-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Pirandello Luigi:

                  
      Λουτζι Πιραντλο

                                           Βιογραφικ


     Γεννθηκε στις 28 Ιουνου 1867, στο Πρτο Εμπντοκλε, πλη στη ντιαν ακτ της Σικελας, κοντ στο Τζιρτζντι (πως λεγταν ττε ο αρχαος Ακργαντας Αγκριτζντο, νομα που δθηκε προς τιμ του λληνα φιλοσφου Εμπεδοκλ). Γιος της Κατερνα Ρτσι Γκραμτο και του Στφανο Πιραντλο, εμπρου θειαφιο. Σε συνντησ του με τον Κστα Ουρνη, δλωσε πως εχεν ελληνικ καταγωγ, τι το οικογενειακ του νομα ταν Πυργγελος κι στερα απ φωνητικ παραφθορ γνηκε Πιραντλο. Εχε πει ακμη:

   Την Ελλδα τη φρω μσα μου. Αυτς το πνεμα φωτζει τη σκψη μου και παρηγορε τη ψυχ μου...

     Ως απδειξη της ελληνικτητς του, ανφερε τι το σημαντικτερο απ τα ργα του, το ξι Πρσωπα Ζητονε Συγγραφα το συνλαβε ως αρχαα τραγωδα.

   βαλα σ' αυτ το χορ, που γεννθηκε, καθς ξρετε, στη Σικελα με τον Στησχορο. Ο χορς στο ργο μου, εναι οι ηθοποιο. Κορυφαος του χορο εναι διευθυντς του θετρου και τα ξι πρσωπα εναι τα πρσωπα της τραγωδας...

     Σποδασε Νομικ και Φιλολογα στο Παλρμο, στη Ρμη, στο Παρσι, τη Βιννη και στη Βννη αναγορεθηκε διδκτωρ στο Πανεπιστμι της για τις φωνητικς επιδρσεις των ελληνοσικελικν διαλκτων) και δδαξε ως καθηγητς Ιταλικς Φιλολογας στο Αντατο Εκπαιδευτικ Ινστιτοτο στη Ρμη, απ το 1897 ως το 1921. Εκε συνεργστηκε με πολλ λογοτεχνικ περιοδικ, δημοσιεοντας ποιματα και πεζογραφματα.
     Πρωτοεμφανστηκε το 1889, με μια ποιητικ συλλογ. Το πρτο του πεζν ργο τανε τα διηγματα, "Αγπες Χωρς Αγπη". Ακολοθησε το θεατρικ "Ο Επλογος". Το 1ο του μυθιστρημα Η Εξαιρεθεσα δημοσιετηκε σ' επιφυλλδες, -να ρεαλιστικ ργο. Στο διο φος γραψε απ το 1894 πολυριθμα διηγματα, που 'χουνε συγκεντρωθε σε 15 τμους με το γενικ ττλο Διηγματα Για να Χρνο και περιγρφουν το περιβλλον των φτωχν χωρικν και μικροαστν της Σικελας. Αναζητοσε πντα βασανισμνους, αλλκοτους κι αντιφατικος χαρακτρες.
     Σα νεαρς ζησεν ενδιαφρουσα, ταραγμνη και περιπετειδη ζω, που επηρασεν μεσα το ργο του, αλλ τις ιδες για τα θματ του τις ντλησε απ το οικογενειακ του περιβλλον και τον περγυρ του. Τα περισστερα πρσωπα που εμφανζονται στα διηγματα, στις νουβλες και στα θεατρικ του υπρξανε, τα γνρισε, απλς τους λλαξεν ονματα και τα 'κανε δικος του ρωες κι ηρωδες. Σημαντικ ρλο στη ζω του παιξε η υπηρτρια των Πιραντλο, η Μαρα Στλλα, που του 'λεγεν ιστορες, δηλαδ λακος θρλους, με πνεματα, αγγλους και νεραδπαιδα που αυτς στη συνχεια αξιοποησε.
     Στη διαμρφωσ του ως συγγραφα συντειναν επσης και διφορα λλα γεγοντα: Ο φνος ενς μαφιζου κτω απ το παρθυρο του σπιτιο του, στη διρκεια της παιδικς του ηλικας, το ερωτικ σμξιμο κποιου ζευγαριο δπλα στο φρετρο ενς νεκρο σ' να παλι πργο με τον διο ως ακοσιο μρτυρα, ταν η δουλει του στο εμπριο θειαφιο, δπλα στον πατρα του (με τον οποο διατηροσε σχση αγπης, φβου και μσους). Επσης ταν η νομη ερωτικ σχση του πατρα του με μια ξαδλφη του, εν γνσει της μητρας του. Τλος η απλεια λογικο της μεγαλτερης αδελφς του, Λνας.
     Αυτ ταν η 1η σπαρακτικ επαφ του με τη τρλα, κτι που σντομα θα 'νιωθε στο πετσ του εξαιτας της ψυχασθνειας της γυνακας του που τονε ταλνισε στο μεγαλτερο μρος της ενλικης ζως του και ταυτχρονα τον οδγησε στο γρψιμο πληθρας αριστουργημτων, πεζν και θεατρικν. Διτι το πρσωπο που καθρισε τη ζω του, ταν η Αντονιτα Πορτολνο, η σζυγς του. Ο γμος, οι σντομες ευτυχισμνες στιγμς που μοιραστκανε, μα κυρως η αρρστια που την πληξε (ζηλιρα και βαιη, πστευε πως εχε με τη κρη τους Λιτα, αιμομικτικ σχση, εν μια νχτα του επιτθηκε με μαχαρι), επιδρσανε στη συγγραφικ του πορεα.
     Γνρισε κι εμβθυνε στην θλια ζω και στη καταπιεσμνη ψυχολογα της φτωχολογις του λιμανιο, αλλ και στην ιδιατερη υπαρξιακ και κοινωνικ ιδιοσυγκρασα, στην ντονα πατριαρχικ ηθο-εθιμικ παρδοση των κατοκων του σικελικο ντου. Εξλλου, βωσε κι ο διος την απολυταρχικ -και λγω ταξικς θσης- εξουσα του πλοσιου επιχειρηματα και μοιχο επιπλον, πατρα του, που μετ την οικονομικ καταστροφ του, πρε συγκρουσιακς διαστσεις. Γεγονς, που δηλητηρασεν αθερπευτα τη ψυχοσνθεση του εφβου ττε Λουτζι (γραφε τι δεν εναι γιος κανενς πατρα και κανενς τπου), τον απομκρυνε απ την οικογνεια, τον ριξε στη βιοπλη (το λλοτε πλουσιπαιδο, παρδιδε μαθματα γερμανικν κι ιταλικν σε πλουσιπαιδα), αλλ και διαμρφωσεν ακοσια, τη δικ του αυταρχικ πατρικ συμπεριφορ.
     Τα οδυνηρ βιματα απ τη πατρικ οικογνεια, τη βιοπλη και το μακρχρονα δυστυχισμνο γμο του (λγω της ψυχικς νσου και ζλειας της γυνακας του -νσος και ζλεια που αποτυπνεται ποικιλμορφα στο θεατρικ του ργο) τονε διαπλσανε σε μεγλο ψυχανατμο. Σ' να «Φριντ» της πεζογραφας και δραματουργας, που εισγαγε τη διερενηση του «εναι» και «φανεσθαι» της ανθρπινης παρξης κυρως, αλλ και της κοινωνας. Τα θεατρικ του ργα εμπνονται συχν απ την υπθεση των διηγημτων του. Αναπτσσουνε κυρως το διχασμ της ανθρπινης προσωπικτητας, το αδνατο της αντληψης, του πραγματικο εγ. Tο θατρ του χαρακτηρστηκε σα 'Θατρο του καθρφτη'. λο το ργο του εναι διαποτισμνο απ την αρχ του Ετσι Εναι, Αν τσι Νομζετε. Πρσβευε πως η αλθεια εναι υποκειμενικ καλτερα, τι δεν υπρχει.
     γινε γνωστς στο ευρτερο κοιν με το μυθιστρημ του Ο Μακαρτης Ματας Πασκλ (1904). Η ιστορα ενς δυστυχισμνου ντρα που φεγει απ την οικογενειακ εστα για να γλυτσει απ τα νχια της γυνακας και της πεθερς του και στη συνχεια παριστνει τον πεθαμνο, προκλεσεν ασθηση. Θεωρθηκεν αλλκοτο και παρλογο, σ' αυτ φνηκεν μως τι λη η παρξ του ταν αφιερωμνη στη διπλοπροσωπα, μλιστα κποιοι μελετητς του, ισχυριστκανε πως εχε την εμπειρα της «εσωτερικς διχοτμησης» απ την εφηβεα ακμη. Το πιο σημαντικ του ργο, το ξι Πρσωπα Ζητονε Συγγραφα, δεχνει με τον πιο σαφ τρπο το δρμα της οικογνεις του: πρκειται για το γιγαντιαο παζλ διαπλοκς ανμεσα στη ζω του και στο ργο του, «να συνεχς πηγαινλα απ τη πραγματικτητα στην απεικνισ της». Ακολουθσανε κι λλα, πως: Οι Γροι Κι Οι Νοι, Η Τρπουλα κ..
     Εκενα μως που τονε κνανε παγκοσμως γνωστ τανε τα θεατρικ του, που απ το 1910 αρχζει να κνει τα πρτα δειλ βματ του. Το Νου Σου Τζιακομνο, Ο Σκοφος Με Τα Κουδονια, τσι Εναι Μα Δεν Εναι Σοβαρ, Η Κυρα Μρλι, Μια Και Δυο, εναι μνο μερικ απ τα ργα κενης της περιδου. Ακολοθησαν: Στην ξοδο νας Ηλθιος, Ο λλος Γιος, Η Ζω Που Σου 'Δωσα, Καθνας Με Τον Τρπο Του, Αντμωμα.  Μερικ απ τα σημαντικτερα ργα του: ταν μουνα Τρελς, πως Με Θες, Να Ντσουμε Τους Γυμνος, Απψε Αυτοσχεδιζουμε, Ηδον Της Τιμιτητας, τσι Εναι Αν τσι Νομζετε, Ερρκος ο Δ', Ο νθρωπος, Το Κτνος Κι Η Αρετ, Η Αλθεια Του Καθενς κ.. Το κορυφαο δε, ξι Πρσωπα Ζητνε Συγγραφα, ανβηκε στις σκηνς της Ρμης, του Λονδνου, της Νας Υρκης, του Παρισιο, προσφροντς του παγκσμια φμη.
     Διετλεσε Διευθυντς του Θετρου Τχνης της Ρμης και το 1929 γινε μλος της Ιταλικς Ακαδημας. Το 1934 πρε το Νμπελ Λογοτεχνας. 2 χρνια αργτερα, στις 10 Δεκμβρη 1936, πθανε σ' ηλικα 69 ετν και θφτηκε με τιμς στη Ρμη.


===================

                         να Φρετρο Στην κρη

     Οταν το αμαξκι φτασε στο ψος της εκκλησας του 'Α- Βλση, στο μεγλο δρμο, ο Μντολα που γριζε απ το κτμα του, σκφτηκε να λοξοδρομσει για να σκαρφαλσει ως το νεκροταφεο και να δει με τα μτια του αν ταν τποτα σωστ απ' σα λγανε τα γρμματα διαμαρτυρας που εχε λβει το δημοτικ συμβολιο για τον φλακα, τον Ντσιο Παμπνα, τον επιλεγμενο 'Πανθεμα'.

     Αναπληρωτς του δημρχου εδ κι να χρνο, ο Ννο Μντολα εχε χσει την υγεα του απ τη μρα που ανλαβε το πστο. Υπφερε απ ιλγγους. Χωρς να το μολογ στον εαυτ του, φοβταν μπως του 'ρθει αποπληξα, στα καλ καθομενα: λοι οι δικο του εχαν πει τσι, πριν της ρας τους. Γι' αυτ τανε συνχεια στις κακς του και ξσπαγε στο καημνο το αλογκι. Αλλ κενη τη μρα την εχε περσει λη στο παιθρο κι αισθαντανε καλ. Η κνηση, το ξαλφρωμα... Κι αψηφντας το μυστικ του φβο, αποφσισε ξαφνικ να κνει αυτ την επιθερηση στο νεκροταφεο, που 'χεν υποσχεθε απ καιρ στους συναδλφους του της δημαρχας και που λο την ανβαλε.

   "Σα να μη φτναν οι ζωντανο", λεγε μσα του ανεβανοντας τον ανφορο, "πρπει ν' ασχολομαστε και με τους πεθαμνους σ' αυτ τον παλιτοπο. Και πλι μως οι ζωντανο κνουνε τη φασαρα! Σκοτστηκαν οι πεθαμνοι αν τους φυλνε καλ  σχημα! Ας εναι ωστσο ταν συλλογισαι τι θα πεθνουμε και θα μας παρατσουν να μας φυλει ο Παμπνα, ο κουρελιρης, ο μπκρος, δεν εναι κι ευχριστο... Τα λγια εναι φτχεια, θα πω να δω μνος μου. Συκοφαντες και πλι συκοφαντες".

     Ως φλακας νεκροταφεου ο Ντσιο Παμπνα, ο 'Πανθεμας', ταν ιδεδης. σκιος τοιμος να πετξει στο παραμικρτερο φσημα, με μτια ανοιχτχρωμα και με βλμμα σβησμνο, με μια φωντσα που ακουγταν σο ακογεται το κουνοπι. 'Ενας πεθαμνος, θα 'λεγες, που σηκθηκε να συγυρσει σο καλτερα μποροσε το σπτι. Εξλλου τα πολλ που εχε να κνει. 'Καθς πρπει' νθρωποι ταν λοι -απ ττε τουλχιστον που μναν εκε -συχοι νοικρηδες. 'Ητανε ββαια τα φλλα. Τα φλλα που πφτανε και γεμζανε τις αλες. Τποτε αγριχορτα, απ 'δω, απ κει. Κι εκενα τα σπουργτια που δεν χουν σβας και που, μη ξροντας πως οι επιγραφς δε θλουνε στξη, εχανε παρεμβλει, ανμεσα στις τσες αρετς που μαρτυροσαν οι επιτμβιες πλκες, να σωρ κμματα και θαυμαστικ. Μικροπργματα. ταν μως μπκε στο σπιτκι του φλακα, δεξι απ την εσοδο, ο Μντολα μεινε κκαλο. Τ εναι τοτο; Ο Ντσιο Παμπνα, ο 'Πανθεμας', φησε κτι σα χαμγελο να περσει πνω στα ξεθωριασμνα χελια του και μουρμορισε:

 -"Κσα εναι, εξοχτατε". Κι τανε πραγματικ να φρετρο, να πολ ωραο φρετρο. Λουστραρισμνο, απ ξλο καστανις, με στολσματα και με χρυσ. 'Ενα φρετρο πολυτελεας, που 'ρθε και θρονιστηκε στο στενχωρο δωμτιο. "Εναι του κυρου Πικαρνε, εξοχτατε".

 -"Του Πικαρνε; Πς γνεται; Δε πθανε, απ' τι ξρω"!

 -"χι, χι εξοχτατε. Κι ο Θες να του δνει χρνους!" επεν ο Παμπνα. "Αλλ, πως ξρει η αφεντι σας, χασε τη καημνη τη γυνακα του, τον περασμνο μνα".

 -"Λοιπν";

 -"Λοιπν τη κατευδωσε ως εδ, πεζ, μ' λο που τα 'χει τα χρονκια του. 'Οπως σας τα λω. 'Επειτα με φναξε: 'Ακου, Πανθεμα, μου λει, σ' να μνα θα με παραλβεις και μνα". Αστειεεται η αφεντι σας!, του απαντω. Σπα, μου λει, κι κου. Τοτο το φρετρο μου κστισε μια περιουσα. Βλπεις τι ωραο που 'ναι. Αφο τανε για τη καημνη τη μακαρτισσα, καταλαβανεις, δε κοταξα τιμ. Τρα μως, μου λει, τλειωσε η παρσταση. Τ να το κνει η μακαρτισσα αυτ το ωραο φρετρο μες στο χμα; Κρμα εναι, μου λει, να χαλσει. Να τι θα κνουμε. Θα κατεβσουμε τη καημνη τη μακαρτισσα μορφα-μορφα, στο τσγκινο φρετρο που 'χει απ μσα και τοτο θα το βλουμε στην μπντα, για μνα. Και μια απ' αυτς τις μρες, μου λει, κει κατ το σορουπο, θα στελω να το πρω".

     O Mντολα οτε που θλησε να δει να ακοσει παραπνω. Δεν βλεπε την ρα να γυρσει στο χωρι και να διαλαλσει την ιστορα της κσας που 'χει βλει στη μπντα ο Πικαρνε για τον εαυτ του.

     Ο Τζερλιμο Πικαρνε, δικηγρος, κι επ Βουρβνων, ιππτης του Αγου Ιανουαρου, τανε πασγνωστος για τη τσιγκουνι και τη πονηρι του. Σα να μη φτνανε τ' λλα, τανε και κακοπληρωτς. Τα σα λγαν εις βρος του, ταν να μνεις με το στμα ανοιχτ. Αλλ τοτο πια, λεγε ο Μντολα καταχαρομενος καθς κατβαζε το καμτσκι στη ρχη του δστυχου του αλγου, τοτο πια τα ξεπερν λα. Κι εναι αυθεντικ, αυθεντικ! Μλις εχε δει τη κσα με τα μτια του. Απολμβανε εκ των προτρων τα γλια που θα υποδχονταν την ιστορα του κι λεγε να τη διηγηθε κνοντας τη ψιλ φωντσα του Παμπνα. Δεν εχε προσξει το σννεφο σκνης που σκωνε το αμαξκι με τον ξφρενο καλπασμ του αλγου, ως του κουσε φωνς:
 -"Σιγ! Πρσεχε!", περνντας μπροστ στο Πανδοχεο Των Κυνηγν του Ντολτσεμσκολο. 'Ηταν δυο φλοι, ο Μπρτολο Γκλιο κι ο Γκασπρε Φικρα, μανιδεις κυνηγο κι οι δυο, που εχαν αρχσει να φωνζουν, νομζοντας πως το λογο ξφυγε απ' το χρι του Μντολα κι αφηνασε.

 -"Δεν αφηνασε καθλου! Κλπαζα..."

 -"Α, στε τσι καλπζεις; Θα 'χεις φανεται κεφλι ανταλλακτικ σπτι", επεν ο Γκλια.

 -"Πο να σας τα λω, πο να σας τα λω!" φναξεν ο Μντολα, πηδντας απ' το αμξι ιλαρς και λιγκι λαχανιασμνος. Και στη στιγμ διηγθηκε στους φλους του την ιστορα της κσας. Οι δυο κυνηγο κνανε τχα πως δεν το πιστεανε, αλλ ταν μνο για να δεξουνε τι κατπληξη τους εχε κνει. Κι ο Μντολα ορκιζτανε πια πως εδε τη κσα ο διος -λγω τιμς!- στο σπτι του Πανθεμα. Αρχσανε ττε κι οι δυο λλοι να διηγονται τα δη γνωστ κατορθματα του Πικαρνε κι εν ο Μντολα θελε να φγει αμσως, τον κρτησαν να πιει μαζ τους να ποτρι κρασ που 'χανε παραγγελει κιλας του Ντολτσεμσκολο. Ο Ντολτσεμσκολο καθταν μως εκε ακνητος, σα να τον εχανε μπξει στη γη.
 -"Ε, Ντολτσεμσκολο, κοιμσαι;" του φναξε ο Γκλιο.
     Ο ξενοδχος, με το γονινο σκουφ του βαλμνο λοξ στ' αφτ, χωρς σακκι, με τα μανκια του πουκμισου ανασκουμπωμνα στα μαλλιαρ του μπρτσα, συνλθε κι αναστναξε:
 -"Nα με συμπαθτε", επε, "αλλ βρζω που σας ακοω. 'Ισα-σα σμερα το πρω, ο σκλος του κ. Πικαρνε, ο Τορκος, αυτ το βρωμσκυλο που τ' αφνει και σεργιαν λυτ απ τη βλα του ως τα κτματ του, στο Κανατλο, ξρετε τ μου 'κανε; Μου 'κλεψε πνω απ εκοσι κομμτια λουκνικα που 'χα ξω στη προθκη. Κακ ψφο να 'χει! 'Εχω μως δυο μρτυρες, ευτυχς"!

     Ο Μντολα, ο Γκλιο κι ο Φικρα σκσαν στα γλια:

 -"Ναι, τρα σθηκες", του 'κανε ο Μντολα.

     Ο Ντολτσεμσκολο σκωσε τη γροθι του. Τα μτια του πταγαν φωτις:

 -"Α! σο γι' αυτ, χι! Θα μου τα πληρσει τα λουκνικα. Ναι, ναι. Θα μου τα πληρσει, θα μου τα πληρσει!" λεγε και ξανλεγε μπροστ στα δσπιστα γλια και στις επμονες αρνσεις των τριν φλων που κουτσπιναν. "Θα δετε. Βρκα το κλπο. Τη ξρω τη γρι αλεπο". Και με μια χειρονομα που συνθιζε, πηξε το 'να μτι και με την κρη του δχτυλου τρβηξε κτω-κτω το βλφαρο του λλου. Με καννα τρπο δε δχτηκε να φανερσει το κλπο του. Δε περμενε πια παρ να γυρσουν απ' τα χωρφια οι δυο εργτες, που 'τανε μπρος το πρω στη κλεψι, για να πνε μαζ, πριν νυχτσει, στη βλα του Πικαρνε. Ο Μντολα ανβηκε στ' αμξι του, ο Γκλιο κι ο Φικρα πλρωσανε κι αφο συμβολεψανε το ξενοδχο για το διο του το συμφρο, να μη περιμνει αποζημωση, φγαν κι οι τρεις μαζ.

     Για να κτσει τη μικρ μονπατη βιλτσα του, που βλπει στη λεωφρο, στην ξοδο του χωριο, ο Τζερλιμο Πικαρνε, δικηγρος κι ιππτης του Αγου Ιανουαρου, τον καιρ του βασιλι Μπμπα, εχε πασχσει εκοσι χρνια και πολλο υποστριζαν τι δεν του 'χε κοστσει δεκρα. Οι κακς γλσσες λγαν τι εχε κτιστε απ χαλκια του δρμου, που τα 'χε μαζψει να-να, κλτσα-κλτσα, ο διος ο Πικαρνε. Ωστσο ο Πικαρνε τανε, παρολαυτ, διακεκριμνος νομομαθς, νθρωπος μ' εξαιρετικ δινοια και προικισμνος με βαθ φιλοσοφικ πνεμα. 'Ενα βιβλο του για το Γνωστικισμ κι να λλο για τη Φιλοσοφα του Χριστιανισμο, εχαν μλιστα, καταπς λγαν, μεταφραστε και στα γερμανικ. Τ τα θες μως που τανε λυσσασμνος αντιδραστικς και φανατικς εχθρς κθε νεωτερισμο. Ντυνταν ακμα σμφωνα με τη μδα του 1820, εχε μια λουρδα γνι που πγαινε απ το 'να αφτ στ' λλο, τανε κοντχοντρος, αγριωπς, με το λαιμ χωμνο στους μους, σμιγε ολονα τα φρδια, μισκλεινε τα μτια, ξυνε απ' το πρω ως το βρδυ το πηγονι του κι επιδοκμαζε τις μυστικς του σκψεις με γρυλσματα.

 -"Χμ... χμ... χμ... η Ιταλα... τη φτιξανε την Ιταλα... ωραα τη κνανε... χμ... η Ιταλα. Δημσια ργα... χμ... Φωτισμς. Στρατς και στλος... χμ... χμ... χμ... Υποχρεωτικ εκπαδευση...Κι αν θλω να μενω τοβλο εγω; 'Οχι, κριε. Υποχρεωτικ εκπαδευση... Φροι! Πλρωνε Πικαρνε". Στη πραγματικτητα δε πλρωνε τποτα ελχιστα, χρη σε δεξιοτεχνικος συνδυασμος που εξαντλοσανε, εξαγρωνανε και τη πιο δοκιμασμνη υπομον. 'Εφτανε πντα στο διο συμπρασμα: "Τποτ' απ' λ' αυτ δε μ' ενδιαφρει. Οι σιδηρδρομοι; Δε ταξιδεω ποτ. Φωτισμς των δρμων; Δε βγανω ποτ βρδυ. Δε γυρεω τποτα. Αν εναι για μνα φχαριστ πολ, δεν χω ανγκη απ τποτα. Μονχα λγο αρα για ν' αναπνω. Εσες τον κνατε κι αυτν; Μπως και θλετε να πληρσω για τον αρα που αναπνω";

     Εχεν αποτραβηχτε στη βιλτσα του, αφ' του φησε τη δουλει του, που ως τα τελευταα χρνια του 'χε αποφρει παχυλς αμοιβς. Θα 'χε οπωσδποτε βλει στη πντα να γενναο ποσ. Σε ποιν θα τ' φηνε λ' αυτ πεθανοντας; Δεν εχε μτε κοντινος, μτε μακρυνος συγγενες. Τις μπανκαντες θα μποροσε στην ανγκη να τις πρει μαζ του, στον τφο, σε κενο το ωραο φρετρο που 'χε βλει κατ μρος. Μα τη βλα; Μα τα κτματα του Κανατλο;

     ταν ο Ντολστεμσκολο, με τους δυο χωριτες, φνηκε στη καγκελπορτα, ο Τορκος, ο φοβερς σκλος, λες και κατλαβε πως ο ξενοδχος ερχτανε γι' αυτν, χμηξε με λσσα στα κγκελα. Ο γερο-υπηρτης, που ρθε ν' ανοξει, δε κατφερε οτε να τον κρατσει, οτε να τον διξει. Χρειστηκε να του σφυρξει ο Πικαρνε, που 'τανε καθισμνος και διβαζε στη μση του κπου και να τον κρατσει ο διος απ το λουρ του λαιμο για να του περσει ο υπηρτης την αλυσδα. Ο τετραπρατος Ντολτσεμσκολο εχε βλει τα καλ του και καθς τανε φρεσκοξυρισμνος, φαινταν ανμεσα στους δυο τους καψερος τους μεροκαματιρηδες, που ,τι γριζαν απ' τα χωρφια κουρασμνοι κι ελεεινο, πιο καλοστεκομενος και πιο κριος απ ποτ, με το ροδαλ του πρσωπο, που χαιρσουν να το βλπεις, και με τη συμπαθητικ κρεατοελι στο δεξ μγουλο, στην κρη των χειλιν, με τις χνουδωτς, μισσγουρες τριχτσες της. Μπκε στο κπο αναφωνντας με προσποιητ θαυμασμ:

 -"Τι ωραο σκυλ! Α, τι ωραο ζο! Και τι καλς φλακας! Μλαμα"!

     Ο Πικαρνε, με τα φρδια σμιχτ και τα μτια μισκλειστα, φησε ν' ακουστον κτι επιδοκιμαστικ γρυλσματα, απ κοινο με κτι κουνματα του κεφαλιο, και ρτησε:

 -"Σε τ μπορ να σας φαν χρσιμος; Καθστε...", κι δειξε τα σιδερνια σκαμνκια γρω του. Ο Ντολτσεμσκολο κθισε κοντ του κι επε στους μεροκαματιρηδες:

 -"Σεις καθστε κει..." Και γυρνντας στον Πικαρνε: "ρχομαι στην αφεντι σας, που ξρει το νμο, για μια συμβουλ".

     Ο Πικαρνε γορλωσε τα μτια:

 -"Mα, αγαπητ μου, πει καιρς που δε κμω πια τον δικηγρο".

 -"Το ξρω, το ξρω", βιστηκε ν' απαντσει ο Ντολτσεμσκολο. "Η αφεντι σας δε παει μως να ξρει το νμο και μλιστα πως το ξρανε στα παλι χρνια. Κι ο

πατρας μου μου 'λεγε πντα: 'Γιε μου ν' ακος τις συμβουλς των παλιν!'. Ξρω και πση ευσυνειδησα δειχνε η αφεντι σας στη δουλει. Στους νεαρος δικηγρους, σμερα, δεν χω εμπιστοσνη. Δε κατηγορ καννα, σημειστε. Δεν εμαι τσον ελαφρμυαλος... 'Ηρθα δω για μιαν απλ συμβουλ που μνον η αφεντι σας μπορε να μου δσει". Ο Πικαρνε ξανκλεισε τα μτια. "Η αφεντι σας ξρει..." ρχισεν ο Ντολτσεμσκολο, αλλ ο Πικαρνε, που ανυπομονοσε, ξσπασε.

 -"Ξρω αυτ που ξρω. 'Ασε τα ξρω, ξρεις, ξρει κι λα στο θμα. Στο θμα..."

     Ο Ντολτσεμσκολο συγχστηκε. Χαμογλασε ωστσο και ξανρχισε:

 -"θελα να πω πως η αφεντι σας ξρει πως χω πανδοχεο στο μεγλο δρμο..."

 -"Το 'Πανδοχεο των Κυνηγν', ναι. Περν συχν απ κει..."

 -"Πηγανοντας για το Κανατλο, μλιστα. Θα 'τυχε λοιπν να δετε τι βγζω ξω λγα πργματα: ψωμ, φροτα, καννα χοιρομρι. Θα τα εδατε, ε";

     Ο Πικαρνε κανε "ναι" με το κεφλι και πρσθεσε, με μυστηριδες φος:

 -"Τα εδα και τα μρισα κιλας".

 -"Τα μυρσατε";

 -"Ναι, κτι σα χωματλα. Φυσικ εναι μως, μ' λη τη σκνη του μεγλου δρμου... Ας τ' αφσουμε μως αυτ κι ας ρθουμε στο θμα".

 -"Ερχμαστε", επε ο Ντολτσεμσκολο καταπνοντας το κομπλιμντο. "Ας πομε πως χω για μστρα... ας υποθσουμε... λγα λουκνικα. Η αφεντι σας ξ... συγγνμη.. πγαινα να πω πλι... εναι νευρικ. Η αφεντι σας δε ξρει σως πως αυτς τις μρες χουμε να πρασμα ορτκια. Στο δρμο λοιπν, λο σορτα-φρτα κυνηγο με τα σκυλι τους... 'Ερχομαι, ρχομαι στο θμα! Περνει να σκυλ, σινιρ καβαλιρε, δνει να σλτο και μου αρπζει τα λουκνικα. Μλιστα. Το παρνω στο κυνηγητ, μαζ με τους δυο φουκαρδες που 'χαν μπει στο μαγαζ, να προυνε τποτα ν' αλεψουν το ψωμ τους, προτο πνε στα χωρφια, στη δουλει τους. 'Ετσι δεν εναι ε; Τρχουμε κι οι τρεις στο κατπι, αλλ πο να τον πισεις... 'Αλλωστε και να τον πιναμε ας μου πει η αφεντι σου, τι να τα 'κανα πια τα λουκνικα, που τα 'χε δαγκσει, που τα 'χε σρει σ' λο το δρμο, μες στη σκνη. Οτε να σκψεις να τα πρεις δεν ξιζε... Αλλ το σκυλ το γνρισα και ξρω τνος εναι".

 -"Χμ... μια στιγμ", δικοψε ο Πικαρνε "ο αφντης του σκλου δεν τανε μπροστ";

 -"χι", βιστηκε ν' απαντσει ο Ντολτσεμσκολο. "Δεν ταν με τους κυνηγος. Αυτ το σκυλ το 'χε σκσει απ το σπτι. Εναι ζα που τα μυρζονται λα, καταλαβανετε; Το νιθουν το κυνγι, υποφρουν που τα 'χουνε κλεισμνα και το σκνε. Να μη σας τα πολυλογ, ξρω, πως σας επα, τνος εναι το σκυλ. Και τα παιδι εδ, που ταν μπροστ στην κλεψι, το ξρουν κι αυτ. Υπ αυτος τους ρους θλω να μου πει η αφεντι σας που ξρει το νμο: εναι δεν εναι υποχρεωμνος ο αφντης του σκλου να μου πληρσει τη ζημι; Αυτ θλω"!

     Η απντηση του Πικαρνε δεν αργοπρησε καθλου:

 -"Δεν υπρχει καμι αμφιβολα πως εναι υποχρεωμνος".

     Ο Ντολτσεμσκολο πγε να πηδξει απ' τη χαρ του, αλλ κρατθηκε. Γρισε στους δυο μεροκαματιρηδες:

 -"Ακοσατε; Ο κυρ-δικηγρος λει, πως ο αφντης του σκλου εναι υποχρεωμνος να μου πληρσει τη ζημι".

 -"Υποχρεωμνος πρα για πρα" βεβαωσε για δετερη φορ ο Πικαρνε. "Σου 'χε πει κανες το αντθετο";

 -"χι", απντησε ο Ντολτσεμσκολο εννοντας τα χρια, γεμτος χαρ. "Αλλ η αφεντι σας πρπει να με συχωρσει που, σαν αμρφωτος νθρωπος που 'μαι, κανα αυτ το μεγλο γρο για να πω στην αφεντι σας τι πρπει να μου πληρσει τα λουκνικα, αφο το σκυλ που μου τα 'κλεψε εναι ο Τορκος, που εναι της αφεντις σας".

     Ο Πικαρνε μεινε πολλ ρα κοιτζοντας τον Ντολτσεμσκολο. Φαινταν αποβλακωμνος. Κι πειτα κατβασε απτομα τα μτια και βυθστηκε στο διβασμα του χοντρο βιβλου που εχε μενει ανοικτ δπλα του. Οι δυο μεροκαματιρηδες κοιτχτηκαν. Ο Ντολτσεμσκολο τους κανε νημα να μη βγλουν χνα. Ο Πικαρνε, κνοντας πως διαβζει, ξυνε το πηγονι του. Γρλισε και επε:

 -"Ωστε ο Τορκος εναι ο νοχος";

 -"Μπορ να σας ορκιστ, σινιρ καβαλιρε", επε δυνατ ο Ντολτσεμσκολο. Και για να δσει μεγαλτερη επισημτητα στον ρκο του σηκθηκε και σταρωσε τα χρια στο στθος.

 -"Κι ρθες να με βρεις", συνχισε βαρς κι ρεμος ο Πικαρνε, "με δυο μρτυρες, τσι δεν εναι";

 -"χι", διαμαρτυρθηκε ο Ντολτσεμσκολο. "τανε για τη περπτωση που η αφεντι σας δε θα με πστευε".

 -"Α, γι' αυτ τανε", μουρμορισε ο Πικαρνε. "Σε πιστεω. Κθισε. Εσαι νας εντιμτατος νθρωπος. Σε πιστεω και σε πληρνω. 'Εχω τη φμη πως εμαι κακοπληρωτς, τσι δεν εναι";

 -"Ποτ κανες δεν επε ττοιο πρμα, σινιρ καβαλιρε".

 -"λος ο κσμος το λει και το ξαναλει. Και συ την δια γνμη χεις. Δυο...χμ...δυο μρτυρες".

 -"Τσο για σας σο και για μνα, σας βεβαι".

 -"Δκιο χεις τσο για μνα σο και για σνα. Σωστ μιλς. Τους φρους δε θλω να τους πληρσω γιατ εναι δικοι. ,τι εναι δκαιο μως το πληρνω ευχαρστως. Πντα το πλρωνα. Σου 'κλεψε ο Τορκος τα λουκνικα; Πες μου πσο κνουνε και θα σ' τα δσω".

     Ο Ντολτσεμσκολο, που 'χε ρθει με την ιδα τι θα 'πρεπε να δσει μχη με τις παγδες και τα τσαλμια του γερο-βθρακου, κλονστηκε μπροστ σε τση συγκατβαση κι επε, πολ μαλακωμνος.

 -"Α, μικροπργματα, σινιρ καβαλιρε. Εκοσι κομμτια, πνω κτω... Δεν αξζει που λει ο λγος, να μιλμε..."

 -"χι, χι", επεν ο Πικαρνε μ' αποφασιστικτητα, "να μου πεις πσο κνει. Τα λουκνικα στα χρωστ και θλω να στα πληρσω. Κι αμσως μλιστα. Εργαζμενος εσαι, ζημι υπστης, πρπει να αποζημιωθες. Πσο";

     Ο Ντολτσεμσκολο σκωσε τους μους, χαμογλασε κι επε:

 -"Εκοσι κομμτια... δυο κιλ... απ μα κι εκοσι το κιλ..."

 -"Τσο φτην τα πουλς";

 -"Καταλαβανετε" κανε ο Ντολτσεμσκολο, "λο ζχαρη και μλι. Αυτ τα λουκνικα δεν τα 'φαγε η αφεντι σας. Σας τα χρενω λοιπν -και κλλιο θα το 'χα να μη σας γυρψω τποτα- στη τιμ του κστους".

 -"Δεν το δχομαι", φναξε ο Πικαρνε. "Αν δεν τα 'φαγα γω, τα 'φαγε ο σκλος μου. Λοιπν χουμε... κπου δυο κιλ. Απ δυο λιρτες το κιλ, εναι εντξει";

 -"πως νομζει η αφεντι σας".

 -"Τσσερες λιρτες. Σμφωνοι. Και τρα πες μου πσο κνει: τσσερα απ εικοσιπντε; Εκοσι να, αν δεν κνω λθος. Μλιστα. Δσμου εκοσι μα λιρτες και το ζτημα εναι τελειωμνο".

     Ο Ντολτσεμσκολο, στη στιγμ πνω, επε πως δε θ' κουσε καλ.

 -"Τ επατε";
 -"Εικοσιμα λιρτες", ξανπε με απθεια ο Πικαρνε. "χουμε δυο μρτυρες εδ για να εξακριβσουμε την αλθεια, τσο για μνα σο και γα σνα -σμφωνοι; ρθες να με δεις για να μου ζητσεις μια συμβουλ. Ε, λοιπν, για τις συμβουλς, για τις νομικς συμβουλς, παρνω εικοσιπντε λιρτες. Αυτ εναι η ταρφα. Σου θλω τσσερις για τα λουκνικα, δσ' μου εικοσιμα λιρτες κι ας λξει η συζτηση".
     Ο Ντολτσεμσκολο τον κοταξε κατματα, διστακτικς, μη ξροντας αν πρεπε να γελσει να κλψει, λγοντας τι δε μποροσε να μιλ σοβαρ ο Πικαρνε, αλλ χοντας ωστσο την εντπωση τι δεν αστειευταν.

 -"Εγ... εσς;" ψλλισε.

 -"Το πρμα μου φανεται σαφς", εξγησε ο Πικαρνε. "Συ εσαι ξενοδχος, εγ εμαι δικηγρος. 'Οπως εγ δεν αρνομαι πως εναι δκαιο ν' αποζημιωθες τσι και συ δεν θ' αρνηθες τι εναι δκαιο ν' αμειφθ για τα φτα που μου ζτησες και που σου 'δωσα. Απ δω και πρα θα ξρεις πως, αν σου κλψει σκλος λουκνικο, ο αφντης του σκλου οφελει να σου καταβλει το ανττιμο. Το 'ξερες πριν; χι! Η γνση πληρνεται, αγαπητ μου. Εγ κοπασα και ξδεψα πολλ λεφτ για να μορφωθ. Σου φανεται να αστειεομαι";

 -"Μλιστα", ομολγησε ο Ντολτσεμσκολο, με δκρυα στα μτια και με χρια σταυρωμνα. "Σας χαρζω τα λουκνικα, σινιρ καβαλιρε... Εμαι νας φουκαρς αμρφωτος... να με συμπαθτε... κι ας μη μιλσουμε πια γι' αυτ".

 -"Α, χι! Καθλου!" φναξε ο Πικαρνε. "Εγ δε σου χαρζω τποτα. Ο νμος εναι νμος και για σνα και για μνα. Εγ πληρνω και θλω να πληρωθ. Εικοσιμα λιρτες. Αυτ εναι η ταρφα. Αν δεν το πιστεεις πγαινε να βρεις να δικηγρο και ρτα τον αν δικαιομαι αυτ το ποσ. Σου δνω τρεις μρες. Αν σε τρεις μρες δε μ' χεις πληρσει, να 'σαι ββαιος τι θα σε πω δικαστικς".

 -"Μα, σινιρ καβαλιρε...", εκλιπρησε πλι ο Ντολτσεμσκολο με τα χρια ενωμνα και το πρσωπο αλλοιωμνο. Ο Πικαρνε σκωσε το πιγονι, σκωσε και το χρι:

 -"Δεν ακοω τποτα. Σε πω δικαστικς".

     Ττε πια ο Ντολτσεμσκολο βγκε απ τα ροχα του. Ο θυμς τον πνιγε. Δεν ταν η ζημι που τον νοιαζε. Συλλογιζταν τα χωρατ που θα πφτανε βροχ και μποροσε να τα μαντψει κιλας κοιτζοντας τους δυο χωριτες που σπζανε κφι. Αυτς που θεωροσε τον εαυτ του τετραπρατο, που 'χε προετοιμσει μαστορικ το κλπο του κι εχε για μια στιγμ νομσει πως κρδισε το παιγνδι! τανε τσο ξαλλος που πιστηκε κει που δεν το περμενε στη φκα που στησε ο διος, στε γινε θηρο ανμερο:

 -"A!" κανε πλησιζοντας τον Πικαρνε με το χρι σηκωμνο και τις γροθις κλειστς. "Να, γιατ κλβει το σκυλ σας... Δασκαλεμνο δεν το 'χετε";

     Ο Πικαρνε σηκθηκε σκυθρωπς, ψωσε κι αυτς το χρι:

 -ξω! Θα 'χεις να δσεις λγο για εξβριση ενς εντμου ανθρπου, που..."

 -"Εντμου ανθρπου;" βρυχθηκε ο Ντολτσεμσκολο, αρπζοντς τον απ το μπρτσο και τραντζοντς τον με μανα. Οι δυο μεροκαματιρηδες ρμησαν να τον κρατσουν. Αλλ ξαφνικ, να που ο γρος τα παρατει λα και μνει ντορος, γαντζωμνος απ το μπρτσο στα γρια χρια του Ντολτσεμσκολο. Κι ταν αυτς τον φησε, κατασαστισμνος, πεσε πρτα καθιστς στο σκαμπ, γειρε μετ στο πλι και σωριστηκε καταγς μονοκμματος.

     Μπροστ στον τρμο που πιασε τους χωριτες, ο Ντολτσεμσκολο ρχισε να κνει κτι γκριμτσες σα να γλαγε. Τι συνβαινε; Αφο δεν τον εχε αγγξει καλ-καλ. Οι δυο εργτες σκψανε πνω στον Πικαρνε, του ανασηκσανε το 'να χρι:

 -"Δνε του, δνε του..."

     Ο Ντολτσεμσκολο τους κοταζε χαμνος. Να του δνει; Την δια στιγμ ακοστηκε το τρξιμο της καγκελπορτας και το φρετρο, που 'χε βλει στη μπντα ο γρος για τον εαυτ του, κανε θριαμβευτικ εσοδο στους μους δυο καταλαχανιασμνων νεκροθαφτν. Κρωσαν λοι.

     Ο Ντολτσεμσκολο δε σκφτηκε οτε στιγμ τι ο Ντσιο Παμπνα, ο Πανθεμας, στερα απ την επσκεψη και τη παρατρηση του Αναπληρωτ, σπευσε να στελει το φρετρο, για να 'ναι εντξει. Αλλ θυμθηκε ξαφνικ αυτ που 'χε πει ο Μντολα στο πανδοχεο και, μονομις, ανμεσα σ' αυτ την δεια κσα, που φτανε στην ρα της, υπακοοντας θα 'λεγες σ' να μυστηριδες κλεσμα, του φνηκε πως βλεπε τη μορα που τον μεταχειρστηκε αυτν και το χρι του. πιασε το κεφλι του κι ρχισε να ωρεται:

 -"Ντη! Ντη! Αυτ τονε φναξε! Εσαστε λοι μρτυρες πως δεν τον γγιξα! Τονε καλοσε το κιβορι του! Το 'χε βλει στη μπντα για τον εαυτ του! Και να το που 'φτασε γιατ τανε να πεθνει!" Κι αρπζοντας απ' το μπρτσο τον να απ τους

νεκροθπτες: "τσι δεν εναι; τσι δεν εναι; Πστε το κι εσες".

     Αλλ οι νεκροθφτες δεν τανε καθλου ξαφνιασμνοι. Απ' τη στιγμ που φρνανε του Πικαρνε το φρετρο, θεωροσανε πολ φυσικ να τονε βρονε πεθαμνο. Σκωσαν τους μους:

 -"τσι εναι", επαν. "Να 'μαστε". 

                                                   

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers