευματικς αναζητσεις απ το 1924, ταν γνωριστκανε 1η φορ στην Αθνα, σ' να διλειμμα των συνεχν μετακινσεν του στον κσμο. ταν νθρωπος ανσυχος, ανικανοποητος, ιδιρρυθμος. Ο Νκος Καζαντζκης βραβετηκε πολλς φορς με ελληνικ και διεθν βραβεα για το μεγλο συγγραφικ του ργο και τη δημσια δρση του. Το 1946 η Εταιρεα Ελλνων Λογοτεχνν τον πρτεινε για το βραβεο Νμπελ μαζ με τον γγελο Σικελιαν. Και το 1956, προσωπικ υποψφιος αυτ τη φορ, θα χσει το Νμπελ τη τελευταα στιγμ, στερα κι απ παρεμβσεις αθηνακν κκλων που τον αντιμετωπζανε σαν πολιτικ ακραο κι ηθικ επικνδυνο.
    Ο Νκος Καζαντζκης υπρξε πολυγραφτατος. Ασχολθηκε σχεδν με κθε εδος λγου: ποηση (δραματικ, επικ, λυρικ), δοκμιο, μυθιστρημα (στα Ελληνικ και στα Γαλλικ), ταξιδιωτικς εντυπσεις, αλληλογραφα, παιδικ μυθιστρημα, μετφραση (απ τα Αρχαα Ελληνικ, Γαλλικ, Ιταλικ, Αγγλικ, Γερμανικ και Ισπανικ), κινηματογραφικ σενρια, ιστορα, σχολικ βιβλα, παιδικ βιβλα (διασκευ και μετφραση), λεξικ (γλωσσικ και εγκυκλοπαιδικ), δημοσιογραφα, κριτικ, αρθρογραφα. Κατα τη προσωπικ μου γνμη ο καλλτερος λγιος και λογοτχνης που χει βγλει τουλχιστον μχρι στιγμς - 3/3/2019 - η χρα μας. -

========================


                                           
Ασκητικ

Salvatores Dei

                                                  Πρλογος

     Ερχμαστε απ μια σκοτειν βυσσο. Καταλγουμε σε μια σκοτειν βυσσο. Το μεταξ φωτειν διστημα το λμε Ζω. Ευτς ως γεννηθομε, αρχζει κι η επιστροφ. Ταυτχρονα με το ξεκνημα κι ο γυρισμς. Κθε στιγμ πεθανουμε. Γι' αυτ πολλο διαλλησαν: Σκοπς της ζως εναι ο θνατος.
     Μα κι ευτς ως γεννηθομε, αρχζει κι η προσπθεια να δημιουργσουμε, να συνθσουμε, να κμουμε την λη ζω. Κθε στιγμ γεννιομαστε. Γι' αυτ πολλο διαλλησαν: Σκοπς της εφμερης ζως εναι η αθανασα.

     Στα πρσκαιρα ζωνταν σματα τα δυο τοτα ρματα παλεουν:

   α) ο ανφορος, προς τη σνθεση, προς τη ζω, προς την αθανασα.

   β) ο κατφορος, προς την αποσνθεση, προς την λη, προς το θνατο.

Και τα δυο ρματα πηγζουν απ τα γκατα της αρχγονης ουσας. Στην αρχ η ζω ξαφνιζει, σαν παρνομη φανεται, σαν παρ φση, σαν εφμερη αντδραση στις σκοτεινς αινιες πηγς, μα βαθτερα νιθουμε: η Ζω εναι κι αυτ ναρχη, ακατλυτη φρα του Σμπαντου.

     Αλλις, ποθε η περανθρπινη δναμη που μας σφεντονζει απ το αγννητο στο γεννητ και μας γκαρδινει. φυτ, ζα, ανθρπους, στον αγνα; Και τα δυο αντδρομα ρματα εναι για. Χρος μας λοιπν να συλλβουμε τ' ραμα που χωρει κι εναρμονζει τις δυο τερστιες τοτες ναρχες, ακατλυτες Ορμς και με τ' ραμα τοτο να ρυθμσουμε το στοχασμ μας και την πρξη.


Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

ΠΡΩΤΟ ΧΡΕΟΣ

     συχα, καθαρ, κοιτζω τον κσμο και λω: λα τοτα που θωρ, γρικ, γεουμαι, οσφρανουμαι κι αγγζω εναι πλσματα του νου μου. Ο λιος ανεβανει, κατεβανει μσα στο κρανο μου. Στο να μελγγι μου ανατλνει ο λιος, στο λλο βασιλεει ο λιος. Τ' στρα λμπουν μσα στο μυαλ μου, οι Ιδες, οι νθρωποι και τα ζα βσκουν μσα στο λιγχρονο κεφλι μου, τραγοδια και κλματα γιομνουν τα στρουφιχτ κοχλια των αυτιν μου και τρικυμζουν μια στιγμ τον αγρα. Σβνει το μυαλ μου, κι λα, ουρανς και γης, αφανζουνται.
 -"Εγ μονχα υπρχω!" φωνζει ο νους. "Μσα στα κατγια μου, οι πντε μου ανυφντρες δουλεουν, υφανουν και ξυφανουν τον καιρ και τον τπο, τη χαρ και τη θλψη, την λη και το πνμα. λα ρουν τρογρα μου σαν ποταμς, χορεουν, στροβιλζουνται, τα πρσωπα κατρακυλον σαν το νερ, το χος μουγκρζει. Μα εγ, ο Νους, με υπομον, με αντρεα, νηφλιος μσα στον λιγγο, ανηφορζω. Για να μην τρεκλσω να γκρεμιστ, στερενω απνω στον λιγγο σημδια, ρχνω γιοφρια, ανογω δρμους, οικοδομ την βυσσο. Αργ, με αγνα, σαλεω ανμεσα στα φαινμενα που γενν, τα ξεχωρζω βολικ, τα σμγω με νμους και τα ζεω στις βαρις πραχτικς μου ανγκες. Βνω τξη στην αναρχα, δνω πρσωπο, το πρσωπο μου, στο χος. Δεν ξρω αν πσω απ τα φαινμενα ζει και σαλεει μια μυστικ, αντερη μου ουσα. Κι οτε ρωτ, δε με νοιζει. Γεννοβολ τα φαινμενα, ζωγραφζω με πλθια χρματα φανταχτερ, γιγντιο να παραπτασμα μπροστ απ την βυσσο. Μη λες: "Αναμρισε το παραπτασμα, να δω την εικνα!" Το παραπτασμα, αυτ εναι η εικνα. Εναι ανθρπινο ργο, πρσκαιρο, παιδ δικ μου, το βασλειο μου ετοτο. Μα εναι στρεο, λλο στρεο δεν υπρχει, και μσα στην περιοχ του μονχα μπορ γνιμα να σταθ, να χαρ και να δουλψω. Εμαι ο αργτης της βυσσος. Εμαι ο θεατς της βυσσος. Εμαι η θεωρα κι η πρξη. Εμαι ο νμος. ξω απ μνα τποτα δεν υπρχει".

     Χωρς μταιες ανταρσες να δεις και να δεχτες τα σνορα του ανθρπινου νου, και μσα στ' αυστηρ τοτα σνορα αδιαμαρτρητα, ακατπαυτα να δουλεεις. Να ποιο εναι το πρτο σου χρος.

     Με αντρεα, με σκληρτητα στερωσε πνω στο σαλευμενο χος το καταστργγυλο, το καταφτιστο αλνι του νου, ν' αλωνσεις, να λιχνσεις, σα νοικοκρης, τα σμπαντα. Καθαρ να ξεχωρσεις κι ηρωικ να δεχτες τις πικρς γνιμες τοτες, ανθρπινες, σρκα απ τη σρκα μας, αλθειες:

   α) Ο νους του ανθρπου φαινμενα μονχα μπορε να συλλβει, ποτ την ουσα.

   β) Κι χι λα τα φαινμενα, παρ μονχα τα φαινμενα της λης.

   γ) Κι ακμα στεντερα: χι καν τα φαινμενα τοτα της λης, παρ μονχα τους μεταξ τους συνειρμος.

   δ) Κι οι συνειρμο τοτοι δεν εναι πραγματικο, ανεξρτητοι απ τον νθρωπο. Εναι κι αυτο γεννματα του ανθρπου.

   ε) Και δεν εναι οι μνοι δυνατο ανθρπινοι, παρ μονχα οι πιο βολικο για τις πραχτικς και νοητικς του ανγκες.

     Μσα στα σνορα τοτα, ο νους εναι ο νμιμος απλυτος μονρχης. Καμι λλη εξουσα στο βασλειο του δεν υπρχει. Αναγνωρζω τα σνορα τοτα, τα δχουμαι μ' εγκαρτρηση, γενναιτητα κι αγπη, κι αγωνζουμαι μσα στην περιοχ τους νετα σα να 'μουν ελετερος.

     Υποτζω την λη, την αναγκζω να γνει καλς αγωγς του μυαλο μου. Χαρουμαι τα φυτ, τα ζα, τους ανθρπους, τους θεος σαν παιδι μου. λο το Σμπαντο το νιθω να σοφιλιζει απνω μου και να με ακολουθει σα σμα. Σε ξαφνες φοβερς στιγμς αστρφτει μσα μου:
 -"λα τοτα εναι παιχνδι σκληρ και μταιο, δχως αρχ, δχως τλος, δχως νημα".
     Μα ξαναζεουμαι, πλι, γοργ στον τροχ της ανγκης κι λο το Σμπαντο ξαναρχινει γρα τρογρα μου την περιστροφ του.

     Πειθαρχα, να η αντατη αρετ. τσι μονχα σοζυγιζεται η δναμη με την επιθυμα και καρπζει η προσπθεια του ανθρπου.
     Να πως με σαφνεια και με σκληρτητα να καθορζεις την παντοδυναμα του νου μσα στα φαινμενα και την ανικαντητα του νου πρα απ τα φαινμενα, πριν να κινσεις για τη λτρωση. Αλλις δεν μπορες να λυτρωθες.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΧΡΕΟΣ

     Δε δχουμαι τα σνορα, δε με χωρον τα φαινμενα, πνγουμαι! Την αγωνα τοτη βαθι, αιματερ να τη ζσεις, εναι το δετερο χρος.

     Ο νους βολεεται, χει υπομον, του αρσει να παζει, μα η καρδι αγριεει, δεν καταδχεται αυτ να παξει, πλαντει και χιμει να ξεσκσει το δχτυ της ανγκης. Να υποτξω τη γης, το νερ, τον αγρα, να νικσω τον τπο και τον καιρ, να νισω με ποιους νμους αρμολογονται κι ρχουνται και ξανρχουνται οι αντικαθρεφτισμο που ανεβανουν απ την πυρωμνην ρημο του νου, τι αξαν χει; να μονχα λαχταρζω: Να συλλβω τι κρβεται πσω απ τα φαινμενα, τι εναι το μυστριο που με γεννει και με σκοτνει, κι αν πσω απ την ορατ ακατπαυτη ρο του κσμου κρβεται μια αρατη ασλευτη παρουσα. Αν ο νους δεν μπορε, δεν εναι ργο του να επιχειρσει πρα απ τα σνορα την ηρωικν απελπισμνην ξοδο, να 'ταν να μποροσε η καρδι μου! Πρα! Πρα! Πρα! Πρα απ τον νθρωπο ζητ το αρατο μαστγι που τον βαρει και τνε σπρχνει στον αγνα. Πρα απ τα ζα ενεδρεω να δω το πρσωπο το αρχγονο που μχεται δημιουργντας, συντρβοντας, ξαναχνοντας τις αρφνητες μσκες να τυπωθε στο ρεομενο κρας. Πρα απ τα φυτ αγωνζουμαι να ξεχωρσω τα πρτα παραπατματα του Αρατου μσα στη λσπη. Μια προσταγ μσα μου:

 -Σκψε! Τ βλπεις;

 -Ανθρπους και πουλι, νερ και πτρες!

 -Σκψε ακμα! Τ βλπεις;

 -Ιδες κι ονερατα, αστραπς και φαντσματα.

 -Σκψε ακμα! Τ βλπεις;

 -Δε βλπω τποτα! Νχτα βουβ, πηχτ σα θνατος. Θα 'ναι ο θνατος.

 -Σκψε ακμα!

 -Αχ! Δεν μπορ να διαπερσω το σκοτειν μεστοιχο! Φωνς γρικ και κλματα, φτερ γρικ στον λλον χτο!

 -Μη κλαις! Μη κλαις! Δεν εναι στον λλον χτο! Οι φωνς, τα κλματα και τα φτερ εναι η καρδι σου!

     Πρα απ το νου, στον ιερ γκρεμ της καρδις, ακροποδζω τρμοντας. Το να μου πδι αδρχνεται απ το σγουρο χμα, το λλο ψχνει στα σκοτειν απνω απ την βυσσο. Ψυχανεμζουμαι πσω απ' λα τοτα τα φαινμενα μια μαχμενη ουσα. Θλω να σμξω μαζ της. Ψυχανεμζουμαι πως κι η μαχμενη ουσα πολεμει πσω απ τα φαινμενα να σμξει με την καρδι μου. Μα το σμα στκεται ανμεσα και μας χωρζει. Ο νους στκεται ανμεσα και μας χωρζει.

     Ποι εναι το χρος μου; Να συντρψω το σμα, να χυθ να σμξω με τον Αρατο. Να σωπσει ο νους, ν' ακοσω τον Αρατο να φωνζει.

     Περπατ στ' αφρχειλα της βυσσος και τρμω. Δυο φωνς μσα μου παλεουν.

     O νους:
 -"Γιατ να χανμαστε κυνηγντας το αδνατο; Μσα στον ιερ περβολο των πντε αιστσεων χρος μας ν' αναγνωρσουμε τα σνορα του ανθρπου".

     Μα μια λλη μσα μου φων, ας την πομε χτη δναμη, ως την πομε καρδι, αντιστκεται και φωνζει:
 -"χι! χι! Ποτ μην αναγνωρσεις τα σνορα του ανθρπου! Να σπας τα σνορα! Ν' αρνισαι ,τι θωρον τα μτια σου! Να πεθανεις και να λες: Θνατος δεν υπρχει"!

     Ο νους:
 -"Λαγαρ κι ανλπιδο εναι το μτι μου και θεται τα πντα. Η ζω εναι να παιχνδι, μια παρσταση που δνουν οι πντε θεατρνοι του κορμιο μου. Κοιτζω με απληστα, με ανεπωτη περιργεια, και δεν χω την αφλεια του χωριτη να πιστψω, και ν' ανβω πνω στη σκην επεμβανοντας στην αιματερ κωμωδα. Εμαι ο θαματοποις φακρης που ακνητος, καθομενος στο σταυροδρμι των αιστσεων, θεται να γεννιται και ν' αφανζεται ο κσμος, θεται τα πλθη να σαλεουν και να φωνζουν στα πολχρωμα μονοπτια της ματαιτητας. Καρδι, απλοκ καρδι, γαλνεψε κι υποτξου"!

     Μα η καρδι ανατινζεται και φωνζει:
 -"Εμαι ο χωριτης και πηδ απνω στη σκην κι επεμβανω στην πορεα του κσμου! Δε ζυγιζω, δε μετρ, δε βολεουμαι! Ακολουθ το βαθ μου χτυποκρδι".
     Ρωτ, ξαναρωτ χτυπντας το χος: Ποιος μας φυτεει στη γης ετοτη χωρς να μας ζητσει την δεια; Ποιος μας ξεριζνει απ τη γης ετοτη χωρς να μας ζητσει την δεια; Εμαι να πλσμα εφμερο, αδναμο, καμωμνο απ λσπη κι ονερατα. Μα μσα μου νογ να στροβιλζουνται λες οι δυνμες του Σμπαντου. Θλω μια στιγμ, προτο με συντρψουν, ν' ανοξω τα μτια μου και να τις δω. 'Αλλο σκοπ δε δνω στη ζω μου. Θλω να βρω μια δικαιολογα για να ζσω και να βαστξω το φοβερ καθημεριν θαμα της αρρστιας, της ασκμιας, της αδικας και του θαντου. Ξεκνησα απ να σκοτειν σημεο, τη Μτρα. Οδεω σ' να λλο σκοτειν σημεο, το Μνμα. Μια δναμη με σφεντονει μσα απ το σκοτειν βραθρο. μια λλη δναμη με συντραβει ακατλυτα στο σκοτειν βραθρο. Δεν εμαι ο κατδικος που τον πτισαν κρασ για να θολσει το μυαλ του. με λαγαρ τα φρνα, νηφλιος, δρασκελ το ανμεσα στους δυο γκρεμος μονοπτι. Και μχουμαι πως να γνψω στους συντρφους, προτο πεθνω. Να τους δσω το χρι μου, να προφτσω να συλλαβσω και να τους ρξω ναν ακραιο λγο. Να τους πω τι φαντζουμαι πως εναι τοτη η πορεα και κατ που ψυχανεμζουμαι πως πμε. Και πως ανγκη να ρυθμσουμε λοι μαζ το περπτημα και την καρδι μας.

     να σνθημα, σα συνωμτες, να λγο απλ να προφτσω να πω στους συντρφους! Ναι, σκοπς της Γης δεν εναι η ζω, δεν εναι ο νθρωπος. ζησε χωρς αυτ, θα ζσει χωρς αυτ. Εναι σπθες εφμερες της βαιης περιστροφς της. Ας ενωθομε, ας πιαστομε σφιχτ, ας σμξουμε τις καρδις μας, ας δημιουργσουμε εμες, σο βαστει ακμα η θερμοκρασα τοτη της Γης, σο δεν ρχουνται σεισμο, κατακλυσμο, πγοι, κομτες να μας εξαφανσουν, ας δημιουργσουμε ναν εγκφαλο και μιαν καρδι στη Γης, ας δσουμε να νημα ανθρπινο στον υπερανθρπινον αγνα!
     Τοτη η αγωνα εναι το δετερο χρος.

ΤΡΙΤΟ ΧΡΕΟΣ

     Ο νους βολεεται. Θλει να γιομσει μ' ργα μεγλα τη φυλακ του, το κρανο. Να χαρξει στους τοχους ρητ ηρωικ, να ζωγραφσει στις αλυσδες του φτερογες ελευτερας.
     Η καρδι δε βολεεται. Χρια χτυπον απξω απ τη φυλακ της, φωνς ερωτικς αφουκρζεται στον αγρα κι η καρδι, γιομτη ελπδα, αποκρνεται τινζοντας τις αλυσδες. και σε μιαν αστραπ της φανεται πως γιναν οι αλυσδες φτερογες. Μα γργορα η καρδι πφτει πλι αιματωμνη, χασε πλι την ελπδα και την ξαναπινει ο Μγας Φβος.
     Καλ η στιγμ, παρτα πσω σου το νου και την καρδι, τρβα μπροστ, κμε το τρτο βμα. Γλτωσε απ την απλοκ νεση του νου που βνει τξη κι ελπζει να υποτξει τα φαινμενα. Γλτωσε απ τον τρμο της καρδας που ζητει κι ελπζει να βρει την ουσα. Νκησε το στερν, τον πιο μεγλο πειρασμ, την ελπδα.
     Τοτο εναι το τρτο χρος.
     Πολεμομε γιατ τσι μας αρσει, τραγουδομε κι ας μην υπρχει αυτ να μας ακοσει. Δουλεουμε, κι ας μην υπρχει αφντης, σα βραδισει, να μας πλερσει το μεροκματο μας. Δεν ξενοδουλεουμε. Εμες εμαστε οι αφντες. το αμπλι τοτο της Γης εναι δικ μας, σρκα μας κι αμα μας. Το σκβουμε, το κλαδεουμε, το τρυγομε, πατομε τα σταφλια του, πνουμε το κρασ, τραγουδομε και κλαμε, ορματα κι Ιδες ανηφορζουν στην κεφαλ μας.
     Σε ποια εποχ του αμπελιο σου λαχε ο κλρος να δουλεεις; Στα σκμματα; Στον τργο; Στα ξεφαντματα; λα εναι να.
     Σκβω και χαρουμαι λον τον κκλο του σταφυλιο, τραγουδ μσα στη δψα και στο μχτο μου, μεθυσμνος απ το μελλομενο κρασ. Κρατ το γιομτο ποτρι και ξαναζ το μχτο του παππο και του προπππου. Κι ο ιδρτας της δουλεις τρχει κρουνς στο αψηλ καταμθυστο κρανο.
     Εμαι να σακ γιομτο κρας και κκαλα, αμα, ιδρτα και δκρυα, επιθυμες και ορματα. Κυλιομαι μια στιγμ στον αγρα, πνω, χτυπει η καρδι μου, ο νους μου φγγει, και ξαφνικ η γης ανογει και χνουμαι. Μσα στο εφμερο ραχοκκαλ μου δυο αινια ρματα ανεβοκατεβανουν. Μσα στα σωθικ μου νας ντρας και μια γυνακα αγκαλιζουνται. Αγαπιονται και μισονται, παλεουν. Ο ντρας πλανταμνος φωνζει:
 -"Εμαι η σαγτα που θλει να σκσει το στημνι, να τιναχτε ξω απ τον αργαλει της ανγκης. Να ξεπερσω το νμο, να συντρψω τα κορμι, να νικσω το θνατο. Εμαι ο Σπρος!"
     Κι η λλη βαθι μαυλιστικ φων, η γυναικσια, αποκρνεται γαληνεμνη και σγουρη:
 -"Κθουμαι διπλοπδι απνω στο χμα, αμολ τις ρζες μου βαθι στα μνματα. Δχουμαι το σπρο ακνητη και τον θρφω. Εμαι λη γλα κι ανγκη. Και λαχταρ να γυρσω πσω, να κατεβ στο ζο, να κατεβ πιο χαμηλ, στο δντρο, μσα στις ρζες και στα χματα, να μη σαλεω. Κρατ, σκλαβνω την πνο, δεν την αφνω να πετξει. μισ τη φλγα που ανεβανει. Εμαι η Μτρα!"
     Αφουκρζουμαι τις δυο φωνς τους. δικς μου εναι κι οι δυο και τις χαρουμαι και καμι δεν αρνιμαι. νας χορς των πντε αιστσεων εναι η καρδι μου. νας αντχορος της απρνησης των πντε αιστσεων εναι η καρδι μου.
     Αρφνητες δυνμες ορατς κι αρατες αγλλουνται και με ακολουθον, ταν με αγωνα, ενντια στο παντοδναμο ρμα, ανηφορζω. Αρφνητες δυνμες ορατς κι αρατες ανακουφζουνται και γαληνεουν ταν, κατηφορζοντας, γυρζω πσω στα χματα. Ρει η καρδι μου. Δε ζητ την αρχ και το τλος του κσμου. Ακολουθ το φοβερ ρυθμ του και πω.
     Αποχαιρτα τα πντα κθε στιγμ. Στλωνε τη ματι σου αργ, παθητικ στο καθετ και λγε: Ποτ πια!
     Αγνντευε γρα σου: λα τοτα τα κορμι που κοιτς θα σαπσουν. Σωτηρα δεν υπρχει.
     Κοταξε: Ζονε, δουλεουν, αγαπον, ελπζουν. Κοταξε πλι: Τποτα δεν υπρχει!
     Ανεβανουν απ τα χματα οι γενες των ανθρπων και ξαναπφτουν πλι στα χματα. Σωριζεται, πληθανει, ανεβανει ως τον ουραν η αρετ κι η προσπθεια του ανθρπου.
     Που πμε; Μη ρωτς! Ανβαινε, κατβαινε. Δεν υπρχει αρχ, δεν υπρχει τλος. Υπρχει η τωριν τοτη στιγμ, γιομτη πκρα, γιομτη γλκα, και τη χαρουμαι λη.
     Καλ εναι η ζω, καλς ο θνατος, η Γης στρογγυλ και στερε, σα στθος γυναικς στις πολυκτεχες παλμες μου.
     Δνουμαι σε λα. Αγαπ, πον, αγωνζουμαι. Ο κσμος μου φαντζει πλαττερος απ το νου, η καρδι μου να μυστριο σκοτειν και παντοδναμο.
     Αν μπορες, Ψυχ, ανασηκσου απνω απ τα πολβουα κματα και πισε μ' να κλωθογρισμα του ματιο σου λη τη θλασσα. Κρτα καλ τα φρνα σου να μη σαλψουν. Κι ολομεμις βυθσου πλι στο πλαγο και ξακλοθα τον αγνα.
     να καρβι εναι το σμα μας και πλει απνω σε βαθιογλαζα νερ. Ποιος εναι ο σκοπς μας;
     Να ναυαγσουμε!
     Γιατ ο Ατλαντικς εναι καταρρχτης, η Να Γης υπρχει μονχα στην καρδι του ανθρπου, και ξαφνικ, σε στρβιλο βουβ, θα βουλιξεις στον καταρρχτη του θαντου και συ κι λη η γαλρα του κσμου.
     Χρος σου, συχα, χωρς ελπδα, με γενναιτητα, να βνεις πλρα κατ την βυσσο. Και να λες: Τποτα δεν υπρχει!
     Τποτα δεν υπρχει! Μτε ζω, μτε θνατος. Κοιτζω την λη και το νου σα δυο ανπαρχτα ερωτικ φαντσματα να κυνηγιονται, να σμγουν, να γεννον και ν αφανζουνται, και λω:
 -"Αυτ θλω!"
     Ξρω τρα. δεν ελπζω τποτα, δε φοβομαι τποτα, λυτρθηκα απ το νου κι απ την καρδι, ανβηκα πιο πνω, εμαι λετερος. Αυτ θλω. Δε θλω τποτα λλο. Ζητοσα ελευτερα.

Η ΠΟΡΕΙΑ

     Μα ξφνου μια σπαραχτικι κραυγ μσα μου: -"Βοθεια!" Ποιος φναξε; Μζωξε τη δναμη σου κι αφουκρσου. λη η καρδι του νθρωπου εναι μια κραυγ. Ακομπησε απνω στο στθος σου να την ακοσεις, κποιος μσα σου αγωνζεται και φωνζει.
     Χρος σου, σε πσα στιγμ, μρα και νχτα, σε χαρ και σε θλψη, μσα απ την καθημερινν ανγκη, να ξεχωρσεις την Κραυγ τοτη, να την ξεχωρσεις ορμητικ συγκρατημνα, πως βολε στη φση σου, γελντας κλαγοντας, ενεργντας στοχαζμενος, και να μχεσαι να νισεις ποιος εναι αυτς που κιντυνεει και φωνζει. και πς μπορομε εμες να στρατευτομε, λοι μαζ, και να τνε λευτερσουμε.
     Μσα στην πιο μεγλη χαρ μας νας μσα μας φωνζει:
 -"Πον! Θλω να ξεφγω απ τη χαρ σου! Πλαντ!"
     Μσα στην πιο μεγλη απελπισα μας νας μσα μας φωνζει:
 -"Δεν απελπζουμαι! Παλεω! Γαντζνουμαι απνω απ την κεφαλ σου, ξεθηκαρνω απ το σμα σου, ξεθηκαρνω απ τη γης, δε χωρ σε μυαλ, σε ονματα, σε πρξες!"
     Μσα απ την πιο πλατι αρετ μας νας ανασηκνεται, απελπισμνος, και φωνζει:
 -"Στεν εναι η αρετ, δεν μπορ ν' αναπνψω. Μικρς, στενς εναι ο Παρδεισος, δε με χωρει. Σαν νθρωπος μου φανεται ο Θες σας, δεν τον θλω!"
     Ακοω την γρια κραυγ κι ανατινζουμαι. Μσα μου, η αγωνα που ανηφορζει συντζεται, για πρτη φορ, σε ακραιη ανθρπινη φων, στρφεται κατ πρσωπο και με φωνζει καθαρ, με τ' νομα μου, με τ' νομα του γονιο μου και της ρτσας μου!
     Εναι η μεγλη κρσιμη στιγμ. Εναι το σνθημα της Πορεας. Αν δεν ακοσεις την Κραυγ τοτη να σκζει τα σωθικ σου, μην ξεκινσεις! Ξακλοθα με υπομον, με υποταγ την ιερ θητεα σου στον πρτο, στο δετερο, στον τρτο βαθμ της προετοιμασας. Κι αφουκρζου: Στον πνο, στον ρωτα, στη δημιουργα, σε μιαν αφιλκερδ σου περφανη πρξη μσα σε βαθι απελπισμνη σιωπ, ξφνου μπορε ν ακοσεις την Κραυγ και να κινσεις.
     Ως τρα ρεε η καρδι μου, ανβαινε, κατβαινε με το Σμπαντο. Μα ως κουσα την Κραυγ, το σπλχνο μου και το Σμπαντο χωρστηκαν σε δυο στρατπεδα.
      Κποιος μσα μου κιντυνεει, σκωσε τα χρια του και μου φωνζει:
 -"Σσε με!" Κποιος μσα μου ανεβανει, παραπατει και φωνζει: "Βοθεια!"
     Ποι στρτα απ τις δυο αινιες να διαλξω; Ξαφνικ νογ, απ την απφαση μου τοτη κρμεται λη μου η ζω. Κρμεται λη η ζω του Σμπαντου. Απ τις δυο στρτες, διαλγω τον ανφορο. Γιατ; Χωρς νοητ επιχειρματα, χωρς καμι βεβαιτητα. Κατχω πσο ανμπορος στην κρσιμη τοτη στιγμ εναι ο νους κι λες οι μικρς βεβαιτητες του ανθρπου. Διαλγω τον ανφορο, γιατ κατ κει με σπρχνει η καρδι μου.
 -"Απνω! Απνω! Απνω!" φωνζει η καρδι μου και την ακολουθ μ' εμπιστοσνη.
     Νιθω, αυτ ζητει απ μνα η τρομερ αρχγονη Κραυγ. Πηδ στο πλευρ της! Ταυτζω τημορα μου μαζ της.
     Κποιος μσα μου αγωνζεται ν ανασηκσει να βρος, ν αναμερσει τη σρκα και το νου, νικντας τη συνθεια, την τεμπελι και την ανγκη. Δεν ξρω απ που ρχεται και που πει. Μσα στο εφμερο στθος μου αδρχνω την πορεα του, αφουκρζουμαι το αγκομαχητ του, ανατριχιζω αγγζοντας τον. Ποιος εναι; Στνω το αυτ, θτω σημδια, οσμζουμαι τον αγρα. Ανηφορζω, ψχνοντας προς τα πνω, αγκομαχντας.
     Αρχζει η φοβερ, η μυστικ Πορεα.

Α' ΣΚΑΛΟΠΑΤΙ: ΕΓΩ

     Δεν εμαι καλς, δεν εμαι αγνς, δεν εμαι συχος! Αβσταχτη εναι η ευτυχα κι η δυστυχα μου, εμαι γιομτος ναρθρες φωνς και σκοτδι. Κυλιομαι λο δκρυα κι αματα μσα στη ζεστ τοτη φτνη της σρκας μου. Φοβομαι να μιλσω. Στολζουμαι με ψετικα φτερ, φωνζω, τραγουδ, κλαω, για να συμπνγω την ανλεη κραυγ της καρδις μου.
     Δεν εμαι το φως, εμαι η νχτα, μα μια φλγα λοχζει ανμεσα στα σωθικ μου και με τρει. Εμαι η νχτα που την τρει το φως. Με κντυνο, βαρυγκομντας, τρεκλζοντας μσα στο σκοτδι, πασκζω να τιναχτ απ τον πνο, να σταθ λγη ρα, σο μπορ, ορθιος.
     Μια μικρ ανυπταχτη πνο μχεται μσα μου απελπισμνα να νικσει την ευτυχα, την κοραση και το θνατο. Γυμνζω σαν λογο πολεμικ το σμα μου, το συντηρ λιτ, γερ, πρθυμο. Το σκληραγωγ και το σπλαχνζουμαι. 'Αλλο λογο δεν χω. Συντηρ το μυαλ μου ακομητο, λαγαρ, ανλεο. Το αμολ να παλεει ακατλυτα και να κατατρει, φως αυτ, το σκοτδι της σρκας. Αλλο αργαστρι να κνω το σκοτδι φως δεν χω.
     Συντηρ την καρδι μου φλεγμενη, γενναα, ανσυχη. Νιθω στην καρδι μου λες τς ταραχς και τις αντινομες, τις χαρς και τις πκρες της ζως. Μα αγωνζουμαι να τις υποτξω σ' να ρυθμ αντερο απ το νου, σκληρτερο απ την καρδι μου. Στο ρυθμ του Σμπαντου που ανηφορζει.
      Η Κραυγ κηρχνει μσα μου επιστρτεψη. Φωνζει:
 -"Εγ, η Κραυγ, εμαι ο Κριος ο Θες σου! Δεν εμαι καταφγι. Δεν εμαι σπτι κι ελπδα. Δεν εμαι Πατρας, δεν εμαι Γιος, δεν εμαι Πνμα. Εμαι ο Στρατηγς σου! Δεν εσαι δολος μου μτε παιχνδι στις απαλμες μου. Δεν εσαι φλος μου, δεν εσαι παιδ μου. Εσαι ο σντροφος μου στη μχη. Κρτα γενναα τα στεν που σου μπιστετηκα. μην τα προδσεις! Χρος χεις και μπορες στο δικ σου τον τομα να γνεις ρωας. Αγπα τον κντυνο. Τ εναι το πιο δσκολο; Αυτ θλω! Ποι δρμο να πρεις; Τον πιο κακοτρχαλον ανφορο. Αυτν παρνω κι εγ. Ακλοθα μου! Να μθεις να υπακος. Μονχα ποιος υπακοει σε αντερο του ρυθμ εναι λετερος. Να μθεις να προστζεις. Μονχα ποιος μπορε να προστζει εναι αντιπρσωπος μου απνω στη γης ετοτη. Ν' αγαπς την ευθνη. Να λες: Εγ, εγ μονχος μου χω χρος να σσω τη γης. Αν δε σωθε, εγ φταω. Ν' αγαπς τον καθνα ανλογα με τη συνεισφορ του στον αγνα. Μη ζητς φλους, να ζητς συντρφους! Να 'σαι ανσυχος, αφχαρστητος, απροσρμοστος πντα. ταν μια συνθεια καταντσει βολικ, να τη συντρβεις. Η μεγαλτερη αμαρτα εναι η ευχαρστηση. Πο πμε; Θα νικσουμε ποτ; Προς τι λη τοτη η μχη; Σπα! Οι πολεμιστς ποτ δε ρωτονε!"
     Σκβω κι αφουκρζουμαι την πολεμικ τοτη Κραυγ στα σωθικ μου. Αρχζω και μαντεω τοπρσωπο του Αρχηγο, ξεκαθαρζω τη φων του, δχουμαι με χαρ και με τρμο τις σκληρς εντολς του.
     Ναι, ναι, δεν εμαι τποτα. νας αχνς φωσφορισμς απνω στην ογρ πεδιδα, να θλιο σκουλκι που σορνεται κι αγαπει, φωνζει και μιλει για φτερογες, μια ρα, δυο ρες κι στερα το στμα του φρζει με χματα. 'Αλλη απκριση οι σκοτεινς δυνμες δε δνουν.
     Μα μσα μου, μια Κραυγ αντερη μου φωνζει αθνατη. Τι, θλοντας και μη, εμαι κι εγ, σγουρα, να κομμτι απ τ' ορατ κι αρατο Σμπαντο. Εμαστε να. Οι δυνμες που δουλεουν εντς μου, οι δυνμες που με σπρχνουν και ζω, οι δυνμες που με σπρχνουν και πεθανω εναι, σγουρα και δικς του δυνμες.
     Δεν εμαι να μετωρο αρζωτο στον κσμο. Εμαι χμα απ το χμα του και πνο απ την πνο του. Δε φοβομαι μοναχς, δεν ελπζω μοναχς, δε φωνζω μοναχς μου. Μια παρταξη μεγλη, μια φρα του Σμπαντου φοβται, ελπζει, φωνζει μαζ μου.
     Εμαι να πρχειρο γιοφρι, και Κποιος αποπνω μου περνει και γκρεμζουμαι ξοπσω του. νας Αγωνιστς με διαπερνει, τρει τη σρκα μου και το μυαλ μου, ν' ανοξει δρμο, να γλιτσει απ μνα.
     χι εγ, Αυτς φωνζει!

Β': Η ΡΑΤΣΑ
     Η Κραυγ δεν εναι δικ σου. Δε μιλς εσ, μιλον αρφνητοι πργονοι με το στμα σου. Δεν πεθυμς εσ, πεθυμον αρφνητες γενες απγονοι με την καρδι σου.
     Οι νεκρο σου δεν κετουνται στο χμα. Γνηκαν πουλι, δντρα, αγρας. Κθεσαι στον σκιο τους, θρφεσαι με τη σρκα τους, αναπνς το χντο τους. Γνηκαν Ιδες και πθη, κι ορζουν τη βουλ σου και την πρξη.
     Οι μελλομενες γενες δε σαλεουν μσα στον αββαιο καιρ, μακρι απ σνα. Ζουν, ενεργον και θλουν μσα στα νεφρ και στην καρδι σου.
     Το πρτο σου χρος πλατανοντας το εγ σου εναι, στην αστραπχρονη τοτη στιγμ που περπατς στη γης, να μπορσεις να ζσεις την απραντη πορεα, την ορατ και την αρατη, του εαυτο σου.
     Δεν εσαι νας. Εσαι να σμα στρατο. Μια στιγμ κτω απ τον λιο φωτζεται να απ τα πρσωπα σου. Κι ευτς σβνει κι ανβει λλο, νετερο σου, ξοπσω σου.
     Η ρτσα σου εναι το μεγλο σμα, το περασμνο, το τωριν και το μελλομενο. Εσ εσαι μια λιγστιγμη κφραση, αυτ εναι το πρσωπο. Εσ εσαι ο σκιος, αυτ το κρας.
     Δεν εσαι λετερος. Αρατα μυριδες χρια κρατον τα χρια σου και τα σαλεουν. ταν θυμνεις, νας προπππος αφρζει στο στμα σου. ταν αγαπς, νας πργονος σπηλιτης μουγκαλιται. ταν κοιμσαι, ανογουν οι τφοι μσα στη μνμη και γιομνει βουρκλακες η κεφαλ σου.
     νας λκκος αμα εναι η κεφαλ σου, και μαζνουνται κοπδια κοπδια οι γσκιοι των πεθαμνων και σε πνουν να ζωντανψουν.
 -"Μην πεθνεις, για να μην πεθνουμε!" φωνζουν μσα σου οι νεκροι. "Δεν προφτσαμε να χαρομε τις γυνακες που πεθυμσαμε, πρφτασε συ, κοιμσου μαζ τους! Δεν προφτσαμε να κμουμε ργα τις Ιδες μας, κμε τις ργα εσ! Δεν προφτσαμε να συλλβουμε και να στερεσουμε το πρσωπο της ελπδας μας, στερωσε το εσ! Τλεψε το ργο μας! Τλεψε το ργο μας! Μρα νχτα μπαινοβγανουμε στο κορμ σου και φωνζουμε. χι, δε φγαμε, δε ξεκορμσαμε απ σνα, δεν κατεβκαμε στη γης. Μσα απ τα σωθικ σου ξακλουθουμε τον αγνα. Λτρωσε μας"!
     Δε φτνει ν' ακος μσα σου τη βου των προγνων. Δε φτνει να τους νιθεις να παλεουν μπροστ απ το κατφλι του νου σου. λοι χνουνται να πιαστον απ το ζεστ μυαλ σου, ν' ανβουν πλι στο φως της μρας.
     Μα εσ να ξεδιαλγεις. Ποιος πργονος να γκρεμιστε πσω στα τρταρα του αματου σου και ποιος ν' ανηφορσει πλι στο φως και στο χμα. Μην τους λυπσαι! Κθου γρυπνος στην καταβθρα της καρδις σου και ξεδιλεγε. Τοτος ο σκιος, να λες, εναι ταπεινς, σκοτεινς, σα ζο. να φγει! Τοτος εναι σιωπηλς και φλεγμενος, πιο ζωντανς απ μνα. Ας πιει το αμα μου λο! Φτισε το σκοτειν αμα των προγνων, σνταξε τις κραυγς τους σε λγο, καθρισε τη βοληση τους, πλτυνε το στεν τους ανλεο μτωπο.
     Αυτ εναι το δετερο σου χρος.
     Γιατ δεν εσαι μονχα σκλβος. Ευτς ως γεννθηκες, μια να πιθαντητα γεννθηκε μαζ σου, νας λετερος σκιρτημς τρικυμζει τη μεγλη ζοφερ καρδι του σογιο σου.
     Φρνεις, θες δε θες, να νο ρυθμ. Μια να επιθυμα, μια να Ιδα, μια θλψη καινορια. Θες δε θες, πλουτζεις το πατρικ σου το σμα.
     Κατ που θα κινσεις; Πς θ' αντικρσεις τη ζω και το θνατο, την αρετ και το φβο; λη η γενε καταφεγει στο στθος σου και ρωτει και προσδοκει με αγωνα. χεις ευθνη. Δεν κυβερνς πια μονχα τη μικρ ασμαντη παρξη σου. Εσαι μια ζαρι που για μια στιγμ παζεται η μορα του σογιο σου. Κθε σου πρξη αντιχτυπει σε χιλιδες μορες. πως περπατς, ανογεις, δημιουργς την κοτη που θα μπει και θα δψει ο ποταμς των απγονων. ταν φοβσαι, ο φβος διακλαδνεται σε αναρθμητες γενες και εξευτελζεις αναρθμητες ψυχς μπροστ και πσω σου. ταν υψνεσαι σε μια γενναα πρξη, η ρτσα σου αλκερη υψνεται και αντρειεει.
 -"Δεν εμαι νας! Δεν εμαι νας!" Τ' ραμα τοτο κθε στιγμ να σε καει. Δεν εσαι να θλιο λιγστιγμο κορμ. πσω απ την πλινη ρεομενη μσκα σου να πρσωπο χιλιοχροντικο ενεδρεει. Τα πθη σου κι οι Ιδες σου εναι πιο παλι απ την καρδι κι απ το μυαλ σου.
     Το σμα σου το αρατο εναι οι πεθαμνοι πργονοι κι οι απγονοι οι αγννητοι. Το σμα σου τ' ορατ εναι οι ντρες, οι γυνακες και τα παιδι που ζουν της εδικς σου ρτσας.
     Μονχα εκενος λυτρθηκε απ την κλαση του εγ του που νιθει να πεινει ταν να παιδ της ρτσας του δεν χει να φει, και να σκιρτει πασχαρος ταν νας ντρας και μια γυνακα του σογιο του φιλιονται. λα τοτα εναι μλη του μεγλου ορατο κορμιο σου. Πονς και χαρεσαι σκορπισμνος ως τα πρατα της Γης μσα σε χιλιδες ομοαματα κορμι. πως μχεσαι για το μικρ σου το σμα, πολμα και για το μεγλο. Πολμα λα τοτα τα κορμι σου να γνουνε δυνατ, λιτ, πρθυμα. Να φωτιστε ο νους τους, να χτυπει η καρδι τους φλεγμενη, γενναα, ανσυχη.
     Πως μπορες να 'σαι δυνατς, φωτεινς, γενναος, αν οι αρετς τοτες δε τρικυμζουν αλκερο το μεγλο σου το σμα; Πς μπορες να σωθες, αν δε σωθε αλκερο σου το αμα; νας απ τη ρτσα σου να χαθε, σε συντραβει στο χαμ του. να μλος του κορμιο και του νου σου σαπζει.
     Να ζεις βαθι, χι σαν Ιδα, παρ ως σρκα κι αμα, την ταυττητα τοτη. Εσαι να φλλο στο μγα δντρο της ρτσας. Να νιθεις το χμα ν' ανεβανει απ τις σκοτεινς ρζες και ν' απλοκαμιται στα κλαρι και στα φλλα.
     Ποις εναι ο σκοπς σου; Να μχεσαι να πιαστες στρεα απ το κλαρ κι ετε σα φλλο ετε σαν νθος ετε σαν καρπς να σαλεει μσα σου, ν' ανανενεται και ν' αναπνει αλκερο το δντρο.
     Το πρτο σου χρος, εχτελντας τη θητεα σου στη ρτσα, εναι να νισεις μσα σου λους τους πργονους. Το δετερο, να φωτσεις την ορμ τους και να συνεχσεις το ργο τους. Το τρτο σου χρος, να παραδσεις στο γιο τη μεγλη εντολ να σε ξεπερσει.
     Αγωνα μσα σου. Κποιος παλεει να φγει, να ξεσκιστε απ τη σρκα σου, να γλιτσει απ σνα. νας σπρος στα νεφρ σου, νας σπρος στο μυαλ σου δε θλει πια να 'ναι μαζ σου, δε χωρει πια στο σπλχνο σου, μχεται για ελευτερα.
 -"Πατρα, δε χωρ στην καρδι σου, θλω να τη συντρψω, να περσω Πατρα, μισ το σμα σου, ντρπουμαι που εμαι κολλημνος μαζ σου, θα φγω! Κατντησες λογο οκν, τα πδια σου πια δεν μπορον ν' ακλουθον το ρυθμ της καρδις μου. Βιζουμαι. Θα πεζψω, θα καβαλσω λλο κορμ και θα σε αφσω στο δρμο"!
     Κι εσ, ο πατρας, χαρεσαι γρικντας την καταφρονετικι φων του παιδιο σου.
 -"λα, λα για το γιο μου!" φωνζεις. "Εγ δεν εμαι τποτα. Εγ εμαι ο πθηκος, αυτς ο νθρωπος. Εγ εμαι ο νθρωπος, αυτς ο γιος του ανθρπου"!
     Μια δναμη μσα σου, αντερη σου, διαπερνει συντρβοντας το κορμ σου και το νου σου και φωνζει:
 -"Παξε το τωριν και το σγουρο, παξε το για το μελλομενο κι αββαιο! Μη κρατς τποτα για υστερν. Μου αρσει ο κντυνος. Μπορε να χαθομε, μπορε να σωθομε. Μη ρωτς! Απθωνε κθε στιγμ στα χρια του κντυνου τον κσμον λο! Εγ, ο σπρος του αγννητου, τργω τα σωθικ της ρτσας σου και φωνζω"!

Γ': Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ
     Δε μιλς εσ. Μτε εναι η ρτσα μονχα μσα σου που φωνζει. μσα σου οι αρφνητες γενες των ανθρπων. 'Ασπροι, κτρινοι, μαροι, χιμον και φωνζουν.
     Λευτερσου κι απ τη ρτσα. Πολμα να ζσεις λο τον αγωνιζμενον νθρωπο. Κοτα τον πς ξεμασκλισε απ τα ζα, πς μχεται να σταθε ρθιος, να ρυθμσει τς ναρθρες κραυγς, να συντηρσει τη φλγα ανμεσα στις πυροστις, να συντηρσει το νου ανμεσα στα κκαλα της κεφαλς του.
     λεος να σε κυριψει για το πλσμα τοτο που ξεκρμισε να πρω απ τους πθηκους, γυμν, ανυπερσπιστο, χωρς κρατα και δντια, μονχα με μια σπθα φωτι στο μαλακ του το κακαλο. Δεν ξρει απ που ρχεται και κατ που πει. Μα θλει, αγαπντας, δουλεοντας, σκοτνοντας, να κυριψει τη γης.
     Κοταξε τους ανθρπους, λυπσου τους. Κοταξε τον εαυτ σου ανμεσα στους ανθρπους, λυπσου τον. Μσα στο θαμπ σορουπο της ζως αγγζουμε ο νας τον λλον, ψαχνμαστε, ρωτομε, αφουκραζμαστε. Φωνζουμε βοθεια! Τρχουμε. Ξρουμε πς τρχουμε να πεθνουμε, μα δεν μπορομε να σταματσουμε. Τρχουμε. Μια λαμπδα κρατομε και τρχουμε. Το πρσωπο μας, μια στιγμ, φωτζεται, μα βιαστικ παραδνουμε τη λαμπδα στο γιο μας κι ετς σβνουμε, κατεβανουμε στον 'Αδη.
     Η μνα κοιτει μπροστ, κατ την κρη. Η κρη κοιτει κι αυτ μπροστ, πρα απ του αντρς της το κορμ, κατ το γιο. Να πς πορεεται στη γης ετοτη ο Αρατος.
     λοι, χωρς λεος, κοιτζουμε καταμπροστ, σπρωγμνοι απ τερστιες πσω μας αλθευτες σκοτεινς δυνμες.
     Σηκσου απνω απ το πρσκαιρο μετερζι του κορμιο σου, κοταξε πσω τους αινες. Τ βλπεις; Ζα γιομτα τρχες κι αματα ανεβανουν απ τη λσπη ανταρεμνα. Ζα γιομτα τρχες κι αματα κατεβανουν απ τα κορφοβονια ανταρεμνα. Σμγουν μουγκρζοντας οι δυ στρατο σαν ντρας με γυνακα και γνουνται νας βλος αμα, μυαλ και λσπη.
     Κοταξε. Οι λαο ανεβανουν σα χλη απ τα χματα και πφτουν πλι στα χματα, λπασμα γονερ για τις μελλομενες σπορς. Κι η γης παχανει απ τη στχτη, απ τα αματα κι απ τα μυαλ των ανθρπων. Αρφνητοι χνουνται μεσοστρατς, γεννιονται και πεθανουν στεροι. Καταβθρες ξαφνικ ανογουνται μες στο σκοτδι, γκρεμζουνται λαο, προστγματα δχως συνοχ γρικιονται μσα στην ακατστατη βου και το ανθρπινο κοπδι ταρζεται και σκορπζει.
     Ξαφνικ μαντεουμε κτωθε και γρα μας και μσα στην βυσσο της καρδις μας τις τυφλς, αχρταγες, χωρς καρδι, χωρς μυαλ δυνμες. Σ' να πλαγο τρικυμισμνο αρμενζουμε, το νιθουμε σε μιαν κτρινη αστραπ, σ' να τσφλι μπιστευτκαμε τα πλοτη μας, τα παιδι και τους θεος μας.
     Κματα σκοτειν, πηχτ, λο αματα οι ανες ανεβοκατεβανουν. Η κθε στιγμ εναι μια βυσσο που ανογει. Αγνντευε το σκοτειν πλαγο χωρς να τρεκλζεις, κοταζε κατματα την βυσσο, κθε στιγμ, χωρς φαντασα, αναδεια και φβο. Χωρς φαντασα, αναδεια και φβο. Μα δε φτνει. Κμε να βμα ακμα. πολμησε να δσεις νημα στ' ασυνρτητα παλματα του ανθρπου.
     Γμναζε την καρδι σου να κυβερνει σο μπορε πιο απλχωρη παλαστρα. Ανακκλωνε σ' ναν αινα, υστρα σε δυο αινες, υστρα σε τρεις, σε δκα, σε σους αινες αντχεις, την πορεα του ανθρπου. Γμναζε το μτι σου να θεται να κινονται λαο σε μεγλα χρονικ διαστματα. Βυθζου στ' ραμα τοτο με υπομον, με αγπη κι υψηλ αφιλοκρδεια, ωστου αγλια εντς σου ο κσμος ν' ανασνει: να φωτιστον οι αγωνιζμενοι, να σμξουν στην καρδι σου και ν' αναγνωριστον αδερφο. Η καρδι σμγει ,τι ο νους χωρζει, ξεπερνει την παλαστρα της ανγκης και μετουσινει το πλεμα σε αγπη.
     Ακροπδιζε στον αχρταγο γκρεμ και πολμα να συντξεις τ' ραμα. Ανασκωσε την πολχρωμη καταπαχτ του μυστριου. Τ' στρα, τις θλασσες, τους ανθρπους, τις Ιδες. Δσε μορφ και νημα στην μορφη, μυαλη απεραντοσνη. Περιμζωξε στην καρδι σου λες τις τρομρες, ανασνθεσε λες τις λεπτομρειες. νας κκλος εναι η λτρωση. κλεσε τον!
     Τ θα πει ευτυχα; Να ζεις λες τις δυστυχες. Τ θα πει φως; Να κοιτς με αθλωτο μτι λα τα σκοτδια.
     Εμαστε να γρμμα ταπειν, μια συλλαβ, μια λξη απ τη γιγντια Οδσσεια. Εμαστε βυθισμνοι σ' να γιγντιο τραγοδι και λμπουμε πως λμπουν τα ταπειν χοχλδια σο εναι βυθισμνα στη θλασσα.
     Ποι εναι το χρος μας; Ν' ανασηκσουμε το κεφλι απ το κεμενο, μια στιγμ, σο αντχουν τα σπλχνα μας και ν' αναπνψουμε το υπερπντιο τραγοδι. Να σμξουμε τις περιπτειες, να δσουμε νημα στο ταξδι, να παλεουμε ακατλυτα με τους ανθρπους, με τους θεος και με τα ζα, κι αργ, υπομονετικ, να μολνουμε μσα στα φρνα μας, μελοδι απ το μελοδι μας, την Ιθκη. Σαν να νησ, αργ, με φοβερν αγνα, υψνεται μσα απ τον ωκεαν του ανπαρχτου το ργο του ανθρπου.
     Μσα στο μερνυχτα στερεομενο τοτο αλνι οι γενες δουλεουν, αγαπον, ελπζουν, αφανζουνται. Νες γενες πατον τα κουφρια των πατρων, συνεχζουν το ργο απνω στην βυσσο και μχουνται να μερσουν το τρομερ μυστριο. Πς; καλλιεργντας να χωρφι, φιλντας μια γυνακα, μελετντας μιαν πτρα, να ζο, μιαν Ιδα.
     ρχουνται σεισμο, το νησ σαλεει, μια γωνι γκρεμζεται, μια λλη ανεβανει απ τ' ανλιαγα κματα.
     νας αργτης πελαγσιος εναι ο νους, κι εναι η δουλει του να μολνει το χος.
     Απ' λες τοτες τις γενες, π' λες τις δυστυχες και τις χαρς, απ τους ρωτες, απ τους πολμους, απ τις Ιδες, αναδνεται μια φων αγν και γαλνια. αγν και γαλνια, γιατ περιχει λες τις αμαρτες και τις ανησυχες του αγωνιζμενου ανθρπου και τις ξεπερνει κι ανεβανει.
     Μσα απ' λο τοτο το ανθρπινο υλικ νας ανηφορζει με τα χρια, με τα πδια, πνιμνος στα δκρυα και στα αματα κι αγωνζεται να σωθε. Να σωθε απ ποιν; Απ το κορμ που τον περικλενει, απ το λα που τον αναβαστει, απ τη σρκα, απ την καρδι κι απ τα φρνα του ανθρπου.
 -"Κριε, ποις εσαι; Σν Κνταυρος υψνεσαι μπροστ μου, με τα χρια στον ουραν τανυσμνα, με τα πδια καρφωμνα στη λσπη".
 -"Εμαι Εκενος που αινια ανεβανει"!
 -"Γιατ ανεβανεις; Ξενεφρζεσαι, αγωνις, μχεσαι να ξεθηκαρσεις απ' το ζο. Απ' το ζο κι απ τον νθρωπο. Μη με αφνεις"!
 -"Μχουμαι, ανεβανω, για να μην πνιγ. Απλνω τα χρια μου, πινουμαι απ' λα τα ζεστ κορμι, σηκνω απνω απ το μυαλ το κεφλι μου για ν αναπνψω. ολοθε πνγουμαι, πουθεν δε χωρ"!
 -"Κριε, γιατ τρμεις";
 -"Φοβμαι! Ο σκοτεινς ανφορος δεν χει τελειωμ. Μια φλγα εναι η κεφαλ μου κι αινια ξεκορμζει. μα το πνμα της νχτας αινια φυσει να με σβσει. Ο αγνας μου λος πσα στιγμ κιντυνεει. Ο αγνας μου λος σε κθε κορμ κιντυνεει. Πατ παραπατ μσα στις σρκες, σαν νας νυχτωμνος στρατοκπος, και φωνζω: Βοθεια"!

Δ': Η ΓΗΣ
     Δε φωνζεις εσ. Δε φωνζει η ρτσα σου μσα στο εφμερο στθος σου. Δε φωνζουν μνον οι σπρες, οι κτρινες, οι μαρες γενες των ανθρπων στην καρδι σου. Η Γης αλκερη, με τα νερ και τα δντρα της, με τα ζα, με τους ανθρπους και τους θεος της μσα στο στθος σου φωνζει. Ανασηκνεται η Γης μσα στα φρνα σου και θωρει για πρτη φορ αλκερο το σμα της. Ανατριχιζει. Εναι να ζο που τρει, γεννει, σαλεει, θυμται. Πεινει,τρει τα παιδι της -φυτ, ζα, ανθρπους, ιδες- τ' αλθει στα σκοτειν σαγνια της, τα ξαναπερνει απ το κορμ της και τα ξαναχνει στο χμα. Θυμται, αναμαυλει τα πθη της. Μσα στην καρδι μου το μνημονικ της ανογει, απλνεται, κυριεει τον καιρ.
     Δεν εναι τοτη η καρδι που πηδει και χτυπει μσα στο αμα. Εναι η Γης αλκερη. Στρφεται πσω της και ξαναζε το φοβερ ανηφρισμ της στο χος.
     Θυμομαι μιαν ατλειωτη ερημι απ ναρχη φλεγμενη λη. Καγουμαι! Περν τον μετρο ανοργνωτο καιρ, ολομναχος, απελπισμνος, κραυγζοντας στην ρημα. Κι αργ η φλγα καταλαγιζει, η μτρα της λης δροσερεει, ζωντανεει η πτρα, και θρβεται. Κι ανεβανει τρμοντας στον αγρα να μικρ, πρσινο φλλο. Πινεται απ το χμα, στερενεται, σηκνει το κεφλι του και τα χρια, αρπζει τον αγρα, το νερ, το φως, αρμγει το Σμπαντο. Αρμγει το Σμπαντο και θλει να το περσει απ το λιγν σαν την κλωστ κορμ του και να το κμει ανθ, καρπ και σπρο. Να το κμει αθνατο.
     Ανατριχιζει η θλασσα, σκζεται σε δυο κι ανεβανει απ το λασπερ βυθ της να λιμασμνο, ανσυχο, αμματο σκουλκι.
     Νικθηκε το βρος, ανασηκθηκε η πλκα του θαντου, προβανουν γιομτα ρωτα και πενα οι στρατις τα δντρα και τα ζα.
     Κοιτ τη Γης με το λασπωμνο μυαλ της κι ανατριχιζω ξαναζντας τον κντυνο. Μποροσα να βουλιξω, να χαθ μσα στις ρζες τοτες που πνουν μ' ευδαιμονα τη λσπη. μποροσα να πλαντξω μσα στο χοντρ τοτο μυριοζρωτο τομρι να σπαρζω αινια μσα στο αιματερ σκοτειν κακαλο του παμπλαιου πργονου.
     Μα γλτωσα. Πρασα τα παχιφλουδα φυτ, πρασα τα ψρια, τα πουλι, τα θερι, τους πιθκους. καμα τον νθρωπο. καμα τον νθρωπο και τρα μχουμαι να τον ξεκμω!
 -"Δε χωρ! Δε χωρ! Θλω να ξεφγω!"
     Η κραυγ τοτη αινια ρμαζε και κρπιζε τα σωθικ του κσμου. Πηδοσε απ σμα σε σμα, απ γενε σε γενε, απ εδος σε εδος, ολονα πιο σαρκοβρα και πιο δυνατ. λοι οι γονιο φωνζουν:
 -"Θλω να γεννσω γιον αντερο μου!"
     Στις φοβερς στιγμς που η Κραυγ περνει απ το κορμ μας, νιθουμε μια προανθρπινη δναμη ανλεη να μας σπρχνει. να χεμαρρο βουερ, λασπερ απ πσω μας, γιομτο αμα, δκρυα, ιδρτα, αλαλαγμος χαρς, ηδονς και θαντου.
     νας νεμος ερωτικς φυσει απνω στη Γης, λιγγος κυριεει λα τα ζωνταν και σμγουν στη θλασσα, στις σπηλις, στον αγρα, κτω απ το χμα, μεταγγζοντας απ κορμ σε κορμ μια μεγλη ακατανητη αγγελα. Και τρα μονχα εμες,νογντας πσω μας την φοδο, θαμπ αρχινομε και μαντεουμε γιατ πλευαν, γεννοσαν και πθαιναν τα ζα, και πσω τους τα φυτ, και πσω λη η ανοργνωτη εφεδρεα.
     λεος, ευγνωμοσνη και σβας μας κυριεει για τους παλιος μας συντρφους στη μχη. Δολευαν, αγαποσαν και πθαιναν για ν' ανοξουν το δρμο να περσουμε.
     μοια κι εμες, μσα στην δια ηδον, παρφορα κι αγωνα, δουλεουμε για κποιον 'Αλλον, που σε κθε γενναα μας πρξη προχωρει κι να βμα. λος μας ο αγνας θα 'χει πλι να σκοπ αντερο μας, που θα χρησιμψουν και θ' αγισουν οι μχτοι μας, οι αθλιτητες και τα εγκλματα.
     Μια φοδο εναι τοτη! Μια πνο χιμει, τρικυμζει, καρποβολει την λη, περνει τα ζα, δημιουργει τον νθρωπο, πινεται απ πνω του σαν ρνιο αρπαχτικ και στρηνιζει.
     Εναι η σειρ μας! Μας δουλεει, κατεργζεται εντς μας την λη και την κνει πνμα, πατει το μυαλ μας, πηδει καβλα στο σπρμα και μχεται, κλοτσντας πσω το κορμ μας, να ξεφγει.
     Σα να 'ναι λη η ζω ετοτη τ' ορατ αινιο κυνγι ενς αρατου Γαμπρο, που κυνηγει απ κορμ σε κορμ την αιωνιτητα, την αδμαστη Νφη. Κι εμες, λο το ψκι της γαμλιας πομπς, φυτ, ζα, νθρωποι, χιμομε τρμοντας προς τη μυστικ παστδα. Και καθνας κρατει με δος τα ιερ σμβολα του γμου:
      λλος το Φαλλ, λλος τη Μτρα.

ΤΟ ΟΡΑΜΑ

     κουσες την Κραυγ και κνησες. Πρασες απ αγνα σε αγνα λες τις πολεμικς θητεες του στρατευμενου ανθρπου.
     Πολμησες μσα στο μικρ τσαντρι του κορμιο σου, μνα, στεν σου φνταξε η παλαστρα, πνγουσουν, και χθηκες να ξεφγεις.
     Στρατοπδεψες στη ρτσα σου, γιμωσες χρια και καρδις, ανστησες με το αμα σου τους φοβερος προγνους και κνησες μαζ με τους νεκρος, τους ζωντανος και τους αγννητους να πολεμσεις.
     Και μονομις λες οι ρτσες κνησαν μαζ σου, το ερ στρτεμα του ανθρπου ανασυντχτηκε ξοπσω σου, λη η γης βοισε σα στρατπεδο.
     Ανβηκες, κι απ αψηλ κορφ αλκερο το σχδιο της μχης διακλαδθηκε μσα στους γρους του μυαλο σου κι λες οι αντιμαχμενες εκστρατεες σμιξαν στο μυστικ στρατπεδο της καρδις σου.
     Κι απ πσω συντχτηκαν τα ζα και τα φυτ, σα μεταγωγικ στα μαχμενα μπροστ στρατματα του ανθρπου.
     Τρα η Γης αλκερη πιστηκε απνω σου, γινε κορμ σου, φωνζει μσα στο χος. Πς να πολιορκσω με λγια το φοβερ τοτο δρμα; Σκβω στο χος κι αφουκρζουμαι. νας ανεβανει αγκομαχντας μυστικ, επικντυνο ανφορο.
     Μοχτει, αγωνζεταιμε πεσμα ν' ανηφορσει. Μα βρσκει εμπδιο αντδρομ του ορμ: νας κατεβανει βιαστικ μυστικ, καλβολο πολ κατφορο. Η Πνο, μσα στο ρμα το πηχτ που κατεβανει, μελζεται, στροβιλζεται και μια στιγμ, σο βαστει κθε ζω, σοζυγιζουνται οι δυο αντδρομες επιθυμες.
     Να πς γεννιονται τα κορμι, να πς δημιουργιται ο κσμος κι ισορροπονε μσα στα ζωνταν οι δυο αντιστρατευμενες δυνμες.
     Μια στιγμ, τον να που ανηφορζει τον περιτυλγει σφιχτ να σμα αγαπημνο, το σμα του, και του αργοπορει το ανβασμα. Μα γργορα, με τον ρωτα, με το θνατο, του ξεφεγει. Κι εξακολουθε την πορεα. Πατει το ψυχο, πλθει το φυτ και το γιομνει. Στρατοπεδεει αλκερος. αλκερος, θα πει: μαζ με τη λαχτρα και τη δναμη να ξεφγει. Ανασηκνεται λγο, αναπνει με κπο, πνγεται. Παρατει στα φυτ σο βρος, ση νρκη κι ακινησα μπορε, αλαφρνει και πηδει, αλκερος πλι, πιο πρα και πιο πνω, δημιουργντας τα ζα, και στρατοπεδεει αλκερος στα νεφρ τους. Αλκερος, πλι, θα πει: μαζ με τη λαχτρα και τη δναμη να ξεφγει.
     Τα σματα αναπννε, θρφουνται, ταμιεουν δυνμες, και σε μια στιγμ ερωτικ συντρβουνται, ξοδεουν τα πντα κι αδειζουν, για ν' αφσουν στο γιο την ψυχ τους. Ποιαν ψυχ; Την ορμ προς τ' απνω!
     Λαγαρζεται αργ, με αγνα, ανμεσα απ τα κορμι τους, παρατει πνω τους σα πθη, ση σκλαβι, ανημπορι και σκοτδι μπορε. Κι ανασηκνεται πλι, πιο ανλαφρος, και χιμει να ξεφγει. κι η ορμ τοτη για την ελευτερα, παλεοντας με την λη, αργ δημιουργει την κεφαλ του ανθρπου. Και τρα, το νιθουμε με τρμο, μχεται πλι να ξεφγει απ πνω μας, να μας παραπετξει με τα φυτ και τα ζα, να πηδξει πιο πρα. ρθε χαρ και πκρα μεγλη! η στιγμ να παραπεταχτουμε κι εμες, οι πρωτοπροι, στην εφεδρεα.
     Πσω απ τη ρο του κορμιο και του μυαλο μου, πσω απ τη ρο της ρτσας μου και των ανθρπων, πσω απ τη ρο των ζων και των φυτν, βλπω τρμοντας τον Αρατο που πατει λα τα ορατ κι ανεβανει. Και κτω απ τη βαρι, αματωμνη του πατοσα γρικ λα τα ζωνταν να συντρβουνται. Αγλαστο εναι το πρσωπο του, βουβ, σκοτειν, πρα απ τη χαρ κι απ τη θλψη, πρα απ την ελπδα.
     Τρμω. Εσαι συ ο Θες μου; Το σμα σου εναι γιομτο μνμη. Σαν νας χρνια φυλακισμνος ξμπλιασες με αλλκοτα δντρα και μαλλιαρος δρκους, μ αιματερς περιπτειες, με κραυγς και χρονολογες τα μπρτσα σου και το στθος. Κριε, Κριε, μουγκαλισαι σα ζο! Τα πδια σου εναι γιομτα αμα και λσπη. Τα χρια σου εναι γιομτα αμα και λσπη. Βαρι σα μυλπετρα εναι τα σαγνια σου κι αλθουν. Πινεσαι απ τα δντρα, απ τα ζα, πατς τον νθρωπο, φωνζεις. Ανηφορζεις τον ατλειωτο μαρο γκρεμ του θαντου και τρμεις.
     Που πας; Πληθανει ο πνος, πληθανει το φως και το σκοτδι. Κλαις, πινεσαι απνω μου, θρφεσαι με το αμα μου, αντρειεεις και λαχτζεις την καρδι μου. Σε κρατ στο στθος μου, σε φοβομαι και σε σπλαχνζουμαι.
     Σα να θψαμε Κποιον που τον θαρροσαμε νεκρ και τρα τον ακομε μσα στη νχτα να φωνζει: "Βοθεια!" Κι ανασηκνει με αγνα την ταφπετρα, την ψυχ και το κορμ μας, λο πιο αψηλ, λο πιο λετερα αναπνοντας. Κθε λγος, κθε πρξη, κθε Ιδα εναι η βαρι του ταφπετρα και την ανασηκνει. Και το κορμ μου κι λος ο κσμος που αγναντεουμε, ουρανς και γης, εναι η ταφπετρα, κι ο Θες αγωνζεται να την ανασηκσει.
     Τα δντρα φωνζουν, τα ζα, τ' στρα: "Χανμαστε!" Δυο χρια, μεγλα σαμε τον ουραν, πετιονται απ κθε ζωνταν και ζητον βοθεια. Με τα γνατα κλειδωμνα στο πιγονι, με τα χρια απλωμνα κατ το φως, με τις πατοσες των ποδιν στη ρχη, να κουβρι, στριγμνεται ο Θες στο κθε μριο σρκας.
     ταν ανογω να καρπ, ττοιος μου ξεσκεπζεται μσα μου ο σπρος. ταν μιλ με τους ανθρπους, αυτ ξεκρνω μσα στο χοντρ, πηχτολσπωτο μυαλ τους. Ο Θες μχεται στο κθε πρμα, με τα χρια τανυσμνα προς το φως. Ποι φως; ξω κι απνω απ κθε πρμα! Δεν εναι μονχα ο πνος η ουσα του Θεο μας, μτε η ελπδα στη μελλομενη ζω ετε στην επγεια τοτη, μτε η χαρ κι η νκη. Κθε θρησκεα, υψνοντας σε λατρεα μια απ τις αρχγονες ψες τοτες του Θεο, στενεει την καρδι και το νου μας. Η ουσα του Θεο μας εναι ο ΑΓΩΝΑΣ. Μσα στον αγνα τοτον ξετυλγουνται και δουλεουν αινια ο πνος, η χαρ κι η ελπδα. Το ανηφρισμα, ο πλεμος με το αντδρομο ρμα, γεννει τον πνο. Μα ο πνος δεν εναι ο απλυτος μονρχης. Η κθε νκη, η κθε προσωριν ισορρπηση στο ανηφρισμα γιομνει χαρ το κθε ζωνταν, που αναπνει, θρφεται, ερωτεεται και γεννει. Μα μσα απ τη χαρ κι απ τον πνο αναπηδει αινια η ελπδα να ξεφγουμε απ τον πνο, να πλατνουμε τη χαρ. Κι αρχζει πλι το ανηφρισμα. Ο πνος. Και ξαναγεννιται η χαρ και ξαναπηδει η να ελπδα.
     Ποτ δεν κλενει ο κκλος. Δεν εναι κκλος. εναι νας στρβιλος που αινια ανεβανει, πλατανοντας, τυλγοντας, ξετυλγοντας, τον τρισυπστατον αγνα. Ποις εναι ο σκοπς του αγνα τοτου; τσι ρωτει ο κακομορης, συφεροντολγος πντα, νους του ανθρπου, ξεχνντας πως η Μεγλη Πνο δε δουλεει μσα σε ανθρπινο καιρ, τπο κι αιτιτητα.
     Η Μεγλη Πνο εναι αντερη απ τ' ανθρπινα τοτα ρωτματα. χει πλοσιες, πολυπλνητες ορμς, που για το λιγπνοο νου μας φαντζουν αντφασες, μα μσα στην ουσα της θετητας αδερφνουνται και πολεμον λες μαζ, πιστς παρασττισσες.
     Η αρχγονη Πνο διακλαδζεται, ξεχνεται, μχεται, αποτυχανει, πετυχανει, ασκεται. Εναι το Ρδο των Ανμων!
     Αρμενζουμε κι εμες και ταξιδεουμε, θλοντας το και μη, ξροντας το κι ασνειδα, μες στις θεκς αππειρες. χει λοιπν κι εμς η πορεα μας στοιχεα αινια, χωρς αρχ και τλος, βοηθει το Θε, κιντυνεει μαζ του.
     Ποι εναι η ορμ, π' λες τις ορμς του Θεο, που ο νθρωπος μπορε να συλλβει; Τοτη μονχα: Μια κκκινη γραμμ απνω στη γης ξεκρνουμε, μιαν κκκινη αιματερ γραμμ, που με αγνα ανηφορζει απ την λη στα φυτ, απ τα φυτ στα ζα, απ τα ζα στον νθρωπο.
     Ο ακατλυτος τοτος προανθρπινος ρυθμς εναι απνω στη γης ετοτη η μνη ορατ οδοιπορα του Αρατου. Φυτ, ζα, νθρωποι, εναι τα σκαλοπτια που δημιουργει ο Θες για να πατσει και ν' ανβει. Δσκολος, φοβερς, ατλειωτος ανφορος. Στν φοδο τοτη ο Θες θα νικσει, θα νικηθε; Υπρχει νκη; Υπρχει νικημς; Το σμα μας θα σαπσει, θα ξαναγυρσει στο χμα, μα Εκενος που μια στιγμ το διαπρασε τι θα γνει;
    Μα λες τοτες οι γνοιες εναι καττερες, κι λες οι ελπδες κι οι απελπισες εξαφανζουνται μσα στο λιμασμνο, χωνευτ στρβιλο του Θεο. Ο Θες γελει, θρηνει, σκοτνει, μας βνει φωτι και μας αφνει μεσοστρατς, αποκαψδια! Κι εγ χαρουμαι νιθοντας ανμεσα στα δυο μελγγια μου, σαν ανοιγοσφλιγμα ματιο, την αρχ και το τλος του κσμου. Συμπυκννω σε μιαν αστραπχαρη στιγμ τη σπορ, το φτρωμα, το νθισμα, το κρπισμα και την εξαφνιση του κθε δντρου, ζου, ανθρπου, στρου και θεο.
     λη η Γης νας σπρος φυτεμνος μσα στους γρους του μυαλο μου. ,τι αρφνητα χρνια πολεμει μσα στη σκοτειν μτρα της λης να ξετυλιχτε και να καρπσει, μσα στο κεφλι μου ξεσπει σα μια μικρ βουβ αστραπ. Αχ! την αστραπ τοτη ν' ατενζουμε, να την κρατσουμε μια στιγμ, να την οργανσουμε σε ανθρπινο λγο! Τη στιγμιαα τοτη αιωνιτητα που τα κλενει λα, περασμνα και μελλομενα, να τη στερεσουμε, μα δχως να χαθε λο το γιγντιο ερωτικ στροβλισμα σε λεχτικν ακινησα!
     Σα μια κιβωτ η κθε λξη, και χορεουμε γρα της, με ανατριχλα νογντας το Θε σα φοβερ της περιεχμενο. ,τι ζεις στην κσταση ποτ δε θα μπορσεις να το στερεσεις σε λγο. μως μχου ακατπαυτα να το στερεσεις σε λγο. Πολμα με μθους, με παρομοωσες, με αλληγορες, με κοινς και σπνιες λξες, με κραυγς και με ρμες να του δσεις σρκα, να στερεσει! μοια κνει κι ο Θες, ο Μγας Εκστατικς. Μιλει, μχεται να μιλσει, με θλασσες και με φωτις, με φτερ, με χρματα, με κρατα, με νχια, με αστερισμος και πεταλοδες, με ανθρπους, πως μπορε, για να στερεσει την κσταση του.
     Εμαι κι εγ, σαν κθε πρμα ζωνταν, στο κντρο του παγκσμιου στροβλου. Εμαι το μτι των τερστιων ποταμν, κι λα γρα μου χορεουν, κι ο κκλος στενεει ολονα ορμητικτερος και χνουνται ουρανς και γης στην κκκινη καταβθρα της καρδας μου. Κι ο Θες με αντικρζει με τρμο κι αγπη. 'Αλλη ελπδα δεν χει. και λει: "Τοτος ο Εκστατικς, που λα τα γεννει, τα χαρεται και τα εξαφανζει, τοτος ο Εκστατικς εναι ο Γιος μου"!

Η ΠΡΑΞΗ

Α': ΣΧΕΣΗ ΘΕΟΥ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
     Η στερν, η πιο ιερ μορφ της θεωρας εναι η πρξη.
     χι να βλπεις πς πηδει η σπθα απ τη μια γενε στην λλη, παρ να πηδς, να καγεσαι μαζ της.
     Η πρξη εναι η πλαττερη θρα της λτρωσης. Αυτ μονχα μπορε να δσει απκριση στα ρωτματα της καρδις. Μες στις πολγυρες περιπλοκς του νου, αυτ βρσκει το συντομτερο δρμο. χι βρσκει. Δημιουργει δρμο, κβοντας δεξ ζερβ την αντσταση της λογικς και της λης.
     Γιατ αγωνστηκες πσω απ τα φαινμενα κυνηγντας τον Αρατο; Γιατ λη ετοτη η πολεμικ, η ερωτικ πορεα ανμεσα απ τη σρκα σου, απ τη ρτσα, απ τον νθρωπο, απ τα φυτ κι απ τα ζα; Γιατ, πρα απ τους θλους τοτους, ο γμος ο μυστικς, ο τλειος εναγκαλισμς, η βακχικ μαινμενη επαφ μσα στο σκοτδι και στο φως;
     Για να φτσεις π' που κνησες. στο εφμερο, παλλμενο, μυστηριδικο σημεο της παρξης σου, με να μτια, με να αυτι, με να γψη, σφρηση κι αφ, με φρνα καινορια.
     Το βαθ, ανθρπινο χρος μας εναι χι να ξεδιαλνουμε και να φωτσουμε το ρυθμ της πορεας του Θεο, παρ να προσαρμσουμε, σο μπορομε, μαζ του το ρυθμ της μικρς, λιγχρονης ζως μας. τσι μονχα κατορθνουμε να χτελουμε κτι αινιο εμες οι θνητο, γιατ συνεργαζμαστε με κποιον Αθνατο. τσι μονχα νικομε τη λεπτομρεια, τη θανσιμη αμαρτα, νικομε τη στεντητα του μυαλο μας, μετουσινουμε τη σκλαβι τουχωματνιου υλικο, που μας δθηκε να δουλψουμε, σ' ελευτερα.
     Μσα σε λα τοτα, πρα π' λα τοτα, λοι οι νθρωποι κι οι λαο, λα τα φυτ και τα ζα, λοι οι θεο κι οι δαιμνοι, σαν νας στρατς, ορμον προς τ' απνω, συνεπαρμνοι απ μιαν ακατανητη, ακαταμχητη Πνο. Την Πνο τοτη μαχμαστε να κμουμε ορατ, να της δσουμε πρσωπο, να την τυλξουμε μσα σε λξες, σε αλληγορες και στοχασμος και ξρκια, να μη μας φγει. Μα δε χωρει στα εκοσι τσσερα γρμματα που αραδιζουμε. Ξρουμε, λες τοτες οι λξες, οι αλληγορες, οι στοχασμο και τα ξρκια εναι πλι μια να μσκα που κρβει την Αβυσσο. Μα τσι μονχα, περιορζοντας την απεραντοσνη, μπορομε, μσα στα σνορα του νεοχαραγμνου ανθρπινου κκλου, να δουλψουμε.
    Τι θα πει να δουλψουμε; Να γιομσουμε τον κκλο τοτον με πεθυμις, με ανησυχες και με πρξες, ν' απλωθομε και να φτσουμε τα σνορα, να μη χωρομε πια, να ραζουν και να γκρεμζουνται. τσι, δουλεοντας τα φαινμενα, πληθανουμε, πλατανουμε την ουσα. Γι' αυτ υστρα απ την επαφ μας με την ουσα, ο γυρισμς μας στα φαινμενα χει ανυπολγιστη αξα.
     Εδαμε τον αντατο κκλο των στροβιλιζμενων δυνμεων. Τον κκλο αυτν τον ονοματσαμε Θε. Μποροσαμε να του δσουμε ,τι λλο νομα θλαμε: 'Αβυσσο, Μυστριο, Απλυτο Σκοτδι, Απλυτο Φως, λη, Πνμα, Τελευταα Ελπδα, Τελευταα Απελπισα, Σιωπ. Μα τον ονοματσαμε Θε, γιατ τ' νομα τοτο μονχα ταρζει βαθι, απ προαινιες αφορμς, τα σωθικ μας. Κι η ταραχ τοτη εναι απαρατητη για ν' αγγξουμε σμα με σμα, πρα απ τη λογικ, τη φοβερην ουσα.
     Μσα στο γιγντιο τοτον κκλο της θετητας, χρος χουμε να ξεχωρσουμε και να συλλβουμε καθαρ το μικρ πρινο τξο της εποχς μας. Απνω στην αδιρατη τοτη φλγινη καμπλη, βαθι, μυστικ νογντας την ορμ αλκερου του κκλου, οδεουμε αρμονικ με το Σμπαντο, παρνουμε φρα και πολεμομε. τσι η εφμερη πρξη μας, συνειδητ ακλουθντας τη φρα του Σμπαντου, δεν πεθανει μαζ μας. Δε χνεται σε μυστικ νεργη ενατνιση αλκερου του κκλου, δεν καταφρονει την για, ταπειν καθημεριν ανγκη. Μες στο στεν ματωμνο της αυλκι, σκυφτ, δουλεει στρεα, νετα νικντας, μσα σ' να μικρ σημεο καιρο και τπου, τον καιρ και τον τπο, γιατ το σημεο αυτ ακολουθει τη θεκιν ορμ αλκερου του κκλου.
     Δε νοιζουμαι λλες εποχς κι λλοι λαο τι πρσωπο δωκαν στην τερστια απρσωπην ουσα. Τη γιμωσαν με ανθρπινες αρετς, με αμοιβς και τιμωρες, με βεβαιτητες. δωκαν στις ελπδες και στους φβους τους να πρσωπο, υπταξαν σ' να ρυθμ την αναρχα τους, βρκαν μιαν αντερη δικαιολογα να ζσουν και να δουλψουν. καμαν το χρος τους. Μα εμες ξεπερσαμε σμερα τις ανγκες τοτες, συντρψαμε τη μσκα τοτη της 'Αβυσσος, δε χωρει πια κτω απ το παλι προσωπεο ο Θες μας. Ξεχελισε η καρδι μας απ νες αγωνες, απ λμψη και σιωπ καινορια. Το μυστριο αγρεψε, πλθυνε ο Θες. Οι σκοτεινς δυνμες ανεβανουν, πληθανουν κι αυτς, λο το ανθρπινο νησ σαλεει.
     Ας σκψουμε στην καρδι μας κι ας αντικρσουμε με γενναιτητα την 'Αβυσσο. Ας επιχειρσουμε να πλσουμε πλι το νο σγχρονο πρσωπο του Θεο μας με τη σρκα και με το αμα μας! Γιατ ο Θες μας δεν εναι νας αφηρημνος στοχασμς, μια λογικ ανγκη, να αρμονικ αψηλ οικοδμημα απ συλλογισμος και φαντασες. Δεν εναι να κατακθαρο, ουδτερο, μτε αρσενικ μτε θηλυκ, οσμο, αποσταγμνο κατασκεασμα του μυαλο μας. Εναι ντρας και γυνακα, θνητς κι αθνατος, κοπρι και πνμα. Γεννει, γονιμοποιε και σκοτνει, ρωτας μαζ και θνατος, και πλι ξαναγεννει και σκοτνει. απλχωρα χορεοντας πρα απ τα σνορα της λογικς, που αυτ δεν μπορε να χωρσει αντινομες.
     Ο Θες μου δεν εναι παντοδναμος. Αγωνζεται, κιντυνεει κθε στιγμ, τρμει, παραπατει σε κθε ζωνταν, φωνζει. Ακατπαυτα νικιται και πλι ανασηκνεται, γιομτος αμα και χματα και ξαναρχζει τον αγνα. Εναι λος πληγς, τα μτια του εναι γιομτα φβο και πεσμα, τα σαγνια και τα μελγγια του εναι συντριμμνα. Μα δεν παραδνεται, ανεβανει, με τα πδια, με τα χρια, δαγκνοντας τα χελια, ανεβανει αννδοτος.
     Ο Θες μου δεν εναι πανγαθος. Εναι γιομτος σκληρτητα, γρια δικαιοσνη, και ξεδιαλγει, ανλεα, τον καλτερο. Δε σπλαχνζεται, δε νοιζεται για ανθρπους και ζα, μτε γι' αρετς κι Ιδες. λα τοτα τ' αγαπει μια στιγμ, τα συντρβει αινια και διαβανει. Εναι μια δναμη που χωρει τα πντα, που γεννει τα πντα. Τα γεννει, τ' αγαπει, και τ' αφανζει. Κι αν πομε: ο Θες εναι νας νεμος ερωτικς που συντρβει τα κορμι για να περσει, κι αναθυμηθομε πως πντα μσα στο αμα και στα δκρυα, ανλεα εξαφανζοντας τ' τομα, δουλεει ο ρωτας, ττε λγο πιτερο προσεγγζουμε το φοβερ του το πρσωπο.

     Ο Θες μου δεν εναι πνσοφος. Το μυαλ του εναι να κουβρι απ φως και σκοτδι και πολεμει να το ξετυλξει μσα στο λαβρινθο της σρκας. Παραπατει, ψαχουλεει. Αγγζει δεξι, γυρζει πσω. στρφεται ζερβ, οσμζεται. Αγωνι πνω στο χος. Σουρτ, μοχτντας, ψχνοντας ακαταμτρητους αινες, νιθει αργ να φωτζουνται οι λασπερο γροι του μυαλο του. Μπροστ απ το βαρ κατασκτεινο κεφλι του, με ανεπωτον αγνα αρχζει και δημιουργει μτια για να δει, αφτι για ν' ακοσει.
     Ο Θες μου μχεται χωρς καμι βεβαιτητα. Θα νικσει; Θα νικηθε; Τποτα δεν εναι ββαιο στο Σμπαντο, ρχνεται στο αββαιο, παζει, κθε στιγμ, τη μορα του λη. Πινεται απ τα ζεστ κορμι, λλο μετερζι δεν χει. Φωνζει βοθεια. Κηρχνει σε λο το Σμπαντο επιστρτεψη. Χρος μας, γρικντας την Κραυγ, να τρξουμε κτω απ τις σημαες του, να πολεμσουμε μαζ του.  να σωθομε,  να χαθομε μαζ του.
     Ο Θες κιντυνεει. Δεν εναι παντοδναμος, να σταυρνουμε τα χρια, προσδοκντας τη σγουρη νκη. Δεν εναι πανγαθος να προσδοκομε μ' εμπιστοσνη πως θα μας λυπηθε και θα μας σσει.
     Ο Θες, μσα στην περιοχ της εφμερης σρκας μας, κιντυνεει αλκερος. Δεν μπορε να σωθε, αν εμες με τον αγνα μας δεν τον σσουμε. Δεν μπορομε να σωθομε, αν αυτς δε σωθε.
     Εμαστε να. Απ το τυφλ σκουλκι στο βυθ του ωκεανο ως την απραντη παλαστρα του Γαλαξα, νας μονχα αγωνζεται και κιντυνεει, ο εαυτς μας. Και στο μικρ, το χωματνιο στθος μας, νας μονχα αγωνζεται και κιντυνεει, το Σμπαντο. Καλ πρπει να νισουμε πως δεν οδεουμε απ εντητα Θεο στην δια πλι εντητα του Θεο. Δεν οδεουμε απ να χος σε λλο χος. Οτε απ να φως σε λλο φως  απ να σκοτδι σε λλο σκοτδι. Τ αξα θα 'χε ττε η ζω μας τοτη; Τ αξα θα 'χε αλκερη η ζω;
     Μα κινσαμε απ να χος παντοδναμο, απ μιαν αξεδιλυτη, πηχτ, φως και σκοτδι βυσσο. Και μαχμαστε λοι: Φυτ, ζα, νθρωποι, ιδες, στο λιγστιγμο τοτο διβα της ατομικς ζως, να ρυθμσουμε εντς μας το Χος, να λαγαρσουμε την βυσσο, να κατεργαστομε μες στα κορμι μας σο πιτερο σκοτδι μπορομε, να το κμουμε φως.

     Δε μαχμαστε για το εγ μας, μτε για τη ρτσα, μτε για την ανθρωπτητα. Δε μαχμαστε για τη Γης, μτε για Ιδες. λα τοτα εναι πρσκαιρα και πολτιμα σκαλοπτια του Θεο που ανηφορζει. και γκρεμζουνται, ευθς ως τα πατσει ο Θες ανεβανοντας.
     Στη μικρτατη αστραπ της ζως μας, νιθουμε να πατει πνω μας αλκερος ο Θες και ξαφνικ νογομε: Αν ντονα λοι πεθυμσουμε, αν οργανσουμε λες τις ορατς κι αρατες δυνμες της γης και τις ρξουμε προς τ' απνω, αν παντοτιν γρυπνοι λοι μαζ παρασττες παλψουμε. το Σμπαντο μπορε να σωθε.
     χι ο Θες θα μας σσει. Εμες θα σσουμε το Θε, πολεμντας, δημιουργντας, μετουσινοντας την λη σε πνμα.
     Μα μπορε λος μας ο αγνας να πει χαμνος. Αν κουραστομε, αν λιγοψυχσουμε, αν μας κυριψει πανικς, λο το Σμπαντο κιντυνεει.

     Η ζω εναι στρατιωτικ θητεα στην υπηρεσα του Θεο. Κινσαμε σταυροφροι να λευτερσουμε, θλοντας και μη, χι τον 'Αγιο Τφο, παρ το Θε το θαμμνο μσα στην λη και μες στη ψυχ μας. Κθε κορμ, κθε ψυχ εναι 'Αγιος Τφος. 'Αγιος Τφος εναι ο σπρος του σιταριο. Ας τνε λευτερσουμε! 'Αγιος Τφος εναι το μυαλ. Μσα του κετεται ο Θες και παλεει με το θνατο. Ας τρξουμε βοθεια!
     Ο Θες δνει το σνθημα της μχης κι ορμ κι εγ στην φοδο τρμοντας. Ετε παραπομενω λιποτχτης ετε πολεμσω γενναα, πντα θα πσω στη μχη. Μα τη μια φορ ο θνατος μου εναι στερος. Μαζ με το κορμ μου χνεται, σκορπζεται στον νεμο κι η ψυχ μου. Την λλη, κατεβανω στη γης, σαν τον καρπ, γιομτος σπρο. Κι η πνο μου, παρατντας το κορμ μου να σαπζει, οργαννει να κορμι και συνεχζει τη μχη.
     Η προσευκ μου δεν εναι κλαψορισμα ζητινου μτε ερωτικι εξομολγηση. Μτε ταπεινς απολογισμς εμπορκου: "σου 'δωκα, δσε μου". Η προσευκ μου εναι αναφορ στρατιτη σε στρατηγ. "Αυτ καμα σμερα, να πς πολμησα να σσω στον εδικ μου τομα αλκερη τη μχη, αυτ τα εμπδια βρκα, τσι στοχζουμαι αριο να πολεμσω".
     Καβαλρηδες οδεουμε στο λιοπρι η κτω απ σιγαν βροχ. εγ κι ο Θες μου. και κουβεντιζουμε χλωμο, πεινασμνοι, ανυπταχτοι.
 -"Αρχηγ!" κι εκενος στρφει κατ με το πρσωπο του κι ανατριχιζω αντικρζοντας την αγωνα του. Τραχει εναι η αγπη μας, καθμαστε στο διο τραπζι, πνουμε το διο κρασ στη χαμηλ τοτη ταβρνα της Γης. Κι ως σκουντρομε τα ποτρια μας, αχον σπαθι, τινζουνται μση κι ρωτες, μεθομε, ορματα σφαγς ανεβανουνε στα μτια μας, πολιτεες γκρεμζουνται μσα στα μυαλ μας, κι εμαστε κι οι δυο λαβωμνοι και κουρσεουμε, ξεφωνντας απ τους πνους, να μεγλο Παλτι.


Β': ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
     Ποι εναι η ουσα του Θεο μας; Ο αγνας για την ελευτερα. Μσα στο ακατλυτο σκοτδι μια φλογερ γραμμ ανηφορζει και σημαδεει την πορεα του Αρατου.

     Ποι εναι το χρος μας; Ν' ανεβανουμε την αιματερ τοτη γραμμ μαζ του.
     Καλ εναι ,τι ορμει προς τ' απνω και βοηθει το Θε ν' ανηφορσει. Κακ εναι ,τι βαρανει προς τα κτω, κι αμποδει το Θε ν' ανηφορσει.
     λες οι αρετς κι οι κακες παρνουν τρα καινορια αξα, λευτερνουνται απ τη στιγμ κι απ το χμα, υπρχουν απλυτα μσα στον νθρωπο, πριν και μετ τον νθρωπο, αινιες. Γιατ η ουσα της ηθικς μας δεν εναι η σωτηρα του ανθρπου, που αλλζει μσα στον καιρ και στον τπο, παρ η σωτηρα του Θεο, που μσα απ λογς λογς ρεομενες ανθρπινες μορφς και περιπτειες εναι πντα ο διος, ο ακατλυτος ρυθμς που μχεται για ελευτερα.

     θλιοι εμαστε οι νθρωποι, καρδοι, μικρο, τιποτνιοι. Μα μσα μας, μια ουσα αντερη μας, μας σπρχνει ανλεα προς τ' απνω.
     Μσα απ την ανθρπινη τοτη λσπη, θεα τραγοδια ανβρυσαν, Ιδες μεγλες, ρωτες σφοδροι, μια φοδο ακομητη, μυστηριδικη, χωρς αρχ και τλος, χωρς σκοπ, πρα απ κθε σκοπ. Ττοιος βλος λσπη εναι η ανθρωπτητα, ττοιος βλος λσπη εναι ο καθνας μας.

     Ποι εναι το χρος μας; Να μαχμαστε ν' ανθσει να μικρ λουλοδι απνω στο λπασμα τοτο της σρκας και του νου μας.
     Πολμα απ τα πρματα, πολμα απ τη σρκα, απ την πενα, απ το φβο, πολμα απ την αρετ κι απ την αμαρτα να δημιουργσεις Θε.
     Πς ξεκινει το φως απ να στρο και χνεται μσα στη μαρη αιωνιτητα κι οδοιπορει αθνατο; Το στρο πεθανει, μα το φως ποτ του. Ττοια κι η κραυγ της ελευτερας.
     Πολμα, απ την πρσκαιρη συνντηση των αντδρομων δυνμεων που αποτελε την παρξ σου, να δημιουργσεις ,τι αθνατο μπορε ο θνητς απνω στον κσμο τοτο: Μια Κραυγ. Αυτ, παρατντας στο χμα το κορμ που το γννησε, οδοιπορει και δουλεει αινια.
     νας ρωτας σφοδρς διαπερνει το Σμπαντο. Εναι σαν τον αιθρα: σκληρτερος απ το ατσλι, μαλακτερος απ τον αγρα. Ανογει, διαπερνει τα πντα, φεγει, ξεφεγει. Δεν αναπαεται στη θερμ λεπτομρεια, δε σκλαβνεται στο αγαπημνο σμα. Εναι ρωτας Στρατευμενος. Πσω απ τους μους του αγαπημνου αγναντεει τους ανθρπους να σαλεουν και να βογκον σαν κματα, αγναντεει τα ζα και τα φυτ να σμγουν και να πεθανουν, αγναντεει το Θε να κιντυνεει και του φωνζει:
 -"Σσε με"!
     Ο ρωτας; Πως αλλις να ονοματσουμε την ορμ που, ως ματισει την λη, γοητεεται και θλει να τυπσει απνω της την ψη της; Αντικρζει το σμα και θλει να το περσει, να σμξει με την λλη κρυμμνη στο σμα τοτο ερωτικ κραυγ, να γενον να, να χαθον, να γνουν αθνατες μσα στο γιο. Ζυγνει την ψυχ και θλει να σοφιλισει, να μην υπρχουν εγ και συ. Φυσει απνω στη μζα τους ανθρπους και θλει, συντρβοντας τις αντστασες του νου και του κορμιο, να σμξουν λες οι πνος, να γνουν νεμος σφοδρς, ν' ανασηκσουν τη γης! Στις πιο κρσιμες στιγμς, ο ρωτας συναρπζει και σμγει με βα τους ανθρπους, οχτρος και φλους, καλος και κακος, εναι μια πνο αντερη τους, ανεξρτητη απ την επιθυμα κι απ τα ργα τους. Εναι η πνο του Θεο, η αναπνο του, απνω στη γης!
     Κατεβανει απνω στους ανθρπους, πως του αρσει. Σα χορς, σαν ρωτας, σαν πενα, σα θρησκεα, σα σφαγ. Δε μας ρωτει. Μσα στη σκφη της γης, στις κρσιμες τοτες ρες, ο Θες μοχτει να ζυμσει τις σρκες και τα μυαλ και να ρξει μσα στον ανλεο στρβιλο της περιστροφς του λη τοτη τη ζμη και να της δσει πρσωπο. Το πρσωπο του.
     Δεν πλαντζει απ αηδα, δεν απελπζεται μσα στα χωματνια, μουντ σωθικ τους. Δουλεει, προχωρει, κατατρει τη σρκα τους, πινεται απ την κοιλι, απ την καρδι, απ το φαλλ, απ το νου του ανθρπου. Δεν εναι αυτς αγαθς οικογενειρχης, δε μοιρζει σε λα τα παιδι του σια το ψωμ και το μυαλ. Η Αδικα, η Σκληρτητα, η Λαχτρα, η Πενα εναι οι τσσερεις φορδες που οδηγον το ρμα του απνω στην κακοτρχαλη μας τοτη γης.
     Απ την ευτυχα, απ την καλοπραση κι απ τη δξα ποτ δεν πλθεται ο Θες, παρ απ την ντροπ, απ την πενα και τα δκρυα. Σε κθε κρσιμη στιγμ, μια παρταξη νθρωποι ριψοκιντνευαν μπροστ θεοφροι και πολεμοσαν, παρνοντας απνω τους λη την ευθνη της μχης.
     Μια φορ κι ναν καιρ ταν οι ιερες, οι βασιλιδες, οι αρχντοι, οι αστο και δημιουργοσαν πολιτισμος, λευτρωναν τη θετητα. Σμερα ο Θες εναι αργτης, αγριεμνος απ τον κματο, απ την οργ κι απ την πενα. Μυρζει καπν, κρασ κι δρωτα. Βλαστημει, πεινει, γεννει παιδι, δεν μπορε να κοιμηθε, φωνζει στ' ανγια και στα κατγια της γης και φοβερζει.
     Ο αγρας λλαξε, αναπνμε μιαν νοιξη βαρι, γιομτη σπρους. Φωνς σηκνουνται. Ποις φωνζει; Εμες φωνζουμε, οι νθρωποι. Οι ζωντανο, οι πεθαμνοι κι οι αγννητοι. Μα κι ευτς μας πλακνει ο φβος και σωπανουμε. Ξεχνομε απ τεμπελι, απ συνθεια, απ αναντρα. Μα ξφνου πλι η Κραυγ ξεσκζει σαν ατς τα σωθικ μας. Γιατ δεν εναι απξω, δεν ρχεται απ αλργα για να ξεφγουμε. Μσα στην καρδι μας κθεται η Κραυγ και φωνζει.
 -"Κψε το σπτι σου!" φωνζει ο Θες. "ρχουμαι! ποιος χει σπτι δεν μπορε να με δεχτε. Κψε τις Ιδες σου σντριψε τους συλλογισμος σου! ποιος χει βρει τη λση δεν μπορε να με βρει. Αγαπ τους πεινασμνους, τους ανσυχους, τους αλτες. Αυτο αινια συλλογιονται τη πενα, την ανταρσα, το δρμο τον ατλειωτο. μενα! ρχουμαι! Παρτα τη γυνακα σου, τα παιδι σου, τις Ιδες σου κι ακλοθα μου. Εμαι ο μγας Αλτης. Ακλοθα! Περπατ απνω απ τη χαρ κι απ τη θλψη, απ την ειρνη, τη δικαιοσνη, την αρετ! Εμπρς! Σντριψε τα εδωλα τοτα, σντριψε τα, δε χωρ! Συντρψου και συ για να περσω!"
     Φωτι! Να το μγα χρος μας σμερα, μσα σε τσο ανθικο κι ανλπιδο χος.
     Πλεμο στους πιστους! Απιστοι εναι οι ευχαριστημνοι, οι χορτασμνοι, οι στεροι. Το μσος μας εναι χωρς συβιβασμ, γιατ κατχει πς καλτερα, βαθτερα απ τις ξπνοες φιλνθρωπες αγπες, δουλεει τον ρωτα. Μισομε, δε βολευμαστε, εμαστε δικοι, σκληρο, γιομτοι ανησυχα και πστη, ζητομε το αδνατο, σαν τους ερωτεμνους.
     Φωτι, να καθαρσει η γης! Ν' ανοιχτε βυσσο φοβερτερη ακμα ανμεσα καλο και κακο, να πληθνει η αδικα, να κατεβε η Πενα και να θερσει τα σωθικ μας, αλλις δε σωζμαστε. Μια κρσιμη βαιη στιγμ εναι η ιστορικ εποχ μας ετοτη, νας κσμος γκρεμζεται, νας λλος δεν χει ακμα γεννηθε. Η εποχ μας δεν εναι στιγμ Ισορρπησης, οπταν η ευγνεια, ο συβιβασμς, η ειρνη, η αγπη θα 'τανε γνιμες αρετς. Ζομε τη φοβερ φοδο, δρασκελζουμε τους οχτρος, δρασκελζουμε τους φλους που παραμονεουν, κιντυνεουμε μσα στο χος, πνιγμαστε. Δε χωρομε πια στις παλις αρετς κι ελπδες, στις παλις θεωρες και πρξες.
     Ο νεμος του ολθρου φυσει. αυτ εναι σμερα η πνο του Θεο μας. Ας πμε μαζ του! Ο νεμος του ολθρου εναι το πρτο χορευτικ συνπαρμα της δημιουργικς περιστροφς. Φυσει πνω απ τις κεφαλς κι απ τις πολιτεες, γκρεμζει τις Ιδες και τα σπτια, περνει απ τις ερημις, φωνζει:

 -"Ετοιμαστετε! Πλεμος! Πλεμος"!
    Τοτη εναι η εποχ μας, καλ κακ, ωραα σκημη, πλοσια φτωχ, δεν τη διαλξαμε. Τοτη εναι η εποχ μας, ο αγρας που αναπνμε, η λσπη που μας δθηκε, το ψωμ, η φωτι, το πνμα! Ας δεχτομε παλικαρσια την ανγκη. Πολεμικς μας λαχε ο κλρος, ας ζσουμε σφιχτ τη μση μας, ας αρματσουμε το κορμ, την καρδι και το μυαλ μας! Ας πισουμε τη θση μας στη μχη!
     Ο πλεμος εναι ο νμιμος ρχοντας του καιρο τοτου. Σμερα, ρτιος, ενρετος νθρωπος εναι μονχα ο πολεμιστς. Γιατι μονχα αυτς, πιστς στη μεγλη πνο του καιρο μας, γκρεμζοντας, μισντας, επιθυμντας, ακολουθει το σγχρονο πρσταγμα του Θεο μας.
     Η τατιση μας τοτη με το Σμπαντο γεννει τις δυο αντατες αρετς της ηθικς μας: την ευθνη και τη θυσα. Μσα μας, μες στον νθρωπο, μες στα σκοτειν πλθη, χρος χουμε να βοηθσουμε το Θε, που πλαντει, να λευτερωθε. Κθε στιγμ πρπει να 'μαστε τοιμοι για χρη του να δσουμε τη ζω μας. Γιατι η ζω δεν εναι σκοπς, εναι ργανο κι αυτ, πως ο θνατος, πως η ομορφι, η αρετ, η γνση. ργανο τνος; Του Θεο που πολεμει για ελευτερα.
     λοι εμαστε να, λοι εμαστε μια κιντυνεουσα ουσα. Μια ψυχ στην κρα του κσμου που ξεπφτει, συντραβει στον ξεπεσμ της και την ψυχ μας. να μυαλ στην κρα του κσμου που βυθζεται στην ηλιθιτητα, γιομνει τα μελγγια μας σκοτδι. Γιατι νας στα πρατα τ' ουρανο και της γης αγωνζεται. Ο νας. Κι αν χαθε, εμες χουμε την ευθνη. Αν χαθε, εμες χανμαστε. Να γιατ η σωτηρα του Σμπαντου εναι και δικ μας σωτηρα κι η αλληλεγγη με τους ανθρπους δεν εναι πια τρυφερκαρδη πολυτλεια παρ βαθι αυτοσυντρηση κι ανγκη. Ανγκη, πως σ' να στρατο που μχεται, η σωτηρα του παρασττη σου.
     Μα η ηθικ μας ανηφορζει ακμα αψηλτερα. λοι εμαστε νας στρατς και μαχμαστε. Μα δεν ξρουμε με βεβαιτητα αν θα νικσουμε, δεν ξρουμε με βεβαιτητα αν θα νικηθομε.
     Υπρχει σωτηρα, υπρχει νας σκοπς που τον υπηρετομε κι υπηρετντας τον βρσκουμε τη λτρωση μας; δεν υπρχει σωτηρα, δεν υπρχει σκοπς, λα εναι μταια κι η συνεισφορ μας δεν χει καμιν αξα;
     Μτε το να μτε το λλο. Ο Θες μας δεν εναι παντοδναμος, δεν εναι πανγαθος, δεν εναι σγουρος πως θα νικσει, δεν εναι σγουρος πως θα νικηθε. Η ουσα του Θεο μας εναι σκοτειν, ωριμζει ολονα, σως η νκη στερενεται με κθε γενναα μας πρξη, σως κι λες τοτες οι αγωνες για λυτρωμ και νκη εναι καττερες απ τη φση της θετητας. ,τι κι αν εναι, εμες πολεμομε χωρς βεβαιτητα, κι η αρετ μας, μη ντας σγουρη για την αμοιβ, αποχτει βαθτατη ευγνεια.
     λες οι εντολς αναστατνουνται. Δε βλπουμε, δεν ακομε, δε μισομε, δεν αγαπομε πια σαν πρτα. Ανανενεται η παρθενα της γης. Καινορια γψη παρνει το ψωμ, το νερ, η γυνακα. Καινορια, ανυπολγιστη αξα, η πρξη. λα αποχτον απροσδκητη αγιτητα: η ομορφι, η γνση, η ελπδα, ο οικονομικς αγνας, οι καθημερινς, τχατε ασμαντες, γνοιες. Παντο ανατριχιζοντας νογομε την δια γιγντια σκλαβωμνη Πνο να μχεται για ελευτερα.
     Καθνας χει το δρμο τον εδικ του που τνε φρνει στη λτρωση. νας την αρετ, λλος την κακα. Αν ο δρμος που οδηγει στη λτρωση σου εναι η αρρστια, η ψευτι, η ατιμα, χρος σου να βυθιστες στην αρρστια, στην ψευτι, στην ατιμα, για να τις νικσεις. Αλλις δε σζεσαι.
     Αν ο δρμος που οδηγει στη λτρωση σου εναι η αρετ, η χαρ, η αλθεια, χρος σου να βυθιστες στην αρετ, στη χαρ, στην αλθεια, για να τις νικσεις, να τις αφσεις πσω σου. Αλλις δε σζεσαι.
      Δεν πολεμομε τα σκοτειν μας πθη με νηφλια, αναιμικι, ουδτερη, πνω απ τα πθη αρετ. Παρ με λλα σφοδρτερα πθη. Αφνουμε τη θρα μας ανοιχτ στην αμαρτα. Δε βουλνουμε τ' αφτι μας να μην ακοσουμε τις Σειρνες. Δε δενμαστε απ φβο στο κατρτι μιας μεγλης Ιδας, μτε παρατομε το καρβι και χανμαστε γρικντας, φιλντας τς Σειρνες. Παρ εξακολουθομε την πορεα μας, αρπζουμε και ρχνουμε τις Σειρνες στο καρβι μας και ταξιδεουν κι αυτς μαζ μας.

     Τοτη εναι, σντροφοι, η καινορια Ασκητικ μας!
     Ο Θες φωνζει στην καρδι μου: "Σσε με"!
     Ο Θες φωνζει στους ανθρπους, στα ζα, στα φυτ, στην λη: "Σστε με"! 'Ακου την καρδι σου κι ακλοθα τον. Σντριψε το σμα σου κι ανβλεψε: λοι εμαστε να!
     Αγπα τον νθρωπο, γιατ εσαι συ.
     Αγπα τα ζα και τα φυτ, γιατι σουνα συ, και τρα σε ακλουθον πιστο συνεργτες και δολοι.
     Αγπα το σμα σου. Μνο μ' αυτο στη γης ετοτη μπορες να παλψεις και να πνεματσεις την λη.
     Αγπα την λη. Απνω της πινεται ο Θες και πολεμει. Πολμα μαζ του. Να πεθανεις κθε μρα. Να γεννισαι κθε μρα. Ν' αρνισαι ,τι χεις κθε μρα. Η αντατη αρετ δεν εναι να 'σαι ελετερος, παρ να μχεσαι για ελευτερα.
     Μη καταδχεσαι να ρωτς: "Θα νικσουμε; Θα νικηθομε;" Πολμα! Η επιχερηση του Σμπαντου, για μιαν εφμερη στιγμ, σο ζεις, να γνει επιχερηση δικ σου.

     Τοτος εναι, σντροφοι, ο καινοριος Δεκλογος μας!

Γ': ΣΧΕΣΗ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΗΣ
     Ο κσμος τοτος, λη η πλοσια, απραντη σειρ τα φαινμενα, δεν εναι απτη, φαντασμαγορα πολχρωμη του αντικαθρεφτιζμενου νου μας. Μτε απλυτη πραγματικτητα, που ζει και μεταπλθεται ανεξρτητη απ τη δναμη του νου μας, λετερη. Δεν εναι η λαμπερ στολ που ντνει το μυστικ σμα του Θεο. Μτε το διφαν και σκοτειν μεστοιχο αναμεσς ανθρπου και μυστηρου.
     λος τοτος ο κσμος που θωρομε, γρικομε κι αγγζουμε εναι η προσιτ στις ανθρπινες αστησες, λο Θε συμπκνωση των δυο τερστιων δυνμεων του Σμπαντου.
     Μια δναμη κατηφορζει και θλει να σκορπσει, ν' ακινητσει, να πεθνει. Μια δναμη ανηφορζει και ζητει ελευτερα κι αθανασα.
     Αινια τα δυο τοτα στρατματα, τα σκοτειν και φωτερ, τα στρατματα της ζως και του θαντου, συγκροονται. Τα ορατ για μας χνρια της σγκρουσης τοτης εναι τα πρματα, τα φυτ, τα ζα, οι νθρωποι.
     Αινια οι αντθετες δυνμες συγκροονται, σμγουν, παλεουν, νικον και νικιονται, συβιβζουνται και ξαναρχζουν πλι να πολεμον σε λο το Σμπαντο. Απ τον αρατο στρβιλο σε μια στλα νερ ως τον απραντο αστροκατακλυσμ του Γαλαξα. Στρατπεδο αλκερου του Θεο εναι και το πιο ταπειν ντομο κι η πιο μικρ Ιδα. Μσα τους λος ο Θες εναι παραταγμνος σε κρσιμη μχη. Και στο πιο ασμαντο μριο γης κι ουρανο ακοω το Θε μου να φωνζει: "Βοθεια"!
     Το κθε πρμα εναι αβγ, και μσα του το σπρμα του Θεο ανσυχο, ακομητο δουλεει. Αρφνητες δυνμες απομσα του κι απξω παρατζουνται και το υπερασπζουν. Με το φως του μυαλο, με τη φλγα της καρδας πολιορκ την κθε φυλακ του Θεο, ψχνοντας, δοκιμζοντας, χτυπντας, ν' ανοξω μσα στο φροριο της λης θρα, να δημιουργσω μσα στο φροριο της λης τη θρα της ηρωικς ξοδος του Θεο μας.
     Πολμα, ενεδρεοντας με υπομον τα φαινμενα, να τα υποτξεις σε νμους. τσι ανογεις δρμους στο χος και βοηθς το πνμα να βαδσει.
     Βλε τξη, την τξη του μυαλο σου, στη ρεομενη αναρχα του κσμου. Καθαρ χραξε απνω στην βυσσο το σχδιο της μχης.
     Πλεψε με τις φυσικς δυνμες, ανγκασε τις να ζευτον σε σκοπν αντερο τους. Λευτρωσε το πνμα που αγωνζεται μσα τους και λαχταρει να σμξει με το πνμα που αγωνζεται στα σωθικ σου.
     ταν στο χος ο νθρωπος παλεοντας υποτξει μια σειρ φαινμενα στους νμους του μυαλο του κι αυστηρ τους νμους τοτους περικλεσει στο λγο, ο κσμος ανασανει, ταχτοποιονται οι φωνς, ξεκαθαρζουνται τα μελλομενα κι λες οι σκοτεινς ατλειωτες ποστητες των αριθμν λευτερνουνται υποταζμενες στη μυστικ ποιτητα.
     Με τη βοθεια του νου μας βιζουμε την λη να 'ρθει μαζ μας. Ξεστρατζουμε τις δυνμες που κατηφορον, αλλζουμε το ρμα, μετουσινουμε τη σκλαβι σε λευτερα.
     Δε λευτερνουμε μονχα Θε παλεοντας κι υποτζοντας τον ορατ γρα μας κσμο. Δημιουργομε Θε.

 -"'Ανοιξε τα μτια σου", φωνζει ο Θες. "θλω να δω! Στλωσε τ' αφτι σου, θλω ν' ακοσω! Πγαινε μπροστ. εσαι η κεφαλ μου"!
     Η πτρα σζεται αν τη σηκσουμε απ τη λσπη και τη χτσουμε σ' να σπτι αν σκαλσουμε απνω της το πνμα.
     Ο σπρος σζεται. Τ θα πει σζεται; Λευτερνει το μσα του Θε, ανθζοντας, καρπζοντας, ξαναγυρζοντας στο χμα. Ας βοηθσουμε το σπρο να σωθε.
     Ο κθε νθρωπος χει να κκλο δικ του απ πρματα, απ δντρα, ζα, ανθρπους, Ιδες και τον κκλο τοτον χει χρος αυτς να τον σσει. Αυτς, καννας λλος. Αν δεν τον σσει, δεν μπορε να σωθε.
     Εναι οι θλοι οι δικο του που χει χρος να τελψει προτο πεθνει. Αλλις δε σζεται. Γιατ η δια η ψυχ του εναι σκορπισμνη, σκλαβωμνη στα πρματα τοτα γρα του, στα δντρα, στα ζα, στους ανθρπους, στις Ιδες, κι αυτ, την ψυχ του, σζει τελντας τους θλους.
     Αν εσαι αργτης, δολευε τη γης, βηθα τη να καρπσει. Φωνζουν οι σπροι μσα απ τα χματα, φωνζει ο Θες μσα απ τους σπρους. Λευτρωσε τον. να χωρφι προσμνει απ σνα τη λτρωση, μια μηχαν προσμνει απ σνα την ψυχ της. Πια δεν μπορες να σωθες, αν δεν τα σσεις.
     Αν εσαι πολεμιστς, μη λυπσαι, δεν εναι στην περιοχ του χρους σου η συμπνοια. Σκτωνε τον οχτρ ανλεα. Μσα απ το σμα του οχτρο κου το Θε να φωνζει: "Σκτωσε το σμα τοτο, μ' εμποδζει. Σκτωσε το να περσω"!
     Αν εσαι σοφς, πολμα στο κρανο, σκτωνε τις Ιδες, δημιοργα καινοριες. Ο Θες κρβεται μσα σε κθε Ιδα, πως μσα σε σρκα. Σντριψε την Ιδα, λευτρωσε τον! Δσε του μιαν λλη Ιδα, πιο απλχωρη, να κατοικσει.
     Αν εσαι γυνακα, αγπα. Διλεξε, ανμεσα π' λους τους ντρες, με σκληρτητα, τον πατρα των παιδιν σου. Δε διαλγεις εσ. Διαλγει ο ναρχος, ακατλυτος, ανλεος μσα σου αρσενικς Θες. Τλεψε λο σου το χρος, το γιομτο πκρα, ρωτα κι αντρεα. Δσε λο σου το κορμ, το γιομτο αμα και γλα. Να λες: Ετοτος, που κρατ στον κρφο μου και τον βυζανω, θα σσει το Θε. Ας του δσω το αμα μου λο και το γλα.
     Βαθει, απροσμτρητη η αξα του ρεομενου τοτου κσμου: απ αυτν πινεται ο Θες κι ανεβανει. απ αυτν θρφεται ο Θες και πληθανει. Ανογει η καρδι μου, φωτζεται ο νους, και μονομις το φοβερ τοτο στρατπεδο του κσμου μου ξεσκεπζεται ερωτικι παλαστρα.
     Δυο σφοδρο αντθετοι νεμοι, ο νας αρσενικς, ο λλος θηλυκς, συναντθηκαν και συγκροονται σ' να σταυροδρμι. Σοζυγιστηκαν μια στιγμ, πκνωσαν, γνηκαν ορατο. Το σταυροδρμι τοτο εναι το Σμπαντο. Το σταυροδρμι τοτο εναι η καρδι μου.
     Απ το πιο σκοτειν μριο λης ως τον πιο μεγλο στοχασμ, μεταδνεται ο χορς της γιγντιας ερωτικις σγκρουσης. Η λη εναι η γυνακα του Θεο μου. Οι δυο μαζ παλεουν, γελον και κλανε, φωνζουν μες στο θλαμο της σρκας. Γεννοβολον, μελζουνται. Γιομνουν στερι και θλασσα κι αγρας απ φυτολι, ζωολι, ανθρωπολι και πνματα, το αρχγονο ζευγρι μσα στο κθε ζωνταν αγκαλιζεται, διαμελζεται και πληθανει.
     λη η αγωνα του Σμπαντου συμμαζωμνη ξεσπει στο κθε ζωνταν και ο Θες μσα στη γλκα, μσα στην πκρα της σρκας κιντυνεει. Μα τινζεται, πηδει απ τα φρνα κι απ τα λαγνια, χιμει, πινεται απ καινορια λαγνια και φρνα, και ξεσπει πλι απαρχς ο αγνας για την ελευτερα.
     Για πρτη φορ, απνω στη γης ετοτη, μσα απ το νου κι απ την καρδι μας, κοιτζει ο Θες τον αγνα του. Χαρ! Χαρ! Δεν ξερα πως ο κσμος τοτος εναι τσο να μαζ μου, πως λοι εμαστε νας στρατς, πως οι ανεμνες και τ' στρα μχουνται, δεξ-ζερβ μου, και δε με γνωρζουν, μα εγ στρφουμαι και τους γνφω.
     Θερμ, αγαπημνο, γνριμο, μυρζοντας σαν το κορμ μου, εναι το Σμπαντο. ρωτας μαζ και πλεμος, σφοδρ ανησυχα, επιμον κι αβεβαιτητα. Αβεβαιτητα και τρμος.

     Σε μια βαιη αστραπ ξεχωρζω: στην πιο αψηλ κορφ της δναμης αγκαλιζουνται, το πιο στερν, το πιο φοβερ αντργυνο: ο Τρμος κι η Σιγ.
     Κι ανμεσα τους μια Φλγα.

Η ΣΙΓΗ

     Μια Φλγα εναι η ψυχ του ανθρπου. να πρινο πουλ, πηδει απ κλαρ σε κλαρ, απ κεφλι σε κεφλι, και φωνζει: "Δεν μπορ να σταθ, δεν μπορ να κα, καννας δεν μπορε να με σβσει"!
     Δντρο φωτι γνεται ολομεμις το Σμπαντο. Ανμεσα απ τους καπνος κι απ τις φλγες, αναπαμνος στην κορυφ της πυρκαγις, κρατ αμλευτο, δροσερ, γαλνιο, τον καρπ της φωτις, το Φως.
     Απ την αψηλ τοτη κορυφ κοιτζω την κκκινη γραμμ που ανηφορζει. Τρεμμενο αματερ φωσφρισμα, που σορνεται σαν ντομο ερωτεμνο μσα απ τους αποβροχρικους γρους του μυαλο μου.
     Εγ, ρτσα, νθρωποι, γης, θεωρα και πρξη, Θες, φαντσματα απ χμα και μυαλ, καλ για τις απλοκς καρδις που φοβονται, καλ για τις ανεμογγστρωτες ψυχς που θαρρον πως γεννονε.
 -"Απ πο ερχμαστε; Πο πηγανουμε; Τ νημα χει τοτη η ζω;" φωνζουν οι καρδις, ρωτον οι κεφαλς, χτυπντας το χος. Και μια φωτι μσα μου κνησε ν' απαντσει. Θα 'ρθει μια μρα, σγουρα, η φωτι να καθαρσει τη γης. Θα 'ρθει μια μρα, σγουρα, η φωτι να εξαφανσει τη γης. Αυτ εναι η Δευτρα Παρουσα.
     Μια γλσσα πρινη εναι η ψυχ κι αγλεφει και μχεται να πυρπολσει τον κατασκτεινο γκο του κσμου. Μια μρα λο το Σμπαντο θα γνει πυρκαγι. Η φωτι εναι η πρτη κι η στερν προσωπδα του Θεο μου. Ανμεσα σε δυο μεγλες πυρς χορεουμε και κλαμε. Λαμποκοπον, αντηλαρζουν οι στοχασμοι και τα κορμι μας. Γαλνιος στκουμαι ανμεσα στις δυο πυρς κι εναι τα φρνα μου ακνητα μσα στον λιγγο και λω: "Πολ μικρς εναι ο καιρς, πολ στενς εναι ο τπος ανμεσα στις δυο πυρς πολ οκνς εναι ο ρυθμς ετοτος της ζως. Δεν χω καιρ, δεν χω τπο να χορψω! Βιζουμαι"! Κι ολομεμις ο ρυθμς της γης γνεται λιγγος, ο χρνος εξαφανζεται, η στιγμ στροβιλζεται, γνεται αωνιτητα, το κθε σημεο -θες ντομο, θες στρο, θες Ιδα- γνεται χορς. ταν φυλακ, κι η φυλακ συντρβεται κι οι φοβερς δυνμες μσα λευτερνουνται και το σημεο δεν υπρχει πια!

     Ο αντατος αυτς βαθμς της σκησης λγεται: Σιγ. χι γιατ το περιεχμενο εναι η ακρτατη φραστη απελπισα για η ακρτατη φραστη χαρ κι ελπδα. Μτε γιατ εναι η ακρτατη γνση, που δεν καταδχεται να μιλσει, για η ακρτατη γνοια, που δεν μπορε.
     Σιγ θα πει: Καθνας, αφο τελψει τη θητεα του σε λους τους θλους, φτνει πια στην αντατη κορφ της προσπθειας. πρα απ κθε θλο, δεν αγωνζεται, δε φωνζει. Ωριμζει αλκερος σιωπηλ, ακατλυτα, αινια με το Σμπαντο. Αρμοδθηκε πια, σοφλιασε με την βυσσο, πως ο σπρος του αντρς με το σπλχνο της γυνακας. Εναι πια η βυσσο η γυνακα του και τη δουλεει, ανογει, τρει τα σωθικ της, μετουσινει το αμα της, γελει, κλαει, ανεβανει, κατεβανει μαζ της, δεν την αφνει!
     Πς μπορες να φτσεις στο σπλχνο της βυσσος και να την καρπσεις; Αυτ δεν μπορε να ειπωθε, δεν μπορε να στριμωχτε σε λγια, να υποταχτε σε νμους. καθνας χει και τη λτρωση τη δικ του, απλυτα ελετερος.
     Διδασκαλα δεν υπρχει, δεν υπρχει Λυτρωτς που ν' ανοξει δρμο. Δρμος ν' ανοιχτε δεν υπρχει. Καθνας, ανεβανοντας απνω απ τη δικ του κεφαλ, ξεφεγει απ το μικρ, λο απορες μυαλ του.
     Μσα στη βαθει Σιγ, ρθιος, φοβος, πονντας και παζοντας, ανεβανοντας ακατπαυτα απ κορφ σε κορφ, ξροντας πως το ψος δεν χει τελειωμ, τραγουδ, κρεμμενος στην βυσσο, το μαγικ τοτο περφανο ξρκι:


   ΠΙΣΤΕΥΩ Σ' ΕΝΑ ΘΕΟ, ΑΚΡΙΤΑ, ΔΙΓΕΝΗ, ΣΤΡΑΤΕΥΟΜΕΝΟ, ΠΑΣΧΟΝΤΑ, ΜΕΓΑΛΟΔΥΝΑΜΟ, ΟΧΙ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΟ, ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ ΣΤ' ΑΚΡΟΤΑΤΑ ΣΥΝΟΡΑ, ΣΤΡΑΤΗΓΟ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΣΕ ΟΛΕΣ ΤΙΣ ΦΩΤΕΙΝΕΣ ΔΥΝΑΜΕΣ, ΤΙΣ ΟΡΑΤΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΟΡΑΤΕΣ.
   ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤ' ΑΝΑΡΙΘΜΗΤΑ, ΕΦΗΜΕΡΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ ΠΟΥ ΠΗΡΕ Ο ΘΕΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ ΚΑΙ ΞΕΚΡΙΝΩ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΑΦΤΗ ΡΟΗ ΤΟΥ ΤΗΝ ΑΚΑΤΑΛΥΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ.
   ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΟΝ ΑΓΡΥΠΝΟ ΒΑΡΥΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ, ΠΟΥ ΔΑΜΑΖΕΙ ΚΑΙ ΚΑΡΠΙΖΕΙ ΤΗΝ ΥΛΗ. ΤΗ ΖΩΟΔΟΧΑ ΠΗΓΗ ΦΥΤΩΝ, ΖΩΩΝ ΚΙ ΑΝΘΡΩΠΩΝ.
   ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ, ΤΟ ΧΩΜΑΤΕΝΙΟ ΑΛΩΝΙ, ΟΠΟΥ ΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΧΤΑ ΠΑΛΕΥΕΙ Ο ΑΚΡΙΤΑΣ ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ.
  "ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ. "ΒΟΗΘΕΙΑ!" ΚΡΑΖΕΙΣ, ΚΥΡΙΕ, ΚΙ ΑΚΟΥΩ. ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΟΙ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΑΠΟΓΟΝΟΙ ΚΙ ΟΙ ΡΑΤΣΕΣ ΟΛΕΣ ΚΙ ΟΛΗ Η ΓΗΣ, ΑΚΟΥΜΕ ΜΕ ΤΡΟΜΟ, ΜΕ ΧΑΡΑ, ΤΗΝ ΚΡΑΥΓΗ ΣΟΥ.
   ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΑΚΟΥΝ ΚΑΙ ΧΥΝΟΥΝΤΑΙ ΝΑ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΟΥΝ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΜΟΝΑΧΑ ΥΠΑΡΧΟΥΜΕ".
   ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΣΕ ΛΥΤΡΩΣΑΝ, ΣΜΙΓΟΥΝ ΜΑΖΙ ΣΟΥ, ΚΥΡΙΕ, ΚΑΙ ΛΕΝ: "ΕΓΩ ΚΑΙ ΣΥ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΝΑ".
   ΚΑΙ ΤΡΙΣΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΣΟΙ ΚΡΑΤΟΥΝ, ΚΑΙ ΔΕ ΛΥΓΟΥΝ, ΑΠΑΝΩ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥΣ, ΤΟ ΜΕΓΑ, ΕΞΑΙΣΙΟ, ΑΠΟΤΡΟΠΑΙΟ ΜΥΣΤΙΚΟ:
    ΚΑΙ ΤΟ ΕΝΑ ΤΟΥΤΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ!

                                                ΤΕΛΟΣ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers