Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Pirandello Luigi: Ψυχοανατόμος Χιουμορίστας Νομπελίστας

 

                  
      Λουΐτζι Πιραντέλο
                                           
Βιογραφικό

     Γεννήθηκε στις 28 Ιουνίου 1867, στο Πόρτο Εμπέντοκλε, πόλη στη νότιαν ακτή της Σικελίας, κοντά στο Τζιρτζέντι (όπως λεγόταν τότε ο αρχαίος Ακράγαντας ή Αγκριτζέντο, όνομα που δόθηκε προς τιμή του έλληνα φιλοσόφου Εμπεδοκλή). Γιος της Κατερίνα Ρίτσι Γκραμίτο και του Στέφανο Πιραντέλο, εμπόρου θειαφιού. Σε συνάντησή του με τον Κώστα Ουράνη, δήλωσε πως είχεν ελληνική καταγωγή, ότι το οικογενειακό του όνομα ήταν Πυράγγελος κι ύστερα από φωνητική παραφθορά γίνηκε Πιραντέλο. Είχε πει ακόμη:
   «Την Ελλάδα τη φέρω μέσα μου. Αυτής το πνεύμα φωτίζει τη σκέψη μου και παρηγορεί τη ψυχή μου...»
     Ως απόδειξη της ελληνικότητάς του, ανέφερε ότι το σημαντικώτερο από τα έργα του, το "Έξι Πρόσωπα Ζητούνε Συγγραφέα" το συνέλαβε ως αρχαία τραγωδία.
   «Έβαλα σ' αυτό το χορό, που γεννήθηκε, καθώς ξέρετε, στη Σικελία με τον Στησίχορο. Ο χορός στο έργο μου, είναι οι ηθοποιοί. Κορυφαίος του χορού είναι διευθυντής του θεάτρου και τα έξι πρόσωπα είναι τα πρόσωπα της τραγωδίας...»
     Σπούδασε Νομικά και Φιλολογία στο Παλέρμο, στη Ρώμη, στο Παρίσι, τη Βιέννη και στη Βόννη αναγορεύθηκε διδάκτωρ στο Πανεπιστήμιό της για τις φωνητικές επιδράσεις των ελληνοσικελικών διαλέκτων) και δίδαξε ως καθηγητής Ιταλικής Φιλολογίας στο Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ινστιτούτο στη Ρώμη, από το 1897 ως το 1921. Εκεί συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, δημοσιεύοντας ποιήματα και πεζογραφήματα.
     Πρωτοεμφανίστηκε το 1889, με μια ποιητική συλλογή. Το πρώτο του πεζόν έργο ήτανε τα διηγήματα, "Αγάπες Χωρίς Αγάπη". Ακολούθησε το θεατρικό "Ο Επίλογος". Το πρώτο του μυθιστόρημα "Η Εξαιρεθείσα" δημοσιεύτηκε σ' επιφυλλίδες, ένα ρεαλιστικό έργο. Στο ίδιο ύφος έγραψε από το 1894 πολυάριθμα διηγήματα, που 'χουνε συγκεντρωθεί σε 15 τόμους με το γενικό τίτλο "Διηγήματα Για Ένα Χρόνο" και περιγράφουνε το περιβάλλον των φτωχών χωρικών και μικροαστών της Σικελίας. Αναζητούσε πάντα βασανισμένους, αλλόκοτους κι αντιφατικούς χαρακτήρες.
     Σα νεαρός έζησεν ενδιαφέρουσα, ταραγμένη και περιπετειώδη ζωή, που επηρέασεν άμεσα το έργο του, αλλά τις ιδέες για τα θέματά του τις άντλησε από το οικογενειακό του περιβάλλον και τον περίγυρό του. Τα περισσότερα πρόσωπα που εμφανίζονται στα διηγήματα, στις νουβέλες και στα θεατρικά του υπήρξανε, τα γνώρισε, απλώς τους άλλαξεν ονόματα και τα 'κανε δικούς του ήρωες κι ηρωίδες. Σημαντικό ρόλο στη ζωή του έπαιξε η υπηρέτρια των Πιραντέλο, η Μαρία Στέλλα, που του 'λεγεν ιστορίες, δηλαδή λαϊκούς θρύλους, με πνεύματα, αγγέλους και νεραϊδόπαιδα που αυτός στη συνέχεια αξιοποίησε.
     Στη διαμόρφωσή του ως συγγραφέα συνέτειναν επίσης και διάφορα άλλα γεγονότα: Ο φόνος ενός μαφιόζου κάτω από το παράθυρο του σπιτιού του, στη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας, το ερωτικό σμίξιμο κάποιου ζευγαριού δίπλα στο φέρετρο ενός νεκρού σ' ένα παλιό πύργο με τον ίδιο ως ακούσιο μάρτυρα, ήταν η δουλειά του στο εμπόριο θειαφιού, δίπλα στον πατέρα του (με τον οποίο διατηρούσε σχέση αγάπης, φόβου και μίσους). Επίσης ήταν η άνομη ερωτική σχέση του πατέρα του με μια ξαδέλφη του, εν γνώσει της μητέρας του. Τέλος η απώλεια λογικού της μεγαλύτερης αδελφής του, Λίνας.
     Αυτή ήταν η πρώτη σπαρακτική επαφή του με τη τρέλα, κάτι που σύντομα θα 'νιωθε στο πετσί του εξαιτίας της ψυχασθένειας της γυναίκας του που τονε ταλάνισε στο μεγαλύτερο μέρος της ενήλικης ζωής του και ταυτόχρονα τον οδήγησε στο γράψιμο πληθώρας αριστουργημάτων, πεζών και θεατρικών. Διότι το πρόσωπο που καθόρισε τη ζωή του, ήταν η Αντονιέτα Πορτολάνο, η σύζυγός του. Ο γάμος, οι σύντομες ευτυχισμένες στιγμές που μοιραστήκανε, μα κυρίως η αρρώστια που την έπληξε (ζηλιάρα και βίαιη, πίστευε πως αυτός κι η κόρη τους η Λιέτα είχαν αιμομικτική σχέση, ενώ μια νύχτα του επιτέθηκε με μαχαίρι), επιδράσανε στη συγγραφική του πορεία.
     Γνώρισε κι εμβάθυνε στην άθλια ζωή και στη καταπιεσμένη ψυχολογία της φτωχολογιάς του λιμανιού, αλλά και στην ιδιαίτερη υπαρξιακή και κοινωνική ιδιοσυγκρασία, στην έντονα πατριαρχική ηθο-εθιμική παράδοση των κατοίκων του σικελικού νότου. Εξάλλου, βίωσε κι ο ίδιος την απολυταρχική -και λόγω ταξικής θέσης- εξουσία του πλούσιου επιχειρηματία και μοιχού επιπλέον, πατέρα του, που μετά την οικονομική καταστροφή του, πήρε συγκρουσιακές διαστάσεις. Γεγονός, που δηλητηρίασεν αθεράπευτα τη ψυχοσύνθεση του εφήβου τότε Λουΐτζι (έγραφε ότι δεν είναι γιος κανενός πατέρα και κανενός τόπου), τον απομάκρυνε από την οικογένεια, τον έριξε στη βιοπάλη (το άλλοτε πλουσιόπαιδο, παρέδιδε μαθήματα γερμανικών κι ιταλικών σε πλουσιόπαιδα), αλλά και διαμόρφωσεν ακούσια, τη δική του αυταρχική πατρική συμπεριφορά.
     Τα οδυνηρά βιώματα από τη πατρική οικογένεια, τη βιοπάλη και το μακρόχρονα δυστυχισμένο γάμο του (λόγω της ψυχικής νόσου και ζήλειας της γυναίκας του -νόσος και ζήλεια που αποτυπώνεται ποικιλόμορφα στο θεατρικό του έργο) τονε διαπλάσανε σε μεγάλο ψυχανατόμο. Σ' ένα «Φρόιντ» της πεζογραφίας και δραματουργίας, που εισήγαγε τη διερεύνηση του «είναι» και «φαίνεσθαι» της ανθρώπινης ύπαρξης κυρίως, αλλά και της κοινωνίας. Τα θεατρικά του έργα εμπνέονται συχνά από την υπόθεση των διηγημάτων του. Αναπτύσσουνε κυρίως το διχασμό της ανθρώπινης προσωπικότητας, το αδύνατο της αντίληψης, του πραγματικού εγώ. Tο θέατρό του χαρακτηρίστηκε σα 'Θέατρο του καθρέφτη'. Όλο το έργο του είναι διαποτισμένο από την αρχή του "Ετσι Είναι, Αν Έτσι Νομίζετε". Πρέσβευε πως η αλήθεια είναι υποκειμενική ή καλύτερα, ότι δεν υπάρχει.
     Έγινε γνωστός στο ευρύτερο κοινό με το μυθιστόρημά του "Ο Μακαρίτης Ματίας Πασκάλ" (1904). Η ιστορία ενός δυστυχισμένου άντρα που φεύγει από την οικογενειακή εστία για να γλυτώσει από τα νύχια της γυναίκας και της πεθεράς του και στη συνέχεια παριστάνει τον πεθαμένο, προκάλεσεν αίσθηση. Θεωρήθηκεν αλλόκοτο και παράλογο, σ' αυτό φάνηκεν όμως ότι όλη η ύπαρξή του ήταν αφιερωμένη στη διπλοπροσωπία, μάλιστα κάποιοι μελετητές του, ισχυριστήκανε πως είχε την εμπειρία της «εσωτερικής διχοτόμησης» από την εφηβεία ακόμη. Το πιο σημαντικό του έργο, το "Έξι Πρόσωπα Ζητούνε Συγγραφέα", δείχνει με τον πιο σαφή τρόπο το δράμα της οικογένειάς του: πρόκειται για το γιγαντιαίο παζλ διαπλοκής ανάμεσα στη ζωή του και στο έργο του, «ένα συνεχές πηγαινέλα από τη πραγματικότητα στην απεικόνισή της». Ακολουθήσανε κι άλλα, όπως: "Οι Γέροι Κι Οι Νέοι", "Η Τράπουλα" κ.ά.
     Εκείνα όμως που τονε κάνανε παγκοσμίως γνωστό ήτανε τα θεατρικά του, που από το 1910 αρχίζει να κάνει τα πρώτα δειλά βήματά του. "Το Νου Σου Τζιακομίνο", Ο Σκούφος Με Τα Κουδούνια", "Έτσι Είναι Μα Δεν Είναι Σοβαρό", "Η Κυρία Μόρλι", "Μια Και Δυο", είναι μόνο μερικά από τα έργα κείνης της περιόδου. Ακολούθησαν: "Στην Έξοδο Ένας Ηλίθιος", "Ο 'Αλλος Γιος", "Η Ζωή Που Σου 'Δωσα", "Καθένας Με Τον Τρόπο Του", "Αντάμωμα".  Μερικά από τα σημαντικώτερα έργα του: "Όταν Ήμουνα Τρελός", "Όπως Με Θες", "Να Ντύσουμε Τους Γυμνούς", "Απόψε Αυτοσχεδιάζουμε", "Ηδονή Της Τιμιότητας", "Έτσι Είναι Αν Έτσι Νομίζετε", "Ερρίκος ο Δ'", "Ο 'Ανθρωπος, Το Κτήνος Κι Η Αρετή", "Η Αλήθεια Του Καθενός" κ.ά. Το κορυφαίο δε, "Έξι Πρόσωπα Ζητάνε Συγγραφέα", ανέβηκε στις σκηνές της Ρώμης, του Λονδίνου, της Νέας Υόρκης, του Παρισιού, προσφέροντάς του παγκόσμια φήμη.
     Διετέλεσε Διευθυντής του Θεάτρου Τέχνης της Ρώμης και το 1929 έγινε μέλος της Ιταλικής Ακαδημίας. Το 1934 πήρε το Νόμπελ Λογοτεχνίας. 2 χρόνια αργότερα, στις 10 Δεκέμβρη 1936, πέθανε σ' ηλικία 69 ετών και θάφτηκε με τιμές στη Ρώμη.


-------------------------------------------------------------------------------------------------

                             Ένα Φέρετρο Στην 'Ακρη

     Οταν το αμαξάκι έφτασε στο ύψος της εκκλησίας του 'Αϊ- Βλάση, στο μεγάλο δρόμο, ο Μέντολα που γύριζε από το κτήμα του, σκέφτηκε να λοξοδρομήσει για να σκαρφαλώσει ως το νεκροταφείο και να δει με τα μάτια του αν ήταν τίποτα σωστό απ' όσα λέγανε τα γράμματα διαμαρτυρίας που είχε λάβει το δημοτικό συμβούλιο για τον φύλακα, τον Νότσιο Παμπίνα, τον επιλεγόμενο 'Πανάθεμα'.

     Αναπληρωτής του δημάρχου εδώ κι ένα χρόνο, ο Νίνο Μέντολα είχε χάσει την υγεία του από τη μέρα που ανέλαβε το πόστο. Υπέφερε από ιλίγγους. Χωρίς να το μολογά στον εαυτό του, φοβόταν μήπως του 'ρθει αποπληξία, στα καλά καθούμενα: όλοι οι δικοί του είχαν πάει έτσι, πριν της ώρας τους. Γι' αυτό ήτανε συνέχεια στις κακές του και ξέσπαγε στο καημένο το αλογάκι. Αλλά κείνη τη μέρα την είχε περάσει όλη στο ύπαιθρο κι αισθανότανε καλά. Η κίνηση, το ξαλάφρωμα... Κι αψηφώντας το μυστικό του φόβο, αποφάσισε ξαφνικά να κάνει αυτή την επιθεώρηση στο νεκροταφείο, που 'χεν υποσχεθεί από καιρό στους συναδέλφους του της δημαρχίας και που όλο την ανέβαλε.

   "Σα να μη φτάναν οι ζωντανοί", έλεγε μέσα του ανεβαίνοντας τον ανήφορο, "πρέπει ν' ασχολούμαστε και με τους πεθαμένους σ' αυτό τον παλιότοπο. Και πάλι όμως οι ζωντανοί κάνουνε τη φασαρία! Σκοτίστηκαν οι πεθαμένοι αν τους φυλάνε καλά ή άσχημα! Ας είναι ωστόσο όταν συλλογιέσαι ότι θα πεθάνουμε και θα μας παρατήσουν να μας φυλάει ο Παμπίνα, ο κουρελιάρης, ο μπέκρος, δεν είναι κι ευχάριστο... Τα λόγια είναι φτώχεια, θα πάω να δω μόνος μου. Συκοφαντίες και πάλι συκοφαντίες".

     Ως φύλακας νεκροταφείου ο Νότσιο Παμπίνα, ο 'Πανάθεμας', ήταν ιδεώδης. Ίσκιος έτοιμος να πετάξει στο παραμικρότερο φύσημα, με μάτια ανοιχτόχρωμα και με βλέμμα σβησμένο, με μια φωνίτσα που ακουγόταν όσο ακούγεται το κουνούπι. 'Ενας πεθαμένος, θα 'λεγες, που σηκώθηκε να συγυρίσει όσο καλύτερα μπορούσε το σπίτι. Εξάλλου τα πολλά που είχε να κάνει. 'Καθώς πρέπει' άνθρωποι ήταν όλοι -από τότε τουλάχιστον που μέναν εκεί -ήσυχοι νοικάρηδες. 'Ητανε βέβαια τα φύλλα. Τα φύλλα που πέφτανε και γεμίζανε τις αλέες. Τίποτε αγριόχορτα, από 'δω, από κει. Κι εκείνα τα σπουργίτια που δεν έχουν σέβας και που, μη ξέροντας πως οι επιγραφές δε θέλουνε στίξη, είχανε παρεμβάλει, ανάμεσα στις τόσες αρετές που μαρτυρούσαν οι επιτύμβιες πλάκες, ένα σωρό κόμματα και θαυμαστικά. Μικροπράγματα. Όταν όμως μπήκε στο σπιτάκι του φύλακα, δεξιά από την είσοδο, ο Μέντολα έμεινε κόκαλο. Τί είναι τούτο; Ο Νότσιο Παμπίνα, ο 'Πανάθεμας', άφησε κάτι σα χαμόγελο να περάσει πάνω στα ξεθωριασμένα χείλια του και μουρμούρισε:

 -"Κάσα είναι, εξοχότατε". Κι ήτανε πραγματικά ένα φέρετρο, ένα πολύ ωραίο φέρετρο. Λουστραρισμένο, από ξύλο καστανιάς, με στολίσματα και με χρυσά. 'Ενα φέρετρο πολυτελείας, που 'ρθε και θρονιάστηκε στο στενόχωρο δωμάτιο. "Είναι του κυρίου Πικαρόνε, εξοχότατε".

 -"Του Πικαρόνε; Πώς γίνεται; Δε πέθανε, απ' ότι ξέρω"!

 -"Όχι, όχι εξοχότατε. Κι ο Θεός να του δίνει χρόνους!" είπεν ο Παμπίνα. "Αλλά, όπως ξέρει η αφεντιά σας, έχασε τη καημένη τη γυναίκα του, τον περασμένο μήνα".

 -"Λοιπόν";

 -"Λοιπόν τη κατευόδωσε ως εδώ, πεζή, μ' όλο που τα 'χει τα χρονάκια του. 'Οπως σας τα λέω. 'Επειτα με φώναξε: 'Ακου, Πανάθεμα, μου λέει, σ' ένα μήνα θα με παραλάβεις και μένα". Αστειεύεται η αφεντιά σας!, του απαντάω. Σώπα, μου λέει, κι άκου. Τούτο το φέρετρο μου κόστισε μια περιουσία. Βλέπεις τι ωραίο που 'ναι. Αφού ήτανε για τη καημένη τη μακαρίτισσα, καταλαβαίνεις, δε κοίταξα τιμή. Τώρα όμως, μου λέει, τέλειωσε η παράσταση. Τί να το κάνει η μακαρίτισσα αυτό το ωραίο φέρετρο μες στο χώμα; Κρίμα είναι, μου λέει, να χαλάσει. Να τι θα κάνουμε. Θα κατεβάσουμε τη καημένη τη μακαρίτισσα όμορφα-όμορφα, στο τσίγκινο φέρετρο που 'χει από μέσα και τούτο θα το βάλουμε στην μπάντα, για μένα. Και μια απ' αυτές τις μέρες, μου λέει, κει κατά το σούρουπο, θα στείλω να το πάρω".

     O Mέντολα ούτε που θέλησε να δει ή να ακούσει παραπάνω. Δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει στο χωριό και να διαλαλήσει την ιστορία της κάσας που 'χει βάλει στη μπάντα ο Πικαρόνε για τον εαυτό του.

     Ο Τζερόλιμο Πικαρόνε, δικηγόρος, κι επί Βουρβόνων, ιππότης του Αγίου Ιανουαρίου, ήτανε πασίγνωστος για τη τσιγκουνιά και τη πονηριά του. Σα να μη φτάνανε τ' άλλα, ήτανε και κακοπληρωτής. Τα όσα λέγαν εις βάρος του, ήταν να μένεις με το στόμα ανοιχτό. Αλλά τούτο πια, έλεγε ο Μέντολα καταχαρούμενος καθώς κατέβαζε το καμτσίκι στη ράχη του δύστυχου του αλόγου, τούτο πια τα ξεπερνά όλα. Κι είναι αυθεντικό, αυθεντικό! Μόλις είχε δει τη κάσα με τα μάτια του. Απολάμβανε εκ των προτέρων τα γέλια που θα υποδέχονταν την ιστορία του κι έλεγε να τη διηγηθεί κάνοντας τη ψιλή φωνίτσα του Παμπίνα. Δεν είχε προσέξει το σύννεφο σκόνης που σήκωνε το αμαξάκι με τον ξέφρενο καλπασμό του αλόγου, ως ότου άκουσε φωνές:
 -"Σιγά! Πρέσεχε!", περνώντας
μπροστά στο Πανδοχείο Των Κυνηγών του Ντολτσεμάσκολο. 'Ηταν δυο φίλοι, ο Μπάρτολο Γκάλιο κι ο Γκασπάρε Φικάρα, μανιώδεις κυνηγοί κι οι δυο, που είχαν αρχίσει να φωνάζουν, νομίζοντας πως το άλογο ξέφυγε απ' το χέρι του Μέντολα κι αφηνίασε.

 -"Δεν αφηνίασε καθόλου! Κάλπαζα..."

 -"Α, ώστε έτσι καλπάζεις; Θα 'χεις φαίνεται κεφάλι ανταλλακτικό σπίτι", είπεν ο Γκάλια.

 -"Πού να σας τα λέω, πού να σας τα λέω!" φώναξεν ο Μέντολα, πηδώντας απ' το αμάξι ιλαρός και λιγάκι λαχανιασμένος. Και στη στιγμή διηγήθηκε στους φίλους του την ιστορία της κάσας. Οι δυο κυνηγοί κάνανε τάχα πως δεν το πιστεύανε, αλλά ήταν μόνο για να δείξουνε τι κατάπληξη τους είχε κάνει. Κι ο Μέντολα ορκιζότανε πια πως είδε τη κάσα ο ίδιος -λόγω τιμής!- στο σπίτι του Πανάθεμα. Αρχίσανε τότε κι οι δυο άλλοι να διηγούνται τα ήδη γνωστά κατορθώματα του Πικαρόνε κι ενώ ο Μέντολα ήθελε να φύγει αμέσως, τον κράτησαν να πιει μαζί τους ένα ποτήρι κρασί που 'χανε παραγγείλει κιόλας του Ντολτσεμάσκολο. Ο Ντολτσεμάσκολο καθόταν όμως εκεί ακίνητος, σα να τον είχανε μπήξει στη γη.
 -"Ε, Ντολτσεμάσκολο, κοιμάσαι;" του φώναξε ο Γκάλιο.
    
Ο ξενοδόχος, με το γούνινο σκουφί του βαλμένο λοξά στ' αφτί, χωρίς σακάκι, με τα μανίκια του πουκάμισου ανασκουμπωμένα στα μαλλιαρά του μπράτσα, συνήλθε κι αναστέναξε:
 -"Nα με συμπαθάτε", είπε, "αλλά βράζω που σας ακούω. 'Ισα-ίσα σήμερα το πρωί, ο σκύλος του κ. Πικαρόνε, ο Τούρκος, αυτό το βρωμόσκυλο που τ' αφήνει και σεργιανά λυτό από τη βίλα του ως τα κτήματά του, στο Κανατέλο, ξέρετε τί μου 'κανε; Μου 'κλεψε πάνω από είκοσι κομμάτια λουκάνικα που 'χα έξω στη προθήκη. Κακό ψόφο να 'χει! 'Εχω όμως δυο μάρτυρες, ευτυχώς"!

     Ο Μέντολα, ο Γκάλιο κι ο Φικάρα σκάσαν στα γέλια:

 -"Ναι, τώρα σώθηκες", του 'κανε ο Μέντολα.

     Ο Ντολτσεμάσκολο σήκωσε τη γροθιά του. Τα μάτια του πέταγαν φωτιές:

 -"Α! όσο γι' αυτό, όχι! Θα μου τα πληρώσει τα λουκάνικα. Ναι, ναι. Θα μου τα πληρώσει, θα μου τα πληρώσει!" έλεγε και ξανάλεγε μπροστά στα δύσπιστα γέλια και στις επίμονες αρνήσεις των τριών φίλων που κουτσόπιναν. "Θα δείτε. Βρήκα το κόλπο. Τη ξέρω τη γριά αλεπού". Και με μια χειρονομία που συνήθιζε, έπηξε το 'να μάτι και με την άκρη του δάχτυλου τράβηξε κάτω-κάτω το βλέφαρο του άλλου. Με κανένα τρόπο δε δέχτηκε να φανερώσει το κόλπο του. Δε περίμενε πια παρά να γυρίσουν απ' τα χωράφια οι δυο εργάτες, που 'τανε μπρος το πρωί στη κλεψιά, για να πάνε μαζί, πριν νυχτώσει, στη βίλα του Πικαρόνε. Ο Μέντολα ανέβηκε στ' αμάξι του, ο Γκάλιο κι ο Φικάρα πλήρωσανε κι αφού συμβούλεψανε το ξενοδόχο για το ίδιο του το συμφέρο, να μη περιμένει αποζημίωση, φύγαν κι οι τρεις μαζί.

     Για να κτίσει τη μικρή μονόπατη βιλίτσα του, που βλέπει στη λεωφόρο, στην έξοδο του χωριού, ο Τζερόλιμο Πικαρόνε, δικηγόρος κι ιππότης του Αγίου Ιανουαρίου, τον καιρό του βασιλιά Μπόμπα, είχε πασχίσει είκοσι χρόνια και πολλοί υποστήριζαν ότι δεν του 'χε κοστίσει δεκάρα. Οι κακές γλώσσες λέγαν ότι είχε κτιστεί από χαλίκια του δρόμου, που τα 'χε μαζέψει ένα-ένα, κλώτσα-κλώτσα, ο ίδιος ο Πικαρόνε. Ωστόσο ο Πικαρόνε ήτανε, παρολαυτά, διακεκριμένος νομομαθής, άνθρωπος μ' εξαιρετική διάνοια και προικισμένος με βαθύ φιλοσοφικό πνεύμα. 'Ενα βιβλίο του για το Γνωστικισμό κι ένα άλλο για τη Φιλοσοφία του Χριστιανισμού, είχαν μάλιστα, καταπώς λέγαν, μεταφραστεί και στα γερμανικά. Τί τα θες όμως που ήτανε λυσσασμένος αντιδραστικός και φανατικός εχθρός κάθε νεωτερισμού. Ντυνόταν ακόμα σύμφωνα με τη μόδα του 1820, είχε μια λουρίδα γένι που πήγαινε από το 'να αφτί στ' άλλο, ήτανε κοντόχοντρος, αγριωπός, με το λαιμό χωμένο στους ώμους, έσμιγε ολοένα τα φρύδια, μισόκλεινε τα μάτια, έξυνε απ' το πρωί ως το βράδυ το πηγούνι του κι επιδοκίμαζε τις μυστικές του σκέψεις με γρυλίσματα.

 -"Χμ... χμ... χμ... η Ιταλία... τη φτιάξανε την Ιταλία... ωραία τη κάνανε... χμ... η Ιταλία. Δημόσια έργα... χμ... Φωτισμός. Στρατός και στόλος... χμ... χμ... χμ... Υποχρεωτική εκπαίδευση...Κι αν θέλω να μείνω τούβλο εγω; 'Οχι, κύριε. Υποχρεωτική εκπαίδευση... Φόροι! Πλήρωνε Πικαρόνε". Στη πραγματικότητα δε πλήρωνε τίποτα ή ελάχιστα, χάρη σε δεξιοτεχνικούς συνδυασμούς που εξαντλούσανε, εξαγρίωνανε και τη πιο δοκιμασμένη υπομονή. 'Εφτανε πάντα στο ίδιο συμπέρασμα: "Τίποτ' απ' όλ' αυτά δε μ' ενδιαφέρει. Οι σιδηρόδρομοι; Δε ταξιδεύω ποτέ. Φωτισμός των δρόμων; Δε βγαίνω ποτέ βράδυ. Δε γυρεύω τίποτα. Αν είναι για μένα φχαριστώ πολύ, δεν έχω ανάγκη από τίποτα. Μονάχα λίγο αέρα για ν' αναπνέω. Εσείς τον κάνατε κι αυτόν; Μήπως και θέλετε να πληρώσω για τον αέρα που αναπνέω";

     Είχεν αποτραβηχτεί στη βιλίτσα του, αφ' ότου άφησε τη δουλειά του, που ως τα τελευταία χρόνια του 'χε αποφέρει παχυλές αμοιβές. Θα 'χε οπωσδήποτε βάλει στη πάντα ένα γενναίο ποσό. Σε ποιόν θα τ' άφηνε όλ' αυτά πεθαίνοντας; Δεν είχε μήτε κοντινούς, μήτε μακρυνούς συγγενείς. Τις μπανκανότες θα μπορούσε στην ανάγκη να τις πάρει μαζί του, στον τάφο, σε κείνο το ωραίο φέρετρο που 'χε βάλει κατά μέρος. Μα τη βίλα; Μα τα κτήματα του Κανατέλο;

     Όταν ο Ντολστεμάσκολο, με τους δυο χωριάτες, φάνηκε στη καγκελόπορτα, ο Τούρκος, ο φοβερός σκύλος, λες και κατάλαβε πως ο ξενοδόχος ερχότανε γι' αυτόν, χίμηξε με λύσσα στα κάγκελα. Ο γερο-υπηρέτης, που ήρθε ν' ανοίξει, δε κατάφερε ούτε να τον κρατήσει, ούτε να τον διώξει. Χρειάστηκε να του σφυρίξει ο Πικαρόνε, που 'τανε καθισμένος και διάβαζε στη μέση του κήπου και να τον κρατήσει ο ίδιος από το λουρί του λαιμού για να του περάσει ο υπηρέτης την αλυσίδα. Ο τετραπέρατος Ντολτσεμάσκολο είχε βάλει τα καλά του και καθώς ήτανε φρεσκοξυρισμένος, φαινόταν ανάμεσα στους δυο τους καψερούς τους μεροκαματιάρηδες, που ό,τι γύριζαν απ' τα χωράφια κουρασμένοι κι ελεεινοί, πιο καλοστεκούμενος και πιο κύριος από ποτέ, με το ροδαλό του πρόσωπο, που χαιρόσουν να το βλέπεις, και με τη συμπαθητική κρεατοελιά στο δεξί μάγουλο, στην άκρη των χειλιών, με τις χνουδωτές, μισόσγουρες τριχίτσες της. Μπήκε στο κήπο αναφωνώντας με προσποιητό θαυμασμό:

 -"Τι ωραίο σκυλί! Α, τι ωραίο ζώο! Και τι καλός φύλακας! Μάλαμα"!

     Ο Πικαρόνε, με τα φρύδια σμιχτά και τα μάτια μισόκλειστα, άφησε ν' ακουστούν κάτι επιδοκιμαστικά γρυλίσματα, από κοινού με κάτι κουνήματα του κεφαλιού, και ρώτησε:

 -"Σε τί μπορώ να σας φανώ χρήσιμος; Καθίστε...", κι έδειξε τα σιδερένια σκαμνάκια γύρω του. Ο Ντολτσεμάσκολο κάθισε κοντά του κι είπε στους μεροκαματιάρηδες:

 -"Σεις καθίστε κει..." Και γυρνώντας στον Πικαρόνε: "Έρχομαι στην αφεντιά σας, που ξέρει το νόμο, για μια συμβουλή".

     Ο Πικαρόνε γούρλωσε τα μάτια:

 -"Mα, αγαπητέ μου, πάει καιρός που δε κάμω πια τον δικηγόρο".

 -"Το ξέρω, το ξέρω", βιάστηκε ν' απαντήσει ο Ντολτσεμάσκολο. "Η αφεντιά σας δε παύει όμως να ξέρει το νόμο και μάλιστα όπως το ξέρανε στα παλιά χρόνια. Κι ο

πατέρας μου μου 'λεγε πάντα: 'Γιε μου ν' ακούς τις συμβουλές των παλιών!'. Ξέρω και πόση ευσυνειδησία έδειχνε η αφεντιά σας στη δουλειά. Στους νεαρούς δικηγόρους, σήμερα, δεν έχω εμπιστοσύνη. Δε κατηγορώ κανένα, σημειώστε. Δεν είμαι τόσον ελαφρόμυαλος... 'Ηρθα δω για μιαν απλή συμβουλή που μόνον η αφεντιά σας μπορεί να μου δώσει". Ο Πικαρόνε ξανάκλεισε τα μάτια. "Η αφεντιά σας ξέρει..." άρχισεν ο Ντολτσεμάσκολο, αλλά ο Πικαρόνε, που ανυπομονούσε, ξέσπασε.

 -"Ξέρω αυτό που ξέρω. 'Ασε τα ξέρω, ξέρεις, ξέρει κι έλα στο θέμα. Στο θέμα..."

     Ο Ντολτσεμάσκολο συγχίστηκε. Χαμογέλασε ωστόσο και ξανάρχισε:

 -"Ήθελα να πω πως η αφεντιά σας ξέρει πως έχω πανδοχείο στο μεγάλο δρόμο..."

 -"Το 'Πανδοχείο των Κυνηγών', ναι. Περνώ συχνά από κει..."

 -"Πηγαίνοντας για το Κανατέλο, μάλιστα. Θα 'τυχε λοιπόν να δείτε ότι βγάζω έξω λίγα πράγματα: ψωμί, φρούτα, κανένα χοιρομέρι. Θα τα είδατε, ε";

     Ο Πικαρόνε έκανε "ναι" με το κεφάλι και πρόσθεσε, με μυστηριώδες ύφος:

 -"Τα είδα και τα μύρισα κιόλας".

 -"Τα μυρίσατε";

 -"Ναι, κάτι σα χωματίλα. Φυσικό είναι όμως, μ' όλη τη σκόνη του μεγάλου δρόμου... Ας τ' αφήσουμε όμως αυτά κι ας έρθουμε στο θέμα".

 -"Ερχόμαστε", είπε ο Ντολτσεμάσκολο καταπίνοντας το κομπλιμέντο. "Ας πούμε πως έχω για μόστρα... ας υποθέσουμε... λίγα λουκάνικα. Η αφεντιά σας ξ... συγγνώμη.. πήγαινα να πω πάλι... είναι νευρικό. Η αφεντιά σας δε ξέρει ίσως πως αυτές τις μέρες έχουμε ένα πέρασμα ορτύκια. Στο δρόμο λοιπόν, όλο σούρτα-φέρτα κυνηγοί με τα σκυλιά τους... 'Ερχομαι, έρχομαι στο θέμα! Περνάει ένα σκυλί, σινιόρ καβαλιέρε, δίνει ένα σάλτο και μου αρπάζει τα λουκάνικα. Μάλιστα. Το παίρνω στο κυνηγητό, μαζί με τους δυο φουκαράδες που 'χαν μπει στο μαγαζί, να πάρουνε τίποτα ν' αλείψουν το ψωμί τους, προτού πάνε στα χωράφια, στη δουλειά τους. 'Ετσι δεν είναι ε; Τρέχουμε κι οι τρεις στο κατόπι, αλλά πού να τον πιάσεις... 'Αλλωστε και να τον πιάναμε ας μου πει η αφεντιά σου, τι να τα 'κανα πια τα λουκάνικα, που τα 'χε δαγκώσει, που τα 'χε σύρει σ' όλο το δρόμο, μες στη σκόνη. Ούτε να σκύψεις να τα πάρεις δεν άξιζε... Αλλά το σκυλί το γνώρισα και ξέρω τίνος είναι".

 -"Χμ... μια στιγμή", διέκοψε ο Πικαρόνε "ο αφέντης του σκύλου δεν ήτανε μπροστά";

 -"Όχι", βιάστηκε ν' απαντήσει ο Ντολτσεμάσκολο. "Δεν ήταν με τους κυνηγούς. Αυτό το σκυλί το 'χε σκάσει από το σπίτι. Είναι ζώα που τα μυρίζονται όλα, καταλαβαίνετε; Το νιώθουν το κυνήγι, υποφέρουν που τα 'χουνε κλεισμένα και το σκάνε. Να μη σας τα πολυλογώ, ξέρω, όπως σας είπα, τίνος είναι το σκυλί. Και τα παιδιά εδώ, που ήταν μπροστά στην κλεψιά, το ξέρουν κι αυτά. Υπό αυτούς τους όρους θέλω να μου πει η αφεντιά σας που ξέρει το νόμο: είναι ή δεν είναι υποχρεωμένος ο αφέντης του σκύλου να μου πληρώσει τη ζημιά; Αυτό θέλω"!

     Η απάντηση του Πικαρόνε δεν αργοπόρησε καθόλου:

 -"Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία πως είναι υποχρεωμένος".

     Ο Ντολτσεμάσκολο πήγε να πηδήξει απ' τη χαρά του, αλλά κρατήθηκε. Γύρισε στους δυο μεροκαματιάρηδες:

 -"Ακούσατε; Ο κυρ-δικηγόρος λέει, πως ο αφέντης του σκύλου είναι υποχρεωμένος να μου πληρώσει τη ζημιά".

 -"Υποχρεωμένος πέρα για πέρα" βεβαίωσε για δεύτερη φορά ο Πικαρόνε. "Σου 'χε πει κανείς το αντίθετο";

 -"Όχι", απάντησε ο Ντολτσεμάσκολο ενώνοντας τα χέρια, γεμάτος χαρά. "Αλλά η αφεντιά σας πρέπει να με συχωρέσει που, σαν αμόρφωτος άνθρωπος που 'μαι, έκανα αυτό το μεγάλο γύρο για να πω στην αφεντιά σας ότι πρέπει να μου πληρώσει τα λουκάνικα, αφού το σκυλί που μου τα 'κλεψε είναι ο Τούρκος, που είναι της αφεντιάς σας".

     Ο Πικαρόνε έμεινε πολλή ώρα κοιτάζοντας τον Ντολτσεμάσκολο. Φαινόταν αποβλακωμένος. Κι έπειτα κατέβασε απότομα τα μάτια και βυθίστηκε στο διάβασμα του χοντρού βιβλίου που είχε μείνει ανοικτό δίπλα του. Οι δυο μεροκαματιάρηδες κοιτάχτηκαν. Ο Ντολτσεμάσκολο τους έκανε νόημα να μη βγάλουν άχνα. Ο Πικαρόνε, κάνοντας πως διαβάζει, έξυνε το πηγούνι του. Γρύλισε και είπε:

 -"Ωστε ο Τούρκος είναι ο ένοχος";

 -"Μπορώ να σας ορκιστώ, σινιόρ καβαλιέρε", είπε δυνατά ο Ντολτσεμάσκολο. Και για να δώσει μεγαλύτερη επισημότητα στον όρκο του σηκώθηκε και σταύρωσε τα χέρια στο στήθος.

 -"Κι ήρθες να με βρεις", συνέχισε βαρύς κι ήρεμος ο Πικαρόνε, "με δυο μάρτυρες, έτσι δεν είναι";

 -"Όχι", διαμαρτυρήθηκε ο Ντολτσεμάσκολο. "Ήτανε για τη περίπτωση που η αφεντιά σας δε θα με πίστευε".

 -"Α, γι' αυτό ήτανε", μουρμούρισε ο Πικαρόνε. "Σε πιστεύω. Κάθισε. Είσαι ένας εντιμότατος άνθρωπος. Σε πιστεύω και σε πληρώνω. 'Εχω τη φήμη πως είμαι κακοπληρωτής, έτσι δεν είναι";

 -"Ποτέ κανείς δεν είπε τέτοιο πράμα, σινιόρ καβαλιέρε".

 -"Όλος ο κόσμος το λέει και το ξαναλέει. Και συ την ίδια γνώμη έχεις. Δυο...χμ...δυο μάρτυρες".

 -"Τόσο για σας όσο και για μένα, σας βεβαιώ".

 -"Δίκιο έχεις τόσο για μένα όσο και για σένα. Σωστά μιλάς. Τους φόρους δε θέλω να τους πληρώσω γιατί είναι άδικοι. Ό,τι είναι δίκαιο όμως το πληρώνω ευχαρίστως. Πάντα το πλήρωνα. Σου 'κλεψε ο Τούρκος τα λουκάνικα; Πες μου πόσο κάνουνε και θα σ' τα δώσω".

     Ο Ντολτσεμάσκολο, που 'χε έρθει με την ιδέα ότι θα 'πρεπε να δώσει μάχη με τις παγίδες και τα τσαλίμια του γερο-βάθρακου, κλονίστηκε μπροστά σε τόση συγκατάβαση κι είπε, πολύ μαλακωμένος.

 -"Α, μικροπράγματα, σινιόρ καβαλιέρε. Είκοσι κομμάτια, πάνω κάτω... Δεν αξίζει που λέει ο λόγος, να μιλάμε..."

 -"Όχι, όχι", είπεν ο Πικαρόνε μ' αποφασιστικότητα, "να μου πεις πόσο κάνει. Τα λουκάνικα στα χρωστώ και θέλω να στα πληρώσω. Κι αμέσως μάλιστα. Εργαζόμενος είσαι, ζημιά υπέστης, πρέπει να αποζημιωθείς. Πόσο";

     Ο Ντολτσεμάσκολο σήκωσε τους ώμους, χαμογέλασε κι είπε:

 -"Είκοσι κομμάτια... δυο κιλά... από μία κι είκοσι το κιλό..."

 -"Τόσο φτηνά τα πουλάς";

 -"Καταλαβαίνετε" έκανε ο Ντολτσεμάσκολο, "όλο ζάχαρη και μέλι. Αυτά τα λουκάνικα δεν τα 'φαγε η αφεντιά σας. Σας τα χρεώνω λοιπόν -και κάλλιο θα το 'χα να μη σας γυρέψω τίποτα- στη τιμή του κόστους".

 -"Δεν το δέχομαι", φώναξε ο Πικαρόνε. "Αν δεν τα 'φαγα γω, τα 'φαγε ο σκύλος μου. Λοιπόν έχουμε... κάπου δυο κιλά. Από δυο λιρέτες το κιλό, είναι εντάξει";

 -"Όπως νομίζει η αφεντιά σας".

 -"Τέσσερες λιρέτες. Σύμφωνοι. Και τώρα πες μου πόσο κάνει: τέσσερα από εικοσιπέντε; Είκοσι ένα, αν δεν κάνω λάθος. Μάλιστα. Δώσμου είκοσι μία λιρέτες και το ζήτημα είναι τελειωμένο".

     Ο Ντολτσεμάσκολο, στη στιγμή πάνω, είπε πως δε θ' άκουσε καλά.

 -"Τί είπατε";
 -"Εικοσιμία λιρέτες", ξανάπε με απάθεια ο Πικαρόνε. "Έχουμε δυο μάρτυρες εδώ για να εξακριβώσουμε την αλήθεια, τόσο για μένα όσο και γα σένα -σύμφωνοι; Ήρθες να με δεις για να μου ζητήσεις μια συμβουλή. Ε, λοιπόν, για τις συμβουλές, για τις νομικές συμβουλές, παίρνω εικοσιπέντε λιρέτες. Αυτή είναι η ταρίφα. Σου θέλω τέσσερις για τα λουκάνικα, δώσ' μου εικοσιμία λιρέτες κι ας λήξει η συζήτηση".
     Ο Ντολτσεμάσκολο τον κοίταξε κατάματα, διστακτικός, μη ξέροντας αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει, λέγοντας ότι δε μπορούσε να μιλά σοβαρά ο Πικαρόνε, αλλά έχοντας ωστόσο την εντύπωση ότι δεν αστειευόταν.

 -"Εγώ... εσάς;" ψέλλισε.

 -"Το πράμα μου φαίνεται σαφές", εξήγησε ο Πικαρόνε. "Συ είσαι ξενοδόχος, εγώ είμαι δικηγόρος. 'Οπως εγώ δεν αρνούμαι πως είναι δίκαιο ν' αποζημιωθείς έτσι και συ δεν θ' αρνηθείς ότι είναι δίκαιο ν' αμειφθώ για τα φώτα που μου ζήτησες και που σου 'δωσα. Από δω και πέρα θα ξέρεις πως, αν σου κλέψει σκύλος λουκάνικο, ο αφέντης του σκύλου οφείλει να σου καταβάλει το αντίτιμο. Το 'ξερες πριν; Όχι! Η γνώση πληρώνεται, αγαπητέ μου. Εγώ κοπίασα και ξόδεψα πολλά λεφτά για να μορφωθώ. Σου φαίνεται να αστειεύομαι";

 -"Μάλιστα", ομολόγησε ο Ντολτσεμάσκολο, με δάκρυα στα μάτια και με χέρια σταυρωμένα. "Σας χαρίζω τα λουκάνικα, σινιόρ καβαλιέρε... Είμαι ένας φουκαράς αμόρφωτος... να με συμπαθάτε... κι ας μη μιλήσουμε πια γι' αυτό".

 -"Α, όχι! Καθόλου!" φώναξε ο Πικαρόνε. "Εγώ δε σου χαρίζω τίποτα. Ο νόμος είναι νόμος και για σένα και για μένα. Εγώ πληρώνω και θέλω να πληρωθώ. Εικοσιμία λιρέτες. Αυτή είναι η ταρίφα. Αν δεν το πιστεύεις πήγαινε να βρεις ένα δικηγόρο και ρώτα τον αν δικαιούμαι αυτό το ποσό. Σου δίνω τρεις μέρες. Αν σε τρεις μέρες δε μ' έχεις πληρώσει, να 'σαι βέβαιος ότι θα σε πάω δικαστικώς".

 -"Μα, σινιόρ καβαλιέρε...", εκλιπάρησε πάλι ο Ντολτσεμάσκολο με τα χέρια ενωμένα και το πρόσωπο αλλοιωμένο. Ο Πικαρόνε σήκωσε το πιγούνι, σήκωσε και το χέρι:

 -"Δεν ακούω τίποτα. Σε πάω δικαστικώς".

     Τότε πια ο Ντολτσεμάσκολο βγήκε από τα ρούχα του. Ο θυμός τον έπνιγε. Δεν ήταν η ζημιά που τον ένοιαζε. Συλλογιζόταν τα χωρατά που θα πέφτανε βροχή και μπορούσε να τα μαντέψει κιόλας κοιτάζοντας τους δυο χωριάτες που σπάζανε κέφι. Αυτός που θεωρούσε τον εαυτό του τετραπέρατο, που 'χε προετοιμάσει μαστορικά το κόλπο του κι είχε για μια στιγμή νομίσει πως κέρδισε το παιγνίδι! Ήτανε τόσο έξαλλος που πιάστηκε κει που δεν το περίμενε στη φάκα που έστησε ο ίδιος, ώστε έγινε θηρίο ανήμερο:

 -"A!" έκανε πλησιάζοντας τον Πικαρόνε με το χέρι σηκωμένο και τις γροθιές κλειστές. "Να, γιατί κλέβει το σκυλί σας... Δασκαλεμένο δεν το 'χετε";

     Ο Πικαρόνε σηκώθηκε σκυθρωπός, ύψωσε κι αυτός το χέρι:

 -Έξω! Θα 'χεις να δώσεις λόγο για εξύβριση ενός εντίμου ανθρώπου, που..."

 -"Εντίμου ανθρώπου;" βρυχήθηκε ο Ντολτσεμάσκολο, αρπάζοντάς τον από το μπράτσο και τραντάζοντάς τον με μανία. Οι δυο μεροκαματιάρηδες όρμησαν να τον κρατήσουν. Αλλά ξαφνικά, να που ο γέρος τα παρατάει όλα και μένει ντούρος, γαντζωμένος από το μπράτσο στα άγρια χέρια του Ντολτσεμάσκολο. Κι όταν αυτός τον άφησε, κατασαστισμένος, έπεσε πρώτα καθιστός στο σκαμπό, έγειρε μετά στο πλάι και σωριάστηκε καταγής μονοκόμματος.

     Μπροστά στον τρόμο που έπιασε τους χωριάτες, ο Ντολτσεμάσκολο άρχισε να κάνει κάτι γκριμάτσες σα να γέλαγε. Τι συνέβαινε; Αφού δεν τον είχε αγγίξει καλά-καλά. Οι δυο εργάτες σκύψανε πάνω στον Πικαρόνε, του ανασηκώσανε το 'να χέρι:

 -"Δίνε του, δίνε του..."

     Ο Ντολτσεμάσκολο τους κοίταζε χαμένος. Να του δίνει; Την ίδια στιγμή ακούστηκε το τρίξιμο της καγκελόπορτας και το φέρετρο, που 'χε βάλει στη μπάντα ο γέρος για τον εαυτό του, έκανε θριαμβευτική είσοδο στους ώμους δυο καταλαχανιασμένων νεκροθαφτών. Κέρωσαν όλοι.

     Ο Ντολτσεμάσκολο δε σκέφτηκε ούτε στιγμή ότι ο Νότσιο Παμπίνα, ο Πανάθεμας, ύστερα από την επίσκεψη και τη παρατήρηση του Αναπληρωτή, έσπευσε να στείλει το φέρετρο, για να 'ναι εντάξει. Αλλά θυμήθηκε ξαφνικά αυτό που 'χε πει ο Μέντολα στο πανδοχείο και, μονομιάς, ανάμεσα σ' αυτή την άδεια κάσα, που έφτανε στην ώρα της, υπακούοντας θα 'λεγες σ' ένα μυστηριώδες κάλεσμα, του φάνηκε πως έβλεπε τη μοίρα που τον μεταχειρίστηκε αυτόν και το χέρι του. Έπιασε το κεφάλι του κι άρχισε να ωρύεται:

 -"Νάτη! Νάτη! Αυτή τονε φώναξε! Είσαστε όλοι μάρτυρες πως δεν τον άγγιξα! Τονε καλούσε το κιβούρι του! Το 'χε βάλει στη μπάντα για τον εαυτό του! Και να το που 'φτασε γιατί ήτανε να πεθάνει!" Κι αρπάζοντας απ' το μπράτσο τον ένα από τους

νεκροθάπτες: "Έτσι δεν είναι; Έτσι δεν είναι; Πέστε το κι εσείς".

     Αλλά οι νεκροθάφτες δεν ήτανε καθόλου ξαφνιασμένοι. Απ' τη στιγμή που φέρνανε του Πικαρόνε το φέρετρο, θεωρούσανε πολύ φυσικό να τονε βρούνε πεθαμένο. Σήκωσαν τους ώμους:

 -"Έτσι είναι", είπαν. "Να 'μαστε". 

                                                   

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers