-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

.  

: '


                                    Η Φωτογραφα

    
Απ ττε που θυμμαι τον εαυτ μου... -πολ κοιντυπη κφραση και νομζω τι θα παρεξηγηθ. Ας το θσω διαφορετικ. Απ ττε που ρχισα να συνειδητοποι τη ζω -και μη σας ξεγελει αυτ, δεν ταν πριν τα εφτ μου χρνια- εχα μια λατρεα για τις φωτογραφες, αν και με μια φωτογραφικ μηχαν στο χρι ρχισα να τριγυρνω γρω στα δδεκα. Η σχση αυτ ξεκνησε ταν ρχισα να περιεργζομαι τα λμπουμ με τις φωτογραφες που ταν φυλαγμνα σαν ιερ κειμλια στο σπτι. Το λμπουμ με φωτογραφες των παπποδων μου, ο γμος των γονιν μου, η γννηση και τα βαφτσια μου κι νας σωρς ακμα λμπουμ. Φωτογραφες ασπρμαυρες κι γχρωμες, εκτυπωμνες κυρως στο χρι μσα σε κποιον αυτοσχδιο σκοτειν θλαμο. Ο παππος μου κι ο πατρας μου εχαν πθος με τη φωτογραφα. Οι μνμες απ την μυρωδι των χημικν, ταν βγαναν απ τον σκοτειν θλαμο που εχαν στσει σ' να αυτοσχδιο δωματικι στο μπαλκνι, νομζω τι χουν αποτυπωθε βαθτερα απ την οσμ της μητρας μου ταν θλαζα.

     πως λεγα, κενα τα λμπουμ ταν η αιτα κι χι κποιο γονδιο που κληρονμησα ως αρσενικ της οικογνειας. Η αποτυπωμνη εικνα, αυτ η παση στο χρνο, η διαινιση της στιγμς τανε που με γοτευσε αμσως. βλεπα τον παππο μου, πατρα του πατρα μου, στα παιδικ του χρνια νεαρ μαζ με την γιαγι που δε γνρισα ποτ. Εικνες μιας ζως που εγ δεν μουν εκε για να τις παρακολουθσω, αλλ ακμα κι αν μουν, θα πρεπε να περσουν χρνια για να τις ζσω. Κι οι εικνες αυτς με γοτευαν. Κι ταν στα δκα μου χρνια, πθανε κι ο παππος, τα λμπουμ με αυτς τις εικνες γιναν να πολτιμο ταξδι στο χρνο.

     Μερικ χρνια αργτερα κι αφο ξεπρασα το θνατο του παππο μου, ζτησα απ τον 'Αγιο Βασλη και πρα δρο την πρτη μου φωτογραφικ μηχαν. Πρπει να μουν γρω στα δδεκα, ταν κατλαβα πως λα μου τα αγαπημνα πρσωπα, ο πατρας, η μητρα, φλοι και συγγενες μου, κποια στιγμ θα ακολουθοσαν τον παππο μου. Κι τσι ρχισα να τους αποτυπνω στο φιλμ. Δεν μουν μανιδης φωτογραφιστς και μπορ να ομολογσω πως σιχαινμουν τη διαδικασα μετ το κλικ μχρι την εκτπωση μιας φωτογραφας. Την αναμον μπως δεν τυλχτηκε καλ το φιλμ, δε βγει η φωτογραφα, μπως χασα την στιγμ. Τραβοσα σπνια κποια στση και μποροσαν να περσουν βδομδες πριν γεμσει να φιλμκι. Αναζητοσα την στιγμ μσα στον χρνο. Την στιγμ που θα χαρακτριζε να πρσωπο, μια φση της ζως, μια γννηση ναν θνατο.

     ταν ενηλικιθηκα σχεδν, απκτησα δυο πργματα ταυτχρονα, που μου λλαξαν την ζω. Την πρτη μου γκμενα και την πρτη μου ψηφιακ φωτογραφικ μηχαν. Και μπορ να πω τι τις λτρεψα και τις δο με το διο πθος. Η γκομεντσα, δυο χρνια μικρτερη απ μνα, μου δωσε τις πρτες απολασεις του ρωτα. Δεν μποροσα ποτ να φανταστ μχρι κενη τη στιγμ, πσο γλυκ μποροσε να εναι να μουνκι γεμτο με τους χυμος του ρωτα. Πσο υγρ και ζεστ μποροσε να γνει κνοντας το πουλ μου να λιγνεται. Ταυτχρονα, η κμπακτ ψηφιακ που απκτησα, με απλλαξε απ το γχος της αναμονς και της αγωνας μχρι να δω το αποτλεσμα των προσπαθειν μου. Αμσως μετ το κλικ, βλεπα αν η φωτογραφα μου εχε πισει αυτ που εχα δει. Και λγους μνες αργτερα λλαξε κι η θεματολογα μου. χοντας αποτυπσει λους τους ανθρπους που θα θελα να θυμμαι ταν πεθνουν, κατλαβα πως αυτ που θελα πια να αποτυπσω, εναι στιγμς της ζως μου. ταν χρισα με την πιτσιρκα, εχα μερικς φωτογραφες της στο λμπουμ μου. Αυτ μως που θελα περισστερο να θυμμαι ταν το γλυκ μουνκι της με το μαλακ χνοδι που το περιβαλε. Κι εκενο δεν το εχα οτε μα φωτογραφα. Δεν ταν τι δεν θυμμουν πως ταν -δεν εχε πολ καιρ που χωρσαμε-, αλλ κενο το ντοκιμαντρ της κρατικς τηλερασης με διφορες ασθνειες του μυαλο που σβηναν την μνμη και τις αναμνσεις με τραξε αρκετ. Δεν θα θελα σε καμα περπτωση να γνει κτι και να μη μπορ να επαναφρω στο μυαλ μου μια ανμνηση.

     Κθε κοπλα που πρασε απ το κρεβτι μου, γινε και μοντλο ποζροντας στη φωτογραφικ μου μηχαν. Φωτογρφιζα κθε εικνα που θα θελα να ξαναδ. Την ρα που κοιμντουσαν, την ρα που κνανε μπνιο κατουροσανε στη τουαλτα, την ρα που βαφντουσαν γδυνντουσαν για να πηδηχτομε. Στιγμς αθες και ρομαντικς ερωτικς και πρστυχες, ρχισαν να γεμζουν φακλους στον υπολογιστ μου. Μουνκια και κωλαρκια, στθη και κορμι, αποτυπνονταν σ' λες τις στσεις, με χωρς εμνα συμπρωταγωνιστ. Τραβοσα τα πντα. Με κθε φωτισμ, με κθε δυνατ γωνα. Καθετ που βλεπα και γευμουνα, γιντανε ταυτχρονα και μια φωτογραφα. Κι ταν χριζα απ κθε σχση, αναπολοσα τις υπροχες στιγμς μαζ τους, κοιτντας τες να παρελανουν στην οθνη. Και δεν ταν λγες οι φορς, που με καναν να χσω εκστασιασμνος καθς το μυαλ μου αναπαριστοσε την ηδον που αντιπροσπευαν.

     Με τα χρνια μως, αυτ το πθος σβησε. Εχα κνει πολλ στο κρεβτι κι αυτ που υπολεπονταν, απλ δεν θελα να τα δοκιμσω. Περσανε πολλς γυνακες και φωτογραφικς μηχανς. Φσεις και στσεις. Αυτ πλον που αναζητοσα με την μηχαν μου ταν ο αισθησιασμς κι ο ερωτισμς. Αναζητοσα την τλεια ερωτικ φωτογραφα. Αυτ που θα υποσχταν χωρς να αποκαλπτει. Οι εκθσεις φωτογραφας που εχα κνει τα τελευταα χρνια, με εχανε καθιερσει σαν τον πιο ερωτικ φωτογρφο της εποχς μας. Προσπαθοσα να μενω πσω απ τα ρια του πορνογρφου, γιατ απλ δεν μουν. μουν λτρης της στιγμς. Ο φακς μου εχε καταγρψει αρκετ, τα μτια μου εχανε δει πολλ κι εχα ζσει ακμα περισστερα. Αλλ αναζητοσα κενη τη φωτογραφα. πως ο σρφερ που περιμνει μια ζω για το μεγλο κμα. Κενη τη μοναδικ στιγμ της ζως. Πολλ μοντλα εχανε περσει απ το στοντι μου. Κορμι θεσπσια, γυμνασμνα, τλεια. Κορμι γεμτα με καμπλες και πιασματα. Κοπλες με ατελεωτα πδια, αλλ και κοπελτσες εθραυστες, σχεδν μινιατορες. Στθη μεγλα, μικρ, κρεμασμνα και στητ, με ργες λων των μεγεθν. Μουνκια ροζ, κκκινα, καφετι. Αλλ καννα μοντλο, καμι στση, καμι σνθεση δεν με ικανοποιοσε τσο στε να πατσω το κουμπ της μηχανς. βλεπα τη ζω μου να φεγει σιγ-σιγ χωρς να χω καταφρει να αποτυπσω τη φωτογραφα που θα κανε τους λλους να με θυμονται για πολλ χρνια ακμα μετ τον θνατ μου.
     Και ττε...  ταν να απ κενα τα μελαγχολικ πρωιν. Ψιλβρεχε ξω. Μια μουντλα επικρατοσε στην ατμσφαιρα που δεν λεγε να πετξει απ πνω της τον χειμνα που πρασε. Περμενα να καινοργιο μοντλο που μου εχαν συστσει και τχαινε να μνει στο διαμρισμα ακριβς πνω απ μνα. ταν χτπησε το κουδονι, δεν εχα τη διθεση και πολ να ανοξω. Απλ θελα να τη γνωρσω και γι' αυτ δεν εχα ακυρσει το ραντεβο μας, ταν με πρε τηλφωνο και μου επε τι θα αργσει λιγκι γιατ μλις εχε ξυπνσει. Δεν την πστεψα ιδιατερα, αφο στο βθος ακοστηκε μια αντρικ φων που την διταζε σχεδν να επιστρψει στο κρεβτι για να στα γργορα, γιατ ο νεαρς εχε πρωινιτικες ορξεις. σως να μη γνριζε τι κθε φορ που πηδιταν οι κραυγολες της ακογονταν στο διαμρισμ μου. Και κθε φορ που χρησιμοποιοσαν το σιδερνιο κρεβτι για τα παιχνδια τους, αυτ γρατζουνοσε το πτωμα μεταδδοντας στο χρο μου, τους ρυθμος τους.
     ταν νοιξα την πρτα, μια κοπελτσα γρω στα εκοσι μου χαμογλασε αμχανα και ζτησε συγνμη για την αργοπορα της. Μετ απ τις συστσεις, πρασε μσα. Μχρι να ετοιμσω τους εσπρσο, η κοπελτσα εχε γδυθε και με περμενε στο κρεβτι σκεπασμνη με το σεντνι. Κθισα δπλα της μχρι να πιομε τον καφ. Μλις εχε κνει μπνιο κι ευδιαζε ανοιξιτικα λουλοδια. κλεισα τα μτια κι κανα πως οσφρζομαι τον καφ. Αλλ προσπαθοσα μσα απ τα αρματα να ξεχωρσω τη μυρωδι απ το μουνκι της, που λγο πριν εχε φτσει σε οργασμ, γεμζοντας με τους χυμος της. Και νομζω τι τα κατφερα, γιατ αναμνσεις πρασαν σαν αστραπ απ το μυαλ μου. Εικνες και μυρωδις διγειραν λες μου τις αισθσεις. Και μια κρυφ ελπδα γεννθηκε μσα μου, πως σως αυτ η κοπελτσα να ταν η μοσα μου.
     ταν ξεκινσαμε της επα να νισει νετα. Να παρνει ποια στση θλει και να αλλζει φος, αρκε να κινεται αργ, σε περπτωση που θελα να τη σταματσω. Εγ απλς περμενα τη στιγμ. 'Αφησε το σεντνι να γλυστρσει απ πνω της κι ρχισε να κινεται νωχελικ πνω στο κρεβτι. Εχανε περσει μνο μερικ λεπτ, ταν βρθηκε στα τσσερα. Μπροστ στο φακ μου εχα να τλειο κωλαρκι σαν αχλδι. Το δρμα της τανε λεο και νεανικ, χωρς ψεγδια. Τα πδια της ταν λγο ανοιχτ επιτρποντς μου να δω κθε λεπτομρεια. Το μουνκι της ταν μικρ. Τα χειλκια του στεγν σε μια ροζ απχρωση, εν μια τουφτσα διακοσμοσε την κορυφ τους.
     Αυτ μως που μ' κανε να κοιτξω μσα απ το φακ ταν η τρυπολα στο κωλαρκι της. να κυκλικ νοιγμα σαν στοματκι τοιμο να στελει να φιλ. Μου φνηκε τι παλλτανε σαν να ανπνεε παρακαλντας κποιον να το προσξει. Ζομαρα λγο παραπνω. Η κοπελτσα αργ, λγισε τα χρια της και στηρχτηκε στους αγκνες. Το πλνο μου γινε ακμα καθαρτερο. Εστασα. Και την ρα που γυρνοσε το κεφλι της προς τα μνα... την ρα που το λγνο βλμμα της συνντησε το φακ... μια σταγνα σπρμα σα δκρυ γλστρησε απ το κωλαρκι της και στθηκε ανμεσα σ' αυτ και το μουνκι... 
ΚΛΙΚ.
-------------------------------

                            Μαραμνα Τριαντφυλλα

    ταν να απ κενα τα σπνια, φθινοπωριν απογεματα, που ο Τζακ παιρνε την τσολα του και πγαιναν βλτα, τριγυρζοντας σκοπα στους δρμους της πλης, χωρς να μιλνε μεταξ τους. θελε τη παρα της δπλα του, αλλ ταν απ τις συμφωνημνες, σπνιες βλτες που αυτ θα πρεπε να κρατσει το στμα της κλειστ.
     Το ψιλβροχο εχε σταματσει εδ και ρα, κνοντας την περιπλνηση του βλμματς του, πιο μαλακ κι νετη. Στα αφτι του αντηχοσε ο χος της πλης και μια παρξενη, εσωτερικ μελωδα που δε μποροσε να συνειδητοποισει τη προλευσ της. Και μσα απ το καυσαριο, μποροσε, ταν η γωνα του αρα του το επτρεπε, να μυρσει το ρωμ της, χωρς μως να του φρνει και τη συνηθισμνη διγερση. ταν κτι πιο ονειρικ, αυτς οι βλτες. Σαν τις αναζητσεις μυθικν θησαυρν και χαμνων πλεων απ χρυσφι κι ελεφαντδοντο. Ακμα κι οι γνωστς καταστσεις, οι γνριμες αισθσεις, λα αλλοινονταν κτω απ αρατο ππλο μυστικισμο και μαγεας.
     ταν απ τα ελχιστα πργματα που μποροσε πια να κνει και να χαθε στην μαγεα τους. Τα τελευταα χρνια ταν λγο σκληρ μαζ του, προσγεινοντας το λλοτε ελεθερο πνεμα του, σε μια πεζ πραγματικτητα, γεμτη ωμτητα, μσος και κακα.
     Κρατοσε αγκαλι τη κοπλα και τη χιδευε ασυνασθητα, χι τσο γιατ θελε τη συντροφι της στα ταξδια του, αλλ για να τον προστατεει απ τους κινδνους της πραγματικτητας. Εξλλου, αυτ δεν ταν σε θση να καταλβει  την ανγκη του. Δεν υπρχε και λγος, αφο δεν θα κρατοσε αυτ η σχση περισστερο στε να χρειαστε να της εξηγσει. ξερε μνο τα κρως απαρατητα. Δεν θα μιλσεις καθλου. Δεν θα ρωτσεις τποτα. Απ την λλη, οτε και αυτ ενδιαφερταν να μθει πολλ για τις ιδιαιτερτητες του γκμενο της. ταν μια σχση που στηριζταν καθαρ στο σεξ. "Θα εμαστε μαζ, σο μας αρσει να εμαστε μαζ. ταν κποιος βαρεθε, θα σηκωθε να φγει, χωρς υποχρεσεις, χωρς εξηγσεις". Κι ταν κι οι δο ικανοποιημνοι. Αν και μσα στους δο μνες που γνωρζονταν, εχαν δοκιμσει σχεδν τα πντα, γνριζαν καλ ο νας τον λλον κι εχαν αρχσει να ...βαριονται. Απλς δεν εχε βρεθε ακμα κτι καινοργιο να τους κινσει το ενδιαφρον.
     Η στοργ κι η τρυφερτητα, ταν δο απ τα συναισθματα που εχε ξεγρψει εδ και καιρ απ τις σχσεις του. Καμι δεν ταν τσο ρομαντικ στε να του θυμσει αυτς τις καταστσεις. Και σες ταν, σιγ σιγ ξεχνοσαν αυτ το παιχνδι, ανακαλπτοντας το sex. Τελικ, οι γυνακες ταν ερωτευμνες μαζ του μνο και μνο για να μπορον να πηδιονται μαζ του ελεθερα.
... ... ...
     Το ταξδι του εκενο το φθινοπωριν απγευμα, τον οδγησε ξω απ γηροκομεο. Μια ρημη, βρεγμνη αυλ πσω απ την βαρι καγκελπορτα, θμιζε ορφανοτροφεο της εποχς των "Αθλων" του Ουγκ. Ο ψηλς, πτρινος τοχος που περιτριγριζε το κτριο, με μιας πλκωσε τη ψυχ του. νιωσε ...παγιδευμνος απ' ξω. Κοντοστθηκε στη καγκελπορτα. Μρισε το φρεσκολουσμνο γρασδι που λλοτε προσπαθοσε να επιβισει κτω απ τη πεση των αναπηρικν καροτσιν, τα μπαστονια και τις αργς, ανοσιες βλτες των γρικων παιδιν και σντομα απ' τη κακοκαιρα και το κρο. Κοταξε τα παρθυρα του πενταροφου κτηρου που χασκε επιβλητικ πνω απ την αψδα της εξπορτας. Παρθυρα σφραγισμνα, με κλειστς τις κουρτνες τα πατζορια, κρβοντας τον κεν, γεμτο αναμνσεις, κσμο των ενοκων του.
     Και ττε ταν που ...περισστερο νιωσε παρ εδε, εκενο το βλμμα. ταν το τρτο παρθυρο, στον τρτο ροφο. πεφτε πνω του απ τη παραμερισμνη κουρτνα. ταν ζεστ και κουρασμνο.
... ... ...
     Τον παρακολουθοσε πνω απ το δωμτι της. ταν νος κι μορφος, αγκαλιασμνος με κενη τη μικροκαμωμνη κοπελτσα. Πσο θα θελε να εναι πενντα χρνια νετερη και στη θση εκενης της κοπελτσας. Λγο πιο μεγαλσωμη και γεματολα, αλλ το διο μορφη, θα μποροσε να γευτε τις χαρς του ρωτα. Και τρα, παγιδευμνη στο γρικο αυτ σμα, με τις ορξεις, μακριν ανμνηση, να τριγυρζουν το μυαλ της. Τα χρια τρξαν αργ πνω στο σμα της, κλαγοντας σιγαν για τη κατντια της. Το βρδυ δε μπρεσε να κοιμηθε συχα. Εν οι επμενες μρες ταν το διο βασανιστικς καθς οι αναμνσεις περιγελοσαν τη μορφ της. Κι ο πνος της σοβλιζε τη καρδι. Πσο θα θελε να κνει ρωτα για τελευταα φορ.
... ... ...
     ταν στο επισκεπτριο του Σαββτου, ταν τα γρικα μτια της συνντησαν για μια ακμα φορ τα δικ του. νιωσε σα παιδολα, ερωτευμνη κι σως λγο αναμμνη, αν θα μποροσε να το μολογσει μσα της.
     ταν στο επισκεπτριο του Σαββτου, που πγε εκε, ασυνασθητα, τυφλ, οδηγημνος απ την μορα του. Τα νεανικ του μτια, συνντησαν τα δικ της κι εδαν μια παιδολα μσα της και μιαν αγν λμψη πθου που εχε καιρ να συναντσει στα μτια των κοριτσιν που πηδοσε.
     Η καρδι της τρεμε, σαν στο χορ των  αποφοτων που περμενε τον Μπομπ να ρθει να της ζητσει να χορψουν. Ο καλς της ο Μπομπ. Παντρεμνοι σαρντα χρνια, την εχε αφσει πρπερσι, ολομναχη στο δωμτιο ν' αναπολε και να μονολογε.
     Η καρδι του χτυποσε ρεμα. Γοητευτικς και γεμτος αυτοπεποθηση τη πλησασε και της φλησε το χρι. νιωθε τσο ρομαντικ. Σαν τους ρωες των ιστοριν, που πλησαζαν τη πριγκπισσα με το θρρος του τυχοδικτη κυνηγο και το τακτ ενς κυρου, για να κερδσουν τη καρδι της. Πγανε στο δωμτι της και κλειδθηκαν. Γδθηκαν και ξπλωσαν στο κρεβτι σιωπηλ. Τα χρια του χιδεψαν το γρικο κορμ της. Ακομπησε το κεφλι του στο μαραμνο στθος της. 'Ακουσε τη καρδι της που χτυποσε λο και πιο γργορα. νιωσε τα χρια της που χιδεψαν το ργαν του, τρυφερ σα κτι πολτιμο κι εθραυστο. Μπκε αργ μσα στο μαραμνο τριαντφυλλ της, που η θμηση προσπαθοσε να το υγρνει, στραγγζοντας τις τελευταες του σταγνες. Τα χρια της του χιδεψαν τα μαλλι με πθος και ταυτχρονα με μητρικ στοργ. Εχαν χρνια να προυν κτι.
     'Ακουγε τη καρδι της να χτυπ λο και πιο γργορα, εκπληρνοντας τον τελευταο της πθο. Κι ο Τζακ, κοιτοσε μσα στα μτια της, το βλμμα και την ψυχ της να χνονται λο και μακρτερα απ' αυτν, λο και κονττερα προς τον παρδεισο ...και τον Μπομπ. Και μετ ...σβησε.
... ... ...
     Κθε Σββατο ταν κι να διαφορετικ γηροκομεο. Μια διαφορετικ αγπη γεννιταν και πθαινε. Κθε Σββατο ταν κι νας διαφορετικς πνος που φηνε το γλυκ φιλ του, καθς σβηνε η στοργ μσα στην ευτυχισμνη αγαπημνη του.
... ... ... 
     ταν Σββατο, ταν η κοπελτσα με τα γλυκ μτια, τη μνι, καρ φουσττσα και τα ξανθ κοτσιδκια πρε το καρτσι του και τ' οδγησε στο δωμτι του. Κθισε στην αγκαλι του και τον αγκλιασε τρυφερ. Τον φλησε στο στμα κι η καρδι του ρχισε να χτυπ λο και πιο δυνατ. ταν πνω απ εικοσιοχτ χρονν, αλλ τα γρικα μτια του δε μποροσαν ν' αναγνωρσουν πια ηλικες. Την κανε δεκαεφτ-δεκαοχτ.
     Χιδεψε το κεφλι της, γετηκε το ρωμ της, χοφτωσε το νεανικ στθος της. Δε πρλαβε ν' ακουμπσει τα υγρ χειλκια της που καννα βρακκι δε τα κλυπτε. ταν το σπρο χερκι της κατβηκε στο παντελνι του, ξεκουμπνοντας το φερμουρ, ταν γμισε τη χοφτα της με το γρικο κι ψυχο ργανο του Τζακ, η λτρωση εχε δη ρθει.
------------------------------------

                                    ΟΣΜΣ

     Απ μικρ ηλικα, εχα κψει το κρας. Για διφορους λγους εκτς θρησκευτικος. Δεν ανκα σε καμι θρησκεα αρεση που να το απαγορεει. Απλς το κοψα.
     τσι, μετ απ μια μεγλη περοδο αποτοξνωσης του σματς μου, ρχισα να παρατηρ μια μεγλη και σημαντικ αλλαγ στην προσωπικ μου μυρωδι. Εχε εξαφανιστε αυτ η πικρλα και η ξινλα λγω τοξινν. Μια γλυκδα πρε την θση τους. Μια μυρωδι που την λτρεψα.
     Σταμτησα να φορω αρματα κι αποσμητικ που την αλλοωναν. Ακμα κι ο ιδρτας μου εχε μια διακριτικ παρουσα πνω μου. Δεν μενα μρες πλυτος. Δεν μουν βρομιρης. Απλς εχα σταματσει να χρησιμοποι χημικ αρματα. Ακμα και στο μπνιο, χρησιμοποιοσα πρσινο σαπονι.
λα αυτ παξανε ιδιατερο ρλο στην ασθηση της μυρωδις. Απκτησα μια ιδιατερη ευαισθησα στις οσμς με ιδιατερες προτιμσεις στο ρωμα του σματος.
     Αυτ απ την λλη ταν κατρα. ταν παιρνα το λεωφορεο, η βρμα των λλων, η ξινλα τους, τα χντα τους, πολλς φορς ταν ανυπφορα δσοσμα. Εμετικ βαρι. Ακμα και τα μαγαζι που σχναζα, κριτριο σημαντικ ταν ο επαρκς εξαερισμς της τουαλτας τους. Δσκολοι καιρο μχρι να μθω να φιλτρρω να ανχομαι -ως να σημεο- τις δυσρεστες οσμς.
     ταν ρχισα να γνωρζω τον ρωτα, η ζω μου λλαξε δισταση. Η ευαισθησα μου στις οσμς, μου δωσε μια λλη ασθηση στο παιχνδι. Φρεσκοπλυμνα κοριτσκια περνοσαν δπλα μου και τρελαινμουν. Αναγνριζα απ την μυρωδι τους, αν εναι παρθνα, αν χουν βρξει το βρακκι τους απ τις πρτες ηδονς, αν χουν λερωμνο βρακκι ακμα αν χουν περοδο. Οι πρτες μου σχσεις -πριν μθω τον ολοκληρωμνο ρωτα- στηριζντουσαν στην ευωδι του αγνο σματς τους. ψαχνα σαν πελτης σε αρωματοπωλεο που προσπαθε να βρει το ιδανικ ρωμα που να του ταιριζει. Και δοκμαζα συνχεια. Λτρευα την στιγμ που το φιλ μας απελευθρωνε ασυνασθητα το ρωμα του ρωτα, αναμιγμνο με τη προσωπικ μας μυρωδι. Ερεθιζμουν απ την οσμ των υγρν που κυλοσαν ανμεσα στα παρθνα χειλκια τους. Φανταζμουν τις υγρς τριχολες της βης και τις σταγνες νκταρ που χαδεανε τις αισθσεις μου. Ονειρευμουν την στιγμ που θα μποροσα κποια στιγμ, να γευτ αυτος τους χυμος.
     Στιγμς που ρθαν χρνια αργτερα, ταν κανα για πρτη φορ ρωτα. Δεν ενδιαφερμουν τσο για την διεσδυση. Ονειρευμουν κι οσφριζμουν τους χυμος. Κι εκστασιστηκα. Ο πρτος μας οργασμς, τα κορμι μας ιδρωμνα, λαχανιασμνα απ το πθος, ξπνησαν μσα μου τη λαχτρα να γευτ. Και το κανα. Κι οι μυρωδις γιναν γεση. Χωμνος ανμεσα στα πδια της, οσφριζμουν και γευμουν κθε σταγνα του ρωτ μας, προσφροντας κι λλους πρωτγνωρος οργασμος στη κοπελτσα, που συνχισε να ποτζει την ακρεστη δψα μου. Δικρινα ακμα και την αταριαστη οσμ του προφυλακτικο που εχα χρησιμοποισει. Αλλ οι χυμο της...
     Περνντας ο καιρς, διαπστωσα τι οι περισστερες κοπλες μου, μετ απ πολμηνη σχση, παραμελοσαν τον εαυτ τους. Νομζοντας πως χω συνηθσει την παρουσα τους, παψαν να ξυρζονται συχν -στην αρχ ντρεπντουσαν να τις δω αξριστες- οτε πρσεχαν λλα πργματα που εγ τα ...μριζα. Σταμτησε η προσοχ που δνανε στον εαυτ τους για να κατακτσουν κποιον, σ' εξωφρενικ ρια κποιες φορς. Λες κι εγ θα τις ανεχμουν. τσι, βγαινα συχν σ' αναζτηση κι ικανοποηση των αισθσεων της οσμς και της γεσης. Και φυσικ, χι σε εστιατρια.
     Κποια στιγμ, ανακλυψα κτι υπροχο. Εχα κνει ρωτα με μια κοπλα, αλλ δεν εχα προλβει να κνω μπνιο. Το πουλ μου ταν πλημμυρισμνο απ τα υγρ της. ταν μετ απ ρες πγα να κατουρσω, να κμα ευωδις αναδθηκε, ταν ξεκουμπθηκα. Τα υγρ μας εχαν μεστσει σαν παλαιωμνο κρασ κι η ζεστ οσμ, μεθυστικ, ανβηκε μχρι τη μτη μου, σαν αναθμιαση. Το μυαλ μου γετηκε για λλη μια φορ, αυτ που εχε γευτε το πουλ μου, λγες ρες νωρτερα, σε μια πλασματικ αναπαρσταση. Ξετρελθηκα. Πγα στη κοπλα μου και την βαλα να με γλεψει κτω. Το κανε χωρς αντρρηση και με μεγλη ευχαρστηση. ταν την ρτησα πς ταν η γεση του, μου επε λιγωμνη απ ευχαρστηση πως ταν πολ νστιμη. Εχα δκιο λοιπν, αλλ δε θλησα να της εξηγσω. ταν η εκδκησ μου για την παραμληση του εαυτο της.
     ταν ρχισα να δουλεω σαν μπρμαν σε κποια μαγαζι, τ' αρματα που χρησιμοποιοσα ανανεωνντουσαν πιο συχν. Πελτισσες διαφρων ηλικιν. Υπρχαν μως και μρες που ταν κουραστικς και δσκολες. Τα μνα διαλεμματα  που με αναζωογονοσαν ταν οι ολιγλεπτες επισκψεις μου στη τουαλτα. Το λουσμνο με υγρ πουλ μου, γμιζε τα ρουθονια μου με οσμς. να κλπο που εχα βελτισει σα γνστης και παραγωγς κρασιο. ξερα πσο κρατοσε το κθε ρωμα -ανλογα με τη γυνακα που πηδοσα- στε να μην αλλoιωθε η μυρωδι. Υπρχαν φορς που δε το 'πλενα δυο συνεχμενες μρες, μχρι το ρωμα να ωριμσει σωστ. Αυτ η διαδικασα ταν η ανανωση των δυνμεν μου, η ευφορα του μυαλο μου. Χανμουν σ' να κυκενα οσμν κι αναμνσεων που πολλς φορς μ' ερθιζαν και με συντροφεανε γι' αρκετ ρα, κνοντας τη βρδι μου, να περν πιο γργορα.
     σπου μια μρα, το μαγαζ με τα αρματα κλεισε. μεινα μνος. Λγω καταστσεων και προσωπικς επιλογς. Κι η επσκεψη στη τουαλτα, γινε μνο διαδικασα αγγαρεας για να ελαφρσω την φοσκα μου απ τα υγρ της βρδιας. νιωθα πολ μνος. Αποκομμνος. Κενς. Και ττε κλασα. Δεν ταν η πρτη φορ που το κανα, αλλ η ακνητη στση κατουρματος, μου δωσε την ευκαιρα να το απολασω ελεθερα. Και ττε συνειδητοποησα. Με γμισε μια οικεα ασθηση σιγουρις. Μια γνριμη, παλι σντροφος. Η ζεστ μυρωδι του εαυτο μου.
                                                               ΤΕΛΟΣ

     ΣΗΜ: Ο Ηλας υπρχει και στο Φανταστικ με τις εκε ιστορες του!                 

                          ======================

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers