Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Stoker Bram: Το Σπίτι Του Δικαστή

 

                  Βιογραφικό

     Ο Αβραάμ 'Μπραμ' Στόκερ ήταν Ιρλανδός συγγραφέας της βικτοριανής εποχής, που πέρασε στην ιστορία κυρίως για το γοτθικό μυθιστόρημά του «Δράκουλα» το οποίο διαβάζεται αδιάκοπτα και με μεγάλο ενδιαφέρον μέχρι τα χρόνια μας, ενώ οι κατά καιρούς κινηματογραφικές μεταφορές ανεβάζουν την αδρεναλίνη στα ύψη από την αρχή μέχρι το τέλος. Εξάλλου ένας άλλος σπουδαίος Ιρλανδός συγγραφέας και μακρινός συγγενής του, ο Σερ ’ρθουρ Κόναν Ντόιλ, όταν πρωτοδιάβασε το βιβλίο είχε δηλώσει:

   «
Θεωρώ πως είναι η καλύτερη 'σατανική' ιστορία που έχω διαβάσει εδώ και πολλά χρόνια. Είναι πραγματικά θαυμάσιο το συναρπαστικό ενδιαφέρον με το οποίο σε κρατά το βιβλίο όπου δεν υπάρχει ποτέ μια στιγμή που να μην αποτελεί αποκορύφωμα».

     Ο Στόκερ ανατράφηκε ως προτεστάντης, ήταν ένθερμος υποστηρικτής των κόμματος των Φιλελευθέρων και ειδικότερα του πρωθυπουργού Γκλάντστοουν με τον οποίο τον συνέδεε φιλία. Παρόλο που είχε ιρλανδική καταγωγή και πίστευε στην αυτονομία της πατρίδας του, ήταν φιλομοναρχικός και θεωρούσε ότι μπορεί να βρεθεί λύση στο ιρλανδικό ζήτημα υπό τη σκέπη της αυτοκρατορίας. Επίσης αν κι ενδιαφερόταν για την εξέλιξη της επιστήμης κι ειδικότερα της ιατρικής κι υπήρξε δύσπιστος σε ό,τι μεταφυσικό είχε ασχοληθεί με τον υπνωτισμό και τον αποκρυφισμό, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι συγγραφείς των πρώτων έργων επιστημονικής φαντασίας, οριοθετώντας όμως το πεδίο ενασχόλησής του σε σχέση με τη δεισιδαιμονία.

     Γεννήθηκε στις 8 Νοέμβρη 1847 στο Κλόνταρφ στην Ιρλανδία και πέθανε στις 20 Απρίλη 1912 στο Λονδίνο στην Αγγλία. Τρίτος από επτά παιδιά και γονείς του: ο Δουβλινέζος Αβραάμ Στόκερ κι η φεμινίστρια Σάρλοτ Ματίλντα Μπλέικ Θόρνλεη (που καταγόταν από την ιστορική ιρλανδική περιοχή του Μπέιλισανον). Τα μέλη της οικογένειας ανήκαν στην ενορία του Κλόνταρφ της ιρλανδικής εκκλησίας, που εκκλησιάζονταν τακτικάΦιλάσθενος κι αδύναμος ως τα 7 του, περνούσε πολλές ώρες ή και μέρες κλινήρης. Ο ίδιος περιέγραψε αργότερα την περίοδο αυτή ως φάση στοχασμών κι ανάπαυσης που του δώσανε την ευκαιρία να σκεφτεί πράγματα, που του φανήκανε πολύ χρήσιμα τα χρόνια που ακολούθησαν.
     Το 1854 γράφεται σε ιδιωτικό σχολείο χωρίς πλέον άλλα προβλήματα υγείας κι έτσι 
όταν γράφτηκε στο Trinity College (University of Dublin) ξεπερνώντας την αδυναμία του, έγινε θαυμάσιος αθλητής (1864-70). (Αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο Κολέγιο χρονολογείται από το 1591 (!) οπότε ανεγέρθηκε το μεγαλοπρεπές κι εξαιρετικής αισθητικής κτίριο στο οποίο στεγάζεται, που δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από την Οξφόρδη και το Κέιμπριτζ ενώ στους θησαυρούς της βιβλιοθήκης του περιλαμβάνονται πλήθος αρχαίων και μεσαιωνικών ιρλανδικών χειρόγραφων και το αριστούργημα «Βιβλίο Του Κελς»).
     Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εκεί, συμμετείχε στην ιστορική και φιλοσοφική ένωση του Πανεπιστήμιου οπότε καταθέτοντας και το πρώτο δείγμα γραφής του σε δοκίμιο με θέμα την επίδραση των αισθήσεων στο μυθιστόρημα και στην κοινωνία. Από εκεί αποφοίτησε με αριστείο στα Μαθηματικά ενώ ήδη είχε εκδηλώσει το ενδιαφέρον του για το θέατρο επηρεασμένος από έναν φίλο του, τον δρ Μάνσελ. Ο Στόκερ μάλιστα έκανε κριτική θεάτρου σε μια εποχή που το είδος δεν έχαιρε και ιδιαίτερης εκτίμησης. Οι κριτικές του δημοσιεύονταν τακτικά στην εφημερίδα «Dublin Evening Mail» της οποίας συνιδιοκτήτης ήταν ο 'Ιρλανδός Ε.Α. Πόε', συγγραφέας γοτθικών ιστοριών Τζόζεφ Σέρινταν Λε Φανού (αυτός μας χάρισε την περίφημη ιστορία τρόμου "Καρμίλα"  (1872) που θεωρείται ότι ενέπνευσε τον Στόκερ για τη συγγραφή του «Δράκουλα» τόσο ώστε ένα κεφάλαιο του βιβλίου [Ο Καλεσμένος Του Δράκουλα] να διαγραφεί αρχικά, λόγω μεγάλων ομοιοτήτων. Στο έργο αυτό διαβάζουμε την ιστορία της Λάουρα που κινδυνεύει από τη φίλη της, βρικόλακα, Καρμίλα).
    Την ίδια χρονιά, με τη "Καρμίλα", ο Στόκερ έγραψε το διήγημα «The Crystal Cup» (London Society, 1872) και λίγο αργότερα το «The Chain of Destiny» που δημοσιεύθηκε στο χιουμοριστικό περιοδικό The Shamrock  (τριφύλι, το εθνικό ιρλανδικό έμβλημα) σε 4 συνέχειες. Ωστόσο η χρονιά αυτή πρέπει να θεωρείται σταθμός για τη συγγραφική εξέλιξή του. Το Δεκέμβρη ο εκκολαπτόμενος, ακόμη, συγγραφέας έγραψε ένα άρθρο για τον σπουδαίο ηθοποιό Σερ Χένρι Ίρβινγκ που κείνη την εποχή ανέβαζε Σέξπιρ στο θέατρο του Δουβλίνου υποδυόμενος αριστουργηματικά τον μλετ στο ομώνυμο έργο. Όταν ο Ίρβινγκ διάβασε τη κριτική του τονε προσκάλεσε σε γεύμα στο ξενοδοχείο Shelbourne, όπου είχε καταλύσει, κι από κείνη τη βραδιά ξεκίνησε μια πολυετής φιλία και συνεργασία. Να θυμίσουμε ότι ο Ίρβινγκ σημάδεψε κυριολεκτικά το βρετανικό θέατρο με ρόλους που είχαν την προσωπική του υποκριτική ενώ είναι ο πρώτος ηθοποιός που τιμήθηκε με τον τίτλο του ιππότη.

     Από το 1876, ξεκίνησε να εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος στο Δουβλίνο και πιο συγκεκριμένα στο Dublin Castle, το 1878 και για πάνω από 10 έτη, συνεχίζοντας να γράφει. Παράλληλα συνέχιζε να γράφει κριτικές θεάτρου στην εφημερίδα The Dublin Mail.
     Το 1878 παντρεύτηκε τη Φλόρενς Μπάλκομπ, που 'τανε πρώην σύζυγος του Όσκαρ Ουάιλντ. Το ζευγάρι μετακόμισε στο Λονδίνο, όπου ο Στόκερ έγινε για 27 χρόνια διευθυντής επιχειρήσεων του Θεάτρου Λυκέουμ, ιδιοκτησία του 'Αγγλου ηθοποιού και φίλου του, Χένρι Ίρβινγκ. Απέκτησαν ένα μόνο γιο, τον Ίρβινγκ Νοέλ, που γεννήθηκε στις 31 Δεκέμβρη 1879. Την ίδια χρονιά που γεννήθηκε ο γιος του εκδόθηκε και μια ιστορία φαντασίας με τίτλο «The Duties of Clerks of Petty Sessions in Ireland». Εδώ αξίζει να σημειώσουμε ότι η γυναίκα του, κόρη στρατιωτικού, υπήρξε διάσημη για την ομορφιά της ενώ ο Στόκερ γνωριζόταν από τα ακαδημαϊκά χρόνια με τον Ουάιλντ. Το γεγονός ότι τους χώριζε η Φλωρεντία, δεν στάθηκε ικανό να χαλάσει και τη σχέση τους. Πράγματι δε παρέλειψε να τον επισκεφθεί στη Γαλλία στα δύσκολα χρόνια της κράτησής του.

      Έχοντας ως είδωλο τον Sir Henry Irving, (η συνεργασία αυτή του άνοιξε διάπλατους ορίζοντες. Μέσω αυτού συναναστράφηκε τόσο με την υψηλή λονδρέζικη κοινωνία όσο και μ' επιφανείς συγγραφείς της εποχής. Κυρίως όμως συνδέθηκε με τον Χολ Κέιν, μυθιστοριογράφο και θεατρικό συγγραφέα της Βικτωριανής κι Εδουάρδου εποχής, που λατρεύτηκε κυριολεκτικά από τους βρετανούς και στον οποίο είναι αφιερωμένος ο «Δράκουλας». Το έργο του Κέιν, που ήταν μεν ρομαντικό αλλά διέφερε από τα «στεγανά» του Ντίκενς, σήμερα είναι παραγκωνισμένο αν και πολλά μυθιστορήματα και θεατρικά του έχουν μεταφερθεί και στον κινηματογράφο. Ο ίδιος εργάσθηκε ως γραμματέας του ποιητή και ζωγράφου Ντάντε Γκάμπριελ Ροσέτι, ήταν εξαιρετικά εμφανίσιμος και προοδευτικός, επηρεασμένος από τις σοσιαλιστικές ιδέες κι υπήρξε αμετανόητος εραστής της νήσου Μαν.) εργάστηκε κοντά του, γράφοντάς του πάνω από 50 επιστολές τη μέρα και συνοδεύοντάς τονε στις περιοδείες του, μέχρι το θάνατο του ειδώλου του, 27 χρόνια μετά.
     Αφιερωμένος ολοκληρωτικά στη διαχείριση του θεάτρου εκτός από γνωριμίες έκανε και πολλά ταξίδια. Η χώρα όμως που τον είχε γοητεύσει ήταν οι ΗΠΑ όπου ο Ίρβινγκ λατρευόταν. Στα ταξίδια του εκεί, ο Στόκερ είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί μετά από πρόσκληση τον Λευκό Οίκο και μάλιστα δύο φορές, επί προεδρίας Μακ Κίνλεϊ και Θεόδωρου Ρούσβελτ ενώ είχε και την τύχη να γνωριστεί με τον Ουόλτ Ουίτμαν τον κορυφαίο Αμερικανό ποιητή που τάραξε τα νερά της ηθικής αμερικανικής διανόησης.
     Κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου, ο Στόκερ άρχισε να γράφει τα διηγήματά του. Η πρώτη ιστορία ΕΦ δημοσιεύτηκε το 1875 κι ακολούθησε το "Πέρασμα Του Φιδιού" (1890) κι ήτανε το 1ο μυθιστόρημά του. Κατόπιν ακολουθήσανε κι άλλα, με αποκορύφωμα τον "Δράκουλα" στα 1897, έργο που 'γινε best-seller και τον έκανε διάσημο παγκοσμίως. Αποτελεί δε, προϊόν πολύχρονης ενασχόλησης κι έρευνας στην ευρωπαϊκή λαογραφία και σε όσα αφορούν στα βαμπίρ. Θεωρήθηκε ως συνηθισμένη ιστορία τρόμου, ωστόσο πολύ σύντομα ενσωματώθηκε κυριολεκτικά στη λαϊκή κουλτούρα. Κατατασσόμενο μαζί με τον "Φρανκεστάιν" της Μαίρη Σέλεϊ σε μνημειώδες έργο που ο αναγνώστης μπορεί να διαβάσει από διάφορες οπτικές γωνίες. Πρόκειται για ένα επιστολικό γοτθικό λογ. μυθιστόρημα που βασίζεται στο θρύλο του Κόμη Δράκουλα, εμφανώς εμπνευσμένο από άλλες ιστορίες βρικολάκων όπως: Έμιλι Γκέραρντ ("Transylvania Superstitions" * Σημ: Η Γκέραρντ είχε παντρευτεί έναν στρατιωτικό αυστροουγγρικής καταγωγής κι η πολυετής παραμονή της στην Τρανσυλβανία είχε σαν αποτέλεσμα τη μελέτη και την καταγραφή της τοπικής κι ομολογουμένως συναρπαστικής λαογραφίας), Τζον Γουίλιαμ Πολιντόρι ("The Vampyre") και Τζόσεφ Σέρινταν λε Φανού (Carmilla).
     ’λλα έργα του: "Το Στολίδι Των Εφτά Αστεριών"  (1904) "Το Μυστήριο Της Θάλασσας" (1902) "Η Σαβανωμένη Κυρία" (1909), "Η Φωλιά Του Λευκού Σκουλικιού" (1911) κ.ά. Ακολούθησαν αρκετά μυθιστορήματα και νουβέλες μέχρι το 1911. Από το έτος αυτό, άρχισε να έχει προβλήματα υγείας στα οποία όπως φαίνεται δεν άντεξε. Κατέληξε πολύ σύντομα στις 20 Απρίλη 1912, στο Λονδίνο, σε ηλικία μόλις 64 ετών, έχοντας αστέρι δικό του, στο χάρτη της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Εικάζεται ότι αιτία θανάτου του ήταν η σύφιλη ενώ η τέφρα του τοποθετήθηκε στο Golders Green Crematorium.
     Μετά το θάνατό του η χήρα του έδωσε για δημοσίευση κι άλλες ιστορίες μεταξύ των οποίων κι «Ο Προσκεκλημένος Του Δράκουλα» ενώ η ίδια είχε δικαστική διένεξη για τη κινηματογραφική μεταφορά του με το όνομα "Νοσφεράτου" (1922) κερδίζοντας τελικά τη δίκη (1925) που οδήγησε στη καταστροφή των αρνητικών του φιλμ. Απ' όσο αποδείχθηκε όμως δεν καταστράφηκαν όλες οι κόπιες κι έτσι η ταινία έγινε γνωστή. Η επόμενη μεταφορά στη μεγάλη οθόνη ήταν το 1931 σε σκηνοθεσία του Τοντ Μπρόουνινγκ και κόμη Δράκουλα τον Μπέλα Λουγκόζι. Όμως αξέχαστη για όλους μας παραμένει η μεταφορά του 1958 σε σκηνοθεσία Τέρενς Φίσερ με τον Κρίστοφερ Λι να υποδύεται έναν ρόλο θαρρείς κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του. Ακολούθησε το φιλμ του 1979 από τον Τζον Μπάντχαμ με πρωταγωνιστή τον Φρανκ Λάνγκελα κι η πλέον σύγχρονη με την πινελιά του Κόπολα και τον Γκάρι Όλντμαν στον ομώνυμο ρόλο.

    ---------------------------------------------------------------------------------------


                                     
Το Σπίτι Tου Δικαστή

     Όταν πλησιάζεν ο καιρός για τις εξετάσεις του ο Μάλκολμ Μάλκολμσον αποφάσισε να πάει κάπου για να διαβάσει μόνος. Ήθελε ν' αποφύγει τους πειρασμούς των παραθαλάσσιων θέρετρων, άλλα ήξερε ότι κι ένα απόλυτα μοναχικό μέρος θα τονε παράσερνε, επειδή από παλιά, τέτοια μέρη τονε γοήτευαν. Έτσι αποφάσισε να βρει μιαν ασήμαντη μικρή πόλη που τίποτε δε θα μπορούσε να του αποσπάσει τη προσοχή. Δε θέλησε να ζητήσει τη συμβουλή των φίλων γιατί ήξερε ότι πολλοί θα τονε στέλνανε σε μέρη που είχανε θάλασσα, επειδή από παλιά, τέτοια μέρη τον γοήτευαν. Σκέφτηκε λοιπόν να βρει μόνος του κάποιο μέρος. Μάζεψε σε μια μεγάλη βαλίτσα τα ρούχα του κι όλα τα βιβλία που χρειαζότανε κι έβγαλε εισιτήριο με το πρώτο τρένο, χωρίς να κοιτάξει που πήγαινε.

     Ύστερα από ταξίδι τριών ωρών κατέβηκε στο Μπέντσερτς ευχαριστημένος που κατάφερε να κρύψει τα ίχνη του τόσο καλά κι όντας σίγουρος ότι θα του δινόταν ή ευκαιρία να μελετήσει με την ησυχία του. Πήγε ίσια στο μοναδικό πανδοχείο και πέρασε τη νύχτα του κει. Το Μπέντσερτς ήταν εμπορική πόλη που μια φορά κάθε τρεις βδομάδες πλημμύριζεν από κόσμο. Τις υπόλοιπες εικοσιμία μέρες ήταν άδειο σαν έρημος.

     Ο Μάλκολμ από την άλλη μέρα κιόλας, αφού έφτασε, άρχισε να ψάχνει να βρει ένα σπίτι ακόμα πιο ήσυχο απ' αυτό που ένα ήσυχο πανδοχείο σα το «Καλό Ταξιδιώτη» μπορούσε να του προσφέρει. Υπήρχε τέτοιο μέρος, που τράβηξε τη προσοχή του και που σίγουρα ικανοποιούσε ακόμα και τα πιο τρελά του όνειρα για ησυχία. Στη πραγματικότητα ήσυχο δεν ήταν ή κατάλληλη λέξη που του ταίριαζε. Ξεχασμένο κι έγκαταλειμένο θα ήτανε πιο κατάλληλες λέξεις για να περιγράψουνε την ερημιά του.

     Ήταν ένα παλιό, με ασυνάρτητη αρχιτεκτονική, αρχοντόσπιτο Ιακωβιανού ρυθμού με βαριά αετώματα και παράθυρα ασυνήθιστα μικρά και τοποθετημένα ψηλότερα απ' ότι είναι το κανονικό σε τέτοια σπίτια. 'Ητανε περιτριγυρισμένο μ' ένα ψηλό και χοντρό τοίχο από τούβλα. Πράγματι κοιτάζοντας το προσεχτικά θύμιζε οχυρωμένο σπίτι παρά κατοικία. Όλ' αυτά ευχαρίστησαν τον Μάλκολμ. «Εδώ», σκέφτηκε, «είν' αυτό που ζητούσα κι αν είμαι τυχερός και το νοικιάσω, θα 'ναι το καλύτερο». Ευχαριστήθηκε ακόμα περισσότερο όταν διαπίστωσε ότι το σπίτι ήταν ακατοίκητο.

     Στο πανδοχείο έμαθε τ' όνομα του μεσίτη, που 'δειξε κατάπληκτος όταν του ζήτησε να νοικιάσει μια πτέρυγα του παλιού σπιτιού. Ο κύριος Κάρνφορντ ήτανε τυπικός δικηγόρος και μεσίτης, ευγενικός, γηραλέος κύριος, που χάρηκε πολύ όταν έμαθε ότι κάποιος ήθελε να μείνει σ' αυτό.

 -"Για να σας πω την αλήθεια" είπε, "αν δεν ήταν οι πελάτες μου, θα 'δινα το σπίτι σε κάποιον τζάμπα για χρόνια, για να συνηθίσουν οι χωριάτες να το βλέπουν να κατοικείται. Έμεινε για πολύ καιρό άδειο και σιγά-σιγά δημιουργήθηκε παράλογη πρόληψη σχετικά μ' αυτό. Τώρα βέβαια που θα κατοικηθεί και μάλιστα από ένα μορφωμένο σαν και σας, η πρόληψη θα χαθεί", πρόστεσε ρίχνοντας μια λοξή ματιά στον Μάλκολμ.

     Ο φοιτητής θεώρησε περιττό να ρωτήσει το μεσίτη ποια ήταν η «παράλογη πρόληψη». Σκέφτηκε ότι μπορούσε να τη μάθει από άλλους. Πλήρωσε το νοίκι για τρεις μήνες, πήρε την απόδειξη και τ' όνομα μιας γριάς που πιθανόν να 'κάνε τη καθαρίστρια του σπιτιού κι έφυγε με τα κλειδιά στη τσέπη. Ύστερα πήγε στη γυναίκα του πανδοχείου, που 'τανε χαρούμενος και καλόκαρδος άνθρωπος και ζήτησε τη συμβουλή της για το τί θα 'πρεπε να πάρει μαζί του. Ή γυναίκα έμεινε κατάπληκτη όταν άκουσε που θα πήγαινε να κατοικήσει.

 -"Όχι στο σπίτι του Δικαστή", είπε χλωμιάζοντας. Της εξήγησε που ακριβώς ήτανε το σπίτι κι ότι δεν είχε ιδέα πως αυτό ήτανε τ' όνομα του. "Ω, σίγουρα, σίγουρα είναι το σπίτι του Δικαστή", του απάντησε.

     Της ζήτησε να του μιλήσει σχετικά μ' αυτό, γιατί το λέγαν έτσι και γιατί το αποστρεφόταν. Του 'πε πως έτσι το ξέρανε στη περιοχή κι ότι πριν από πολλά χρόνια -πόσα ακριβώς δεν ήξερε γιατί δεν ήταν απ' αυτά τα μέρη, αλλά σίγουρα πρέπει να ήταν πάνω από εκατό- ήταν το σπίτι κάποιου δικαστή, που όλοι τον θυμόταν με φρίκη για τις βαριές ποινές που έβαζε και για την εχθρότητα του στους φυλακισμένους. Όσο για το τί συνέβαινε μ' αυτό δεν ήξερε. Είχε ρωτήσει πολλές φορές, αλλά κανείς δε μπορούσε να της πει. Ή γενική εντύπωση πάντως ήταν ότι κάτι συνέβαινε και πως αυτή, ακόμα κι αν της έδιναν όλα τα λεφτά της Τράπεζας του Ντρινκγουότερ, δε θα καθότανε σ' αυτό το σπίτι ούτε μιαν ώρα.

 -"Είναι πολύ κακό, κύριε, ένας νέος σαν κι εσάς να κατοικήσει σ' αυτό το σπίτι. Αν ήσασταν παιδί μου, και με συγχωρείτε για το θάρρος μου, δε θα σας άφηνα να κοιμηθείτε τη νύχτα κει".

 -"Αγαπητή μου κυρία Γουίτμαν, μην ανησυχείτε για μένα. Ένας άνθρωπος που διαβάζει για να δώσει εξετάσεις στα μαθηματικά έχει πολλά άλλα να σκεφτεί και δε παρασύρεται από παράξενα πράγματα. Έπειτα η δουλειά του είναι πολύ συγκεκριμένη για να επιτρέψει στο νου του ν' ασχοληθεί με οποιαδήποτε μυστήρια. Ο αρμονικός πολλαπλασιασμός, οι σχέσεις κι οι ελλειπτικές λειτουργίες είναι για μένα αρκετά μυστήρια".

     Ή κυρία Γουίτμαν προθυμοποιήθηκε να φροντίσει η ίδια για τις προμήθειες του κι έτσι ο ίδιος πήγε να βρει τη γριά που του είχαν συστήσει. Όταν γύρισε μαζί της στο σπίτι του Δικαστή, υστερα από λίγες ώρες, βρήκε την ίδια τη κυρία Γουίτμαν να τονε περιμένει μαζί με μερικούς άντρες κι αγόρια που κουβαλούσανε δέματα κι ένα αμάξι, που πάνω του ήτανε φορτωμένο ένα πάπλωμα, γιατί όπως του 'πε το κρεβάτι του σπιτιού είχε ν' αεριστεί τουλάχιστον πενήντα χρόνια.

     Ήτανε πολύ περίεργη να δει το εσωτερικό του σπιτιού, αν και τόσο φοβισμένη, που στον παραμικρό θόρυβο αρπαζόταν απ' τον Μάλκολμσον, δεν τον άφηνε ούτε στιγμή. Αυτός αφού γύρισε όλο το σπίτι αποφάσισε να εγκατασταθεί στη τραπεζαρία. Στό μεταξύ ή κυρία Γουίτμαν με τη βοήθεια της υπηρέτριας της κυρίας Ντέμπστερ άρχισαν να ταχτοποιούν το δωμάτιο. Όταν ήρθαν μέσα τα δέματα κι ανοίχτηκαν, ο Μάλκολμ είδε πως η κυρία Γουίτμαν είχε στείλει από τη κουζίνα της αρκετά για κάμποσες μέρες. Πριν φύγει του ευχήθηκε να περάσει καλά και φτάνοντας στη πόρτα γύρισε και του 'πε:

 -"Ίσως, κύριε, επειδή το δωμάτιο είναι μεγάλο και σκοτεινό θα 'τανε καλύτερα να βάζατε γύρω από το κρεβάτι σας ένα μεγάλο παραβάν. Αν και να σας πω την αλήθεια εγώ θα πέθαινα από το φόβο μου σα φυλακισμένη εδώ μέσα και μολαυτά τα πράματα να ξεπροβάλλουνε το κεφάλι τους απ' τη κορφή και να με κοιτάζουν". Η εικόνα ήτανε πολύ τρομαχτική και την έκανε να φύγει γρήγορα. Η κυρία Ντέμπστερ φύσηξε υπεροπτικά τη μύτη της καθώς η κυρία Γουίτμαν έφυγε και παρατήρησε πως αυτή δε φοβότανε τα φαντάσματα όλου του βασιλείου.

 -"Θα σας πω τι ακριβώς συμβαίνει», είπε. "Τα φαντάσματα είναι ένα σωρό αλλά πράγματα έκτος από φαντάσματα. Αρουραίοι και ποντίκια και κοριοί και πόρτες που τρίζουνε και ξεχαρβαλωμένα παραθυρόφυλλα και σπασμένα τζάμια και πόμολα που κολλάν όταν τα γυρίζεις, και ξαναεπιστρέφουνε στη θέση τους τα μεσάνυχτα. Κοιτάχτε τις ξυλοδεσιές είναι πανάρχαιες. Εκατοντάδων χρόνων. Νομίζετε ότι δε θα υπάρχουνε κοριοί και ποντίκια εδώ μέσα; Τα ποντίκια είναι τα φαντάσματα και τα φαντάσματα είναι τα ποντίκια και μη πιστεύετε σε τίποτ' άλλο".

 -"Κυρία Ντέμπστερ", είπεν o Μάλκολμ με υπόκλιση, "ξέρετε περισσότερα από έναν επαγγελματία ξυλουργό και σα σημάδι εκτίμησης για τη λογική που σας χαρακτηρίζει, θα σας αφήσω να μείνετε τζάμπα στο σπίτι ,τους δυο τελευταίους μήνες, μια κι εγώ το χρειάζομαι μόνο για τέσσερις βδομάδες".

 -"Σας ευχαριστώ πολύ, κύριε", είπεν αυτή "άλλα δε μπορώ να ξενυχτήσω μακριά από το σπίτι μου! Γιατί μένω στο φιλανθρωπικό ίδρυμα Γκριν Χάουζ κι αν κοιμηθώ έστω μια νύχτα έξω απ' το δωμάτιο μου θα χάσω το δικαιωμα να μένω κει. Οι κανονισμοί είναι πολύ αυστηροί κι υπάρχουνε τόσοι πολλοί που ζητάνε θέση, ώστε δε μπορώ να το διακινδυνέψω. Παρολαυτά, αν θέλετε, μπορώ να 'ρχομαι να σας φροντίζω όσο θα μείνετε".

 -"Καλή μου κυρία", είπεν o Μάλκολμ "ήρθα δω με σκοπό να βρω μοναξιά κι απομόνωση και θέλω να με πιστέψετε, πως ευγνωμωνώ τον μακαρίτη τον Γκριν Χάουζ για τον τρόπο που οργάνωσε τη θαυμάσια φιλανθρωπία του, άλλα δε μπορώ να δεχτώ τη πρόταση σας". Ή γριά γέλασε.
 -"Αγαπητέ μου κύριε", είπε, "μην ανησυχείτε κι εδώ θα βρείτε όσην απομόνωση θέλετε".
     Ξανάρχισε τη δουλειά της και το σούρουπο όταν ο Μάλκολμ γύρισε από τον περίπατο του -πάντα είχεν ένα βιβλίο μαζί του για να διαβάζει περπατώντας- βρήκε το δωμάτιο συγυρισμένο και καθαρό, με τη φωτιά να καιει στο παλιό τζάκι, τη λάμπα αναμμένη και το τραπέζι στρωμένο για δείπνο με τα φαγητά της κυρίας Γουίτμαν. «Αυτό θα πει καλοπέραση», σκέφτηκε τρίβοντας τα χέρια του.

     Όταν τέλειωσε το φαγητό κι άφησε το δίσκο στην άλλη πλευρά του μεγάλου δρύινου τραπεζιού, έβγαλε πάλι τα βιβλία του, έριξε κι άλλα ξύλα στη φωτιά, δυνάμωσε το φως της λάμπας και κάθισε να δουλέψει σκληρά. Εργάστηκε χωρίς διακοπή ως τις έντεκα το βράδυ και μόνο τότε σταμάτησε για να συδαυλίσει τη φωτιά, να κοιτάξει τη λάμπα και να βράσει ένα φλυτζάνι τσάι. Πάντα έπινε τσάι κι όταν ήτανε φοιτητής συνήθιζε να διαβάζει ως αργά κι αργά να πίνει το τσάι του. Η φωτιά που αναζωπύρωσε, χοροπηδούσε και πέταγε σπίθες, ρίχνοντας παράξενες σκιές στο μεγάλο παλιό δωμάτιο. Καθώς ρουφούσε το ζεστό του τσάι σκέφτηκε την απομόνωση στην όποία βρισκότανε. Τότε για πρώτη φορά άρχισε να προσέχει το θόρυβο που κάνανε τα ποντίκια. «Σίγουρα», αναλογίστηκε, «δε μπορεί να κάνανε τέτοιο θόρυβο όταν διάβαζα, θα τα 'χα προσέξει». Κείνη τη στιγμή ο θόρυβος αυτός δυνάμωσε, πράμα που τον έκαμε να σκεφτεί πως είχε δίκιο. 'Ητανε φανερό ότι για μια στιγμή τα ποντίκια είχανε φοβηθεί από τη παρουσία του ξένου, από τις φλόγες της φωτιάς και το φως της λάμπας, αλλά όσο περνούσεν ή ώρα, άρχισαν να συνηθίζουνε και ξαναγυρίσανε στις δραστηριότητες τους. Τ' άκουγε να τρέχουνε βιαστικά πάνω-κάτω μες στους παλιούς τοίχους, στο ταβάνι και κάτω από το πάτωμα. Τρέχανε, μασουλούσανε κι έξυναν.

     Ο Μάλκολμ χαμογέλασε καθώς θυμήθηκε τα λόγια της κυρίας Ντέμπστερ: «Τα φαντάσματα είναι τα ποντίκια και τα ποντίκια είναι τα φαντάσματα». Το τσάι άρχισε να επιδρά πάνω στο νευρικό και διανοητικό του σύστημα και χαρούμενος διαπίστωσε ότι θα μπορούσε να δουλέψει για πολύ ακόμα ώσπου να περάσει η νύχτα. Νιώθοντας ένα αίσθημα ασφάλειας αποφάσισε να ρίξει μια ματιά γύρω στο δωμάτιο. Πήρε τη λάμπα κι άρχισε να τριγυρίζει, ενώ αναρωτιότανε γιατί ένα τόσον ωραίο σπίτι έμενε για καιρό ακατοίκητο. Τα ξυλόγλυπτα στις ξύλινες επενδύσεις των τοίχων ήτανε θαυμάσια, όπως κι αυτά που υπήρχαν πάνω στις πόρτες και στα παράθυρα, όμορφα κι εκλεκτικού γούστου. Υπήρχαν μερικοί παλιοί πίνακες στους τοίχους, αλλά ήτανε τόσο σκονισμένοι και λερωμένοι από τη πολυκαιρία, που δε μπορούσε να ξεχωρίσει τις λεπτομέρειες τους. Εδώ κι εκεί, όπως περπατούσε, έβλεπε κάποια σχισμή ή τρύπα στον τοίχο, που από μέσα τους για μια στιγμή φαινόταν η μούρη ενός ποντικού με τα μάτια του να λαμπυρίζουνε στο φως.

     Πάντως το πράγμα που του 'κανε μεγαλύτερην εντύπωση ήτανε το σκοινί από τη μεγάλη καμπάνα της στέγης, που κρεμότανε σε μια γωνιά του δωματίου, δεξιά απ' το τζάκι. Για λίγο ακόμα τα ποντίκια συνέχισαν να τον ενοχλούν με το αδιάκοπο τρεχαλητό τους, αλλά γρήγορα συνήθισε, όπως συνηθίζει κανείς το θόρυβο του ρολογιού ή το κελάρυσμα του ρυακιού. Απορροφήθηκε τόσο πολύ από τη δουλειά του, που τίποτα στον κόσμο δεν υπήρχε γι' αυτόν έκτος από το πρόβλημα που προσπαθούσε να λύσει. Ξαφνικά σήκωσε το κεφάλι του χωρίς να το 'χει καταφέρει. Στόν αέρα υπήρχεν ή αίσθηση της ώρας εκείνης, που 'ναι ανάμεσα στη νύχτα και στο ξημέρωμα και μοιάζει σαν όλα να 'χουν ακινητοποιηθεί. Τα ποντίκια είχανε σταματήσει να κάνουνε θόρυβο και φαίνεται πως αυτό το σταμάτημα τον έκαμε ν' ανασηκωθεί. Η φωτιά είχε κατακάτσει και στο τζάκι έβλεπες μόνο τη κατακόκκινη λάμψη της χόβολης.
    
Εκεί, πάνω στη μεγάλη σκαλιστή δρύινη πολυθρόνα με τη ψηλή ράχη, που βρισκότανε στα δεξιά του τζακιού, καθόταν ένας τεράστιος ποντικός, που τονε κοίταζε μ' αγριεμένα μάτια. Έκανε μια κίνηση σα να 'θελε να τον πιάσει αλλά ο ποντικός δεν κουνήθηκε. Τότε έκανε να του πετάξει κάτι, αλλ' αυτός και πάλι έμεινε ακίνητος. Αντίθετα έδειξε τα μεγάλα άσπρα του δόντια μανιασμένος. Τα σκληρά του μάτια λάμψανε στο φως της λάμπας μ' έντονη ζωηρότητα. Ο Μάλκολμ έμεινε κατάπληκτος κι αρπάζοντας τη μασιά του τζακιού όρμησε να τονε χτυπήσει. Πριν προλάβει όμως να τον αγγίξει, ο ποντικός μ' ένα στρίγγλισμα μίσους πήδησε στο πάτωμα, σκαρφάλωσε στο σκοινί της καμπάνας και χάθηκε στο σκοτάδι. Αμέσως, πράμα παράξενο, τα ποντίκια ξαναρχίσανε τα σούρτα-φέρτα τους. Εκείνη τη στιγμή το λάλημα του κόκορα κάπου έξω τονε πληροφόρησε για τον ερχομό του πρωινού κι έτσι ο Μάλκολμ παράτησε το διάβασμα, έπεσε στο κρεβάτι και κοιμήθηκε.
     Κοιμήθηκε τόσο βαθιά που δε ξύπνησεν ακόμα κι όταν ήρθε η κυρία Ντέμπστερ να του φτιάξει το δωμάτιο. Ξύπνησε όταν αυτή χτύπησε το παραβάν του κρεβατιού του, αφού πρώτα είχε ταχτοποιήσει το δωμάτιο κι είχε ετοιμάσει το πρωινό του. Ήταν ακόμα λίγο κουρασμένος από τη σκληρή δουλειά της νύχτας, άλλα ένα φλιτζάνι τσάι τονε συνέφερε και παίρνοντας ένα βιβλίο και μερικά σάντουιτς, για να μη χρειαστεί να γυρίσει στο σπίτι για μεσημεριανό, βγήκε να κάνει τον πρωινό του περίπατο.

     Βρήκε ένα ήσυχο μέρος ανάμεσα σε ψηλές φτελιές λίγο πιο έξω από τη πόλη κι εκεί πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της μέρας μελετώντας Λαπλάς. Στο γυρισμό έψαξε να βρει τη κυρία Γουίτμαν και να την ευχαριστήσει για τη καλωσύνη της. Όταν αυτή τον είδε να 'ρχεται βγήκε να τον υποδεχτεί και τονε προσκάλεσε να μπει μέσα λέγοντας:

 -"Δε πρέπει να το παρακάνετε, κύριε, σας βλέπω χλωμό σήμερα. Το ξενύχτι κι η σκληρή πνευματική εργασία δε κάνουνε καλό. Αλλά αλήθεια, πέστε μου, πώς περάσατε τη νύχτα σας; Καλά φαντάζομαι. Πραγματικά χάρηκα πολύ όταν η κυρία Ντέμπστερ μου 'πε ότι το πρωί που 'ρθε κοιμόσασταν βαθιά".

 -"Ω, είμαι μια χαρά", της απάντησε χαμογελώντας, "μόνο τα ποντίκια σουλατσάριζαν εδώ κι εκεί κι ένας γεροδιάβολος κάθισε στη πολυθρόνα μου κοντά στη φωτιά. 'Αρπαξα ένα σίδερο για να τονε κανονίσω, άλλ' αυτός μου το 'σκάσε στο ταβάνι".

 -"Ο Θεός να μας βοηθήσει", είπε ή κυρία Γουίτμαν. "Ένας γεροδιάβολος καθότανε στη καρέκλα σας; Προσέχτε, κύριε, προσέχτε! Πολλές φορές μας ξεφεύγουνε λόγια που δε θα 'πρεπε".

 -"Μα τί εννοείτε; Λόγω τιμής δε σας καταλαβαίνω".

 -"Ένας γεροδιάβολος! Μπορεί ο ίδιος ο διάβολος! Σας παρακαλώ, μη γελάτε, κύριε!" είπε, γιατί ο Μάλκολμ είχε ξεκαρδιστεί στα γέλια. "Σεις οί νέοι θαρρείτε πως είν' εύκολο να γελάτε με πράματα που κάνουνε τους παλιότερους ν' ανατριχιάζουν. Αλλά δε πειράζει, δε πειράζει! Εύχομαι να γελάτε έτσι πάντα!" είπεν η καλή γυναίκα ευχαριστημένη με τη καλή του διάθεση.

 -"Να με συγχωρείτε", είπεν ο Μάλκολμ, "μη νομίζετε πως είμαι αγενής, αλλά η σκέψη ότι τη περασμένη νύχτα ο ίδιος ο διάβολος καθότανε στη καρέκλα μου το βρίσκω κάπως υπερβολικό!". Κι αμέσως ξέσπασε σε γέλια. Ύστερα πήγε σπίτι για να δειπνήσει.

     Κείνο το βράδυ το πηγαινέλα των ποντικών άρχισε νωρίτερα, για την ακρίβεια είχεν αρχίσει πριν φτάσει στο σπίτι και σταμάτησε μόνο την ώρα που μπήκε μέσα. Μετά το φαγητό έκατσε για λίγο κοντά στη φωτιά κάπνισε κι ύστερα καθάρισε το τραπέζι κι άρχισε να δουλεύει όπως και χτες. Απόψε τα ποντίκια κάναν μεγαλύτερη φασαρία απ' όση χτες. Πως έτρεχαν πάνω-κάτω, δεξιά-ζερβά! Πως τσιρίζανε, γρατζουνίζανε και ροκανίζανε! Πως γίνονταν ολοένα και θρασύτερα. Φτάνανε στο σημείο να βγάζουνε το κεφάλι τους έξω από τις τρύπες, τις ραγισματιές και τις σχισμές του τοίχου και τα μάτια τους έλαμπαν σα μικροσκοπικές φλόγες από τη φωτιά που τρεμόσβηνε. Τώρα, όμως, μια και τα 'χε συνηθίσει δε του κάναν εντύπωση. Και στα μάτια τους δεν έβλεπε να καθρεφτίζεται κακία, αλλά μάλλον μια παιχνιδιάρικη διάθεση. Μερικές φορές τα πιο τολμηρά από δαύτα κάναν εξορμήσεις από τους τοίχους και τρέχανε στο πάτωμα.
     Κάθε τόσον, όταν τον ενοχλούσαν, ο Μάλκολμ έκανε θόρυβο για να τα φοβίσει.
Χτυπούσε το τραπέζι με το χέρι κι αυτά το σκάγανε και τρυπώνανε στους τοίχους. Έτσι οι πρώτες ώρες της νύχτας περάσανε κι ο Μάλκολμ παρά τη φασαρία είχε καταφέρει ν' αφοσιωθεί στη δουλειά του. Ξαφνικά σταμάτησε όπως και τη περασμένη νύχτα από μια ξαφνική αίσθηση ησυχίας. Από τους ποντικούς δεν ακουγόταν ο παραμικρός θόρυβος. Η σιωπή ήτανε σιωπή τάφου, θυμήθηκε το περίεργο χτεσινοβραδινό περιστατικό, ένστικτώδικα γύρισε και κοίταξε τη πολυθρόνα που 'τανε κοντά στό τζάκι. Τότε ένα περίεργο συναίσθημα τον έκαμε ν' ανατριχιάσει. Στην ίδια παλιά σκαλιστή δρύινη πολυθρόνα κοντά στη φωτιά καθόταν ο ίδιος τεράστιος ποντικός και τονε κοίταζεν ακίνητος.

     Αυθόρμητα άρπαξε το κοντινότερο αντικείμενο, ένα βιβλίο λογαρίθμων και του το πέταξε. Δε τονε σημάδεψε καλά, ο ποντικός δε κουνήθηκε από τη θέση του. Έτσι έπαναλήφθηκν η ίδια σκηνή με τη τσιμπίδα του τζακιού της χτεσινής βραδιάς και ξανά ο ποντικός κυνηγημένος σκαρφάλωσε στο σκοινί της καμπάνας. Το περίεργο είναι που μόλις εξαφανίστηκε, ο θόρυβος των άλλων ξανάρχισε. Και σ' αυτή τη περίπτωση όπως και στη προηγούμενη, ο Μάλκολμ δε πρόλαβε να δει προς τα που χάθηκε γιατί το φως της λάμπας και του τζακιού αφήνανε το πάνω μέρος του δωματίου στο σκοτάδι. Κοίταξε το ρολόι και διαπίστωσε ότι κόντευαν μεσάνυχτα. Σηκώθηκε, δυνάμωσε τη φωτιά κι ετοίμασε το τσάι του. Είχε μελετήσει πολύ κι έτσι σταμάτησε για να καπνίσει. Έκατσε στη μεγάλη δρύινη πολυθρόνα κοντά στο τζάκι και καπνίζοντας άρχισε να σκέφτεται πως έπρεπε ν' ανακαλύψει τη κρυψώνα του ποντικού. Έτσι άναψε ακόμα μια λάμπα και την έβαλε σε τέτοιο μέρος που να φωτίζει τη δεξιά μεριά του τζακιού. Ύστερα μάζεψε όλα τα βιβλία κοντά του, για να μπορέσει να τα πετάξει αν χρειαστεί, στον απρόσκλητο επισκέπτη. Τέλος πήρε το σκοινί της καμπάνας κι έβαλε τη μια του άκρη πάνω στο τραπέζι έτσι που η άλλη άκρη του να φωτίζεται από τη λάμπα. Την ώρα που το ταχτοποιούσε δε μπόρεσε να μη προσέξει πόσο μαλακό ήταν, ειδικά για ένα τόσο γερό κι αχρησιμοποίητο σκοινί. «Θα μπορούσες να κρεμάσεις άνθρωπο μ' αυτό", σκέφτηκε. Όταν οι προετοιμασίες του τελειώσανε κοίταξε ολόγυρα κι είπε: «Και τώρα, φιλαράκο, νομίζω πως ήρθεν ή ώρα να μάθουμε κάτι για σένα». 'Αρχισε πάλι να μελετά.

     Όπως και πριν ο σαματάς των ποντικών τονε πείραζε, ύστερα όμως αποξεχάστηκε από το διάβασμα. Και πάλι ωστόσο η προσοχή του κόπηκε απότομα. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν μόνο ή ξαφνική σιωπή που τράβηξε τη προσοχή του, αλλά και μια αδιόρατη κίνηση του σκοινιού και της λάμπας. Κοίταξε γρήγορα αν τα βιβλία ήταν κοντά του και μετά κοίταξε το σκοινί. Είδε τον ποντικό να γλυστρά πάνω του και να πέφτει στο μπράτσο της πολυθρόνας κάθισε κει κι άρχισε να τονε κοιτάζει. Ο Μάλκολμσον σήκωσεν ένα βιβλίο, σημάδεψε προσεχτικά και του το πέταξε. Αυτός με μια γρήγορη κίνηση έκαμε στο πλάι και το απέφυγε. Πήρε δεύτερο βιβλίο, υστέρα τρίτο και τα πέταξε με τη σειρά στον ποντικό αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Τέλος την ώρα που ετοιμαζόταν να του ρίξει έν άλλο, ο ποντικός τσίριξε θυμωμένος. Αυτό εξόργισε ακόμα περισσότερο τον Μάλκολμ. Ήθελε να χτυπήσει το τρωκτικό με μανία, του πέταξε το βιβλίο κι αυτή τη φορά τονε πέτυχε. Το ζώο τσίριξε και γυρίζοντας τον κοίταξε μ' ένα τρομερό βλέμμα λύσσας και κακίας, υστέρα πήδηξε πάνω στο σκοινί κι άρχισε να σκαρφαλώνει σαν αστραπή. Ο Μάλκολμ είχε συνέχεια τα μάτια του καρφωμένα πάνω του και στο φως της δεύτερης λάμπας τον είδε να χάνεται σε μια τρύπα, δίπλα σ' έναν από τους μεγάλους πίνακες που κρέμονταν στους τοίχους. «Θα ψάξω για το σπίτι του φίλου μου το πρωί», σκέφτηκεν ο φοιτητής. «Ο τρίτος πίνακας από τα δεξιά του τζακιού. Δε πρόκειται να το ξεχάσω». 'Αρχισε να μαζεύει ένα-ένα τα βιβλία σχολιάζοντας εύθυμα: «Οι "Εικονικοί Τομείς" δεν τονε πέτυχαν. Οι "Κυκλοειδείς Ελλείψεις" το ίδιο. Οι "Βασικές Αρχές" ούτε, οι "Διαιρέσεις", ούτε,  η "Θερμοδυναμική". Για να δούμε τώρα το βιβλίο που του την έφερε». Ό Μάλκολμ το σήκωσε και το κοίταξε. Και τότε μια ξαφνική χλωμάδα απλώθηκε στο πρόσωπο του. Κοίταξε ολόγυρα του κι ανατρίχιασε ελαφρά μουρμουρίζοντας: «Η Βίβλος που μου έδωσε ή μητέρα μου! Τί περίεργη σύμπτωση!».

     Έκατσε κι άρχισε να ξαναδιαβάζει ενώ τα ποντίκια αρχίσανε και πάλι τα τρεχαλητά τους. Όμως τούτη τη φορά δε τον ενοχλούσαν. Αντίθετα ή παρουσία τους του 'δινε μιαν αίσθηση συντροφικότητας. Παρολαυτά δε μπορούσε να συγκεντρωθεί και να δουλέψει κι αφού άδικα παιδεύτηκε να συγκεντρωθεί στο θέμα του τα παράτησε απογοητευμένος και πήγε στο κρεβάτι του, την ώρα που το φως της χαραυγής έμπαινε στο δωμάτιο από τ' ανατολικό παραθύρι. Κοιμήθηκε βαριά κι ανήσυχα κι όταν η κυρία Ντέμπστερ τονε ξύπνησεν αργά το πρωί, για λίγα λεπτά δεν είχε συναίσθηση που βρισκότανε. Το πρώτο πράμα που ζήτησε προκάλεσεν έκπληξη στην υπηρέτρια:
 -"Κυρία Ντέμπστερ, σήμερα το πρωί που θα λείπω, θα 'θελα να πάρετε μια σκάλα και να ξεσκονίσετε ή να καθαρίσετε αυτούς τους πίνακες -ειδικά τον τρίτο δεξιά από το τζάκι. Θέλω να δω τι παριστά".

     Αργά τ' απόγευμα δ Μάλκολμ, αφού μελέτησε στο ίδιο μέρος, διαπίστωσε ότι το διάβασμα του προχωρούσε ικανοποιητικά. Είχε λύσει μέχρι στιγμής όλα τα προβλήματα που του φαινόντανε δύσκολα κι ήτανε τόσον ευχαριστημένος, που αποφάσισε να πάει μια βόλτα ως τη κυρία Γουίτμαν στον «Καλό Ταξιδιώτη». Βρήκε ένα ξένο να κάθεται μαζί της που του τονε σύστησε σαν δόκτωρ Θόρνχιλ. Ήτανε λίγο ανήσυχη κι ο Μάλκολμ συνδυάζοντας την ανησυχία της με διάφορες ερωτήσεις που άρχισε να του κάνει ο ξένος, συμπέρανε πως αυτός δε βρισκότανε τυχαία κει κι έτσι χωρίς περιστροφές είπε:

 -"Γιατρέ Θόρνχιλ, ευχαρίστως θ' απαντήσω στις ερωτήσεις σας, αν μου υποσχεθείτε ωθ' απαντήσετε και σεις σε μια δική μου".

     Ό γιατρός φάνηκε έκπληκτος, αλλά υστέρα χαμογέλασε κι απάντησε αμέσως:

 -"Έγινε! Ποιά είναι";

 -"Ή κυρία Γουίτμαν σας ζήτησε να 'ρθείτε δω για να με δείτε και να με συμβουλέψετε";

     Ο γιατρός Θόρνχιλ για μια στιγμή έμεινε ακίνητος, η κυρία Γουίτμαν κοκκίνισε και γύρισε αλλού το πρόσωπό της, αλλά ο γιατρός που ήτανε ντόμπρος κι ετοιμόλογος άνθρωπος, απάντησε γρήγορα κι ανοιχτά:

 -"Ναι, αλλά δεν ήθελε να το μάθετε. Είμαι βέβαιος ότι βιάστηκα και μάλιστα μ' αδεξιότητα κι αυτό ήτανε που με πρόδωσε. Λοιπόν, μου 'πε ότι δε της αρέσει διόλου η ιδέα να ζείτε ολομόναχος σε κείνο το σπίτι και... να πίνετε τόσο πολύ δυνατό τσάι. Και για να γίνω πιο σαφής,, μου ζήτησε να σας παρακαλέσω, αν είναι δυνατόν, να κόψετε το τσάι και να μη ξενυχτάτε. Ήμουνα κι εγώ φοιτητής κάποτε και ξέρω κι έτσι επιτρέψτε μου να σας συμβουλέψω εντελώς φιλικά".

     Ο Μάλκολμ χαμογέλασε πλατιά κι άπλωσε το χέρι του.
 -"Κόλλα το", είπε, "όπως λένε και στην Αμερική. Σας ευχαριστώ πολύ για το ενδιαφέρον και σας και τη κυρία Γουίτμαν. Και θα 'θελα να σας ανταπόδωσω τη καλωσύνη σας. Υπόσχομαι, λοιπόν, ότι δε θα ξαναπιώ τσάι δυνατό ή μάλλον δε θα ξαναπιώ καθόλου τσάι κι ότι θα πέφτω στο κρεβάτι μου στη μία το αργότερο. Εντάξει";

 -"Θαυμάσια!" είπε, ο γιατρός. "Τώρα πέστε μου τί παρατηρήσατε στο παλιό σπίτι".

     Κι έτσι ο Μάλκολμ τους διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα γίνανε τις δυο προηγούμενες νύχτες. Κάθε λίγο η κυρία Γουίτμαν τονε σταματούσε με μικρές κραυγούλες, ώσπου έφτασε στο επεισόδιο της Βίβλου. Ή κυρία Γουίτμαν τότε ξεφώνισε και μόνον αφού της έδωσαν ένα ποτήρι μπράντυ κι ένα κονιάκ, μπόρεσε να συνέλθει. Ό γιατρός Θόρνχιλ γινόταν όλο και πιο σοβαρός όσο προχωρούσεν η διήγηση κι δταν ο Μάλκολμ τέλειωσε κι ή κυρία Γουίτμαν συνήλθε, ρώτησε:

 -"Ο ποντικός ανέβαινε πάντα από το σκοινί της καμπάνας";

 -"Πάντα"!

 -"Νομίζω πως ξέρετε", είπεν ο γιατρός δισταχτικά, "ποιο είναι αυτό το σκοινί".

 -"Όχι".

 -"Είναι", είπεν ο γιατρός αργά, "το ίδιο σκοινί, που μ' αυτό ο δήμιος κρεμούσε τα θύματα των αποφάσεων του Δικαστή". Και τότε ξανασταμάτησε απ' τις κραυγές της κυρίας Γουίτμαν, που και πάλι αναγκάστηκαν να τη συνεφέρουν. Ύστερα ο Μάλκολμ κοίταξε το ρολόι του κι είδε πως κόντευεν η ώρα του δείπνου κι έτσι έφυγε πριν η κυρία Γουίτμαν συνέλθει τελείως. Όταν έγινε κι αυτό, η κυρία Γουίτμαν θυμωμένη άρχισε να παρατηρεί μ' έντονο υφός το γιατρό λέγοντας του οτι δεν έπρεπε να βάλει τέτοιες σκέψεις φριχτές στο μυαλό του νέου. Ο γιατρός Θόρνχιλ απάντησε:

 -"Αγαπητή μου κυρία, είχα σοβαρούς λόγους. Ήθελα να στρέψω την προσοχή του στο σκοινί της καμπάνας. Ίσως να βρίσκεται σε μια κατάσταση υπερέντασης από το υπερβολικό διάβασμα, αν και πρέπει, να παραδεχτώ ότι δείχνει υγιέστατος και σωματικά και ψυχικά. Τα ποντίκια όμως; Κι αυτή ή συζήτηση για το διάβολο;" Ο γιατρός κούνησε το κεφάλι του και συνέχισε: "Θα 'θελα να πάω να περάσω τη νύχτα μαζί του, αλλά είμαι σίγουρος ότι αυτό θα τονε πείραζε. Μπορεί τη νύχτα να τρομάξει ή να 'χει κάποια παράξενη παραίσθηση. Αν γίνει κάτι τέτοιο θέλω να χτυπήσει τη καμπάνα. Θα την ακούσουμε και θα τρέξουμε να τονε βοηθήσουμε. Σήμερα θα μείνω ξύπνιος ως αργά και να μη σου κάνει εντύπωση αν, όταν ξημερώσει, το Μπέντσερτς βρεθεί μπροστά σ' εκπλήξεις".

 -"Τί εννοείτε, γιατρέ; Μη μου πείτε πως..."

 -"Εννοώ ότι μπορεί απόψε -ή μάλλον είναι πολύ πιθανό- ν' ακούσουμε τη μεγάλη καμπάνα του σπιτιού του Δικαστή", είπεν ο γιατρός κι έφυγε.

     Όταν ο Μάλκολμ έφτασε στο σπίτι, είδε πως είχεν αργήσει λίγο, γιατί η κυρία Ντέμπστερ είχε φύγει -οι κανονισμοί του φιλανθρωπικού ιδρύματος Γκριν Χάουζ δεν έπρεπε να παραβιάζονται. Ευχαριστήθηκε όταν είδε το δωμάτιο φωτεινό και συγυρισμένο, τη φωτιά αναμμένη και τη λάμπα καθαρή. Το βράδυ ήταν πιο κρύο απ' ότι ήταν συνήθως τον Απρίλη και φυσούσε δυνατός άνεμος, που όσο πήγαινε και δυνάμωνε, πράγμα που 'δειχνε ότι τη νύχτα θα ξεσπούσε καταιγίδα. Για λίγο τα ποντίκια, αφού μπήκε στο σπίτι, σταματήσανε τη φασαρία τους, αλλά μόλις τονε συνήθισαν άρχισαν ξανά. Χάρηκε που τ' άκουγε, γιατί ο σαματάς τους του κρατούσε συντροφιά. Θυμήθηκε πως σταματούσαν μόνο όταν παρουσιαζόταν ο μεγάλος ποντικός με τα κακόβουλα μάτια.
     Το φως της λάμπας ήτανε χαμηλωμένο κι έτσι το ταβάνι κι η πάνω μεριά του δωματίου ήτανε βυθισμένα στο σκοτάδι.
Οι φλόγες του τζακιού που φωτίζανε το πάτωμα κι ενα άσπρο πανί ακουμπισμένο στην άκρη του τραπεζίου, δίνανε χαρούμενη όψη στο χώρο. Δείπνησε μ' όρεξη μεγάλη κι ευχάριστη διάθεση. Μετά το φαγητό κάπνισε ένα τσιγάρο κι έκατσε να μελετήσει, αποφασισμένος να μην επιτρέψει καμιά διακοπή, γιατί θυμήθηκε την υπόσχεση που 'δωσε στο γιατρό και σκόπευε ν' αξιοποιήσει το χρόνο του όσο καλύτερα μπορούσε. Για μια περίπου ώρα μελέτησε συγκεντρωμένος κι υστέρα ή προσοχή του άρχισε να τρέχει εδώ κι εκεί, μακριά απ' τα βιβλία.

     Ο αγέρας είχε γίνει ανεμοθύελλα κι ή ανεμοθύελλα καταιγίδα. Το παλιό σπίτι, παρ' όλη τη γερή κατασκευή του, σειόταν συθέμελα. Ο αγέρας ούρλιαζε, λυσσομανούσε όπως περνούσε από τις καμινάδες και τα παράξενα παλιά αετώματα του. Δημιουργούσε παράξενους, αλλόκοτους θορύβους στ' άδεια δωμάτια και στους διαδρόμους. Ακόμα κι η μεγάλη καμπάνα πρέπει να 'νιωθε τη δύναμη του, γιατί το σκοινί της σηκωνότανε κι έπεφτε ελαφρά, λες κι αυτή πήγαινε πέρα-δώθε κάθε λίγο και λιγάκι κι αυτό έπεφτε στο δρύινο πάτωμα με ένα σκληρό και κούφιον ήχο. Ο Μάλκολμ θυμήθηκε τα λόγια του γιατρού: «Είναι το ίδιο σκοινί που μ' αυτό ο δήμιος κρεμούσε τα θύματα των αποφάσεων του Δικαστή». Πήγε στη γωνιά του τζακιού και το πήρε στο χέρι να το εξετάσει. Του δημιουργούσε μιαν αρρωστημένη περιέργεια κι αναρωτήθηκε ποια να 'τανε τα θύματα και γιατί ο Δικαστής ήθελε να 'χει στο σπίτι του ένα τέτοιο απαίσιο ενθύμιο.
     Κείνη τη στιγμή το κούνημα της καμπάνας το ανασήκωσε πάλι, άλλα τώρα είχε και μιαν άλλη αίσθηση -το σκοινί τρεμούλιαζε σα να 'χε και κάτι άλλο πάνω του. Κοίταξε ενστικτώδικα ψηλά. Είδε το μεγάλο ποντικό να κατεβαίνει προς το μέρος του κοιτάζοντάς τονε σταθερά. 'Αφησε το σκοινί κι έκαμε πίσω βλαστημώντας. Ο ποντικός γύρισε πίσω και χάθηκε. Μόνο τότε ο Μάλκολμ πρόσεξε ότι τα ποντίκια αρχίσανε και πάλι τη βαβούρα τους, που για λίγο την είχανε σταματήσει. Τότε θυμήθηκε πως δεν έψαξε για τη φωλιά του ποντικού, ούτε κοίταξε τους πίνακες, όπως είχε σκεφτεί να κάνει. 'Αναψε λοιπόν την άλλη λάμπα και πήγε κάτω από τον τρίτο πίνακα, στη δεξιά γωνιά του τζακιού, που είχε δει τον ποντικό να εξαφανίζεται τη περασμένη νύχτα.
Με τη πρώτη ματιά οπισθοχώρησε τόσον απότομα, που η λάμπα λίγο έλειψε να του πέσει από το χέρι και μια νεκρική χλωμάδα απλώθηκε στο πρόσωπο του. Τα πόδια του άρχισαν να τρέμουν και χοντρές σταγόνες ίδρωτα φάνηκαν στο μέτωπο του. Όμως ήταν νέος κι έτσι μετά από λίγες στιγμές κατόρθωσε να συνέρθει και να προχωρήσει μπροστά. Σήκωσε τη λάμπα να δει τον πίνακα, που τώρα ήτανε ξεσκονισμένος και καθαρός.

     Ήταν ο Δικαστής ντυμένος τη κόκκινη δικαστική του τήβεννο. Το πρόσωπο του ήταν σκληρό, ανήλεο, διαβολικό με φιλήδονο στόμα και μύτη που θύμιζε ράμφος αρπαχτικού πουλιού. Τα μάτια του είχαν μια περίεργη λάμψη τρομερής κακίας. Παγωμένος διαπίστωσε πως ήτανε τέλειο αντίγραφο των ματιών του ποντικού. Ξανά η λάμπα παραλίγο να του πέσει από τα χέρια οταν είδε το μεγάλο ποντικό να βγαίνει από μια τρύπα, που 'τανε δίπλα από μια γωνιά του πίνακα και πρόσεξε το απότομο σταμάτημα των άλλων ποντικών. Όμως και πάλι κατόρθωσε να αυτοκυριαρχηθεί και συνέχισε να εξετάζει τον πίνακα.

     Ο Δικαστής καθότανε σε μια μεγάλη σκαλιστή δρύινη πολυθρόνα με ψηλή ράχη, στη δεξιά πλευρά ενός μεγάλου πέτρινου τζακιού, δίπλα του κρεμόταν ένα σκοινί, που η άκρη του κουλουριαζότανε στο πάτωμα. Με φρίκη αναγνώρισε το δωμάτιο και κοίταξε ολόγυρά του τρομαγμένος, λες και περίμενε κάτι περίεργο να στέκεται δίπλα του. Το βλέμμα του έπεσε στη δεξιά γωνιά του τζακιού, άφησε μια δυνατή κραυγή κι η λάμπα του 'φυγεν από το χέρι. Κει στο μπράτσο της πολυθρόνας καθόταν ο ποντικός με τα διαβολικά μάτια του Δικαστή που τώρα λάμπανε με σατανική λύσσα. Έκτος από το ουρλιαχτό της θύελλας έξω. μέσα στο δωμάτιο δεν ακουγότανε τίποτ' άλλο.

     Το πέσιμο της λάμπας συνέφερε τον Μάλκολμ. Ευτυχώς που 'ταν μεταλλική κι έτσι το πετρέλαιο της δε χύθηκε. Ο Μάλκολμ τη σήκωσε, ταχτοποίησε κι αυτή η δουλειά τονε συνέφερε τελείως. Όταν συμμάζεψε στάθηκε για λίγο και σκέφτηκε: «Αυτό δε μπορεί να πάει άλλο. Πρέπει να σταματήσει. Γιατί αν συνεχιστεί έτσι θα τρελαθώ. Καλά που υποσχέθηκα ατό γιατρό να κόψω το τσάι. Φαίνεται πώς είχε δίκιο, τα νεϋρα μου δεν είναι σε καλή κατάσταση. Περίεργο πώς δεν το είχα προσέξει νωρίτερα. "Ομως από δω και μπρος θα προσέχω και θα φροντίσω να συγκρατούμαι». Έφτιαξε ένα ποτήρι μπράντυ με νερό κι υστέρα έκατσε να δουλέψει.

     Πέρασε μια ώρα περίπου ώσπου να σηκώσει το κεφάλι του εξαιτίας της ξαφνικής σιωπής. Έξω ο άνεμος ούρλιαζε δυνατότερα από πριν, κι η βροχή μαστίγωνε τα παράθυρα χτυπώντας σαν χαλάζι πάνω στα τζάμια. Αλλά μέσα δεν ακουγότανε τίποτα εκτός από τον αγέρα που σφύριζε στη καμινάδα κι από μερικές σταγόνες βροχής, που πέφτανε μέσα απ' αυτήν.

     Η φωτιά είχε μισοσβήσει, δεν έβγαζε πια φλόγες εκτός από μια κόκκινη λάμψη. Ο Μάλκολμ άφουγκάστηκε κι άκουσε έναν αδύναμο θόρυβο, που 'ρχόταν απ' τη γωνιά του δωματίου, που κρεμότανε το σκοινί. Στήν αρχή νόμισε πως αυτό κουνιόταν από τον αγέρα, που μετακινούσε τη καμπάνα. Κοιτάζοντας όμως ψηλά στο αχνό σκοτάδι είδε τον μεγάλο ποντικό να το ροκανίζει. Το σκοινί ήτανε κιόλας μισοφαγωμένο και την ώρα που κοίταξε κόπηκε κι έπεσε χτυπώντας στο πάτωμα.

     Το πάνω μέρος του με τον ποντικό γατζωμένο εκεί συνέχιζε να κουνιέται δεξιά αριστερά. Για μια στιγμή ο Μάλκολμ τρόμαξε, γιατί συνειδητοποίησε πως η δυνατότητα να είδοποιήσει τον κόσμον έξω να 'ρθει σε πιθανή βοήθεια του, αν χρειαζότανε, δεν υπήρχε πια. Έξαλλος άρπαξε το βιβλίο που διάβαζε και το τίναξε πάνω στον ποντικό. Είχε σημαδέψει καλά, αλλά δεν τον πέτυχε, και το βιβλίο έπεσε στο πάτωμα, θυμωμένος όρμησε πάνω του, αλλά ο ποντικός τινάχτηκε και χάθηκε στο σκοτάδι του δωματίου. Ό Μάλκολμ κατάλαβε ότι το διάβασμα είχε τελειώσει γι' απόψε, και θέλησε να σπάσει τη μονοτονία κυνηγώντας τον ποντικό. "Εβγαλε το πράσινο γυαλί της λάμπας, για να βλέπει καλύτερα κι αμέσως το πάνω μέρος του δωματίου φωτίστηκε μαζί μ' αυτό και οί πίνακες, που πρίν ήταν βυθισμένοι στο σκοτάδι. Από κει που στεκόταν ο φοιτητής είδε απέναντι του τον τρίτο πίνακα, απ' τη δεξιά μεριά του τζακιού. Κατάπληκτος στην αρχή ένιωσε τον τρόμο να τον κυριεύει υστέρα.

     Στό κέντρο του πίνακα υπήρχε ένα κενό -το φόντο ήταν ίδιο όπως και πριν, η πολυθρόνα, το τζάκι, το σκοινί, αλλά ή φιγούρα του Δικαστή είχεν εξαφανιστεί και στη θέση της έβλεπε τώρα τον άδειο καμβά. Με φρίκη ο Μάλκολμ γύρισε το κεφάλι του, κοίταξε κι άρχισε να τρέμει. Η δύναμη του τον είχε εγκαταλείψει, δε μπορούσε πια να μιλήσει, ούτε να κουνηθεί, δε μπορούσε καλά-καλά να σκεφτεί. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν ν' ακούει και να βλέπει. Εκεί στη μεγάλη σκαλιστή δρύινη πολυθρόνα με την ψηλή ράχη καθόταν ο Δικαστής φορώντας την κόκκινη τήβεννο.

     Τα μάτια του λάμπανε διαβολικά και μ' ένα θριαμβευτικό χαμόγελο σήκωσε μια μαύρη κουκούλα. Ο Μάλκολμ ένιωσε το αίμα να φεύγει απ' τη καρδιά του. Έξω, ανάμεσα στα ουρλιαχτά της θύελλας και της καταιγίδας ακούστηκε το ρολόι της αγοράς να χτυπά μεσάνυχτα. Στους χτύπους του ρολογιού το χαμόγελο απλώθηκε πλατιά στο πρόσωπο του Δικαστή και στο τελευταίο χτύπημα φόρεσε τη μαύρη κουκούλα. Ύστερα σηκώθηκε αργά από την πολυθρόνα του και μάζεψε το σκοινί της καμπάνας, που 'τανε ριγμένο στο πάτωμα. Το πασπάτεψε με τα χέρια του, λες και χαιρότανε την αφή του. Έπειτα με τη μια του άκρη έφτιαξε μια θηλειά, την έσφιξε, τη δοκίμασε με το πόδι του και μετά ικανοποιημένος άρχισε να προχωρεί προς την αντίθετη πλευρά του τραπεζιού, καρφώνοντας συνέχεια τα μάτια του στον Μάλκολμ. Τονε προσπέρασε και με μια γρήγορη κίνηση πήγε και στάθηκε μπροστά στη πόρτα. Ο Μάλκολμ κατάλαβε πως ήτανε παγιδευμένος κι άρχισε να σκέφτεται τί να κάνει. Τα μάτια του Δικαστή τον μαγνήτιζαν και δεν μπορούσε να τραβήξει το βλέμμα του από πάνω τους. Είδε τον δικαστή να τον πλησιάζει -μένοντας πάντα ανάμεσα σ' αυτόν και στη πόρτα- να φτάνει κοντά του και να σηκώνει τη θηλειά αργά να τη περάσει στο λαιμό του. Ασυναίσθητα ο Μάλκολμ έκαμε στο πλάι. Ο Δικαστής όμως υπνωτίζοντάς τονε σχεδόν με τα μάτια, προσπάθησε για δεύτερη φορά να του περάσει τη θηλειά, αλλά και πάλι ο φοιτητής με δυσκολία κατάφερε να την αποφύγει. Αυτό έγινε αρκετές φορές χωρίς ο Δικαστής ν' απογοητεύεται. Αντίθετα έδειχνε να παίζει όπως η γάτα με το ποντίκι. Στό τέλος απελπισμένος ο Μάλκολμ κοίταξε γύρω του.

     Η λάμπα φώτιζε πολύ καλά το δωμάτιο και μέσα από τις πολλές ποντικότρυπες είδε τα μάτια των ποντικών να τον παρατηρούν. Τότε ηρέμησε. Και ξαφνικά πρόσεξε το σκοινί της καμπάνας στην πέρα γωνιά, ήτανε γεμάτο ποντικούς, ήτανε σκεπασμένο δλόκληρο από δαύτους κι άλλοι έβγαιναν συνέχεια από τη μικρή στρογγυλή τρύπα του ταβανιού, απ' όπου περνούσε το σκοινί, κι έτσι από το βάρος τους ή καμπάνα είχε αρχίσει να κουνιέται, να κουνιέται oλο και πιο πολύ, μέχρι που το γλωσσίδι της χτύπησε στο εσωτερικό της. Ο ήχος δεν ήταν ακόμα δυνατός, γιατί η κίνηση της καμπάνας ήταν αργή, μια κι αυτή μόλις τώρα είχε αρχίσει να κουνιέται. Στον ήχο της όμως o δικαστής, που δεν είχε ξεκολλήσει τα μάτια του από τον Μάλκολμ, κοίταξε προς τα πάνω κι ένας διαβολικός θυμός απλώθηκε στο πρόσωπο του.

     Τα μάτια του λάμπανε σαν αναμμένα κάρβουνα και χτύπησε το πόδι στο πάτωμα. Το σπίτι σα να τραντάχτηκε ολάκερο. Έξω, κάπου ψηλά ακούστηκε ένας κεραυνός. Το σκοινί ξανασηκώθηκε καθώς τα ποντίκια συνέχιζαν ν' ανεβοκατεβαίνουν, λες και δούλευαν ενάντια στο χρόνο. Τώρα όμως ο Δικαστής ζύγωσε το θύμα του αργά, ανοίγοντας συγχρόνως τη θηλειά όπως πλησίαζε. Ο Μάλκολμ είχε παραλύσει, στεκόταν ακίνητος σα νεκρός. Ένιωσε τα παγωμένα δάχτυλα του Δικαστή ν' αγγίζουνε το λαιμό του καθώς του περνούσε τη θηλειά. Ό Δικαστής την έσφιξε κι ύστερα κουβάλησε την ακίνητη μορφή του φοιτητή ως τη δρύινη πολυθρόνα, τον ακούμπησεν όρθιο κει κι έπειτα πήρε την άκρη του σκοινιού της καμπάνας -καθώς το χέρι του απλώθηκε οι ποντικοί τσιρίζοντας χάθηκαν μέσα από τη τρύπα του ταβανιού- την έδεσε με την άκρη του σκοινιού της θηλειάς, που 'σφιγγε τώρα το λαιμό του Μάλκολμ και μετά κατεβαίνοντας τράβηξε τη πολυθρόνα.

     Όταν ή καμπάνα του σπιτιού άρχισε να χτυπά, αμέσως μαζεύτηκε κόσμος. Φώτα και δαυλιά παρουσιαστήκανε και γρήγορα ένα σιωπηλό πλήθος έτρεξε κει. Χτυπήσανε δυνατά τη πόρτα άλλα κανείς δε τους απάντησε. Τότε τη σπάσανε κι ορμήσανε στο μεγάλο δωμάτιο με το γιατρό μπροστά.

     Κει, στην άκρη του σκοινιού της καμπάνας, κρεμότανε το σώμα του φοιτητή και στο πρόσωπο του Δικαστή υπήρχεν ένα διαβολικό χαμόγελο.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers