Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Καρκαβίτσας Ανδρέας: Θαλασσινός Θεράπων Λόγιος

 

         Βιογραφικό      

     Γεννήθηκε στα Λεχαινά Ηλείας το 1866 κι ήταν το μεγαλύτερο από τα 11 παιδιά της οικογένειας. Φοίτησε στο γυμνάσιο της Πάτρας και το 1882 γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή Αθήνας. Αρχικά δοκίμασε να ασχοληθεί με την ποίηση και το 1884 σχεδίαζε να εκδώσει μια ποιητική συλλογή με τίτλο "Απαρχαί". Από το 1885 άρχισε τακτική συνεργασία μ' εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Δημοσίευε κείμενα ποικίλου περιεχομένου: διηγήματα και νουβέλες, ταξιδιωτικές εντυπώσεις, λαογραφικά κείμενα, άρθρα γλωσσικά, πολιτικοκοινωνικά κ.α. Συχνά χρησιμοποιούσε το ψευδώνυμο Πέτρος Αβράμης. Οι πρώτες πεζογραφικές απόπειρές του ήταν μυθιστορήματα ερωτικής ή ιστορικής έμπνευσης, εμπνευσμένα από το κλίμα του φθίνοντος τότε ρομαντισμού στην πεζογραφία. Στο αρχείο του βρέθηκαν πολλά προσχέδια τέτοιων έργων.
     Αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο το 1888. Το 1890 δημοσιεύεται το πρώτο εκτενές, μετά τα διηγήματά του, έργο: η νουβέλα "Η Λυγερή".Το κεντρικό της θέμα είναι η ζωή των γυναικών στην αγροτική κοινωνία. Στα 1892-94 εργάστηκε σα γιατρός σε πλοίο και ταξίδεψε πολύ. Ύστερα κατατάχθηκε στο στρατό ως μόνιμος ανθυπίατρος. Έτσι γνώρισε από κοντά την επαρχία: Ηπειρο, Θεσσαλία, Κυκλάδες κ.τ.λ. Το επόμενο εκτενές έργο του είναι "Ο Ζητιάνος" (ΕΣΤΙΑ 1896), εξαιρετικό δείγμα νατουραλισμού, που αναφέρεται στις συνθήκες εξαθλίωσης της ζωής των χωρικών. Το 1897 συμμετείχε στη Κρητική Επανάσταση ως εθελοντής γιατρός. Το τελευταίο μυθιστόρημά του "Αρχαιολόγος" (1904) θεωρείται λιγότερο επιτυχημένο. Εκφράζει με συμβολικό τρόπο τις απόψεις του για τη πορεία που πρέπει ν' ακολουθήσει η χώρα.
     Το 1909 συμμετείχε στο κίνημα στο Γουδί μέλος του Στρατιωτικού Συνδέσμου. Τα δυο αυτά ιστορικά γεγονότα επηρεάσανε τη συνείδηση και κατά συνέπεια τη λογοτεχνική δημιουργία του καθώς κι ολόκληρου του τότε λογοτεχνικού κόσμου. Ήταν οπαδός της Μεγάλης Ιδέας, συμμετείχε στην Εθνική Εταιρεία το 1910 μαζί μ' άλλες προσωπικότητες του πνευματικού κόσμου (Γληνό, Δελμούζο, Τριανταφυλλίδη, Καζαντζάκη κ.ά.), μάλιστα συνέβαλε στην ίδρυση του Εκπαιδευτικού Ομίλου που ο βασικός του στόχος ήταν ο αγώνας για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας.
     Σταμάτησε τη συγγραφική παραγωγή λογοτεχνικών έργων το 1910. Έπειτα, εκτός από δημοσιεύσεις παλαιότερων έργων, ασχολήθηκε με συγγραφή αναγνωσμάτων για σχολικά εγχειρίδια. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13) ως στρατιωτικός γιατρός και το 1916 αντιτάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Αμύνης. Αυτό είχεν αποτέλεσμα τον περιορισμό και την εκτόπισή του στη Μυτιλήνη κι αργότερα και την αποστράτευσή του. Το 1918 νοσηλεύτηκε σε σανατόριο στο Μαρούσι με κλονισμένην υγεία. Το 1920 επανήλθε στο στρατό, αλλά 2 χρόνια μετά μ' αίτησή του αποστρατεύτηκε για λόγους υγείας.

     Πέθανε στις 24 Οκτώβρη 1922, στο Μαρούσι ενώ είχε αποστρατευτεί κι ήταν άρρωστος από φυματίωση, σ' ηλικία 56 ετών.

     Θεωρείται από τους πρωτοπόρους πεζογράφους της γενιάς του κι από τους πρώτους Έλληνες ρεαλιστές πεζογράφους. Ρεαλιστής γιατί στα έργα του περιγράφει τις πραγματικές σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους και με το περιβάλλον τους χωρίς να τις ωραιοποιεί.
     Στις μετακινήσεις του σαν στρατιωτικός γιατρός γνώρισε από κοντά τον κόσμο της επαρχίας, έναν κόσμο γνήσιο μεν αλλά καθυστερημένο. Με ζωηρές περιγραφές παρουσιάζεται η ψυχική και πνευματική κατάπτωση ενός κόσμου που τον πλήττει η αμάθεια, οι δεισιδαιμονίες, η προκατάληψη και συνακόλουθα η κακία. Η επιδίωξη του συγγραφέα δεν είναι να δυσφημήσει αλλά να πει τα πράγματα με τ' όνομά τους, γιατί έτσι μόνο θα βοηθήσει να διορθωθούν, ν' αλλάξουν. Στην αρχή ξεκίνησε γράφοντας στη καθαρεύουσα αλλά το 1892 προλογίζοντας το βιβλίο του "Διηγήματα" γράφει για τη καθαρεύουσα:

   «Είναι γλώσσα μπαλσαμωμένη... που σου παγώνει τον ενθουσιασμό, σου πλαστογραφεί την ιδέα, σου κόβει τη δύναμη, σου αλλάζει το αίσθημα...».

     Αλλά δεν αρκέστηκε μόνο να γράφει στη δημοτική, ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα για την επικράτηση της δημοτικής, με τον Εκπαιδευτικό Όμιλο. Επίσης έγραψε τ' αναγνωστικά των Γ', Δ' και Ε' τάξεων του Δημοτικού σε στρωτή δημοτική γλώσσα με θέματα από μυθολογία κι ιστορία, αρχαία και νεώτερη. Τίτλοι των αναγνωστικών: "Η Πατρίδα Μας", "Στον Καιρό Του Μέγα Αλέξανδρου" και "Διγενής Ακρίτας". Στα σχολικά αυτά βιβλία φαίνεται να ξέρει καλά τη ψυχολογία των παιδιών.

     Τα έργα του, διηγήματα και μυθιστορήματα, γίνανε πολύ γνωστά και διαβάζονται μέχρι σήμερα. Χρονολογημένα έκδοτικά είναι: "Διηγήματα"  (1892), "Λυγερή" (1896), "Λόγια Της Πλώρης" και "Ζητιάνος" (1897), "Παλιές Αγάπες" (1900), "Αρχαιολόγος" (1904). Απ' αυτά, τα "Λόγια Της Πλώρης" είναι διηγήματα σχετικά με τους θαλασσινούς και τη ζωή τους, καταστάλαγμα της εμπειρίας του από τα ταξίδια του σα ναυτικός γιατρός.
     Σ' όλα τα έργα του εκτός από τη "Λυγερή" χρησιμοποίησε δημοτική γλώσσα. Η επεξεργασία του λόγου, είναι βασικό χαρακτηριστικό του έργου του και γι' αυτό χαρακτηρίζεται ως ο 'κατ' εξοχή στυλίστας' της δημοτικής γλώσσας. Η φροντίδα για τη καλλιέργεια του λόγου και το ύφος φαίνεται κι απ' τις αλλαγές που 'κανε στα έργα του μεταξύ διαφορετικών εκδόσεων
. Ήταν οπαδός της δημοτικής αλλά δεν αποδεχότανε γλωσσικές ακρότητες δημοτικιστών όπως ο Γιάννης Ψυχάρης. Στόχος του ήταν η γλώσσα των έργων να 'ναι κατανοητή απ' όλους.
     Το έργο του είναι ηθογραφικό, δεν εντάσσεται όμως στην ομάδα των ηθογραφικών έργων που παρουσιάζουν εξιδανικευμένη κι ειδυλλιακή εικόνα της αγροτικής ζωής ή αποτελούν απλά καταγραφή ηθών κι εθίμων. Στα έργα του υπάρχουνε πολλά στοιχεία λαϊκού πολιτισμού (στα διάφορα ταξίδια του κατέγραφε προσεκτικά παρατηρήσεις για τη ζωή των κατοίκων κι αξιοποιούσε πολλές απ' αυτές στο έργο του) όπως παραδόσεις-παροιμίες κ.α. Η αντιμετώπιση των συνθηκών ζωής όμως είναι κριτική: εστιάζει στα διάφορα προβλήματα (αμάθεια, εξαθλίωση, εκμετάλλευση, δυσχερής θέση της γυναίκας). Γι' αυτό και συνδέεται στενά με τον νατουραλισμό.
     Χαρακτηριστικά του νατουραλισμού που υπάρχουνε στα έργα του είναι η ακριβής παρουσίαση της πραγματικότητας, η κυριαρχία της φύσης και των κατώτερων ενστίκτων πάνω στον άνθρωπο.

--------------------------------------------------------------------


                                          H Θάλασσα

     Ο πατέρας μου -μύρο το κύμα που τονε τύλιξε- δεν είχε σκοπό να με κάμει ναυτικό.

 -"Μακριά, έλεγε, μακριά, παιδί μου, απ' τ' άτιμο στοιχειό! Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Λάτρεψε την όσο θες, δόξασε τη, κείνη το σκοπό της. Μη κοιτάς που χαμογελά, που σου τάζει θησαυρούς. Αργά-γρήγορα θα σου σκάψει το λάκκο ή θα σε ρίξει πετσί και κόκαλο, άχρηστο στον κόσμο. Είπες θάλασσα, είπες γυναίκα, το ίδιο κάνει".

     Και τα 'λεγε αυτά άνθρωπος που έφαγε τη ζωή του στο καράβι· που ο πατέρας, ο πάππος, ο προπάππος, όλοι ως τη ρίζα της γενιάς ξεψύχησαν στο παλαμάρι. Μα δεν τα έλεγε μόνον αυτός, αλλά κι οι άλλοι γέροντες του νησιού, οι απόμαχοι των αρμένων τώρα κι οι νιότεροι, που είχαν ακόμη τους κάλους στα χέρια, όταν κάθιζαν στον καφενέ να ρουφήξουν το ναργιλέ, κουνούσαν το κεφάλι και στενάζοντας έλεγαν:

 -"Η θάλασσα δεν έχει πια ψωμί. Ας είχα ένα κλήμα στη στεριά και μαύρη πέτρα να ρίξω πίσω μου".
     Η αλήθεια είναι πως πολλοί τους όχι κλήμα, αλλά νησί ολάκερο μπορούσαν ν' αποχτήσουν με τα χρήματα τους. Μα όλα τα έριχναν στη θάλασσα. Παράβγαιναν ποιος να χτίσει μεγαλύτερο καράβι· ποιος να πρωτογίνει καπετάνιος. Και γω που άκουα συχνά τα λόγια τους και τα έβλεπα τόσο ασύμφωνα με τα έργα τους, δεν μπορούσα να λύσω το μυστήριο. Κάτι, έλεγα, θεϊκό ερχόταν κι έσερνε όλες εκείνες τις ψυχές και τις κρέμιζε άβουλες στα πέλαγα, όπως ο τρελοβοριάς τα στειρολίθαρα.

     Αλλά το ίδιο κάτι μ' έσπρωχνε και μένα εκεί. Από μικρός την αγαπούσα τη θάλασσα. Τα πρώτα βήματα μου να ειπείς, στο νερό τα έκαμα. Το πρώτο μου παιχνίδι ήταν ένα κουτί από λουμίνια μ' ένα ξυλάκι ορθό στη μέση για κατάρτι, με δυο κλωστές για παλαμάρια, ένα φύλλο χαρτί για πανάκι και με την πύρινη φαντασία μου που το έκανε μπάρκο τρικούβερτο. Πήγα και το έριξα στη θάλασσα με καρδιοχτύπι. Αν θέλεις, ήμουν και γω κει μέσα. Μόλις όμως το απίθωσα και βούλιαξε στον πάτο. Μα δεν άργησα να κάμω άλλο μεγαλύτερο από σανίδια. Ο ταρσανάς για τούτο ήταν στο λιμανάκι του 'Αϊ-Νικόλα. Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυμπώντας ως την εμπατή του λιμανιού που το πήρε το ρέμα μακριά. Αργότερα έγινα πρώτος στο κουπί, στο κολύμπι πρώτος· τα λέπια μου έλειπαν.

 -"Μωρέ, γεια σου και συ θα μας ντροπιάσεις όλους", λέγαν οι γεροναύτες, όταν μ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας. Εγώ καμάρωνα και πίστευα να δείξω προφητικά τα λόγια τους.

     Τα βιβλία -πήγαινα στο Σχολαρχείο θυμούμαι- τα έκλεισα για πάντα. Τίποτα δεν έβρισκα μέσα να συμφωνεί με τον πόθο μου. Ενώ κείνα που είχα γύρω μου, ψυχωμένα κι άψυχα, μου λέγανε μύρια. Οι ναύτες με τα ηλιοκαμένα τους πρόσωπα και τα φανταχτερά ρούχα· οι γέροντες με τα διηγήματα τους· τα ξύλα με τη χτυπητή κορμοστασιά, οι λυγερές με τα τραγούδια τους:

        Όμορφος που 'ναι ο γεμιτζής, όταν βραχεί κι αλλάξει

        και βάλει τ' άσπρα ρούχα του και στο τιμόνι κάτσει.

     Το άκουα από την κούνια μου κι έλεγα πως ήταν φωνή του νησιού μας, που παρακινούσε τους άντρες στη θαλασσινή ζωή. Έλεγα πότε και γω να γίνω γεμιτζής και να κάτσω θαλασσοβρεμένος στο τιμόνι, θα γινόμουν όμορφος τότε, παλίκαρος σωστός· θα με καμάρωνε το νησί, θα με αγαπούσαν τα κορίτσια!
     Ναι· την αγαπούσα τη θάλασσα! Την έβλεπα ν' απλώνεται απ' τ' ακρωτήρι ως πέρα, πέρα μακριά, να χάνεται στα ουρανοθέμελα σαν ζαφειρένια πλάκα στρωτή, βουβή και πάσχιζα να μάθω το μυστικό της. Την έβλεπα, οργισμένη άλλοτε, να δέρνει με αφρούς τ' ακρογιάλι, να καβαλικεύει τα χάλαρα, να σκαλώνει στις σπηλιές, να βροντά και να ηχάει, λες και ζητούσε να φτάσει στην καρδιά της Γης για να σβήσει τις φωτιές της. Κι έτρεχα μεθυσμένος να παίξω μαζί της, να τη θυμώσω, να την
αναγκάσω να με κυνηγήσει, να νιώσω τον αφρό της απάνω μου, όπως πειράζουμε αλυσοδεμένα τ' αγρίμια.
     Κι όταν έβλεπα καράβι να σηκώνει την άγκυρα, να βγαίνει από το λιμάνι και ν' αρμενίζει στ' ανοιχτά, όταν άκουα τις φωνές των ναυτών που γύριζαν τον αργάτη και τα καταβοδώματα των γυναικών, η ψυχή μου πετούσε θλιβερό πουλάκι απάνω του. Τα σιαχτόμαυρα πανιά, τα ολοφούσκωτα· τα
σχοινιά τα κοντυλογραμμένα· τα πόμολα που άφηναν φωτεινή γραμμή ψηλά μ' έκραζαν να πάω μαζί τους, μου έταζαν άλλους τόπους, ανθρώπους άλλους, πλούτη, χαρές, φιλιά. Και νυχτόημερα η ψυχή μου κατάντησε άλλον πόθο να μην έχει παρά το ταξίδι.
     Ακόμη και την ώρα που ερχόταν πικρό χαμπέρι στο νησί κι ο πνιγμός
πλάκωνε τις ψυχές όλων και χυνόταν βουβή η θλίψη από τα ζαρωμένα μέτωπα ως τ' άψυχα λιθάρια της ακρογιαλιάς, όταν έβλεπα τα ορφανοπαίδια στους δρόμους και τις γυναίκες μαυροφόρες, απαρηγόρητες τις αρρεβωνιαστικές, όταν άκουγα να διηγούνται ναυαγοί το μαρτύριο τους, πείσμα μ' έπιανε που δεν ήμουν και γω μέσα· πείσμα και σύγκρυο μαζί.

     Δεν κρατήθηκα περισσότερο. Έλειπε ο πατέρας με τη σκούνα στο ταξίδι. Μίσευε κι ο καπετάν Καλιγέρης, ο θείος μου, για τη Μαύρη Θάλασσα. Του έπεσα στο λαιμό· τον παρακάλεσε κι η μάνα μου από φόβο μην αρρωστήσω· με πήρε μαζί του.

 -"Θα σε πάρω", μου λέει, "μα θα δουλέψεις· το καράβι θέλει δουλειά. Δεν είναι ψαρότρατα να 'χεις φαΐ και ύπνο".

     Τον φοβόμουνα πάντα το θείο μου. Ήταν άγριος και κακός σε μένα, όπως και στους ναύτες του. «Κάλλιο σκλάβος στ' Αλιτζέρι, παρά με τον Καλιγέρη», λέγανε για να δείξουνε την απονιά του. Ό,τι παστό παλιοκρέατο, μουχλιασμένος μπακαλάος, αλεύρι πικρό, σκουληκιασμένη γαλέτα, τυρί-τεμπεσίρι, στην αποθήκη του Καλιγέρη βρισκότανε. Κι ο λόγος του πάντα προσταγή, αγριοβλαστήμια και βρισίδι. Μόνον απελπισμένοι πηγαίνανε στη δούλεψη του. Μα ο μαγνήτης που έσερνε τη ψυχή μου έκανε να τα λησμονήσω όλα.
 -"Να πατήσω μια στη κουβέρτα", είπα, "και δουλειά όση θες".

     Αληθινά ρίχτηκα στη δουλειά με τα μούτρα. Έκαμα παιχνίδι τις ανεμόσκαλες. Όσο ψηλότερα η δουλειά τόσο πρόθυμος εγώ. Μπορεί ο θείος μου να 'θελε να παιδευτώ από την αρχή για να μετανιώσω. Από την πλύση της κουβέρτας στο ξύσιμο, από το ράψιμο των πανιών στων σχοινιών το πλέξιμο· από το λύσιμο των αρμένων στο δέσιμο. Τώρα στην τρόμπα· τώρα στον αργάτη, φόρτωμα, ξεφόρτωμα, καλαφάτισμα, χρωμάτισμα, πρώτος εγώ. Πρώτος; Πρώτος· τι μ' έμελε; Μου έφτανε πως ανέβαινα ψηλά στη σταύρωση κι έβλεπα κάτω τη θάλασσα να σχίζεται και να πισωδρομεί υποταχτική μου. Τον άλλον κόσμο, τους στεριανούς, με θλίψη τους έβλεπα.

 -"Ψε!" έλεγα με περιφρόνηση. "Ζούνε τάχα κι εκείνοι!"
     Απάνω στο μεθύσι μου ακούω τη φωνή του καπετάνιου να βροντά δίπλα μου:

 -"Μάϊνα πανιά! ...Μάϊνα και στίγγα πανιά!..."

     Τρόμαξα να τρέχω πίσω από τους ναύτες. Πηδούν εκείνοι στους φλόκους· κοντά και γω. Σκαρφαλώνουν στις σταύρωσες, απάνω και γω. Σε πέντε λεπτά το μπάρκο έμεινε ξυλάρμενο. Μα ο καπετάνιος δεν έπαυε να φωνάζει, να βρίζει και vα βλαστημά. Τον κοιτάζω, ανάθεμα και κατάλαβα τι έλεγε.

 -"Μωρέ, τί τρέχει;" ρωτάω το διπλανό μου, εκεί που δέναμε τον παπαφίγκο.

 -"Η τρόμπα, δε βλέπεις; Ο σίφουνας"!

     Σίφουνας! Έφριξα. Ακουστά είχα τα θάματα του· πως σαρώνει ό,τι λάχει στο διάβα του, σχίζει πανιά, ρίχνει κατάρτια, γονατίζει πλεούμενα. Τώρα τον έβλεπα με τα μάτια μου. Δεν ήταν ένας, ήτανε τρεις-τέσσερις. Οι δυο κατά το Βατούμ· οι άλλοι δίπλα στ' ανοιχτά. Κι εμπρός μας ο Καύκασος, σκουντούφλης, έδειχνε τα χαλαρόφραχτα περιγιάλια του. Ο ουρανός συγνεφοσκεπασμένος, η θάλασσα μαυριδερή μ' ελαφρύ τρέμουλο, σαν να 'χε ανατριχίλα. Πρώτη φορά που είδα φοβισμένη τη φιλενάδα μου.

     Ο ένας σίφουνας λιγνός, καμαρωτός σα προβοσκίδα ελέφαντα, κρεμόταν στα νερά μαύρος κι ακίνητος. Ο άλλος χοντρός, ολόισος κόπηκε άξαφνα στη μέση σαν καπνοκολόνα, σκόρπισε η βάση του και απόμεινε γλωσσίδι κρεμάμενο από τα σύννεφα. Είδα να τεντώνει το λαιμό του 'δω κι εκεί, να κινεί τις φούντες του σα φιδόγλωσσες, λες και ζητούσε κάτι στα νερά κι άξαφνα να κουλουριάζεται και να φωλιάζει στα σύσκοτα. Ο τρίτος, όμως, σταχτόμαυρος, σα κορμός λεύκας, αφού ρούφηξε και πρίσθηκε καλά, δραμπαλίστη και βάδισε καταπάνω μας.

 -"Κάτου, μωρέ! Κάτου!" ακούω τη φωνή από το κάσαρο. Γυρίζω· οι ναύτες είχαν κατεβεί. Εγώ, αγκαλιασμένος καλά στο κορζέτο, ξεχάστηκα κοιτάζοντας το θάμα. Γλίστρησα δίπλα στον καπετάνιο. Τον βλέπω με μάτια γουρλωμένα να κοιτάζει το στοιχειό. Στο δεξί χέρι κρατούσε ένα μαυρομάνικο λάζο κι έστεκε πίσω στο πρυμιό κατάρτι, σαν να το έβανε μετερίζι. Κοντά ο ναύκληρος γέμιζε βιαστικά το σκουριασμένο τρομπόνι και γύρω οι ναύτες κοιτάζανε πότε τον ουρανό, πότε τη θάλασσα κερωμένοι.

     Ο σίφουνας ωστόσο πλάκωνε φτεροπόδαρος, ρουφώντας το νερό και τινάζοντας το στον ουρανό, μαύρη καταχνιά κι αντάρα. Τώρα  έλεγες θα μας γδύσει το καράβι ή θα το σηκώσει σύσκαρμο ψηλά. Έτσι έφτασε δύο οργιές μακριά μας. Έφεγγε ολοστρόγγυλος, ξανθοπράσινος, σα καπνισμένο κρύσταλλο και μέσα του ανεβοκατέβαινε το έμβολο, λες κι ήθελε να σβήσει μεγάλη πυρκαγιά στα επουράνια.

 -"Βάρα!" προστάζει ο καπετάνιος.

     Ο ναύκληρος αδειάζει πάνω του το τρομπόνι. Παλιόκαρφα, μολύβια, στουπιά, όλα χωνέψανε στα πλευρά του. Φάνηκε να τρεμουλιάζει και σταμάτησε. Δοκίμασε πάλι να κινηθεί, έκαμε δυο κλωθογυρίσματα στον τόπο και στάθηκε πάλι σμίγοντας τη θάλασσα με τον ουρανό.

 -"Δε κάναμε τίποτα", είπε πικραμένος ο καπετάνιος στο ναύκληρο.

 -"Το βλέπω και γω. Κάνε την πεντάλφα, καπετάνιε, και το κρίμα το παίρνω".

 -"Θε μου, ήμαρτον", ψιθύρισε απoφασιστικά εκείνος, κάνοντας το σταυρό του. Και με το λάζο χάραξε μια πεντάλφα απάνω στο κατάρτι και είπε τρεις φορές: "Εν αρχή ην ο Λόγος κι ο Λόγος ην προς το Θεόν και Θεός ην ο Λόγος!" και κάρφωσε το μαχαίρι στη μέση της πεντάλφας, σα να το κάρφωνε στα σπλάχνα του θεριού. Βρόντος ακούστηκε, λες κι έσκασε κανόνι, και μέγα κύμα κύλησε πάνω στο κατάστρωμα. Σύγκαιρα ο Καύκασος άστραψε και βρυχήθη τρανολάλητα, δρόλαπας εξέσπασε κι η θάλασσα η φοβισμένη άφρισε τώρα και μάνιασε απ' άκρη σ' άκρη του πόντου.

 -"Ίσια πανιά!" πρόσταξε ο καπετάνιος γοργά. "Τις γάμπιες! Τους φλόκους! Τα τρέγα!... Κοτσάρετε τις σκότες"!

     Ανοίξαμε τα πανιά και το μπάρκο έπιασε πάλι τη γραμμή του. Τρεις βδομάδες αργότερα κατεβήκαμε στη Πόλη φορτωμένοι. Εκεί έλαβα πρώτο γράμμα της μάνας μου. Πρώτο γράμμα, πρώτο μαχαίρι στην καρδιά μου.

   «Παιδί μου, Γιάννη μου» έλεγε η γριά. «Οταν γυρίσεις πάλι στο νησί με τη βοήθεια του 'Αϊ-Νικόλα και την ευκή μου, δε θα είσαι πια καπετάνιου παιδί. Πάει ο πατέρας σου, η όμορφη σκούνα πάει· πάνε οι δόξες μου! Τα ρούφηξε όλα η Μαύρη Θάλασσα. Τώρα δεν έχεις τίποτε παρά το χαμόσπιτο, εμένα την άφτουρη και το Θεό. Γεια στα χέρια σου! Δούλεψε, παιδί μου, και τίμα το θείο σου. Αν σου μένει κάποτε ξεδούλειο, στέλνε το ν' ανάβω το καντήλι του 'Αγιου για τη ψυχή του πατέρα σου».

     Σταύρωσα τα χέρια μου, κοίταξα με βουρκωμένα μάτια τη θάλασσα. Τα λόγια της γραφής μου φάνηκαν απόφωνο στα λόγια του πατέρα μου. Τόσα χρόνια καραβοκύρης και τώρα η χήρα του πρόσμενε το δικό μου ξεδούλειο, για να κάμει τα κόλλυβά του! Και κείνου το κορμί, τα σιδερένια μπράτσα ποιος ξέρει τάχα σε τι χάλαρα δέρνονται, ποιος γλάρος τα πετσοκόβει, ποιο κύμα να λευκαίνει τα ψιλόλιγνα κόκαλα!

     Ωιμέ! Ανταμώσαμε για ύστερη φορά μόλις μπήκε στη Θεοδοσία. Καθώς μ' είδε ψηλά να μαϊνάρω τον τρίγγο, έκαμε το σταυρό του κι έμεινε άφων' άλαλος.

 -"Τί τονε κοιτάς, καπετάν Αγγελή;" του φωνάζει ο Καλιγέρης· "δεν τον αλλάζω με τον καλύτερο ναύτη σου"!

     Εγώ διπλοπαρακάλουν ν' ανοίξει η θάλασσα να με καταπιεί. Όσο ένιωθα πάνω μου το βλέμμα του, ησυχία δεν έβρισκα. Έτρεχα βιαστικός απ' τη μια άκρη στην άλλη, κατέβαινα στη πλώρη, ανέβαινα στο κάσαρο, πέρναγα τις στραλιέρες, έπιανα τον αργάτη, δούλευα τη τρόμπα. Εκείνος κατάλαβε πως τα 'χα σαστισμένα και δε σηκώθηκε από τη θέση του· μόνο με ακολουθούσε με βλέμμα παραπονιάρικο, σα να μ' έβλεπε στο νεκροκρέβατο.

     Την άλλη μέρα μ' έμπλεξε που πήγαινα στη πόλη. Μόλις τον αγνάντεψα, θέλησα να κρυφτώ αλλ' από μακριά τόσο προσταχτικό ήταν το νόημα του, που τα πόδια μου κόπηκαν.

 -"Βρε, παιδί μου, τι έπαθες;" μου λέει. "Το σκέφτηκες καλά τι θα κάμεις";

     Πρώτη φορά γνώρισα τη γλύκα της φωνής του. Δε σάστισα όμως.

 -"Πατέρα", του είπα· "το σκέφτηκα. Κακό και ψυχρό μπορεί να είναι το κίνημα μου, μα δε δύναμαι να κάμω αλλιώς. Δεν μπορώ να ζήσω αλλιώτικα. Με κράζ' η θάλασσα. Μη θες να με μποδίσεις. 'Ασε με κει που βρίσκομαι, γιατί θα πάρω τα μάτια μου και δε με ξαναβλέπεις".

     Έκαμε το σταυρό του· στάθηκε λίγο, με κοίταξε κατάματα, κούνησε το κεφάλι.

 -"Καλά, παιδί μου", είπε· "κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός. Εγώ έκαμα το χρέος μου. Ούτε έξοδα λυπήθηκα, ούτε λόγια· θυμήσου το να μη με αναθεματάς αργότερα. Πήγαινε στην ευκή μου".
     Ύστερη του ευκή, πρώτη μου θλίψη. Η θάλασσα στο πρώτο μου ταξίδι πλήρωσε την αγάπη μου. Έμεινα πια αναγκαστικός δουλευτής του καπετάν Καλιγέρη. Δουλευτής για το ψωμάκι. Το ψωμάκι το δικό μου και της καπετάνισσας. Αλλά μ' όλη τη συμβουλή της ούτε να τιμήσω ούτε να δουλέψω μπόρεσα περισσότερο στο θείο μου. Αν είναι να δουλέψω ναύτης, σκέφτηκα, δόξα σοι ο Θεός, βρίσκονται κι άλλα καράβια. Από να δέχομαι τις βρισιές του συγγενή μου, καλύτερα ενός ξένου. Αποφάσισα στο πρώτο λιμάνι να ξεμπαρκάρω με το καλό.

 -"Με το καλό, άσε και να ιδείς", λέει ο καπετάν Καλιγέρης, όταν μάντεψε το σκοπό μου.
     Πάω μια μέρα να του ζητήσω λάδι για το φαγί.
 -"Δεν έχει", μου λέει· "το τρώει κείνος που κάθεται στο τιμόνι". Πάω δεύτερη· το ίδιο. Πάω τρίτη· πάλι το ίδιο. Φυλάω και γω μια μέρα που ήμουνα στο τιμόνι, παίρνω τον 'Αϊ-Νικόλα, τονε δένω στο δοιάκι και το αφήνω μάρμαρο. Το καράβι άρχισε να γυρίζει σαν άμυαλο στη θάλασσα.

 -"Μπρε Γιάννη!" φωνάζει ο καπετάνιος. "Ποιόν άφηκες στο τιμόνι";

 -"Εκείνονε που τρώει το λάδι".
     Οι ναύτες σκάνε στα γέλια. Θυμώνει.

 -"Να φύγεις!" μου λέει· "γρήγορα τα ρούχα σου κι όξω".

 -"Να φύγω. Το λογαριασμό".
     Με παίρνει στη κάμαρα κι αρχίζει να στρώνει το λογαριασμό κατά τη συνήθεια του.

 -"Τη τάδε μέρα συμφωνήσαμε· τη τάδε μπήκες μέσα· την άλλη έφερες τα ρούχα σου, την άλλη φύγαμε, την άλλη έπιασες δουλειά. Δεν είναι έτσι"; Ούτε πολλές ούτε λίγες. Πέντε ημερών μισθό μου έτρωγε. Πάλι καλά.

 -"Έτσι", του απάντησα και βγήκα με δυο σβάντσικες στη Μεσσήνα. 'Αρχισε τώρα η ζωή του ναύτη με τα όλα της. Ζωή και τάξη. Μερμήγκι σωστό. Μερμήγκι στη δουλειά, ποτέ όμως και στο σύναγμα. Τί να βρεις, τί να συνάξεις; Μεροδούλι, μεροφάι. Ένα ζευγάρι ποδήματα, ένας μισθός. Ένας μουσαμάς, άλλος μισθός. Ένα γλέντι στο Κεμέρ-Αλτί, άλλος. Ένας μήνας άδουλος, έξι χρέος. Σύρε να κάμεις κομπόδεμα και να κυβερνήσεις σπίτι. Δόξα να έχει ο Χάρος που μου το 'κλείσε γρήγορα· πέθανε η καπετάνισσα στο χρόνο απάνω κι έτσι ξενοιάσαμε.
     Από καράβι σε καράβι, από καπετάνιο σε καπετάνιο, από ταξίδι σε ταξίδι, δέκα χρόνια τα 'κλεισα στη θάλασσα. Τα λόγια του πατέρα μου νυχτοήμερα στ' αφτιά μου. Μα τί τ' όφελος; Βάρα του μαχαιριού γροθιά. Αν είχα και γω ένα κλήμα στη στεριά, πέτρα μαύρη θα 'ριχνα. Μα πού το κλήμα; Απόφαση το πήρα. Ή το κύμα θα με φάει ή θα με δώσει πετσί και κόκαλο στον κόσμο. Καλά λοιπόν ζωή χαρισάμενη! Δουλειά και γλέντι. Μηγάρις ήμουν μοναχός; Όλος ο ναυτόκοσμος έτσι δέρνεται. Έκαμα σε τόσα καράβια· είδα και τους ξένους, μα δε ζήλεψα την τύχη τους. Παντού ίδια η ζωή του ναύτη. Βρισιές από τον καπετάνιο, από το φορτωτή καταφρόνια, φοβέρες από τη θάλασσα, σπρωξίματ' από τη στεριά. Όπου και να
γυρίσεις, στα κόντρα βρίσκεσαι.
     Μια φορά που ήρθα στον Πειραιά με την εγγλέζικη φρεγάδα, είπα να πάω στη πατρίδα. Από τότε που 'φυγα με τον καπετάν Καλιγέρη δε γύρισα ποτέ. Η τύχη μ' άρπαξε στα φτερά της και μ' έφερε σβούρα στη Γη. Πήγα, ήβρα το σπίτι χάρβαλο, τον τάφο της μάνας μου χορταριασμένο και μια μικρούλα μου αγαπητικιά σωστή αντρογυναίκα. Έκαμα τρισάγιο της μάνας μου,
άναψα κερί στη ψυχή του πατέρα μου, έριξα και δυο ματιές στη παλιά μου αγάπη. Στη δεύτερη ματιά ανατρίχιασα. "Ποιός ξέρει", πικροσυλλογίστηκα, "Ποιός ξέρει, αν άκουα του πατέρα μου τα λόγια, τάχα δε θα ήμουνα σήμερα ο άντρας της Μαριώς";

     Ο πατέρας της, ο καπετάν Πάραρης, ήτανε παλιός καραβοκύρης, συνομήλικος του δικού μου. Στάθηκε τυχερός στη θάλασσα, τη τρύγησε καλά, ήβρε τη περίσταση, πούλησε το μπάρκο, αγόρασε χωράφια και τα 'καμε περιβόλι. Μούτζωσε για πάντα το ταξίδι.

     Την άλλη μέρα δεν έφυγα, όπως είχα σκοπό· ούτε την άλλη. Ούτε αποβδόμαδα. Δεν ξέρω τι με κράταγε κει· δουλειά δεν είχα. Μα κάθε στιγμή στο νου μου ερχόταν λυχνοσβήστης ο συλλογισμός: "Αν άκουα του πατέρα μου τα λόγια, τάχα δε θα ήμουνα σήμερα ο άντρας της Μαριώς"; Κι έκοβα βόλτες πάνω κάτω από το σπίτι της. Έπιανα κάθε κοντόβραδο το δρόμο που πήγαινε στο πηγάδι για νερό, να πάρω μια ματιά. Τι τα θες, τι τα γυρεύεις; Την αγάπησα τη Μαριώ. Όταν την έβλεπα να διαβαίνει χαμηλοθώρα, λεβεντοπερπάτητη, με στήθη μεστωμένα και τα μαλλιά ανεμιστά στις πλάτες, ποθούσα να κολλήσω πάνω της. Ο μαγνήτης που μ' έσυρε άπραγο παιδί στη θάλασσα, μ' έσερνε τώρα στη γυναίκα. Με το ίδιο πάθος ρίχτηκα στ' αχνάρια της πεντάμορφης. Εκεί έβαλα προξενητή τον καπετάν Καλιγέρη· εδώ τη γριά Καλομοίρα. "Δε φεύγω, αν δεν πάρω απόκριση", συλλογίστηκα. Η προξενήτρα τα κατάφερε μια χαρά. Ζάχαρη έβαλε στα λόγια της και πλάνεσε κορίτσι και πατέρα ευθύς.

 -"Να σου ειπώ"· μου λέει ο καπετάν Πάραρης ένα βράδυ παράμερα. "Ο σκοπός σου καλός και τίμιο το φέρσιμο σου. Δε θέλω και καλύτερο να μπάσω σπίτι μου, παρά το γιο του φίλου μου, του αδερφού μου. Το Μαριώ είναι δικό σου· με μια συμφωνία. Θ' αρνηθείς τη θάλασσα. Κείνο που έλεγε ο πατέρας σου το λέω και γω. Δεν έχει πίστη, δεν έχει έλεος. Θα την αφήσεις λοιπόν τη θάλασσα".

 -"Μα τί να κάμω;" του είπα· "πώς θα ζήσω; Ξέρεις καλά πως άλλη τέχνη δεν έμαθα".

 -"Το ξέρω. Μα το Μαριώ έχει το δικό του".

 -"Λοιπόν θα πάρω γυναίκα να με τρέφει";

 -"Όχι, δε θα σε τρέφει· μη θυμώνεις. Δε θέλω να σε προσβάλω. Θα δουλέψεις· θα δουλέψετε κι οι δυο. Είναι το περιβόλι, είναι τ' αμπέλι, είναι το χωράφι. Δουλευτάδες καρτερούν".

     Η αλήθεια είναι πως δεν ήθελα και τίποτ' άλλο. Τη θάλασσα την αρνιόμουν και την απαρνιόμουν. Είχα καταντήσει σαν τον 'Αϊ-Λια που πήρε στον ώμο το κουπί κι ανέβη στα βουνά, ζητώντας κατοικία εκεί που οι άνθρωποι δεν ήξεραν τ' όνομα του. Παρόμοια και γω. Ούτε τ' όνομα της, ούτε το χρώμα της. Τα κάλλη της δεν είχαν για μένα μυστικά, τα μάγια λύθηκαν.

 -"Σύμφωνοι", του 'πα· "έχεις το λόγο μου".
     Τρία χρόνια έκαμα με το Μαριώ απάνω στο Τραπί, χωριό του πεθερού μου· τρία χρόνια ζωή αληθινή. Εμαθα την αξίνα και δούλευα μαζί της το περιβόλι, το αμπέλι, το χωράφι. Πώς πέρναε ο καιρός δεν το κατάλαβα. Δουλειά κι αγάπη. Τώρα σκάφταμε, τώρα τρέχαμε κάτω από τις κιτριές σα πουλαράκια πρωτόβγαλτα. Έμαθα να σκαλίζω τις κιτριές, να κλαδεύω τ' αμπέλι, να οργώνω το χωράφι. Είχε πενήντα τάλιρα το χρόνο από το κίτρο, είκοσι από το κρασί, από το σιτάρι σαράντα· χωριστά ο σπόρος κι η φάκνα του σπιτιού. Πρώτη φορά είδα ζωντανή στα χέρια μου τη πληρωμή. Το άλαλο χώμα έκανε χίλιους τρόπους, χρώματα,
σχήματα, μυρουδιές, καρπούς και άνθη για να λαλήσει, «ευχαριστώ» να μου ειπεί που το δούλευα. 'Ανοιγα τ' όργωμα και τ' όργωμα έμενε στη θέση του, δεχότανε το σπόρο, τον έκρυβε από τα πετεινά, τον ζέσταινε και τον νότιζε ως που τον έδειχνε πάλι στα μάτια μου ολόδροσο, χλωροπράσινο, χρυσαφένιο, σαν να μου έλεγε: "Κοίτα πώς τον ανάστησα"!
     Αλάφρωνα το κλήμα από το βάρος του και το κλήμα
δακρύζοντας τιναζόταν χαρούμενο, τα μάτια του άνοιγε σαν πεταλούδα κι άξαφνα πρόβαινε σταφυλοφορτωμένο. Καθάριζα τη κιτριά κι εκείνη βεργολυγερή, πανώρια, ψήλωνε φουντωτή, καμαρωτή, μου χάριζε ίσκιο στα μεσημερινά κάματα κι ύπνο αρωματισμένο τις νύχτες· το είναι μου όλο το δρόσιζε με το χρυσόξανθο καρπό της. Α! Ο Θεός εβλόγησε τη γη που της έδωκε αίσθημα. Όχι κείνο το αναίσθητο στοιχειό που το αυλακώνεις και τρέχει να σβήσει τ' αχνάρι σου· το σπρώχνει σαν να του λέει «τί θες εδώ» και βρυχιέται να σου ανοίξει το λάκκο. Ο Κάης (Σημ: Κάιν), θαλασσινός έπρεπε να πάει έπειτ' από το κακούργημα.

     Κάθε ηλιοβασίλεμα ανεβαίναμε στο χωριό. Εμπρός εκείνη με τα κατσικάκια κουδουνοστόλιστα και παιχνιδιάρικα· πίσω εγώ με την αξίνα στον ώμο και τη μούλα φορτωμένη καψόξυλα. 'Αναβε τη φωτιά το Μαριώ να ετοιμάσει το δείπνο μας. 'Αναβα και γω τη πίπα μου στο κατώφλι ξαπλωμένος, ανάμεσα στο ξανθό αγιόκλημα που σκάλωνε στους τοίχους, δίπλα στους βασιλικούς, τους δυόσμους, τις μαντζουράνες, που δε ζητούσαν παρά λίγο σκάλισμα, κόμπο νεράκι για να μας λούσουν με μόσκους.

 -"Καλησπέρα".

 -"Καλησπέρα σου".

 -"Καληνύχτα".

 -"Καλό ξημέρωμα".

    'Αλλαζα καρδιοστάλαχτες ευχές με τους συντοπίτες μου. Δε κοίταζα πια τον ουρανό, δε ξέταζα του φεγγαριού τη θέση, το τρεμολάμπημα των άστρων, του ανέμου το φύσημα, της πούλιας την ανατολή. Κι όταν αργά στης γυναίκας μου άραζα την αγκαλιά, ποιος κόρφος και ποιο λιμάνι πλάνο μπορούσε να χαρίσει την ευτυχία μου!

     Έτσι πέρασε ο δεύτερος χρόνος και μπήκαμε στον τρίτο. Μια Κυριακή του Φλεβάρη κατέβηκα με τη γυναίκα μου στον 'Αϊ-Νικόλα. Ο ξάδερφος της, ο καπετάν Μαλάμος, βάφτιζε το μπρίκι του και μας είχε καλεσμένους στη χαρά. Ήταν ωραία μέρα -αρχή του πόθου μου. Ο ταρσανάς γεμάτος μαδέρια, κατάρτια, σανίδες, πελεκούδια, ροκανίδια. Ο αέρας παράμεστος από την άρμη του νερού, τη μυρουδιά του κατραμιού, της πίσσας, των σχοινιών. Λόφοι τα στουπιά, σωροί τα σίδερα. Κι απ' άκρη σ' άκρη της ακρογιαλιάς βαρκούλες ομορφοβαμμένες, μπρίκια ανασκελωμένα, γολέτες ξερμάτωτες, καρίνες αμακιασμένες και στρειδοφόρτωτες· σκελετοί καϊκιών, σκούνας, τρεχαντηριού, άλλοι με το κοράκι και το σταυρό, άλλοι ντυμένοι ως την κουπαστή, μισοτελειωμένοι άλλοι. Όλα του ναυτόκοσμου τα σύνεργα, οι απλοί πόθοι κι οι μεγάλες ελπίδες, ξυλόχτιστες έστεκαν στην αμμουδιά. Οι καλεσμένοι -όλο το νησί μας- γιορτινοντυμένοι γύριζαν στα σκαριά, πηδούσαν μέσα τα παιδιά, τα ψηλαφούσαν οι άντρες, τα καμάρωναν, τους μιλούσανε πολλές φορές· έλεγανε την αξία τους, λογαριάζανε τη γοργάδα τους, συμβουλεύανε τον πρωτομάστορα για το καθετί.

     Το μπρίκι του καπετάν-Μαλάμου απάνου στη σκάρα του με τη πλώρη σπαθωτή, στεφανοζωσμένη την πρύμνη, με τα ποντίλια του απλωτά ζερβόδεξα, έμοιαζε σαρανταποδαρούσα κοιμάμενη στην αμμουδιά. Ολογάλαζη η θάλασσα στα πόδια του, το ράντιζε με τον αφρό της, του κελαηδούσε μυστικά και μπιστεμένα:

 -"Έλα, έλα να σε πλαγιάσω στους κόρφους μου, να σ' αναστήσω μ' ένα μου φίλημα. Τι κάθεσαι άψυχο ξύλο και βάρυπνο; Δε βαρέθηκες του δάσου τη νάρκη και την άβουλη ζωή; Ντροπή σου! Έβγα να παλέψεις με το κύμα· όρμησε στηθάτο να κουρελιάσεις τον άνεμο. Έλα να γίνεις ζήλεια της φάλαινας, σύντροφος στο δελφίνι, του γλάρου ανάπαψη, τραγούδι των ναυτών, καύχημα του καπετάνιου σου. Έλα, χρυσό μου, έλα!..." Και κείνο το άπραγο άρχισε να τριζοβολεί, έτοιμο ν' αφήσει την κλίνη του.

     Ο καπετάν Μαλάμος, φρεσκοξυρισμένος, γελαστός, με τη τσόχινη βράκα και το πλατύ ζωνάρι· δίπλα του η καπετάνισσα ντυμένη στα μεταξωτά, άστραφταν κι οι δύο τους σαν να έκαναν πάλι το γάμο τους. Και το βιολί, το λαγούτο, το νάι, λάλαγαν τη χαρά στα τετραπέρατα. Εγώ -τι να σου ειπώ;- δε χαιρόμουνα καθόλου. Καθισμένος κατάνακρα έβλεπα τη θάλασσα να φτάνει στα πόδια μου και κάποια θλίψη μου 'σφιγγε τη καρδιά. Έπειτ' από χρόνια έβλεπα τη πρώτη μου αγάπη, γαλαζοντυμένη, γελαστή, χαρούμενη. Πίστεψα πως με κοίταζε κατάματα, πως μιλούσε θλιμμένα, πως μ' έβριζε παραπονιάρικα:

 -"'Απιστε, απατεώνα, δειλέ"!

 -"Πίσω μου, διάτανε!" είπα κάνοντας το σταυρό μου. Ηθέλησα να φύγω· αλλά δε βαστάγανε τα πόδια μου. Μολύβι το σώμα κόλλησε στ' ορθολίθι και τα μάτια μου, τ' αφτιά, η ψυχή μου όλη παραδομένη στο κύμα, άκουε το παράπονο:

 -"'Απιστε, απατεώνα, δειλέ!" Λίγο έλειψε ν' αρχίσω τα δάκρυα.

 -"Ε, πουλί μ', τι συλλογιέσαι;" ακούω δίπλα μου. Και βλέπω το Μαριώ, πάντα όμορφη και γελαστή με το λεβέντικο ανάστημά της. Σάστισα, λες και μ' έπιανε να κάνω απιστίες.

 -"Τίποτα", είπα, "τίποτα... Πιάσε με να σηκωθώ, γιατί ζαλίστηκα". Και γαντζώθηκα πάνω της, σα να φοβόμουν μη με συνεπάρει το κύμα.
     Ο παπάς ντυμένος μ' άμφια διάβαζε την ευχή στο πλεούμενο. Ο πρωτομάστορας άρχισε τα προστάγματα.

 -"Φόρα το πρυμιό ποντίλι! Φόρα το πλωριό! Φόρα σκόντρα και σκαρί"!

     Ένα με τ' άλλο τα στηρίγματα φεύγαν από τη σκάρα και το μπρίκι να δραμπαλίζεται, μουδιασμένο θαρρείς από το καθισιό, άτολμο ακόμη στη νέα του ζωή. Τα παιδιά που ήταν ανεβασμένα στο κατάστρωμα τρέχαν από πρύμη σε πλώρη, από πλευρό σε πλευρό μαζί όλα, με τη κουφή ποδοβολή κοπαδιού.

 -"Γιούργια!" έκραξε ο πρωτομάστορας και με το σπρώξιμο των καλεσμένων, το πλοίο στέναξε και γλίστρησε στα νερά σαν πάπια, μαζί με το αμούστακο πλήρωμα του.

 -"Καλοτάξιδο, καπετάν Μαλάμο· καλοτάξιδο! Και το καρφί του μάλαμα!" φώναξε ο ναυτόκοσμος, βρέχοντας το αντρόγυνο με θάλασσα.
     Μα κείνη την ώρα ένα παιδί χτύπησε κάπου και πλάτσασε λιπόθυμα στο νερό. Δε χάνω καιρό, πηδώ μέσα με τα ρούχα μου. Δυο βουτιές κι έσυρα το παιδί από τη θάλασσα. Έσυρα κείνο, μα μπλέχτηκα εγώ στα δίχτυα της. Από τότε έφυγε ο ύπνος, η χαρά από κοντά μου. Εκείνο το θαλασσοβούτημα, το χλιο νερό που αγκάλιασε το κορμί μου, έσυρε την ψυχή σκλάβα κατόπι του. Το θυμόμουν και νόμιζα πως κάτι ζωντανό έσερνε στη ραχοκοκαλιά μου φιλήματα.

     Δεν έπιασα πια δουλειά. Δοκίμασα να πάω στο περιβόλι, στο χωράφι, στ' αμπέλι· όλα στενόχωρα. Γύριζα ολημερίς στ' ακρογιάλι, βούταγα στο νερό, ρουφούσα την αρμύρα, κυλιόμουνα στα φύκια· κυνηγούσα αχινούς και καβούρια. Συχνά κατέβαινα στο λιμάνι και δειλά πλησίαζα στις συντροφιές των ναυτικών ν' ακούω κουβέντα για τ' άρμενα, για ταξίδια, για τρικυμίες και ναυάγια. Κείνοι όμως δε γυρίζανε καθόλου να με ιδούν. Χωριάτης, βλέπεις, εγώ, παλιογεωργός, εκείνοι ναυτικοί, αγριοδέλφινοι! Τα ναυτόπουλα με κοίταζαν σαν να έλεγαν:

 -"Μωρέ, πού βρέθηκε αυτό το ξωτικό"!

     Οι παλαιότεροι αξίωναν να μου λένε κάποτε:

 -"Εσύ, Γιάννη, την έδεσες για καλά την μπαρούμα σου. Ουδ' άνεμο, ουδέ θάλασσα φοβάσαι πια. 'Αραξες". Που θα ειπεί: "Πάει πέθανες, δε ζεις στον κόσμο"!

     Κι έφευγα πάλι στ' ακρογιάλι, να ειπώ τη θλίψη μου στα κύματα. Τέλος, έκανα καραβάκια και καραβάκια περίτεχνα, με κατάρτια πριναρίσια, με παλαμάρια και πανιά και με την πύρινη φαντασία μου που τα 'κανε μπάρκο τρικούβερτο. Η Μαριώ μ' έβλεπε κ' έκανε το σταυρό της. Κι έταζε λαμπάδες στη Τηνιακιά, πήγαινε ξυπόλητη στα ξωκλήσια, διάβαζε τα ρούχα μου και στηθοχτυπιόταν μερόνυχτα για να πείσει τους άγιους να με φέρουν στα λογικά μου.

 -"Τί τα πας, τί τα γυρεύεις, Μαριώ;" της λέω μια μέρα. "Ούτε τάματα ούτε οι άγιοι ωφελούν στην αρρώστια μου. Εγώ είμαι παιδί της θάλασσας. Με κράζει και θα πάω. Θες τώρα, θες αργότερα, θα γυρίσω πάλι στη τέχνη μου".

     Καθώς το άκουσε, ντύθηκε στα μαύρα.

 -"Τη τέχνη σου!" λέει· "Ναύτης θα πας να γένεις! θα καταντήσεις ναύτης πάλι"!

 -"Ναι· ναύτης· δε μπορώ. Με κράζ' η θάλασσα"!

     Μα πού εκείνη! Να μη το ιδεί, να μη τ' ακούσει. 'Αρχισε τα δάκρυα, τα παρακάλια· ριχνόταν απάνω μου, μ' έσερνε στούς κόρφους της, με σκέπαζε με φιλιά. Έβριζε τη θάλασσα, τη ψεγάδιζε, τη καταριόταν. Του κάκου! Ούτε οι κόρφοι, ούτε τα φιλιά της με δένανε πια. Όλα μου φαίνονταν άνοστα και το κρεβάτι ακόμα.

     Ένα ηλιοβασίλεμα που καθόμουν στο ακρωτήρι, βλέπω μια φρεγάδα με γιομάτα πανιά, θεόρατη πέτρα έμοιαζε οτη θάλαοοα. Όλα της τα ξάρτια ξεχώριζαν. Είδα τους φλόκους, τις μαΐστρες, τους παπαφίγκους, τις γάμπιες, τους τρίγγους, τα πόμολα. Ακόμα και το σωτρόπι μπορώ να ειπώ πως είδα. Είδα την κάμαρη του καπετάνιου με τον 'Αϊ-Νικόλα ψηλά και το καντήλι του ακοίμητο. Είδα των ναυτών τα κλινάρια, άκουοα τις κουβέντες, οσμίσθηκα ιην ξυλεία τους. Είδα το μαγερειό, τα νεροβάρελα, την τρόμπα, τον αργάτη. Η ψυχή μου μελαγχολικό πουλάκι κάθισε απάνω ιης. 'Ακουσα τον αέρα να σχίζεται στα ξάρτια και να τραγουδεί του ναύτη τη ζωή. Πέρασαν εμπρός μου παρθένες ξανθές, μελαχρινές, μαυρομάτες, ανθοστολισμένες και γυμνόστηθες να μου χαρίζουν φιλήματα. Είδα λιμάνια πολυθόρυβα, ταβέρνες γεμάτες από καπνούς και κράσοπότηρα, σαντούρια και λαγούτα γλυκόφωνα. Εκεί άκουσα ένα ναύτη να με δείξει στους συντρόφους του και να ειπεί:

 -"Να κι ένας που αρνήθηκε τα καλά της θάλασσας από φόβο"!

     Τινάχτηκα πάνω. Οχι από φόβο, ποτέ! Τρέχω στο σπίτι· η Μαριώ έλειπε στο ρέμα. Κόβω τα ρούχα στον ώμο, πιάνω το κομπόδεμα κάτω από το προσκέφαλο και χάνομαι σαν κλέφτης. Σκοτεινά έφτασα στον 'Αϊ-Νικόλα, λύνω μια βάρκα και φτάνω στη φρεγάδα.

     Από τότε φάντασμα η ζωή. Θα μου ειπείς· δε μετάνιωσα; Κι εγώ δε ξέρω. Αλλά και να γυρίσω τώρα στο νησί, πάλι δε θα ησυχάσω.

     Με κράζει η θάλασσα...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers