Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Gogol Nikolay Vasilyevich: Η Εύθυμη Σκοπιά Των Σοβαρών Πραγμάτων

 

            Βιογραφικό

     Ρώσος συγγραφέας, που έγραψε μερικά από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της ρωσικής ρεαλιστικής λογοτεχνίας στο 19ο αιώνα και θεωρείται εφάμιλλος γιγάντων όπως οι: Λέων Τολστόι (Leo Tolstoy), Ιβάν Τουργκένιεφ (Ivan Turgenev), Φιοντόρ Ντοστογιέφσκη (Fyodor Dostoyevsky) κι ο ποιητής Αλεξάντρ Πούσκιν (Aleksandr Pushkin).
     Ο Νικολάι Βασίλιεβιτς Γκόγκολ γεννήθηκε στις 20 Μάρτη 1809, στο Sorochintsy, Mirgorod, επαρχία του Πολτάβα, από γονείς κοζάκους. Το 1828 πήγε στην Αγία Πετρούπολη, όπου εξασφάλισε απασχόληση στο δημόσιο κι έγινε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους. Έλαβε έπαινο για τη πρώτη του συλλογή διηγημάτων, από την ουκρανική ζωή το 1831. Κατόπιν ακολούθησε άλλη συλλογή, "Mirgorod" (1835), περιέχοντας το κλασσικό "Τάρας Μπούλμπα" (Taras Bulba) που επεκτάθηκε το 1842 σ' ολόκληρο μυθιστόρημα. Αυτή η εργασία, που εξετάζει τη ζωή των κοζάκων του 16ου αιώνα, αποκάλυψε τη μεγάλη δυνατότητα του συγγραφέα για την ακριβή και συμπονετική απεικόνιση χαρακτήρων καθώς και το σπινθηροβόλο χιούμορ του.
     Το 1836, κάνει την εμφάνισή του "Ο Γενικός Επιθεωρητής", μια εύθυμη σάτιρα για τη φιλαργυρία και την ηλιθιότητα των γραφειοκρατών ανώτερων υπαλλήλων, μια φαρσοκωμωδία που θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως έν από τα σημαντικότερα κείμενα στη ρωσική λογοτεχνία. Αφορά τους τοπικούς ανώτερους υπαλλήλους μιας μικρής πόλης που μπερδεύουν ένα νέο ταξιδιώτη μ' έναν αναμενόμενο κυβερνητικό επιθεωρητή και του προσφέρουν εξευμενιστικές δωροδοκίες για να τον πείσουν ν' αγνοήσει την αρχικά κακή μεταχείρισή του, απ' αυτούς.
     Μεταξύ 1826-48 έζησε κυρίως στη Ρώμη, κι εργάστηκε σ' ένα μυθιστόρημα που θεωρείται η μέγιστη δημιουργική προσπάθειά του κι ένα από τα λεπτότερα μυθιστορήματα στη παγκόσμια λογοτεχνία: "Οι Νεκρές Ψυχές" (1842). Έχει δημοσιευθεί επίσης στα αγγλικά. Στη δομή του συγγενεύει με τον "Δον Κιχώτη" του Θερβαντές (Miguel Cervades Saavedra). Το εξαιρετικό χιούμορ της ιστορίας προέρχεται από μοναδική και σαρδώνεια σε σύλληψη, ιδέα: Ένας φιλόδοξος, πονηρός κι αδίστακτος τυχοδιώκτης, πηγαίνει από μέρος σε μέρος, αγοράζοντας ή κλέβοντας από τους ιδιοκτήτες τους, τους τίτλους των... νεκρών δουλοπαροίκων. Μ' αυτή την 'ιδιοκτησία' ως ασφάλεια, προγραμματίζει να πάρει δάνεια με τα οποία θ' αγοράσει ένα κτήμα με... ζωντανές ψυχές.
     Αυτό το μυθιστόρημα αντανακλά τη σχέση μεταξύ κολίγων κι αφεντάδων και φυσικά την ιδέα που 'χαν οι δεύτεροι για τους πρώτους, καθώς επίσης κι ένα μεγάλο αριθμό εξόχως απεικονισμένων ρωσικών επαρχιακών χαρακτήρων. Οι "Νεκρές Ψυχές" ασκήσανε τεράστια επιρροή στις μετέπειτα γενιές των ρώσων συγγραφέων. Πολλά από τα πνευματώδη ρητά που γράφονται στις σελίδες του έχουν γίνει ρωσικά αποφθέγματα. Όμως αυτό το δημοσιευμένο κομμάτι ήταν το πρώτο μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης εργασίας που την άρχισε με συνέπεια, μα σε μια κρίση υποχονδριακής μελαγχολίας και κατάθλιψης, έκαψε το χειρόγραφο. Έτσι το έργο θεωρείται ημιτελές.
     Το 1842 δημοσίευσε μιαν άλλη διάσημη εργασία, "Το Παλτό," διήγημα για ένα καταπονημένο υπάλληλο που πέφτει θύμα της ρωσική κοινωνικής αδικίας. Το επόμενο έτος έκανε προσκύνημα στους 'Αγιους Τόπους και στην επιστροφή, ένας ιερέας τον έπεισε πως η καλλιτεχνική του εργασία ήταν αμαρτωλή. Τότε κατέστρεψε διάφορα αδημοσίευτα χειρόγραφά του.
     Πέθανε πρόωρα, στις 4 Μάρτη 1852, στη Μόσχα, σ' ηλικία μόλις 43 ετών.

----------------------------------------------------------------

                                  
Η Μύτη

     Στις 25 Μάρτη συνέβη ένα εξαιρετικό γεγονός στην Αγία
Πετρούπολη. Ο κουρέας Ιβάν Γιακόβλεβιτς, κάτοικος της λεωφόρου Βοζνεσένσκι (το επώνυμό του έχει χαθεί και δεν φαίνεται ούτε στην ταμπέλα του μαγαζιού του, που απεικονίζει ένα κύριο με

καλοσαπουνισμένα μάγουλα και την επιγραφή "ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ ΑΦΑΙΜΑΞΕΙΣ"), ξύπνησε νωρίς το πρωί κι η μυρωδιά ζεστού ψωμιού του τρύπησε τη μύτη. Ανασηκώθηκε ελαφρά στο κρεβάτι κι είδε πως η γυναίκα του, μια καθ' όλα αξιοσέβαστη κυρία, που είχε ιδιαίτερη αδυναμία στον καφέ, έβγαζε φρεσκοψημένες φραντζόλες από το φούρνο.

 -"Σήμερα, Πρασκόβγια Οσίποβνα, δεν θα πιω καφέ", της ανάγγειλε, "αντίθετα, θα ήθελα να φάω ένα ζεστό καρβέλι με κρεμμύδι". (Στην πραγματικότητα, στον Ιβάν Γιακόβλεβιτς θα του άρεσε να πιει και καφέ, αλλά ήξερε ότι θα ήταν εντελώς μάταιο να ζητήσει ταυτόχρονα και τα δυο, γιατί η Πρασκόβγια Οσίποβνα κατσούφιαζε για τα καλά με τέτοιες ιδιοτροπίες).
   "'Aσε τον ανόητο γέρο να φάει ψωμί,
τόσο το καλύτερο για μένα", σκέφτηκε η γυναίκα του, "θα πιω ακόμα ένα φλιτζάνι καφέ" και πέταξε ένα καρβέλι στο τραπέζι.

     Χάριν αξιοπρεπείας ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς έβαλε τη ρόμπα πάνω απ' τη πουκαμίσα του, κάθισε στο τραπέζι, έβαλε λίγο αλάτι, καθάρισε δυο κρεμμύδια, πήρε ένα μαχαίρι και με εξαιρετικά σοβαρό ύφος άρχισε να κόβει το καρβέλι. Κόβοντάς το στη μέση κοίταξε μέσα και προς μεγάλη του έκπληξη είδε κάτι άσπρο. Το 'βγαλε προσεκτικά με το μαχαίρι και το πίεσε με το δάκτυλο. "Είναι σκληρό..." σκέφτηκε, "τι στο καλό μπορεί να είναι"; Το πίεσε με τα δάκτυλά του και το έβγαλε μια μύτη!...
     Στη θέα της
τα χέρια του κρεμάστηκαν, ύστερα έτριψε τα μάτια του και ξανακοίταξε το αντικείμενο: ναι, μια μύτη, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία, και μάλιστα του φαινόταν σαν να την ήξερε. Μια έκφραση φρίκης απλώθηκε στο πρόσωπό του. Όμως αυτή η φρίκη δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με την αγανάκτηση που κατέλαβε την κυρία σύζυγό του.

 -"Από πού έκοψες αυτή τη μύτη, χασάπη;" έσκουξε, κιτρινίζοντας από την οργή της. "Ρεμπεσκέ! Μπεκρούλιακα! Εγώ η ίδια θα το αναφέρω στην αστυνομία. Εγκληματία με δίπλωμα! Κιόλας τρεις άνθρωποι μου 'χουνε πει πως τους τράβηξες τόσο δυνατά τις μύτες ενώ τους ξύριζες, ώστε είναι θαύμα που αυτές είναι ακόμα στη θέση τους".

     Όμως ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς είχε αποσβολωθεί. Είχε αναγνωρίσει τη μύτη: ανήκε στον κολεγιακό πάρεδρο, τον οποίο ξύριζε κάθε Τετάρτη και Σάββατο.

 -"Περίμενε, Πρασκόβγια Οσίποβνα! Θα τη τυλίξω σ' ένα πανί και θα τη βάλω κει στη γωνιά. 'Aφησέ την εκεί για λίγο, μετά θα τη πάρω".

 -"Μη συνεχίζεις! Νομίζεις ότι θα επιτρέψω να στέκεται στο δωμάτιό μου μια κομμένη μύτη; Βλάκα! Στο μόνο που είσαι καλός είναι να τροχίζεις το ξυράφι σου και σύντομα δεν θα μπορείς καθόλου να κάνεις σωστά τη δουλειά σου, μπουνταλά! Μασκαρά! Νομίζεις ότι θα πάρω το μέρος σου στην αστυνομία; Ούτε που να το σκέφτεσαι, ανίκανε, χοντροκέφαλε! Πάρ' την από δω! Αμέσως! Όπου σου αρέσει, αλλά να μη τη ξαναδώ"!

     Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς στεκόταν εκεί εμβρόντητος. Κόντευε να χάσει τα μυαλά του, τα είχε τελείως χαμένα . "Ο διάβολος ξέρει πώς έγινε αυτό", είπε τελικά, ξύνοντας το κεφάλι του. "Ίσως ήρθα σπίτι μεθυσμένος χτες βράδυ, ίσως όχι, δεν μπορώ να πω. Αλλά τι σχέση έχει αυτό; Είναι εντελώς γελοίο. Εννοώ ότι το ψωμί είναι κάτι που το ψήνουμε και μια μύτη δεν έχει καμιά σχέση. Είναι μυστήριο για μένα!..." Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς βυθίστηκε στη σιωπή. Η σκέψη πως η αστυνομία μπορούσε να τονε βρει με τη μύτη και να τονε συλλάβει τονε τρομοκρατούσε. Έβλεπε κιόλας με τη φαντασία του το κόκκινο κολάρο, με το ωραίο ασημένιο σιρίτι, το σπαθί... κι έτρεμε από την κορφή μέχρι τα νύχια. Τελικά πήρε τη φανέλα και τις μπότες του, τις φόρεσε και με τη συνοδεία των δυσοίωνων προσταγών της Πρασκόβγια Οσίποβνα τύλιξε τη μύτη σ' ένα πανί και βγήκε στο δρόμο.

     Ήθελε να την κρύψει κάπου μακριά, ίσως να τη χώσει πίσω από καμιά πέτρα κοντά στις πύλες ή να την πετάξει τυχαία κάπου κι ύστερα να στρίψει βιαστικά στον κοντινότερο δρόμο. Αλλά προς απογοήτευσή του, έπεφτε συνεχώς πάνω σε γνωστούς, που του γίνονταν τσιμπούρι:
 -
"Πού πηγαίνεις;" ή -"Ποιόν πας να ξυρίσεις τόσο πρωί;" και δεν αφήνανε καμιά δυνατότητα στον Ιβάν Γιακόβλεβιτς να πραγματοποιήσει το σχέδιό του. Κάποια στιγμή κατάφερε να την πετάξει, αλλά ένας αστυφύλακας που έκανε περιπολία τον φώναξε δείχνοντας με τη λόγχη του:
 -"Ε, εσείς!
Σας έπεσε κάτι!" Κι ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς ήταν υποχρεωμένος να πάρει τη μύτη και να την παραχώσει στην τσέπη του. Είχε αρχίσει ν' απελπίζεται, γιατί ο δρόμος γέμιζε κόσμο καθώς άνοιγαν τα μαγαζιά κι οι πάγκοι. Αποφάσισε να τραβήξει για τη γέφυρα Ισακιέβσκι, όπου αν είχε τύχη θα μπορούσε να την πετάξει στον Νέβα... Όμως είμαι ένοχος ελαφριάς αβλεψίας, εφόσον μέχρι τώρα έχω παραλείψει να σας πω ο,τιδήποτε για τον Ιβάν Γιακόβλεβιτς, πρόσωπο άξιο εκτίμησης από πολλές απόψεις.

     Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, όπως κάθε Ρώσος μαγαζ άτορας που σέβεται τον εαυτό του, ήταν φοβερός μπεκρής. Και παρόλο που κάθε μέρα της εβδομάδας ξύριζε τα πηγούνια των άλλων, το δικό του ήταν σταθερά αξύριστο. Το φράκο του Ιβάν Γιακόβλεβιτς (γιατί ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς ποτέ δε φορούσε ρεντιγκότα) ήταν ψαρωτό, δηλαδή μαύρο, αλλά με κιτρινοκαφέ και γκρίζες βούλες. Το κολάρο ήταν τριμμένο και στη θέση των τριών κουμπιών κρέμονταν απλώς κλωστές. Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς ήταν πολύ κυνικός και όταν, καταπώς το συνήθιζε, ο κολεγιακός πάρεδρος Κοβάλεφ του έκανε την παρατή ρηση ενώ τον ξύριζε:
 -"Ιβάν
Γιακόβλεβιτς, τα χέρια σου πάντα βρωμάνε!", ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς θ' αποκρινόταν:
 -"Δεν καταλαβαίνω πώς θα μπορούσαν".
 -"Δεν το ξέρω,
παλιόφιλε, αλλά αυτά το ξέρουν", θα έλεγε ο κολεγιακός πάρεδρος κι ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς ρουφώντας μια πρέζα ταμπάκο, θ' αντιδρούσε σ' αυτή τη παρατήρηση σαπουνίζοντάς τον στα μάγουλα, κάτω απ' τη μύτη, πίσω από τ' αφτιά και κάτω από το πηγούνι, με άλλα λόγια, όπου του κατέβαινε.

     Αυτός ο ευυπόληπτος πολίτης είχε τώρα φτάσει στη γέφυρα Ισακιέβσκι. Πρώτα κοίταξε τριγύρω, ύστερα έσκυψε πάνω από τα κάγκελα σαν να ήθελε να κοιτάξει κάτω από τη γέφυρα, για να εξακριβώσει αν υπήρχαν πολλά ψάρια εκείνη τη μέρα και στα κλεφτά έριξε το πανί που περιείχε τη μύτη. Ένιωσε σαν να είχε φύγει ένα βάρος τόνου από τους ώμους του, μάλιστα ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς γέλασε χαμηλόφωνα. Αντί να πάει να ξυρίσει τα πηγούνια δημοσίων υπαλλήλων, έστρεψε τα βήματά του προς ένα κατάστημα με την επιγραφή: "ΤΡΟΦΙΜΑ & ΤΣΑΪ" για να παραγγείλει ένα ποτήρι ποντς, όταν πρόσεξε ξαφνικά στην άλλη άκρη της γέφυρας έναν αξιωματικό της αστυνομίας, με επιβλητικό παράστημα, με φαβορίτες σαν μπριζόλες, τρίκωχο καπέλο και ξίφος. Κοκάλωσε. Στο μεταξύ, ο αξιωματικός της αστυνομίας δείχνοντάς τον με το δάκτυλο, είπε:
 -"Σταμάτα, καλέ μου
άνθρωπε"!

     Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς, που ήξερε τη σωστή διαδικασία σε τέτοιες περιστάσεις, έβγαλε το καπέλο του ενώ απείχε ακόμα αρκετά και πλησιάζοντας ζωηρά είπε:
 -"Πολλή καλημέρα σας, εντιμότατε"!

 -"Όχι, όχι, φίλε μου, αφήστε τα 'εντιμότατε' και πείτε μου τι κάνατε πάνω στη γέφυρα, ε";

 -"Στ' όνομα του Θεού, κύριε, πήγαινα σε ένα πελάτη και σκέφτηκα να ρίξω μια ματιά πόσο γρήγορα κυλά το ποτάμι".

 -"Λες ψέματα! Μη νομίζεις ότι θα ξεφύγεις μ' αυτό. Ας ακούσουμε λοιπόν, την αλήθεια"!

 -"Θα 'μουν ευτυχής, εντιμότατε, αν σας ξύριζα δυο φορές τη βδομάδα ή ακόμα και τρεις φορές, χωρίς κανένα παράπονο", απάντησε ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς.

 -"Όχι, φίλε μου, αυτό δεν αρκεί. Έχω κιόλας τρεις μπαρμπέρηδες να με ξυρίζουν κι όλοι τους το θεωρούν μεγάλη τιμή. Αλλά τώρα ας ακούσουμε τί κάνατε";

     Ο Ιβάν Γιακόβλεβιτς χλώμιασε... Σ' αυτό το σημείο, όμως, τα γεγονότα τυλίγονται στην καταχνιά και δεν ξέρουμε απολύτως τίποτα για ό,τι επακολούθησε.

     Ο κολεγιακός πάρεδρος Κοβάλεφ ξύπνησε πολύ νωρίς και ξεφύσηξε "μπρ!..." όπως έκανε πάντα όταν ξυπνούσε, χωρίς να υπάρχει κανείς προφανής λόγος ακόμα και για τον ίδιο. Τεντώθηκε και ζήτησε το μικρό καθρέφτη που ήταν πάνω στην τουαλέτα. Ήθελε να ρίξει μια ματιά στο σπυρί που 'χε εμφανιστεί στη μύτη του τη προηγούμενη νύχτα. Αλλά προς τεράστια κατάπληξή του είδε πως εκεί που θα 'πρεπε να είναι η μύτη του ήταν μια επίπεδη επιφάνεια! Ένιωσε φρίκη, ζήτησε νερό και σκούπισε τα μάτια του με μια πετσέτα: ήταν αλήθεια, δεν υπήρχε καθόλου μύτη! Τσιμπήθηκε για να σιγουρευτεί ότι δεν κοιμόταν. Ο κολεγιακός πάρεδρος Κοβάλεφ πετάχτηκε απ ό το κρεβάτι του και κουνήθηκε: δεν υπήρχε καθόλου μύτη!... Ζήτησε αμέσως τα ρούχα του και ξεκίνησε βιαστικά με κατεύθυνση το γραφείο του αστυνομικού διευθυντή.

     Στο μεταξύ όμως, ο αναγνώστης πρέπει να κάνει τη γνωριμία του Κοβάλεφ, ώστε να μπορεί να καταλάβει από μόνος του τι είδους άνθρωπος ήταν ο κολεγιακός μας πάρεδρος. Οι κολεγιακοί πάρεδροι, που παίρνουν αυτό το βαθμό με τη βοήθεια ποικίλων πανεπιστημιακών διπλωμάτων, δε μπορούνε με κανένα τρόπο να συγκριθούν με κείνους τους κολεγιακούς παρέδρους που αποκτούν αυτή τη θέση στον Καύκασο. Πρόκειται για δυο εντελώς διαφορετικά είδη. Για μορφωμένους κολεγιακούς παρέδρους. Όμως η Ρωσία είναι τόσο παράξενο μέρος που άμα πεις κάτι για έναν κολεγιακό πάρεδρο, είναι σίγουρο ότι όλοι οι συνάδελφοί του, από τη Ρίγα μέχρι την Καμτσιάτκα, το παίρνουν προσωπικά. Το ίδιο ισχύει για όλους τους βαθμούς, για όλα τ' αξιώματα. Ο Κοβάλεφ είχε γίνει κολεγιακός πάρεδρος στον Καύκασο. Είχε αυτό το βαθμό μόνον δυο χρόνια και έτσι φούσκωνε ακόμα για τη νεοαποκτημένη του αξιοπρέπεια. Για να δίνει στον εαυτό του ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα και κύρος, αποκαλούσε πάντα τον εαυτό του ταγματάρχη αντί κολεγιακό πάρεδρο.
 -"'Aκουσε, καλή μου
γυναίκα", θα έλεγε, αν συναντούσε κάποια πωλήτρια υποκαμίσων στο δρόμο, "έλα σπίτι μου, το διαμέρισμά μου είναι στην οδό Σαντόβαγια. Ρώτα οποιονδήποτε που μένει ο ταγματάρχης Κοβάλεφ και θα σου δείξει". Και αν ξεχώριζε καμιά ιδιαίτερα χαριτωμένη νέα, θα της έδινε πρόσθετη μυστική παραγγελία λέγοντας:
 -"Ρώτα την ορντινάντσα μου
για το διαμέρισμα του ταγματάρχη Κοβάλεφ". Γι' αυτό το λόγο, θ' αποκαλούμε στον εξής τον κολεγιακό μας πάρεδρο ταγματάρχη.

     Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ είχε τη συνήθεια να κάνει καθημερινά περίπατο κατά μήκος της λεωφόρου Νιέβσκι. Το κολάρο του πουκαμίσου του ήταν πάντα άσπρο σαν το χιόνι και κολλαριστό. Οι φαβορίτες του ήταν του είδους που μπορούμε ακόμα να δούμε στα μάγουλα επαρχιακών επιθεωρητών, αρχιτεκτόνων, στρατιωτικών γιατρών, αστυνομικών κάθε είδους και γενικά όλων των κυρίων που είναι προικισμένοι με γεμάτα, ροδοκόκκινα μάγουλα και κλίση στην πρέφα. Αυτές οι φαβορίτες εκτείνονται μέχρι τη μέση του μάγουλου κι από κει φθάνουν ακριβώς μέχρι τη μύτη. Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ είχε πολλές σφραγίδες από κορνέλιο, μερικές με εμβλήματα και άλλες που έγραφαν: Τετάρτη, Πέμπτη, Δευτέρα κι ούτω καθεξής. Ο ταγματάρχης είχε έρθει στην Αγία Πετρούπολη για έναν ειδικό σκοπό, συγκεκριμένα για να βρει μια θέση κατάλληλη για το βαθμό του. Αν το πετύχαινε θα 'τανε σ' επίπεδο υποδιοικητή, αν όχι θα κανόνιζε μια θέση στη διοίκηση κάποιου σημαντικού υπουργείου. Ο ταγματάρχης Κοβάλεφ δεν ήταν αντίθετος με την ιδέα του γάμου, αλλά μόνον με την προϋπόθεση ότι η νύφη θα διέθετε κεφάλαιο διακοσίων χιλιάδων. Έτσι ο αναγνώστης μπορεί τώρα να κρίνει από μόνος του τη διάθεση του ευυπόληπτου ταγματάρχη, όταν αυτός ανακάλυψε αντί για μια ευπαρουσίαστη μύτη μετρίων διαστάσεων μια γελοία, κενή, επίπεδη επιφάνεια.

     Για κακή του τύχη, δε φαινότανε καμιά άμαξα στο δρόμο κι ήταν υποχρεωμένος να πάει με τα πόδια, τυλιγμένος στην κάπα του και καλύπτοντας το πρόσωπό του μ' ένα μαντήλι σαν κάποιος που η μύτη του αιμορραγεί. "Ίσως τα φαντάζομαι όλ' αυτά, μια μύτη δεν μπορεί να εξαφανιστεί έτσι". Πήγε σ' ένα ζαχαροπλαστείο με συγκεκριμένο σκοπό να κοιταχτεί σ' ένα καθρέφτη. Για καλή του τύχη δεν ήταν κανείς στο μαγαζί, οι σερβιτόροι καθάριζαν τις αίθουσες και τακτοποιούσαν τις καρέκλες. Μερικοί κουβαλούσαν δίσκους με ζεστές πίτες. Οι χτεσινές λεκιασμένες με καφέδες εφημερίδες ήταν πεταμένες στα τραπέζια και στις καρέκλες. "Δόξα στο Θεό, δεν είναι κανείς εδώ", σκέφτηκε, "τώρα μπορώ να ρίξω μια ματιά." Πλησίασε δειλά τον καθρέπτη και κοίταξε: "Τι αηδιαστικό!" αναφώνησε φτύνοντας... "Αν τουλάχιστον υπήρχε κάτι στη θέση της μύτης, αλλά να μην έχει μείνει τίποτα!..." Δαγκώνοντας από στενοχώρια τα χείλη του, έφυγε από το ζαχαροπλαστείο κι αποφάσισε ν' αποχωριστεί τη συνήθεια που είχε και να μην κοιτάξει ούτε να χαμογελάσει σε κανένα.
     Ξαφνικά, κοκάλωσε
δίπλα στο κούφωμα μιας πόρτας, καθώς ένα απίστευτο γεγονός ξετυλιγόταν κάτω από τα μάτια του: μια άμαξα σταμάτησε στην είσοδο, οι πόρτες άνοιξαν, ένας αξιωματικός με στολή βγήκε σκυφτός και ανέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά. Φανταστείτε τη φρίκη και την κατάπληξη του Κοβάλεφ, όταν αναγνώρισε πως αυτό το άτομο ήταν η ίδια του η μύτη! Αυτό το απίθανο θέαμα τον έκανε να τρικλίζει από κατάπληξη και μόλις που μπορούσε να κρατηθεί όρθιος στα πόδια του, αλλά αποφάσισε, όποιο κι αν ήταν το τίμημα να περιμένει την επιστροφή της μύτης στην άμαξα και παρέμεινε κει τρέμοντας σα να 'χε πυρετό. Πράγματι, δυο λεπτά αργότερα, εμφανίστηκε η μύτη. Φορούσε χρυσοκεντ ημένη στολή με ψηλό, σκληρό κολάρο, πέτσινη κυλότα και ένα σπαθί κρεμόταν στο πλευρό του. Από το φτερωτό καπέλο του ήταν φανερό ότι είχε το βαθμό του κρατικού συμβούλου. Ήταν επίσης φανερό από το παρουσιαστικό του ότι πήγαινε επίσκεψη. Κοίταξε γύρω, φώναξε έρρινα στον αμαξά: "Εδώ!", ανέβηκε στην άμαξα και τ' άλογα ξεκίνησαν καλπάζοντας.

     Ο κακόμοιρος Κοβάλεφ σχεδόν έχασε το μυαλό του. Δεν ήξερε τι να κάνει μ' αυτό το εξαιρετικά απίθανο συμβάν. Και πράγματι, πώς θα μπορούσες να εξηγήσεις το γεγονός ότι μια μύτη, που την προηγούμενη μέρα ήταν ακόμη κολλημένη στο πρόσωπό του, ανίκανη να ιππεύσει ή να περπατήσει, φορούσε τώρα στολή! Ακολούθησε τον αμαξά, που ευτυχώς δεν πήγε μακριά προτού σταματήσει μπροστά στον καθεδρικό ναό του Καζάν. Κατευθύνθηκε βιαστικά προς τον καθεδρικό ναό, άνοιξε δρόμο ανάμεσα από τις γριές ζητιάνες, οι οποίες είχαν τυλιγμένα τα πρόσωπά τους με κουρέλια αφήνοντας μόνον δυο σχισμές για τα μάτια, θέαμα που προηγουμένως του προκαλούσε πάντα ιλαρότητα και μπήκε στην εκκλησία. Δεν υπήρχαν πολλοί μέσ α και ήταν στριμωγμένοι γύρω από την είσοδο. Ο Κοβάλεφ ήταν τόσο αναστατωμένος που του ήταν εντελώς αδύνατο να προσευχηθεί κι ερευνούσε ζωηρά με το βλέμμα την εκκλησία ελπίζοντας να διακρίνει τον κύριο με τη στολή. Τελικά τον είδε να στέκεται στην μια πλευρά. Η μύτη είχε κρύψει τελείως το πρόσωπό της στο ψηλό, σκληρό κολάρο και προσευχόταν μ' έκφραση υπέρτατης ευσέβειας.

    "Πώς μπορώ να τον πλησιάσω;" σκέφτηκε ο Κοβάλεφ. "Αν κρίνω από τη στολή και το καπέλο του θα πρέπει να 'ναι κρατικός σύμβουλος. Ένας Διάολος ξέρει τι πρέπει να κάνω"! Έβηξε καθώς πλησίαζε αλλά η μύτη απτόητη παρέμεινε στη ψευτοθεοσεβούμενη στάση της, κάνοντας βαθιές υποκλίσεις στην κατεύθυνση της Αγίας Τράπεζας.
 -"Καλέ μου κύριε..." είπε ο Κοβάλεφ,
επιστρατεύοντας στην απελπισία του όλο το θάρρος, "καλέ μου κύριε..."

 -"Τί συμβαίνει;" ρώτησε η μύτη κοιτάζοντας γύρω.

 -"Είμαι έκπληκτος, κύριε... Νομίζω... θα έπρεπε να ξέρετε τη θέση σας. Και κοιτάξτε πού σας βρίσκω: σε μια εκκλησία. Θα πρέπει να συμφωνείτε..."

 -"Συγχωρέστε με, αλλά μου είναι αδύνατο να καταλάβω ο,τιδήποτε απ' όσα μου λέτε. Παρακαλώ εξηγηθείτε".

     "Πώς μπορώ να εξηγηθώ;" σκέφτηκε ο Κοβάλεφ και ξαναπαίρνοντας θάρρος άρχισε:
 -"Φυσικά... τώρα είμαι ταγματάρχης κι
είμαι σίγουρος ότι συμφωνείτε, το να τριγυρνάω χωρίς μύτη είναι μάλλον ανάρμοστο. Δεν θα υπήρχε πρόβλημα αν κάποια πλανόδια πωλήτρια που πουλά καθαρισμένα πορτοκάλια στη γέφυρα Βοσκρεσένσκι καθόταν εκεί χωρίς μύτη, αλλά καθώς ελπίζω σε προαγωγή κι επιπλέον να γνωριστώ με τις κυρίες κάποιων διακεκριμένων οικογενειών, με τη σύζυγό του κρατικού συμβούλου Τσεκτάργιοφ κι άλλες... Κρίνετε μόνος σας... Δε ξέρω καθόλου πώς να θέσω το ζήτημα, κύριε..." (Μ' αυτά τα λόγια ο ταγματάρχης Κοβάλεφ σήκωσε τους ώμους.) "Συγχωρέστε με, αλλά αν το δείτε αυστηρά από την άποψη του καθήκοντος και της τιμής... θα πρέπει σίγουρα να συμφωνείτε..."

 -"Δεν καταλαβαίνω τίποτα", απάντησε η μύτη. "Θα 'τανε καλωσύνη σας αν γινόσασταν σαφής".

 -"Καλέ μου κύριε..." είπε ο Κοβάλεφ με αξιοπρεπές ύφος. "Στην πραγματικότητα, δυσκολεύομαι να καταλάβω τα λόγια σας... Εμένα μου φαίνεται πολύ απλό... Ή επιθυμείτε... Το ζήτημα είναι ότι είσαστε η μύτη μου!"

     Η μύτη κοίταξε τον ταγματάρχη και τα χαρακτηριστικά της συνοφρυώθηκαν.

 -"Κάνετε λάθος, καλέ μου κύριε. Είμαι αυθύπαρκτο άτομο. Επιπλέον, δεν μπορεί να υπάρχει καμιά στενή σχέση μεταξύ μας, γιατί αν κρίνω από τα κουμπιά της στολής σας θα πρέπει να υπηρετείτε σε άλλο υπουργείο". Αφού είπε αυτά, η μύτη γύρισε από την άλλη μεριά και συνέχισε να προσεύχεται.

     Τώρα ο Κοβάλεφ τα είχε εντελώς χαμένα και δεν ήξερε τι να κάνει, ούτε καν τι να σκεφτεί. Ακριβώς τότε άκουσε το ευχάριστο θρόισμα γυναικείου φουστανιού: πλησίαζε μια ηλικιωμένη κυρία, στολισμένη με ένα σωρό δαντέλες και συνοδευόμενη από μια αδύνατη ύπαρξη, ντυμένη μ' ένα λευκό φόρεμα που ταίριαζε τέλεια με τη λιγνή της κορμοστασιά κι ένα ανοικτό κίτρινο καπέλο, ελαφρύ σαν φύλλο για μιλφέιγ. Πίσω τους στεκόταν ένας ψηλός υπηρέτης με μεγάλες φαβορίτες και γεμάτος δαντέλες που άνοιγε μια ταμπακέρα.

     Ο Κοβάλεφ πλησίασε λίγο περισσότερο, έσιαξε το μπατιστένιο κολάρο του πουκαμίσου του, προσάρμοσε τις σφραγίδες στην χρυσή αλυσίδα του ρολογιού του και χαμογελώντας δεξιά και αριστερά έστρεψε την προσοχή του στην λιγνή κυρία, που έγειρε ελαφρά προς τα μπρος, σα λουλούδι την άνοιξη, καθώς ύψωσε στο μέτωπό της τα σχεδόν διαφανή δάκτυλα του κατάλευκου σαν κρίνου χεριού του. Το χαμόγελο του Κοβάλεφ έγινε πλατύτερο όταν κάτω από το καπέλο της διέκρινε ένα στρογγυλό, βελούδινο πηγούνι κι ένα μέρος από το μάγουλό της, που είχε το χρώμα του πρώτου ανοιξιάτικου τριαντάφυλλου. Ξαφνικά, όμως, αναπήδησε σαν να τον είχαν ζεματίσει. Θυμήθηκε πως στη θέση της μύτης δεν είχε απολύτως τίποτα και δάκρυα τρέξαν από τα μάτια του. Έκανε μεταβολή για να πει με πολλά λόγια στον κύριο με τη στολή πως απλώς ισχυριζότανε πως ήτανε κρατικός σύμβουλος, πως ήταν απατεώνας και παλιάνθρωπος κι ότι δεν ήταν τίποτα παραπάνω παρά η μύτη του... Όμως, η μύτη είχε εξαφανιστεί. Στο διάστημα που μεσολάβησε είχε σημάνει υποχώρηση, αναμφίβολα για να κάνει κάποια άλλη επίσκεψη.

     Αυτό βύθισε τον Κοβάλεφ σ' απελπισία. Βγήκεν έξω και σταμάτησε μια στιγμή στη στοά, κοιτάζοντας προσεκτικά γύρω με την ελπίδα πως θα ξεχώριζε τη μύτη. Θυμόταν ευκρινώς ότι φορούσε καπέλο με φτερό και χρυσοκεντημένη στολή, αλλά δεν είχε προσέξει το πανωφόρι του, ούτε το χρώμα της άμαξάς του, ούτε τ' άλογά του, ούτε καν αν είχε λακέ κι αν είχε, τι λιβρέα φορούσε αυτός. Επιπλέον, υπήρχανε τόσες πολλές άμαξες που συνωστίζονταν πηγαίνοντας πάνω κάτω και με τέτοια ταχύτητα που δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει μεταξύ τους κι εξάλλου ήταν εντελώς ανίσχυρος να σταματήσει οποιαδήποτε από αυτές.
     Ήταν μια θεσπέσια ηλιόλουστη μέρα. Πλήθη κόσμου ήταν
μαζεμένα στον Νιέβσκι και τα πεζοδρόμια ξεχείλιζαν από 'να λουλουδένιο καταρράκτη κυριών σ' όλο το δρόμο από τη γέφυρα Πολιτσέικι μέχρι τη γέφυρα Ανίτσκοφ. Εκεί ήταν ένας γνωστός του, ένας αυλικός σύμβουλος, που προσφωνούσε αντισυνταγματάρχη, ιδιαίτερα μπρος σε ξένους. Εδώ είδε τον Γιαρίγκιν, επικεφαλής μιας υπηρεσίας στη Γερουσία, μεγάλο φίλο, που πάντοτε έχανε όταν έπαιζε πρέφα. Δίπλα, κάποιος άλλος ταγματάρχης, που κι αυτός είχε κερδίσει το βαθμό του κολεγιακού παρέδρου στον Καύκασο, του 'γνεψε σε χαιρετισμό...

 -"Στο διάβολο!" είπε ο Κοβάλεφ. "Ε, αμαξά, πήγαινέ με αμέσως στον αστυνομικό διευθυντή!" κι ανεβαίνοντας σε μια ντρόσκι, κάθισε φωνάζοντας στον αμαξά: "Όσο πιο γρήγορα μπορείς"! Φτάνοντας στον προθάλαμο φώναξε: "Είναι ο αστυνομικός διευθυντής στο σπίτι";
 -
"Φοβάμαι πως όχι", απάντησε ο υπηρέτης, "μόλις βγήκε".

 -"Να πάρει ο διάβολος"!

 -"Ναι", συνέχισε ο υπηρέτης, "δεν έχει πολλή ώρα, αλλά έχει φύγει. Ένα λεπτό νωρίτερα και θα τον είχατε προλάβει".

     Ο Κοβάλεφ, που όλη την ώρα σκέπαζε το πρόσωπό του με το μαντήλι, ξανανέβηκε στην άμαξα και φώναξε με απελπισμένη φωνή:

 -"Ξεκίνα"!

 -"Για πού;" ρώτησε ο αμαξάς.

 -"Ίσια μπροστά!"
 -
"Πώς γίνεται; Ο δρόμος χωρίζει στα δυο. Δεξιά ή αριστερά";

     Αυτή η ερώτηση υποχρέωσε τον Κοβάλεφ να σταθεί και να σκεφτεί. Στη θέση που βρισκόταν θα ήταν καλύτερα να επιστρέψει στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, όχι γιατί αυτό συνδεόταν άμεσα με την αστυνομία, αλλά γιατί διεκπεραίωνε τις υποθέσεις πολύ πιο γρήγορα από τις άλλες υπηρεσίες. Να ζητήσει ικανοποίηση από την υπηρεσία όπου η μύτη ισχυριζόταν ότι εργαζόταν δεν θα ήταν προφανώς συνετό. Ήταν φανερό από τις ίδιες τις δηλώσεις της μύτης ότι αυτό το πλάσμα δεν είχε ιερό κι όσιο και πως ήταν εξίσου πιθανό να ξαναπεί ψέματα, όπως είχε πει ψέματα και προηγουμένως, όταν ισχυρίστηκε ότι ποτέ δεν είχε αντικρύσει τον ταγματάρχη Κοβάλεφ. Ο Κοβάλεφ ήταν έτοιμος να διατάξει τον αμαξά να πάει στο Υπουργείο Δημόσιας Τάξης, όταν του 'ρθε στο νου άλλη σκέψη, συγκεκριμένα, πως αυτός ο κατεργάρης κι απατεώνας, που στη πρώτη τους συνάντηση είχε φερθεί τόσο ξετσίπωτα, μπορεί να το 'χε κιόλας σκάσει από τη πόλη. Σ' αυτή τη περίπτωση, όλες οι προσπάθειες να τον βρει θα 'ταν εντελώς μάταιες, είτε θα συνεχίζονταν, ο Θεός να φυλά, για έναν ολάκερο μήνα. Τελικά, ήτανε σα να τον καθοδήγησε ο Θεός. Αποφάσισε να πάει κατευθείαν στα γραφεία της εφημερίδας και να βάλει αμέσως αγγελία με λεπτομερειακή περιγραφή όλων της των γνωρισμάτων, ώστε, όποιος την έβλεπε, θα μπορούσε να του τη ξαναβρεί ή τουλάχιστον να τονε πληροφορήσει που βρισκόταν.
     Αφού κατέληξε σ' αυτή την απόφαση,
διέταξε τον αμαξά να κατευθυνθεί στα γραφεία της εφημερίδας και σ' όλη τη διαδρομή ξεφυσούσε πίσω του φωνάζοντας:
 -"Πιο γρήγορα,
κατεργάρη! Πιο γρήγορα, μασκαρά!"
 -"Ουφ, κύριε!" μούγκρισε ο αμαξάς,

κουνώντας το κεφάλι του και τραβώντας ελαφρά τα γκέμια του αλόγου του, που ήταν τριχωτό σαν μαλλιαρό σκυλάκι. Μετά από ώρα, η άμαξα σταμάτησε τελικά κι ο Κοβάλεφ έτρεξε ασθμαίνοντας στη μικρή αίθουσα υποδοχής, που ένας γκριζομάλλης διοπτροφόρος γραμματέας μ' ένα παλιό φράκο καθότανε πίσω από 'να γραφείο και δαγκώνοντας τη πένα από φτερό μετρούσε μια στοίβα χάλκινα νομίσματα που 'ταν ακουμπισμένα μπρος του.
 -"Ποιος παίρνει τις αγγελίες εδώ;" φώναξε ο Κοβάλεφ. "Α, καλημέρα"!
 -"'Μέρα", είπε ο γκριζομάλλης γραμματέας σηκώνοντας τα μάτια για μια στιγμή και ξαναχαμηλώνοντάς τα στις τακτοποιημένες στοίβες νομισμάτων.

 -"Θα 'θελα να δημοσιεύσω..."

 -"Μια στιγμή. Αν δεν σας πειράζει να περιμένετε", είπε ο γραμματέας, γράφοντας έναν αριθμό με το δεξί του χέρι, ενώ μετακινούσε δυο χάνδρες σ' έναν άβακα με το αριστερό του. Ένας λακές με κομψό πανωφόρι με σιρίτια και με εμφάνιση που φανέρωνε ότι δούλευε σε αριστοκρατικό σπίτι, στεκόταν δίπλα στο γραφείο κρατώντας ένα σημείωμα και επειδή ένιωσε ότι του επιβαλλόταν να επιδείξει απλοϊκότητα προσφέρθηκε αυθόρμητα:
 -"Πιστέψτε με, κύριε, το φρικτό
σκυλάκι δεν αξίζει ογδόντα καπίκια, όσο για μένα δεν θα σας έδινα γι' αυτό ούτε μπρούτζινο κουμπί, αλλά η κόμισσα το αγαπά, το αγαπά τρομερά κι έτσι προσφέρει εκατό ρούβλια σ' όποιον το βρει. Αν θέλετε να ξέρετε την ειλικρινή μου γνώμη, μεταξύ μας μόνο, οι άνθρωποι δε λογαριάζουνε τα λεφτά προκειμένου να ικανοποιήσουνε τα γούστα τους. Πάρτε ένα κυνηγό, δε θα τον ένοιαζε να πληρώσει πεντακόσια, ακόμα και χίλια ρούβλια για ένα λαγωνικό ή για ένα ριτρίβερ, αλλά τουλάχιστον πληρώνει για καλό σκυλί."

     Ο ευυπόληπτος γραμματέας άκουγε σοβαρά αυτό το λόγο και συγχρόνως συνέχιζε τους υπολογισμούς του, μετρώντας τον αριθμό των γραμμάτων στο σημείωμα που του είχαν φέρει. Γύρω του περιφέρονταν πολλές γριές, εμποροϋπάλληλοι και θυρωροί με σημειώματα. Το ένα ήταν ενός ήρεμου αμαξά που γύρευε δουλειά, το άλλο διαφήμιζε την πώληση μιας ελάχιστα χρησιμοποιημένης παγίδας, φερμένης από το Παρίσι το 1814, άλλο ζητούσε δουλοπάροικη πεπειραμένη πλύστρα, αλλά κατάλληλη και για άλλες δουλειές, ζητούσαν αγοραστές για γερή ντρόσκι, που της έλειπε μια σούστα, για νεαρό ζωηρό άλογο με γκρίζες πιτσιλιές, για φοράδα δεκαεφτά χρόνω, για νέους σπόρους γογγυλιού και ραδικιών που 'χαν εισαχθεί από το Λονδίνο, γι' αγροτικό σπίτι με μεγάλο κήπο, στάβλο για δύο άλογα, μιαν έκταση όπου θα μπορούσε να φυτευτεί εξαιρετική σημύδα ή σύδεντρο από έλατα. Έν άλλο σημείωμα εφιστούσε τη προσοχή σε όσους ήθελαν να αγοράσουν παλιές σόλες από μπότες, προσκαλώντας τους στην αίθουσα πλειστηριασμών καθημερινά μεταξύ 8 π.μ. και 3 μ.μ. Το δωμάτιο στο οποίο ήταν συγκεντρωμένη αυτή η ομήγυρη ήταν μικρών διαστάσεων κι η ατμόσφαιρα σ' αυτό ήταν εξαιρετικά βαριά, αλλά ο Κοβάλεφ δε καταλάβαινε τίποτα από την ατμόσφαιρα επειδή κρατούσε το μαντήλι του στο πρόσωπό του κι εξάλλου η ίδια η μύτη του ήταν εκείνη τη στιγμή ένας Θεός ξέρει που.

 -"Καλέ μου κύριε, πραγματικά, πρέπει... Είναι πολύ σημαντικό", ξέσπασε ανυπόμονα.

 -"Μια στιγμή! Δύο ρούβλια και σαράντα τρία καπίκια! Αμέσως! Ένα ρούβλι εξήντα τέσσερα καπίκια!" διέτασσε ο γκριζομάλλης γραμματέας, κουνώντας κομμάτια χαρτί μπροστά στη μούρη των ηλικιωμένων γυναικών και των θυρωρών. "Τι θέλετε;" είπε τελικά και στράφηκε στον Κοβάλεφ.

 -"Θα 'θελα..." είπε ο Κοβάλεφ, "έχει διαπραχθεί μια άθλια πράξη προδοσίας, ακόμα δεν μπορώ να την αποδείξω. Θέλω να δημοσιεύσετε ότι το άτομο που θα μου φέρει αυτόν τον κατεργάρη θα ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα".

 -"Θα μπορούσα, παρακαλώ, να 'χω τ' όνομά σας";

 -"Όχι, γιατί χρειάζεστε το όνομά μου; Δε μπορώ να το κοινοποιήσω. Έχω ένα σωρό γνωριμίες: τη γυναίκα του κρατικού συμβούλου Τσεκτάρεφ, την Παλάγκεγια Γκριγκορίεβνα Ποντότσινα, σύζυγο αξιωματικού του επιτελείου. Θα μπορούσαν να το δουν, ο Θεός ας φυλάει! Θα μπορούσατε απλώς να γράψετε: ένας κολεγιακός πάρεδρος ή ακόμα καλύτερα ένας κύριος με το βαθμό του ταγματάρχη".

 -"Και το άτομο που το έσκασε ήταν κάποιος δουλοπάροικός σας";

 -"Τί; Ένας δουλοπάροικός μου; Ω, όχι, ακόμα χειρότερο! Είναι η μ... η μύτη μου που το έσκασε..."

 -"Χμ, τί περίεργο επώνυμο. Κι αυτός ο κύριος Μύτη σας βούτηξε κανένα μεγάλο ποσό";

 -"Όχι, Μύτη, όχι... λάθος καταλάβατε! Η μύτη μου, η ίδια μου η μύτη έφυγε κι εξαφανίστηκε. Μου κάνει κάποιο διαβολικό κόλπο!"

 -"Αλλά με ποιό τρόπο εξαφανίστηκε; Φοβάμαι ότι δε μπορώ καθόλου να σας παρακολουθήσω".

 -"Δεν ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος, αλλά το κύριο είναι ότι τώρα περιφέρεται στη πόλη παριστάνοντας τον κρατικό σύμβουλο. Σας ζητώ λοιπόν, να βάλετε μια αγγελία που να ζητά από όποιον την πιάσει να μου την φέρει επειγόντως και χωρίς την παραμικρή καθυστέρηση. Κρίνετε μόνος σας: πώς μπορώ να συνεχίσω χωρίς ένα τόσο εξέχον

μέρος της ανατομικής μου κατασκευής. Δεν είναι το ίδιο σαν να έχασα το μικρό δάκτυλο του ποδιού μου που θα μπορούσα να γλιστρήσω γρήγορα το πόδι μου μέσα στην μπότα προτού δεν κανείς ότι λείπει. Κάθε Πέμπτη επισκέπτομαι τη σύζυγο του κρατικού συμβούλου Τσεκτάρεφ. Η Παλάγκεγια Γκριγκορίεβνα Ποντοτσίνα είναι σύζυγος αξιωματικού του επιτελείου κι έχει μια πολύ χαριτωμένη κόρη κι είναι κι οι δυο πολύ καλές φίλες μου έτσι μπορείτε κι εσείς ο ίδιος να καταλάβετε σε τι δύσκολη θέση βρίσκομαι... Απλούστατα τώρα δεν μπορώ να εμφανιστώ μπροστά τους".

     Ο γραμματέας έμεινε σκεπτικός για μια στιγμή, όπως φανέρωναν τα σφικτά ζαρωμένα χείλη του.

 -"Όχι, δεν μπορώ να δημοσιεύσω τέτοια αγγελία στην εφημερίδα", είπε τελικά μετά από παρατεταμένη σιωπή.

 -"Τί; Γιατί όχι";

 -"Δε μπορώ. Η εφημερίδα θα έχανε την υπόληψή της. Φανταστείτε μόνο αν ο καθένας άρχιζε να γράφει ότι το είχε σκάσει η μύτη του... Κιόλας ο κόσμος λέει ότι η εφημερίδα δημοσιεύει ένα σωρό ανοησίες και ψευδείς διαδόσεις".

 -"Αλλά πού βρίσκεται η ανοησία; Όλα είναι καθαρά σαν το φως της μέρας".

 -"Έτσι φαίνεται σε σας. Αλλά ας πάρουμε την παρακάτω περίπτωση που συνέβη την προηγούμενη βδομάδα. Ήρθε ένας υπάλληλος, ακριβώς όπως ήρθατε σεις σήμερα, μ' ένα σημείωμα, που κόστιζε δύο ρούβλια και εβδομήντα τρία καπίκια κι αυτό που έλεγε η αγγελία ήταν ότι το είχε σκάσει ένα μαύρο μαλλιαρό σκυλάκι. Φαινομενικά τίποτα ασυνήθιστο. Αλλά κατέληγε σε μια δυσφημιστική συνέχεια, γιατί αυτό το μαλλιαρό σκυλάκι ήταν ο ταμίας κάποιου οργανισμού, δεν θυμάμαι ποιανού".

 -"Εγώ, όμως, δεν βάζω αγγελία για μαλλιαρό σκυλάκι, αλλά για την ίδια μου τη μύτη, που ισοδυναμεί με τον ίδιο μου τον εαυτό".

 -"Λυπάμαι, δε μπορώ να βάλω τέτοια αγγελία".

 -"Ακόμα κι αν έχω χάσει πραγματικά τη μύτη μου"!

 -"Αν είναι έτσι, τότε είναι δουλειά των γιατρών. Λένε πως υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να σας εφοδιάσουν με ό,τι μύτη σας αρέσει. Πάντως παρατηρώ ότι είσαστε χωρατατζής και σας αρέσουν τα αστεία".

 -"Σας ορκίζομαι σε ό,τι είναι ιερό! Αφού τα πράγματα φτάσανε σ' αυτό το σημείο, θα σας δείξω"!

 -"Μην ενοχλείστε!" συνέχισε ο γραμματέας, παίρνοντας μια πρέζα ταμπάκο. "Στην πραγματικότητα δεν είναι τόσο μεγάλος μπελάς" πρόσθεσε κοιτάζοντας με περιέργεια, "ίσως θα μπορούσα να ρίξω μια ματιά".

     Ο κ. Κοβάλεφ απομάκρυνε το μαντήλι από το πρόσωπό του.
 -
"Λοιπόν, αυτό είναι πολύ απίθανο!" είπεν ο γραμματέας. "Η περιοχή είναι εντελώς λεία, σαν φρεσκοψημένη τηγανίτα. Εξαιρετικά λεία, πράγματι"!

 -"Τώρα ελπίζω πως αυτό ανέτρεψε τις αντιρρήσεις σας! Μπορείτε να δείτε από μόνος σας ότι η αγγελία πρέπει να μπει. Θα σας είμαι εξαιρετικά ευγνώμων κι είμαι πολύ ευτυχής που αυτό το ατύχημα μου 'δωσε την ευχαρίστηση της γνωριμίας σας..." Ο ταγματάρχης, όπως μπορούμε να δούμε, είχε αποφασίσει σ' αυτό το σημείο να χρησιμοποιήσει λίγο τη κολακεία.

 -"Να τη δημοσιεύσω, φυσικά, θα ήταν απλό το ζήτημα", είπε ο γραμματέας, "μόνο που δεν καταλαβαίνω σε τι μπορεί να σας ωφελήσει. Αν είστε αποφασισμένος να κάνετε κάτι γι' αυτό τότε βρείτε κάποιον ικανό να γράφει, βάλτε τον να το γράψει σαν ένα σπάνιο περιστατικό της φύσης και δημοσιεύσετε αυτό το άρθρο, στη Μέλισσα του Βορά" (σ' αυτό το σημείο πήρε άλλη μια πρέζα ταμπάκο) "για τη διαπαιδαγώγηση των νέων μας" (σ' αυτό το σημείο σκούπισε τη μύτη του) "ή πράγματι για το ενδιαφέρον του κοινού γενικά".

     Αυτή η πρόταση ήταν το τελειωτικό χτύπημα. Ο κ. Κοβάλεφ χαμήλωσε το μάτια του στην εφημερίδα, όπου έπεσαν στην στήλη για το θέατρο. Ήταν έτοιμος να χαμογελάσει καθώς το μάτι του έπιασε το όνομα μιας νεαρής γοητευτικής ηθοποιού και άπλωσε το χέρι του στην τσέπη για να δει αν είχε μαζί του ένα χαρτονόμισμα των πέντε ρουβλίων, επειδή κατά τη γνώμη του Κοβάλεφ οι αξιωματικοί του επιτελείου πρέπει να πιάνουν θέση στη πλατεία αλλά τότε θυμήθηκε τη μύτη κι η καρδιά του κατέρρευσε!

                                    Συνεχίζεται... Εδώ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers