Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ερωτική Λογοτεχνία 

Φλωράκης Ηλίας: Η Φωτογραφία

 

     Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου... -πολύ κοινότυπη έκφραση και νομίζω ότι θα παρεξηγηθώ. Ας το θέσω διαφορετικά. Από τότε που άρχισα να συνειδητοποιώ τη ζωή -και μη σας ξεγελάει αυτό, δεν ήταν πριν τα εφτά μου χρόνια- είχα μια λατρεία για τις φωτογραφίες, αν και με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι άρχισα να τριγυρνάω γύρω στα δώδεκα. Η σχέση αυτή ξεκίνησε όταν άρχισα να περιεργάζομαι τα άλμπουμ με τις φωτογραφίες που ήταν φυλαγμένα σαν ιερά κειμήλια στο σπίτι. Το άλμπουμ με φωτογραφίες των παππούδων μου, ο γάμος των γονιών μου, η γέννηση και τα βαφτίσια μου κι ένας σωρός ακόμα άλμπουμ. Φωτογραφίες ασπρόμαυρες κι έγχρωμες, εκτυπωμένες κυρίως στο χέρι μέσα σε κάποιον αυτοσχέδιο σκοτεινό θάλαμο. Ο παππούς μου κι ο πατέρας μου είχαν πάθος με τη φωτογραφία. Οι μνήμες από την μυρωδιά των χημικών, όταν βγαίναν από τον σκοτεινό θάλαμο που είχαν στήσει σ' ένα αυτοσχέδιο δωματιάκι στο μπαλκόνι, νομίζω ότι έχουν αποτυπωθεί βαθύτερα από την οσμή της μητέρας μου όταν θήλαζα.

 

     Όπως έλεγα, κείνα τα άλμπουμ ήταν η αιτία κι όχι κάποιο γονίδιο που κληρονόμησα ως αρσενικό της οικογένειας. Η αποτυπωμένη εικόνα, αυτή η παύση στο χρόνο, η διαιώνιση της στιγμής ήτανε που με γοήτευσε αμέσως. Έβλεπα τον παππού μου, πατέρα του πατέρα μου, στα παιδικά του χρόνια ή νεαρό μαζί με την γιαγιά που δε γνώρισα ποτέ. Εικόνες μιας ζωής που εγώ δεν ήμουν εκεί για να τις παρακολουθήσω, αλλά ακόμα κι αν ήμουν, θα έπρεπε να περάσουν χρόνια για να τις ζήσω. Κι οι εικόνες αυτές με γοήτευαν. Κι όταν στα δέκα μου χρόνια, πέθανε κι ο παππούς, τα άλμπουμ με αυτές τις εικόνες έγιναν ένα πολύτιμο ταξίδι στο χρόνο.

 

     Μερικά χρόνια αργότερα κι αφού ξεπέρασα το θάνατο του παππού μου, ζήτησα από τον 'Αγιο Βασίλη και πήρα δώρο την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή. Πρέπει να ήμουν γύρω στα δώδεκα, όταν κατάλαβα πως όλα μου τα αγαπημένα πρόσωπα, ο πατέρας, η μητέρα, φίλοι και συγγενείς μου, κάποια στιγμή θα ακολουθούσαν τον παππού μου. Κι έτσι άρχισα να τους αποτυπώνω στο φιλμ. Δεν ήμουν μανιώδης φωτογραφιστής και μπορώ να ομολογήσω πως σιχαινόμουν τη διαδικασία μετά το κλικ μέχρι την εκτύπωση μιας φωτογραφίας. Την αναμονή μήπως δεν τυλίχτηκε καλά το φιλμ, δε βγει η φωτογραφία, μήπως έχασα την στιγμή. Τραβούσα σπάνια κάποια στάση και μπορούσαν να περάσουν βδομάδες πριν γεμίσει ένα φιλμάκι. Αναζητούσα την στιγμή μέσα στον χρόνο. Την στιγμή που θα χαρακτήριζε ένα πρόσωπο, μια φάση της ζωής, μια γέννηση ή έναν θάνατο.

 

     Όταν ενηλικιώθηκα σχεδόν, απέκτησα δυο πράγματα ταυτόχρονα, που μου άλλαξαν την ζωή. Την πρώτη μου γκόμενα και την πρώτη μου ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Και μπορώ να πω ότι τις λάτρεψα και τις δύο με το ίδιο πάθος. Η γκομενίτσα, δυο χρόνια μικρότερη από μένα, μου έδωσε τις πρώτες απολαύσεις του έρωτα. Δεν μπορούσα ποτέ να φανταστώ μέχρι κείνη τη στιγμή, πόσο γλυκό μπορούσε να είναι ένα μουνάκι γεμάτο με τους χυμούς του έρωτα. Πόσο υγρό και ζεστό μπορούσε να γίνει κάνοντας το πουλί μου να λιγώνεται. Ταυτόχρονα, η κόμπακτ ψηφιακή που απέκτησα, με απάλλαξε από το άγχος της αναμονής και της αγωνίας μέχρι να δω το αποτέλεσμα των προσπαθειών μου. Αμέσως μετά το κλικ, έβλεπα αν η φωτογραφία μου είχε πιάσει αυτό που είχα δει. Και λίγους μήνες αργότερα άλλαξε κι η θεματολογία μου. Έχοντας αποτυπώσει όλους τους ανθρώπους που θα ήθελα να θυμάμαι όταν πεθάνουν, κατάλαβα πως αυτό που ήθελα πια να αποτυπώσω, είναι στιγμές της ζωής μου. Όταν χώρισα με την πιτσιρίκα, είχα μερικές φωτογραφίες της στο άλμπουμ μου. Αυτό όμως που ήθελα περισσότερο να θυμάμαι ήταν το γλυκό μουνάκι της με το μαλακό χνούδι που το περιέβαλε. Κι εκείνο δεν το είχα ούτε μία φωτογραφία. Δεν ήταν ότι δεν θυμόμουν πως ήταν -δεν είχε πολύ καιρό που χωρίσαμε-, αλλά κείνο το ντοκιμαντέρ της κρατικής τηλεόρασης με διάφορες ασθένειες του μυαλού που έσβηναν την μνήμη και τις αναμνήσεις με τάραξε αρκετά. Δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να γίνει κάτι και να μη μπορώ να επαναφέρω στο μυαλό μου μια ανάμνηση.

 

     Κάθε κοπέλα που πέρασε από το κρεβάτι μου, έγινε και μοντέλο ποζάροντας στη φωτογραφική μου μηχανή. Φωτογράφιζα κάθε εικόνα που θα ήθελα να ξαναδώ. Την ώρα που κοιμόντουσαν, την ώρα που κάνανε μπάνιο ή κατουρούσανε στη τουαλέτα, την ώρα που βαφόντουσαν ή γδυνόντουσαν για να πηδηχτούμε. Στιγμές αθώες και ρομαντικές ή ερωτικές και πρόστυχες, άρχισαν να γεμίζουν φακέλους στον υπολογιστή μου. Μουνάκια και κωλαράκια, στήθη και κορμιά, αποτυπώνονταν σ' όλες τις στάσεις, με ή χωρίς εμένα συμπρωταγωνιστή. Τραβούσα τα πάντα. Με κάθε φωτισμό, με κάθε δυνατή γωνία. Καθετί που έβλεπα και γευόμουνα, γινότανε ταυτόχρονα και μια φωτογραφία. Κι όταν χώριζα από κάθε σχέση, αναπολούσα τις υπέροχες στιγμές μαζί τους, κοιτώντας τες να παρελαύνουν στην οθόνη. Και δεν ήταν λίγες οι φορές, που με έκαναν να χύσω εκστασιασμένος καθώς το μυαλό μου αναπαριστούσε την ηδονή που αντιπροσώπευαν.

 

     Με τα χρόνια όμως, αυτό το πάθος έσβησε. Είχα κάνει πολλά στο κρεβάτι κι αυτά που υπολείπονταν, απλά δεν ήθελα να τα δοκιμάσω. Περάσανε πολλές γυναίκες και φωτογραφικές μηχανές. Φάσεις και στάσεις. Αυτό πλέον που αναζητούσα με την μηχανή μου ήταν ο αισθησιασμός κι ο ερωτισμός. Αναζητούσα την τέλεια ερωτική φωτογραφία. Αυτή που θα υποσχόταν χωρίς να αποκαλύπτει. Οι εκθέσεις φωτογραφίας που είχα κάνει τα τελευταία χρόνια, με είχανε καθιερώσει σαν τον πιο ερωτικό φωτογράφο της εποχής μας. Προσπαθούσα να μείνω πίσω από τα όρια του πορνογράφου, γιατί απλά δεν ήμουν. Ήμουν λάτρης της στιγμής. Ο φακός μου είχε καταγράψει αρκετά, τα μάτια μου είχανε δει πολλά κι είχα ζήσει ακόμα περισσότερα. Αλλά αναζητούσα κείνη τη φωτογραφία. Όπως ο σέρφερ που περιμένει μια ζωή για το μεγάλο κύμα. Κείνη τη μοναδική στιγμή της ζωής. Πολλά μοντέλα είχανε περάσει από το στούντιό μου. Κορμιά θεσπέσια, γυμνασμένα, τέλεια. Κορμιά γεμάτα με καμπύλες και πιασίματα. Κοπέλες με ατελείωτα πόδια, αλλά και κοπελίτσες εύθραυστες, σχεδόν μινιατούρες. Στήθη μεγάλα, μικρά, κρεμασμένα και στητά, με ρώγες όλων των μεγεθών. Μουνάκια ροζ, κόκκινα, καφετιά. Αλλά κανένα μοντέλο, καμιά στάση, καμιά σύνθεση δεν με ικανοποιούσε τόσο ώστε να πατήσω το κουμπί της μηχανής. Έβλεπα τη ζωή μου να φεύγει σιγά-σιγά χωρίς να έχω καταφέρει να αποτυπώσω τη φωτογραφία που θα έκανε τους άλλους να με θυμούνται για πολλά χρόνια ακόμα μετά τον θάνατό μου.

 

     Και τότε...  ήταν ένα από κείνα τα μελαγχολικά πρωινά. Ψιλόβρεχε έξω. Μια μουντίλα επικρατούσε στην ατμόσφαιρα που δεν έλεγε να πετάξει από πάνω της τον χειμώνα που πέρασε. Περίμενα ένα καινούργιο μοντέλο που μου είχαν συστήσει και τύχαινε να μένει στο διαμέρισμα ακριβώς πάνω από μένα. Όταν χτύπησε το κουδούνι, δεν είχα τη διάθεση και πολύ να ανοίξω. Απλά ήθελα να τη γνωρίσω και γι' αυτό δεν είχα ακυρώσει το ραντεβού μας, όταν με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι θα αργήσει λιγάκι γιατί μόλις είχε ξυπνήσει. Δεν την πίστεψα ιδιαίτερα, αφού στο βάθος ακούστηκε μια αντρική φωνή που την διέταζε σχεδόν να επιστρέψει στο κρεβάτι για ένα στα γρήγορα, γιατί ο νεαρός είχε πρωινιάτικες ορέξεις. Ίσως να μη γνώριζε ότι κάθε φορά που πηδιόταν οι κραυγούλες της ακούγονταν στο διαμέρισμά μου. Και κάθε φορά που χρησιμοποιούσαν το σιδερένιο κρεβάτι για τα παιχνίδια τους, αυτό γρατζουνούσε το πάτωμα μεταδίδοντας στο χώρο μου, τους ρυθμούς τους.
     Όταν άνοιξα την πόρτα, μια κοπελίτσα γύρω στα είκοσι μου χαμογέλασε αμήχανα και ζήτησε συγνώμη για την αργοπορία της. Μετά από τις συστάσεις, πέρασε μέσα. Μέχρι να ετοιμάσω τους εσπρέσο, η κοπελίτσα είχε γδυθεί και με περίμενε στο κρεβάτι σκεπασμένη με το σεντόνι. Κάθισα δίπλα της μέχρι να πιούμε τον καφέ. Μόλις είχε κάνει μπάνιο κι ευώδιαζε ανοιξιάτικα λουλούδια. Έκλεισα τα μάτια κι έκανα πως οσφρίζομαι τον καφέ. Αλλά προσπαθούσα μέσα από τα αρώματα να ξεχωρίσω τη μυρωδιά από το μουνάκι της, που λίγο πριν είχε φτάσει σε οργασμό, γεμίζοντας με τους χυμούς της. Και νομίζω ότι τα κατάφερα, γιατί αναμνήσεις πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό μου. Εικόνες και μυρωδιές διέγειραν όλες μου τις αισθήσεις. Και μια κρυφή ελπίδα γεννήθηκε μέσα μου, πως ίσως αυτή η κοπελίτσα να ήταν η μούσα μου.
     Όταν ξεκινήσαμε της είπα να νιώσει άνετα. Να παίρνει όποια στάση θέλει και να αλλάζει ύφος, αρκεί να κινείται αργά, σε περίπτωση που ήθελα να τη σταματήσω. Εγώ απλώς περίμενα τη στιγμή. 'Αφησε το σεντόνι να γλυστρήσει από πάνω της κι άρχισε να κινείται νωχελικά πάνω στο κρεβάτι. Είχανε περάσει μόνο μερικά λεπτά, όταν βρέθηκε στα τέσσερα. Μπροστά στο φακό μου είχα ένα τέλειο κωλαράκι σαν αχλάδι. Το δέρμα της ήτανε λείο και νεανικό, χωρίς ψεγάδια. Τα πόδια της ήταν λίγο ανοιχτά επιτρέποντάς μου να δω κάθε λεπτομέρεια. Το μουνάκι της ήταν μικρό. Τα χειλάκια του στεγνά σε μια ροζ απόχρωση, ενώ μια τουφίτσα διακοσμούσε την κορυφή τους.
     Αυτό όμως που μ' έκανε να κοιτάξω μέσα από το φακό ήταν η τρυπούλα στο κωλαράκι της. Ένα κυκλικό άνοιγμα σαν στοματάκι έτοιμο να στείλει ένα φιλί. Μου φάνηκε ότι παλλότανε σαν να ανέπνεε παρακαλώντας κάποιον να το προσέξει. Ζούμαρα λίγο παραπάνω. Η κοπελίτσα αργά, λύγισε τα χέρια της και στηρίχτηκε στους αγκώνες. Το πλάνο μου έγινε ακόμα καθαρότερο. Εστίασα. Και την ώρα που γυρνούσε το κεφάλι της προς τα μένα... την ώρα που το λάγνο βλέμμα της συνάντησε το φακό... μια σταγόνα σπέρμα σα δάκρυ γλύστρησε από το κωλαράκι της και στάθηκε ανάμεσα σ' αυτό και το μουνάκι...
 ΚΛΙΚ.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers