Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Bach Richard David: Πτήσεις Πέρα & Πάνω Από Τα Όρια

                 Βιογραφικό        


 

     Ο Ρίτσαρντ Ντέιβιντ Μπαχ είναι ο διάσημος αμερικανός συγγραφέας που 'γραψε με παγκόσμιαν επιτυχία το μυθιστόρημα: "Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον" (Jonathan Livingston Seagull, 1970), που 'γινε και κινηματογραφική επιτυχία με καταπληκτική μουσική επένδυση, από τον Νηλ Ντάιαμοντ (Neil Diamond).
     Γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1936, στο 
Oak Park, του Illinois κι υποστηρίζει πως είναι απόγονος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ (Johann Sebastian Bach). Είναι επίσης γνωστός για τη μεγάλη του αγάπη στις αεροπορικές πτήσεις, κυριολεκτικά, εκτός από μεταφορικά και μάλιστα από πολύ νέος, σ' ηλικία 17 ετών.
     Ξεκίνησε τις σπουδές του στο
Long Beach State College, το 1955. Έχει γράψει κι άλλα σημαντικά βιβλία, όπως: "Παραισθήσεις" (Illusions, 1977), "Ένας" (One, 1989), κι "Out of My Mind" (1999). Τα περισσότερα από τα βιβλία του είναι ημι-αυτοβιογραφικά και χρησιμοποιεί γεγονότα από τη ζωή του για να εξηγήσει τη φιλοσοφία του. Υπηρέτησε στην Air Force Reserve σαν πιλότος και κατόπιν ασχολήθηκε με διάφορες άλλες εργασίες. 
     Τα περισσότερα από τα βιβλία του περιλαμβάνουνε πτήσεις με κάποιο τρόπο, από τις πρώτες ιστορίες του που μιλάνε ξεκάθαρα γι' αυτές μέχρι τις πιο πρόσφατες, που χρησιμοποιεί τη πτήση σα φιλοσοφική μεταφορά. Ένα από τα βιβλία του που πολλοί πιλότοι αγαπούν είναι το "A Gift Of Wings".
     Το 1970, "Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον", -μια ιστορία για ένα γλάρο που πετά έτσι και μόνο για να πετά, πιότερο, και μάλιστα πάνω από τα... 'λογικά' όρια της ράτσας του, παρά για να εξασφαλίζει μόνο τη τροφή του και φυσικά έρχεται σε σύγκρουση με τους υπόλοιπους της ράτσας του-, δημοσιεύτηκε από τον Εκδοτικό Οίκο Macmillan, όταν πολλοί άλλοι εκδότες του 'χαν επιστρέψει το αντίτυπο με αρνητικήν απάντηση. Το βιβλίο, που περιλάμβανε μοναδικές φωτογραφίες γλάρων σε πτήση, έγινε γρήγορα best-seller κι ανέβηκε γοργά, πρώτο στη λίστα των μυθιστορημάτων και των non-fiction. Με συνολικά λιγότερες από 10.000 λέξεις κατάφερε να σπάσει όλα τα ταμεία στις πωλήσεις -τέτοιο ρεκόρ πωλήσεων είχε να συμβεί από την εποχή του "Όσα Παίρνει Ο 'Ανεμος" της Μάργκαρετ Μίλερ (Gone With A Wind: Margaret Miller).

     Το 2ο βιβλίο του, "Παραισθήσεις: Οι Περιπέτειες Ενός Απρόθυμου Μεσσία" (Illusions: The Adventures Of A Reluctant Messiah), που δημοσίευσε το 1977, λέει την ιστορία της σύγκρουσης του συγγραφέα  με κάποιο μεσσία των μοντέρνων καιρών, που 'χεν αποφασίσει να εγκαταλείψει τις προσπάθειές του. 
     Kατά τη διάρκεια της 10ετίας του '90, εμφανίστηκε σ' απευθείας σύνδεση από τη Compuserve, όπου απάντησε στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο προσωπικά. Παραχώρησε συνέντευξη τον Απρίλη του 2005 στο Conscious Talk Radio κι αυτές οι συνεντεύξεις επαναληφθήκανε μερικές φορές το 2006.
     Ο Μπαχ είχεν 6 παιδιά με τη πρώτη σύζυγό του, Bette. Χώρισαν το 1970, επειδή ο Ρίτσαρντ δε πίστευε στον γάμο. Ο γιος του, Τζόναθαν, είναι δημοσιογράφος κι έγραψε βιβλίο περιγράφοντας πως μεγάλωσε χωρίς να γνωρίσει τον πατέρα του, Ρίτσαρντ κι έπειτα τονε συνάντησε σα σπουδαστής στο κολέγιο. Ο πατέρας έδωσε την έγκρισή του γι' αυτό το βιβλίο αν και σημείωσε ότι περιλάμβανε κάποια προσωπικά στοιχεία, που δε θα πρεπε 'να δουνε το φως της δημοσιότητας'.
     Το 1977 παντρεύτηκε την ηθοποιό Leslie Parrish που συνάντησε κατά τη διάρκεια της παραγωγής της ταινίας του "Γλάρου Ιωνάθαν". Ήτανε σημαντικό στοιχείο στα 2 επόμενα βιβλία του: "
The Bridge Across Forever" & "One", -που εστίασαν πρώτιστα στη σχέση τους κι έπειτα στη τάση του Μπαχ προς την εργένικη ζωή. Χώρισαν το 1999.
     Όταν η ταινία του "Γλάρου" βγήκε στις αίθουσες και παρόλο που ο Μπαχ την απόλαυσε πραγματικά, πρόσεξε πως είχανε προσθέσει μια σκηνή που δεν υπήρχε στο βιβλίο κι επίσης πως δεν αναφερότανε τ' όνομά του πουθενά. Έτσι, οργισμένος, μήνυσε τη παραγωγή για τα δυο αυτά στοιχεία.

     Στη φιλοσοφία των βιβλίων του είναι συνεπής:

   "Η αληθινή φύση μας δεν δεσμεύεται από το διάστημα ή τον χρόνο, είμαστε εκφάνσεις του Είναι, δε γεννιόμαστε αληθινά ούτε πεθαίνουμε αληθινά κι εισερχόμαστε σ' αυτό τον κόσμο του Φαίνειν και Φαίνεσθαι για διασκέδαση, μαθαίνουμε να μοιραζόμαστε τις εμπειρίες μας με κείνους που μας ενδιαφέρει να εξερευνήσουμε και προπαντός να μάθουμε πως ν' αγαπήσουμε πάλι και πάλι". 


----------------------------------------------------------------------------------------------

                             Ο Γλάρος Ιωνάθαν Λίβινγκστον

    

     Ήταν πρωί κι ο νιογέννητος ήλιος άστραφτε χρυσός πάνω στις ρυτίδες μιας ήρεμης θάλασσας. Ένα μίλι από την ακτή μια ψαρόβαρκα έκανε συντροφιά στα νερά. Το σύνθημα για το Πρωινό Κοπάδι ρίχτηκε στον αέρα κι ένα πλήθος από χίλιους, περίπου, γλάρους έφτασε για να σπρωχτεί και να παλέψει για μια μπουκιά φαΐ. 'Αλλη μια πολυάσχολη μέρα άρχιζε.

     Όμως ξέμακρα, μονάχος, ολομόναχος, πέρα από βάρκα κι από ακτή, ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος, άρχιζε τις ασκήσεις του. Τριάντα μέτρα ψηλά στον ουρανό, κατέβασε τα μεμβρανωτά πόδια του, σήκωσε το ράμφος του κι αγωνίστηκε να διατηρήσει τις φτερούγες του σε μια κουραστική και δύσκολη κυρτή καμπύλη. Η καμπύλη αυτή είχε σαν αποτέλεσμα το σιγανό πέταγμα και να, τώρα έκοβε ταχύτητα ώσπου ο άνεμος να γίνει ένας ψίθυρος στο πρόσωπό του, ώσπου ο ωκεανός κάτω του να σταθεί ακίνητος· Μισόκλεισε τα μάτια σε έντονη συγκέντρωση, κράτησε την ανάσα του, ζορίστηκε για... μια... μονάχα... ακόμη... ίντσα... στη καμπύλη. Ύστερα τα φτερά του μπερδεύτηκαν, έχασε την ισορροπία του κι έπεσε. Οι γλάροι, όπως θα ξέρετε, δεν λαθεύουν ποτέ, δε χάνουν ποτέ την ισορροπία τους. Το να χάσουν την ισορροπία τους στον αέρα είναι γι' αυτούς ντροπή κι ατίμωση.

     Αλλά ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος, που χωρίς ντροπή άπλωνε και πάλι τις φτερούγες του στην δύσκολη, τρεμάμενη εκείνη καμπύλη, που κόβοντας ταχύτητα ολοένα και πιο πολύ έχανε για άλλη μια φορά την ισορροπία του -δεν ήταν ένα συνηθισμένο πουλί. Οι περισσότεροι γλάροι δεν νοιάζονται να μάθουν τίποτε παραπάνω για το πέταγμα από τα στοιχειώδη -πώς να πάνε από την ακτή στο φαϊ και πώς να γυρίσουν πάλι πίσω. Κι αυτο, γιατί οι περισσότεροι γλάροι δεν δίνουν σημασία στο πέταγμα αλλά στο φαϊ. Τούτον εδώ όμως τον γλάρο δεν τον ένοιαζε το φαϊ αλλά το πέταγμα. Περισσότερο από κάθε τι ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος αγαπούσε το πέταγμα.

     Ανακάλυψε πως ο τρόπος που σκεφτόταν δεν ήταν ο καλύτερος για να γίνει δημοφιλής στ' άλλα πουλιά. Ακόμα κι οι γονείς του ανησυχούσαν, καθώς ο Τζόναθαν περνούσε μέρες ολόκληρες μονάχος, κάνοντας εκατοντάδες δοκιμαστικές βουτιές. Δεν ήξερε το γιατί, όταν όμως πετούσε, λόγου χάρη, πάνω από το νερό, σε ύψος μικρότερο από το μισό του ανοίγματος των φτερών του, μπορούσε να μείνει στον αέρα περισσότερη ώρα με μικρότερη προσπάθεια. Οι βουτιές του δεν κατέληγαν στο συνηθισμένο πλατσούρισμα των ποδιών στη θάλασσα, αλλά έφτιαχναν ένα μακρύ και πλατύ αυλάκι καθώς άγγιζε την επιφάνεια, με τα πόδια σφιχτά κολλημένα πάνω στο σώμα του. Κι όταν πάλι άρχιζε τις προσγειώσεις στην ακτή, με τα πόδια μαζεμένα και μετά μέτραγε με βήματα πόσο ήταν το μήκος του γλυστρήματός του στην άμμο, οι γονείς του ανησυχούσαν στ' αλήθεια πολύ.

 -"Γιατί, Τζων, γιατί;" ρωτούσε η μητέρα του. "Γιατί σου είναι τόσο δύσκολο να είσαι σαν όλους του κοπαδιού, Τζων; Γιατί δεν αφήνεις το χαμηλό πέταγμα για τους πελεκάνους και τα αλμπατρός; Γιατί δεν τρως; Τζων είσαι φτερό και κόκαλο".

 -"Δε με νοιάζει αν είμαι φτερό και κόκαλο μητέρα. Το μόνο που θέλω είναι να ξέρω τι μπορώ να κάνω στον αέρα. Αυτό είναι όλο. Θέλω να ξέρω".

 -"'Ακου, Τζόναθαν", έλεγε ο πατέρας του με καλωσύνη, "ο χειμώνας είναι κοντά. Οι βάρκες θα λιγοστέψουν και τ' αφρόψαρα θα κολυμπάνε βαθιά. Αν πρέπει να σπουδάσεις κάτι, σπούδασε το φαϊ και πώς να το αποκτήσεις. Αυτή η ιστορία με το πέταγμα είναι καλή, αλλά το ξέρεις, τις βουτιές δε μπορείς να τις φας. Μην ξεχνάς ότι πετάς για να τρως".

     Ο Τζόναθαν κατένευσε υπάκουα. Στις μέρες που ακολούθησαν προσπαθούσε να συμπεριφέρεται σαν όλους τους άλλους γλάρους· Πραγματικά, προσπαθούσε σκληρίζοντας και παλεύοντας μαζί με το κοπάδι γύρω από τις προβλήτες και τις ψαρόβαρκες, βουτώντας για κομμάτια από ψάρια και ψωμιά. Δεν τα κατάφερνε, όμως, καθόλου. "Είναι τόσον άσκοπα όλ' αυτά", σκεφτόταν καθώς άφηνε σκόπιμα να του πέσει μια σαρδέλα, που κέρδισε με δυσκολία, σ' ένα πεινασμένο γέρικο γλάρο, που τον κυνηγούσε. "Θα μπορούσα να διαθέσω όλον αυτόν τον καιρό για να μαθαίνω να πετάω. Υπάρχουν τόσα πολλά να μάθω".
    
Δεν πέρασε πολύς καιρός κι ο Τζόναθαν Γλάρος, βρισκόταν πάλι μακρυά, μόνος του, ανοιχτά στην θάλασσα, πεινασμένος, ευτυχισμένος, μαθαίνοντας. Από τριακόσια μέτρα, χτυπώντας τα φτερά του όσο πιο δυνατά μπορούσε, χυμούσε σε μιαν απότομη, ορμητική βουτιά προς τα κύματα και τότε μάθαινε το γιατί οι γλάροι δεν κάνουν απότομες, ορμητικές βουτιές. Ακριβώς σ' έξη δευτερόλεπτα έφτανε τα εβδομήντα μίλια την ώρα, όπου οι φτερούγες -σ' αυτή τη ταχύτητα- χάνουν την σταθερότητά τους καθώς ανοίγουν.

     Του συνέβαινε συχνά, όσο προσεκτικός κι αν ήταν, όσο σκληρά κι αν προσπαθούσε μ' όλες του τις δυνάμεις, να χάνει τον έλεγχο του πετάγματός του στις μεγάλες ταχύτητες. Ανέβαινε στα τριακόσια μέτρα. Πρώτα ολοταχώς ίσια μπροστά, ύστερα κάθετη εφόρμηση, χτυπώντας τα φτερά, σε μια κατακόρυφη βουτιά. Κάθε φορά, το αριστερό του φτερό έχανε την ευστάθειά του καθώς το ανασήκωνε κι ο Τζόναθαν κατρακυλούσε απότομα αριστερά το δεξί του φτερό μπερδευόταν και κείνος τιναζόταν σαν σπίθα σ' ένα τρελό στριφογύρισμα, πέφτοντας δεξιά. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε περισσότερο σ' αυτή τη δύσκολη φάση. Δέκα φορές προσπάθησε και τις δέκα, καθώς πέρναγε τα εβδομήντα μίλια την ώρα, κατρακυλούσε σα μάζα από φτερά, χωρίς κανέναν έλεγχο κι έπεφτε στο νερό.

     Το κλειδί, σκέφτηκε στο τέλος, καθώς στέγνωνε τα φτερά του, πρέπει να βρίσκεται στο να κρατώ ακίνητες τις φτερούγες μου στις μεγάλες ταχύτητες, να φτερουγίζω μέχρι τα πενήντα και μετά να τις κρατώ ακίνητες. Δοκίμασε ξανά από τα εφτακόσια μέτρα, χυμώντας στη βουτιά του με το ράμφος ίσια μπροστά και με τα φτερά ορθάνοιχτα. Από τη στιγμή που πέρασε τα πενήντα μίλια την ώρα, τα κράτησε ακίνητα. Χρειάστηκε τρομερή δύναμη, αλλά τα κατάφερε. Μέσα σε δέκα δευτερόλεπτα ξεπέρασε τα εννενήντα μίλια την ώρα. Ο Τζόναθαν είχε κάνει παγκόσμιο ρεκόρ ταχύτητος για γλάρους. Όμως η νίκη δεν κράτησε πολύ. Την ώρα που τελείωνε τη βουτιά, τη στιγμή που άλλαξε γωνία στα φτερά του, τινάχτηκε, χάνοντας κάθε έλεγχο, έπεσε, με κείνο τον ίδιο φοβερό τρόπο και τα εννενήντα μίλια την ώρα τον χτύπησαν σαν δυναμίτης. Ο Τζόναθαν Γλάρος έγινε κουβάρι στον αέρα και τσακίστηκε πάνω σε μια θάλασσα σκληρή σαν τσιμέντο.

     Όταν συνήλθε, είχε κι όλας νυχτώσει. Έπλεε μέσα στο σεληνόφωτο, πάνω στην επιφάνεια του ωκεανού. Τα φτερά του τα αισθανόταν σαν δυο κομμάτια μολύβι, μα κείνο που βάραινε πιο πολύ στις πλάτες του, ήταν το βάρος της αποτυχίας. Ευχήθηκε, αδύναμα, να γινόταν το βάρος αρκετό να τον τραβήξει απαλά κάτω στον βυθό και να τελειώνει μ' όλ' αυτά. Καθώς βυθιζόταν στο νερό, μια παράξενη, βαθειά φωνή αντήχησε μέσα του. "Δεν υπάρχει τρόπος να πετύχω. Είμαι ένας γλάρος. Είμαι από τη φύση μου περιορισμένος· Αν ήμουν φτιαγμένος να μάθω τόσα πολλά για το πέταγμα, θα 'χα χάρτες αντί μυαλό. Αν ήμουν για να πετάω γρήγορα, θα είχα τα κοντά φτερά του γερακιού και θα τρεφόμουν με ποντίκια αντί για ψάρια. Ο πατέρας έχει δίκιο. Πρέπει να ξεχάσω αυτές τις ανοησίες. Πρέπει να πετάξω πίσω στο Κοπάδι και να μένω ευχαριστημένος έτσι όπως είμαι: ένας φτωχός και περιορισμένος γλάρος". Η φωνή έσβησε. Ο Τζόναθαν συμφώνησε. Η θέση ενός γλάρου το βράδυ ήταν στην ακτή κι από την στιγμή τούτη -ορκίστηκε- θα γινότανε φυσιολογικός γλάρος. Έτσι όλοι θα ήταν πολύ πιό ευχαριστημένοι.
    
Σηκώθηκε κουρασμένα από τα σκοτεινα νερά και πέταξε προς τη ξηρά, ευγνωμονώντας που είχε μάθει το ξεκούραστο, χαμηλό πέταγμα. "Όμως όχι", σκέφτηκε. "Τέλειωσα πια με ό,τι ήμουνα, τελείωσαν όσα έμαθα. Είμαι ένας γλάρος σαν όλους τούς άλλους και θα πετάω σαν κι αυτούς". Έτσι ανέβηκε με κόπο στα τριάντα μέτρα και, χτυπώντας τα φτερά του πιο δυνατά, βιάστηκε να φτάσει στην ακτή. Αισθάνθηκε καλύτερα για την απόφαση που πήρε, να είναι ένας απλός γλάρος, σαν όλους τους άλλους του Κοπαδιού. Δεν θα είχε πια κανένα δεσμό με τη δύναμη που τον οδηγούσε να μαθαίνει. Δεν θα υπήρχαν πια προβλήματα για λύση, ούτε και αποτυχίες· Κι είναι τόσο όμορφα να σταματάς να σκέφτεσαι και να πετάς μονάχα μες στο σκοτάδι προς τα φώτα της ακτής.

     Σκοτάδι! Η βαθειά φωνή ξέσπασε πανικόβλητη. "Οι γλάροι ποτέ δε πετούν στο σκοτάδι"! Ο Τζόναθαν όμως δεν της έδωσε προσοχή. "Ήταν τόσο όμορφα", σκέφτηκε. "Το φεγγάρι και τα φώτα που τρεμοπαίζουν στο νερό, λαμπυρίζοντας, σα μικροί φάροι στο σκοτάδι και όλα γύρω τόσο ειρηνικά και τόσο ήσυχα". "Κατέβα κάτω! Οι γλάροι ποτέ δεν πετούν στο σκοτάδι. Αν ήσουν φτιαγμένος για να πετάς στο σκοταδι, θα είχες τα μάτια της κουκουβάγιας! Θα είχες χάρτες, αντί μυαλό! Θα είχες τα κοντά φτερά τον γερακιού". Κι εκεί, μέσα στη νύχτα, τριάντα μέτρα ψηλά στον αέρα, τα μάτια του Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρου, ανοιγόκλεισαν. Ο πόνος του, οι αποφάσεις του, όλα εξαφανίστηκαν. "Κοντά φτερά! Τα κοντά φτερά τον γερακιού! Αυτή είναι η απάντηση! Τι ανόητος που ήμουν! Δεν μου χρειάζεται παρά ένα μικρούτσικο φτερό, δεν μου μένει παρά να διπλώσω τα φτερά μου και να πετώ μοναχά με τις άκρες τους! Κοντά φτερά"!

     Ανέβηκε στα εφτακόσια μέτρα πάνω από την μαύρη θάλασσα και, χωρίς ούτε στιγμή να σκεφτεί αποτυχία ή θάνατο, σίμωσε σφιχτά τα μεγάλα φτερά του στο σώμα, αφήνοντας μόνο τις στενές άκρες των φτερούγων του απλωμένες στον αέρα κι όρμησε σε μια κάθετη βουτιά. Ο αέρας έγινε ένα τέρας που μούγκριζε στο κεφάλι του. Εβδομήντα μίλια, εννενήντα μίλια, εκατόν είκοσι κι ακόμα πιο γρήγορα. Η ένταση τώρα στα φτερά, στα εκατόν σαράντα μίλια την ώρα, ήταν πολύ μικρότερη, απ' ό,τι όταν πέταγε με τα εβδομήντα. Έτσι, με το παραμικρό στρίψιμο των φτερών του, άφηνε άνετα την τροχιά της βουτιάς κι εκτοξευόταν πάνω από τα κύματα, μια γκρίζα οβίδα κανονιού κάτω από το φεγγάρι. Έκλεισε τα μάτια του σχισμές, ενάντια στον άνεμο κι αναγάλλιασε. "Εκατόν σαράντα μίλια την ώρα! Και μ' έλεγχο! Αν βουτήξω από τα χίλια τριακόσια μέτρα αντί από τα εφτακόσια, αναρωτιέμαι πόσο γρήγορα θα..." Οι όρκοι που 'κανε λίγα λεπτά πριν ξεχαστήκανε, σαρώθηκαν από κείνο τον γρήγορο άνεμο. Κι όμως δεν αισθάνθηκε καθόλου τύψεις που παραβίασε τις υποσχέσεις που ο ίδιος είχε δώσει στον εαυτό του. Τέτοιες υποσχέσεις είναι μόνο για γλάρους που δέχονται το συνηθισμένο. Κείνος που 'χει αγγίξει την τελειότητα στη μάθηση, δεν έχει ανάγκη από τέτοιου είδους υποσχέσεις.

     Με την ανατολή του ήλιου, ο Τζόναθαν Γλάρος, γυμναζόταν πάλι. Από τα χίλια τριακόσια μέτρα οι ψαρόβαρκες φαίνονταν σαν σημαδάκια στο επίπεδο, γαλάζιο νερό και το Πρωινό Κοπάδι, ένα αμυδρό σύννεφο από μόρια σκόνης που γυρόφερνε. Ήταν ζωντανός, τρέμοντας ανεπαίσθητα από χαρά, περήφανος που κυριαρχούσε στο φόβο του. Ύστερα, χωρίς τύπους, έσμιξε τα μεγάλα φτερά, άπλωσε τις λοξές, κοντές άκρες τους και βούτηξε κατ' ευθείαν στη θάλασσα. Φτάνοντας στα χίλια διακόσια μέτρα, είχε αγγίξει τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα. Ο αέρας γινόταν ένας συμπαγής τοίχος από ήχο, που χτύπαγε πάνω του και τον εμπόδιζε να κινηθεί γρηγορότερα. Πετούσε τώρα ίσια κάτω, με διακόσια δεκατέσσερα μίλια την ώρα. Ξεροκατάπιε, γιατί ήξερε πως αν τα φτερά του ξεδιπλώνονταν σ' αυτή τη ταχύτητα, θα 'σκαγε σ' ένα εκατομμύριο κομματάκια γλάρου. Αλλά η ταχύτητα ήταν δύναμη κι η ταχύτητα ήταν χαρά κι η ταχύτητα ήταν καθαρή ομορφιά.

    'Αρχισε ν' αλλάζει την πορεία του στα τριακόσια μέτρα, ενώ οι άκρες των φτερών του χτυπούσαν και μπερδεύονταν, μέσα στον τεράστιο κείνον άνεμο, ενώ η βάρκα και το πλήθος των γλάρων που πάλευαν, μεγάλωναν με ταχύτητα μετεωρίτη που πλησιάζει κατά πάνω του. Δεν μπορούσε να σταματήσει. Δεν ήξερε καν πώς να στρίψει μ' αυτή την ταχύτητα. Η σύγκρουση σήμαινε ακαριαίο θάνατο. Κι έτσι έκλεισε τα μάτια του. Το πρωί εκείνο, μετά την ανατολή, ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος, πέρασε σα σφαίρα μέσα ακριβώς από το κέντρο του Πρωινού Κοπαδιού, αγγίζοντας τα διακόσια δώδεκα μίλια την ώρα, με τα μάτια κλειστά, σαν ένας σίφουνας από άνεμο και φτερά.
     Ο Γλάρος της Τύχης του χαμογέλασε ακόμη
μια φορά και κανείς δεν σκοτώθηκε. Όταν κατάφερε να στρέψει το ράμφος του πάλι προς τον ουρανό, έτρεχε ακόμη με εκατόν εξήντα μίλια την ώρα. Αφού ελάττωσε την ταχύτητά του στα είκοσι κι άπλωσε επιτέλους πάλι τα φτερά του, η βάρκα είχε γίνει ένα σημαδάκι στη θάλασσα, χίλια τριακόσια μέτρα πιο κάτω. Η σκέψη του ήταν γεμάτη θρίαμβο! Υπέρτατη ταχύτητα! Ένας.γλάρος με διακόσια δεκατέσσερα μίλια την ώρα! Ήταν κατόρθωμα. Η πιο μεγάλη στιγμή στην ιστορία του Κοπαδιού. Τη στιγμή κείνη μια νέα εποχή άρχιζε για το γλάρο Τζόναθαν. Πετώντας για τη μοναχική τοποθεσία των ασκήσεών του, διπλώνοντας τα φτερά του για μια βουτιά από τα δύο χιλιάδες πεντακόσια μέτρα, βάλθηκε με μιας να μάθει πώς να στρίβει. Ανακάλυψε πως ένα μόνο φτερό από τ' ακραία αν μετακινηθεί ένα χιλιοστό του μέτρου, δίνει μια μεγάλη μαλακιά καμπύλη με τρομερή ταχύτητα. Πριν όμως το ανακαλύψει αυτό βρήκε ότι, αν κινήσεις περισσότερα από ένα φτερό στην ταχύτητα αυτή, θα στριφογυρίζεις σαν μπάλα. Κι έτσι ο Τζόναθαν έγινε ο πρώτος απ' όλους τους γλάρους που έκανε ακροβατικό πέταγμα. Κείνη τη μέρα δεν έχασε καθόλου καιρό σε κουβέντες με άλλους γλάρους, αλλά συνέχισε να πετά και μετά τη δύση. Ανακάλυψε την ανακύκλωση, την αργή περιστροφή, την επί τόπου περιστροφή, την ανάστροφη περιδίνηση, την ημιανακύκλωση και κατάφερε να διαγράφει κύκλους με κέντρο την άκρη του φτερού του.

     Όταν ο Τζόναθαν Γλάρος συνάντησε το Κοπάδι στην ακτή, ήταν πια νύχτα. Ήταν ζαλισμένος και τρομερά κουρασμένος. Κι όμως γεμάτος χαρά έκανε με μια ανακύκλωση την προσγείωσή του στο έδαφος. Θα τρελαθούν από τη χαρά τους, σκέφτηκε, όταν μάθουν για το κατόρθωμα. Πόσο περισσότερο νόημα έχει τώρα να ζει κανείς! Αντί να πηγαινοερχόμαστε όλη την ώρα στις ψαρόβαρκες, έχουμε ένα σκοπό στη ζωή! Μπορούμε να υψωθούμε πάνω από την άγνοια, μπορούμε ν' ανακαλύψουμε τον εαυτό μας σαν πλάσματα, εξαιρετικά, μυαλωμένα κι ικανά. Μπορούμε να 'μαστε λεύτεροι! Μπορούμε να μάθουμε να πετάμε! Το μέλλον ήταν γεμάτο τραγούδι και φως υποσχέσεων!

     Όταν προσγειώθηκε, οι γλάροι ήταν συγκεντρωμένοι στη Σύναξη του Συμβουλίου και φαίνονταν σαν να 'χανε μαζευτεί απ' ώρα. Στη πραγματικότητα τον περίμεναν.

 -"Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρε! Στάσου στο Κέντρο!" τα λόγια του Πρεσβύτερου αντήχησαν με ύφος μεγάλης επισημότητας.
     Το να σταθείς στο
Κέντρο σήμαινε μόνον ή μεγάλη τιμή ή μεγάλη ατίμωση. Το να σταθείς στο Κέντρο τιμητικά ήταν ο τρόπος που αναδείκνυαν οι γλάροι τους επιφανέστερους αρχηγούς τους. "Βέβαια", σκέφτηκε, "σήμερα όλο το Πρωινό Κοπάδι είδε το κατόρθωμα! Αλλά δε θέλω τιμές! Δε θέλω να γίνω αρχηγός. Θέλω μόνο να μοιραστώ αυτό που ανακάλυψα, ν' ανοίξω κείνους τους ορίζοντες, μακρυά πέρα, μπροστά μας". Προχώρησε ένα βήμα.

 -"Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρε", είπε ο Πρεσβύτερος, "στάσου στο Κέντρο, για ατίμωση στα μάτια των γλάρων αδελφών σου". Αισθάνθηκε σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Τα γόνατά του λύθηκαν, τα φτερά του πάγωσαν. Στ' αφτιά του ανέβηκε βοή. Στο Κέντρο για ατίμωση! Αδύνατον! Το Κατόρθωμα! Δεν μπορούν να το καταλάβουν! Έχουν άδικο, άδικο! "...για παράτολμη επιπολαιότητα", η επίσημη φωνή απήγγειλε, "για παραβίαση αξιοπρέπειας και παράδοσης της Οικογένειας των Γλάρων..." Το να σταθεί στο Κέντρο για ατίμωση σήμαινε πως θα τον έδιωχναν από τη κοινωνία των Γλάρων. Τον καταδίκαζαν σε μοναχική ζωή στους Μακρυνούς Βράχους. "...μια μέρα Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρε, θα μάθεις πως η ανευθυνότης δεν αμοίβεται. Η ζωή είναι το άγνωστο που δεν μπορεί να γίνει γνωστό. Ένα μόνο πράγμα ξέρουμε: πως ερχόμαστε στον κόσμο για να τρώμε και για να μείνουμε ζωντανοί όσο το δυνατόν περισσότερο".

     Ένας γλάρος δεν απαντά ποτέ στο Συμβούλιο του Κοπαδιού, αλλά ο Τζόναθαν ύψωσε τη φωνή του.
 -"Ανευθυνότης! Αδέρφια μου!" φώναξε. "
Ποιός είναι πιο υπεύθννος από κείνο το γλάρο που ανακαλύπτει κι ακολουθεί ένα νόημα, έναν ανώτερο σκοπό στη ζωή; Για χιλιάδες χρόνια τρέχουμε πίσω από ψαροκέφαλα, όμως σήμερα έχουμε ένα σκοπό στή ζωή. Να μάθουμε, ν' ανακαλύψουμε, να λευτερωθούμε! Δώστε μου μιαν ευκαιρία, αφήστε με να σας δείξω τι έχω ανακαλύψει..."

     Το Κοπάδι θα ήταν σίγουρα από πέτρα.
 -"Η Αδελφότης έσπασε!",
απήγγειλαν οι γλάροι όλοι μαζί και με τέλεια ομοφωνία, έκλεισαν τ' αφτιά τους και του γύρισαν τις πλάτες.

     Ο Τζόναθαν Γλάρος περνούσε πια τις μέρες του μόνος, αλλά πέταξε πέρα από τους Μακρυνούς Βράχους. Η μοναδική του θλίψη δεν ήταν η μοναξιά, ήταν η άρνηση των γλάρων να πιστέψουν στη δόξα του πετάγματος που τους περίμενε. Η άρνηση ν' ανοίξουν τα μάτια τους και να δουν.

     Καθε μέρα μάθαινε και πιο πολλά. Έμαθε πως όταν βουτούσε με μεγάλη ταχύτητα παράλληλα με το ρεύμα, εύρισκε τα σπάνια και νόστιμα ψάρια που κολυμπούσαν σε κοπάδια, τρία μέτρα κάτω από την επιφάνεια του ωκεανού. Δεν είχε ανάγκη πια τις ψαρόβαρκες και το μπαγιάτικο ψωμί, για να επιζήσει. Έμαθε να κοιμάται στον αέρα, βάζοντας πορεία, τη νύχτα, πάνω στον άνεμο του πελάγους κι έτσι κάλυπτε εκατό μίλια από δύση σ' ανατολή. Με τον ίδιο εσωτερικό έλεγχο πέταγε μέσα από βαρειές ομίχλες κι ανέβαινε πάνω από σύννεφα, στους αστραφτερούς ουρανούς, ενώ την ίδια στιγμή οι άλλοι γλάροι σέρνονταν στο έδαφος, βλέποντας μόνον ομίχλη και βροχή. Έμαθε να καβαλά τους ψηλούς ανέμους, που τον έφερναν στη ξηρά, για να τρέφεται κει με νόστιμα έντομα. Ό,τι είχε ελπίσει για το κοπάδι, τώρα το κέρδιζε μόνο για τον εαυτό του. Είχε μάθει να πετά κι όσο για το τίμημα που αναγκάστηκε να πληρώσει, δε μετάνοιωνε. Ο Τζόναθαν Γλάρος ανακάλυψε πως η ραθυμία, ο φόβος κι η οργή ήσαν τα αίτια που κάνανε τη ζωή των γλάρων τόσο σύντομη. Μα αυτά είχαν πια χαθεί από το νου του και τώρα ζούσε μια ζωή μεγάλη κι αληθινά όμορφη.

     Τότε ήρθαν ένα απόγευμα και βρήκανε τον Τζόναθαν να γλυστρά ήσυχος και μόνος μες στον αγαπημένο του ουρανό. Οι δυο γλάροι που φανερωθήκανε δίπλα στα φτερά του ήταν καθαροί σαν το φως των άστρων κι η λάμψη που έβγαζαν ήταν απαλή και φιλική μες στην αιθέριαν ατμόσφαιρα της νύχτας. Όμως απ' όλα πιο θαυμαστό σ' αυτούς ήταν η δεξιοτεχνία που είχαν καθώς πετούσαν με τις άκρες των φτερών τους, κρατώντας μια σταθερή κι ακριβέστατη απόσταση τριών εκατοστών από τα δικά του. Χωρίς να πει λέξη, ο Τζόναθαν άρχισε να τους δοκιμάζει, με μια δοκιμασία που ποτέ, κανείς γλάρος δεν είχε περάσει. Έστριψε τα φτερά του κι έκοψε ταχύτητα μέχρι ένα μίλι την ώρα. Τα δυο ακτινοβόλα πουλιά κόψανε μαζί του, μαλακά, κρατώντας σταθερά τη θέση τους. Ήξεραν, λοιπόν, το αργό πέταγμα. Δίπλωσε τα φτερά του, κύλησε κι όρμησε σε μια βουτιά εκατόν εννενήντα μιλίων την ώρα. Βούτηξαν κι αυτοί μαζί του, ορμώντας προς τα κάτω μ' άψογο σχηματισμό. Τέλος γύρισε, με την ίδια ταχύτητα, κατ' ευθείαν πρός τα πάνω, σ' ένα κατακόρυφο πέταγμα. Ήρθαν μαζί του, χαμογελώντας. Ξανάρθε στο ίσιο πέταγμα και πέρασε πολλήν ώρα πριν μιλήσει.
 -"Πολύ καλά", είπε, «ποιοί είστε
σεις";
 -"Είμαστε από το Κοπάδι σου, Τζόναθαν. Είμαστε οι αδελφοί σου". Τα
λόγια τους ήτανε δυνατά κι ήρεμα. "Ήρθαμε να σε πάρουμε πιο ψηλά. Να σε πάμε σπίτι".

 -"Δεν έχω σπίτι. Δεν έχω Κοπάδι. Είμαι Απόβλητος. Και τώρα πετάμε πάνω στον άνεμο του Μεγάλου Βουνού. Δε μπορώ να σηκώσω αυτό το παλιοσώμα ψηλότερα από λίγες ακόμη δεκάδες μέτρα".

 -"Κι όμως, μπορείς Τζόναθαν. Γιατί εσύ γνωρίζεις. Το ένα σχολείο τελείωσε κι ήρθε η ώρα ν' αρχίσει κάποιο άλλο".

     Όπως τον φώτιζε σ' όλη του τη ζωή, έτσι και τώρα η Κατανόηση ξάστραψε μες στον Τζόναθαν Γλάρο. Είχανε δίκιο. Μπορούσε να πετάξει ψηλότερα κι ήτανε καιρός να γυρίσουν σπίτι. Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω στον ουρανό, στον υπέροχο κείνο ασημένιο χώρο όπου είχε μάθει τόσα πολλά.

 -"Είμαι έτοιμος!" είπε στο τέλος κι ο Τζόναθαν Λίβινγκστον Γλάρος υψώθηκε μαζί με τους δυο φωτεινούς, σαν άστρα γλάρους, για να εξαφανιστεί μες στον ολοσκότεινο

ουρανό. "Ώστε αυτός είναι ο Παράδεισος", σκέφτηκε και χαμογέλασε μέσα του, αλλά είναι σχεδόν ασέβεια να κάθεται κανείς να τον εξετάζει ακριβώς την ώρα που πετά, για να περάσει μέσα σ' αυτόν.

     Καθώς ερχόταν τώρα από τη Γη, πάνω απο τα σύννεφα και σε κοντινό σχηματισμό με τους δυο ακτινοβόλους γλάρους, είδε πως και το δικό του σώμα άρχιζε να λάμπει σαν και τα δικά τους. Αλήθεια, ήταν πάλι ο ίδιος εκείνος νεαρός γλάρος Τζόναθαν, που πάντα ζούσε πίσω από τα χρυσά του μάτια, αλλά η εξωτερική του μορφή είχε αλλάξει. Την ένιωθε σα σώμα γλάρου, αλλά πέταγε κι όλας πολύ καλύτερα απ' όσο το προηγούμενο σώμα του είχε πετάξει ποτέ. "Με τη μισή προσπάθεια", σκέφτηκε, "φτάνω σε διπλάσια ταχύτητα, διπλάσια επίδοση, από όση στις καλύτερες μέρες μου στη γη"!

     Τα φτερά του τώρα άστραφταν με λαμπρό, άσπρο χρώμα κι οι φτερούγες του ήταν μαλακές και τέλειες σαν φύλλα γυαλισμένου ασημιού. Μ' ευχαρίστηση άρχισε να μαθαίνει και να βάζει δύναμη πάνω σ αυτά τα νέα φτερά. Στα διακόσια πενήντα μίλια την ώρα αισθάνθηκε πως πλησίαζε την ανωτάτη ταχύτητα. Στα διακόσια εβδομήντα τρία σκέφτηκε πως πετούσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και, για πρώτη φορά, αισθάνθηκε λίγο απογοητευμένος. Υπήρχε ένα όριο στα όσα μπορούσε να κάνει το νέο σώμα, αλλά αν και το πέταγμά του ήταν πολύ πιο γρήγορο από το παλιό του ρεκόρ, υπήρχε ακόμη ένα όριο, που για να το ξεπεράσει, θα 'πρεπε να προσπαθήσει πολύ. "Στον Παράδεισο", σκέφτηκε, "δε θα 'πρεπε να υπάρχουν όρια". Τα σύννεφα παραμέρισαν κι οι συνοδοί τού φώναξαν "καλή προσγείωση" κι εξαφανίστηκαν μες στον αιθέριο αέρα.

     Πέταγε πάνω από τη θάλασσα προς μια δαντελωτή παραλία. Ελάχιστοι γλάροι κάναν ασκήσεις πάνω στα βράχια. Ξέμακρα προς τα βόρεια, πάνω στον ορίζοντα, πετούσαν μερικοί ακόμη. Καινούργιο θέαμα, νέες σκέψεις, νέες απορίες. Γιατί τόσοι λίγοι γλάροι; Ο ουρανός θα έπρεπε να είναι γεμάτος κοπάδια γλάρους! Και γιατί αισθάνομαι τόσο κουρασμένος, έτσι ξαφνικά; Οι γλάροι στον ουρανό, υποτίθεται πως δεν επιτρέπεται ποτέ να είναι κουρασμένοι ή να κοιμούνται. Που το είχε ξανακούσει αυτό; Η θύμηση της ζωής του στη Γη είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Η Γη υπήρξε γι' αυτόν ένας τόπος όπου έμαθε, βέβαια, πολλά, αλλά οι λεπτομέρειες ήταν θολές -κάτι για αγώνες γύρω από το φαϊ, κάτι για εξορίες...

     Δώδεκα γλάροι ήρθαν από την παραλία, να τον προϋπαντήσουνε, χωρίς να μιλήσουν καθόλου. Ένιωσε μόνο πως τον καλοσώριζαν και πως μπορούσε να αισθάνεται σαν στο σπίτι του. Ήταν μια τόσο μεγάλη μέρα γι' αυτόν, που δεν θυμόταν καν την ανατολή της. Έστριψε για να προσγειωθεί στην ακτή, χτυπώντας τις φτερούγες του για να σταματήσει λίγο στον αέρα και μετά να πέσει ανάλαφρα στην άμμο. Κι οι άλλοι γλάροι προσγειώθηκαν, αλλά κανένας δεν κούνησε ούτε φτερό. Ταλαντεύτηκαν στον αέρα με απλωμένες τις λαμπερές φτερούγες κι έτσι άλλαξαν κάπως την κλίση των φτερών τους. Κι ώσπου να σταματήσουν, την ίδια στιγμή, τα πόδια τους άγγιξαν το έδαφος. Ήταν θαυμάσιος ο έλεγχός τους, αλλά ο Τζόναθαν ήταν τώρα τόσο κουρασμένος για να δοκιμάσει. Κι ενώ στεκόταν στην ακτή, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, αποκοιμήθηκε.
     Στις μέρες που ακολούθησαν, ο Τζόναθαν είδε πως υπήρχαν τόσα πολλά να μάθει για το πέταγμα στον τόπο τούτο, όσα και στην προηγούμενη ζωή, που είχε αφήσει πίσω του. Με μια διαφορά όμως. Εδώ υπήρχαν γλάροι που σκέπτονταν, όπως σκεπτόταν κι αυτός. Για τον καθένα τους, το πιο σημαντικό πράγμα στην ζωή ήταν να τείνουν και ν' αγγίζουν την τελειότητα σ' ό,τι αγαπούσαν πιο πολύ, στο πέταγμα. Ήταν υπέροχα πουλιά όλοι τους, και περνούσαν ώρες ολόκληρες κάθε μέρα ασκούμενοι στις πτήσεις, δοκιμάζοντας τη πιο προχωρημένη αεροναυτική.
     Για πολύ καιρό ο Τζόναθαν είχε ξεχάσει τον κόσμο απ' όπου είχε έρθει. Το μέρος εκείνο, όπου το Κοπάδι ζούσε με τα μάτια κλειστά στη χαρά του πετάγματος, χρησιμοποιώντας τα φτερά του σαν μέσο για να βρίσκει και να μάχεται για το φαγητό. Υπήρχαν όμως και στιγμές που, για λίγο μόνο, θυμόταν. Τον θυμήθηκε ένα πρωινό που είχε βγεί για πτήση με το δάσκαλο του κι ενώ ξεκουραζόταν στην ακτή, έπειτα από ένα μάθημα απότομων πτήσεων με διπλωμένα φτερά.

 -"Μα πού είναι όλος ο κόσμος, Σάλλιβαν;" ρώτησε σιωπηλά, συνηθισμένος πια στην άνετη τηλεπάθεια που χρησιμοποιούσαν οι γλάροι κείνοι, αντί για σκληριές και κραυγές. "Γιατί δεν είμαστε πιο πολλοί εδώ; Από κει που έρχομαι υπάρχουν..."

 -"...χιλιάδες και χιλιάδες γλάροι. Το ξέρω". Ο Σάλλιβαν κούνησε το κεφάλι του. "Η μόνη εξήγηση που βλέπω, Τζόναθαν, είναι πως είσαι πράγματι ένα πουλί στο εκατομμύριο. Οι πιο πολλοί από μας ήρθαν εδώ πολύ αργά. Πηγαίναμε από τον ένα κόσμο στον άλλον, που ήταν τόσο όμοιοι, ξεχνώντας αμέσως από πού είχαμε έρθει, χωρίς να νοιαζόμαστε πού πηγαίνουμε, ζώντας για τη στιγμή. Μπορείς άραγε να φανταστείς πόσες ζωές πρέπει να πέρασαν πριν μας έρθει η πρώτη ιδέα ότι υπάρχει στην ζωή κάτι πιο πέρα από το φαγητό ή τον καβγά ή την εξουσία στο Κοπάδι; Χίλιες ζωές, Τζων, δέκα χιλιάδες! Κι ύστερα, άλλες εκατό ζωές για ν' αρχίσουμε να μαθαίνουμε πως υπάρχει κάποιο πράγμα που λέγεται τελείωση κι άλλες εκατό πάλι για να βρούμε την ιδέα πως ο σκοπός στη ζωή μας είναι να φτάσουμε αυτή τη τελείωση και να την εκφράσουμε. Ο ίδιος κανόνας ισχύει και για μας εδώ τώρα. Διαλέγουμε τον επόμενο κόσμο μας με ό,τι μαθαίνουμε σ' αυτόν εδώ. Μη μάθεις τίποτε κι ο επόμενος κόσμος θα είναι ο ίδιος με τούτον εδώ, με όλους τους περιορισμούς και τα μολυβένια βάρη που πρέπει να ξεπεράσεις". Τέντωσε τα φτερά του κι έστριψε το πρόσωπό του στον άνεμο. "Αλλά εσύ, Τζων", είπε, "έμαθες τόσα πολλά με μιας, που δε χρειάστηκε να περάσεις χίλιες ζωές, για να φτάσεις σ' αυτήν εδώ".

     Σ' ένα λεπτό πετούσαν πάλι κάνοντας άσκησεις. Οι ανάστροφες πτήσεις σε σχηματισμό ήταν δύσκολες, γιατί καθώς ήταν αναποδογυρισμένος, ο Τζόναθαν έπρεπε να τα σκέφτεται όλα ανάποδα, ν' αναστρέφει την καμπύλη των φτερών του και μάλιστα να την αναστρέφει με ακρίβεια, σε αρμονία με το δάσκαλό του.

 -"Ας ξαναδοκιμάσουμε", έλεγε ο Σάλλιβαν, ξανά και ξανά. "Ας ξαναδοκιμάσουμε". Και στο τέλος, "Καλά". Κι άρχιζαν να εξασκούνται στις εξωτερικές περιστροφές.

     Ένα βράδυ, οι γλάροι που δεν είχαν νυκτερινή πτήση στέκονταν στην αμμουδιά όλοι μαζί και στοχάζονταν. Ο Τζόναθαν μάζεψε όλο το θάρρος του και πλησίασε τον Πρεσβύτερο Γλάρο, που σύντομα, όπως έλεγαν, θα έφευγε μακρυά από κείνο τον κόσμο.

 -"Τσιανγκ..." είπε λίγο αμήχανα. Ο γέρο Γλάρος τον κοίταξε με καλωσύνη.
 -"Ναι, γιε μου;" Αντί να τον
εξασθενεί η ηλικία ο Πρεσβύτερος έπαιρνε δύναμη απ' αυτή. Ξεπερνούσε όλους τους γλάρους στο Κοπάδι κι ήξερε τεχνικές που οι άλλοι μόλις άρχιζαν να μαθαίνουν.

 -"Τσιανγκ, ο κόσμος αυτός ασφαλώς δεν είναι ο Παράδεισος ή μήπως είναι";

     Ο Πρεσβύτερος χαμογέλασε μέσα στο φως τον φεγγαριού.

 -"Το έμαθες κι αυτό, Τζόναθαν Γλάρε", είπε.
 
-"Τότε τί συμβαίνει μετά από 'δω; Πού πηγαίνουμε; Υπάρχει άραγε κάποιος τόπος που να είναι ο Παράδεισος";

 -"Όχι Τζόναθαν, δεν υπάρχει τέτοιος τόπος. Ο Παράδεισος δεν είναι κάποιος χώρος, δεν είναι κάποιος χρόνος. Ο Παράδεισος είναι το να είσαι τέλειος". Σώπασε για μια στιγμή. "Είσαι πολύ γρήγορος στο πέταγμα, έτσι δεν είναι";

 -"Μου... μου αρέσει η ταχύτητα", είπε ο Τζόναθαν σαστισμένος αλλά περήφανος που τον είχε προσέξει ο Πρεσβύτερος.

 -"Θ' αρχίσεις ν' αγγίζεις τον Παράδεισο, Τζόναθαν, την στιγμή που θ' αγγίσεις την τέλεια ταχύτητα. Κι αυτή δεν είναι να πετάς με χίλια μίλια την ώρα ή ένα εκατομμύριο μίλια την ώρα ή να πετάς με την ταχύτητα του φωτός. Γιατί κάθε αριθμός είναι ένα όριο. Κι η τελειότητα δεν έχει όρια. Η τέλεια ταχύτητα, γιε μου, είναι το να βρίσκεσαι κι όλας εκεί". Χωρίς προειδοποίηση ο Τσιανγκ εξαφανίστηκε και φανερώθηκε στην ακροθαλασσιά, είκοσι μέτρα πιο κάτω, μέσα σ' ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Κι ύστερα χάθηκε πάλι και βρέθηκε δίπλα στο Τζόναθαν, πάλι μέσα σ' ένα χιλιοστό του δευτερολέπτου. "Είναι διασκεδαστικό" είπε.

     Ο Τζόναθαν είχε ζαλιστεί. Ξέχασε τις ερωτήσεις για τον Παράδεισο.

 -"Πώς το κάνετε αυτό; Σαν τί μοιάζει; Πόσο μακρυά μπορείτε να φτάσετε";

 -"Μπορείς να πας όπου θέλεις και όποτε θέλεις", είπε ο Πρεσβύτερος. "Έχω πάει παντού όποτε κι όπου το σκέφτηκα". Κοίταξε προς την θάλασσα. "Τι παράξενο. Οι γλάροι που κοροϊδεύουν την τελείωση, επειδή προτιμούν να ταξιδεύουν, δεν πηγαίνουν πουθενά. Εκείνοι που αφήνουν τα ταξίδια για την τελείωση, πηγαίνουν παντού, στη στιγμή. Θυμήσου, Τζόναθαν, ο Παράδεισος δεν είναι κάποιος χώρος ή κάποιος χρόνος, γιατί ο χώρος και ο χρόνος δεν έχουν νόημα, ο Παράδεισος είναι..."

 -"Μπορείτε να με διδάξετε να πετάω έτσι;" Ο Τζόναθαν Γλάρος λαχταρούσε να κατακτήσει άλλο ένα μυστήριο.

 -"Και βέβαια, αν θες να μάθεις".

 -"Θέλω, πότε αρχίζουμε";

 -"Μπορούμε ν' αρχίσουμε και τώρα, αν σ' αρέσει".

 -"Θέλω να μάθω να πετώ έτσι", είπε ο Τζόναθαν κι ένα παράξενο φως άστραψε στα μάτια του. "Πέστε μου τί να κάνω".

     Ό Τσιάνγκ μίλησε αργά και παρατηρούσε με απέραντη προσοχή τον νεαρό γλάρο.

 -"Για να πετάξεις με την ταχύτητα της σκέψης, παντού σ' ό,τι υπάρχει", είπε, "πρέπει να ξεκίνησεις ξέροντας ότι έχεις κι όλας φτάσει εκεί".

     Το μυστικό, κατά τον Τσιάνγκ, ήταν να πάψει να βλέπει ο Τζόναθαν τον εαυτό του σα φυλακισμένο σ' ένα περιορισμένο σώμα, που 'χε άνοιγμα φτερών σαρανταδύο ίντσες και δυνατότητες, που θα μπορούσαν ν' αποτυπωθούν σ' ένα χάρτη. Το μυστικό ήταν να γνωρίσει πως η αληθινή του φύση ζούσε τέλεια, όσον ο άγραφος αριθμός, παντού ταυτόχρονα, πέρα από το χώρο και το χρόνο.

     Ο Τζόναθαν άρχισε καθημερινή προσπάθεια με μανία, από την ανατολή του ήλιου ως τα μεσάνυχτα και παρ' όλες τις προσπάθειές του δε κουνήθηκε ούτε εκατοστό από τη θέση του.

 -"'Ασε την πίστη", έλεγε ο Τσιάνγκ ξανά και ξανά. "Δεν σου χρειάστηκε πίστη για να πετάξεις. Σου χρειάστηκε κατανόηση του πετάγματος. Κι αυτό είναι το ίδιο. Δοκίμασε πάλι τώρα".

     Έτσι μια μέρα ο Τζόναθαν, καθώς στέκονταν στην ακτή με κλειστά μάτια, συγκεντρωμένος, αναγνώρισε μέσα σε μιαν έκλαμψη κείνο που ο Τσιάνγκ του είχε πει τόσες φορές.

 -"Λοιπόν, είναι αλήθεια! Είμαι ένας τέλειος, αδέσμευτος γλάρος"! Αισθάνθηκε ένα δυνατό τράνταγμα χαράς.

 -"Ωραία!", είπε ο Τσιάνγκ κι υπήρχε θρίαμβος στη φωνή του. Ο Τζόναθαν άνοιξε τα μάτια του. Στεκόταν μόνος μαζί με τον Πρεσβύτερο σε μιαν εντελώς διαφορετική ακτή. Δέντρα που έπεφταν ως την άκρη του νερού και δυο κίτρινοι δίδυμοι ήλιοι, που γυρνούσαν πάνωθέ τους.

 -"Επιτέλους, κατάλαβες" είπε ο Τσιάνγκ αλλά ο έλεγχός σου χρειάζεται δουλειά ακόμη. Ο Τζόναθαν τα έχασε.

 -"Πού είμαστε"; Χωρίς να εντυπωσιασθεί καθόλου από το παράξενο περιβάλλον, ο Πρεσβύτερος απάντησε στην ερώτηση ατάραχος.
 -"Σε κάποιο πλανήτη
προφανώς, με πράσινο ουρανό κι ένα διπλό άστρο για ήλιο".

 -"ΓΙΝΕΤΑΙ"!

 -"Μα και βέβαια γίνεται, Τζών", είπε ο Τσιανγκ. "Πάντα γίνεται, όταν ξέρεις τι κάνεις. Τώρα για τον έλεγχό σου..."

     Όταν γύρισαν ήταν πια νύχτα. Όλοι οι γλάροι κοίταζαν τον Τζόναθαν με δέος στα χρυσά τους μάτια, γιατί τον είχαν δει να εξαφανίζεται από το μέρος που ήταν στηλωμένος από ώρα. Δεν μπορούσε να υποφέρει τα συγχαρητήρια ούτε λεπτό.

 -"Εγώ είμαι νεοφερμένος εδώ! Μόλις άρχισα! Εγώ πρέπει να μάθω από σας".

 -"Αμφιβάλλω γι' αυτό, Τζών", είπε ο Σάλλιβαν, που στεκόταν κοντά. "Φοβάσαι τη μάθηση λιγώτερο από κάθε άλλο γλάρο που έχω δει εδώ και χιλιάδες χρόνια". Το Κοπάδι έμεινε σιωπηλό κι ο Τζόναθαν κινήθηκε αμήχανα.

 -"Μπορούμε ν' αρχίσουμε να δουλεύουμε με το χρόνο, αν θες", είπε ο Τσιάνγκ, "μέχρις ότου καταφέρεις να πετάς στο παρελθόν και στο μέλλον. Και τότε θα είσαι έτοιμος ν' αρχίσεις το πιο δύσκολο, το πιο δυνατό, το πιο ωραίο απ' όλα. Θα είσαι έτοιμος ν' αρχίσεις να πετάς προς τα άνω και να μαθαίνεις το νόημα της καλωσύνης και της αγάπης".
     Ένας μήνας πέρασε ή κάτι που 'μοιαζε για μήνας κι ο Τζόναθαν μάθαινε με τρομερή ταχύτητα. Πάντα μάθαινε πιο γρήγορα από το συνηθισμένο και τώρα ο ιδιαίτερος μαθητής του ίδιου του Πρεσβύτερου έπαιρνε τις καινούργιες ιδέες σαν ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος με φτερά. Όμως κάποτε έφτασε η μέρα, που ο Τσιάνγκ εξαφανίστηκε. Τους μιλούσε ήρεμα, εξορκίζοντάς τους να μη σταματήσουν ποτέ να μαθαίνουν και ν' ασκούνται και ν' αγωνίζονται για να κατανοήσονν ακόμη πιότερο τη τέλεια, αόρατη αρχή κάθε ζωής. Ύστερα, καθώς μιλούσε, τα φτερά του άρχισαν να γίνονται όλο και πιο λαμπρά, ώσπου στο τέλος έγιναν τόσο φωτεινά, που κανείς γλάρος δε μπορούσε να τον κοιτάξει.
 -"Τζόναθαν", είπε. "Συνέχισε να εργάζεσαι για την αγάπη". Κι ήταν αυτές οι τελευταίες λέξεις που πρόφερε.

     Όταν μπόρεσαν να ξανακοιτάξουν, ο Τσιάνγκ είχε χαθεί.

                                    Συνεχίζεται... Εδώ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers