-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

': Gilgamesh

             

                             Εισαγωγικ

     Η υποτιθμενη περοδος βασιλεας του Γκιλγκαμς πιστεεται πως τανε περπου το 2500 π.Χ., 400 χρνια νωρτερα απ τις αρχαιτερες γραπτς πηγς. Ωστσο, η ανακλυψη αρχαιολογικν ευρημτων που συνδονται με το βασιλι 'Αγκα της πλης Κις, ο οποος αναφρεται μες στο πος, αποτελον ενδεξεις πς σως να 'τανε κι ιστορικ πρσωπο.


=============


          ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ, Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΟΥΡΟΥΚ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

     Ω!, Γκιλγκαμς, ρχοντα της Κουλμπ, μεγλη εναι η δξα σου.

Στθηκε ο νθρωπος που γνριζε τα πντα. Ηταν ο βασιλις που γνριζε

του κσμου λες τις χρες. Ηταν σοφς, εδε τα μυστρια και γνριζε τα

απκρυφα, μας φερε μια ιστορα για την πρν απ τον κατακλυσμ εποχ.

Εκανε να πολ μεγλο ταξδι. Κουρστηκε, ταλαιπωρθηκε και

ξαναγρισε στον τπο του, για να γρψει σε μια πτρα λη του την ιστορα.

Οταν οι θεο δημιοργησαν τον Γκιλγκαμς, του δωσαν τλειο σμα.

Ο Σαμς, ο νδοξος λιος, τον προκισε με ομορφι, ο Αντντ, ο θες της

θελλας, τον προκισε με θρρος. Οι μεγλοι θεο καναν τσο τλεια την

ομορφι του, που μοι της λλη να μην υπρχει. Τον κασναν κατ τα

δο τρτα Θε και κατ το να τρτο νθρωπο. Στην Ουροκ κτισε τεχη,

να μεγλο οχυρωματικ ργο και τον ευλογημνο να του Εανν, για το

θε του στερεματος, τον Ανο και για την Ιστρ τη θε του ρωτα. Και το

Ιερ αυτ μπορε να το δες ακμα και τρα. Το εξωτερικ τεχος μοιαζε

με εξωτερικ κορνζα και λαμπε με τη λμψη του χαλκο και το εσωτερικ

τεχος δεν χει το μοι του. Αναρριχσου στα τεχη επνω της Ουροκ!

Περπτησε κατ μκος τους. Κοταξε τα θεμλια της ταρτσας και εξτασε

και το χτσιμ τους. Δεν εναι απ ψημνα κι ωραα τοβλα; Τα θεμελωσαν

οι εφτ σοφο.

1. Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΟΥ ΕΝΚΙΝΤΟΥ

Ο Γκιλγκαμς περιηγθηκε τον κσμο, αλλ πουθεν δεν συνντησε

καννα που να μπορε να αντισταθε στα μπρτσα του, μχρι που

ξαναγρισε στην Ουροκ. Και οι ντρες της Ουροκ μουρμοριζαν στα

σπτια τους: «Ο Γκιλγκαμς ηχε τα σμαντρα για το κφι του. Η περηφνια

του ξεπερνει και την ημρα και τη νχτα. Καννας δεν πρκειται να μενει

με τον πατρα του. Ολους θα τους πρει ο Γκιλγκαμς. Ο βασιλις πρπει

να εναι ο ποιμνας του λαο του. Ο πθος του ο σεξουαλικς, παρθνα

δεν αφνει στον εραστ της, οτε την κρη του πολεμιστ, οτε και τη

γυνακα του αριστοκρτη. Κι ακμα ο Γκιλγκαμς εναι ο σοφς, ο

λεβεντκορμος κι αποφασιστικς της πλης μας ποιμνας».

Οι Θεοι ακοσανε τους θρνους τους. Και οι θεοι των ουρανν

φωνξανε στον κυραρχο της Ουροκ, στον Ανο, το θε της Ουροκ: «Μια

θε τον κανε δυνατ σαν τον γριο ταρο και καννας δεν μπορε να

αντισταθε στα μπρτσα του. Αρσενικ παιδ δεν μεινε με τον πατρα του.

Τα πρε λα ο Γκιλγκαμς. Εναι αυτς ο βασιλις και ο ποιμνας του λαο

του; Ο πθος του ο σεξουαλικς παρθνα δεν αφνει στον εραστ της,

οτε την κρη του πολεμιστ, οτε τη γυνακα του αριστοκρτη». Οταν ο

Ανο κουσε τους θρνους των θεν, φναξε την Αρουρο, τη θε της

δημιουργας: «Εσ που τον δημιοργησες, Αρουρο, βρες τρα και τον

δετερ του, μια θυελλδικη καρδι για μια λλη θυελλδικη καρδι. Και

βλε τους να παλεουν μεταξ τους για να ησυχσει η Ουροκ».

Και η θε συνλαβε μια εικνα στο μυαλ της. Κι ταν η εικνα απ

την δια την ουσα του Ανο, του θεο του στερεματος. Βοτηξε τα χρια

της μσα στα νερ και ανσυρε απ μσα λσπη. Και φησε τη λσπη

αυτ να πσει μες στην ερημι. Και τσι δημιουργθηκε ο ξοχος ο

Ενκιντο. Και εχε μσα του τις αρετς του θεο του πολμου, του διου του

Νινορτα. Το σμα του τανε τραχ κι εχε μαλλι μακρι σαν της

γυνακας. Και κυμτιζαν σαν τα μαλλι της Νισαμπ, της θες του σιταριο.

Το σμα του ταν μαλλιαρ σαν του Σαμουκν, του θεο των κοπαδιν. Κι

ταν αμλευτος απ την κοινωνα και τποτα δεν γνριζε απ τις περιοχς

που τις καλλιεργον.

Ο Ενκιντο τρωγε χλη στους λφους, συντροφι με τη γαζλα. Και

στις νεροσυρμς συναγωνιζταν αντμα με τα γρια θηρα. Χαιρταν το

νερ με τα κοπδια των γριων ζων. Μα φνηκε νας κυνηγς που

στηνε παγδες. Και κποια μρα βρθηκε μπροστ του, στο πηγδι που

πινε νερ, γιατ τα γρια ζα εχαν μπει στη χρα του. Τρεις μερες

ανταμνανε πρσωπο με πρσωπο και ο κυνηγς επγωνε απ το φβο

του. Γρισε στο σπτι του με το κυνγι που εχε πισει, βουβς και

μουδιασμνος απ το φβο. Το πρσωπ του ταν αλλοιωμνο και μοιαζε

με κενον που τσακστηκε πο μακριν ταξδι. Και με το φβο στην καρδι,

μλησε στον πατρα του: «Υπρχει νας νθρωπος που δεν μοιζει με τους

λλους. Τον εδα που κατβαινε απ τα βουν.

Εναι ο πιο δυνατς στον κσμο φανεται νναι αθνατος απ τους

ουρανος. Ζει πνω στα βουν, αντμα με τα γρια ζα και βσκει χλη.

Μπανει στη χρα σου και φτνει μχρι τα πηγδια. Τρμαξα και δεν

τολμ να τον πλησισω. Γεμζει τις τρπες που κνω και χαλει τις

παγδες που στνω για κυνγι. Βοηθει και τα ζα για να αποφεγουν τις

παγδες και τσι μου ξεφεγουν».

Κι ο πατρας του νοιξε το στμα του και επε στον κυνηγ: «Παιδ

μου, στην Ουροκ ζει ο Γκιλγκαμς. Καννας μχρι τρα δεν μπρεσε να

τον νικσει. Εναι δυνατς σαν στρο του ουρανο. Πγαινε στην Ουροκ,

βρες τον Γκιλγκαμς και πανεψε τη δναμη αυτο του αγριανθρπου.

Ζτησε του να σου δσει μια πρνη απ το να του Ερωτα, μια κρη της

απλαυσης. Γρνα μαζ της κι φησε την με τη γυναικεα δναμη να

αποδυναμσει αυτν τον νθρωπο. Κι ταν την επομνη θα ξανρθει στο

πηγδι για να πιει νερ, θα την αγκαλισει και ττε τ' γρια ζα θα τον

αποβλουν απ τη συντροφι τους».Κι τσι ο κυνηγς ταξδεψε στην

Ουροκ και παρουσιστηκε στον Γκιλγκαμς, λγοντς του: «Ενας

νθρωπος, που δεν μοιζει με τους λλους, περιφρεται στα λιβδια. Και

εναι δυνατς σαν στρο τ' ουρανο και φοβμαι να τον πλησισω.

Βοηθει τ' αγρμια να ξεφεγουν απ τις παγδες μου. Τρπωνα στις

λακκοβες που κνω και μου χαλει τις παγδες». Κι ο Γκιλγκαμς, του

επε: «Κυνηγ, πγαινε πσω, πρε μαζ σου μια πρνη, μια κρη της

απλαυσης. Στην πηγ θα την αγκαλισει και τα γρια ζα θα τον

αποβλουν».

Κι ο κυνηγς ξαναγρισε, σρνοντας μαζ του μια πρνη. Υστερα απ

ταξδι εφτ μερων φτασε στην πηγ και κθισαν. Η πρνη κι ο κυνηγς

κοιτχτηκαν και περμεναν να φτσει το θραμα. Την πρτη και τη δετερη

μρα οι δυο τους περμεναν, λλα την τρτη μερα φτασε η αγλη. Ηρθε

για να πιει νερ. Και μαζ της ταν και ο Ενκιντο. Τα μικρ γρια

πλσματα του κμπου χρηκαν για το νερ που πιαν και μαζ τους

χρηκε και ο Ενκιντο, που βοσκε στη χλη μαζ με τη γαζλα που εχε

γεννηθε στα βουν. Ο κυνηγς επε στην πρνη: «Ντος! Τρα, γυνακα,

γμνωσε τα στθια σου χωρς ντροπ και χωρς καθυστρηση προκλεσ

του τον ρωτα. Αφησ τον να δει το γυμν σου σμα, φησ τον να

κατακτσει το κορμ σου. Οταν σε πλησισει γυμνσου και ξπλωσε μαζ

του. Δδαξε στον γριο νθρωπο την τχνη της γυνακας, γιατ ταν θα του

ανψεις τον ρωτα και θα τον σρεις πλι σου, τα γρια ζα που ζονε

μαζ του στα βουν θα τον αποβλουν απ τη συντροφι τους».

Και η πρνη δεν ντρπηκε να τον πλησισει. Γυμνθηκε και του

ερθισε τον πθο, του υποκνησε τον γριο του ρωτα και του δδαξε την

τχνη της γυνακας. ξι μερες κι εφτ νχτες σαν αγκαλι. Και ο

Ενκιντο ξχασε την κατοικα του στο βουν. Αλλ ταν χρτασε τον

ρωτα, ξαναγρισε στα γρια θηρα. Και ττε, μλις τον εδε η γαζλα,

φυγε τρχοντας μακρι του. Οταν τον εδαν τα γρια ζα, φυγαν κι αυτ.

Ο Ενκιντο δεν μποροσε να τα ακολουθσει, αλλ το σμα του μοιαζε

νναι δεμνο με σκοιν, τα γνατ του λγισαν ταν κανε να τρξει και η

γρηγορδα του εχε εξαφανιστε. Τρα, τα γρια πλσματα ταν δη

μακρι. Ο Ενκιντο ρχισε να αδυνατζει γιατ μσα του εχε σοφα και οι

σκψεις του ανθρπου βρσκονταν στην καρδι του. Και τσι ξαναγρισε

και κθισε στα πδια της γυνακας και κουγε υπκουα τι του λεγε:

«Εσαι σοφς, Ενκιντο, και τρα γινες σχεδν Θες. Γιατ θλεις να

τρχεις στα βουν με τα αγρμια; Ελα μαζ μου. Θα σε πω στην Ουροκ με

τα ισχυρ τεχη, στον ευλογημνο να της Ιστρ και του Ανο, του ρωτα

και των ουρανν. Εκε ζει ο Γκιλγκαμς που εναι δυνατς σαν γριος

ταρος και κυριαρχε πνω στους ανθρπους».

Οταν του επε λα αυτ, ο Ενκιντο ευχαριστθηκε. Ποθοσε να βρει

να σντροφο, να σντροφο που θα μποροσε να καταλβει την καρδι

του: «Ελα γυνακα, πγαινε με σ' αυτν τον ιερ να, στον οκο του Ανο

και της Οστρ, στον τπο που κυριαρχε πνω στο λα ο Γκιλγκαμς. θα

τον προκαλσω σε πλη και θα φωνξω δυνατ σ' λη την Ουροκ: Εμαι

ο πιο δυνατς εδ και ρθα για να αλλξω την παλι την τξη. Εμαι αυτς

που γεννθηκε στα βουν, εμαι ο πιο δυνατς απ' λους».

Και κενη του επε: «Ας πμε λοιπν και κενος ας δει το πρσωπο

σου. Ξρω πολ καλ που βρσκεται ο Γκιλγκαμς μσα στη μεγλη πλη

της Ουροκ.  Ενκιντο, εκε οι νθρωποι φορνε τα πολυτελ τους ροχα

τις γιορτινς ημρες. Οι νοι ντρες και τα κορτσια χουν θαυμσιο

παρουσιαστικ. Και τι ωραο που εναι το ρωμα τους! Ολοι οι μεγλοι

νθρωποι βφουνε τα χελη τους απ τα κρεβτια τους.  Ενκιντο, εσνα

που αγαπς τη ζω, πρπει να σου δεξω το Γκιλγκαμς. Εναι νθρωπος

ευτυχισμνος, θα δεις πνω του να ακτινοβολε ο ανδρισμς του. Το σμα

του εναι τλειο σε δναμη και ωριμτητα. Ποτ δεν αναπαεται, οτε την

ημρα οτε τη νχτα. Εναι πιο δυνατς και απ σνα και γι' αυτ μην

καυχισαι. Ο Σαμς, ο νδοξος λιος, δωσε χρες στο Γκιλγκαμς και ο

Ανο, ο θες των ουρανν και ο Ενλλ και ο Ε, ο σοφς, του δωσαν

βαθει γνση. Και σου λω απ τρα πως πριν αφσεις τον γριο τπο ο

Γκιλγκαμς θα γνωρζει απ το νειρο του τον ερχομ σου».

Κι ο Γκιλγκαμς σηκθηκε και πγε να διηγηθ το νειρο του στη

μνα του τη Νινσον, που ταν κι αυτ απ τους σοφος θεος. «Μνα,

την περασμνη νχτα εδα να νειρο. Ημουνα πλημμυρισμνος χαρ.

Γρω μου εχαν συγκεντρωθε οι νοι ρωες και περπατοσα μσα στη

νχτα κτω απ τα στρα του στερεματος. Και ττε κποιος, να μετωρο

απ την ουσα του Ανο, πεσε απ τον ουραν. Προσπθησα να το

σηκσω αλλ ταν πολ βαρ. Ολοι οι νθρωποι της Ουροκ μαζετηκαν

γρω για να το δουν οι απλο νθρωποι χοροπηδοσαν και οι

αριστοκρτες σπρχνονταν ποιος να του πρωτοφιλσει τα πδια. Κι εγ

νιωσα γι' αυτ το πργμα ρωτα σαν αυτν που νιθει καννας για

γυνακα. Με βοθησαν, δυνμωσα το μτωπ μου, τον σκωσα με τα

λουρι και τον φερα σε σνα. Και συ τον αποκλεσες αδερφ μου».

Και ττε η Νινσον, που εναι προικισμνη με μεγλη σοφα, επε στο

Γκιλγκαμς: «Αυτ που εδες, αυτ το αστρι του ουρανο πνω στο ποιο

σκυψες σαν πνω σε γυνακα, αυτς ταν ο δυνατς σντροφος, εκενος

που δνει βοθεια στους φλους του που χουν ανγκη. Εναι το πιο δυνατ

απ τα γρια πλσματα. Γεννθηκε στα πρσινα λιβδια και τον

ανθρεψαν τα γρια βουν. Οταν θα τον δεις θα ευχαριστηθες. Η δναμη

του μοιζει με τη δναμη εκενων που κατοικον στον ουραν. Αυτ εναι

το νημα του ονερου σου».

Ο Γκιλγκαμς επε: «Μνα, ονειρετηκα και να λλο νειρο. Στους

δρμους της Ουροκ με τα ισχυρ τεχη βρθηκε να τσεκορι. Το σχμα

του ταν παρξενο και γρω του συνωθονταν ο λας. Το εδα και

ευχαριστθηκα. Εσκυψα κι νιωσα βαθι λξη γι' αυτ. Το αγπησα πως

αγαπνε μια γυνακα και το συρα προς το μρος μου». Και η Νινσον του

αποκρθηκε: «Το τσεκορι που εδες και που σε τρβηξε τσο δυνατ σο

κι ο ρωτας της γυνακας, εναι ο σντροφος που σου δνω. Και θα ρθει

μια δναμη παρμοια με κενη που χουν σοι κατοικον στον ουραν.

Εναι ο γενναος σντροφος που σζει το φλο του αν παραστε ανγκη».

Κι ο Γκιλγκαμς επε στη μνα του: «Τον κλρο μου τον ριξες θα γνει

δικς μου σντροφος».

Και τρα η πρνη επε στον Ενκιντο: «Οταν σε κοιτζω μου

φανεται πς γινες θες. Γιατ πια δεν ποθες να ξαναγυρσεις γριος με τα

γρια ζα στο βουν. Σκω, λοιπν, απ τη γη που εναι κρεβτι του

τσοπνη».

Κι εκενος κουσε προσεκτικ τα λγια της. Η συμβουλ που

τοδωσε ταν καλ. Μορασε τα ροχα της στα δυο. Με τα μισ ντυσε τον

Ενκιντο και με τα αλλ μισ ντθηκε η δια. Και κρατντας τον απ το χρι

τον οδγησε σαν μητρα στο μαντρ και στα λιβδια που βσκουν

κοπδια. Και κει μαζετηκαν γρω του λοι οι τσοπνηδες για να τον δουν,

απλνοντας του μπροστ του ψωμ. Αλλ ο Ενκιντο μονχα γλα απ τα

γρια ζα μποροσε να πιει. Πασπτεψε το ψωμ, χασμουρθηκε και

στθηκε αββαιος για το τι πρεπε να κνει για το πως πρεπε να φει το

ψωμ και να πιει το δυνατ κρασ. Και ττε η γυνακα επε: «Ενκιντο, φγε

ψωμ. Εναι η ουσα της ζως και πιες και κρασ, γιατ αυτ εναι η συνθεια

του τπου». Και ττε φαγε μχρι που χρτασε και πιε δυνατ κρασ, εφτ

γεμτα κπελλα. Εγινε εθυμος η καρδι του πλημμρισε απ χαρ και

λαμψε το πρσωπο του. Εκοψε τις τρχες απ το σμα του και το λειψε

με λδι. Ο Ενκιντο γινε νθρωπος. Και μλις τον ντσανε με αντρκεια

ροχα παρουσιστηκε σαν γαμπρς. Πρε και πλα για να κυνηγει το

λιοντρι, τσι που οι τσοπνηδες μποροσαν να κοιμονται τη νχτα.

Επιασε λκους και λιοντρια και οι τσοπνηδες βρκαν την ησυχα τους.

Γιατ ο Ενκιντο, ο δυνατς νθρωπος, που αντπαλος του δεν υπρχει

επαγρυπνοσε.

Ζοσε ευχαριστημνος με τους τσοπνηδες μχρι την ημρα που

καθς σκωσε τα μτια του εδε να πλησιζει κποιος νθρωπος. Και επε

στην πρνη: «Γυνακα, φναξε αυτν τον νθρωπο να ρθει εδ. Τ θλει

 

εδ; Θλω να μθω το νομ του». Και κενη πγε και προσφνησε τον

νθρωπο με τοτα τα λγια: «'Αρχοντα για που πηγανετε και κνετε τσο

κουραστικ ταξδι;» Κι ο νθρωπος απντησε στον Ενκιντο: «Ο

Γκιλγκαμς μπκε στον οκο της Συνλευσης που δικαιωματικ ανκει στο

λα. Ολοι μαζετηκαν εκε προειδοποιημνοι απ τους χους των

τυμπνων για να εκλξουν τη νφη, αλλ ο Γκιλγκαμς τους χλευζει.

Παρξενα πργματα κνει στην Ουροκ. Γυρεει αυτς να πει πρτος με

τη νφη, ο βασιλις να πηγανει πρτος κι στερα να ακολουθε ο σζυγος,

γιατ αυτ τον διταξαν οι θεο στη γννησ του απ ττε που κπηκε ο

ομφλιος λρος του. Αλλ τρα κουσε, τα τμπανα ηχον, για την

εκλογ της νφης και η πλη στενζει βαθει». Στα λγια αυτ ο Ενκιντο

γρισε με κτασπρο το πρσωπο: «Θα πω στο μρος απ' που ο

Γκιλγκαμς κυριαρχε πνω στο λα, θα τον προσκαλσω σε πλη και θα

βροντοφωνσω σ' λη την Ουροκ: Ηρθα ν' αλλξω την παλι τξη γιατ'

εμαι ο πιο δυνατς εδ».

Και τρα ο Ενκιντο προχρησε μπροστ και η γυνακα

ακολουθοσε απ πσω. Και μπκε στην Ουροκ, σε κενη τη μεγλη

αγορ. Και λο το πλθος συγκεντρθηκε γρω απ το σημεο που

στθηκε μσα στο δρμο της Ουροκ, με τα ισχυρ τεχη. Οι νθρωποι

σπρχνονταν μσα στο δρμο. Κι πως μιλοσαν γι' αυτν, λεγαν: «Εναι

φτυστς ο Γκιλγκαμς». «Εναι κονττερος». «Εναι αυτς που μεγλωσε

πνοντας γλα απ γρια θηρα. Εναι η πιο μεγλη δναμη». Οι νθρωποι

χρηκαν: «Τρα ο Γκιλγκαμς θα βρει τον δσκαλ του». «Τοτος ο

μεγλος, τοτος ο ρωας, που η ομορφι του εναι σαν των θεν, θα γνει

δσκαλος ακμα και στο Γκιλγκαμς».

Στην Ουροκ το νυφικ κρεβτι ταν τοιμο τσι που ταριαζε στη θε

του ρωτα. Η νφη περμενε το γαμπρ, αλλ τη νχτα ο Γκιλγκαμς την

ρπαξε και την πγε στο σπτι. Και ττε ο Εντκιντο προχρησε μπροστ

και ανταμθηκαν με τον Γκιλγκαμς, ξω απ την εξπορτα. Ο Εντκιντο

πλωσε τα πδια του κι εμπδισε το Γκιλγκαμς να περσει στο σπτι. Κι

τσι αρπχτηκαν στα χρια και πλευαν σαν ταροι. Εσπασαν τους

παρασττες της πρτας κι ο τοχος σεστηκε. Ρουθονιζαν και κοιτζονταν

σαν ταροι. Κομμτιασαν τα πορτξυλα κι ο τοχος ξανασεστηκε. Ο

Γκιλγκαμς λγισε το γνατο, στηρχτηκε καλ στη γη και με μια στροφ

ριξε κτω τον Ενκιντο. Και ττε η μανα του κπασε ξαφνικ. Κι ταν ο

Ενκιντο πεσε επε στον Γκιλγκαμς .«Αλλος μοιος στον κσμο δεν

υπρχει. Η Νινσον που εναι δυνατ σαν γριο βδι στο βουστσι, εναι

μνα που σε γννησε και υψθηκες τσι πνω απ τους ανθρπους και ο

Ενλλ σου δωσε τη βασιλεα, γιατ η δναμη σου ξεπερνει τη δναμη των

ανθρπων». Και ττε ο Ενκιντο και ο Γκιλγκαμς αγκαλιστηκαν. Ετσι

σφραγστηκε η φιλα τους.

2. ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ

 

Ο Ενλλ των βουνν, ο πατρας των θεν, καθρισε την τχη του

Γκιλγκαμς. Κι ο Γκιλγκαμς ονειρετηκε και ο Ενκιντο επε: "Το νημα του

ονερου εναι αυτ. Ο πατρας των θεν σου δωσε τη βασιλεα, αυτ εναι

η μορα σου, αλλ η μορα σου δεν θα σου δσει και την αινια ζω. Mα

μη λυπσαι γι' αυτ, μαρζι να μην βλεις στην καρδι, οτε και να

υποφρεις. Σου δωσε δναμη να δνεις και να λνεις, να γνεις το σκοτδι

και το φς της ανθρωπτητας. Σου χει δσει υπεροχ πνω στο λα,

που μοια δεν υπρξε ποτ, νκες στις μχες ττοιες που καννας δεν

γλυτνει και νκες στις επιδρομς και στις φοδες, απ που καννας δεν

ελπζει να γυρσει. Μα μην κνεις κατχρηση αυτς της δναμης, να εσαι

δκαιος με τους υπηρτες σου στο παλτι και δκαιος να σταθς μπροστ

στο Σαμς".

Κι ο ρχοντας Γκιλγκαμς στρεψε τη σκψη του προς τη χρα της

Ζως. Και σκφτηκε τη χρα των Κδρων ο ρχοντας ο Γκιλγκαμς. Και

επε στον υπηρτη του τον Ενκιντο. /εν χω αποτυπσει το νομ μου σε

κεραμδι, τσι πως το ρισε η τχη μου. Γι αυτ και θα πω στη χρα

που κβονται τα κδρα. Θα γρψω το νομ μου στο μρος που γρφουν

τα ονματ τους οι δοξασμνοι νθρωποι κι που δεν γρφτηκε ακμα

ανθρπινο νομα, μνημεο θα υψσω στους θεος". Του Ενκιντο τα

μτια πλημμρισαν δκρυα και νοιωσε πνο στην καρδι. Η ματι του

γινε θολ. Κι ο Γκιλγκαμς που συνλαβε τη ματι του, του επε: "Φλε μου,

γιατ το βλμμα σου εναι τσο θολ;". Κι ο Ενκιντο νοιξε το στμα του

και επε: "Εμαι αδνατος, τα χρια μου χσανε τη δναμ τους και η

κραυγ της λπης με πνγει στο λαιμ. Γιατ να δσεις την καρδι σου σ

να ττοιο εγχερημα;". Κι ο Γκιλγκαμς απντησε στον Ενκιντο: "Εξ αιτας

του κακο δαμονα, που εναι σ αυτ τη χρα, θα πμε στο δσος για να

καταστρψουμε το κακ. Μσα στο δσος ζε ο Χουμπαμπ, που το νομ

του σημανει "Παμγιστος", γγαντας τρομερς". Κι ο Ενκιντο βαθει

στναξε και επε: "Tτε που ζοσα ακμα με τα γρια ζα και τριγυρνοσα

στην ερημι, εχα ανακαλψει το δσος. Το μκος του εναι δκα χιλιδες

λεγες προς κθε κατεθυνση. Ο Ενλλ χει ορσει φλακα του δσους το

Χουμπαμπ και τον οποο πλισε με τους εφτ τρμους, κι γινε ο

Χουμπαμπ ο τρμος κθε σρκας. Οταν βρυχιται μοιζει με χεμαρρο

κατεβασμνο, το χντο εναι σαν τη φωτι και οι μασλες του εναι ο διος ο

θνατος. Και φυλει τσο καλ τα κδρα που και δαμλα αν ταραχθε μσα

στο δσος κι εξντα λεγες μακρυ, θα το ακοσει. Ποις νθρωπος εναι

δυνατ να πει απ μνος του στη χρα αυτ να περπατσει και να την

εξερευνσει σε βθος; Σου λω πς ποιος πλησισει προς τα κε

παραλουν οι δυνμεις του. Η πλη με το Χουμπαμπ με καμμι λλη δεν

μπορε να παραβληθε. Εναι πολ δυνατς πολεμιστς, Γκιλγκαμς. Κι ο

πνος ποτ δεν πινει το παρατρι του".

Κι ο Γκιλγκαμς αποκρθηκε: "Που βρσκεται ο νθρωπος που θα

μπορσει να αναρριχηθε στους ουρανος; Μνο οι θεο ζονε για πντα με

τον νδοξο Σαμς. Και σο για μας, τους ανθρπους, οι μρες μας εναι

μετρημνες και μια πνο ανμου εναι οι απασχολσεις μας. Οπως κι αν

εναι, τρμαξες κιλας! Εγ θα πω πρτος, παρλο που εμαι ρχοντς

σου και θα πρεπε να προχωρς εσ και να μου λς: Προχρησε, τποτα

για να φοβηθες δεν υπρχει! Κι αν πσω θ αφσω πσω μου αθνατο το

νομ μου. Οι νθρωποι θα λνε: Ο Γκιλγκαμς πεσε σε σγκρουση με

τον γριο Χουμπαμπ. Πολ μετ, ταν στο σπτι μου θα γεννιται παιδ,

θα του διηγονται και θα με θυμονται". Κι ο Ενκιντο ξαναμλησε στο

Γκιλγκαμς: ", ρχοντ μου, αν θες να μπες στη χρα αυτ, πγαινε

πρτα στον ρωα Σαμς και πστο στο θε Ηλιο, γιατ δικ του εναι η

χρα αυτ. Η χρα που κβονται τα κδρα ανκει στο Σαμς".

Κι ο Γκιλγκαμς πρε να κτασπρο, χωρς λλο σημδι κατσικκι, κι

να μαρο. Τα πρε στην αγκαλι του και τα φερε μπροστ στον Ηλιο.

Πρε στο χρι του το ασημνιο σκπτρο του και επε στον νδοξο Σαμς:

"Θα πω, Σαμς, στη χρα αυτ, θα πω. Σε ικετεω βοθησ με να

πνε λα καλ και να γυρσω πλι στις αποβθρες της Ουροκ. Μεγλε

θε, την προστασα σου γυρεω και κνε να βγονε σε καλ οι οιωνο!". Κι

ο νδοξος Σαμς αποκρθηκε: "Γκιλγκαμς, εσαι δυνατς, αλλ τι σημανει

για σνα η χρα της Ζως;" " Σαμς, κουσ με, κουσ με Σαμς,

φησε τη φων μου ν ακουστε. Εδ στην πλη ο νθρωπος πεθανει απ

βαρει κατθλιψη, ο νθρωπος χνεται με την απελπισα στην καρδι.

Κοταξα πνω απ τα τεχη και εδα σματα να πλουν στο ποτμι. Κι αυτ

θα εναι και η δικ μου τχη. Στ αληθιν και τοτο το γνωρζω καλ, αφο

κι ο πι ψηλς απ τους ανθρπους δεν θα μπορσει για να φτσει στον

ουραν κι ο πι τρανς δεν θα μπορσει με τη γ να αντιπαραβληθε.

Λοιπν θα μπ σ αυτ τη χρα, γιατ ακμα δεν αποκατστησα το νομ

μου σε κεραμδι ψημνο, πως ορζει η μορα μου. Θα πω λοιπν στη

χρα που κβουν τα κδρα. Θα βλω το νομ μου εκε που γραψαν τα

ονματα των ενδξων ανθρπων. Κι που δεν γρφτηκε ανθρπου

νομα, μνημεο θα υψσω στους Θεος". Τα μτια του πλημμρισαν με

δκρυα και συνχισε: "/υστυχς εναι μεγλο το ταξδι που πρπει για να

κνω προκειμνου να φτσω στη χρα του Χουμπαμπ. Αν δεν πρκειται

να πετχω σ αυτν την επιχερηση, ττε, γιατ Σαμς, μου δωσες αυτ

την ακρεστη επιθυμα να θλω να το επιχειρσω; Και πς εναι δυνατ να

πετχω αν δεν με βοηθσεις; Αν πεθνω σ αυτ τη χρα, θα πεθνω

χωρς μνησικακα. Μα αν θα επιστρψω θα κνω μια νδοξη προσφορ και

ναν μνο στο Σαμς".

Κι τσι ο Σαμς δχτηκε την προσφορ των δακρων του. Και σαν

τον συμπονετικ νθρωπο του δειξε συγνμη. Και υπδειξε στο

Γκιλγκαμς ισχυρος συμμχους παιδι μιας μνας και τα τοποθτησε σε

σπηλις του βουνο. Ο μεγλος νεμος υπδειξε: το βορι, τον

ανεμοστρβιλο, τη θελλα και την παγωνι, τη θελλα και το λβα. Σαν την

οχι, σαν τους δρκοντες, σαν την πυρκαγι, σαν το φδι που παγνει την

καρδι, σαν τον καταστροφικ κατακλυσμ και σαν τα φλεγμενα δκρανα,

τσι μοιαζαν οι σμμαχο του, και χρηκε ο Γκιλγκαμς. Πγε στο χαλκι

και του επε: "Θα δσω εντολς στους οπλοποιος. Θα τους βλουμε να

χσουν τα πλα μας κι εμες θα τους επιτηρομε". Και δωσαν εντολ

στους οπλοποιος. Και οι μαστροι κθισαν κτω και συζτησαν. Και

πγαν στο λσος του κμπου και κψανε ιτις και σιδερξυλα. Και χσανε

γι αυτος τσεκορια, βρους εννι λιβρν. Και ξφη μεγλα χυσαν με

λμπες ξι λβρες η κθε μι και με λαβς και θκες απ τριντα λβρες. Και

χσαν για το Γκιλγκαμς το τσεκορι: η "/ναμη των Ηρων" και τον

εφοδασαν με τξο Ανσμ. Κι οπλστηκε ο Γκιλγκαμς κι ο Ενκιντο μαζ.

Και το βρος των πλων που φερναν ταν τριντα λβρες. Μαζετηκε ο

λας κι οι συμβουλτορες στους δρμους και στην αγορ της Ουροκ.

Ηρθαν απ την πλη με τα εφτ μνταλα. Ο Γκιλγκαμς μλησε στην

αγορ: "Εγ ο Γκιλγκαμς πω να δ εκενο το πλσμα, για το οποο τσα

και τσα λγονται και που η φμη του ονματς του γεμζει λο τον κσμο.

Θα τον κατανικσω μσα στο διο του το δσος, στο δσος των κδρων και

θα του δεξω τη δναμη των παιδιν της Ουροκ κι λος ο κσμος θα το

μθει. Ανλαβα αυτν την επιχερηση: να σκαρφαλσω στο βουν, κδρα

να κψω και πσω μου ν αφσω αθνατο νομα". Οι συμβουλτορες της

Ουροκ, της μεγλης αγορς του αποκρθηκαν: "Γκιλγκαμς, εσαι νος, το

θρρος σου σε πει πολ μακρυ, και δεν μπορε να λογαρισεις τι

σημανει αυτ η επιχερηση. Εχουμε ακοσει τι ο Χουμπαμπ δεν εναι

απ τους θνητος ανθρπους. Τα πλα του εναι ττοια που δεν μπορε να

τους αντισταθε καννας. Το δσος απλνεται σε κταση δκα χιλιδες

λεγες γρω - γρω πρς κθε κατεθυνση. Ποις τολμει να πει να

ερευνσει ττοιο βθος; Οσο για το Χουμπαμπ ταν βρουχιται μοιζει με

χεμαρρο κατεβασμνο, το χντο του εναι φωτι και οι μασλες του εναι

διες ο θνατος. Γιατ σε πιασε μεγλη επιθυμα να κνεις ττοιο πργμα

Γκιλγκαμς; Οταν κανες παλεει με το Χουμπαμπ, πλη που να της

μοιζει δεν υπρχει".

Και ο Γκιλγκαμς σαν κουσε τοτα τα λγια των συμβουλατρων

του, κοταξε το φλο του και γλασε: "Τι πρπει να τους απαντσω; Πρπει

να π τι φοβθηκα το Χουμπαμπ και τι απ δ και πρα θα κτσω στο

σπιτκι μου;". Κι στερα ο Γκιλγκαμς νοιξε ξαν το στμα του και επε

στον Ενκιντο: "Φλε μου ας πμε στο Μεγλο το Παλτι, στο Εγκαλμχ και

να σταθομε μπροστ στη βασλισσα Νινσον. Η Νινσον εναι σοφ, με

βαθει γνση και θα μας συμβουλεσει για το δρμο που πρπει να

κνουμε". Πιστηκαν απ το χρι και πγαν μαζ στο Εγκαλμχ: πγαν να

σταθον μπροστ στη μεγλη βασλισσα την Νινσον. Ο Γκιλγκαμς

πλησασε, μπκε στο παλτι και μλησε στη Νινσον: "Νινσον πρπει να

κνω να μακριν ταξδι στη χρα του Χουμπαμπ. Πρπει να περσω

απ γνωστο δρμο και να κνω μια αλλκοτη μχη. Απ την ημρα που

θα αναχωρσω, δεν θα επιστρψω αν δεν φθσω στο δσος των Κδρων

και αν δεν καταστρψω τον κακ δαμονα, που τον απεχθνεται ο Σαμς.

Γι αυτ παρακλεσε για μνα το Σαμς". Η Νινσον μπκε στο δωμτι

της, φρεσε να ροχο κομμνο στο σμα της, φρεσε και τα κοσμματ

της, για να κνει πι μορφα τα στθη της, βαλε και την τιρα στο κεφλι,

εν τα ροχα της σρνονταν στο δπεδο. Και τσι τρβηξε για το βωμ του

λιου, που ταν πνω στη σκεπ του παλατιο. Εκαψε θυμαμα και ψωσε

τα χρια της προς το Σαμς καθς υψωνταν και ο καπνς: " Σαμς,

γιατ δωσες αυτ την ανσυχη καρδι στο Γκιλγκαμς, το γι μου; Πες μου

γιατ το κανες αυτ: Τον ανασττωσες και τρα εναι τοιμος για να

μεγλο ταξδι στη χρα του Χουμπαμπ, θα περσει απ γνωστο δρμο

και θα κνει μια αλλκοτη μχη. Γι αυτ και απ την ημρα που θα

ξεκινσει, μχρι την ημρα που θα επιστρψει κι ταν θα φτσει στο δσος

των Κδρων κι ταν θα σκοτσει το Χουμπαμπ και θα καταστρψει αυτ

το δαιμονικ πργμα, που και συ Σαμς το απεχθνεσαι, μην τον

λησμονσεις. Αλλ φησε την Αυγ, την Α την αγαπημνη σου νφη να

σου το θυμζει πντα. Κι ταν η ημρα φεγει, πσε στο νυχτοφλακ σου

να τον φυλει απ' το κακ". Κι στερα η Νινσον, η μνα του Γκιλγκαμς,

αφο εξντλησε το θυμαμα, κλεσε τον Ενκιντο που ξερε τους

εξορκισμος: "Δυνατ Ενκιντο, δεν εσαι παιδ απ το σμα μου, αλλ σε

δχτηκα σαν υιοθετημνο μου γι. Εσαι το λλο μου παιδ, σαν τα

παραπεταμνα, που φρνουν στο να. Υπηρτησε το Γκιλγκαμς, πως τα

παραπεταμνα παιδι υπηρετον με πστη το να, και την ιρεια που τα

μεγλωσε. Και το δηλνων αυτ μπροστ στις γυνακες μου, στους

αφιερωμνους στο να και στους ιεροφντες". Υστερα σαν επιβεβαωση,

πρασε στο λαιμ του το φυλακτ και του επε: "Σου εμπιστεομαι το γι

μου. Να μου τον ξαναφρεις πσω ασφαλ".

Και στερα τους φρανε τα πλα. Τους δσανε στα χρια τα μεγλα

ξφη με τις χρυσς τις θκες, τα τξα και τις φαρτρες. Ο Γκιλγκαμς πρε

το τσεκορι, κρμασε τη φαρτρα του και το τξο του Ανσν απ τον μο

και ζωσε στη μση του το ξφος. Κι τσι οπλισμνοι ταν τοιμοι για το

ταξδι. Τρα γρω τους στριμχνονταν ο λας και τους επε: "Πτε θα

γυρσετε στην πλη;". Οι συμβουλτορες ευλογοσαν τον Γκιλγκαμς και

τον προειδοποιοσαν: "Να μην χεις τση εμπιστοσνη στις δυνμεις σου,

να εσαι προσεκτικς και συγκρατημνος στα πρτα σου κτυπματα.

Εκενος που πει μπροστ προστατεει το σντροφ του. Ο καλς οδηγς

που γνωρζει το μρος θα προστατεει το φλο του. Να αφνεις μπροστ

τον Ενκιντο, γιατ αυτς γνωρζει το δρμο προς το δσος. Ο Ενκιντο

χει δε το Χουμπαμπ και ξρει πς πολεμει. Αφησε τον Ενκιντο

πρτον να περσει στο στεν και βλε τον να παρακολουθε γρυπνα και

σ να προσχεις τον εαυτ σου. Αφησε τον Ενκιντο να προφυλσσει το

φλο του και να προσχει το σντροφ του και σγουρα να τον περσει απ

τις παγδες του δρμου. Εμες οι συμβουλτορες της Ουροκ

εμπιστευμαστε το βασιλι μας σε σνα, Ενκιντο. Να μας τον

ξαναφρεις σον". Κι στερα γρισαν στο Γκιλγκαμς και του ξαναεπαν:

"Μακρι ο Σαμς τον πθο της καρδις σου να τον εισακοσει. Ας κνει να

δετε με τα μτια σας τελειωμνο το πργμα που επανε τα χελη σου. Ας

σας ανογει το δρμο εκε που θα χετε παγιδευτε και δρμο που τα

βματ σας να σηκνει. Ας κνει να ανοξουν τα βουν, για να περσετε.

Κι η νχτα τη δικι της ευλογα να σας φρει. Κι ο Λουγκουλμπντα, ο

φλακας θες σας να σας παρασταθε στη νκη. Στη μχη να κερδσετε τη

νκη, σαν με παιδ για να παλεατε. Πλνε τα πδια σου στο ποτμι του

Χουμπαμπ που πρπει να το περσετε. Το βρδυ να ανογετε πηγδι και

καθαρ νερ να κουβαλτε στο ασκ. Να προσφρεις στο Σαμς κρο νερ

και ποτ να μην ξεχσεις το Λουγκουλμπντα".

Κι ο Ενκιντο, νοιξε ττε το στμα του και επε: "Μπροστ δεν εναι

τποτα να φοβηθες. Ακολοθησ με γιατ εγ γνωρζω το μρος που ζε ο

Χουμπαμπ, καθς και τους δρμους που περπατει. Οι συμβουλτορες

πσω να γυρσουν. /εν υπρχει λγος να φοβονται". Οταν οι

συμβουλτορες το κουσαν, ξεπροβοδσανε τον ρωα στο δρμο του: "Στο

καλ Γκιλγκαμς και ο φλακας θες σου να σε προστατεει στο δρμο

σου και γερ να σε ξαναφρει στην αποβθρα της Ουροκ".

στερα απ εκοσι λεγες η ταχτητα σπασε. Κι στερα απ τριντα

λλες λεγες σταμτησαν να διανυκτερεουν. Πενντα λεγες διτρεξαν σε

μια μρα. Σε τρεις ημρες περπτησαν δρμο ενς μηνς και δυ

βδομδων. Πρασαν εφτ βουν πριν να φτσουν στην πλη του δσους.

Κι ταν φτασαν μειναν κατπληκτοι. Δεν εχαν ακμα δε τον κεδροπργο,
αλλ το ξλο της πρτας το θαμασαν πρα πολ. Το ψος της

ταν εβδομντα δυ κυβικ και το φρδος της εκοσι τσσερα κυβικ. Το

στριγμ της, ο κρκος της κι οι παρασττες της ταν τλεια. Τα εχαν

φτιξει τεχντες της Νιππορ, της ιερς της πλης του Ενλλ. Και ττε ο

Ενκιντο φναξε: " Γκιλγκαμς, θυμσου τρα τις καυχησις σου στην

Ουροκ. Εμπρς λοιπν, χτπησε παιδ της Ουροκ, δεν πρπει να

φοβσαι". Οταν κουσε τοτα τα λγια ξαναβρκε το θρρος του και επε:

"Μην χνεις καιρ. Γργορα. Και αν ο παρατηρητς εναι εδ μην τον

αφνεις να σου ξεφγει στο δσος που θα τον χσουμε. Εχει φορσει

ναν απ τους οπλισμνους του θρακες, αλλ χι ακμα και τους λλους

ξη. Πρπει να τον πισουν πρν να οπλισθε". Κι αυτς σαν αφηνιασμνος

γριος ταρος ρουθονιζε στο δαφος. Και ο παρατηρητς του δσους

στριφογρισε απειλητικς και φναζε μ λη του τη δναμη. Κι ο

Χουμπαμπ σα δυνατς ταρος τσκασε μσα στο δσος και κλεστικε στο

κεδρικ του σπτι.

Ττε ο Ενκιντο πγε στην πρτα. Η ομορφι της ταν ττοια που

δεν μποροσε να σηκσει το τσεκορι του να την καταστρψει, αλλ

σπρωξε και την νοιξε. Και ττε ο Ενκιντο φναξε δυνατ στο

Γκιλγκαμς: "Μην προχωρς μσα στο δσος. Την ρα που νοιγα την

πρτα παρλυσε το χρι μου". Ο Γκιλγκαμς του αποκρθηκε: "Αγαπημνε

μου φλε μη μιλς σα να δελιασες. Περσαμε τσους κινδνους και

ταξιδψαμε πολ, θλεις να γυρσουμε πσω; Εσ που χεις δοκιμασθε σε

πολμους και μχες στσου δπλα μου και πι δεν θα νοισεις το φβο

του θαντου. Ελα πσω μου και η αδυναμα σου θα εξαφανισθε και η

τρεμολα θα φγει απ τα χρια σου. Μπως ο φλος μου προτιμει να

μενει πσω; Οχι, θα προχωρσουμε μαζ προς το κντρο του δσους.

Ξαναβρσε το θρρος σου στη σκψη της μχης που πλησιζει. Ξχασε το

θνατο και ακολοθησ με σαν νθρωπος αποφασιστικς στην πρξη,

αλλ που δεν εναι και πολ τρελλς. Οταν δυ προχωρον μαζ, ο

καθνας προστατεει τον εαυτ του και καλπτει και το φλο του. Και αν

πσουν θα αφσουν αθνατο νομα".

Διβηκαν μαζ την πλη και μπκαν στο πρσινο βουν. Κι εκε

σταμτησαν σιωπηλο, η φων τους κπηκε και σιωπηλο κοτταξαν το

δσος. Κοτταξαν το ψος των κδρων και ξεχρισαν το δρμο του

δσους, που συνθιζε να περπατει ο Χουμπαμπ. Ο δρμος ταν

πλατς και ευκολοπτητος. Κοταξαν προσεκτικ το δσος των Κδρων,

την κατοικα των θεν και το θρνο της Ιστρ. Το πι ψηλ κδρο

υψωνταν μπροστ στο βουν. Η σκι του ταν ωραα. Χριζε μεγλη

νεση. Το δσος και το ξφωτο σαν καταπρσινα απ θμνους. Εκε ο

Γκιλγκαμς σκαψε να πηγδι πρν να δσει ο λιος. Πγε στο βουν και

σκρπισε στο δαφος καλ τροφ και επε: "¨ βουν, κατοικα των Θεν,

στελε μου ευνοκ νειρο". Και στερα πιστηκαν απ το χρι να

κοιμηθον. Κι ο πνος που κυλει αντμα με τη νχτα, τους τλιξε και τους

δυ. Ο Γκιλγκαμς ονειρετηκε, στα μσα της νχτας ο πνος τον

εγκατλειψε και διηγθηκε το νειρ του στο φλο του: "Ενκιντο, ποις

λλος εκτς απ σνα μποροσε να με ξυπνσει; Φλε μου εδα να νειρο.

Στεκμαστε σ να στεν δισελο του βουνο και ξαφνικ το βουν

σωριστηκε κτω. Εμες οι δυ μοιζαμε σαν τις πι μικρς μυγες του

βλτου. Σ' να δετερ μου νειρο, το βουν ξανπεσε και χτπησε στο

πδι μου. Και το χμα πλκωσε το πδι μου. Κι στερα ερθε μια

ανυπφορη λμψη φωτς που ξεχνονταν απ μια δυνατ φλγα. Και κε

φνηκε κτι που η χρη του και η ομορφι του ξεπερνοσε την ομορφι

αυτο του κσμου. Κι αυτ το κτι με πταξε πρα απ το βουν, μου

δωσε να πι νερ και η καρδι μου συνλθε, κι στερα μου ξαναστριξε

τα πδια μου στο χμα".

Και ττε ο Ενκιντο, το παιδ των κμπων, μου επε: "Ας κατεβομε

απ' το βουν, να συζητσουμε μαζ αυτ το πργμα". Κι ο νεαρς θες

επε στο Γκιλγκαμς: "Το νειρ σου εναι καλ, το νειρ σου εναι

υπροχο, το βουν που εδες εναι ο Χουμπαμπ. Και τρα στα σγουρα

θα τον πισουμε και θα τον σκοτσουμε. Και θα ξαπλσουμε κτω το

σμα του, πως και το βουν γινε εππεδο". Την επομνη ημρα στερα

απ πορεα εκοσι λεγες, η ταχτητ μας κπηκε. Και στερα απ λλες

εκοσι λεγες πορεα σταμτησαν να ξενυχτσουν. Εσκαψαν πηγδι πρν

να δσει ο λιος κι ο Γκιλγκαμς ανβηκε στο βουν. Σκρπισε παντο

ωραα φαγητ και επε: "Ε βουν κατοικα των Θεν, στελε να νειρο

στον Ενκιντο, κι ας εναι ευνοκ το νειρ του". Και στειλε το βουν

νειρο στον Ενκιντο, κι ταν ευοωνο το νειρο. Ψυχρ και γρια βροχ

τον δειρε και ζρωσε απ το φβο, πως η βρμη του βουνο, ταν τη

δρνει θελλα βροχς. Αλλ ο Γκιλγκαμς κθισε με το πηγονι του στα

γνατ του, μχρι που τον πρε κι αυτν ο πνος που απλνεται πνω

απ λη την ανθρωπτητα. Κατ τα μεσνυχτα ο πνος τον εγκατλειψε.

Σηκθηκε και επε στο φλο του: "Με φναξες; Αν χι, ττε γιατ ξπνησα;

Με σκοντησες; Αν χι, ττε γιατ τρμαξα; Μπως πρασε απ δ

καννας Θες; Τα πδια μου χουν παραλσει απ φβο. Φλε μου εδα

να τρτο νειρο. Κι αυτ το τρτο ταν ολοκληρωτικ τρομακτικ.

Βρουχιντουσαν οι ουρανο κι αντιβρουχιτανε η γ. Το Φς της ημρας

χθηκε. Σκοτδια πσανε παντο. Φτα αστραπσβηναν. Φλγες

ξεπετγονταν. Τα σννεφα χαμλωσαν πολ και βρεχαν θνατο. Υστερα

η λαμπρτητα χθηκε. Η φωτι σβησε. Κι λα γιναν στχτες, που

πεφταν γρω μας. Ας κατεβομε απ' το βουν να το συζητσουμε και να

αποφασσουμε τι πρπει για να κνουμε".

Οταν κατβηκαν απ το βουν ο Γκιλγκαμς ρπαξε το τσεκορι στα

χρια του και κανε να πσει το κδρο. Οταν ο Χουμπαμπ κουσε το

θρυβο εκε κτω λσσαξε απ το θυμ του και φναξε δυνατ: "Ποις εν

αυτς που παραβασε το δσος μου και κοψε τον κδρο μου;". Αλλ ο

νδοξος Σαμς τους φναξε απ τον ουραν: "Προχωρεστε και μη

φοβσαστε!". Κι μως τρα ο Γκιλγκαμς εχε τσακισθε απ την αδυναμα

κι ο πνος τον ρπαξε αμσως. Ενας βαθς πνος τον κρατοσε.

Ξπλωσε στο δαφος και τεντθηκε φωνος, σα να βλεπε νειρο. Οταν

τον σκοντηξε ο Ενκιντο δεν σηκθηκε. Κι ταν του μλησε δεν

αποκρθηκε: " Γκιλγκαμς, ρχοντα του κμπου της Κουλμπ, ο κσμος

σκοτενιασε, οι σκις απλθηκαν παντο, φτασε το φως του απβραδου.

Ο Σαμς φυγε. Το φωτειν του κεφλι χει γερει στα στθη της μνας του

Νινγκλ. Γκιλγκαμς, πσο θα κοιμσαι και σ σαν αυτν; /εν πρπει να

ανεχθες να δεις τη μνα που σε γννησε να θρηνε μσα στης πλης τις

πλατεες".

Επ τλους ο Γκιλγκαμς τον κουσε. Φρεσε τον θρακ του "η

φων των Ηρων", που ζγιζε τριντα σκλος. Και τον φρεσε θαρρες και

ταν ανλαφρος, σαν το ροχο που φορμαι. Ο θρακας τον κλυψε πρα

για πρα. Πατοσε σαν ταρος που ρουθουνζει στη γ και τρζει τα δντια

του. "Στη ζω της μνας μου Νινσον και στη ζω του πατρα μου, του

θεκο Λουγκουλμπντα, φησ με να ζσω να με θαυμσει η μνα μου,

πως και ττε που με θλαζε στην ποδι της". Και μια δετερη φορ

ξαναεπε: "Στη ζω της μνας μου Νινσον, που με γννησε και στη ζω

του πατρα μου του θεκο Λουγκουλμπντα βοθησ με να νικσω αυτν

τον νθρωπο, αυτ το θε αν εναι θες και ο δρμος που πρα για τη

Χρα της Ζως να με ξαναπει πσω στην πλη μου". Και ττε ο Ενκιντο,

ο πιστς σντροφος, συνηγορντας του αποκρθηκε: "Αρχοντ μου, δεν

γνωρζεις αυτ το τρας και γι αυτ δεν νοιθεις τρμο. Εγ που το

γνωρζω τρομζω. Τα δντια του εναι σαν τα δηλητηριδη δντια του

δρκοντα, το θρρος του μοιζει με το θρρος λεονταριο, η ορμ του

μοιζει με πλημμρα, με το βλμμα του συντρβει το δντρο του δσους

σαν καλμι του βλτου.  ρχοντ μου, μπορες να προχωρσεις μσα

στο δσος αν τσι αποφσισες. Εγ θα ξαναπω στην πλη και θα π

στην κυρα, τη μνα σου λα σου τα νδοξα κατορθματα, μχρι που να

ξεφωνσει απ χαρ. Κι στερα θα της π το θνατο που ακολοθησε

μχρι να κλψει σο πι πικρ μπορε να γνει". Αλλ ο Γκιλγκαμς επε:

"Οι θυσες και οι προσφορς δεν εναι ακμα για μνα. Το πλοο των

νεκρν δεν εναι νρθει ακμα, οτε και το τριπλ το σβανο που θα με

τυλξει δεν κπηκε ακμα. Οτε ερθε η ρα για να ανψει η πυρ μου,

εν στην κατοικα μου εξακολουθε να καει η φωτι. Σμερα δσε μου

βοθεια, και θχεις τη δικ μου. Μπορε να υπρξει λθος ανμεσ μας;

Ολα τα ζωνταν πλσματα που γεννθηκαν απ σρκα θα κτσουν

κποτε στο πλοο της /σης. Κι ταν αυτ βυθσει, ταν το πλοο Μξιλουμ

θα βυθιστε χνονται κι αυτ. Αλλ εμες θα προχωρσουμε μπροστ και

θα καρφσουμε το βλμμα μας σ αυτ το τρας. Αν η καρδι σου εναι

φοβισμνη, διξε τον φβο, κι αν χει τρμο, διξε τον τρμο. Πρε στα

χρια σου το τσεκορι και χτπησε. Οποιος αφνει μισοτελειωμνη τη μχη

δεν μπορε να βρε ησυχα".

Ο Χουμπαμπ βγκε απ το οχυρ κεδρσπιτ του. Εγειρε το κεφλι

του και κονησε απειλντας τον Γκιλγκαμς. Και κρφωσε πνω του το

μτι του, το μτι του θαντου. Κι στερα ο Γκιλγκαμς επικαλστηκε το

Σαμς και κλησαν τα δκρυ του: " νδοξε Σαμς ακολοθησα το δρμο

που με συμβολευσες, αλλ αν τρα δεν στελεις βοθεια πς θα

γλυτσω;". Ο νδοξος Σαμς κουσε την προσευχ του και κλεσε το

μεγλο νεμο, το βορι, τον ανεμοστρβιλο, τη θελλα και την παγωνι, τη

θελλα και το λβα. Και ερθαν σαν δρκοντες σαν πυρκαγι, σαν ερπετ

που κνει την καρδι να παγνει, σαν καταστροφικ πλημμρα και σαν

φλεγμενα δκρανα. Οι οκτ νεμοι πεσαν κατ πνω στο Χουμπαμπ

και του στρβωσαν τα μτια, τον καναν ανπηρο και ανκανο να κινηθε

εμπρς πσω. Ο Γκιλγκαμς φναξε: "Στη ζω της Νινσον της μνας

μου και του θεκο Λουγκουλμπντα, του πατρα μου, στη Χρα της Ζως

που ανακλυψα την κατοικα σου, με τα αδνατ μου μπρτσα και με τα

μικρ μου πλα, χτπησα τη Χρα σου και τρα θα μπ και στο σπτι

σου".

Ετσι ρριξε τον πρτο κδρο, κοψαν τα κλαδι του και τα πγαν στη

ρζα του βουνο. Με το πρτο χτπημα ο Χουμπαμπ στραψε, μα αυτο

προχρησαν. Και ρριξαν εφτ κδρα και κοψαν και κνανε δεμτια τα

κλαδι τους και τα πγανε στη ρζα του βουνο. Και εφτ φορς ο

Χουμπαμπ χανε τις δυνμεις του καθς επφτανε τα κδρα. Κι πως

σβηνε η βδομη φλγα πλησασαν στη φωλι του. Η ανσα του

αντηχοσε σαν ηχηρ φιλ. Πλησασε σαν ωραος, γριος ταρος που

πινεται με θηλι στο βουν σαν πολεμιστς δεμνος πισθγκωνα. Τα

δκρυα ξεχελισαν στα μτια του και γνηκε κατακτρινος: "Γκιλγκαμς,

φησ με να σου μιλσω. Ποτ μου δεν γνρισα μητρα, οτε και πατρα

για να με μεγαλσει. Γεννθηκα στο βουν, το βουν μ ανθρεψε κι ο

Ενλλ με ρισε φλακα του δσους. Αφησ με να φγω Γκιλγκαμς και θα

γνω υπηρτης σου, θα σε γνωρσω για ρχοντ μου. Ολα τα δνδρα του

δσους που φυλω πνω σε τοτο το βουν θα εναι δικ σου. Θα τα

κψω και θα σου κνω να παλτι". Και τον πρε απ το χρι και τον

οδηγοσε στο σπτι του. Και η καρδι του Γκιλγκαμς συγκινθηκε και τον

συμπθησε. Και του ορκστηκε στην ουρνια ζω, στη γινη ζω και στη

ζω του κτω κσμου: " Ενκιντο, δεν πρπει το παγιδευμνο πουλ να

γυρσει στη φωλι του και ο αιχμλωτος να ξαναπει στην αγγαλι της

μνας του;". Κι ο Ενκιντο αποκρθηκε: "Κι αν ο πι δυνατς απ τους

ανθρπους θα υποκψει στη μορα του αν δεν χει κρση. Ο Ναμτρ, ο

δαμονας της τχης που δεν κνει δικριση μεταξ των ανθρπων, θα τον

καταβροχθσει. Αν το παγιδευμνο πουλ ξαναγυρσει στη φωλι του, αν ο

αιχμλωτος γυρσει στην αγκαλι της μνας του, ττε φλε μου δεν θα

ξαναγυρσεις στην πλη, που σε περιμνει η μνα που σε γννησε. Θα

σου φρξει τους βουνσιους δρμους και θα κνει αδιβατα τα μονοπτια".

Ο Χουμπαμπ επε: "Ενκιντο, αυτ που επες εναι κακ, και τα

επες εσ ο μισθοφρος που δουλεεις για το ψωμ σου! Απ το φθνο και

απ το φβο του αντπαλου επες τοτα τα κακ λγια". Κι ο Ενκιντο επε:

"Μην τον ακος Γκιλγκαμς. Αυτς ο Χουμπαμπ πρπει να πεθνει". Κι ο

Γκιλγκαμς επε: "Αν τον αγγξω, η φλγα και η δξα του φωτς θα

ξεπεταχθονε μπερδεμνες, η δξα και η λμψη θα εξαφανισθον και η

ακτινοβολα της θα σβσει". Ο Ενκιντο επε στον Γκιλγκαμς: "Οχι τσι

φλε μου. Πρτα παγιδεουν το πουλ, και ττε που θα πει το μικρ

πουλκι; Υστερα μπορομε να αναζητσουμε τη δξα και τη λμψη ταν τα

πουλκια θα χουν σκορπσει γρω στην πρασινδα". Ο Γκιλγκαμς

κουσε τα λγια του φλου του. Πρε το τσεκορι στο χρι, συρε το σπαθ

απ τη μση και χτπησε με το σπαθ το Χουμπαμπ στο σβρκο. Το

δετερο χτπημα το δωσε ο Ενκιντο. Στο τρτο χτπημα ο Χουμπαμπ

πεσε. Και σωριστηκε κτω νεκρς. Και ττε ακολοθησε σγχυση, γιατ

αυτς που τον σωρισανε νεκρ ταν ο φλακας του δσους. Ηταν αυτς

που στη φων του τρεμε ο Λβανος και ο Ερμν. Και ττε τα βουν

κινθηκαν, και κινθηκαν μαζ και οι λοφοσειρς, γιατ ο φλακας των

Κδρων τανε νεκρς.

Ο Ενκιντο τον χτπησε κι ο κδρος γινε κομμτια. Κι αυτ το κανε

ο Ενκιντο. Αυτς αποκλυψε τη μυστικ κατοικα του Παμμγιστου. Ετσι ο

Γκιλγκαμς ριχνε τα δντρα του δσους κι ο Ενκιντο καθριζε τις ρζες

τους και τα οδηγοσε μχρι τον Ευφρτη. Τοποθτησαν το Χουμπαμπ

μπροστ στους Θεος, μπροστ στον Ενλλ. Φλησαν το χμα, τον

εσκπασαν με σβανο και τον τοποθτησαν με το κεφλι προς τα μπρς.

Οταν ο Ενλλ εδε το κεφλι του Χουμπαμπ, λσσαξε απ το θυμ του

ενντι τους: "Γιατ το κνατε αυτ; Απ δ και πρα η φωτι θα εναι

που καθσαστε, θα τρει το ψωμ που τρτε και θα πνει τι πνετε". Και

ττε ο Ενλλ ξαναπρε τη λμψη και τη δξα την δωσε στους βαρβρους,

στο λιοντρι, στην ερημι και στη μανιακ κρη της Ερεσκιγκλ. Αλλ πι

πολ απ τον Γκιλγκαμς αυτν τον γριο ταρο που λεηλατοσε τα βουν

και τα πγαινε στη θλασσα κι απ τον Ενκιντο,
η πιο μεγλη δξα 
ανκει στον Ενλλ.

  1. ΙΣΤΑΡ ΚΑΙ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ ΚΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΝΚΙΝΤΟΥ

Ο Γκιλγκαμς πλυνε τις μακρις του μποκλες και καθρισε τα πλα

του και μζεψε τα μαλλι του απ τους μους του. Εβγαλε και τα

λερωμνα του ροχα και φρεσε καινοργια. Ερριξε πνω του τη βασιλικ

του ρμπα και τη σταθεροποησε. Και ταν ο Γκιλγκαμς βαλε και το

στμμα του, η νδοξη Ιστρ σκωσε τα μτια της για να δει την ομορφι

του Γκιλγκαμς. Επε: «Ελα μαζ μου Γκιλγκαμς να γνεις ο νυμφος μου.

/σε μου σπρμα απ το σμα σου, φησ με να γνω σζυγς σου και

συ ο σζυγς μου. Θα στολσω για σνα ρμα απ λαζουρτη κα χρυσφι,

με χρυσς ρδες και χλκινα κρατα. Και θα χεις τους παντοδναμους

δαμονες της θελλας για οδηγος. Οταν θα μπανεις στο σπτι σου, που θα

μοσχοβολει κδρο στο κατφλι σου και στο θρνο σου θα σου φιλον τα

πδια. Βασιλιδες, κυβερντες και ηγεμνες θα σκβουν μχρι κτω

μπροστ σου. Θα σου φρνουν φρο υποτλειας απ τα βουν και τους

κμπους. Οι προβατνες σου θα γενννε διπλ αρνι και οι γδες σου τρα

κατσκια οι γαδρες σου θα κνουνε μουλρια τα βδια σου ταρι δεν θα

χουν στον κσμο και τ' λογα του αμαξιο σου θα φημισθον παντο για

τη γρηγορδα τους».

Ο Γκιλγκαμς νοιξε το στμα του και επε στην νδοξη Ιστρ: «Αν σε

κνω γυνακα μου, τι δρα θα πρεπε να σου κνω; Τι αρματα και τι

ροχα για το κορμ σου; Κα τι τροφ θα σου φρω για να φας; Πς εναι

δυνατ να δσω τροφ σε μια θε και ποτ στη βασλισσα των ουρανν;

Κι ακμα αν σε κνω γυνακα μου, τι θα γνω πια εγ; Οι εραστς σου σε

βρκανε σαν τη θρακοβολι, που σιγοκαει χωρς καπν μσα στον πγο,

μια μυστικ πρτα που αποκλεει και την καταιγδα και τη μπρα, πργο

πο συνθλβει τους φυλακς του, πσσα που μαυρζει ποιον την

κουβαλει, τρπιο ασκ που μουσκεει ποιον το μεταφρει, πτρα που

πφτει απ το πρεβζι, σαντλι που κνει να περπατει ποιον το φορε,

μια μηχαν εφδου ενντια στον εχθρ. Υπρχει κανες απ τους εραστς

σου που να σε αγπησε για πντα; Ποιοι απ τους ποιμνες σου σε

ευχαρστησαν; Ακουσ με, θα σου απαριθμσω τους εραστς σου και την

ιστορα τους. Πρτος εναι ο Ταμοζ, ο εραστς της νιτης σου, για τον

ποιο καθιρωσες θρνους κθε χρνο. Αγπησες το πολχρωμο πουλ,

αλλ και τρα ακμα το κτυπς και σπζεις τα φτερ του. Και τρα μες

στο λσος κθεται και κραυγζει: «κππι, κππι, φτερ μου, φτερ μου!»

Αγπησες το λιοντρι με την τρομερ δναμη. Και του στησες εφτ

παγδες για να το πισεις. Ερωτεθηκες το βαρβτο λογο, που εναι

μεγαλειδικο στη μχη και θσπισες γι' αυτ το καμτσκι, το σπηρονι και

τα λουρι για να καλπζει, εφτ λεγες με τη βα και να θολνει το νερ

πριν να το πιει. Και για τη μνα του, τη Σιλιλ θσπισες θρνους.

Ερωτεθηκες τον ποιμνα του κοπαδιο. Και σου φτιαχνε γλυκσματα

κθε δετερη ημρα και σφαζε κατσκια για χρη σου. Και συ τον

χτπησες και τον μεταμρφωσες σε λκο. Και τρα τον κυνηγει το

τσοπανσκυλο και τον ξεσχζουν τα δικ του κυνηγσκυλα. Μπως δεν

ερωτεθηκες τον Οσουλλανο, τον κηπουρ στο φοινικκηπο του πατρα

σου; Σου κουβαλοσε αμτρητα καλθια με χουρμδες. Καθημεριν γμιζε

το τραπζι σου. Υστερα γρισες τα μτια σου αλλο και του επες:

«Πολυαγαπημνε μου Οσουλλανο, λα μαζ μου, λα να απολασουμε

τον ανδρισμ σου. Προχρησε και πρε με στην αγκαλι σου. Εμαι δικ

σου». Ο Οσουλλανο σου αποκρθηκε «Τι θλεις απ μνα; Η μνα μου

ψησε ψωμ και φαγα. Γιατ να ρθ σε μια σαν εσνα για χαλασμνη η

σαπισμνη τροφ; Εναι δυνατ το παραβν απ βορλα να δσει επαρκ

προστασα ναντι του πγου;» Αλλ ταν κουσες την απντηση τον

κτπησες. Και τον μετβαλες σε τυφλοπντικα, βαθι μσα στη γη, δηλαδ

σε κενον που ποτ δεν φτνει στις επιθυμες του. Και αν δεχμουνα να

γνουμε εραστς, ποιος μπορε να μου εγγυηθε τι δεν θα με

μεταχειρισθες πως τους λλους πριν;»

Οταν η Ιστρ τα κουσε λα αυτ, η λσσα της εγνηκε πιο μεγλη.

Πγε λοιπν εκε ψηλ στον ουραν, στον πατρα της τον Ανο και στη

μνα της την Αντομ. Και επε: «Πατρα μου, ο Γκιλγκαμς μου σριασε

να σωρ βρισις. Επε μπροστ σε λους τη βρμικη μου συμπεριφορ

και τις βρμικες μου πρξεις». Και ο Ανο νοιξε το στμα του και επε:

«Μοναχ σου προκλεσες την επιτμησ σου. Και γι' αυτ σου την

πρκληση ο Γκιλγκαμς ανφερε τη βρμικη σου συμπεριφορ και τις

βρμικες σου πρξεις».

Η Ιστρ νοιξε το στμα της και ξαναεπε: «Πατρα μας κνε με

ταρο του ουρανο για να καταστρψω τον Γκιλγκαμς. Φοσκωσε, σε

παρακαλ, τον Γκιλγκαμς με περηφνεια, για την καταστροφ του. Μα αν

αρνηθες να με κνεις ταρο του Ουρανο θα σπσω τις πρτες της

κλασης και θα συντρψω τα μνταλα. Θα αφσω ορθνοικτες τις πρτες

της κλασης και θα κουβαλσω τους νεκρος να φνε μαζ με τους

ζωντανος». Κι ο Ανο επε στη μεγλη Ιστρ: «Αν κνω αυτ που

επιθυμες θα χουμε εφτ χρνια ξηρασα. Και ττε πια δεν θα καρπσει το

σιτρι. Εχεις εξασφαλσει αρκετ καρπ για το λα και χρτο για τα ζα;»

Κι η Ιστρ απντησε: «Εχω εξασφαλσει καρπ για το λα και χρτο για

τα ζα. Για τα εφτ καρπα χρνια υπρχει αρκετς καρπς και αρκετ

χρτο».

Ετσι ο Ανο δημιοργησε τον Ταρο του Ουρανο για την Ιστρ, την

κρη του. Κι ο Ταρος πεσε στη γ. Με το πρτο του ρουθονισμα

σφαξε εκατ ανθρπους, και διακσιους, κι στερα τριακσιους και μετ

εκατοντδες λλοι πφτανε νεκρο. Στο τρτο του ρουθονισμα πεσε πνω

στον Ενκιντο. Αλλ ο Ενκιντο παραμρισε, πδησε πνω στον Ταρο

και τον ρπαξε απ τα κρατα. Ο Ταρος του Ουρανο φρισε στο

πρσωπ του και τον ξυσε με την παχει του ουρ. Ο Ενκιντο φναξε

στο Γκιλγκαμς: "Φλε μου, καυχηθκαμε τι θα αφναμε αθνατο νομα

πσω μας. Λοιπν, μπξε το ξφος σου ανμεσα στα κρατα και τον

αυχνα". Ο Γκιλγκαμς ακολοθησε τον Ταρο του Ουρανο, ρπαξε την

παχει του την ουρ και βθισε το ξφος του ανμεσα στα κρατα και στον

αυχνα, και σκτωσε τον Ταρο. Κι ταν σκτωσαν τον Ταρο του

Ουρανο, βγαλαν την καρδι του και την προσφρανε στο Σαμς, και

στερα τα δυ αδλφια αναπατηκαν. Αλλ η Ιστρ πετχτηκε και ανβηκε

στο μεγλο τεχος της Ουροκ. Βγκε στον Πργο και απγγειλε μια

κατρα: "Κατρα στον Γκιλγκαμς, που με πρσβαλε σκοτνοντας τον

Ταρο του Ουρανο". Οταν ο Ενκιντο κουσε τοτα τα λγια, κοψε το

μηρ του Ταρου, της το πταξε στο πρσωπο και επε: "Αν μποροσα να

απλσω πνω σου χρι, αυτ θα κανα και σε σνα, και θα σοβγαζα τα

ντερα απ τα πλευρ σου". Και ττε η Ιστρ μζεψε το λα της, τις

χορετριες και τις τραγουδστριες, τις πρνες και τις μεγλες πρνες του

ναο. Και ρχισε θρνους πνω απ το μηρ του Ταρου του Ουρανο.

Μα ο Γκιλγκαμς φναξε τους χαλκιδες και τους οπλοποιος, λοι

μαζ. Και κενοι θαμασαν το μγεθος των κερτων του Ταρου. Τα

σταζαν με λαζουρτη δυ δκτυλα παχ. Και το κθε κρατο ζγιζε τριντα

λβρες το καθνα και περιεχαν ξι μτρα λδι που το πρσφερε στο Θε

προσττη του, τον Λουγκουλμπντα. Τα κρατα τα πγε στο παλτι και τα

κρμασε στον τοχο. Υστερα πλυνε τα χρια του στον Ευφρτη,

αγκαλιστηκαν με τον Ενκιντο και φυγαν. Περιφρονταν μσα στους

δρμους της Ουροκ, και βγκαν οι ρωες της πλης να τους δον. Ο

Γκιλγκαμς φναξε τις τραγουδστριες: "Ποις εναι ο πο νδοξος απ τους

ρωες; Ποις εναι ο πι νδοξος απ τους ρωες, ο Γκιλγκαμς εναι ο πι

ξοχος απ τους ανθρπους". Και ακολοθησε γιορτ και γμισε χαρ η

πλατεα μχρι που οι ρωες πγαν στα κρεβτια τους να αναπαυθον. Κι ο

Ενκιντο πεσε κι αυτς να κοιμηθε. Και εδε να νειρο. Πετχτηκε απ το

κρεβτι του και διηγθηκε το νειρ του στον αδελφ του: " φλε μου, γιατ

οι μεγλοι θεο μαζετηκαν σε συμβολιο;". Κι ταν ξημρωσε η μρα επε

στον Γκιλγκαμς: "Ακουσε το νειρο που εδα χτες τη νχτα. Ολοι οι Θεο, ο

Ανο, ο Ενλκ, ο Ε, ο Σαμς, μαζετηκαν σε να συμβολιο. Και ο Ανο

επε στον Ενλλ: Επειδ σκτωσαν τον Ταρο του Ουρανο και σκτωσαν

και τον Χουμπαμπ νας απ τους δυ πρπει να πεθνει, κι ας εναι

αυτς που γμνωσε τα βουν απ τα κδρα". Κι ο Ενλλ επε: "Ο Ενκιντο

πρπει να πεθνει, ο Γκιλγκαμς δεν θα πεθνει". Κι στερα ο νδοξος

Σαμς, απντησε στον ρωα Ενλλ: "Σκτωσαν με δικ μου εντολ τον

Ταρο του Ουρανο και τον Χουμπαμπ. Και πρπει γι αυτ να πεθνει ο

Ενκιντο εν εναι αθος;". Κι ο Ενλλ λσσαξε εναντον του Σαμς: "Εσ

κθε μρα πηγανεις κτω εκε και κουβεντιζεις μαζ τους σαν νας απ

αυτος!".

Κι ο Ενκιντο αρρστησε και πεσε μπροστ στο Γκιλγκαμς. Τα

δκρυ του τρξανε ποτμι. Κι ο Γκιλγκαμς του επε: " αδελφ μου,

αγαπημνε μου αδελφ, γιατ σε παρνουν απ μνα;". Κι στερα ξανπε:

"Πρπει να κτσω ξω απ την πρτα των φαντασμτων των νεκρν και

ποτ πι να μην ξαναδ τον αγαπημνο μου αδελφ;". Εν ο Ενκιντο

ταν ξαπλωμνος κτω, απ την αρρστεια του, καταριτανε την Πλη του

Δσους σα να ταν κτι απ ζωντανς σρκες: "Εσ που φαινσουν τι

εσουνα απ συνηθισμνο ξλο και που σε θαμαζα απ εκοσι λεγες

μακρυ και πρν να δ τον πυργοειδ κδρο, εσ που το ψος σου ταν

εβδομντα δυ κυβικ και εκοσι τσσερα κυβικ το πλτος, εσ που το

στριγμ σου, η αμπρα σου και το κατφλι σου ταν τλεια, εσ που σ

εχαν φτιξει τεχντες της Νιππορ, της ιερς πλης του Ενλλ, αν γνριζα

το νημ σου, αν γνριζα πς η λαμπρτητ σου θα μου κστιζε τη ζω,

θα εχα σηκσει το τσεκορι μου και σε κομμτιαζα σαν ξλινο μεσοτοχι.

Ποτ δεν θα σε γγιζα με το χρι μου". Υστερα καταρστηκε τον κυνηγ με

την πρνη. "Καταριμαι τον κυνηγ που με παγδεψε. Κυνγι να μην

πινεται στα δκτυα του, κι απ την καρδι του να σβυστε κθε πθος". Κι

στερα καταρστηκε την πρνη: "Οσο για σνα, γυνακα, καθορζω αινια

την τχη σου. Σε καταριμαι με τη μεγλη κατρα. Ακρεστος πθος να σε

κυριαρχε. Σπτι σου να γνουνε οι δρμοι. Τη σκι των τειχν να κνεις

κρεβτι σου. Μεθυσμνοι και ξεμθυστοι δια να σου φιλον τα μγουλ

σου".

Οταν ο Σαμς κουσε τα λγια του Ενκιντο του φναξε απ τον

ουραν: "Ενκιντο, γιατ καταρισαι τη γυνακα, τη δασκλα που σε δδαξε

να τρς το ψωμ που χει γνει για τους Θεος και να πνεις το κρασ των

βασιλιδων; Αυτ που σου φρεσε να υπροχο νδυμα, δεν σου δωσε

για σντροφο τον νδοξο Γκιλγκαμς κι ο Γκιλγκαμς δεν εναι ο

πραγματικς σου αδελφς; /εν σε βαλε να κοιμηθες σε βασιλικ κρεβτι

και να ξαπλνεις αναπαυτικ στ αριστερ του; /εν κανε τους ηγεμνες

της γς να σου φιλον τα πδια και τρα λος ο λας της Ουροκ δεν

κλαει και δεν θρηνε για σνα; Οταν θα πεθνει, ο Γκιλγκαμς θα αφσει

για χρη σου τα μαλλι του να μεγαλσουν, θα φορσει να τομρι απ

λιοντρι και θα περιφρεται στην ερημι". Οταν ο Ενκιντο κουσε τον

νδοξο Σαμς η θυμωμνη του καρδι ηρμησε. Ανακλεσε την κατρα και

επε για την πρνη: "Ανθρωπος να μη σε περιφρονσει κι ειρωνικ να μην

εγκσει τους μηρος σου. Βασιλιδες, ηγεμνες και ευγενες να σε

ερωτεονται. Ο γρος να κουνει τα γνια του ταν σε βλπει κι ο νος τη

ζω του να δνει. Για σνα χρυσφι και καρνλια και λαζουρτη να

σωριζουνε στο δυνατ σου σπτι. Για χρη σου τη σζυγο και τη μνα των

εφτ παιδιν τους να ξεχννε. Κι οι ιερες το δρμο να σ ανογουνε στην

παρουσα των Θεν".

Ο Ενκιντο αποκοιμθηκε μσα στην αρρστεια του και νοιξε την

καρδι του στον Γκιλγκαμς: "Την περασμνη νχτα ονειρετηκα ξαν, φλε

μου. Θρηνοσαν οι ουρανο κι ανταπαντοσε η γ. Στεκμουν ολομναχος

μπροστ σ να τρομερ ν. Το πρσωπ του ταν σκοτειν, σαν το

μαρο πουλ της τρλλας. Χμηξε κατ πνω μου με τα αετσια του νχια

και γργορα με πιασε με ξσχισε με τα νχια του και τα φτερ του, μχρι

που με απκαμε. Και στερα με μεταμρφωσε σε ττοιο σημεο, που τα

χρια μου γιναν φτερογες και σκεπστηκαν με φτερ. Υστερα κρφωσε

πνω μου το διαπεραστικ του βλμμα και με συρε μακρυ, στο βασλειο

της Ιρκλα, της βασλισσας της σκοτεινις στο σπτι απ που κανες απ

σους μπανουν δεν ξαναγυρζει, στο δρμο που δεν χει γυρισμ. Εκε

εναι το σπτι που οι νθρωποι ζουν στη σκοτεινι. Τροφ τους εναι η

σκνη και κρας τους η λσπη. Εναι ντυμνοι σαν τα πουλι κι χουν

φτερ για κλυμμα. Φς ποτ δεν βλπουνε και μνουν στα σκοτδια.

Μπκα στο σπτι της σκνης και εδα τους βασιλιδες της γς, με πεταμνα

απ το κεφλι τους τα στμματα, για πντα. Εδα κυβερντες και ηγεμνες

κι λους σους κποτε φοροσαν βασιλικ στμματα και κυβερνοσαν τον

κσμο σε παλιτερες εποχς. Ολοι αυτο που ζησαν στα παλτια των

θεν, του Ανο και του Ενλλ, στκονται τρα υπηρτες να σερβρουνε

ψημνα κρατα στο σπτι της σκνης, να κουβαλον μαγειρεμνα φαγι και

δροσερ νερ με το ασκ. Στο σπτι της σκνης που μπκα υπρχαν

μεγλοι ιερες, ιερες και βοηθο τους, μγοι, ιερες και ιερες που

εκστασιζονται. Υπρχαν υπηρτες του ναο, κι ακμα εκε βρισκταν κι ο

Ετνα, ο βασιλις του Κς, που τον μετφερε αητς στους ουρανος τον

παλι καιρ. Εδα επσης τον Σαμουκν, το θε των κτηνν. Εκε ταν και

η Ερεσκιγκλ, η βασλισσα του Κτω Κσμου. Μπροστ της καθταν

οκλαδν ο Μπελτ-Σρ, αυτς που κρατει τα κατστιχα των θεν και το

βιβλο των θαντων. Η Ερεσκιγκλ κρατοσε μια πινακδα απ την οποα

διβαζε. Σκωσε το κεφλι της, με κοταξε και επε: "Ποις τον φερε αυτν

εδ;". Και ττε ξπνησα σαν νθρωπος που στγνωσε το αμα του και που

πλανιται ολομναχος σε χρο απ καμνα βορλα, σαν κποιος που τον

πιασε ο επισττης και η καρδι του εναι πλημμυρισμνη απ τρμο.

αδελφ μου, ταν πεθνω πρε κποιον μεγλο ηγεμνα κποιον λλο

πρε κποιον Θε να στκεται στην πρτα σου. Και φησ τον να σβσει

το δικ μου νομα και να γρψει το δικ του".

Ο Ενκιντο εχε βγλει τα ροχα του και τινχτηκε κτω. Κι ο

Γκιλγκαμς κουγε τα λγια του κι κλαιγε με δκρυα, ο Γκιλγκαμς τον

κουγε κι χυνε βρση τα δκρυ του, νοιξε το στμα του και επε στον

Ενκιντο: "Ποις υπρχει μσα στην Ουροκ με τα πανσχυρα τεχη που να

μπορε να σου μοιζει στη σοφα; Παρξενα πργματα ειπθηκαν. Γιατ

μιλς τσο παρξενα; Το νειρο ταν θαυμσιο, αλλ ο τρμος ταν

μγας. Πρπει να αποθησαυρσουμε το νειρο ανεξρτητα απ τον τρμο.

Γιατ το νειρο δεχνει πς η δυστυχα ρχεται και στο γερ νθρωπο και

πς γεμτο λπη εναι το τλος της ζως". Και θρνησε ο Γκιλγκαμς: "Και

τρα πρπει να παρακαλσω τους Θεος, γιατ ο φλος μου εδε να τσο

δυσοωνο νειρο". Την ημρα που ο Ενκιντο εδε το νειρο κλεισε κι

αυτς καταθλιμμνος κετονταν ρρωστος. Μια ολκληρη μρα κετονταν

στο κρεβτι του. Κι στερα μια δετερη και μι τρτη ημρα αξησαν τα

βσαν του. /κα ημρες ταν ξαπλωμνος και αξαιναν διαρκς τα

βσαν του. Και ντεκα και δδεκα ημρες μεινε στο κρεβτι του πνου.

Και ττε φναξε στο Γκιλγκαμς: "Φλε μου, η μεγλη θε με καταρστηκε

και πρπει να πεθνω ντροπιασμνος. /εν θα πεθνω σαν ντρας που

πφτει στη μχη. Φοβθηκα να πω στη μχη. Κι μως ευτυχισμνος εναι

ο νθρωπος που πφτει πολεμντας, εν εγ πεθανω σε ντροπ". Κι ο

Γκιλγκαμς κλαψε πνω απ τον Ενκιντο. Με το πρτο φς της αυγς

ψωσε τη φων του και επε στους συμβουλτορες της Ουροκ:

Ακοστε με μεγλοι της Ουροκ,

θρην τον Ενκιντο, το φλο μου,

βαρυ στενζω σα γυνακα που θρηνε,

κλαω τον αδελφ μου.
Ε! Ενκιντο, τ' αγριογιδουρο κι η γαζλα

που στθηκαν πατρας σου για μνα

και τα τετρποδα που βσκαγαν μαζ σου

θρηνον για σνα.
Του κμπου και των λιβαδιν τ' αγρμια,

οι δρμοι μες στ' αγαπημνο σου κεδρδασο

νχτα και μρα μουρμουρζουν.
Και ο μεγλος της τειχκλειστης Ουροκ

θρηνε για σνα το δχτυλο της ευλογας

τεντνεται σε θρνο.
Ενκιντο, αδελφ μου,

τσεκορι εσουν στα πλευρ μου

κι η δναμ μου, το ξφος ποσερνα στη ζω μου

κι η ασπδα πομπαινε μπροστ μου

φανταχτερ μου νδυμα, το λαμπρ στολδι.

Ακουσε, γρω λη η χρα αντηχε

σα μια μητρα που θρηνε.

Τα μονοπτια που διαβκαμε μαζ, θρηνον,

κι ο πνθηρας, κι ο τγρης και τ αγρμια που κυνηγσαμε μαζ

και το λιοντρι, το ελφι, η λεοπρδαλη,

ο αγαγρος, ο ταρος κι η ελαφνα.

Και το βουν που το ποτσαμε και σφξαμε το φλακ του

θρηνε για σνα.

Και ο Ουλ, ποτμι του Ελμ και ο αγαπητς μας ο Ευφρτης

απ που πρναμε νερ για τα ασκι μας

και οι πολεμιστς της τειχογριστης Ουροκ,

της πλης που σκτωσες τον Ταρο του Ουρανο,

θρηνον για σνα.

Κι λοι της Εριντο οι νθρωποι

θρηνον για σνα Ενκιντο.

Κι οι θεριστς κι οι ζευγολτες

που κουβαλοσανε καρπ για σνα

τρα για σνανε θρηνον.

Κι η πρνη, που με λδι ευωδιαστ σε λειψε

κλαει πικρ για σνα τρα.

Κι οι υπηρτες που μ αρματα σ' αλεψανε το σμα

θρηνον για σνα τρα.

Του παλατιο οι γυνακες που τη σζυγο σοφερναν

με της δικς σου εκλογς το δαχτυλδι,

κλανε πικρ για σνα τρα.

Κι οι νιο που στθηκαν αδλφια σου,

σα νσανε γυνακες,

ακορευτα αφσανε σε πνθος τα μαλλι τους.

Τχη κακ με χει καταστρψει.

Μικρ μου αδελφ, Ενκιντο, αγαπημνε φλε,

γιατ ο πνος τοτος σε κρατε;

Χθηκες μeς στην ερημι και δε μπορες ν' ακοσεις.

Ακομπησε το χρι στην καρδι του, αλλ η καρδι του δεν χτυποσε

πι, οτε και νοιξε ξαν τα μτια του. Οταν ο Γκιλγκαμς ακομπησε το

χρι του στην καρδι του δεν χτυποσε πι. Κι ο Γκιλγκαμς τον σκπασε

με ππλο, σαν εκενο που ρχνουν στη νφη. Κι ρχισε να ορεται με

λσσα, σαν το λιοντρι και σαν τη λαινα που της πραν τα μικρ της. Κι

τσι θρηνντας στριφογριζε, γρω στο κρεβτι του φλου του, τραβοσε

τα μαλλι του και τα σκορποσε να γρω. Ξσχισε τα λαμπρ του

φορματα και τα πταξε κτω σα να σαν βρμικα παλιοπργματα.

Με το πρτο φς της αυγς ο Γκιλγκαμς ρχισε να φωνζει: "Σ

βαλα να κοιμηθες σε βασιλικ κρεβτι και να αναπαεσαι σε κθισμα στ

αριστερ μου. Και οι ηγεμνες της γς σου φιλοσαν τα πδια. Θλω να

κνω λο το λα της Ουροκ να θρηνε για σνα και να αρχσει τα

μοιρολγια. Κι ταν θα χεις μπε μσα στη γ, για σνανε θ αφσω τα

μαλλι μου να μεγαλσουν. Και μς τις ερημις θα τριγυρν, φορντας

τομρι λιονταριο". Και την επμενη ημρα με τα χαρματα, ο Γκιλγκαμς

ρχισε τους θρνους. Εφτ ημρες και εφτ νχτες κλαιγε για τον

Ενκιντο, μχρι που πεσαν τα σκουλκια στο σμα του. Και μνο ττε τον

θαψε, γιατ ο Αννουνκι, ο κριτς τον εχε πρει πι.

Και ττε ο Γκιλγκαμς βγαλε μια διακρυξη σ λη τη χρα, που

καλοσε να μαζευτον απ παντο οι χαλκιδες, οι χρυσοχοι και οι

λιθοδουλευτς. Και τους διταξε: "Να φτιξετε γαλμα στο φλο μου". Και το

γαλμα το φτιξανε με βαρ λαζουρτη στα στθη και με χρυσ στο κορμ.

Υστερα τοποθτησε να τραπζι απ σκληρ ξλο και πνω του βαλε να

δοχεο απ λαζουρτη γεμτο βοτυρο. Κι αυτ τα πρσφερε στο Θε Ηλιο.

Και κλαγοντας φυγε.

  1. Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΖΩΗΣ

Ο Γκιλγκαμς κλαψε πικρ το φλο του τον Ενκιντο, και στερα

περιπλανθηκε στην ερημι σαν κυνηγς, και γρισε λους τους κμπους.

Μσα στην πκρα του φναζε: "Πς εναι δυνατ να σταματσω; Πς εναι

δυνατ να ησυχσω; Απελπισα πνγει την καρδι μου. Που εναι τρα ο

αδελφς μου; Και τι θα γνω ταν θα πεθνω; Επειτα φοβμαι το θνατο,

θα κνω τι μπορσω για να βρ τον Ουτναπιστμ που τον αποκαλον

"Μακριν", γιατ αυτς κατφερε να μπε στο συμβολιο των Θεν". Και

τσι ο Γκιλγκαμς περιφερταν στις ερημις, περπτησε πρσινες χρες

και συνχιζε να ταξδι που κρατοσε πολ χρνο, αναζητντας τον

Ουτναπιστμ, που τον εχαν πρει οι θεο μετ τον κατακλυσμ και τον

εγκατστησαν στη χρα Ντλμουν, στους κπους του λιου. Και κε του

χρισαν την αινια ζω.

Το βρδυ ταν ο Γκιλγκαμς φτασε στη στεν διβαση του βουνο,

κανε την προσευχ του: "Σε τοτο το βουνσιο πρασμα παλιτερα εχα

δε λιοντρια και τρμαξα και σκωσα τα μτια μου προς το φεγγρι.

Προσευχθηκα. Κι η προσευχ μου φτασε στους Θεος. Και τρα, ! θε

του φεγγαριο Σν, προσττεψ με". Κι ταν τελεωσε την προσευχ του

ξπλωσε και κοιμθηκε. Και ξπνησε απ να νειρο. Εδε ολγυρ του τα

λιοτρια ζωνταν να καμαρνουν. Και ττε ρπαξε στα χρια του το

τσεκορι, τρβηξε το ξφος του απ τη μση και πεσε πνω τους σα βλος

απ τξο. Και τα χτπησε, τα κατστρεψε και τα διλυσε. Κι τσι ο

Γκιλγκαμς φθασε σε κενο το ψηλ βουν που το λνε Μασο, το βουν

που κρατει την ανατολ και τη δση του λιου. Η διπλ του κορυφ εναι

ψηλ ως τα τεχη του ουρανο. Και οι θηλς τους μπαναν βαθει στον

Κτω Κσμο. Την πλη του την φλαγαν οι σκορπιο: μισο νθρωποι και

μισο δρκοι. Η δξα τους εναι τρομερ. Η ματι τους φρνει το θνατο

στους ανθρπους. Ο φωτεινς τους φωτοστφανος λαμποκοπει στο

βουν που φυλει τον ανατλλοντα λιο. Οταν τους αντκρυσε ο

Γκιλγκαμς, σκπασε αμσως τα μτια του. Υστερα πρε κουργιο και

πλησασε. Οταν τον εδανε να πλησιζει φοβα, ο Ανθρωπος - Σκορπις

επε στο σντροφ του: "Αυτς εκε που ρχεται κατ δ εναι απ θεκ

σρκα". Κι ο σντροφος του Ανθρπου - Σκορπιο του επε: "Κατ τα δο

τρτα εναι Θες και κατ το να τρτο νθρωπος".

Και ττε φναξαν στον Γκιλγκαμς, φναξαν στο παιδ των Θεν:

"Γιατ κνατε να τσο μεγλο ταξδι, διασχζοντας τα επικνδυνα νερ; Πς

μας για ποι λγο φθασες εδ;". Κι ο Γκιλγκαμς απντησε: "Για χρη του

Ενκιντο. Τον αγαποσα πολ. Μαζ δοκιμσαμε λες τις σκληρτητες. Και

ερθα για χρη του επειδ τον πρε η κοιν μορα των ανθρπων. Εκλαψα

το χαμ του εφτ μρες και νχτες. /εν θελα να θψω το σμα του, γιατ

πστευα πς ο φλος μου θα ξαναγριζε εξ αιτας των δακρων μου. Απ

ττε που φυγε η ζω μου δεν εναι τποτα. Και γι αυτ ταξδεψα μχρις

εδ. Αναζητ τον Ουτναπιστμ, τον πατρα μου. Γιατ οι νθρωποι λνε

πς μπκε στη σναξη των Θεν και κρδισε την αινια ζω. Κι χω την

επιθυμα να τον ρωτσω να μου εξηγσει τη ζω και το θνατο". Ο

Ανθρωπος - Σκορπις νοιξε το στμα του και επε στον Γκιλγκαμς:

"Καννας νθρωπος που γεννθηκε απ γυνακα δεν κατρθωσε αυτ που

γυρεεις. Κανες θνητς δεν μπεκε στο βουν. Το μκος του εναι δδεκα

λεγες σκοτεινι. Και δεν υπρχει φς σ αυτ το χρο. Η καρδι πνγεται

απ τη σκοτεινι. Απ την ανατολ και μχρι τη δση του λιου δεν

υπρχει φς". Ο Γκιλγκαμς επε: "Κι αν ετανε να πω στη λπη και στον

πνο αναστενζοντας και κλαγοντας, θα πγαινα. Ανοιξε λοιπν την Πλη

του βουνο". Κι ο Ανθρωπος - Σκορπις επε: "Προχρησε Γκιλγκαμς,

σου επιτρπω να περσεις μσα απ το βουν Μασο και μσα απ την

υψηλ τξη. Ισως τα πδια σου γερ να σε ξαναφρουν στην πατρδα σου.

Η πλη του βουνο εναι ανοικτ".

Οταν ο Γκιλγκαμς τον κουσε κανε τι του επε ο Ανθρωπος -

Σκορπις και ακολοθησε το δρμο του λιου προς την ανατολ, μσα απ

το βουν. Οταν προχρησε μια λεγα, η σκοτεινι γινε γρω του πυκν,

γιατ δεν εχε φς και δεν μποροσε τποτα μπροστ και πσω του να δε.

Μετ τη δετερη λεγα η σκοτεινι γινε πυκν και φς δεν ταν πουθεν.

Και δεν μποροσε τποτα, μπροστ και πσω του να δε. Σαν τλειωσε την

πμπτη λεγα, η σκοτεινι γινε πυκν και φς δεν ταν πουθεν. Και δεν

μποροσε τποτα μπροστ και πσω του να δε. Σαν τλειωσε η κτη λεγα

η σκοτεινι γινε πυκν και φς δεν ταν πουθεν. Και δεν μποροσε

τποτα, μπροστ και πσω του να δε. Σαν τλειωσε κι η βδομη η λεγα, η

σκοτεινι γινε πυκν και φς δεν ταν πουθεν. Και δεν μποροσε

τποτα, μπροστ και πσω του να δε. Κι ταν περπτησε και τις οκτ

λεγες, ο Γκιλγκαμς βγαλε μια δυνατ κραυγ, γιατ η σκοτεινι ταν

πυκν και δεν μποροσε τποτα μπροστ και πσω του να δε. Στην νατη

τη λεγα νοιωσε κατμουτρα το βορι, αλλ η σκοτεινι ταν πυκν, φς

δεν υπρχε πουθεν και δεν μποροσε τποτα μπροστ και πσω του να

δε. Μετ τη δκατη τη λεγα, το τλος φτανε. Μετ την ενδκατη τη λεγα,

φνηκε το φς της αυγς. Στο τλος της δωδκατης λεγας πρβαλε ο

λιος.

Κι εκε υπρχε ο κπος των Θεν. Ολγυρ του ταν θμνοι

φορτωμνοι με πολτιμα στολδια. Οταν τον αντκρυσε προχρησε σια

προς τα εκε, γιατ εκε κρεμντανε δοχεα απ καρνλιαν γεμτα κρασ με

θαυμσια ψη. Τα φλλα ταν απ παχ λαγουρτη και οι πολτιμοι

καρπο τους που φαινταν στο βθος δειχναν να εναι γλυκες. Για αγκθια

και για βελνες των θμνων εχαν αιματνη και πολτιμες πτρες, αχτη και

μαργαριτρια που βγαναν απ τη θλασσα. Εν ο Γκιλγκαμς

προχωροσε απ την κρη της θλασσας προς τον κπο τον εδε ο

Σαμς. Και εδε ο Σαμς πς ετανε ντυμνος με δρμα ζων και εχε φει

τις σρκες τους. Ηταν καταθλιμνος και του επε: "Κανες θνητς δεν

διβηκε πρν απ σνα σε τοτα δ τα μρη κι οτε ποτ θα φθσει, σο

θα φυσει ο νεμος στη θλασσα". Και πρσθεσε στο Γκιλγκαμς: "Ποτ

δεν θα βρες τη ζω που αναζητς". ΚΙ ο Γκιλγκαμς επε στον νδοξο

Σαμς: "Τρα που ταλαιπωρθηκα και τσακστηκα μσα στην ρημο,

πρπει να κοιμηθ και να σκεπσει η γ για πντα το κεφλι μου; Αφησε

τα μτια μου να κοιτξουν τον λιο μχρι να ζαλιστ. Παρ λο που δεν

εμαι καλτερα απ το νεκρ, αφστε με να δ το φς του λιου".

Πσω απ τη θλασσα ζε η γυνακα του κρασιο, αυτ που φτιχνει

το κρασ. Η Σιντουρ κθεται στον κπο στην κρη της θλασσας, με τα

χρυσ τα κπελα και τα χρυσ πιθρια που της χρισαν οι Θεο. Ηταν

σκεπασμνη με ππλο. Και απ κε που καθταν εδε το Γκιλγκαμς να

προχωρει προς αυτν, φορντας δρματα στις θεκς του σρκες, αλλ

με πνιγμνη την καρδι του στην απελπισα και με πρσωπο σαν του

ανθρπου που ταξδεψε πολ. Τον κοταξε κι πως αναμτρησε την

απσταση επε μσα της: "Ασφαλς κποιος κακοργος εναι. Αλλ τι

γυρεει εδ;". Και μαντλωσε με διπλ μνταλο την πρτα. Αλλ ο

Γκιλγκαμς που κουσε το θρυβο του μνταλου ρριξε προς τα πσω το

κεφλι και πτησε το πδι του στην πρτα. Και της φναξε: "Κοπλλα, εσ

που κνεις το κρασ, γιατ μαντλωσες την πρτα σου; Θα σπσω και θα

συντρψω την πρτα σου, γιατ εγ εμαι ο Γκιλγκαμς, που πιασε και

σκτωσε τον ταρο του ουρανο, που σκτωσε το φλακα του δσους των

Κδρων, που αντρεψε το Χουμπαμπ που ζοσε μες το δσος και

σκτωσε και τα λιοντρια στο δισελο του βουνο". Και ττε η Σιντουρ του

επε: "Αν εσαι εσ ο Γκιλγκαμς που πιασε και σκτωσε τον ταρο του

ουρανο, που σκτωσε το φλακα του δσους των Κδρων, που αντρεψε

το Χουμπαμπ και σκτωσε και τα λιοντρια στο δισελο του βουνο, γιατ

τα μγουλ σου εναι τσο λιμασμνα κι εναι τσο στεγν το πρσωπ

σου; Γιατ εναι πνιγμνη στην απελπισα η καρδι σου κι εναι το πρσωπ

σου σαν εκενου που ταξδεψε πολ; Κι ακμα γιατ το πρσωπ σου εναι

ξεροψημνο απ τη ζστα και το κρο και γιατ φτασες εδ

περιπλανμενος μσα στα λιβδια, αναζητντας τον αρα;".

Κι ο Γκιλγκαμς της αποκρθηκε: "Και πς να μην εναι λιμασμνα τα

μγουλ μου και να μην εναι στεγν το πρσωπ μου; Πνιγμνη στην

απελπισα εναι η καρδι μου κι εναι το πρσωπ μου σαν εκενου που

ταξδεψε πολ και ξεροψθηκε απ τη ζστη και το κρο. Και γιατ να μην

περιπλανηθ μσα στα λιβδια, αναζητντας τον αρα; Ο φλος μου, ο πι

μικρς μου αδελφς, αυτς που κυνηγοσε το αγριογιδουρο στις ερημις,

τον πνθηρα στους κμπους, ο φλος μου, ο πι μικρς μου αδελφς, που

πιασε και σκτωσε τον Ταρο του Ουρανο και που αντρεψε το

Χουμπαμπ στο δσος των Κδρων, ο φλος μου ο πολυαγαπημνος που

πλι μου ριψοκινδνεψε, ο Ενκιντο ο αδελφς μου, που τον αγπησα

πολ, εχθηκε. Τον ρπαξε το τλος των θνητν. Και κλαψα γι αυτν

εφτ ημρες και εφτ νχτες, μχρι που πσαν τα σκουλκια στο σμα του.

Εξ αιτας του αδελφο μου φοβθηκα το θνατο, εξ αιτας του αδελφο μου

ρχισα να τρχω και αναπαμ δε βρσκω. Αλλ τρα κοπλλα μου, εσ

που φτιχνεις το κρασ, απ τη στιγμ που εδα το πρσωπ σου, μ με

αφνεις να γνωρσω το πρσωπο του θαντου που τσο πολ φοβμαι".

Κι εκενη του αποκρθηκε: "Γκιλγκαμς για που τρχεις; Ποτ δεν

πρκειται να βρες τη ζω που ζητς. Οταν οι Θεο δημιοργησαν τον

νθρωπο, του δωσαν για μορα του το θνατο, εν τη ζω την κρτησαν

μνο για τον εαυτ τους. Οσο για σνα Γκιλγκαμς γιμισε την κοιλι σου

με ευχριστα. Μρα και νχτα, νχτα και μρα, χρευε και απλαυσε, πνε

και γλντησε. Φρεσε καινοργια ροχα, πλνε το σμα σου στο νερ,

αγπα το παιδκι που κρατς στο χρι σου και κνε τη γυνακα σου στην

αγκαλι σου ευτυχισμνη. Γιατ κι αυτ εναι στη μορα του ανθρπου".

Αλλ ο Γκιλγκαμς επε στη Σιντουρ, τη να κοπλλα του κρασιο: "Πς

εναι δυνατ να σιωπσω, πς εναι δυνατ να βρ αναπαμ, ταν ο

Ενκιντο που τν αγπησα πολ γινε σκνη κι ταν και γ θα πεθνω και

θα με βλουνε στη γ για πντα;". Κι στερα της ξανπε: "Να κοπλλα,

πς μου τρα ποις ειν ο δρμος για να βρ τον Ουτναπιστμ, το γι του

Ουμπρα - Τουτο; Ποι κατεθυνση πρπει να πρω! Θα διαπλεσω και

τον κεαν αν εναι δυνατ. Κι αν δεν εναι δυνατ, θα πλανηθ ακμα πι

μακρυ στην ρημο". Κι αυτ, που φτιχνει το κρασ του επε: "Γκιλγκαμς,

δεν υπρχει τρπος να διαπλεσεις τον κεαν. Απ που και αν ερθες

και απ την πανρχαια αν εσαι εποχ δεν εσαι ικανς αυτ τη θλασσα

για να διαβς. Μνο ο λιος μσα στη δξα του μπορε να διαπερνει

αυτν τον κεαν. Αλλ κανες πρα απ το Σαμς δεν τον πρασε ποτ.

Ο τπος και το πρασμα εναι δσκολα. Και τα νερ του θαντου που

ρουν ανμεσ του εναι βαθει. Γκιλγκαμς πς εναι δυνατ να

διαπλεσεις ναν ττοιο ωκεαν; Κι ταν θα φτσεις στα νερ του θαντου

τι θα κνεις; Παρ λα αυτ Γκιλγκαμς, κτω εκε στο δσος θα βρες τον

Ουρσαναμπ, τον πορθμα του Ουτναπιστμ. Αυτς κρατει τα ιερ

πργματα, τα πτρινα πργματα. Στο πλοο του χει πλρη ερπετο.

Ερενησ τον καλ. Και αν εναι δυνατ θα διαπλεσεις μαζ του τα νερ.

Αλλ αν δεν εναι δυνατ, πρπει να γυρσεις πσω".

Οταν τα κουσε αυτ ο Γκιλγκαμς θμωσε. Πρε στο χρι του το

τσεκορι του, συρε και το σπαθ του απ τη μση και χθηκε σα βλος

στην κρη στη θλασσα. Απ το θυμ του σπασε τις πτρες μπκε μσα

στο δσος και κθισε. Ο Ουρσαναμπ εδε τη λμψη του σπαθιο, κουσε

το τσεκορι και επε στο Γκιλγκαμς: "Πς μου ποι εναι το νομ σου;

Εγ εμαι ο Ουρσαναμπ, ο πορθμας του Ουτναπιστμ, του Μακρινο". Κι

εκενος του αποκρθηκε: "Γκιλγκαμς εναι το νομ μου, εμαι απ την

Ουροκ, απ τον οκο του Ανο". Κι ο Ουρσαναμπ του αποκρθηκε: "Γιατ

τα μγουλ σου εναι λιμασμνα κι εναι στεγν το πρσωπ σου; Γιατ

χεις απελπισα στην καρδι κι εναι το πρσωπ σου σαν εκενου που

ταξδεψε πολ; Κι ακμα γιατ το πρσωπ σου εναι ξεροψημνο απ τη

ζστη και το κρο. Και γιατ φτασες εδ περιπλανημνος μσα στα

λειβδια, αναζητντας τον αρα;". Κι ο Γκιλγκαμς του αποκρθηκε: "Πς

εναι δυνατ να μην εναι λιμασμνα τα μγουλ μου και να μην εναι

στεγν το πρσωπ μου σαν εκενου που ταξδεψε πολ. Ξεροψθηκα

απ τη ζστη και το κρο. Πς να μην περιπλανηθ μσα στα λειβδια; Ο

φλος μου ο πι μικρς μου αδελφς, που πιασε και σκτωσε τον Ταρο

του Ουρανο και που αντρεψε το Χουμπαμπ στο δσος των Κδρων, ο

φλος μου ο αγαπημνος που πλι μου ριψοκινδνεψε, ο Ενκιντο ο

αδελφς μου που τον αγπησα πολ εχθει. Τον ρπαξε το τλος των

θνητν. Και κλαψα γι αυτν εφτ ημρες και εφτ νχτες, μχρι που

πσαν τα σκουλκια στο σμα του. Εξ αιτας του αδελφο μου φοβθηκα το

θνατο, εξ αιτας του αδελφο μου ρχισα να τρχω στις ερημις και

αναπαμ δεν βρσκω. Η μορα του βαρανει πνω μου. Πς εναι δυνατ

να σιωπσω και να ηρεμσω; Αυτς εναι πι σκνη. Κι εγ θα πεθνω.

Και μνα θα με βλουνε για πντα στη γ. Φοβθηκα το θνατο. Και γι

αυτ Ουρσαναμπ πς μου που εναι ο δρμος που οδηγε στον

Ουτναπιστμ; Αν εναι δυνατ, θα διασχσω και τα νερ του θαντου. Αν χι

θα συνεχσω ακμα να πλανιμαι μσα στην ερημι".

Ο Ουρσαναμπ του επε: "Γκιλγκαμς τα δια σου τα χρια σε

εμποδζουνε να διαπλεσεις τον κεαν. Οταν σπαζες τα πτρινα

αντικεμενα, σπαζες την ασφλεια του πλοου". Ο Γκιλγκαμς του

αποκρθηκε: "Γιατ εσαι τσο θυμωμνος μαζ μου, Ουρσαναμπ, αφο εσ

διαπερνς τον κεαν νκτα και ημρα κι λες τις εποχς του χρνου;". Κι

ο Ουρσαναμπ του επε: "Αυτς οι πραγματικς πτρες σαν εκενες που με

μετφεραν με σιγουρι πνω απ τον κεαν. Τρα μως Γκιλγκαμς

πγαινε μσα στο δσος με το τσεκορι σου κψε πασλους. Κψε εκατν

εκοσι πασλους. Και κψε τους εξντα κυβικ μκος. Βψε τους με πσσα,

δσε τους με στεφνι και φρε τους εδ". Οταν ο Γκιλγκαμς κουσε αυτ,

πγε στο δσος κοψε πασλους, εκατν εκοσι τον αριθμ. Και τους

κοψε εξντα κυβικ μκος. Τους βαψε με πσσα, τους βαλε στεφνι και

τους πγε στον Ουρσαναμπ. Μ αυτος επενδσανε το πλοο ο

Γκιλγκαμς και ο Ουρσαναμπ μαζ. Και τσι ανοιχτκαν στον κεαν. Για

τρες ημρες συνχιζαν το ταξδι τους και εχαν διανσει διστημα ενς

μηνς και δκα πντε ημερν. Και ττε ο Ουρσαναμπ οδγησε το πλοο

του στα νερ του θαντου. Και επε ο Ουρσαναμπ στον Γκιλγκαμς:

"Βισου. Πρε να πσαλο και σπρξε τον προς τα εκε, αλλ πρσεξε τα

χρια σου να μην αγγξουν τα νερ". Ο Γκιλγκαμς πρε ναν δετερο

πσαλο, στερα ναν τρτο κι να τταρτο πσαλο. Υστερα ο Γκιλγκαμς

πρε ναν πμπτο, ναν κτο και ναν βδομο πσαλο. Κι ο Γκιλγκαμς

πρε τον γδοο, τον νατο και το δκατο πσαλο. Κι ο Γκιλγκαμς πρε τον

ενδκατο και το δωδκατο πσαλο. Και αφο πταξε τους εκατν εκοσι

πασλους ο Γκιλγκαμς χρησιμοποησε τον τελευταο. Και στερα

γυμνθηκε ο διος. Υψωσε το μπρτσο του σε κατρτι και καμε τα ροχα

του πανι. Και τσι ο Ουρσαναμπ, ο πορθμας μετφερε το Γκιλγκαμς

στον Ουτναπιστμ, που τον ελγανε και "Μακριν", που ζοσε στο

Ντιλμον, στη χρα που περνει ο λιος ανατολικ του βουνο. Μνο σ

αυτν οι θεο, απ λους τους ανθρπους χρισαν την αινια ζω.

Και τρα ο Ουτναπιστμ απ εκε που ζοσε με νεση, κοταξε

μακρυ και επε μσα του απορντας: "Γιατ το πλοο να πλει χωρς

ρμενα και κατρτι; Γιατ να καταστρφηκαν οι ιερς πτρες; Και γιατ δεν

φανεται κατρτι στο πλοο; Ο νθρωπος που ρχεται δεν εναι απ τους

δικος μου. Απ τι βλπω, ο νθρωπος αυτς χει σκεπασμνο το σμα

του με δρματα ζων. Ποις να εναι αυτς που ακολουθε πσω απ τον

Ουρσαναμπ και που ασφαλς δεν εναι απ τους δικος μου;". Και ο

Ουτναπιστμ τον παρακολουθοσε με το βλμμα του και του επε: "Ποι

εναι το νομ σου εσνα που ρχεσαι εδ, φορντας δρμα ζων και που

τα μγουλ σου εναι λιμασμνα κι εναι στεγν το πρσωπ σου; Γιατ

ρχεσαι τσο βιαστικς; Γιατ κανες τοτο το μεγλο ταξδι και γιατ

διπλευσες θλασσες που το πρασμ τους εναι επικνδυνο; Πς μου

λοιπν τους λγους που ερθες εδ". Και κενος του αποκρθηκε:

"Γκιλγκαμς εναι το νομ μου. Εμαι απ την Ουροκ απ τον οκο του

Ανο". Και ττε ο Ουτναπιστμ του επε: "Αν εσαι σ ο Γκιλγκαμς, γιατ τα

μγουλ σου εναι τσο λιμασμνα κι εναι στεγν το πρσωπ σου; Γιατ η

καρδι σου εναι πνιγμνη στην απελπισα κι εναι το πρσωπ σου σαν

εκενου που ταξδεψε πολ; Κι ακμα γιατ το πρσωπ σου εναι

ξεροψημνο απ τη ζστη και το κρο; Και γιατ φτασες εδ αφο

περιπλανθηκες στις ερημις, αναζητντας τον αρα;".

Κι ο Γκιλγκαμς του επε: "Πς να μην εναι λιμασμνα τα μγουλ

μου και στεγν το πρσωπ μου; Πνιγμνη στην απελπισα εναι η καρδι

μου. Κι εναι το πρσωπ μου σαν το πρσωπο αυτο που ταξδεψε πολ

και ξεροψθηκε στη ζστη και στο κρο. Και γιατ ναμην περιπλανηθ στα

λειβδια; Ο φλος μου, ο πι μικρς μου αδελφς που πιασε και σκτωσε

τον Ταρο του Ουρανο κι αντρεψε το Χουμπαμπ στο δσος των

Κδρων, ο φλος μου ο πολυαγαπημνος, που πλι μου ριψοκινδνεψε, ο

Ενκιντο ο αδελφς μου, που τον αγαποσα πολ, εχθηκε. Τον ρπαξε

το τλος των θνητν. Και κλαψα γι αυτν εφτ ημρες και εφτ νχτες

μχρι που πσαν τα σκουλκια στο σμα του. Εξ αιτας του αδελφο μου

ρχισα να τρχω στις ερημις. Η μορα του βαρανει πνω μου. Πς εναι

δυνατ να σιωπσω και να ηρεμσω; Αυτς εναι πι σκνη. Και γ θα

πεθνω και θα με βλουνε για πντα στη γ". Κι στερα ξανπε ο

Γκιλγκαμς στον Ουτναπιστμ: "Ερθα για να βρ αυτν που τον

αποκαλον "Μακριν". Γι αυτ κανα τοτο το ταξδι. Γι αυτ

περιπλανθηκα στον κσμο, γι αυτ υπερπδησα πολλς δυσκολες. Γι

αυτ πρασα θλασσες. Γι αυτ κουρστηκα ταξιδεοντας. Οι αλοιφς

εναι οι πνοι μου. Και ξχασα τον πνο που εναι τσο γλυκς. Τα ροχα

μου ξεσχστηκαν πρν να φτσω στο σπτι της Σιντουρ. Σκτωσα την

αρκοδα και την αινα, το λιοντρι και τον πνθηρα, την τγρη, το αρσενικ

ελφι και τον αγαγρο και λα τα εδη αγριμιν μαζ και τα μικρ πλσματα

των λειβαδιν. Εφαγα το κρας τους και φρεσα τα δρματ τους. Κι τσι

κατφερα να φτσω στο σπτι της Σιντουρ, τηςνεαρς κοπλλας που

φτιχνει τα κρασι, η οποα μοκλεισε την πρτα της με πσσα και κατρμι.

Μα απ αυτν πρα την κατεθυνση του ταξιδιο. Και τσι φτασα στον

Ουρσαναμπ, τον πορθμα και μαζ του πρασα τα νερ του θαντου.

πατρα Ουτναπιστμ, εσ που μπκες στη σναξη των Θεν, θελα να σε

ρωτσω για ζητματα, που χουν σχση με τη ζω και με το θνατο και για

το πς θα βρ τη ζω που αναζητω".

Κι ο Ουτναπιστμ του αποκρθηκε: "/εν υπρχει σταθερτητα.

Φτιχνουμε σπτι, που να μενει για πντα; Κλενουμε συμφωνες που να

ισχουν για πντα; Τ αδλφια μοιρζουν την κληρονομι για να την

κρατσουν για πντα; Μπορε να διαρκσει για πντα η πλημμρα των

ποταμν; Μονχα η νμφη του φτερωτο του δρκοντα που ρχνει το

σκουλκι της και μπορε να κοιτζει κατματα τον λιο, μπορε να μας

μοιζει. Απ τα πανρχαια τα χρνια τποτα δεν μνει αμετβλητο. Ο

πνος και ο θνατος εναι πολ διαφορετικ πργματα. Κι μως ο πνος

μοιζει με το θνατο. Τι διαφορ υπρχει ανμεσα στον κριο και στον

υπηρτη του στο θνατο; Αφο ο Αννουνκι ο κριτς και η Μαμμτουμ, η

μνα της τχης, καθορζουν τις μορες των ανθρπων, η ζω κι ο θνατος

μοιρζονται, αλλ η μρα του θαντου δεν αποκαλπτεται".

Και ττε ο Γκιλγκαμς επε στον Ουτναπιστμ, στο "Μακριν": "Σε

κοιτζω Ουτναπιστμ και βλπω πς το παρουσιαστικ σου δεν εναι

διαφορετικ απ το δικ μου. Τποτα το παρξενο δεν χει η ψη σου.

Νμιζα πς θα βρισκα κποιον που να μοιζει με ρωα τοιμο για μχη.

Αλλ εσ εδ ζες μσα στις ανσεις σου. Πς μου λοιπν, πς τα

κατφερες και μπκες στη συντροφι των Θεν και στερα κρδισες την

αινια ζω;". Κι ο Ουτναπιστμ επε στο Γκιλγκαμς: "Θα σου αποκαλψω

να μυστριο. Θα σου μιλσω για να μυστικ των Θεν".

  1. Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΥ

"Ξρεις την πλη Σουρρουπκ που βρσκεται στις χθες του

Ευφρτη; Η πλη αυτ εναι πολ παλι κι ακμα πι παλιο εν οι Θεο

της. Εκε ταν ο Ανο, ο κυραρχος του στερεματος, ο πατρας των

Θεν. Eκε ταν κι ο πολεμικς Ελνλ ο σμβουλς τους, ο Νινορτα ο

βοηθς, και ο Εννουζ ο επιτηρητς των καναλιν. Μαζ τους ταν κι ο Ε.

Κενον τον καιρ ο κσμος πλθαινε πολ, οι νθρωποι γεννοβολοσαν. Ο

κσμος μογκριζε σαν γριος ταρος. Οι μεγλοι θεο αναστατθηκαν απ

τις κραυγς τους. Ο Ενλλ που κουσε τις φωνς τους επε στο Συμβολιο

των Θεν: Οι βρυχηθμο των ανθρπων εναι ανυπφοροι. Και δεν μπορε

κανες να κοιμηθε μσα σε τοτη την αταξα. Και ττε οι θεο πρθυμα

αποφσισαν να εξαπολσουν τον κατακλυσμ. Αλλ ο κρις μου ο Ε, με

προειδοποησε με να νειρο. Ψιθρισε τοτα τα λγια στο καλαμσπιτ

μου: "Καλαμσπιτο, Καλαμσπιτο, τεχος! τεχος! κουσε με προσοχ

καλαμσπιτο που μοιζεις τεχος. Ανθρωπε του Σουρρουπκ, γι του

Ουμπρα - Τουτο, γκρμισε το σπτι σου και φτιξε να πλοο. Παρτησε

την περιουσα σου και φρντισε για τη ζω σου. Περιφρνησε τα αγαθ του

κσμου και σσε μνο τη ζω σου. Σου λω: γκρμισε το σπτι σου και

φτιξε πλοο. Κι αυτ πρπει να εναι τα μτρα του πλοου που θα φτιξεις:

οι πλευρς του πλοου να εναι σες. Το κατστρωμ του να εναι

σκεπασμνο σαν το θλο που σκεπζει την βυσσο. Και πρε στο πλοο

σου σπρους λων των ζωντανν πλασμτων".

Οταν ξημρωσε λη μου η οικογνεια μαζετηκε γρω μου. Τα παιδι

κουβαλοσαν πσσα και οι ντρες καναν τι μποροσαν. Την Πμπτη

ημρα εχα τοιμη την καρνα και τα πλευρ. Κι στερα φτιαξα γργορα το

σανδωμα. Ο χρος του ταν να κρ. Κθε πλευρ του πλοου

λογαριαζταν σε εκατν εκοσι κυβικ και το σχμα του ταν τετργωνο.

Κατασκεασα ξη καταστρματα, το να κτω απ το λλο, θροισμα

εφτ. Τα χρισα σε εννα τμματα με διαχρισμα ανμεσ τους. Οπου

χρειαζταν κανα χωρσματα. Επιθερησα τα ρμεν του και βαλα μσα

εφδια. Οι αχθοφροι κουβλησαν τα ειδικ λαγνια με το λδι. Ερριξα

πσσα στην εστα και σφαλτο και λδι στο καλαφτισμα και ακμα πι

πολ αποθηκετηκε στο πλοο. Εσφαξα ταρο για τους ανθρπους του

πλοου και κθε ημρα σφαζαν πρβατα. Εδωσα στους εργτες του

πλοου φθονο κρασ, θαρρες και ετανε νερκι, δυνατ κρασ και κοκκινλι

και σκορο και σπρο κρασ. Και το γιορτσαμε πως γιορτζουμε την

γιορτ της πρωτοχρονις. Εγ ο διος λειψα το κεφλι μου με αρωματικ

λδι. Και την βδομη ημρα το πλοο ταν τοιμο πρα για πρα.

/υσκολευτκαμε στην καθλκυσ του. Ανεβοκατεβζαμε τα ρμα του

πλοου, μχρι που το πλοο βυθστηκε κατ δυ τρτα. Φρτωσαν πνω

λο το χρυσφι που εχα και λα τα ζωνταν, την οικογνει μου, τους

συγγενες μου, τα κτνη του αγρο, τα γρια και τα μερα και λους τους

τεχντες. Τους ανβαζα στο κατστρωμα, γιατ εχε πληρωθε ο χρνος που

εχε ορσει ο Σαμς: "Τη βραδι που ο καβαλρης της θελλας σκορποσε

την καταστροφικ του βροχ, μπα μσα στο πλοο σου και κατβασε τις

σκαλωσις σου". Ο χρνος εχε πληρωθε. Εφθασε η νχτα. Ο καβαλρης

της θελλας στειλε τη βροχ. Κοτταξα τον καιρ και ταν τρομερς. Και

τσι μπκα στο πλοο και κατβασα τις σκαλωσις. Τρα εχαν λα

συμπληρωθε: και η σκαλωσι και το καλαφτισμα. Και τσι δωσα το

τιμνι στον Πουζορ Αμουρρ, τον πηδαλιοχο, μαζ με την ευθνη της

ναυσιπλοας και τη φροντδα του πλοου. Με τα χαρματα να μαρο

σννεφο φνηκε στον ορζοντα. Βροντοσε μσα εκε που περνοσε ο

κριος της θελλας καβαλρης, ο Αντντ. Μπροστ, πνω απ το λφο

και τον κμπο του Σουλλτ και Χανς προχωροσαν οι κρυκες της

θελλας. Και ττε φνηκε ο θες της αβσσου. Ο Νεργκλ σπασε τους

υδατοφρκτες και των νερν του κτω κσμου. Ο Νικορτας ο κριος του

πολμου σπασε τα φργματα και οι εφτ κριτς της κλασης και ο

Αννουνκι ψωσαν τους δαυλος τους για να φωτσουν τη γ με το ωχρ

τους φς. Μια ναρκωτικ απελπισα υψνονταν μχρι τους ουρανος,

που ο Θες της θελλας εχε μετατρψει την ημρα σε σκοτδι και εχε

συντρψει τη γ σαν κπελλο. Μια ολκληρη ημρα η θελλα

λυσσομανοσε, παρνοντας καινοργια ορμ καθς προχωροσε και

ξεχνονταν πνω στους ανθρπους, σαν θελλα μαχν. Ο νθρωπος δεν

μποροσε να δε τον αδελφ του, οτε και νθρωποι φανονταν απ τον

ουραν. Ακμα και οι Θεο τρμαξαν απ τον κατακλυσμ και κατφυγαν

στα πι ψηλ μρη του ουρανο, στο στερωμα του Ανο και ζρωσαν στα

τεχη του ουρανο, σαν παλισκυλα. Και ττε η Ιστρ η γλυκφωνη

βασλισσα των ουρανν φναξε δυνατ σαν παραδουλετρα: "Αλλομονο

οι παλις ημρες γιναν σκνη, επειδ εγ κατηθυνα το κακ. Αλλ γιατ

να εισηγηθ αυτ το κακ στο συμβολιο των Θεν; Υποκινοσα

πολμους για να καταστρψω λαος, αλλ οι λαο αυτο δεν σαν δικο

μου. Εγ τους σπρωχνα. Και τρα οι νθρωποι επιπλουν σαν τα αυγ

ψαριν στον ωκεαν". Και οι μεγλοι Θεο του Ουρανο και της κλασης

κλαψαν και σκπασαν τα στματ τους.

Εξη ημρες και ξη νχτες φυσοσαν δυνατο νεμοι, χεμαρροι,

θελλες και πλημμρες συγκροονταν σα δυ φαντσματα πολεμιστν.

Οταν ξημρωσε η εβδμη ημρα, η θελλα στο ντο κπασε, η θλασσα

ηρεμοσε και ο κατακλυσμς ησχαζε. Ολη η ανθρωπτητα εχε γνει

λσπη. Η επιφνεια της θλασσας εχε γνει εππεδη και ο κατακλυσμς

ησχαζε. Ανοιξα μια χαραμδα και το φς πεσε στο πρσωπ μου. Και

ττε σκυψα κτω και κθισα και κλαψα. Τα δκρυα κυλοσαν στα

μγουλ μου, γιατ παντο δεν υπρχε τποτα λλο απ νερ. Μταια

αναζητοσα με το βλμμα μου γ. Μακρι μως σε απσταση

δεκατεσσρων λευγν εμφανστηκε να βουν και κε ραξα το πλοο μου.

Στο βουν Νισρ, το πλοο μου σταμτησε και πι δεν κινιταν. Σταμτησε

τη μι ημρα και την λλη ημρα δεν κουνιταν. Και πρασε και η τρτη

ημρα κι η τταρτη ημρα και το πλοο δεν κουνιταν. Και την πμπτη

ημρα και την κτη ημρα το πλοο εχε ακινητοποιηθε στο βουν. Οταν

ξημρωσε η βδομη ημρα φησα να περιστρι ελεθερο. Το περιστρι

πταξε μακρυ αλλ επειδ δεν βρκε μρος να σταθε ξαναγρισε. Υστερα

φησα ελεθερο να χελιδνι. Και πταξε και αυτ μακρυ, αλλ δεν βρκε

μρος να σταθε και ξαναγρισε. Αφησα στερα να κορκι. Και το κορκι

εδε τι τα νερ εχαν αποτραβηχθε, φαγε, πταξε γρω μας, κραζε και

πι δεν ξαναγρισε. Ττε τα νοιξα λα προς τους τσσερους ανμους,

κανα μια θυσα και χυσα τη σπουδ μου στο βουν. Εφτ και λλα εφτ

καζνια στησα. Μζεψα ξλα και καλμια και κδρα και μυρτι. Οταν οι

Θεο μυρστηκαν τη γλυκει μυρουδι, μαζετηκαν σαν μυγες πνω στη

θυσα. Και ττε φτασε επιτλους και η Ιστρ, ψωσε το περιδραιο με τα

κοσμματα του ουρανο, που το φτιαξε κποτε για χρη της ο Ανο: "

Θεο, επε, που μαζευτκατε λοι εδ, με το λαζουρτη που χω στο λαιμ

μου, θα θυμμαι αυτς τις ημρες, πως θυμμαι και τα κοσμματα του

στθους μου. Αυτς τις τελευταες ημρες δεν θα τις ξεχσω ποτ. Και ας

κνουμε το διο λοι οι θεο, που μαζευτκαν γρω στη θυσα εκτς απ

τον Ενλλ. Αυτς δεν πρπει να αγγξει αυτν την προσφορ, γιατ

προκλεσε τον κατακλυσμ, χωρς να το σκεφθε. Και καταδκασε το λα

μου στην καταστροφ".

Οταν φθασε ο Ενλλ και εδε το πλοο μου, θμωσε, αγρεψε και

καυγδισε με τους θεος που κατοικον στον ουραν: "Ξφυγαν θνητο

απ την καταστροφ; /εν πρεπε καννας να επιζσει". Ττε ο Θες των

πηγαδιν και των καναλιν ο Νινορτα νοιξε το στμα του και επε στον

πολεμοχαρ τον Ενλλ: "Ποις απ λους τους θεος θα μποροσε να

μαντψει τα πργματα εκτς απ τον Ε; Μνο ο Ε γνωρζει τα πντα".

Και ο Ε νοιξε το στμα του και επε στον πολεμοχαρ Ενλλ: "Ηρωα

Ενλλ εσ που εσαι ο πι σοφς απ' τους θεος πς μπρεσες τσο

ανητα να εξαπολσεις τον κατακλυσμ;

Η αμαρτα τον αμαρτωλ θα πρπει να βαρανει

και η παρανομα τον παρνομο

Τιμρησ τον λγο ταν παραστρατε

Μη γνεσαι σκληρς και μν τον αφανζεις.

Μποροσε το λιοντρι να κατστρεφε τον νθρωπο

και θταν προτιμτερο απ' τον κατακλυσμ.

Μποροσε ο λκος να κατστρεφε τον νθρωπο

και θταν προτιμτερο απ' τον κατακλυσμ.

Μποροσε η πενα να αφνιζε τον κσμο

και θταν προτιμτερη απ' τον κατακλυσμ.

Μποροσε νας λοιμς ν' αφνιζε τον νθρωπο

και θταν προτιμτερος απ' τον κατακλυσμ.

Δεν εμαι εγ που αποκλυψα το μυστικ των θεν. Ο σοφς

νθρωπος το μαθε στο νειρ του. Και τρα το συμβολι μας πρπει να

αποφασσει τι κνουμε αυτν εδ".

Και ττε ο Ενλλ μπκε στο πλοο. Με πρε απ το χρι. Πρε μαζ

και τη γυνακα μου και μας βαλε στο πλοο. Εμες γονατσαμε αντικρυστ

και κενος στεκε ανμεσ μας. Και γγιξε τα μτωπ μας σαν σε ευλογα,

λγοντς μας: "Ουτναπιστμ, παλιτερα εσουνα θνητς νθρωπος. Απ

δ και μπρς εσ και η γυνακα σου θα ζσετε μακρυ, εκε που εναι οι

εκβολς των ποταμν". Και τσι οι Θεο με πραν και με τοποθτησαν εδ

να ζ μακρυ στις εκβολς των ποταμν.

  1. Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Κι ο Ουτναπιστμ μου επε: "Οσο για σνα Γκιλγκαμς που θλεις να

πας στη σναξη των Θεν για να εξασφαλσεις τη ζω που αναζητς, τι

λς τρα; Αν εξακολουθες να το ποθς λα και πραγματοποησε τη

δοκιμασα που θα σου π: Για ξη ημρες και εφτ νχτες δεν πρπει να

κοιμηθες". Μα εν ο Γκιλγκαμς καθτανε ακουμπισμνος στους γοφος

του, ο πνος, σαν το μαλακ και ερεθιστικ μαλλ της προβις τον

σκπασε. Και ο Ουτναπιστμ επε στη σζυγ του: "Κοταξε το δυνατ

νθρωπο που γρευε την αινια ζω, τον τλιξε η καταχνι του πνου". Κι

η σζυγς του του επε: "Σκοντηξε τον νθρωπο να ξυπνσει, για να

μπορσει να ξαναγυρσει ειρηνικ στο σπτι του, ξαναπερνντας απ τις

διες πλες που φτασε ως εδ". Ο Ουτναπιστμ απντησε στη σζυγ

του: "Ολοι οι νθρωποι εναι κατεργαραοι. Ακμα και σνα θα

προσπαθοσε να σε εξαπατσει. Γι αυτ ψσε καρβλια ψωμ, για κθε

ημρα να. Και βλετα δπλα στο κεφλι του. Και τρβα χαρακις στον

τοχο για τις ημρες που κοιμται".

Κι εκενη ψηνε καρβλια κθε ημρα και απ να και τα βαζε δπλα

στο κεφλι του. Και τρβαγε κι απ μι χαρακι στον τοχο, για την κθε

ημρα που κοιμταν. Κι φτασε καιρς που το καρβλι της πρτης ημρας

ξερθηκε, το δετερο γινε πετσ, το τρτο μοχλιασε λο, του τταρτου

πιασε μοχλα η κρα, το πμπτο μοχλιασε στη μση το κτο ταν ακμα

φρσκο, το βδομο ταν ακμη στη φωτι. Και ττε ο Ουτναπιστμ τον

σκοντησε και ξπνησε. Ο Γκιλγκαμς επε στον Ουτναπιστμ, το

"Μακριν": "Μλις που εχα αποκοιμηθε ταν με σκοντησες". Και ο

Ουτναπιστμ του αποκρθηκε: "Μτρησε εκενα τα καρβλια και θα μθεις

πσες ημρες κοιμθηκες, γιατ το πρτο γινε σκληρ, το δετερο σαν

πετσ, το τρτο μοχλιασε ολκληρο, του τταρτου μοχλιασε η κρα, το

πμπτο μοχλιασε στη μση, το κτο εναι ακμα φρσκο και το βδομο

βρισκταν στη φωτι ταν σε σκοντηξα και ξπνησες". Ο Γκιλγκαμς

μουρμορισε: "Τι πρπει να κνω, Ουτναπιστμ; που πρπει να πω;

Απ τα τρα κιλας ο κλφτης της νχτας, μου κρατε τα μλη μου, ο

θνατος κατοικε μσα στο δωμτι μου. Οπου σταματσω εκε θα βρ το

θνατο".

Και ττε ο Ουτναπιστμ φναξε τον Ουρσαναμπ τον πορθμα:

"Συμφορ σε σνα Ουρσαναμπ και για τρα και ακμα πι πολ για

πντα. Εγινες μισητς σ αυτ το καταφγιο. /εν κανε εσ οτε και σ

μαζ να διαπλεσετε τη θλασσα αυτ. Φεγα λοιπν εξορισμνος απ

τοτες τις ακτς. Αλλ τον νθρωπο αυτ, που τον περπτησες και τον

φερες εδ, τον νθρωπο αυτ, που το σμα του χει πληρτητα και που

χει χαλσει η χρη των μελν του απ τα δρματα των αγρων ζων,

πγαιν τον να πλυθε. Εκε θα πλνει τα μακρυ του τα μαλλι και θα

γνουν ολοκθαρα σαν το χινι. Εκε θα αλλξει δρμα. Και τα κομμτια του

δρματος που θα πσουν πταξ τα για να τα πρει η θλασσα. Και ττε θα

φανε η ομορφι του σματος και θα ξανανισει το στεφνι του μετπου

του. Και ροχα θα του δοθον για να κρψει τη γμνια του. Μχρι που να

φτσει στην πλη του και να ολοκληρσει το ταξδι του, τα ροχα αυτ δεν

θα του δεχνουν την ηλικα του. Θα τον δεχνουν νο πως και τα ροχα

που θα φορε". Και ττε ο Ουρσαναμπ πρε το Γκιλγκαμς και τον οδγησε

στο μρος που πρεπε να πλυθε. Και κε πλυνε τα μακρυ του μαλλι και

τα κανε καθαρ σαν το χινι, απβαλε το δρμα του και το πταξε στη

θλασσα και το πρε μακρυ. Και ττε φνηκε η ομορφι του σματς

του. Ανανεθηκε και το στεφνι του μετπου του. Και για να σκεπσει τη

γμνια του του δθηκαν ροχα, που δεν δειχναν σημδια ηλικας και που

μποροσε να τα φορε και νναι πντα καινοργιος, μχρι να ξαναφτσει

στην πλη του και να ολοκληρσει το ταξδι του.

Και στερα ο Γκιλγκαμς και ο Ουρσαναμπ ξανρριξαν το πλοο στη

θλασσα και το ετομασαν να αναχωρσουν. Αλλ η σζυγος του

Ουτναπιστμ, του "Μακρινο" επε: "Ο Γκιλγκαμς ερθε εδ εξαντλημνος

και ακμη εναι κουρασμνος. Τι θα κερδσει αν ξαναπει στη χρα του;".

Κι ο Ουτναπιστμ αποκρθηκε, εν ο Γκιλγκαμς με ναν πσαλο,

προσγγιζε το πλοο στην ακτ: "Γκιλγκαμς, ερθες εδ εξαντλημνος και

κατακορασες τον εαυτ σου. Τι θα κρδιζες αν θα ξαναπγαινες στη χρα

σου; Γκιλγκαμς, θα σου αποκαλψω να μυστικ. Αυτ που σου

αποκαλπτω εναι μυστικ των Θεν. Υπρχει εδ να φυτ που

μεγαλνει κτω απ το νερ. Εχει βελνες για αγκθια και μοιζει με

τριαντφυλλο. Μπορε να σου πληγσει τα χρια, αλλ αν καταφρεις να

το πισεις, ττε τα χρια σου θα κρατνε εκενο που ξαναδνει στον

νθρωπο τη νετητ του". Οταν το κουσε αυτ ο Γκιλγκαμς νοιξε τη ρο

του νερο στε το γλυκ νερ να τνε σρει στο πι βαθ κανλι. Εδεσε

βαρεις πτρες στα πδια του και τον συραν στα βαθει της θλασσας.

Και εκε εδε το φυτ. Παρ λο που του τρπησε τα χρια, το πιασε. Και

ττε κοψε τις βαρεις πτρες απ τα πδια του κι η θλασσα τον φερε

στην ακτ. Ο Γκιλγκαμς επε στον Ουρσαναμπ τον πορθμα: "Ελα να δεις

αυτ το θαυμσιο φυτ. Με τη δναμ του ο νθρωπος μπορε να βρε τις

χαμνες του δυνμεις. Θα το πω στην Ουροκ, την πλη με τα ισχυρ

τεχη. Και κε θα το δσω στους γρους να το φνε. Και θα το ονομσουμε:

"Αυτ που ξανανοινει τους γρους". Και τελικ θα το φω και γ ο διος

για να ξανααποκτσω λη μου τη νειτη". Κι τσι ο Γκιλγκαμς

ξαναγυρνοσε απ την Πλη που εχε φτσει ως εδ. Ο Γκιλγκαμς και ο

Ουρσαναμπ επστρεφαν μαζ. /ισχισαν τις εκοσι λεγες και στερα

κοψαν ταχτητα. Υστερα απ τριντα λεγες σταμτησαν να ξενυχτσουν.

Ο Γκιλγκαμς εδε να πηγδι με δροσερ νερ και πγε να πλυθε.

Αλλ στο βθος του πηγαδιο υπρχε να φδι. Και το φδι οσφρνθηκε τη

μυρωδι του νθους. Βγκε απ το νερ, το ρπαξε και φυγε τρχοντας.

Αμσως λλαξε το δρμα του και ξαναγρισε στο πηγδι. Κι ο Γκιλγκαμς

κθισε κτω κι κλαψε. Τα δκρυα τρχουν στα μγουλ του και πιστηκε

απ το χρι του Ουρσαναμπ: " Ουρσαναμπ, γι αυτ κουρστηκα και

πνεσαν τα χρια μου; Γι αυτ δωσα και το αμα της καρδις μου; Για τον

εαυτ μου δεν κρδισα τποτα. Και τελικ χι εγ αλλ το ζωνταν της γς

το χρηκε. Τρα το χει πρει το ρεμα και το χει πει εκοσι λεγες πσω

στο κανλι, εκε που το εχα βρε. Βρκα να σμβολο και τρα το χασα.

Ας αφσουμε λοιπν το πλοο στην ακτ και ας φγουμε". Μετ απ εκοσι

λεγες κοψαν την ταχτητ τους. Και στερα απ τριντα σταμτησαν να

ξενυχτσουν. Σε τρες ημρες διανσανε περισστερο διστημα απ

κανονικ ταξδι ενς μηνς και δκα πντε ημερν. Kαι ταν το ταξδι

ολοκληρθηκε, φθασαν στην Ουροκ, την πλη με τα ισχυρ τεχη. Κι ο

Γκιλγκαμς, επε στον Ουρσαναμπ, τον Πορθμα: "Ουρσαναμπ, ανβα

πνω στα τεχη της Ουροκ και κοταξε τα θεμλι τους και το τεχωμα που

χει γνει απ τοβλα. Κοταξε και θα πειστες πς εναι απ ψημνα

τοβλα. Στ αλθεια, οι εφτ σοφο δεν τα θεμελωσαν; Το να τρτο εναι

πλη, το να τρτο κπος και το να τρτο χωρφια μαζ με τον περβολο

της θες Ιστρ. Αυτ τα μρη και ο περβολος εναι λα της Ουροκ".

Αυτ εναι το ργο του Γκιλγκαμς, του βασιλι, που γνρισε τις

χρες λου του κσμου. Ηταν σοφς, εδε μυστρια κι μαθε μυστικ. Μας

φερε μια αφγηση για την πρν απ τον κατακλυσμ εποχ. Εκανε να

μεγλο ταξδι, κουρστηκε και τσακστηκε απ τη δουλει και ταν γρισε

χραξε σε μι πτρα λη του την ιστορα.

  1. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΓΚΙΛΓΚΑΜΕΣ

Η μορα που καθρισε ο πατρας των θεν, ο Ενλλ των βουνν για

το Γκιλγκαμς, εκπληρθηκε: "Στη σκοτεινι του κτω κσμου θα του

δεξουν να φς. Σ λη την ανθρωπτητα απ σα γνωρζουμε καννας

λλος δεν φησε για τις ερχμενες γενις μνημεο που να μπορε να

συγκριθε με το δικ του. Οι ρωες και οι σοφο σαν κθε καινοργιο

φεγγρι χουν την αξησ τους και την ελττωσ τους. Οι νθρωποι θα

λνε: "Ποις μπρσε ποτ να κυβερνσει με περισστερο μεγαλεο και

δναμη απ αυτν;". Κι πως στο μνα το σκοτειν, το μνα των σκιν,

φς δεν υπρχει χωρς αυτν. Γκιλγκαμς, αυτ εναι το νημα του

ονερου σου. Σου δθηκε η βασιλικ χρη, αυτ ταν η μορα σου. Η

αινια ζω δεν ταν στη μορα σου. Μα γι αυτ να μην στενοχωρισαι, να

μη θλβεσαι και να μη βασανζεσαι. Σου δθηκε η δναμη να δνεις και να

λνεις, να εσαι η σκοτεινι και το φς της ανθρωπτητας. Σου δθηκε η

υπεροχ πνω στο λα, ττοια, που καννας δεν γνρισε, νκες στις μχες,

στε καννας να μη γλυτσει απ το σπαθ σου. Και νκες στις επιδρομς

και στις αρπαγς, απ τις οποες καννας δεν λπιζε να επιστρψει. Αλλ

μην κνεις κατχρηση αυτς της δναμης. Να εσαι δκαιος με τους

υπηρτες σου στο παλτι και δκαιος μπροστ στον λιο".

Ο βασιλις τεντθηκε κατχαμα και δεν θα ξανασηκωθε.

Ο κριος της Κουλμπ δεν πρκειται να ξανασηκωθε.

Πρασε πνω απ το κακ και πια δεν θα γυρσει.

Παρ' λο που στα χρια ταν δυνατς δεν θα ξαναγυρσει.

Ηταν σοφς, ευχριστος στην ψη και πι δεν θα ξαναγυρσει.

Τρβηξε πρα στο βουν και πι δεν θα ξαναγυρσει.

Στης μορας το κρεβτι ξπλωσε και δεν θα ξανασηκωθε.

Απ' το πολχρωμο το στρμα δεν πρκειται να ξανασηκωθε.

Οι κτοικοι της πλης, μεγλοι και μικρο, δεν μειναν ασυγκνητοι.

Ολοι ρχισαν το θρνο, λοι οι ντρες που εναι απ σρκα και απ αμα,

ρχισαν το θρνο. Η μορα εχε πε: σαν το πιασμνο στο αγγστρι ψρι χει

ξαπλσει στο κρεβτι, σαν τη γαζλλα που την χουν πισει σε θηλει.

Βαρει κθησε απνω του ο απνθρωπος Ναμτρ, ο Ναμτρ που δεν χει

οτε χρια οτε πδια, που δεν πνει νερ κι οτε φαγητ τρει.

Για το Γκιλγκαμς, το γι της Νινσον, ξω ζυγζουνε τις προσφορς.

Κι εναι η αγαπημνη του γυνακα, ο γις του, η αγαπημνη του παλλακδα,

οι μουσικο του, οι παλιτσοι του και λο το σπιτικ του, οι υπηρτες του, οι

επισττες του και λοι σοι ζοσαν στο παλτι, ζυγζανε τις προσφορς

τους για το Γκιλγκαμς, το γι της Νινσον, την καρδι της Ουροκ.

Ζυγζανε τις προσφορς τους για την Ερεσκιγκλ, τη βασλισσα του

θαντου και για λους τους θεος του Κτω Κσμου. Και ζγιζαν τις

προσφορς για το Νατμρ, που εναι η μορα. Ψωμ για το Ντι, το φλακα

της Πλης, ψωμ για το Νινζιζντα, το φιδοθε, τον κριο του /ντρου της

Ζως. Το διο και για τον νεαρ τσοπνη, για την Ενκ και την Νινκ, για τον

Ντιντουκογκα και τον Εντουκογκα, για τον Ενμολ και τον Νινμολ, για

λους τους προγονικος θεος που εναι συγγενες του Ενλλ. Ενα

συμπσιο για το Σουλπα, το Θε των Συμποσων. Για το Σαμουκν, το θε

των κοπαδιν, για τη μητρα Νινχουρσγκ και για τους θεος της

δημιουργας στο χρο της δημιουργας. Για κενους που κατοικον στον

ουραν, ιερες και ιρειες, ζυγζουνε τις προσφορς για το νεκρ.

Ο Γκιλγκαμς, ο γις της Νινσον, τοποθετθηκε στον τφο. Στο

χρο των προσφορν ζυγζουνε το ψωμ της προσφορς. Στο χρο της

σπονδς χνουν το κρασ. Κενες τις ημρες ο ρχοντας Γκιλγκαμς

αναχρησε, ο γις της Νινσον, ο βασιλις, ο απαρμιλλος, που ομοις

του δεν στθηκε νθρωπος και που δεν ξχασε τον Ενλλ, τον κρι του.

     ! Γκιλγκαμς, ρχοντα της Κουλμπ, μεγλη εναι η δξα σου.

                                        ΤΕΛΟΣ

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers