-


Dali &









/




 
 

 

Stoker Bram:

                  Βιογραφικ

     Ο Αβραμ 'Μπραμ' Στκερ ταν Ιρλανδς συγγραφας της βικτοριανς εποχς, που πρασε στην ιστορα κυρως για το γοτθικ μυθιστρημ του «Δρκουλα» το οποο διαβζεται αδικοπτα και με μεγλο ενδιαφρον μχρι τα χρνια μας, εν οι κατ καιρος κινηματογραφικς μεταφορς ανεβζουν την αδρεναλνη στα ψη απ την αρχ μχρι το τλος. Εξλλου νας λλος σπουδαος Ιρλανδς συγγραφας και μακρινς συγγενς του, ο Σερ ρθουρ Κναν Ντιλ, ταν πρωτοδιβασε το βιβλο εχε δηλσει:

   «Θεωρ πως εναι η καλτερη 'σατανικ' ιστορα που χω διαβσει εδ και πολλ χρνια. Εναι πραγματικ θαυμσιο το συναρπαστικ ενδιαφρον με το οποο σε κρατ το βιβλο που δεν υπρχει ποτ μια στιγμ που να μην αποτελε αποκορφωμα».

     Ο Στκερ ανατρφηκε ως προτεστντης, ταν νθερμος υποστηρικτς των κμματος των Φιλελευθρων και ειδικτερα του πρωθυπουργο Γκλντστοουν με τον οποο τον συνδεε φιλα. Παρλο που εχε ιρλανδικ καταγωγ και πστευε στην αυτονομα της πατρδας του, ταν φιλομοναρχικς και θεωροσε τι μπορε να βρεθε λση στο ιρλανδικ ζτημα υπ τη σκπη της αυτοκρατορας. Επσης αν κι ενδιαφερταν για την εξλιξη της επιστμης κι ειδικτερα της ιατρικς κι υπρξε δσπιστος σε ,τι μεταφυσικ εχε ασχοληθε με τον υπνωτισμ και τον αποκρυφισμ, πως λλωστε και οι περισστεροι συγγραφες των πρτων ργων επιστημονικς φαντασας, οριοθετντας μως το πεδο ενασχλησς του σε σχση με τη δεισιδαιμονα.
     Γεννθηκε στις 8 Νομβρη 1847 στο Κλνταρφ στην Ιρλανδα και πθανε στις 20 Απρλη 1912 στο Λονδνο στην Αγγλα. 3ος απ 7 παιδι και γονες του: ο Δουβλινζος Αβραμ Στκερ κι η φεμινστρια Σρλοτ Ματλντα Μπλικ Θρνλεη (που καταγταν απ την ιστορικ ιρλανδικ περιοχ του Μπιλισανον). Τα μλη της οικογνειας ανκαν στην ενορα του Κλνταρφ της ιρλανδικς εκκλησας, που εκκλησιζονταν τακτικ. Φιλσθενος κι αδναμος ως τα 7 του, περνοσε πολλς ρες και μρες κλινρης. Ο διος περιγραψε αργτερα την περοδο αυτ ως φση στοχασμν κι ανπαυσης που του δσανε την ευκαιρα να σκεφτε πργματα, που του φανκανε πολ χρσιμα τα χρνια που ακολοθησαν.
     Το 1854 γρφεται σε ιδιωτικ σχολεο χωρς πλον λλα προβλματα υγεας κι τσι ταν γρφτηκε στο Trinity College (University of Dublin) ξεπερνντας την αδυναμα του, γινε θαυμσιος αθλητς (1864-70). (Αξζει να σημειωθε τι το συγκεκριμνο Κολγιο χρονολογεται απ το 1591 (!) οπτε ανεγρθηκε το μεγαλοπρεπς κι εξαιρετικς αισθητικς κτριο στο οποο στεγζεται, που δεν χει να ζηλψει τποτε απ την Οξφρδη και το Κιμπριτζ εν στους θησαυρος της βιβλιοθκης του περιλαμβνονται πλθος αρχαων και μεσαιωνικν ιρλανδικν χειργραφων και το αριστοργημα "Βιβλο Του Κελς").
     Κατ τη διρκεια των σπουδν του εκε, συμμετεχε στην ιστορικ και φιλοσοφικ νωση του Πανεπιστμιου οπτε καταθτοντας και το πρτο δεγμα γραφς του σε δοκμιο με θμα την επδραση των αισθσεων στο μυθιστρημα και στην κοινωνα. Απ εκε αποφοτησε με αριστεο στα Μαθηματικ εν δη εχε εκδηλσει το ενδιαφρον του για το θατρο επηρεασμνος απ ναν φλο του, τον δρ Μνσελ. Ο Στκερ μλιστα κανε κριτικ θετρου σε μια εποχ που το εδος δεν χαιρε και ιδιατερης εκτμησης. Οι κριτικς του δημοσιεονταν τακτικ στην εφημερδα Dublin Evening Mail της οποας συνιδιοκττης ταν ο 'Ιρλανδς Ε.Α. Πε, συγγραφας γοτθικν ιστοριν Τζζεφ Σρινταν Λε Φανο (αυτς μας χρισε την περφημη ιστορα τρμου "Καρμλα" (1872) που θεωρεται τι ενπνευσε τον Στκερ για τη συγγραφ του "Δρκουλα" τσο στε να κεφλαιο του βιβλου [Ο Καλεσμνος Του Δρκουλα] να διαγραφε αρχικ, λγω μεγλων ομοιοττων. Στο ργο αυτ διαβζουμε την ιστορα της Λουρα που κινδυνεει απ τη φλη της, βρικλακα, Καρμλα).
     Την δια χρονι, με τη "Καρμλα", ο Στκερ γραψε το διγημα "The Crystal Cup" (London Society, 1872) και λγο αργτερα το "The Chain Οf Destiny" που δημοσιεθηκε στο χιουμοριστικ περιοδικ The Shamrock (τριφλι, το εθνικ ιρλανδικ μβλημα) σε 4 συνχειες. Ωστσο η χρονι αυτ πρπει να θεωρεται σταθμς για τη συγγραφικ εξλιξ του. Το Δεκμβρη ο εκκολαπτμενος, ακμη, συγγραφας γραψε να ρθρο για τον σπουδαο ηθοποι Σερ Χνρι ρβινγκ που κενη την εποχ ανβαζε Σξπηρ στο θατρο του Δουβλνου υποδυμενος αριστουργηματικ τον μλετ στο ομνυμο ργο. ταν ο ρβινγκ διβασε τη κριτικ του τονε προσκλεσε σε γεμα στο ξενοδοχεο Shelbourne, που εχε καταλσει, κι απ κενη τη βραδι ξεκνησε μια πολυετς φιλα και συνεργασα. Να θυμσουμε τι ο ρβινγκ σημδεψε κυριολεκτικ το βρετανικ θατρο με ρλους που εχαν την προσωπικ του υποκριτικ εν εναι ο πρτος ηθοποις που τιμθηκε με τον ττλο του ιππτη.
     Απ το 1876, ξεκνησε να εργζεται ως δημσιος υπλληλος στο Δουβλνο και πιο συγκεκριμνα στο Dublin Castle, το 1878 και για πνω απ 10 τη, συνεχζοντας να γρφει. Παρλληλα συνχιζε να γρφει κριτικς θετρου στην εφημερδα The Dublin Mail.
     Το 1878 παντρετηκε τη Φλρενς Μπλκομπ, που 'τανε πρην σζυγος του σκαρ Ουιλντ. Το ζευγρι μετακμισε στο Λονδνο, που ο Στκερ γινε για 27 χρνια διευθυντς επιχειρσεων του Θετρου Λυκουμ, ιδιοκτησα του 'Αγγλου ηθοποιο και φλου του, Χνρι ρβινγκ. Απκτησαν να μνο γιο, τον ρβινγκ Νολ, που γεννθηκε στις 31 Δεκμβρη 1879. Την δια χρονι που γεννθηκε ο γιος του εκδθηκε και μια ιστορα φαντασας με ττλο "The Duties of Clerks of Petty Sessions in Ireland". Εδ αξζει να σημεισουμε τι η γυνακα του, κρη στρατιωτικο, υπρξε δισημη για την ομορφι της εν ο Στκερ γνωριζταν απ τα ακαδημακ χρνια με τον Ουιλντ. Το γεγονς τι τους χριζε η Φλωρεντα, δεν στθηκε ικαν να χαλσει και τη σχση τους. Πργματι δε παρλειψε να τον επισκεφθε στη Γαλλα στα δσκολα χρνια της κρτησς του.
     χοντας ως εδωλο τον Sir Henry Irving, (η συνεργασα αυτ του νοιξε διπλατους ορζοντες. Μσω αυτο συναναστρφηκε τσο με την υψηλ λονδρζικη κοινωνα σο και μ' επιφανες συγγραφες της εποχς. Κυρως μως συνδθηκε με τον Χολ Κιν, μυθιστοριογρφο και θεατρικ συγγραφα της Βικτωριανς κι Εδουρδου εποχς, που λατρετηκε κυριολεκτικ απ τους βρετανος και στον οποο εναι αφιερωμνος ο "Δρκουλας". Το ργο του Κιν, που ταν μεν ρομαντικ αλλ διφερε απ τα «στεγαν» του Ντκενς, σμερα εναι παραγκωνισμνο αν και πολλ μυθιστορματα και θεατρικ του χουν μεταφερθε και στον κινηματογρφο. Ο διος εργσθηκε ως γραμματας του ποιητ και ζωγρφου Ντντε Γκμπριελ Ροστι, ταν εξαιρετικ εμφανσιμος και προοδευτικς, επηρεασμνος απ τις σοσιαλιστικς ιδες κι υπρξε αμετανητος εραστς της νσου Μαν.) εργστηκε κοντ του, γρφοντς του πνω απ 50 επιστολς τη μρα και συνοδεοντς τονε στις περιοδεες του, μχρι το θνατο του ειδλου του, 27 χρνια μετ.
     Αφιερωμνος ολοκληρωτικ στη διαχεριση του θετρου εκτς απ γνωριμες κανε και πολλ ταξδια. Η χρα μως που τον εχε γοητεσει ταν οι ΗΠΑ που ο ρβινγκ λατρευταν. Στα ταξδια του εκε, ο Στκερ εχε την ευκαιρα να επισκεφθε μετ απ πρσκληση τον Λευκ Οκο και μλιστα δο φορς, επ προεδρας Μακ Κνλε και Θεδωρου Ροσβελτ εν εχε και την τχη να γνωριστε με τον Ουλτ Ουτμαν τον κορυφαο Αμερικαν ποιητ που τραξε τα νερ της ηθικς αμερικανικς διανησης.
     Κατ τη διρκεια αυτς της χρονικς περιδου, ο Στκερ ρχισε να γρφει τα διηγματ του. Η 1η ιστορα ΕΦ δημοσιετηκε το 1875 κι ακολοθησε το "Πρασμα Του Φιδιο" (1890) κι τανε το 1ο μυθιστρημ του. Κατπιν ακολουθσανε κι λλα, με αποκορφωμα τον "Δρκουλα" στα 1897, ργο που 'γινε best-seller και τον κανε δισημο παγκοσμως. Αποτελε δε, προν πολχρονης ενασχλησης κι ρευνας στην ευρωπακ λαογραφα και σε σα αφορον στα βαμπρ. Θεωρθηκε ως συνηθισμνη ιστορα τρμου, ωστσο πολ σντομα ενσωματθηκε κυριολεκτικ στη λακ κουλτορα. Κατατασσμενο μαζ με τον "Φρανκεστιν" της Μαρη Σλε σε μνημειδες ργο που ο αναγνστης μπορε να διαβσει απ διφορες οπτικς γωνες. Πρκειται για να επιστολικ γοτθικ λογ. μυθιστρημα που βασζεται στο θρλο του Κμη Δρκουλα, εμφανς εμπνευσμνο απ λλες ιστορες βρικολκων πως: μιλι Γκραρντ ("Transylvania Superstitions" * Σημ: Η Γκραρντ εχε παντρευτε ναν στρατιωτικ αυστροουγγρικς καταγωγς κι η πολυετς παραμον της στην Τρανσυλβανα εχε σαν αποτλεσμα τη μελτη και την καταγραφ της τοπικς κι ομολογουμνως συναρπαστικς λαογραφας), Τζον Γουλιαμ Πολιντρι ("The Vampyre") και Τζσεφ Σρινταν λε Φανο (Carmilla).
     λλα ργα του: "Το Στολδι Των Εφτ Αστεριν" (1904) "Το Μυστριο Της Θλασσας" (1902) "Η Σαβανωμνη Κυρα" (1909), "Η Φωλι Του Λευκο Σκουλικιο" (1911) κ.. Ακολοθησαν αρκετ μυθιστορματα και νουβλες μχρι το 1911. Απ το τος αυτ, ρχισε να χει προβλματα υγεας στα οποα πως φανεται δεν ντεξε. Κατληξε πολ σντομα στις 20 Απρλη 1912, στο Λονδνο, σε ηλικα μλις 64 ετν, χοντας αστρι δικ του, στο χρτη της παγκσμιας λογοτεχνας. Εικζεται τι αιτα θαντου του ταν η σφιλη εν η τφρα του τοποθετθηκε στο Golders Green Crematorium.


                                 χειργραφο του "Δρκουλα"

     Μετ το θνατ του η χρα του δωσε για δημοσευση κι λλες ιστορες μεταξ των οποων κι "Ο Προσκεκλημνος Του Δρκουλα" εν η δια εχε δικαστικ δινεξη για τη κινηματογραφικ μεταφορ του με το νομα "Νοσφερτου" (1922) κερδζοντας τελικ τη δκη (1925) που οδγησε στη καταστροφ των αρνητικν του φιλμ. Απ' σο αποδεχθηκε μως δεν καταστρφηκαν λες οι κπιες κι τσι η ταινα γινε γνωστ. Η επμενη μεταφορ στη μεγλη οθνη ταν το 1931 σε σκηνοθεσα του Τοντ Μπρουνινγκ και κμη Δρκουλα τον Μπλα Λουγκζι. μως αξχαστη για λους μας παραμνει η μεταφορ του 1958 σε σκηνοθεσα Τρενς Φσερ με τον Κρστοφερ Λι να υποδεται ναν ρλο θαρρες κομμνο και ραμμνο στα μτρα του. Ακολοθησε το φιλμ του 1979 απ τον Τζον Μπντχαμ με πρωταγωνιστ τον Φρανκ Λνγκελα κι η πλον σγχρονη με την πινελι του Κπολα και τον Γκρι λντμαν στον ομνυμο ρλο.    

    ---------------------------------------------------------------------------------------


                                     
Το Σπτι Tου Δικαστ

     ταν πλησιζεν ο καιρς για τις εξετσεις του ο Μλκολμ Μλκολμσον αποφσισε να πει κπου για να διαβσει μνος. θελε ν' αποφγει τους πειρασμος των παραθαλσσιων θρετρων, λλα ξερε τι κι να απλυτα μοναχικ μρος θα τονε παρσερνε, επειδ απ παλι, ττοια μρη τονε γοτευαν. τσι αποφσισε να βρει μιαν ασμαντη μικρ πλη που τποτε δε θα μποροσε να του αποσπσει τη προσοχ. Δε θλησε να ζητσει τη συμβουλ των φλων γιατ ξερε τι πολλο θα τονε στλνανε σε μρη που εχανε θλασσα, επειδ απ παλι, ττοια μρη τον γοτευαν. Σκφτηκε λοιπν να βρει μνος του κποιο μρος. Μζεψε σε μια μεγλη βαλτσα τα ροχα του κι λα τα βιβλα που χρειαζτανε κι βγαλε εισιτριο με το πρτο τρνο, χωρς να κοιτξει που πγαινε.

     στερα απ ταξδι τριν ωρν κατβηκε στο Μπντσερτς ευχαριστημνος που κατφερε να κρψει τα χνη του τσο καλ κι ντας σγουρος τι θα του δινταν ευκαιρα να μελετσει με την ησυχα του. Πγε σια στο μοναδικ πανδοχεο και πρασε τη νχτα του κει. Το Μπντσερτς ταν εμπορικ πλη που μια φορ κθε τρεις βδομδες πλημμριζεν απ κσμο. Τις υπλοιπες εικοσιμα μρες ταν δειο σαν ρημος.

     Ο Μλκολμ απ την λλη μρα κιλας, αφο φτασε, ρχισε να ψχνει να βρει να σπτι ακμα πιο συχο απ' αυτ που να συχο πανδοχεο σα το «Καλ Ταξιδιτη» μποροσε να του προσφρει. Υπρχε ττοιο μρος, που τρβηξε τη προσοχ του και που σγουρα ικανοποιοσε ακμα και τα πιο τρελ του νειρα για ησυχα. Στη πραγματικτητα συχο δεν ταν κατλληλη λξη που του ταριαζε. Ξεχασμνο κι γκαταλειμνο θα τανε πιο κατλληλες λξεις για να περιγρψουνε την ερημι του.

     ταν να παλι, με ασυνρτητη αρχιτεκτονικ, αρχοντσπιτο Ιακωβιανο ρυθμο με βαρι αετματα και παρθυρα ασυνθιστα μικρ και τοποθετημνα ψηλτερα απ' τι εναι το κανονικ σε ττοια σπτια. 'Ητανε περιτριγυρισμνο μ' να ψηλ και χοντρ τοχο απ τοβλα. Πργματι κοιτζοντας το προσεχτικ θμιζε οχυρωμνο σπτι παρ κατοικα. λ' αυτ ευχαρστησαν τον Μλκολμ. «Εδ», σκφτηκε, «εν' αυτ που ζητοσα κι αν εμαι τυχερς και το νοικισω, θα 'ναι το καλτερο». Ευχαριστθηκε ακμα περισστερο ταν διαπστωσε τι το σπτι ταν ακατοκητο.

     Στο πανδοχεο μαθε τ' νομα του μεστη, που 'δειξε κατπληκτος ταν του ζτησε να νοικισει μια πτρυγα του παλιο σπιτιο. Ο κριος Κρνφορντ τανε τυπικς δικηγρος και μεστης, ευγενικς, γηραλος κριος, που χρηκε πολ ταν μαθε τι κποιος θελε να μενει σ' αυτ.

 -"Για να σας πω την αλθεια" επε, "αν δεν ταν οι πελτες μου, θα 'δινα το σπτι σε κποιον τζμπα για χρνια, για να συνηθσουν οι χωριτες να το βλπουν να κατοικεται. μεινε για πολ καιρ δειο και σιγ-σιγ δημιουργθηκε παρλογη πρληψη σχετικ μ' αυτ. Τρα ββαια που θα κατοικηθε και μλιστα απ να μορφωμνο σαν και σας, η πρληψη θα χαθε", πρστεσε ρχνοντας μια λοξ ματι στον Μλκολμ.

     Ο φοιτητς θερησε περιττ να ρωτσει το μεστη ποια ταν η «παρλογη πρληψη». Σκφτηκε τι μποροσε να τη μθει απ λλους. Πλρωσε το νοκι για τρεις μνες, πρε την απδειξη και τ' νομα μιας γρις που πιθανν να 'κνε τη καθαρστρια του σπιτιο κι φυγε με τα κλειδι στη τσπη. στερα πγε στη γυνακα του πανδοχεου, που 'τανε χαρομενος και καλκαρδος νθρωπος και ζτησε τη συμβουλ της για το τ θα 'πρεπε να πρει μαζ του. γυνακα μεινε κατπληκτη ταν κουσε που θα πγαινε να κατοικσει.

 -"χι στο σπτι του Δικαστ", επε χλωμιζοντας. Της εξγησε που ακριβς τανε το σπτι κι τι δεν εχε ιδα πως αυτ τανε τ' νομα του. "Ω, σγουρα, σγουρα εναι το σπτι του Δικαστ", του απντησε.

     Της ζτησε να του μιλσει σχετικ μ' αυτ, γιατ το λγαν τσι και γιατ το αποστρεφταν. Του 'πε πως τσι το ξρανε στη περιοχ κι τι πριν απ πολλ χρνια -πσα ακριβς δεν ξερε γιατ δεν ταν απ' αυτ τα μρη, αλλ σγουρα πρπει να ταν πνω απ εκατ- ταν το σπτι κποιου δικαστ, που λοι τον θυμταν με φρκη για τις βαρις ποινς που βαζε και για την εχθρτητα του στους φυλακισμνους. σο για το τ συνβαινε μ' αυτ δεν ξερε. Εχε ρωτσει πολλς φορς, αλλ κανες δε μποροσε να της πει. γενικ εντπωση πντως ταν τι κτι συνβαινε και πως αυτ, ακμα κι αν της διναν λα τα λεφτ της Τρπεζας του Ντρινκγουτερ, δε θα καθτανε σ' αυτ το σπτι οτε μιαν ρα.

 -"Εναι πολ κακ, κριε, νας νος σαν κι εσς να κατοικσει σ' αυτ το σπτι. Αν σασταν παιδ μου, και με συγχωρετε για το θρρος μου, δε θα σας φηνα να κοιμηθετε τη νχτα κει".

 -"Αγαπητ μου κυρα Γουτμαν, μην ανησυχετε για μνα. νας νθρωπος που διαβζει για να δσει εξετσεις στα μαθηματικ χει πολλ λλα να σκεφτε και δε παρασρεται απ παρξενα πργματα. πειτα η δουλει του εναι πολ συγκεκριμνη για να επιτρψει στο νου του ν' ασχοληθε με οποιαδποτε μυστρια. Ο αρμονικς πολλαπλασιασμς, οι σχσεις κι οι ελλειπτικς λειτουργες εναι για μνα αρκετ μυστρια".

     κυρα Γουτμαν προθυμοποιθηκε να φροντσει η δια για τις προμθειες του κι τσι ο διος πγε να βρει τη γρι που του εχαν συστσει. ταν γρισε μαζ της στο σπτι του Δικαστ, υστερα απ λγες ρες, βρκε την δια τη κυρα Γουτμαν να τονε περιμνει μαζ με μερικος ντρες κι αγρια που κουβαλοσανε δματα κι να αμξι, που πνω του τανε φορτωμνο να ππλωμα, γιατ πως του 'πε το κρεβτι του σπιτιο εχε ν' αεριστε τουλχιστον πενντα χρνια.

     τανε πολ περεργη να δει το εσωτερικ του σπιτιο, αν και τσο φοβισμνη, που στον παραμικρ θρυβο αρπαζταν απ' τον Μλκολμσον, δεν τον φηνε οτε στιγμ. Αυτς αφο γρισε λο το σπτι αποφσισε να εγκατασταθε στη τραπεζαρα. Στ μεταξ κυρα Γουτμαν με τη βοθεια της υπηρτριας της κυρας Ντμπστερ ρχισαν να ταχτοποιον το δωμτιο. ταν ρθαν μσα τα δματα κι ανοχτηκαν, ο Μλκολμ εδε πως η κυρα Γουτμαν εχε στελει απ τη κουζνα της αρκετ για κμποσες μρες. Πριν φγει του ευχθηκε να περσει καλ και φτνοντας στη πρτα γρισε και του 'πε:

 -"σως, κριε, επειδ το δωμτιο εναι μεγλο και σκοτειν θα 'τανε καλτερα να βζατε γρω απ το κρεβτι σας να μεγλο παραβν. Αν και να σας πω την αλθεια εγ θα πθαινα απ το φβο μου σα φυλακισμνη εδ μσα και μολαυτ τα πρματα να ξεπροβλλουνε το κεφλι τους απ' τη κορφ και να με κοιτζουν". Η εικνα τανε πολ τρομαχτικ και την κανε να φγει γργορα. Η κυρα Ντμπστερ φσηξε υπεροπτικ τη μτη της καθς η κυρα Γουτμαν φυγε και παρατρησε πως αυτ δε φοβτανε τα φαντσματα λου του βασιλεου.

 -"Θα σας πω τι ακριβς συμβανει», επε. "Τα φαντσματα εναι να σωρ αλλ πργματα κτος απ φαντσματα. Αρουραοι και ποντκια και κοριο και πρτες που τρζουνε και ξεχαρβαλωμνα παραθυρφυλλα και σπασμνα τζμια και πμολα που κολλν ταν τα γυρζεις, και ξαναεπιστρφουνε στη θση τους τα μεσνυχτα. Κοιτχτε τις ξυλοδεσις εναι πανρχαιες. Εκατοντδων χρνων. Νομζετε τι δε θα υπρχουνε κοριο και ποντκια εδ μσα; Τα ποντκια εναι τα φαντσματα και τα φαντσματα εναι τα ποντκια και μη πιστεετε σε τποτ' λλο".

 -"Κυρα Ντμπστερ", επεν o Μλκολμ με υπκλιση, "ξρετε περισστερα απ ναν επαγγελματα ξυλουργ και σα σημδι εκτμησης για τη λογικ που σας χαρακτηρζει, θα σας αφσω να μενετε τζμπα στο σπτι ,τους δυο τελευταους μνες, μια κι εγ το χρειζομαι μνο για τσσερις βδομδες".

 -"Σας ευχαριστ πολ, κριε", επεν αυτ "λλα δε μπορ να ξενυχτσω μακρι απ το σπτι μου! Γιατ μνω στο φιλανθρωπικ δρυμα Γκριν Χουζ κι αν κοιμηθ στω μια νχτα ξω απ' το δωμτιο μου θα χσω το δικαιωμα να μνω κει. Οι κανονισμο εναι πολ αυστηρο κι υπρχουνε τσοι πολλο που ζητνε θση, στε δε μπορ να το διακινδυνψω. Παρολαυτ, αν θλετε, μπορ να 'ρχομαι να σας φροντζω σο θα μενετε".

 -"Καλ μου κυρα", επεν o Μλκολμ "ρθα δω με σκοπ να βρω μοναξι κι απομνωση και θλω να με πιστψετε, πως ευγνωμων τον μακαρτη τον Γκριν Χουζ για τον τρπο που οργνωσε τη θαυμσια φιλανθρωπα του, λλα δε μπορ να δεχτ τη πρταση σας". γρι γλασε.
 -"Αγαπητ μου κριε", επε, "μην ανησυχετε κι εδ θα βρετε σην απομνωση θλετε".
     Ξανρχισε τη δουλει της και το σορουπο ταν ο Μλκολμ γρισε απ τον περπατο του -πντα εχεν να βιβλο μαζ του για να διαβζει περπατντας- βρκε το δωμτιο συγυρισμνο και καθαρ, με τη φωτι να καιει στο παλι τζκι, τη λμπα αναμμνη και το τραπζι στρωμνο για δεπνο με τα φαγητ της κυρας Γουτμαν. «Αυτ θα πει καλοπραση», σκφτηκε τρβοντας τα χρια του.

     ταν τλειωσε το φαγητ κι φησε το δσκο στην λλη πλευρ του μεγλου δρινου τραπεζιο, βγαλε πλι τα βιβλα του, ριξε κι λλα ξλα στη φωτι, δυνμωσε το φως της λμπας και κθισε να δουλψει σκληρ. Εργστηκε χωρς διακοπ ως τις ντεκα το βρδυ και μνο ττε σταμτησε για να συδαυλσει τη φωτι, να κοιτξει τη λμπα και να βρσει να φλυτζνι τσι. Πντα πινε τσι κι ταν τανε φοιτητς συνθιζε να διαβζει ως αργ κι αργ να πνει το τσι του. Η φωτι που αναζωπρωσε, χοροπηδοσε και πταγε σπθες, ρχνοντας παρξενες σκις στο μεγλο παλι δωμτιο. Καθς ρουφοσε το ζεστ του τσι σκφτηκε την απομνωση στην ποα βρισκτανε. Ττε για πρτη φορ ρχισε να προσχει το θρυβο που κνανε τα ποντκια. «Σγουρα», αναλογστηκε, «δε μπορε να κνανε ττοιο θρυβο ταν διβαζα, θα τα 'χα προσξει». Κενη τη στιγμ ο θρυβος αυτς δυνμωσε, πρμα που τον καμε να σκεφτε πως εχε δκιο. 'Ητανε φανερ τι για μια στιγμ τα ποντκια εχανε φοβηθε απ τη παρουσα του ξνου, απ τις φλγες της φωτις και το φως της λμπας, αλλ σο περνοσεν ρα, ρχισαν να συνηθζουνε και ξαναγυρσανε στις δραστηριτητες τους. Τ' κουγε να τρχουνε βιαστικ πνω-κτω μες στους παλιος τοχους, στο ταβνι και κτω απ το πτωμα. Τρχανε, μασουλοσανε κι ξυναν.

     Ο Μλκολμ χαμογλασε καθς θυμθηκε τα λγια της κυρας Ντμπστερ: «Τα φαντσματα εναι τα ποντκια και τα ποντκια εναι τα φαντσματα». Το τσι ρχισε να επιδρ πνω στο νευρικ και διανοητικ του σστημα και χαρομενος διαπστωσε τι θα μποροσε να δουλψει για πολ ακμα σπου να περσει η νχτα. Νιθοντας να ασθημα ασφλειας αποφσισε να ρξει μια ματι γρω στο δωμτιο. Πρε τη λμπα κι ρχισε να τριγυρζει, εν αναρωτιτανε γιατ να τσον ωραο σπτι μενε για καιρ ακατοκητο. Τα ξυλγλυπτα στις ξλινες επενδσεις των τοχων τανε θαυμσια, πως κι αυτ που υπρχαν πνω στις πρτες και στα παρθυρα, μορφα κι εκλεκτικο γοστου. Υπρχαν μερικο παλιο πνακες στους τοχους, αλλ τανε τσο σκονισμνοι και λερωμνοι απ τη πολυκαιρα, που δε μποροσε να ξεχωρσει τις λεπτομρειες τους. Εδ κι εκε, πως περπατοσε, βλεπε κποια σχισμ τρπα στον τοχο, που απ μσα τους για μια στιγμ φαινταν η μορη ενς ποντικο με τα μτια του να λαμπυρζουνε στο φως.

     Πντως το πργμα που του 'κανε μεγαλτερην εντπωση τανε το σκοιν απ τη μεγλη καμπνα της στγης, που κρεμτανε σε μια γωνι του δωματου, δεξι απ' το τζκι. Για λγο ακμα τα ποντκια συνχισαν να τον ενοχλον με το αδικοπο τρεχαλητ τους, αλλ γργορα συνθισε, πως συνηθζει κανες το θρυβο του ρολογιο το κελρυσμα του ρυακιο. Απορροφθηκε τσο πολ απ τη δουλει του, που τποτα στον κσμο δεν υπρχε γι' αυτν κτος απ το πρβλημα που προσπαθοσε να λσει. Ξαφνικ σκωσε το κεφλι του χωρς να το 'χει καταφρει. Στν αρα υπρχεν ασθηση της ρας εκενης, που 'ναι ανμεσα στη νχτα και στο ξημρωμα και μοιζει σαν λα να 'χουν ακινητοποιηθε. Τα ποντκια εχανε σταματσει να κνουνε θρυβο και φανεται πως αυτ το σταμτημα τον καμε ν' ανασηκωθε. Η φωτι εχε κατακτσει και στο τζκι βλεπες μνο τη κατακκκινη λμψη της χβολης.
    
Εκε, πνω στη μεγλη σκαλιστ δρινη πολυθρνα με τη ψηλ ρχη, που βρισκτανε στα δεξι του τζακιο, καθταν νας τερστιος ποντικς, που τονε κοταζε μ' αγριεμνα μτια. κανε μια κνηση σα να 'θελε να τον πισει αλλ ο ποντικς δεν κουνθηκε. Ττε κανε να του πετξει κτι, αλλ' αυτς και πλι μεινε ακνητος. Αντθετα δειξε τα μεγλα σπρα του δντια μανιασμνος. Τα σκληρ του μτια λμψανε στο φως της λμπας μ' ντονη ζωηρτητα. Ο Μλκολμ μεινε κατπληκτος κι αρπζοντας τη μασι του τζακιο ρμησε να τονε χτυπσει. Πριν προλβει μως να τον αγγξει, ο ποντικς μ' να στργγλισμα μσους πδησε στο πτωμα, σκαρφλωσε στο σκοιν της καμπνας και χθηκε στο σκοτδι. Αμσως, πρμα παρξενο, τα ποντκια ξαναρχσανε τα σορτα-φρτα τους. Εκενη τη στιγμ το λλημα του κκορα κπου ξω τονε πληροφρησε για τον ερχομ του πρωινο κι τσι ο Μλκολμ παρτησε το διβασμα, πεσε στο κρεβτι και κοιμθηκε.
     Κοιμθηκε τσο βαθι που δε ξπνησεν ακμα κι ταν ρθε η κυρα Ντμπστερ να του φτιξει το δωμτιο. Ξπνησε ταν αυτ χτπησε το παραβν του κρεβατιο του, αφο πρτα εχε ταχτοποισει το δωμτιο κι εχε ετοιμσει το πρωιν του. ταν ακμα λγο κουρασμνος απ τη σκληρ δουλει της νχτας, λλα να φλιτζνι τσι τονε συνφερε και παρνοντας να βιβλο και μερικ σντουιτς, για να μη χρειαστε να γυρσει στο σπτι για μεσημεριαν, βγκε να κνει τον πρωιν του περπατο.

     Βρκε να συχο μρος ανμεσα σε ψηλς φτελις λγο πιο ξω απ τη πλη κι εκε πρασε το μεγαλτερο μρος της μρας μελετντας Λαπλς. Στο γυρισμ ψαξε να βρει τη κυρα Γουτμαν και να την ευχαριστσει για τη καλωσνη της. ταν αυτ τον εδε να 'ρχεται βγκε να τον υποδεχτε και τονε προσκλεσε να μπει μσα λγοντας:

 -"Δε πρπει να το παρακνετε, κριε, σας βλπω χλωμ σμερα. Το ξενχτι κι η σκληρ πνευματικ εργασα δε κνουνε καλ. Αλλ αλθεια, πστε μου, πς περσατε τη νχτα σας; Καλ φαντζομαι. Πραγματικ χρηκα πολ ταν η κυρα Ντμπστερ μου 'πε τι το πρω που 'ρθε κοιμσασταν βαθι".

 -"Ω, εμαι μια χαρ", της απντησε χαμογελντας, "μνο τα ποντκια σουλατσριζαν εδ κι εκε κι νας γεροδιβολος κθισε στη πολυθρνα μου κοντ στη φωτι. 'Αρπαξα να σδερο για να τονε κανονσω, λλ' αυτς μου το 'σκσε στο ταβνι".

 -"Ο Θες να μας βοηθσει", επε κυρα Γουτμαν. "νας γεροδιβολος καθτανε στη καρκλα σας; Προσχτε, κριε, προσχτε! Πολλς φορς μας ξεφεγουνε λγια που δε θα 'πρεπε".

 -"Μα τ εννοετε; Λγω τιμς δε σας καταλαβανω".

 -"νας γεροδιβολος! Μπορε ο διος ο διβολος! Σας παρακαλ, μη γελτε, κριε!" επε, γιατ ο Μλκολμ εχε ξεκαρδιστε στα γλια. "Σεις ο νοι θαρρετε πως εν' εκολο να γελτε με πρματα που κνουνε τους παλιτερους ν' ανατριχιζουν. Αλλ δε πειρζει, δε πειρζει! Εχομαι να γελτε τσι πντα!" επεν η καλ γυνακα ευχαριστημνη με τη καλ του διθεση.

 -"Να με συγχωρετε", επεν ο Μλκολμ, "μη νομζετε πως εμαι αγενς, αλλ η σκψη τι τη περασμνη νχτα ο διος ο διβολος καθτανε στη καρκλα μου το βρσκω κπως υπερβολικ!". Κι αμσως ξσπασε σε γλια. στερα πγε σπτι για να δειπνσει.

     Κενο το βρδυ το πηγαινλα των ποντικν ρχισε νωρτερα, για την ακρβεια εχεν αρχσει πριν φτσει στο σπτι και σταμτησε μνο την ρα που μπκε μσα. Μετ το φαγητ κατσε για λγο κοντ στη φωτι κπνισε κι στερα καθρισε το τραπζι κι ρχισε να δουλεει πως και χτες. Απψε τα ποντκια κναν μεγαλτερη φασαρα απ' ση χτες. Πως τρεχαν πνω-κτω, δεξι-ζερβ! Πως τσιρζανε, γρατζουνζανε και ροκανζανε! Πως γνονταν ολονα και θραστερα. Φτνανε στο σημεο να βγζουνε το κεφλι τους ξω απ τις τρπες, τις ραγισματις και τις σχισμς του τοχου και τα μτια τους λαμπαν σα μικροσκοπικς φλγες απ τη φωτι που τρεμσβηνε. Τρα, μως, μια και τα 'χε συνηθσει δε του κναν εντπωση. Και στα μτια τους δεν βλεπε να καθρεφτζεται κακα, αλλ μλλον μια παιχνιδιρικη διθεση. Μερικς φορς τα πιο τολμηρ απ δατα κναν εξορμσεις απ τους τοχους και τρχανε στο πτωμα.
     Κθε τσον, ταν τον ενοχλοσαν, ο Μλκολμ κανε θρυβο για να τα φοβσει.
Χτυποσε το τραπζι με το χρι κι αυτ το σκγανε και τρυπνανε στους τοχους. τσι οι πρτες ρες της νχτας περσανε κι ο Μλκολμ παρ τη φασαρα εχε καταφρει ν' αφοσιωθε στη δουλει του. Ξαφνικ σταμτησε πως και τη περασμνη νχτα απ μια ξαφνικ ασθηση ησυχας. Απ τους ποντικος δεν ακουγταν ο παραμικρς θρυβος. Η σιωπ τανε σιωπ τφου, θυμθηκε το περεργο χτεσινοβραδιν περιστατικ, νστικτδικα γρισε και κοταξε τη πολυθρνα που 'τανε κοντ στ τζκι. Ττε να περεργο συνασθημα τον καμε ν' ανατριχισει. Στην δια παλι σκαλιστ δρινη πολυθρνα κοντ στη φωτι καθταν ο διος τερστιος ποντικς και τονε κοταζεν ακνητος.

     Αυθρμητα ρπαξε το κοντιντερο αντικεμενο, να βιβλο λογαρθμων και του το πταξε. Δε τονε σημδεψε καλ, ο ποντικς δε κουνθηκε απ τη θση του. τσι παναλφθηκν η δια σκην με τη τσιμπδα του τζακιο της χτεσινς βραδις και ξαν ο ποντικς κυνηγημνος σκαρφλωσε στο σκοιν της καμπνας. Το περεργο εναι που μλις εξαφανστηκε, ο θρυβος των λλων ξανρχισε. Και σ' αυτ τη περπτωση πως και στη προηγομενη, ο Μλκολμ δε πρλαβε να δει προς τα που χθηκε γιατ το φως της λμπας και του τζακιο αφνανε το πνω μρος του δωματου στο σκοτδι. Κοταξε το ρολι και διαπστωσε τι κντευαν μεσνυχτα. Σηκθηκε, δυνμωσε τη φωτι κι ετομασε το τσι του. Εχε μελετσει πολ κι τσι σταμτησε για να καπνσει. κατσε στη μεγλη δρινη πολυθρνα κοντ στο τζκι και καπνζοντας ρχισε να σκφτεται πως πρεπε ν' ανακαλψει τη κρυψνα του ποντικο. τσι ναψε ακμα μια λμπα και την βαλε σε ττοιο μρος που να φωτζει τη δεξι μερι του τζακιο. στερα μζεψε λα τα βιβλα κοντ του, για να μπορσει να τα πετξει αν χρειαστε, στον απρσκλητο επισκπτη. Τλος πρε το σκοιν της καμπνας κι βαλε τη μια του κρη πνω στο τραπζι τσι που η λλη κρη του να φωτζεται απ τη λμπα. Την ρα που το ταχτοποιοσε δε μπρεσε να μη προσξει πσο μαλακ ταν, ειδικ για να τσο γερ κι αχρησιμοποητο σκοιν. «Θα μποροσες να κρεμσεις νθρωπο μ' αυτ", σκφτηκε. ταν οι προετοιμασες του τελεισανε κοταξε ολγυρα κι επε: «Και τρα, φιλαρκο, νομζω πως ρθεν ρα να μθουμε κτι για σνα». 'Αρχισε πλι να μελετ.

     πως και πριν ο σαματς των ποντικν τονε περαζε, στερα μως αποξεχστηκε απ το διβασμα. Και πλι ωστσο η προσοχ του κπηκε απτομα. Αυτ τη φορ μως δεν ταν μνο ξαφνικ σιωπ που τρβηξε τη προσοχ του, αλλ και μια αδιρατη κνηση του σκοινιο και της λμπας. Κοταξε γργορα αν τα βιβλα ταν κοντ του και μετ κοταξε το σκοιν. Εδε τον ποντικ να γλυστρ πνω του και να πφτει στο μπρτσο της πολυθρνας κθισε κει κι ρχισε να τονε κοιτζει. Ο Μλκολμσον σκωσεν να βιβλο, σημδεψε προσεχτικ και του το πταξε. Αυτς με μια γργορη κνηση καμε στο πλι και το απφυγε. Πρε δετερο βιβλο, υστρα τρτο και τα πταξε με τη σειρ στον ποντικ αλλ χωρς αποτλεσμα. Τλος την ρα που ετοιμαζταν να του ρξει ν λλο, ο ποντικς τσριξε θυμωμνος. Αυτ εξργισε ακμα περισστερο τον Μλκολμ. θελε να χτυπσει το τρωκτικ με μανα, του πταξε το βιβλο κι αυτ τη φορ τονε πτυχε. Το ζο τσριξε και γυρζοντας τον κοταξε μ' να τρομερ βλμμα λσσας και κακας, υστρα πδηξε πνω στο σκοιν κι ρχισε να σκαρφαλνει σαν αστραπ. Ο Μλκολμ εχε συνχεια τα μτια του καρφωμνα πνω του και στο φως της δετερης λμπας τον εδε να χνεται σε μια τρπα, δπλα σ' ναν απ τους μεγλους πνακες που κρμονταν στους τοχους. «Θα ψξω για το σπτι του φλου μου το πρω», σκφτηκεν ο φοιτητς. «Ο τρτος πνακας απ τα δεξι του τζακιο. Δε πρκειται να το ξεχσω». 'Αρχισε να μαζεει να-να τα βιβλα σχολιζοντας εθυμα: «Οι "Εικονικο Τομες" δεν τονε πτυχαν. Οι "Κυκλοειδες Ελλεψεις" το διο. Οι "Βασικς Αρχς" οτε, οι "Διαιρσεις", οτε,  η "Θερμοδυναμικ". Για να δομε τρα το βιβλο που του την φερε». Μλκολμ το σκωσε και το κοταξε. Και ττε μια ξαφνικ χλωμδα απλθηκε στο πρσωπο του. Κοταξε ολγυρα του κι ανατρχιασε ελαφρ μουρμουρζοντας: «Η Ββλος που μου δωσε μητρα μου! Τ περεργη σμπτωση!».

     κατσε κι ρχισε να ξαναδιαβζει εν τα ποντκια αρχσανε και πλι τα τρεχαλητ τους. μως τοτη τη φορ δε τον ενοχλοσαν. Αντθετα παρουσα τους του 'δινε μιαν ασθηση συντροφικτητας. Παρολαυτ δε μποροσε να συγκεντρωθε και να δουλψει κι αφο δικα παιδετηκε να συγκεντρωθε στο θμα του τα παρτησε απογοητευμνος και πγε στο κρεβτι του, την ρα που το φως της χαραυγς μπαινε στο δωμτιο απ τ' ανατολικ παραθρι. Κοιμθηκε βαρι κι ανσυχα κι ταν η κυρα Ντμπστερ τονε ξπνησεν αργ το πρω, για λγα λεπτ δεν εχε συνασθηση που βρισκτανε. Το πρτο πρμα που ζτησε προκλεσεν κπληξη στην υπηρτρια:
 -"Κυρα Ντμπστερ, σμερα το πρω που θα λεπω, θα 'θελα να πρετε μια σκλα και να ξεσκονσετε να καθαρσετε αυτος τους πνακες -ειδικ τον τρτο δεξι απ το τζκι. Θλω να δω τι παριστ".

     Αργ τ' απγευμα δ Μλκολμ, αφο μελτησε στο διο μρος, διαπστωσε τι το διβασμα του προχωροσε ικανοποιητικ. Εχε λσει μχρι στιγμς λα τα προβλματα που του φαινντανε δσκολα κι τανε τσον ευχαριστημνος, που αποφσισε να πει μια βλτα ως τη κυρα Γουτμαν στον «Καλ Ταξιδιτη». Βρκε να ξνο να κθεται μαζ της που του τονε σστησε σαν δκτωρ Θρνχιλ. τανε λγο ανσυχη κι ο Μλκολμ συνδυζοντας την ανησυχα της με διφορες ερωτσεις που ρχισε να του κνει ο ξνος, συμπρανε πως αυτς δε βρισκτανε τυχαα κει κι τσι χωρς περιστροφς επε:

 -"Γιατρ Θρνχιλ, ευχαρστως θ' απαντσω στις ερωτσεις σας, αν μου υποσχεθετε ωθ' απαντσετε και σεις σε μια δικ μου".

     γιατρς φνηκε κπληκτος, αλλ υστρα χαμογλασε κι απντησε αμσως:

 -"γινε! Ποι εναι";

 -" κυρα Γουτμαν σας ζτησε να 'ρθετε δω για να με δετε και να με συμβουλψετε";

     Ο γιατρς Θρνχιλ για μια στιγμ μεινε ακνητος, η κυρα Γουτμαν κοκκνισε και γρισε αλλο το πρσωπ της, αλλ ο γιατρς που τανε ντμπρος κι ετοιμλογος νθρωπος, απντησε γργορα κι ανοιχτ:

 -"Ναι, αλλ δεν θελε να το μθετε. Εμαι ββαιος τι βιστηκα και μλιστα μ' αδεξιτητα κι αυτ τανε που με πρδωσε. Λοιπν, μου 'πε τι δε της αρσει διλου η ιδα να ζετε ολομναχος σε κενο το σπτι και... να πνετε τσο πολ δυνατ τσι. Και για να γνω πιο σαφς,, μου ζτησε να σας παρακαλσω, αν εναι δυνατν, να κψετε το τσι και να μη ξενυχττε. μουνα κι εγ φοιτητς κποτε και ξρω κι τσι επιτρψτε μου να σας συμβουλψω εντελς φιλικ".

     Ο Μλκολμ χαμογλασε πλατι κι πλωσε το χρι του.
 -"Κλλα το", επε, "πως λνε και στην Αμερικ. Σας ευχαριστ πολ για το ενδιαφρον και σας και τη κυρα Γουτμαν. Και θα 'θελα να σας ανταπδωσω τη καλωσνη σας. Υπσχομαι, λοιπν, τι δε θα ξαναπι τσι δυνατ μλλον δε θα ξαναπι καθλου τσι κι τι θα πφτω στο κρεβτι μου στη μα το αργτερο. Εντξει";

 -"Θαυμσια!" επε, ο γιατρς. "Τρα πστε μου τ παρατηρσατε στο παλι σπτι".

     Κι τσι ο Μλκολμ τους διηγθηκε με κθε λεπτομρεια λα σα γνανε τις δυο προηγομενες νχτες. Κθε λγο η κυρα Γουτμαν τονε σταματοσε με μικρς κραυγολες, σπου φτασε στο επεισδιο της Ββλου. κυρα Γουτμαν ττε ξεφνισε και μνον αφο της δωσαν να ποτρι μπρντυ κι να κονικ, μπρεσε να συνλθει. γιατρς Θρνχιλ γινταν λο και πιο σοβαρς σο προχωροσεν η διγηση κι δταν ο Μλκολμ τλειωσε κι κυρα Γουτμαν συνλθε, ρτησε:

 -"Ο ποντικς ανβαινε πντα απ το σκοιν της καμπνας";

 -"Πντα"!

 -"Νομζω πως ξρετε", επεν ο γιατρς δισταχτικ, "ποιο εναι αυτ το σκοιν".

 -"χι".

 -"Εναι", επεν ο γιατρς αργ, "το διο σκοιν, που μ' αυτ ο δμιος κρεμοσε τα θματα των αποφσεων του Δικαστ". Και ττε ξανασταμτησε απ' τις κραυγς της κυρας Γουτμαν, που και πλι αναγκστηκαν να τη συνεφρουν. στερα ο Μλκολμ κοταξε το ρολι του κι εδε πως κντευεν η ρα του δεπνου κι τσι φυγε πριν η κυρα Γουτμαν συνλθει τελεως. ταν γινε κι αυτ, η κυρα Γουτμαν θυμωμνη ρχισε να παρατηρε μ' ντονο υφς το γιατρ λγοντας του οτι δεν πρεπε να βλει ττοιες σκψεις φριχτς στο μυαλ του νου. Ο γιατρς Θρνχιλ απντησε:

 -"Αγαπητ μου κυρα, εχα σοβαρος λγους. θελα να στρψω την προσοχ του στο σκοιν της καμπνας. σως να βρσκεται σε μια κατσταση υπερντασης απ το υπερβολικ διβασμα, αν και πρπει, να παραδεχτ τι δεχνει υγιστατος και σωματικ και ψυχικ. Τα ποντκια μως; Κι αυτ συζτηση για το διβολο;" Ο γιατρς κονησε το κεφλι του και συνχισε: "Θα 'θελα να πω να περσω τη νχτα μαζ του, αλλ εμαι σγουρος τι αυτ θα τονε περαζε. Μπορε τη νχτα να τρομξει να 'χει κποια παρξενη παρασθηση. Αν γνει κτι ττοιο θλω να χτυπσει τη καμπνα. Θα την ακοσουμε και θα τρξουμε να τονε βοηθσουμε. Σμερα θα μενω ξπνιος ως αργ και να μη σου κνει εντπωση αν, ταν ξημερσει, το Μπντσερτς βρεθε μπροστ σ' εκπλξεις".

 -"Τ εννοετε, γιατρ; Μη μου πετε πως..."

 -"Εννο τι μπορε απψε - μλλον εναι πολ πιθαν- ν' ακοσουμε τη μεγλη καμπνα του σπιτιο του Δικαστ", επεν ο γιατρς κι φυγε.

     ταν ο Μλκολμ φτασε στο σπτι, εδε πως εχεν αργσει λγο, γιατ η κυρα Ντμπστερ εχε φγει -οι κανονισμο του φιλανθρωπικο ιδρματος Γκριν Χουζ δεν πρεπε να παραβιζονται. Ευχαριστθηκε ταν εδε το δωμτιο φωτειν και συγυρισμνο, τη φωτι αναμμνη και τη λμπα καθαρ. Το βρδυ ταν πιο κρο απ' τι ταν συνθως τον Απρλη και φυσοσε δυνατς νεμος, που σο πγαινε και δυνμωνε, πργμα που 'δειχνε τι τη νχτα θα ξεσποσε καταιγδα. Για λγο τα ποντκια, αφο μπκε στο σπτι, σταματσανε τη φασαρα τους, αλλ μλις τονε συνθισαν ρχισαν ξαν. Χρηκε που τ' κουγε, γιατ ο σαματς τους του κρατοσε συντροφι. Θυμθηκε πως σταματοσαν μνο ταν παρουσιαζταν ο μεγλος ποντικς με τα κακβουλα μτια.
     Το φως της λμπας τανε χαμηλωμνο κι τσι το ταβνι κι η πνω μερι του δωματου τανε βυθισμνα στο σκοτδι.
Οι φλγες του τζακιο που φωτζανε το πτωμα κι ενα σπρο παν ακουμπισμνο στην κρη του τραπεζου, δνανε χαρομενη ψη στο χρο. Δεπνησε μ' ρεξη μεγλη κι ευχριστη διθεση. Μετ το φαγητ κπνισε να τσιγρο κι κατσε να μελετσει, αποφασισμνος να μην επιτρψει καμι διακοπ, γιατ θυμθηκε την υπσχεση που 'δωσε στο γιατρ και σκπευε ν' αξιοποισει το χρνο του σο καλτερα μποροσε. Για μια περπου ρα μελτησε συγκεντρωμνος κι υστρα προσοχ του ρχισε να τρχει εδ κι εκε, μακρι απ' τα βιβλα.

     Ο αγρας εχε γνει ανεμοθελλα κι ανεμοθελλα καταιγδα. Το παλι σπτι, παρ' λη τη γερ κατασκευ του, σειταν συθμελα. Ο αγρας ορλιαζε, λυσσομανοσε πως περνοσε απ τις καμινδες και τα παρξενα παλι αετματα του. Δημιουργοσε παρξενους, αλλκοτους θορβους στ' δεια δωμτια και στους διαδρμους. Ακμα κι η μεγλη καμπνα πρπει να 'νιωθε τη δναμη του, γιατ το σκοιν της σηκωντανε κι πεφτε ελαφρ, λες κι αυτ πγαινε πρα-δθε κθε λγο και λιγκι κι αυτ πεφτε στο δρινο πτωμα με να σκληρ και κοφιον χο. Ο Μλκολμ θυμθηκε τα λγια του γιατρο: «Εναι το διο σκοιν που μ' αυτ ο δμιος κρεμοσε τα θματα των αποφσεων του Δικαστ». Πγε στη γωνι του τζακιο και το πρε στο χρι να το εξετσει. Του δημιουργοσε μιαν αρρωστημνη περιργεια κι αναρωτθηκε ποια να 'τανε τα θματα και γιατ ο Δικαστς θελε να 'χει στο σπτι του να ττοιο απασιο ενθμιο.
     Κενη τη στιγμ το κονημα της καμπνας το ανασκωσε πλι, λλα τρα εχε και μιαν λλη ασθηση -το σκοιν τρεμολιαζε σα να 'χε και κτι λλο πνω του. Κοταξε ενστικτδικα ψηλ. Εδε το μεγλο ποντικ να κατεβανει προς το μρος του κοιτζοντς τονε σταθερ. 'Αφησε το σκοιν κι καμε πσω βλαστημντας. Ο ποντικς γρισε πσω και χθηκε. Μνο ττε ο Μλκολμ πρσεξε τι τα ποντκια αρχσανε και πλι τη βαβορα τους, που για λγο την εχανε σταματσει. Ττε θυμθηκε πως δεν ψαξε για τη φωλι του ποντικο, οτε κοταξε τους πνακες, πως εχε σκεφτε να κνει. 'Αναψε λοιπν την λλη λμπα και πγε κτω απ τον τρτο πνακα, στη δεξι γωνι του τζακιο, που εχε δει τον ποντικ να εξαφανζεται τη περασμνη νχτα.
Με τη πρτη ματι οπισθοχρησε τσον απτομα, που η λμπα λγο λειψε να του πσει απ το χρι και μια νεκρικ χλωμδα απλθηκε στο πρσωπο του. Τα πδια του ρχισαν να τρμουν και χοντρς σταγνες δρωτα φνηκαν στο μτωπο του. μως ταν νος κι τσι μετ απ λγες στιγμς κατρθωσε να συνρθει και να προχωρσει μπροστ. Σκωσε τη λμπα να δει τον πνακα, που τρα τανε ξεσκονισμνος και καθαρς.

     ταν ο Δικαστς ντυμνος τη κκκινη δικαστικ του τβεννο. Το πρσωπο του ταν σκληρ, ανλεο, διαβολικ με φιλδονο στμα και μτη που θμιζε ρμφος αρπαχτικο πουλιο. Τα μτια του εχαν μια περεργη λμψη τρομερς κακας. Παγωμνος διαπστωσε πως τανε τλειο αντγραφο των ματιν του ποντικο. Ξαν η λμπα παραλγο να του πσει απ τα χρια οταν εδε το μεγλο ποντικ να βγανει απ μια τρπα, που 'τανε δπλα απ μια γωνι του πνακα και πρσεξε το απτομο σταμτημα των λλων ποντικν. μως και πλι κατρθωσε να αυτοκυριαρχηθε και συνχισε να εξετζει τον πνακα.

     Ο Δικαστς καθτανε σε μια μεγλη σκαλιστ δρινη πολυθρνα με ψηλ ρχη, στη δεξι πλευρ ενς μεγλου πτρινου τζακιο, δπλα του κρεμταν να σκοιν, που η κρη του κουλουριαζτανε στο πτωμα. Με φρκη αναγνρισε το δωμτιο και κοταξε ολγυρ του τρομαγμνος, λες και περμενε κτι περεργο να στκεται δπλα του. Το βλμμα του πεσε στη δεξι γωνι του τζακιο, φησε μια δυνατ κραυγ κι η λμπα του 'φυγεν απ το χρι. Κει στο μπρτσο της πολυθρνας καθταν ο ποντικς με τα διαβολικ μτια του Δικαστ που τρα λμπανε με σατανικ λσσα. κτος απ το ουρλιαχτ της θελλας ξω. μσα στο δωμτιο δεν ακουγτανε τποτ' λλο.

     Το πσιμο της λμπας συνφερε τον Μλκολμ. Ευτυχς που 'ταν μεταλλικ κι τσι το πετρλαιο της δε χθηκε. Ο Μλκολμ τη σκωσε, ταχτοποησε κι αυτ η δουλει τονε συνφερε τελεως. ταν συμμζεψε στθηκε για λγο και σκφτηκε: «Αυτ δε μπορε να πει λλο. Πρπει να σταματσει. Γιατ αν συνεχιστε τσι θα τρελαθ. Καλ που υποσχθηκα ατ γιατρ να κψω το τσι. Φανεται πς εχε δκιο, τα νερα μου δεν εναι σε καλ κατσταση. Περεργο πς δεν το εχα προσξει νωρτερα. "Ομως απ δω και μπρος θα προσχω και θα φροντσω να συγκρατομαι». φτιαξε να ποτρι μπρντυ με νερ κι υστρα κατσε να δουλψει.

     Πρασε μια ρα περπου σπου να σηκσει το κεφλι του εξαιτας της ξαφνικς σιωπς. ξω ο νεμος ορλιαζε δυναττερα απ πριν, κι η βροχ μαστγωνε τα παρθυρα χτυπντας σαν χαλζι πνω στα τζμια. Αλλ μσα δεν ακουγτανε τποτα εκτς απ τον αγρα που σφριζε στη καμινδα κι απ μερικς σταγνες βροχς, που πφτανε μσα απ' αυτν.

     Η φωτι εχε μισοσβσει, δεν βγαζε πια φλγες εκτς απ μια κκκινη λμψη. Ο Μλκολμ φουγκστηκε κι κουσε ναν αδναμο θρυβο, που 'ρχταν απ' τη γωνι του δωματου, που κρεμτανε το σκοιν. Στν αρχ νμισε πως αυτ κουνιταν απ τον αγρα, που μετακινοσε τη καμπνα. Κοιτζοντας μως ψηλ στο αχν σκοτδι εδε τον μεγλο ποντικ να το ροκανζει. Το σκοιν τανε κιλας μισοφαγωμνο και την ρα που κοταξε κπηκε κι πεσε χτυπντας στο πτωμα.

     Το πνω μρος του με τον ποντικ γατζωμνο εκε συνχιζε να κουνιται δεξι αριστερ. Για μια στιγμ ο Μλκολμ τρμαξε, γιατ συνειδητοποησε πως η δυναττητα να εδοποισει τον κσμον ξω να 'ρθει σε πιθαν βοθεια του, αν χρειαζτανε, δεν υπρχε πια. ξαλλος ρπαξε το βιβλο που διβαζε και το τναξε πνω στον ποντικ. Εχε σημαδψει καλ, αλλ δεν τον πτυχε, και το βιβλο πεσε στο πτωμα, θυμωμνος ρμησε πνω του, αλλ ο ποντικς τινχτηκε και χθηκε στο σκοτδι του δωματου. Μλκολμ κατλαβε τι το διβασμα εχε τελεισει γι' απψε, και θλησε να σπσει τη μονοτονα κυνηγντας τον ποντικ. "Εβγαλε το πρσινο γυαλ της λμπας, για να βλπει καλτερα κι αμσως το πνω μρος του δωματου φωτστηκε μαζ μ' αυτ και ο πνακες, που πρν ταν βυθισμνοι στο σκοτδι. Απ κει που στεκταν ο φοιτητς εδε απναντι του τον τρτο πνακα, απ' τη δεξι μερι του τζακιο. Κατπληκτος στην αρχ νιωσε τον τρμο να τον κυριεει υστρα.

     Στ κντρο του πνακα υπρχε να κεν -το φντο ταν διο πως και πριν, η πολυθρνα, το τζκι, το σκοιν, αλλ φιγορα του Δικαστ εχεν εξαφανιστε και στη θση της βλεπε τρα τον δειο καμβ. Με φρκη ο Μλκολμ γρισε το κεφλι του, κοταξε κι ρχισε να τρμει. Η δναμη του τον εχε εγκαταλεψει, δε μποροσε πια να μιλσει, οτε να κουνηθε, δε μποροσε καλ-καλ να σκεφτε. Το μνο που μποροσε να κνει ταν ν' ακοει και να βλπει. Εκε στη μεγλη σκαλιστ δρινη πολυθρνα με την ψηλ ρχη καθταν ο Δικαστς φορντας την κκκινη τβεννο.

     Τα μτια του λμπανε διαβολικ και μ' να θριαμβευτικ χαμγελο σκωσε μια μαρη κουκολα. Ο Μλκολμ νιωσε το αμα να φεγει απ' τη καρδι του. ξω, ανμεσα στα ουρλιαχτ της θελλας και της καταιγδας ακοστηκε το ρολι της αγορς να χτυπ μεσνυχτα. Στους χτπους του ρολογιο το χαμγελο απλθηκε πλατι στο πρσωπο του Δικαστ και στο τελευταο χτπημα φρεσε τη μαρη κουκολα. στερα σηκθηκε αργ απ την πολυθρνα του και μζεψε το σκοιν της καμπνας, που 'τανε ριγμνο στο πτωμα. Το πασπτεψε με τα χρια του, λες και χαιρτανε την αφ του. πειτα με τη μια του κρη φτιαξε μια θηλει, την σφιξε, τη δοκμασε με το πδι του και μετ ικανοποιημνος ρχισε να προχωρε προς την αντθετη πλευρ του τραπεζιο, καρφνοντας συνχεια τα μτια του στον Μλκολμ. Τονε προσπρασε και με μια γργορη κνηση πγε και στθηκε μπροστ στη πρτα. Ο Μλκολμ κατλαβε πως τανε παγιδευμνος κι ρχισε να σκφτεται τ να κνει. Τα μτια του Δικαστ τον μαγντιζαν και δεν μποροσε να τραβξει το βλμμα του απ πνω τους. Εδε τον δικαστ να τον πλησιζει -μνοντας πντα ανμεσα σ' αυτν και στη πρτα- να φτνει κοντ του και να σηκνει τη θηλει αργ να τη περσει στο λαιμ του. Ασυνασθητα ο Μλκολμ καμε στο πλι. Ο Δικαστς μως υπνωτζοντς τονε σχεδν με τα μτια, προσπθησε για δετερη φορ να του περσει τη θηλει, αλλ και πλι ο φοιτητς με δυσκολα κατφερε να την αποφγει. Αυτ γινε αρκετς φορς χωρς ο Δικαστς ν' απογοητεεται. Αντθετα δειχνε να παζει πως η γτα με το ποντκι. Στ τλος απελπισμνος ο Μλκολμ κοταξε γρω του.

     Η λμπα φτιζε πολ καλ το δωμτιο και μσα απ τις πολλς ποντικτρυπες εδε τα μτια των ποντικν να τον παρατηρον. Ττε ηρμησε. Και ξαφνικ πρσεξε το σκοιν της καμπνας στην πρα γωνι, τανε γεμτο ποντικος, τανε σκεπασμνο δλκληρο απ δατους κι λλοι βγαιναν συνχεια απ τη μικρ στρογγυλ τρπα του ταβανιο, απ' που περνοσε το σκοιν, κι τσι απ το βρος τους καμπνα εχε αρχσει να κουνιται, να κουνιται oλο και πιο πολ, μχρι που το γλωσσδι της χτπησε στο εσωτερικ της. Ο χος δεν ταν ακμα δυνατς, γιατ η κνηση της καμπνας ταν αργ, μια κι αυτ μλις τρα εχε αρχσει να κουνιται. Στον χο της μως o δικαστς, που δεν εχε ξεκολλσει τα μτια του απ τον Μλκολμ, κοταξε προς τα πνω κι νας διαβολικς θυμς απλθηκε στο πρσωπο του.

     Τα μτια του λμπανε σαν αναμμνα κρβουνα και χτπησε το πδι στο πτωμα. Το σπτι σα να τραντχτηκε ολκερο. ξω, κπου ψηλ ακοστηκε νας κεραυνς. Το σκοιν ξανασηκθηκε καθς τα ποντκια συνχιζαν ν' ανεβοκατεβανουν, λες και δολευαν ενντια στο χρνο. Τρα μως ο Δικαστς ζγωσε το θμα του αργ, ανογοντας συγχρνως τη θηλει πως πλησαζε. Ο Μλκολμ εχε παραλσει, στεκταν ακνητος σα νεκρς. νιωσε τα παγωμνα δχτυλα του Δικαστ ν' αγγζουνε το λαιμ του καθς του περνοσε τη θηλει. Δικαστς την σφιξε κι στερα κουβλησε την ακνητη μορφ του φοιτητ ως τη δρινη πολυθρνα, τον ακομπησεν ρθιο κει κι πειτα πρε την κρη του σκοινιο της καμπνας -καθς το χρι του απλθηκε οι ποντικο τσιρζοντας χθηκαν μσα απ τη τρπα του ταβανιο- την δεσε με την κρη του σκοινιο της θηλεις, που 'σφιγγε τρα το λαιμ του Μλκολμ και μετ κατεβανοντας τρβηξε τη πολυθρνα.

     ταν καμπνα του σπιτιο ρχισε να χτυπ, αμσως μαζετηκε κσμος. Φτα και δαυλι παρουσιαστκανε και γργορα να σιωπηλ πλθος τρεξε κει. Χτυπσανε δυνατ τη πρτα λλα κανες δε τους απντησε. Ττε τη σπσανε κι ορμσανε στο μεγλο δωμτιο με το γιατρ μπροστ.

     Κει, στην κρη του σκοινιο της καμπνας, κρεμτανε το σμα του φοιτητ και στο πρσωπο του Δικαστ υπρχεν να διαβολικ χαμγελο.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers