Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Fo Dario: Μοναδικός Εξ-Αιρετικός Αγωνιστής

 

             Βιογραφικό       

    
Ο Ντάριο Φο είναι Ιταλός θεατρικός συγγραφέας, ευθυμογράφος, ηθοποιός, θεατρικός σκηνοθέτης και συνθέτης, που χρησιμοποιεί τεχνικές της κομέντια ντελ άρτε. Γεννήθηκε στο Λεγκιούνο-Σαντζιάνο, στις 24 Μάρτη 1926, στην επαρχία Βαρέζε, κοντά στην ανατολική πλευρά της λίμνης Λάγκο Ματζιόρε. Ο πατέρας του Φελίτσε ήτανε διευθυντής των ιταλικών σιδηροδρόμων κι η οικογένεια άλλαζε συχνά κατοικία λόγω των μεταθέσεων του, ήταν επίσης σοσιαλιστής κι ερασιτέχνης ηθοποιός.
     Ο Ντάριο έμαθε τη τέχνη της διήγησης από τη γιαγιά του κι από Λομβαρδούς ψαράδες και φυσητές γυαλιού. Το 1940 μετακόμισε στο Μιλάνο για να σπουδάσει αρχιτεκτονική στη Brera Art Academy, αλλά ο Β' Παγκ. Πόλ., του χάλασε τα σχέδια. Η οικογένειά του πήρε μέρος στην αντιφασιστική αντίσταση και λέγεται πως βοηθούσε τον πατέρα του να φυγαδεύει πρόσφυγες και στρατιώτες των Συμμάχων στην Ελβετία. Προς το τέλος του πολέμου, κλήθηκε στο στρατό της Δημοκρατίας του Σαλό, αλλά δραπέτευσε και κατάφερε να κρυφτεί για το υπόλοιπο του πολέμου.
     Μετά τον πόλεμο, συνέχισε τις σπουδές αρχιτεκτονικής στο Μιλάνο. Εκεί αναμίχθηκε με τα λεγόμενα μικρά θέατρα (teatri piccoli) κι άρχισε να παρουσιάζει τους αυτοσχέδιους μονολόγους του. Το 1950 άρχισε να εργάζεται στο θέατρο του Φράνκο Παρέντι και σταδιακά εγκατέλειψε την εργασία του ως βοηθός αρχιτέκτονα. Το 1951 συναντά τη Φράνκα Ράμε, γόνο θεατρικής οικογένειας, όταν δούλευανe μαζί στη παραγωγή της επιθεώρησης "Εφτά Μέρες Στο Μιλάνο". Μετά από λίγο αρραβωνιάστηκαν. Τον ίδιο χρόνο προσκλήθηκε να παρουσιάσει τη ραδιοφωνική εκπομπή Κοκορίκο στη RAI. Έκανε 18 σατιρικούς μονολόγους που μετέτρεπε βιβλικές ιστορίες σε πολιτική σάτιρα. Οι αρχές, σκανδαλισμένες, ακυρώσανε την εκπομπή. Το 1953 γράφει και σκηνοθετεί το σατιρικό έργο "Δάχτυλο Στο Μάτι" (Il Dito Nell' Occhio). Μετά από την αρχική επιτυχία, κυβέρνηση κι εκκλησία αντιδρούνε κι εν συνεχεία η θεατρική ομάδα με δυσκολία έβρισκε θέατρο που μπορούσε να παίξει. Παρολαυτά, το έργο έτυχε θερμής υποδοχής από το κοινό.

     Η Φράνκα κι ο Ντάριο παντρευτήκανε στις 24 Ιουνίου 1954. Ο Φο δούλευε στο Μικρό Θέατρο (Piccolo Teatro) στο Μιλάνο και παρόλο που η σάτιρά του υπέφερε όλο και πιο πολύ από τη λογοκρισία, συνέχιζε να παραμένει δημοφιλής. Το 1955 δουλέψανε σε κινηματογραφικές παραγωγές στη Ρώμη. Έγινε σεναριογράφος και δούλεψε σε πολλές παραγωγές, συμπεριλαμβανομένων και μερικών του Ντίνο Ντε Λαουρέντις. Ο γιος τους Τζάκοπο, γεννήθηκε στις 31 Μάρτη του ίδιου έτους. Η Ράμε δούλευε στο Τέατρο Στάμπιλε στο Μπολτσάνο. Το 1956 παίξανε μαζί στη ταινία του Κάρλο Λιτσάνι, "Ο Περίεργος" (Lo Svitato). Κι άλλες ταινίες ακολούθησαν. Το 1959 γυρίζουν στο Μιλάνο κι ιδρύουνε τη θεατρική ομάδα Φο-Ράμε. Ο Ντάριο έγραφε σενάρια, έπαιζε, σκηνοθετούσε και σχεδίαζε τα κουστούμια και τα σκηνικά. Η Φράνκα ανάλαβε τις διοικητικές δουλειές. Κάνανε πρεμιέρα στο Μικρό Θέατρο και μετά αρχίσανε, για πρώτη φορά, τις ετήσιες τουρνέ σ' ολάκερη την Ιταλία. Το 1960 κερδίζουν εθνική αναγνώριση με το "Οι Αρχάγγελοι Δε Παίζουν Φλίπερ" στο θέατρο Οντεόν του Μιλάνου. Κι άλλες επιτυχίες ακολουθούν. Το 1961 τα θεατρικά έργα του αρχίζουν να παίζονται σε Σουηδία και Πολωνία.

     Το 1962 γράφει και σκηνοθετεί την εκπομπή Καντσονίσιμα στη RAI. Χρησιμοποιεί το σόου για να περιγράψει τη ζωή των απλών ανθρώπων και γρήγορα γίνεται επιτυχία. Ένα επεισόδιο για ένα δημοσιογράφο που σκοτώθηκε από τη Μαφία ενόχλησε τους πολιτικούς κι είχε ως συνέπεια ο Φο κι η Ράμε να λάβουν απειλές κατά της ζωής τους και να μπούνε κάτω από αστυνομική προστασία. Φεύγουν από την εκπομπή όταν η RAI αρχίζει να λογοκρίνει το πρόγραμμα. Η ιταλική ένωση ηθοποιών καλεί τα μέλη της ν' αρνηθούν να τους αντικαταστήσουν. Απαγορεύεται η εμφάνισή τους στη RAI για τα επόμενα 15 χρόνια.
     Συνεχίζουν να παίζουν στο Οντεόν. Το 1962 το έργο τους για τον Χριστόφορο Κολόμβο, ενοχλεί ακροδεξιές ομάδες και προκαλεί βίαιες επιθέσεις. Το ΚΚΙ τους προμηθεύει σωματοφύλακες. Το "La Signora E Da Buttare" (1967) είχε σχόλια για τον πόλεμο του Βιετνάμ, τον Λι Χάρβι Όσβαλντ και τη δολοφονία του Κένεντι. Η κυβέρνηση των ΗΠΑ το θεώρησε ασέβεια προς τον πρόεδρο Τζόνσον κι ο Φο δε μπορούσε να βγάλει αμερικανική βίζα για πολλά χρόνια μετά.

     Έγινε διεθνώς διάσημος όταν το έργο του "Οι Αρχάγγελοι Δε Παίζουν Φλίπερ" παίχτηκε στο Ζάγκρεμπ (τότε Γιουγκοσλαβία). Το 1968 ιδρύουν τη θεατρική κολλεκτίβα Νέα Σκηνή (Associazione Nuova Scena) με κινούμενες σκηνές θεάτρου. Στο Μιλάνο μετέτρεψαν εγκαταλελειμμένο εργοστάσιο σε θέατρο. Ο Φο αφαίρεσε τα δικαιώματα που απαιτούνταν για να παιχτούν τα έργα του στη Τσεχοσλοβακία μετά τη συντριβή της 'Ανοιξης της Πράγας από δυνάμεις του συμφώνου της Βαρσοβίας, σα διαμαρτυρία κι αρνήθηκε να δεχτεί τη λογοκρισία που απαιτούσαν οι σοβιετικοί λογοκριτές. Οι παραγωγές έργων του στο Ανατολικό Μπλοκ σταμάτησαν.
     Το 1969 παρουσίασε για πρώτη φορά το "Μίστερο Μπούφο", ένα θεατρικό έργο μονολόγων βασισμένο στη μίξη μεσαιωνικών έργων και τοπικών προβλημάτων. Είχε επιτυχία κι έκανε 5.000 παραστάσεις ακόμα και σε γήπεδα. Αυτό το έργο επηρέασε πολλούς νέους ηθοποιούς και συγγραφείς: μπορεί να θεωρηθεί σαν ιδρυτική στιγμή αυτού που οι Ιταλοί αποκαλούν αφηγηματικό θέατρο (teatro di narrazione), είδος θεάτρου που δεν υπάρχουν ηθοποιοί να παίζουνε δραματικό ρόλο, θέατρο παρόμοιο με λαϊκό παραμύθι. Οι πιο διάσημοι Ιταλοί παραμυθάδες είναι οι Μάρκο Παολίνι, Λάουρα Κουρίνο, Ασάνιο Σελεστίνι, Ντάβιντε Ένια κι Αντρέα Κοζεντίνο.

     Το 1970 ο Φο κι η Ράμε άφησαν τη Νέα Σκηνή λόγω πολιτικών διαφορών. Ξεκινήσανε τη τρίτη τους θεατρική ομάδα Collettivo Teatrale La ComuneΠαρήγαγαν έργα βασισμένα στον αυτοσχεδιασμό για τα σύγχρονα προβλήματα με πολλές αναθεωρήσεις. Ο "Τυχαίος Θάνατος Ενός Αναρχικού" (1970) ασκούσε κριτική στη κατάχρηση εξουσίας του συστήματος δικαιοσύνης. Ο Φο το 'γραψε μετά από μια τρομοκρατική επίθεση από ακροδεξιούς στην Εθνική Αγροτική Τράπεζα (Banca Nazionale dell' Agricultura) στο Μιλάνο.
     Το "Φενταγίν" ήτανε θεατρικό για την ασταθή κατάσταση στα παλαιστινιακά εδάφη κι οι ηθοποιοί αποτελούνταν από πραγματικά στελέχη της PLO (1971). Από το 1971 ως το 1985, η θεατρική ομάδα δώρισε μέρος των εισπράξεών της για την υποστήριξη απεργιών των ιταλικών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Το 1973 η ομάδα μετακομίζει στο Σινεμά Ροσίνι στο Μιλάνο. Όταν άσκησε κριτική στην αστυνομία σ' ένα από τα έργα του, ακολούθησαν αστυνομικές επιδρομές κι η λογοκρισία εντάθηκε. Στις 8 Μάρτη, μια νεοφασιστική ομάδα απήγαγε τη Φράνκα, βασανίζοντας και βιάζοντάς την. Η Ράμε επέστρεψε στη σκηνή μετά 2 μήνες με νέους αντιφασιστικούς μονολόγους.
     Αργότερα τον ίδιο χρόνο, η ομάδα κατέλαβεν εγκαταλελειμμένο εμπορικό κτίριο στο κέντρο του Μιλάνου και το ονόμασε Παλατάκι Ελευθερία (Palazzina Liberty). Ανοίξανε το Σεπτέμβρη με το "Λαϊκός Πόλεμος Στη Χιλή" (Guerra Di Popolo In Cile), ένα έργο για μιαν εξέγερση ενάντια στη χιλιανή στρατοκρατική κυβέρνηση. Γράφτηκε μετά το θάνατο του Σαλβαντόρ Αλιέντε. Ο Φο συνελήφθη όταν προσπάθησε ν' αποτρέψει την αστυνομία να σταματήσει τη παράσταση.
     Το έργο του "Δε πληρώνω! Δε πληρώνω!" (1974) ήτανε φάρσα για το κίνημα αυτοδιαχείρισης όπου γυναίκες κι άντρες έπαιρναν ό,τι θέλαν από την αγορά πληρώνοντας μόνον ό,τι μπορούσανε. Το 1975 έγραψε το "Fanfani Rapito" για υποστήριξη ενός δημοψηφίσματος υπέρ νομιμοποίησης της έκτρωσης. Τον ίδιο χρόνο αυτός κι η Ράμε επισκέφτηκανε τη Κίνα. Το 1975 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ πρώτη φορά.

     Το 1976 ο νέος διευθυντής της RAI τονε προσκαλεί να κάνει ένα καινούριο πρόγραμμα, Το Θέατρο Του Ντάριο (Il Teatro Di Dario). Εντούτοις, όταν η  έκδοση του "Μπούφο" παρουσιάζεται στη τηλεόραση το 1977, το Βατικανό το θεωρεί βλάσφημο κι οι Ιταλοί ακροδεξιοί άρχισαν να γκρινιάζουν ξανά. Παρολαυτά, η Ράμε, έλαβε το βραβείο IDI σαν η καλύτερη τηλεοπτική ηθοποιός. Το 1978 ο Φο κάνει τη έκδοση του "Μπούφο". Ξαναγράφει-σκηνοθετεί την "Ιστορία Ενός Στρατιώτη" (La Storia Di Un Soldato), βασισμένο σε μιαν όπερα του Στραβίνσκι. Αργότερα διασκευάζει επίσης, όπερες του Ροσίνι. Γράφει κι ένα έργο για το θάνατο του 'Αλντο Μόρο, που ποτέ δε παίχτηκε δημόσια.
     Το 1980 ο Φο κι η οικογένεια του βρίσκουν νέο καταφύγιο, το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Αλκατράζ (Libera Universita di Alcatraz), στους λόφους κοντά στο Γκούμπιο και τη Περούτζια. Αγοράσανε τη κοιλάδα κομμάτι-κομμάτι. Το καταφύγιο, επί του παρόντος, διαχειρίζεται ο Τζάκοπο Φο.

     Το 1981 το America Repertory Theater του Κέιμπριτζ τονε προσκάλεσε να πάρει μέρος στο Φεστιβάλ Ιταλικού Θεάτρου στη Νέα Υόρκη. Το υπουργείο εξωτερικών των ΗΠΑ αρχικά αρνήθηκε να του παραχωρήσει βίζα αλλ' αργότερα, το 1984, συμφώνησε να του δώσει για 6 μέρες μετά από διαμαρτυρίες Αμερικανών συγγραφέων. Το 1985 τους παραχωρήθηκε ακόμη μια κι έπαιξαν στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ, στο θέατρο του πανεπιστημίου του Νιού Χέιβεν, στο Κέντρο του Κένεντι στην Ουάσινγκτον, στο Θέατρο των Εθνών στη Βαλτιμόρη και στο θέατρο Τζόυς της Νέας Υόρκης. Το 1989 έγραψε "Γράμμα Από Τη Κίνα" (Lettera Dalla Cina) σε διαμαρτυρία για τη σφαγή στη πλατεία Τιενανμέν. Τον ίδιο χρόνο ήταν ο πρώτος Ιταλός που σκηνοθέτησε στη Κομεντί Φρανσέζ (Comedie Francaise).
    
Το 1981 πήρε Βραβείο Σόννινγκ απ' το Πανεπιστήμιο Κοπεγχάγης, το 1985 το Βραβείο Premio Eduardo, το 1986 το Βραβείο Όμπι στη Νέα Υόρκη και το 1987 το Βραβείο Agro Dolce. Στις 9 Οκτώβρη 1997 τού απενεμήθη το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Στις 17 Ιουλίου 1995, έπαθεν εγκεφαλικό επεισόδιο, έχασε σχεδόν όλη την όρασή του. Ανένηψε σ' ένα χρόνο. Η Ράμε τον αντικατέστησε στις παραγωγές για κάμποσο διάστημα.
     Στα έργα του έχει ασκήσει κριτική, μεταξύ των άλλων, στη πολιτική της Καθολικής Εκκλησίας για τις αμβλώσεις, τις πολιτικές δολοφονίες, το οργανωμένο έγκλημα, τη πολιτική διαφθορά και το Μεσανατολικό. Τα έργα του συχνά βασίζονται στον αυτοσχεδιασμό στο ύφος της commedia dell' arte. Έχουνε μεταφραστεί σε 30 γλώσσες.
Το 2006 έκανε μιαν αποτυχημένη προσπάθεια να εκλεγεί δήμαρχος Μιλάνου, η πιο σημαντική, οικονομικά πόλη της Ιταλίας. Πήρε πάνω από 20%, υποστηριζόμενος από τη Κομμουνιστική Επανίδρυση.

                                

------------------------------------------------------------------

                        

                            Δε Πληρώνω! Δε Πληρώνω!

ΠΡΟΣΩΠΑ

Λουΐτζι
Τζοβάνι
Αντόνια
Μαργαρίτα
Αστυνόμος
Καραμπινιέρος
Νεκροθάφτης
Γέρος
2 Χωροφύλακες

                                    Α' ΠΡΑΞΗ


σκηνή: Ένα συνηθισμένο εργατικό σπίτι. Ένα τραπέζι στο κέντρο και στις πλευρές ένα κρεβάτι και μια ντουλάπα. Επίσης ένας μπουφές, ένα ψυγείο, μία κουζίνα γκαζιού και σε μικρή απόσταση δύο μποτίλιες οξυγόνου. Μπαίνει μια γυναίκα (Αντόνια) ακολουθούμενη από μιαν άλλη πιο νέα (Μαργαρίτα), φορτωμένες με ψώνια που τ' αφήνουν πάνω στο τραπέζι.

ΑΝΤ. Στάθηκα τυχερή που σε συνάντησα. Διαφορετικά δεν ξέρω πώς θα τα κουβαλούσα όλα αυτά.
MAP. Μπορώ να μάθω πού βρήκες χρήματα για ν' αγοράσεις όλ αυτά τα πράγματα;
ΑΝΤ. Στο 'πα πως δεν τ' αγόρασα. Τα κέρδισα με κουπόνια του Tχχχ. Έπειτα βρήκα μέσα σ' ένα τέτοιο κουτί ένα χρυσό νόμισμα.
MAP. Αυτά πήγαινε να τα πεις σε καμιά άλλη... χρυσό νόμισμα...
ΑΝΤ. Γιατί, δεν το πιστεύεις;
MAP. Ε... όχι.
ΑΝΤ. Τότε να σου διηγηθώ κάτι άλλο. Ε... πού πας;
MAP. (πάει να φύγει). Γεια σου.
ΑΝΤ. Στάσου, στάσου. Περίμενε. Θα σου πω την αλήθεια, αλλά πρώτα κλείσε τη πόρτα.
MAP. (κλείνει τη πόρτα. κάθεται). Εμπρός, λέγε.
ΑΝΤ. Λοιπόν, πήγα σούπερ-μάρκετ κι εκεί ήταν ένα τσούρμο γυναίκες και δυο-τρεις άντρες που κάνανε μεγάλη φασαρία για τις τιμές που αυξήθηκαν μέχρις αηδίας.
MAP. Σωστά το 'πες. Μέχρις αηδίας.
ΑΝΤ. (κοιτά τα ψώνια που με το ζόρι χωρούσαν μες στο ντουλάπι). Τα ζυμαρικά κι η ζάχαρη, δε λέγεται. Για να μη μιλήσουμε για το κρέας και τα συσκευασμένα είδη. Κι ο διευθυντής προσπαθούσε να μας καλμάρει. «Μα γω δε μπορώ να κάνω τίποτα» έλεγε, «τις τιμές τις βάζει η διεύθυνση, αυτή αποφάσισε τις αυξήσεις». «Αποφάσισε; Με ποιανού άδεια»; «Με κανενός άδεια. Είναι νόμιμο. Υπάρχει ελεύθερο εμπόριο. Ελεύθερος ανταγωνισμός». Ελεύθερος ανταγωνισμός εναντίον ποιου; Εναντίον μας; Και μεις πάντα πρέπει ν' απειλούμαστε, τα λεφτά ή τη ζωή σας; «Είστε ληστές» τους φώναζα γω. Και μετά κρύφτηκα.
MAP. Μπράβο. Σωστά έκανες.
ΑΝΤ. Μετά, μια γυναίκα είπε: «Φτάνει, μέχρις εδώ. Αυτή τη φορά τις τιμές θα τις καθορίσουμε εμείς... Θα πληρώσουμε αυτό που πληρώναμε πέρσι. Κι αν κάνετε τους δύσκολους τα παίρνουμε και φεύγουμε χωρίς να πληρώσουμε τίποτα. Καταλάβατε;» Έπρεπε να 'βλεπες το διευθυντή. «Είστε τρελές. Θα καλέσω την αστυνομία». Φεύγει προς το ταμείο σαν αστραπή για να τηλεφωνήσει, μα το τηλέφωνο δε λειτουργεί. Κάποιος έκοψε το καλώδιο. «Συγγνώμη, αφήστε με να πάω στο γραφείο μου. Συγγνώμη». Αλλά δε μπορούσε να περάσει. Όλες οι γυναίκες από γύρω του. Μας σπρώχνει. Και τότε μια γυναίκα κάνει πως τρώει τάχα μια κλωτσιά, πέφτει κάτω και κάνει τη λιπόθυμη.
MAP. (γελώντας). Α...α... τι ωραία!
ΑΝΤ. «Δειλέ», φωνάζει μια νταρντανογυναίκα. «Τα 'βαλες με μια φτωχή γυναίκα που ίσως είναι κι έγκυος. Αν χάσει το παιδί να δεις τι έχεις να πάθεις. Θα σε κλείσουμε φυλακή. Δολοφόνε». Και μετά όλες μαζί. «Παιδοκτόνε».
MAP. (γελώντας). Αχ... πόσο λυπάμαι που δεν ήμουνα κι εγώ εκεί!
ΑΝΤ. Κρίμα, ήτανε σωστό πανηγύρι.
MAP. Και πώς τέλειωσε;
ΑΝΤ. Πληρώσαμε αυτό που αποφασίσαμε. Πρέπει να σου πω πως κάποια το παράκανε λιγάκι. Θέλησε, για τα πράγματα που πήρε, να της κάνει πίστωση, χωρίς να δώσει καν όνομα, «Δε θα σας πω που μένω», έλεγε, «γιατί μετά, κύριε διευθυντά, είστε ικανός να με καταγγείλετε, σας ξέρω εγώ. Πρέπει να μου 'χετε εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη είναι ψυχή του εμπορίου. Αυτό δε λέτε πάντα; Λοιπόν στο επανιδείν και καλή εμπιστοσύνη».
MAP. Χα... χα... χα.
ΑΝΤ. «Έρχεται η αστυνομία», άρχισε να φωνάζει κάποια, αλλά ήταν παραμύθι. Τότε όλες μαζί το βάλαμε στα πόδια. 'Αλλη άφηνε κάτω τα ψώνια κι άλλες ξεσπούσανε σε κλάματα. «Ησυχία, ησυχία», άρχισαν να φωνάζουν κάτι εργάτες που βρέθηκαν εκεί. «Γιατί τα κάνετε πάνω σας, γιατί σας πιάνει τέτοιος φόβος για την αστυνομία; Για το Θεό! Είναι δικαίωμα σας να πληρώσετε μόνο αυτό που πρέπει». Τότε αρχίσαμε να φωνάζουμε όλες μαζί: «Δε πληρώνουμε, δε πληρώνουμε». Κι αυτό μετρά για τα λεφτά που μας κλέψανε τόσα χρόνια που ψωνίζουμε δω. Και δόστου και φεύγαν οι γυναίκες φορτωμένες με πράγματα. Και τότε το ξανασκέφτηκα. Έκανα όλα τα ψώνια από την αρχή. «Δε πληρώνουμε, δε πληρώνουμε», φώναξα κι όλες οι άλλες φώναζαν μαζί.
MAP. Αχ τι ωραία. Να πάρει η ευχή, κρίμα να μην είμαι κι εγώ εκεί.
ΑΝΤ. Στο μεταξύ νάσου κι η αστυνομία. Όμως αυτή τη φορά καμιά μας δε το 'βαλε στα πόδια. Τρέμαμε, μα δε φαινότανε το παραμικρό. Τόσο, που βλέποντάς μας έτσι αποφασιστικές να βγαίνουμε έξω φορτωμένες με τα ψώνια και μ' όλη τη φασαρία που γινόταν, δε καταλαβαίνανε τίποτα. «'Αντε, γρήγορα πάτε μέσα να συλλάβετε τους κλέφτες». Και δρόμο, φεύγαμε με τους εργάτες που κάναν αλυσίδα για να φτάσουμε άνετα στο τραμ.
MAP. Τι ωραία...
ΑΝΤ. Ε, ναι. Ήτανε σα γιορτή, όχι τόσο γιατί δε πληρώσαμε τα πράματα, αλλά γιατί πρώτη φορά κάναμε όλες μαζί κάτι σωστό και με κουράγιο ενάντια στ' αφεντικά.
MAP. Καλά όλ' αυτά, αλλά τώρα τί θα πεις στον άντρα σου; Δε φαντάζομαι να του πασάρεις το παραμύθι με τα κουπόνια.
ΑΝΤ. Γιατί, λες να μη το χάψει;
MAP. Εγώ λέω όχι.
ΑΝΤ. Καλά λες. Ίσως είναι πολύ χοντρό. Το κακό είναι πως έτσι όπως είναι νομοταγής, θα μου κάνει καμιά σκηνή. Είναι και το άλλο. Σήμερα ξόδεψα και τα λίγα χρήματα που μείνανε και δεν έχω ούτε δραχμή να πληρώσω το γκάζι και το ηλεκτρικό. Για το νοίκι δε με νοιάζει, γιατί έτσι κι αλλιώς δε το πληρώνω εδώ και τέσσερις μήνες.
MAP. Κι εγώ δεν έχω φράγκο για το νοίκι, έχω να το πληρώσω εδώ και πέντε μήνες. Κι ούτε μπόρεσα να κάνω τα ψώνια που 'κανες εσύ.
ΑΝΤ. Λοιπόν για ν' αρχίσουμε. Πρέπει να εξαφανίσουμε τα πάντα. Κάνε μου τη χάρη να πάρεις μαζί σου λίγα από τα ψώνια.
MAP. Όχι, όχι, ευχαριστώ, δε μου χρειάζονται. 'Ασε που δεν έχω λεφτά να σε πληρώσω.
ΑΝΤ. Έλα, άστα λόγια, είναι τζάμπα εμπόρευμα. Σήμερα γίνεται πίστωση. Μπρος πάρτα από δω.
MAP. Και μετά τί θα πω στον άντρα μου; «Ξέρεις, είναι πράγματα μισοκλεμένα;» Θα με σκοτώσει. Όχι, όχι.
ΑΝΤ. Ο δικός μου πάντως δε θα με σκοτώσει. Θα με πρήξει όμως. «Καλύτερα να πεθάνω από τη πείνα, παρά να πάω ενάντια στο νόμο. Εγώ πάντα πλήρωνα μέχρι
τελευταίας δεκάρας. Φτωχός, αλλά τίμιος. Εγώ θέλω να περπατώ με το κεφάλι ψηλά μες στη κοινωνία
». Μα τί έχω πάρει; Τί κουτιά είναι αυτά; (διαβάζοντας) Κρέας κομπόστα για σκυλιά και γάτους. Για κοίτα. (της δείχνει τα κουτιά).
MAP. Καλά, αυτά γιατί τα πήρες;
ΑΝΤ. Δε ξέρω. Φαίνεται πως μες στη σύγχυση άρπαζα ό,τι τύχαινε. Κοίτα αυτό. (δείχνει μια σακούλα). Διαλεχτό καναβούρι για πουλιά.
MAP. Καναβούρι για πουλιά;
ΑΝΤ. (παίρνει άλλο κουτί). Ευτυχώς που όλα είναι πράγματα που δε τα πλήρωσα. Διαφορετικά, θα 'τρωγα... ένα... κεφάλι κουνελιού.
MAP. Μα τι λες; Κεφάλι κουνελιού;
ΑΝΤ. Ε, έτσι γράφει εδώ... δέκα κεφάλια για να πλουτίσετε το γεύμα των κοτόπουλων σας. Δέκα κεφάλια διακόσες λιρέτες...
MAP. Χα, χα. Μα αυτά είναι πράγματα από τον άλλο κόσμο. Κι ήθελες να πάρω μαζί μου αυτές τις βρωμιές;
ΑΝΤ. Α, όχι. Τα κουνελίσια κεφάλια τα εκτιμώ πάρα πολύ. Εσύ θα πάρεις μαζί σου μόνο τα χρήσιμα πράγματα, λάδι, ζυμαρικά... Μπρος, κουνήσου. Έτσι κι αλλιώς ο άντρας σου κάνει νυχτερινή βάρδια κι έχεις όλο τον καιρό να τα κρύψεις.
MAP. Ναι, να τα κρύψω. Κι αν μετά η αστυνομία κάνει έρευνα από σπίτι σε σπίτι;
ΑΝΤ. Να μη λες βλακείες... η αστυνομία... Όλη η περιοχή ήτανε σήμερα στο σούπερ-μάρκετ κι εδώ θα 'ναι περίπου 100.000 οικογένειες... Εσύ φαντάζεσαι να κάνει η αστυνομία έρευνα ένα προς ένα στα σπίτια; Και πότε θα τελειώσει; Το Πάσχα; (κρυφοκοιτά από το παράθυρο). Στο διάβολο, ο άντρας μου. Ανεβαίνει. Είναι ήδη κει κάτω. Δρόμο... Πάρε αυτά τα πράγματα. Βάλτα κάτω από το παλτό σου και φύγε. Βοήθα με να βάλω τα δικά μου κάτω από το κρεβάτι. Όχι, μη με βοηθάς. Θα τα κάνω μόνη μου. Βιάσου να κρύψεις τα δικά σου. (η Μαργαρίτα τακτοποιεί γρήγορα τις διάφορες σακούλες στη ποδιά της και τα σκεπάζει με το παλτό, ενώ η Αντονία κρύβει όλες τις σακούλες που 'τανε στο ντουλάπι και στο τραπέζι, κάτω από το κρεβάτι. αφήνει έξω μόνο τις τροφές για τα ζώα). Φύγε, φύγε. (μπαίνει μέσα ο Τζοβάνι και διασταυρώνεται με τη Μαργαρίτα).
MAP. Καλημέρα Τζοβάνι.
ΤΖΟ. Ω, καλημέρα Μαργαρίτα. Πώς πας;
MAP. Καλά, ευχαριστώ... Γεια σου Αντονία, θα σε ξαναδώ σύντομα.
ΑΝΤ. Ναι, θα ιδωθούμε. Χαιρετισμούς στον άντρα σου. (ο Τζοβάνι στέκεται αμήχανος και κοιτά τη Μαργαρίτα που φεύγει φουσκωμένη. η Αντονία παίρνει τη σακούλα με τις ζωοτροφές και τη βάζει στο ντουλάπι). Λοιπόν, Τζοβάνι, τί κοιτάς σα βλάκας; Πού γύριζες; (ετοιμάζει το τραπέζι για δείπνο. Πλαστικό τραπεζομάντηλο, πιάτα κλπ.).
ΤΖΟ. Μα... τί έχει η Μαργαρίτα;
ΑΝΤ. Γιατί, τί έχει;
ΤΖΟ. Μα... είναι χοντρή κει μπροστά... μια κοιλάρα...
ΑΝΤ. Ε, και; Πρώτη φορά βλέπεις μια παντρεμένη με κοιλάρα;
ΤΖΟ. Θες να πεις πως είναι έγκυος;
ΑΝΤ. Είναι το λιγότερο που μπορεί να συμβεί σε μια παντρεμένη.
ΤΖΟ. Καλά, και πόσων μηνών είναι; Τη περασμένη Κυριακή την είδα και δε μου φάνηκε...
ΑΝΤ. Και πότε συ κατάλαβες κάτι από γυναίκες; Εκτός βέβαια πως από τη περασμένη Κυριακή πέρασε μια βδομάδα.
ΤΖΟ. 'Ακου, μπορεί να 'μαι βλάκας, αλλά όχι μέχρις αυτό το σημείο. Κι ύστερα με το Λουίτζι, τον άντρα της, δουλεύουμε στο ίδιο πόστο και μου τα λέει σχεδόν όλα γι' αυτόν και τη γυναίκα του.
ΑΝΤ. Υπάρχουν πράγματα που δε λέγονται.
ΤΖΟ. Γιατί δε λέγονται; Μα είσαι χαζή; Τονε πειράζει να πει πως η γυναίκα του είναι έγκυος; Είναι ντροπή να 'χεις ένα παιδί;
ΑΝΤ. Ε, τότε φαίνεται πως δεν το ξέρει ακόμα. Και αν δεν το ξέρει ο ίδιος πώς να σου το πει;
ΤΖΟ. Πώς... δεν το ξέρει;
ΑΝΤ. Ε, φαίνεται πως αυτή δε θέλησε να του το πει.
ΤΖΟ. Τί δε θέλησε να του το πει;
ΑΝΤ. Ε, να, ο Λουίτζι επέμενε πάντα πως είναι ακόμα νωρίς κι ότι δεν είναι καιρός με τη κρίση που υπάρχει. Πρώτα πρέπει να τακτοποιηθούνε κι ότι αν έμενε έγκυος, η εταιρεία που δουλεύει θα την απέλυε. 'Αλλωστε την ανάγκαζε να παίρνει το χάπι.
ΤΖΟ. Καλά, αν αυτός την ανάγκαζε να παίρνει το χάπι, πώς έμεινε έγκυος;
ΑΝΤ. Φαίνεται πως δεν επέδρασε. Ξέρεις, καμιά φορά, συμβαίνει κι αυτό.
ΤΖΟ. Ε, κι αν συμβαίνει, τότε γιατί τό 'κρύψε απ' τον άντρα της; Τί φταίει αυτή;
ΑΝΤ. Ίσως το χάπι δεν επέδρασε γιατί δεν τό 'παίρνε. Κι αν κάποια δεν το παίρνει, το χάπι μετά δεν κάνει τίποτα.
ΤΖΟ. Μα τί λες;
ΑΝΤ. Ε, να ξέρεις, αυτή είναι θεοσεβούμενη κι ο Πάπας είπε: το χάπι είναι αμαρτία.
ΤΖΟ. Δε μου λες, τρελάθηκες; Τί έχεις μέσα στο κεφάλι σου; Το χάπι που δε κάνει τίποτα γιατί δεν το παίρνει ο Πάπας, αυτή μια κοιλάρα εννιά μηνών κι ο σύζυγος που δε πήρε χαμπάρι.
ΑΝΤ. Φασκιωνόταν.
ΤΖΟ. Φασκιωνόταν;
ΑΝΤ. Ναι. Δενόταν σφιχτά σφιχτά με κορσέ για να μη χτυπά στο μάτι, τόσο που σήμερα το πρωί της το 'πα: "Μα είσαι τρελή; Θες να χάσεις το παιδί; Στο τέλος θα το πνίξεις. Ξεφασκιώσου αμέσως και γράφτους αν σ' απολύσουνε. Το παιδί είναι πιο σημαντικό". Έκανα καλά;
ΤΖΟ. Και βέβαια έκανες καλά. Ναι, καλά έκανες.
ΑΝΤ. Μου αξίζει μπράβο;
ΤΖΟ. Ναι, ναι, μπράβο.
ΑΝΤ. Κι έτσι η Μαργαρίτα αποφάσισε να ξεφασκιωθεί και μπλαφ αμέσως η κοιλιά... Και της είπα ακόμα: "Κι αν ο άντρας σου, σου δημιουργήσει πρόβλημα, πες του να 'ρθει στο σπίτι μου, που ο άντρας μου θα του πει δυο λογάκια όπως πρέπει". Καλά έκανα;
ΤΖΟ. Σίγουρα, έκανες καλά.
ΑΝΤ. Αξίζω μπράβο;
ΤΖΟ. Ναι, ναι.
ΑΝΤ. Λες ναι, ναι... Σου φαίνεται τρόπος αυτός ν' απαντάς... Μα, πες μου, τα 'χεις μαζί μου; Εμπρός λοιπόν, τί έκανα και μου φέρεσαι έτσι;
ΤΖΟ. Μα όχι δεν τα 'χω με σένα. Τα 'χω με κείνο που συνέβη σήμερα στο εργοστάσιο.
ΑΝΤ. Γιατί, τί έγινε;
ΤΖΟ. Το μεσημέρι πήγαμε να φάμε στο εστιατόριο και τέσσερις-πέντε εξαγριωμένοι άρχισαν να φωνάζουνε για το φαγητό, πως ήταν μια αηδία, σκάρτο και τέτοια.
ΑΝΤ. Ενώ, αντίθετα, ήτανε καλό; Γεύμα εξαιρετικό κι άφθονο, ε;
ΤΖΟ. Όχι, όχι. Ήτανε πράγματι αηδία, αλλά δε χρειάζονταν να μαζευτούν όλοι και να κάνουν αυτή τη φασαρία.
ΑΝΤ. Όλοι μαζί; Καλά, είπες πως ήταν τέσσερις-πέντε. Πόσοι ήτανε τελικά;
ΤΖΟ. Στην αρχή, ναι. Αλλά μετά φάγανε και βγήκαν όλοι χωρίς να πληρώσουν.
ΑΝΤ. Κι αυτοί;
ΤΖΟ. Τί κι αυτοί;
ΑΝΤ. Να, λέω, όχι μόνον οι τέσσερις-πέντε, αλλά κι οι άλλοι.
ΤΖΟ. Ναι, ακόμα κι η επιτροπή του εργοστασίου, που τουλάχιστον αυτοί θα 'πρεπε να δώσουνε το καλό παράδειγμα κι όχι να συμμαχήσουν με τους εξτρεμιστές.
ΑΝΤ. Ε, βέβαια.
ΤΖΟ. Μα δε σου τέλειωσα. Βγαίνοντας να πάρω το τραμ, περνώ μπροστά από το σούπερ-μάρκετ της περιοχής και βλέπω ένα τσούρμο γυναίκες να βγαίνουν όλες φορτωμένες πράματα. Ρωτώ και μου απαντούν ότι τα πλήρωσαν όσο αυτές είχαν αποφασίσει. Κατάλαβες τώρα;
ΑΝΤ. Κοίτα πράματα...
ΤΖΟ. Όχι μόνο δεν αφήσανε τίποτα στα ράφια, αλλά οι περισσότερες φύγανε χωρίς να πληρώσουνε.
ΑΝΤ. Κι αυτοί;
ΤΖΟ. Τί κι αυτοί;
ΑΝΤ. Ε, να, λέω, όπως οι εξοργισμένοι από το εργοστάσιο που δε πλήρωσανε στο εστιατόριο;
ΤΖΟ. Ε, ναι κι αυτοί. Κακοποίησαν μάλιστα και τον διευθυντή.
ΑΝΤ. Ποιόν διευθυντή, του σούπερ-μάρκετ ή του εστιατορίου;
ΤΖΟ. Και τους δυο.
ΑΝΤ. Δες πράματα... Μόνο που τ' ακούω συγχύζομαι.
ΤΖΟ. Το πιστεύω. Αυτοί οι λούμπεν του διαβόλου οι οργισμένοι προβοκάτορες. Παίζουνε το παιχνίδι των αφεντικών κι αυτοί μετά διαδίδουν ότι οι εργάτες κλέβουνε κι ότι είμαστε τα κατακάθια της κοινωνίας.
ΑΝΤ. Μα τί λες για τους εργάτες; Στο σούπερ-μάρκετ ήτανε γυναίκες. Έτσι δεν είναι;
ΤΖΟ. Ναι, μα είναι άντρες που μετά στο σπίτι κάνουνε πως δε καταλαβαίνουνε και μπορεί να λένε κι από πάνω: Μπράβο, καλά έκανες... αντί να τις σπάσουνε στο κεφάλι ένα-ένα τα κουτιά με τις σακούλες. Αν η γυναίκα μου έκανε κάτι τέτοιο, θα την έβαζα να φάει ακόμα και το κουτί της κονσέρβας μαζί με το το κλειδί που την ανοίγουν. Και μη σου περνά από το μυαλό να κάνεις κάτι τέτοιο, γιατί αν μάθω πως άρπαξες στο σούπερ-μάρκετ ή ότι τόλμησες να πληρώσεις πιο λίγα, έστω ένα κουτάκι αντσούγιες, εγώ... εγώ...
ΑΝΤ. Εσύ θα με βάλεις να φάω και το κλειδί. Το ξέρω.
ΤΖΟ. Όχι, κάτι χειρότερο. Θα φύγω απ' αυτό το σπίτι... Θα πάρω τα μπογαλάκια μου και δε θα με ξαναδείς πια. Μάλλον, πρώτα θα σε σπάσω στο ξύλο και μετά θα ζητήσω διαζύγιο.
ΑΝΤ. 'Ακου, αν βλέπεις έτσι μερικά πράγματα, μπορείς να πηγαίνεις τώρα αμέσως και χωρίς διαζύγιο. Πώς όμως μπόρεσες ακόμα και να το σκεφτείς; Κοίτα, προτιμώ να σ' αφήσω να πεθάνεις της πείνας, παρά να φέρω στο σπίτι πράματα που δε πληρωθήκανε στις νόμιμες τιμές.
ΤΖΟ. Μάλιστα κι εγώ το προτιμώ. Αλήθεια, μια και μιλάμε για φαΐ, τί υπάρχει για βραδινό; Γιατί μ' αυτή τη φασαρία στο εστιατόριο δεν έφαγα κιόλας. Λοιπόν τί έχει;
ΑΝΤ. Αυτό! (ακουμπά με φούρια πάνω στο τραπέζι δυο κουτιά με κρέας για σκυλιά).
ΤΖΟ. Τί είναι αυτά;
ΑΝΤ. Δε ξέρεις να διαβάζεις; Είναι ανάμικτο κρέας για σκυλιά και γάτους.
ΤΖΟ. Τί;
ΑΝΤ. Είναι πάρα πολύ καλό.
ΤΖΟ. Θα 'ναι περίφημο για τα σκυλιά.
ΑΝΤ. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Ε κι έπειτα είναι φτηνό, θρεπτικό, όλο πρωτεΐνες, εξαίρετο. Κοίτα, το γράφει κιόλας.
ΤΖΟ. Κοροϊδεύεις.
ΑΝΤ. Ποιός κοροϊδεύει; Πήγες ποτέ σου να ψωνίσεις; Ξέρεις σε τί τιμές έφτασαν το λάδι, οι ντομάτες, το κρέας; Όλα κοστίζουνε διπλάσια και δε τα βρίσκεις. Τα κρύψανε για να κάνουν μαύρη αγορά. Είμαστε χειρότερα κι απ' τον πόλεμο.
ΤΖΟ. Έλα, ας μην υπερβάλλουμε... από τον πόλεμο. Όπως και να 'ναι, δεν είμαι ακόμα σκυλί... και το αρνούμαι... Αρνούμαι να...
ΑΝΤ. Αρνήσου όσο θες... γιατί μπορεί να μην είσαι ακόμα σκυλί... μάλλον σίγουρα δεν είσαι αλλά τ' αφεντικά δε το σκέφτονται έτσι. Γι' αυτά είμαστε χειρότεροι από σκυλιά.
ΤΖΟ. Ναι, ναι, σύμφωνοι, πάρε όμως από δω αυτή τη βρωμιά. Να τη φας εσύ, αν σου αρέσει. Εγώ θα πιω ένα φλυτζάνι γάλα... Μου φτάνει.
ΑΝΤ. Λυπάμαι, αλλά γάλα δεν υπάρχει.
ΤΖΟ. Πώς δεν υπάρχει;
ΑΝΤ. Α, δεν το ξέρεις; Σήμερα το πρωί ήρθε ο γαλατάς κι αμέσως διαδόθηκε ότι το αυξήσανε γι' ακόμα μια φορά. Τότε, μερικοί προβοκάτορες πηδήξανε πάνω στο καμιόνι κι άρχισαν να μοιράζουνε γάλα σ' όλες τις γυναίκες εκατό λιρέτες το μπουκάλι. Μήπως είχες την απαίτηση να τ' αγοράσω σε κείνη τη τιμή. Μισοκλεμμένο γάλα. Συ θα το 'κανες; Και μετά... θα το 'πίνες;
ΤΖΟ. Σίγουρα όχι.
ΑΝΤ. Μπράβο και τώρα μη πίνεις.
ΤΖΟ. Δεν υπάρχει τίποτ' άλλο;
ΑΝΤ. Μπορώ να σου κάνω σουπίτσα.
ΤΖΟ. Από τί;
ΑΝΤ. Από καναβούρι για καναρίνια.
ΤΖΟ. Καναβούρι για καναρίνια;
ΑΝΤ. Βέβαια, είναι πολύ σπέσιαλ βλέπεις. Ό,τι πρέπει για τον διαβήτη.
ΤΖΟ. Μα γω δεν έχω διαβήτη.
ΑΝΤ. Καλά, δεν είναι σφάλμα που δεν έχεις ακόμα... Κι έπειτα στοιχίζει τα μισά από το ρύζι. 'Ασε που δεν υπάρχει και ρύζι. Μόνο χοντρό, απ' αυτό που δε σ' αρέσει.
ΤΖΟ. Ε, όχι, φτάνει... Πρώτα με κάνεις σκυλί, έπειτα καναρίνι...
ΑΝΤ. Ου και που να δεις ακόμα. Η Μικέλα απέναντι, λέει ότι φτιάχνει κάθε μέρα στον άντρα της κι ορκίζεται πως είναι πάρα πολύ καλό.
ΤΖΟ. Ναι, ναι, παρατηρώ πως όλο και μεγαλώνουνε τα φτερά του.
ΑΝΤ. Όλο το μυστικό είναι το ζουμί... Βλέπεις, πήρα και κουνελίσια κεφάλια.
ΤΖΟ. Κουνελίσια κεφάλια;
ΑΝΤ. Βέβαια... Πόσον αμόρφωτος είσαι τελικά! Η καναβουρόσουπα, παιδί μου, γίνεται με κουνελίσια κεφάλια. Κατεψυγμένα. Δε πιστεύω να 'χεις προκατάληψη για τα κατεψυγμένα είδη...
ΤΖΟ. Εντάξει, εντάξει... Κατάλαβα... Γεια χαρά.
ΑΝΤ. Πού πας;
ΤΖΟ. Πού θες να πάω; Κάτω, σε κανά εστιατόριο.
ΑΝΤ. Και λεφτά;
ΤΖΟ. Α, ναι. Δώσε μου λεφτά.
ΑΝΤ. Τί λεφτά;
ΤΖΟ. Μη μου πεις πως έμεινες κιόλας χωρίς...
ΑΝΤ. Όχι, αλλά ξέχασες ότι αύριο είναι να πληρώσουμε το ρεύμα, το γκάζι και το νοίκι. Ή μήπως θέλεις να μας διώξουν;
ΤΖΟ. Έλα ντε... όχι! Ούτε συζήτηση.
ΑΝΤ. Και λοιπόν ούτε εστιατόριο. Θα φροντίσω γω.
ΤΖΟ. Πού πας;
ΑΝΤ. Στης Μαργαρίτας, αυτή ψώνισε σήμερα. Θα δανειστώ κατιτί. Θα 'μαι πίσω σ' ένα λεπτό. Συ στο μεταξύ διάβασε εφημερίδα ή πήγαινε να δεις τηλεόραση. Θα 'χει τη φάτσα αυτού του αγίου Μόρο που μιλά για τη κρίση, που είναι οξεία αλλά όχι απελπιστική, που πρέπει να βοηθήσουμεν όλοι, πλούσιοι και φτωχοί. Σφίξτε ζωνάρια, κάντε υπομονή, δείξτε κατανόηση κι εμπιστοσύνη στη κυβέρνηση και στο ΝΑ Η ΕΥΚΑΙΡΙΑ.
ΤΖΟ. Καλά, αλλά μη φέρεις τίποτα κουνελίσια κεφάλια.
ΑΝΤ. Μείνε ήσυχος, αυτή τη φορά θα σου φέρω τα πόδια. (βγαίνει).
ΤΖΟ. Μμ, κάνεις και την έξυπνη, λέγε-λέγε, εγώ όμως έχω μια πείνα που θα 'τρωγα ακόμα και... (παίρνει ένα κουτάκι και το περιστρέφει στα χέρια). Για κοίτα που θέλω πράγματι να δοκιμάσω. Πώς ανοίγει τάχα; Όπως συνήθως ξέχασε να πάρει το κλειδάκι. (ανοίγει το κουτί). Ορίστε. Α... δεν είναι κι άσχημο. Σα μαρμελάδα που 'γινε από νεφρά ζώου τηγανισμένα με λάδι συκωτιού μπακαλιάρου και ξύνισε. Πράγματι οι σκύλοι πρέπει να 'ναι λίγο βλαμμένοι για να τρώνε τέτοια βρωμιά. Κοίτα που θέλω να δοκιμάσω. Με καναδυό σταγόνες λεμόνι όμως για ν' αποφύγω τη χολέρα. (απ' έξω φτάνουν ουρλιαχτά σειρήνας της αστυνομίας, κραυγές αντρών και γυναικών και στρατιωτικές διαταγές). Τί να 'ναι αυτή η φασαρία; (πάει προς το παράθυρο και κάνει νόημα σε κάποιον που βρίσκεται στο απέναντι μέγαρο). 'Αλντο, έι 'Αλντο. Τί συμβαίνει; Ναι, βλέπω, είναι η αστυνομία, αλλά τί θέλουνε; Τί είναι; Τί; Ενάντια στο σούπερ-μάρκετ; Ποιό σούπερ-μάρκετ; Τί κι εδώ; Πότε συνέβη; Σήμερα; Ποιός; Όλοι; Πώς όλοι; Α, υπερβολικό... Χίλιες γυναίκες... Όχι, η γυναίκα μου σίγουρα δεν ήταν. Αυτή είναι αντίθετη σ' αυτές τις κλεψιές, αφού αγόρασε κεφάλια κουνελιού... ναι, κατεψυγμένα. Εξάλλου σήμερα δε βγήκε διόλου από το σπίτι. Είχε να ξεφασκιώσει τη κοιλιά μιας φίλης της... όχι να τη ξεφουσκώσει... να τη ξεφασκιώσει, να της βγάλει τα πανιά γιατί ο άντρας της ο Λουίτζι δε θέλει να μείνει έγκυος. Αυτή όμως άκουσε τον Πάπα κι έτσι το χάπι δεν έκανε ενέργεια, τόσο που φούσκωσε σε μια βδομάδα... ένα πράμα... Πώς; Δε καταλαβαίνεις; (κοιτά στο βάθος του δρόμου. ακούγονται διαταγές). Πράγματι είναι αστυνομικός έλεγχος. Μα έχουνε στο νου τους, να πάν' αλήθεια από σπίτι σε σπίτι; Αν έρθουν εδώ θα τους δείξω γω. Εδώ έχουμε σίγουρα καλοστρωμένη προβοκάτσια. Για να μας ρίξουνε λάσπη πως οι εργάτες είναι ψεύτες και κλέφτες. (ακούγεται χτύπημα στη πόρτα).
ΦΩΝΗ ΑΠ' ΕΞΩ. Με συγχωρείτε.
ΤΖΟ. Ποιός είναι;
ΦΩΝΗ. Ανοίξτε. Αστυνομία.
ΤΖΟ. (ανοίγοντας τη πόρτα). Αστυνομία; Και τί θέλετε από μένα;
ΑΣΤ. (μπαίνοντας). Έρευνα. Να το ένταλμα. Έρευνα σ' ολάκερο το κτίριο.
ΤΖΟ. Γιατί; Τί ψάχνετε;
ΑΣΤ. Ακούστε, μη παριστάνετε τον ανήξερο. Όλοι το ξέρουν ότι σήμερα έγινε έφοδος στο σούπερ-μάρκετ. Εκατοντάδες γυναίκες κι άντρες αγόρασαν μεγάλες ποσότητες τρόφιμα κάτω απ' τη κανονική τιμή και μάλιστα πολλές δε πληρώσανε διόλου. Ψάχνουμε τα κλοπιμαία ή, αν προτιμάς, το εμπόρευμα που πήρανε σε πολύ κατεβασμένες τιμές.
ΤΖΟ. Κι έρχεστε να ψάξετε σε μένα; Δηλαδή νομίζετε ότι θα μπορούσα να 'μαι κλέφτης;
ΑΣΤ. Ακούστε, πάρτε το όπως θέτε. Εγώ δε καταλαβαίνω τίποτα. Πήρα διαταγές και πρέπει να τις εκτελέσω.
ΤΖΟ. Εκτελέστε, εκτελέστε. Αλλά σας προειδοποιώ αυτό είναι προβοκάτσια. Δε φτάνει που μας κάνετε να πεθαίνουμε από τη πείνα, έρχεστε δω να μας κοροϊδέψετε κι από πάνω. Κοιτάξτε τί έχω για να φάω, φαΐ για σκύλους και γάτες. (δίνει το κουτάκι στον αστυνομικό).
ΑΣΤ. Τί;
ΤΖΟ. Κοιτάξτε, κοιτάξτε... μυρίστε τη βρώμα. Και ξέρετε γιατί; Γιατί όλο κοστίζει όσο ένα μάτι από κεφάλι, κεφάλι κουνελιού. (βάζει κάτω από τη μύτη του αστυνομικού την σακούλα που 'χει τα κατεψυγμένα κεφάλια). Κι εμείς δε μπορούμε...
ΑΣΤ. Αλήθεια, τρώτε τέτοια πράματα;
ΤΖΟ. Με το ζόρι... με μια καλή συνταγή, δεν είναι και τόσον άσχημο ξέρετε. Θέλετε να μου κάνετε τη χάρη; Χωρίς υποχρέωση βέβαια. Δυο σταγόνες λεμόνι και πάει κάτω σα σκατό γάτας. Δοκιμάστε το. Κάνει καλό και στην ισχυαλγία!
ΑΣΤ. Όχι, όχι, φχαριστώ... δε κάνω εμετό ποτέ πριν από το φαγητό.
ΤΖΟ. Καταλαβαίνω, ίσως προτιμάτε μιαν ωραία σουπίτσα από καναβούρι.
ΑΣΤ. Καναβούρι... Για καναρίνια; Με κοροϊδεύετε;
ΤΖΟ. Ούτε να σας περνά από το μυαλό. Νάτη, κοστίζει μόνο δυο λιρέτες το κιλό... το τρως και μετά κελαηδάς, πίου-πίου.
ΑΣΤ. Βλέπω περνάτε απαίσια. Αλλά κι εμείς με το μισθό που παίρνουμε δε περνάμε καλύτερα. Η γυναίκα μου η φουκαριάρα έχει κι αυτή τα δικά της βάσανα. Γι' αυτό
καταλαβαίνω τις γυναίκες που οργανώσανε σήμερα αυτό το ξεπούλημα. Δίκιο έχουνε. Προσωπικά σας καταλαβαίνω πέρα για πέρα. Στη κλεψιά των από πάνω μπορείς ν' αντιτάξεις ένα μόνο: την απαλλοτρίωση.
ΤΖΟ. Τί... τους δίνετε δίκιο;
ΑΣΤ. Μα έτσι δε μπορεί να συνεχιστεί. Δε θα το πιστέψετε ίσως, αλλά αισθάνομαι άσχημα που πρέπει να κάνω αυτό το βρωμερό μπλόκο. Για μερικούς βρώμικους κερδοσκόπους που αυτοί είναι οι πραγματικοί κλέφτες. (σηκώνεται). Κλέφτες.
ΤΖΟ. Με συγχωρείτε κύριε αστυνόμε... είστε βέβαια αστυνόμος, έτσι δεν είναι;
ΑΣΤ. Ναι, είμαι.
ΤΖΟ. Εντάξει. Επιτρέπεται αστυνομικός εσείς να μιλάτε έτσι; Ξέρετε πώς μιλάτε; Σαν εξτρεμιστής. (ξανά βηματάκια με καχύποπτο ύφος).
ΑΣΤ. Μα τί είναι αυτά; Εξτρεμιστής! Σκέφτομαι μόνο κι αγαναχτώ. Πρέπει να σταματήσετε να μας βλέπετε σα τυφλή μάζα ηλιθίων που μ' ένα σφύριγμα αρχίζουμε.
Διατάξτε, μπρος μαρς, γαυγίζουμε, δαγκώνουμε σαν αγριόσκυλα. Κι αλίμονο αν τολμήσεις να συζητήσεις. Ποτέ να μην έχεις δική σου γνώμη. Ουστ, στη γωνιά σου.
ΦΩΝΗ ΑΠ' ΕΞΩ. Κυρ αστυνόμε, πού είστε;
ΑΣΤ. Εδώ, στο δεύτερο πάτωμα... Ψάχνω το σπίτι... Πηγαίνετε πάνω στ' άλλα πατώματα.
ΤΖΟ. Καλά... σύμφωνος. 'Αλλωστε και το Κ.Κ. λέει πως κι εσείς είστε παιδιά του λαού, όπως ακριβώς κι εμείς οι εργάτες.
ΑΣΤ. Τί θα πει παιδιά του λαού; Δούλοι είμαστε. Βοηθοί της άρχουσας τάξης, τσιράκια των αφεντικών. Είμαστε κείνοι που πρέπει να ξαγρυπνούμε για τη τήρηση των νόμων τους και για να προστατεύουμε τις δολοπλοκίες τους. Αυτοί είμαστε.
ΤΖΟ. Συγνώμη, αλλ' αφού σκέφτεστε έτσι γιατί διαλέξατε αυτό το επάγγελμα;
ΑΣΤ. Μη λες ανοησίες, ποιός διαλέγει εδώ; Μήπως εσείς διαλέξατε αυτή τη βρωμιά για φαγητό;
ΤΖΟ. Όχι, αλλά δεν έχουμε και τίποτε άλλο.
ΑΣΤ. Βλέπετε; Και για μένα δεν υπήρχε τίποτ' άλλο. Ή θα φας ή θα ψοφήσεις. Σπούδασα εγώ. Είμαι δόκτωρ αγαπητέ μου εγώ. (κάθεται).
ΦΩΝΗ ΑΠ' ΕΞΩ. Κυρ-αστυνόμε, τελειώσαμε απ' εδώ. Να συνεχίσουμε;
ΑΣΤ. Εξαφανιστείτε στην επόμενη σκάλα... Έρχομαι κι εγώ. Σας είπα πως έγραψα διατριβή. Ο πατέρας μου έφτυσε αίμα για να με σπουδάσει... Και ποιό τ' όφελος; Τίποτα. Μου 'μεινε ή να μεταναστέψω ή να γίνω σκουπιδιάρης ή κλέφτης. Οι καταστάσεις με ανάγκασαν, αγαπητέ μου. «Έλα στην αστυνομία. Θα γνωρίσεις τον κόσμο». Γνώρισα τον κόσμο. Ένα κόσμο απ' όρνεα, απατεώνες κι απατημένους.
ΤΖΟ. Σαν και σας όμως δε σκέφτονται όλοι. Μερικοί την έχουνε καλά στην αστυνομία.
ΑΣΤ. Ναι, αυτοί που ξελογιάζονται από τη προπαγάνδα. Τιμή κι αλληλεγγύη. Νομίζουνε πως είναι κάτι. Τα κτήνη!
ΤΖΟ. Αν δεν άκουγα με τα ίδια μου τ' αφτιά δε θα το πίστευα. Με συγχωρείτε, η αστυνομία όμως, παρολαυτά είναι χρήσιμη. Δε μπορεί να κάνει ο καθένας ό,τι του κατέβει. Αλλιώς, θα κυριαρχήσει το χάος. Ίσως σκεφτεί κανείς πως αυτά που λέμε είναι σωστά. Μόνο που δε μπορείς να επιβάλεις τη σκέψη σου, (κρατά ένα κουνελίσιο κεφάλι και το κουνά πέρα-δώθε χωρίς να το καταλαβαίνει) κι αφού ψωνίσεις να πληρώνεις ό,τι σου κατεβαίνει. Οι νόμοι είναι νόμοι και πρέπει να τηρούνται.
ΑΣΤ. Κι όταν ο νόμος είναι άδικος; Κάλυμμα μονάχα για ληστές και κλέφτες;
ΤΖΟ. Γι' αυτό έχουμε τη Βουλή, τα κόμματα, τις καταγγελίες, τις επερωτήσεις. Έτσι μόνο μπορούν ν' αναθεωρηθούν οι νόμοι.
ΑΣΤ. Ποιός αναθεωρεί; Τί σόι αναθεωρήσεις είναι αυτές. Σκατά είναι. Μας τις υπόσχονται εδώ κι είκοσι χρόνια. Οι μοναδικές αναθεωρήσεις μέχρι τώρα είναι η άνοδος του τιμαρίθμου, η ανατίμηση της βενζίνης και του πετρελαίου, η αύξηση των φόρων.
ΤΖΟ. Εδώ, πράγματι, έχετε δίκιο. Κι εμένα δε μ' αρέσει αυτό. Τί βρώμα!
ΑΣΤ. Πιστέψτε με, οι μοναδικές αληθινές αλλαγές μπορούν να γίνουν μόνο με τη δική μας γροθιά. Γιατί όσο αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας, έχουμε εμπιστοσύνη, υπομονή, αυτοπειθαρχία, πολιτική ωριμότητα... κι όπως λέγονται όλ' αυτά... δε τρέχει τίποτα. Όμως να με συγχωρείτε. Πρέπει να κοιτάξω και τη δουλειά μου. (πάει να φύγει).
ΤΖΟ. Α, έτσι. Πρώτα παριστάνετε τον Μαοϊκό και μόλις σοβαρέψουνε τα πράματα, παίρνετε το καπελάκι σας και... πάλι αστυνομικός.
ΑΣΤ. Δίκιο έχετε, προφανώς μου λείπει ακόμα το θάρρος κι η συνείδηση. Μέχρι τώρα είμαι γερός μόνο στη φλυαρία.
ΤΖΟ. Ναι, στη φλυαρία... ο φτωχός δόκτωρ που πρέπει να 'ναι αστυνομικός γιατί δεν έχει άλλη εκλογή. Να κλάψω γι' αυτό; «Δε μπορώ να μεταναστέψω, είμαι, τέλος πάντων, δόκτωρ». Φυσικά θα 'πρεπε να μεταναστέψετε αντί γι' αυτό που κάνετε ή να γίνετε καλύτερα σκουπιδιάρης, όπως τόσοι άλλοι άνθρωποι στη χώρα μας. Αυτό θα 'ταν αντρίκεια στάση. Τότε μόνο θα δείχνατε αξιοπρέπεια. Ό,τι λέτε δεν είναι άλλο παρά συνηθισμένες δικαιολογίες ανθρώπων που ποτέ δε θέλουν να διακινδυνέψουνε. Κι αύριο, πού ξέρεις, μπορεί να συναντηθούμε έξω από εργοστάσιο που θα δέρνετε απεργούς εργάτες.
ΑΣΤ. Έχετε δίκιο, όμως κανείς δε ξέρει... ίσως ακούσετε στο μέλλον ότι οι αστυνομικοί αρνήθηκαν να ξυλοφορτώσουν εργάτες κατ' εντολή κάποιου επιχειρηματία... Κι ίσως σύντομα πολεμήσουμε στην άλλη πλευρά.
ΤΖΟ. (γελά) Κάτι τέτοιο θα 'θελα πολύ να το δω. Πιο πιθανό όμως είναι να δείτε τον Πάπα να περιφέρεται ντυμένος Ινδιάνος.
ΑΣΤ. Προσέξτε, ο κόσμος αλλάζει πολύ γρήγορα. Κι αν αλλάξει... Γεια σας και καλήν όρεξη.
ΤΖΟ. Τί, θα φύγετε χωρίς να ψάξετε το σπίτι καθόλου; Αυτό είναι προσβολή. Ρίξτε τουλάχιστον μια ματιά κάτω απ' το κρεβάτι, μες στη ντουλάπα, από ευγένεια.
ΑΣΤ. Για ποιό λόγο; Για να βρω ένα τσουβάλι με τροφές για γουρούνια κι ένα μεγάλο κουτί με τροφές που παχαίνουν τις πέστροφες; Ευχαριστώ. Δε μ' ενδιαφέρει. Καλή
όρεξη και πάλι. (φεύγει).
ΤΖΟ. Καληνύχτα. Μάλιστα. «Γηράσκω αεί διδασκόμενος». Υπάρχει ένας κόκκινος αστυνομικός. Συνηθίσαμε να βρίσκουμε στην αστυνομία μόνο φασίστες, τραμπούκους και χοντροκέφαλους... για βάστα!!! Τώρα καταλαβαίνω... ήτανε προβοκάτορας. Ήθελε να με κάνει να τραγουδήσω: «ορμήστε στα σούπερ-μάρκετ! Η αστυνομία αρχίζει επανάσταση!» Κι αν την πατούσα! «Στοπ, στοπ, ερυθρές ταξιαρχίες. Συλλαμβάνεσαι. Πού έκρυψες τον εισαγγελέα που απήγαγες;» Αλλά δεν το 'χαψε ο κόρακας... (ανοίγει, χαμένος στις σκέψεις, το σακούλι με το καναβούρι και τρώει). Ο κόρακας τρώει μόνο καλό τυρί... (στραβώνει τα μούτρα του). Όχι, σ' αυτή τη περίπτωση τρώει μόνο καναβούρι. (μπαίνει μέσα η γυναίκα του με τη φίλη της που εξακολουθεί να φορά πάνω από τη φουσκωμένη κοιλιά της το παλτό. Η Μαργαρίτα τραβιέται προς τα πίσω).
ΑΝΤ. Ήταν εδώ;
ΤΖΟ. Ποιοί;
ΑΝΤ. Δε ξέρεις τί έγινε; Ψάχνουν όλα τα σπίτια.
ΤΖΟ. Ξέρω.
ΑΝΤ. Συνέλαβαν τους Μαμπέτι και τους Φοσάνι. Σ' ένα σωρό σπίτια βρήκανε πράματα και τα κατασχέσανε.
ΤΖΟ. Καλά κάναν. Αγαθό κι άδικο δε φυτρώνουν ποτέ μαζί.
ΑΝΤ. Όμως κατασχέσανε και πράματα που 'τανε πληρωμένα κανονικά.
ΤΖΟ. Φυσικά έτσι γίνεται πάντα. Κοντά στο ξερό καίγεται και το χλωρό. Π.χ. σε μας ήρθανε και...
ΑΝΤ. Ήταν εδώ;
ΤΖΟ. Φυσικά.
ΑΝΤ. Βρήκανε τίποτα;
ΤΖΟ. Γιατί; Έχουμε τίποτα;
ΑΝΤ. Όχι... αλλά πού ξέρεις... καμιά φορά είμαστε σίγουροι πως δεν έχουμε τίποτα και τότε...
ΤΖΟ. Και τότε;
ΑΝΤ. Τότε σου τα κουβαλούν μες στο σπίτι για να σ' ενοχοποιήσουνε. Δε θα 'τανε πρώτη φορά. Ψάξανε στο σπίτι του γιου της Ρόζας και χωρίς να πάρει χαμπάρι, τσακ,
του χώσαν ένα πιστόλι κάτω απ' το μαξιλάρι κι ένα πακέτο προκηρύξεις κάτω απ' το κρεβάτι.
ΤΖΟ. Ε, πάει πολύ. Θά 'ρθουν εδώ και θα μας βάλουνε σακιά με μακαρόνια κάτω απ' το κρεβάτι;
ΑΝΤ. Όχι έτσι στα ίσα. Τρόπος του λέγειν δηλαδή.
ΤΖΟ. Ναι, έχεις δίκιο. Έλα να δούμε.
ΑΝΤ. Όχι.
ΤΖΟ. Τί θα πει όχι; Τί συμβαίνει;
ΑΝΤ. Μου λερώνεις τα μαξιλάρια με τα βρωμόχερά σου... Θα δω μόνη μου... Πήγαινε καλύτερα ν' ανοίξεις στη Μαργαρίτα.
ΤΖΟ. Πού 'ναι η Μαργαρίτα;
ΑΝΤ. Έξω απ' τη πόρτα φυσικά.
ΤΖΟ. Και γιατί την άφησες έξω; Μαργαρίτα. Κύριε των δυνάμεων, τί κάνεις εκεί; Έλα μέσα. (η Μαργαρίτα μπαίνει μέσα μ' αναφιλητά). Τί συμβαίνει; Γιατί κλαίει έτσι αυτή;
ΑΝΤ. Η φτώχεια! Ήταν ολομόναχη όταν όρμησε η αστυνομία. Έπαθε σοκ. Σκέψου μόνο πως ένας επιλοχίας ήθελε να της ψάξει τη κοιλιά.
ΤΖΟ. Το γαϊδούρι! Γιατί;
ΑΝΤ. Γιατί μπήκε στο νου του πως αντί για παιδί έχει μακαρόνια κι άλλα πράγματα.
ΤΖΟ. Ο μπάσταρδος!
ΑΝΤ. Εσύ το λες... Έλα Μαργαρίτα, κάτσε στο κρεβάτι... Της είπα να 'ρθει σε μας. Έκανα καλά;
ΤΖΟ. Πολύ καλά. Έλα Μαργαρίτα, βγάλε το παλτό σου.
MAP. Όχι, ευχαριστώ.
ΤΖΟ. Έλα, άσε τα καμώματα. Βγάλτο.
ΑΝΤ. 'Αστην ήσυχη. Αφού δε θέλει. Μπορεί και να κρυώνει.
ΤΖΟ. Καλά, κάνει ζέστη.
ΑΝΤ. Εσύ ζεσταίνεσαι, αλλ' αυτή κρυώνει. Ίσως έχει και πυρετό.
ΤΖΟ. Δεν είναι καλά.
ΑΝΤ. Τη πιάσαν οι πόνοι.
ΤΖΟ. Τί; κιόλας;
ΑΝΤ. Τί νιώθεις εσύ απ' αυτά; Πριν μισή ώρα δεν ήξερες ότι είναι έγκυος και τώρα απορείς που 'χει πόνους.
ΤΖΟ. Μου φαίνεται, νομίζω... μου φαίνεται λίγο νωρίς.
ΑΝΤ. Σταμάτα επιτέλους. Τί ξέρεις εσύ αν οι πόνοι ήρθαν ή όχι νωρίς; Αυτό το ξέρει αυτή καλύτερα από σένα. Έλα, βγάλε τα ρούχα σου και μπες κάτω από τα σκεπάσματα. Κάνε μου τη χάρη και γύρισε τη πλάτη σου.
ΤΖΟ. Ναι, ναι γυρνώ.
ΑΝΤ. Έλα τώρα. Σταμάτα να κλαις... τώρα όλα θα πάνε καλά.
ΤΖΟ. Πιο καλά να φωνάξουμε γιατρό αφού έχει πόνους. Ή το νοσοκομειακό.
ΑΝΤ. Βέβαια, το νοσοκομειακό. Για να κάνουμε μιαν ωραία βόλτα σ' όλα τα νοσοκομεία της πόλης. Πάντε από δω... Πάντε από κει... Να δούμε αν θα βρούμε κρεβάτι για σένα. Δε ξέρεις πως στα νοσοκομεία υπάρχει τέτοια ακαταστασία που πρέπει να δηλωθείς από το ταμείο το λιγότερο δυο μήνες νωρίτερα;
ΤΖΟ. Γιατί δε δηλώθηκε πριν;
ΑΝΤ. Βέβαια, γιατί δε δηλώθηκε από πριν. Αυτά τα πράματα μεις οι γυναίκες πρέπει να τα σκεφτόμαστε, πάντα μεις. Εμείς τρέχουμε συνέχεια δω κι εκεί, μεις κάνουμε παιδιά, μεις δηλωνόμαστε. Γιατί δε τη δήλωσεν ο άντρας της;
ΤΖΟ. Αφού δεν ήξερε τίποτα.
ΑΝΤ. Καλή δικαιολογία. Δεν ήξερε τίποτα. Έτσι είσαστε πάντα σεις οι άντρες. Μας δίνετε το μισθό και μας λέτε: «Κοίταξε πώς να τα βολέψεις». Κάνετε έρωτα γιατί πρέπει να νιώσετε τον άγιο οργασμό σας... Μας φουσκώνετε μ' ένα παιδί και μετά: Νοιάσου εσύ γι' αυτό. Πάρε το χάπι. Κανένας δε σκέφτεται τη φτωχή τη σύζυγο που είναι τόσο θεοφοβούμενη, που ονειρεύεται κάθε νύχτα τον Πάπα να της λέει: «Αμαρτάνεις, πρέπει να κάνεις παιδιά».
ΤΖΟ. Τώρα συγνώμη... ίσως είμαι... ας αφήσουμε τον Πάπα που ακόμα και στα όνειρα της σπάει τα νεύρα, σαν να μην έφτανε που κάθε Κυριακή ακούγεται στη τηλεόραση από τον 'Αγιο Πέτρο: Να 'στε καλοί μεταξύ σας, είμαστε όλοι παιδιά του Θεού, πλούσιοι και φτωχοί, ιδίως οι πλούσιοι! Καλά, από τότε είναι έγκυος η Μαργαρίτα;
ΑΝΤ. Τί σε νοιάζει σένα; Με ποιό δικαίωμα μιλάς έτσι για τον Πάπα;
ΤΖΟ. Όχι, απλώς ρωτώ: Αν είναι όμως μόνο πέντε μήνες παντρεμένοι;
ΑΝΤ. Ε, και τι έγινε; Δε μπορούσαν να 'χουνε κάτι μεταξύ τους; Ή μήπως είσαι κι εσύ ένας βρώμικος ηθικολόγος όπως ο Πάπας;
ΤΖΟ. Ναι αν όμως ο άντρας της μου 'χει πει ότι τη νύχτα του γάμου τους κοιμηθήκανε πρώτη φορά μαζί;
MAP. Σου 'πε ο Λουίτζι μου τέτοια πράματα;
ΑΝΤ. Πιστεύεις να λέει τόσο προσωπικά πράγματα στον πρώτο τυχόντα;
ΤΖΟ. Δεν είμαι πρώτος τυχόντας. Είμαι ο καλύτερος φίλος του. Μου τα διηγείται όλα με λεπτομέρειες, μου ζητά και συμβουλές γιατί είμαι μεγαλύτερος κι έχω πείρα.
ΑΝΤ. Χα, χα, έχει περισσότερη πείρα. (χτυπά η πόρτα). Ποιός είναι;
ΦΩΝΗ. Ανοίξτε, η Αστυνομία.
ΤΖΟ. Πάλι;
ΑΝΤ. Ω, Θεέ μου.
ΤΖΟ. (ανοίγει τη πόρτα). Α, εσείς. Καλησπέρα. (εμφανίζεται ο ίδιος ηθοποιός που παίζει τον αστυνόμο, αυτή τη φορά με τη στολή ενός καραμπινιέρου και μ' ένα μουστάκι).
ΚΑΡ. Γιατί πάλι εγώ;
ΤΖΟ. Ω, συγνώμη! Νόμισα πως ήταν ο προηγούμενος.
ΚΑΡ. Ποιός προηγούμενος;
ΤΖΟ. Ο αστυνομικός απ' την ασφάλεια.
ΚΑΡ. Είμαι υπαξιωματικός στους καραμπινιέρους.
ΤΖΟ. Το βλέπουμε. Εξάλλου έχετε και μουστάκι. Τί θέλετε;
ΚΑΡ. (καθώς πίσω του μπαίνουνε δυο καραμπινιέροι). Πρέπει να ψάξουμε το σπίτι.
ΤΖΟ. Οι συνάδελφοι σας από την αστυνομία ψάξαν ήδη τα πάντα.
ΚΑΡ. Αυτό δεν έχει καμιά σχέση. Είμαστε δύο διαφορετικά σώματα.
ΤΖΟ. Είστε καχύποπτοι και θέλετε να δείτε καλύτερα μήπως οι άλλοι παράβλεψανε κάτι. Έπειτα ίσως έρθει η εφορία να ελέγξει, έπειτα η στρατιωτική υπηρεσία αμύνης, έπειτα οι ανεξάρτητες δυνάμεις του ναυτικού...
ΚΑΡ. Μην αστειεύεστε. Κάτσετε στο πλάι κι αφήστε μας να κάνουμε τη δουλειά μας.
ΑΝΤ. Φυσικά, ο καθείς τη δουλειά του κάνει. Στο εργοστάσιο εργαζόμαστε οχτάωρο στον αργαλειό... Σεις δουλεύετε κι ελέγχετε να μη γίνονται αυθαιρεσίες, έτσι που ο καθένας δουλεύει για ό,τι ζητήσουν οι καπιταλιστές. (οι καραμπινιέροι ανοίγουνε τη ντουλάπα και τον μπουφέ). Δε συμβαίνει όμως ποτέ να ελέγξετε αν οι επιχειρηματίες μας γδέρνουν και μας εξοντώνουν με το σύστημα παραγωγής με το κομμάτι, αν τηρούνται οι κανόνες πρόληψης ατυχημάτων, αν ανεβάζουν ανενόχλητοι τις τιμές στα ύψη, αν μας πετάν από τα σπίτια, αν μας αφήνουν να πεθάνουμε της πείνας. (ανενόχλητος ο καραμπινιέρος συνεχίζει το ψάξιμο).
ΤΖΟ. Όχι, δεν επιτρέπεται να μιλάς έτσι. Και γι' αυτούς δεν είναι ευχάριστο. Έτσι δεν είναι κύριε υπαξιωματικέ; Και σας δεν σας αρέσει να κάνετε έρευνες στα σπίτια για τ' αφεντικά των σούπερ-μάρκετ. Πείτε της γυναίκας μου πως η αστυνομία βαρέθηκε να δίνει διαταγές δω κι εκεί με τη σφυρίχτρα. Διατάξτε, μπρος μαρς, γαβγίστε, δαγκώστε σαν αγριόσκυλα. Όμως αλίμονό του αν κανείς τολμήσει να πει τη γνώμη του. Ουστ, στη γωνιά.
ΚΑΡ. Συγνώμη μπορείτε να το επαναλάβετε αυτό. Πώς το 'πατε για τ' αγριόσκυλα;
ΤΖΟ. Είπα πως δεν είστε παιδιά του λαού, όπως το λέει το Κ.Κ. Είστε δούλοι της εξουσίας, δικαστικοί κλητήρες των αφεντικών.
ΚΑΡ. (στους άλλους καραμπινιέρους). Τις χειροπέδες.
ΤΖΟ. Χειροπέδες; Γιατί;
ΚΑΡ. Περιύβριση Αρχής.
ΤΖΟ. Γιατί περιύβριση; Δεν είναι δικό μου. Ο συνάδελφος σας πριν είπε πως αισθάνεστε σα δικαστικοί κλητήρες της άρχουσας τάξης.
ΚΑΡ. Ποιοί, εμείς; Οι καραμπινιέροι;
ΤΖΟ. Όχι, είπε "μεις", δηλαδή της αστυνομίας.
ΚΑΡ. Α, έτσι. Αν αυτοί της αστυνομίας νιώθουν έτσι, σα μπάτσοι, είναι άλλη υπόθεση. Βγάλτε του τις χειροπέδες. 'Αλλη φορά όμως να προσέχετε τι λέτε.
ΤΖΟ. Ναι, ναι, θα προσέχω... Διάολε, πόσον ανεξάρτητα είναι μεταξύ τους τα ανεξάρτητα σώματα. (οι καραμπινιέροι συνεχίζουν το ψάξιμο παντού και πλησιάζουνε προς το κρεβάτι).
ΑΝΤ. (στη Μαργαρίτα). Γρήγορα, γρήγορα, κλάψε, ούρλιαξε όσο μπορείς. (Η Μαργαρίτα κλαίει δυνατά).
ΚΑΡ. Τί έπαθε αυτή; (Η Μαργαρίτα ουρλιάζει δυνατότερα). Τί έπαθε αυτή;
ΑΝΤ. Τη πιάσαν οι πόνοι τη καημένη!
ΤΖΟ. Πρόωρος τοκετός. Στον πέμπτο μήνα το πολύ.
ΑΝΤ. Λίγο πιο πριν την έπιασε νευρική κρίση... εξαιτίας των αστυνομικών που θέλαν να ψαχουλέψουνε τη κοιλιά της, τη καημένη...
ΚΑΡ. Να ψαχουλέψουνε τη κοιλιά της;
ΤΖΟ. Για να δούνε μήπως είχε καμιά σακούλα μακαρόνια ή ρύζι αντί για παιδί. Ελάτε, κάντε τη δουλειά σας... ψάξτε την. Είναι μια μικρή εργάτρια... εδώ όλα επιτρέπονται.
Δεν είναι η τάδε κόμισσα ή η γυναίκα του επιχειρηματία για να βρείτε τον μπελά σας μόλις την ακουμπήσετε. Μπρος, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος, πλησιάστε. Κανέν εμπόδιο για ένα τίμιο πασπάτεμα.
ΚΑΡ. Ακούστε. Σταματήστε. Μας προκαλείτε.
ΑΝΤ. Ναι, υπερβάλλεις. Να σταματήσεις αμέσως. (Η Μαργαρίτα τσιρίζει πιο δυνατά). Κι εσύ υπερβάλλεις. Να τσιρίζεις πιο σιγά.
ΚΑΡ. Ναι, ειδοποιήσατε το περιπολικό;
ΑΝΤ. Νοσοκομειακό.
ΚΑΡ. Ναι, βέβαια, θα σας πεθάνει η καημένη η γυναίκα. Κι εκτός αυτού, κινδυνεύει να χάσει και το παιδί, αν είναι πρόωρος τοκετός.
ΤΖΟ. Σωστά. Βλέπεις πόσον ανθρώπινος είναι ο υπαξιωματικός. Στο 'πα. Ας φωνάξουμε καλύτερα το νοσοκομειακό.
ΑΝΤ. Κι εγώ σου 'πα πως πρέπει να 'σαι δηλωμένος, αλλιώς δε σε παίρνουν. Σε κάνουν μπαλάκι και σε στέλνουν από το 'να νοσοκομείο στ' άλλο. Πεθαίνεις στη μεταφορά.

(απ' έξω ακούγεται η σειρήνα ενός νοσοκομειακού).

ΚΑΡ. (πηγαίνει στο παράθυρο και κοιτά έξω). Να το νοσοκομειακό που φωνάξαμε για τη γυναίκα του κάτω ορόφου. Κι αυτή δεν αισθανόταν καλά. (στους άλλους καραμπινιέρους). Ελάτε, βάλτε ένα χέρι, θα τη φορτώσουμε κι αυτή.
ΑΝΤ. (αντιστέκεται). Όχι σας παρακαλώ. Μη κάνετε τον κόπο.
ΜAP. Δε θέλω να πάω στο νοσοκομείο.
ΑΝΤ. Να, το βλέπετε και μόνος σας, δε θέλει να πάει στο νοσοκομείο.
MAP. Θέλω τον άντρα μου, τον άντρα μου... (κλαίει όσο πιο δυνατά μπορεί).
ΑΝΤ. Να ορίστε, θέλει τον άντρα της. Αυτός όμως δουλεύει νυχτερινή βάρδια... Λυπάμαι, αλλά χωρίς τη συγκατάθεσή του σε καμιά περίπτωση δε μπορούμε να αναλάβουμε την ευθύνη.
ΤΖΟ. Ακριβώς. Δεν αναλαμβάνουμε.
ΚΑΡ. Α, έτσι, δεν αναλαμβάνετε. Όμως αναλαμβάνετε αντί γι' αυτό την ευθύνη να πεθάνει εδώ πέρα.
ΑΝΤ. Μα γιατί τέλος πάντων στο νοσοκομείο;
ΚΑΡ. Στο νοσοκομείο μπορούν να τη σώσουνε. Κι ίσως και το παιδί.
ΤΖΟ. Πρόωρος τοκετός, σας το είπα.
MAP. Ναι, πολύ πρόωρος. (θρηνεί δυνατά).
ΑΝΤ. Από τις λακούβες του δρόμου θα γεννήσει μες στ' αυτοκίνητο. Πώς θέλετε, λοιπόν, να σώσετε ένα πενταμηνίτικο;
ΚΑΡ. Προφανώς, δεν έχετε ιδέα για τις προόδους της Ιατρικής σήμερα. Δεν ακούσατε ποτέ τίποτα για γέννηση μέσα σε θερμοκοιτίδα;
ΑΝΤ. Βέβαια, αλλά γίνεται να 'χουν ένα πενταμηνίτικο μέσα σε θερμοκοιτίδα;
ΤΖΟ. Ακριβώς. Ένας τόσο δα θάλαμος... το νοσοκομείο δεν είναι χώρος για κάμπινγκ.
ΚΑΡ. Αλήθεια. Μου φαίνεται πως είστε έτοιμοι να πεθάνετε από πνευματική πείνα.
ΤΖΟ. Α, ναι κι όχι μόνο πνευματική.
ΚΑΡ. Ζείτε σ' άλλο πλανήτη. Δεν ακούσατε τί απίθανα μηχανήματα έχουμε δω στο Μιλάνο... στη γυναικολογική κλινική; Πριν πέντε μήνες ήμουν εκεί υπηρεσία κι είδα. Ακόμα και μεταμοσχεύσεις κάνουνε.
ΤΖΟ. & ΑΝΤ. Τί είδους μεταμοσχεύσεις;
ΚΑΡ. Πρόωρο τοκετό. Πήραν το παιδί πέντε μηνών από τη κοιλιά της γυναίκας και το μετέφεραν στη κοιλιά μιας άλλης.
ΤΖΟ. Στη κοιλιά;
ΚΑΡ. Πού αλλού; Καισαρική. Το βγάλανε, το μεταφέρανε, το μεταφυτέψανε μαζί με τον πλακούντα και τ' άλλα, το ράψανε και μετά πέντε μήνες, τώρα, τον περασμένο μήνα, γεννήθηκε όμορφο κι υγιές σα ψάρι.
ΤΖΟ. Σα ψάρι;
ΚΑΡ. Ναι.
ΤΖΟ. Σίγουρα στην υπόθεση υπάρχει κάποιο κόλπο.
ΑΝΤ. Τί κόλπο; Κι εγώ το διάβασα. Δεν μπορείς να φανταστείς τι πράγματα υπάρχουν. Ένα παιδί δυο φορές γεννημένο... με δυο μανάδες.
MAP. Δε θέλω... δε θέλω. (θρηνεί).
ΑΝΤ. Δίκιο έχει η έρμη... σε καμιά άλλη γυναίκα δε θα 'δινα το παιδί μου να το γεννήσει.
MAP. Δε θέλω, δε θέλω, δε δίνω τη συγκατάθεση μου.
ΑΝΤ. Ακούτε, δε δίνει τη συγκατάθεση της. Πρέπει να την αφήσουμε δω.
ΚΑΡ. Τότε θα δώσω γω τη συγκατάθεση μου. Με δική μου ευθύνη. Εγώ δε θέλω να 'χω ευθύνη για άρνηση παροχής βοήθειας.
ΑΝΤ. Καλή κι αυτή η προθυμία. Πρώτα μας τα κάνετε όλα άνω-κάτω, έπειτα μας βάζετε χειροπέδες, τώρα θέλετε να μας κουβαλήσετε με το νοσοκομειακό. Αν δε θέλετε να μας αφήσετε να ζήσουμε ήσυχα, αφήστε μας τουλάχιστο να πεθάνουμε όπου θέλουμε.
ΚΑΡ. Ακριβώς, Δεν μπορείτε να πεθάνετε όπου θέλετε.
ΤΖΟ. Ακριβώς, θα πεθάνουμε κει που διατάζει ο νόμος.
ΚΑΡ. Κρατήστε τη γλώσσα σας. Σα προειδοποίησα.
ΤΖΟ. Μα δεν είπα τίποτα.
ΑΝΤ. Ηρέμησε Τζοβάνι, έλα να τη κουβαλήσουμε σιγά-σιγά κάτω.
ΚΑΡ. Να διατάξω να φέρουν το φορείο;
ΑΝΤ. Όχι, γίνεται κι έτσι... έτσι δεν είναι; Μπορείς να περπατήσεις. Έλα να τη σηκώσουμε.
MAP. Ναι, καλά είναι έτσι... όχι (γλυστρά προς τα κάτω).
ΑΝΤ. Στο διάβολο. Μπορείτε να βγείτε μια στιγμή έξω... η φίλη μου είναι μισόγυμνη, καταλαβαίνετε, πρέπει να της φορέσω κάτι.
ΚΑΡ. Φυσικά, βγαίνουμε. (όλοι οι άντρες βγαίνουν έξω).
ΑΝΤ. Έλα γρήγορα. Τράβα πιο πάνω τις σακούλες. Ήταν ανάγκη να 'ρθει τώρα το νοσοκομειακό;
MAP. Το 'ξέρα πως έτσι θα τελειώσει. Τι θα κάνουμε στο νοσοκομείο όταν δούνε πως είμαι έγκυος με ρύζι και μακαρόνια;
ΑΝΤ. Δε θα γίνει τίποτα. Δε πρόκειται να φτάσουμε μέχρι το νοσοκομείο.
MAP. Επειδή βέβαια θα μας συλλάβουνε πιο μπροστά.
ΑΝΤ. Σταμάτα τις κλάψες. Μόλις μπούμε στο νοσοκομειακό θα εξηγήσω στους τραυματιοφορείς τι συμβαίνει. Είναι καλοί άνθρωποι, είναι μαζί μας, σίγουρα θα μας βοηθήσουν.
MAP. Κι αν δεν είναι δικοί μας και μας καταγγείλουν;
ΑΝΤ. Σταμάτα. Δε θα μας καταγγείλουν.
MAP. Ωχ, γλυστρά η σακούλα. Με πήρανε τα ζουμιά.
ΑΝΤ. Κράτα γερά. Βρώμα η δουλειά.
MAP. Μη πιέζεις τόσο... αχ, καήκαμε. Έσπασε μια σακούλα μ' ελιές. Αχ, όχι. (μπαίνει ο Τζοβάνι και πίσω του ο καραμπινιέρος).
ΤΖΟ. Τ'ι συμβαίνει;
MAP. Σπάσανε τα νερά και τρέχουν.
ΤΖΟ. Έρχεται το παιδί, το παιδί έρχεται. Γρήγορα βοηθήστε με.
ΚΑΡ. Αφήστε με μένα μια στιγμή.
ΑΝΤ. Ναι, έτσι καλά είναι, πρέπει να τη κρατήσουμε οριζόντια.
ΚΑΡ. Τί είναι αυτά;
ΑΝΤ. Σπάσανε τα νερά της.
ΤΖΟ. Γρήγορα, αλλιώς θα γεννήσει δω.
ΑΝΤ. Ήσυχα, ήσυχα, σιγά-σιγά.
MAP. Μου τρέχουνε, μου τρέχουνε.
ΑΝΤ. Ξέρω πως σου τρέχουνε. Περιμένετε μια στιγμή. Θα τη τυλίξουμε με τη κουβέρτα προσεκτικά. Προσέχτε κυρ-καραμπινιέρο.
ΤΖΟ. Περιμένετε. Θα πάρω τη ζακέτα μου και θα 'ρθω μαζί σας κι εγώ.
ΑΝΤ. Να μείνεις στο σπίτι εσύ. Αυτές είναι γυναικείες δουλειές. Πάρε καλύτερα μια πατσαβούρα και καθάρισε τα νερά από το πάτωμα.
ΤΖΟ. Ορίστε... ναι... θα πάρω μια πατσαβούρα και θα καθαρίσω... αυτό είναι αντρική δουλειά. (φεύγουν όλοι εκτός από τον Τζοβάνι που παίρνει πατσαβούρα και πάει σιγά-σιγά στο παράθυρο). Για δες τι αναστάτωση, ποιός ξέρει πως θα το πάρει ο Λουίτζι όταν γυρίσει από τη δουλειά και δει πως έγινε ξάφνου πατέρας... θα του 'ρθει κόλπος. Πάει, θα τα τινάξει. Πρέπει να μιλήσω οπωσδήποτε μαζί του και να τον προετοιμάσω σιγά-σιγά για την ευτυχία του. Πρώτα θα μιλήσω για παλιά πράματα. Φυσικά, θ' αρχίσω με τον Πάπα: «Αγαπητοί εν Χριστώ αδελφοί» (πέφτει στα γόνατα κι αρχίζει να καθαρίζει το πάτωμα). Είναι μούσκεμα. Τι περίεργα που μυρίζει... σα ξύδι... μπα, σα σαλαμουρα... Δεν το 'ξέρα πως πριν γεννηθούμε κολυμπάμε σε σαλαμουρα μ' ελιές. Ελιά; Σαλαμούρα; Όχι, όχι, μα τρελάθηκα; Δε ταιριάζει εδώ η ελιά. (η σειρήνα ξανακούγεται, ο Τζοβάνι σηκώνεται και πηγαίνει στο παράθυρο). Να, φεύγουν. Ας ελπίσουμε πως όλα θα πάνε καλά. Τί είναι αυτό; Κι άλλη ελιά. Αν η προέλευση τους δεν ήταν λίγο ανεξήγητη, θα τις έτρωγα αμέσως... Έχω μια πείνα. Δε μαγειρεύω καμιά καναβουρόσουπα; Ίσως έχει καλή γεύση. Το νερό είναι κιόλας στη φωτιά. Θα βάλω μέσα δυο κύβους χχχχ... ένα κρεμμύδι... (ανοίγει το ψυγείο). Σα να το 'ξέρα. Κύβοι δεν υπάρχουν ούτε κρεμμύδια. Θα πρέπει να βρω τη δύναμη να βάλω κουνελίσια κεφάλια. Στο διάβολο. Αισθάνομαι σα τη μάγισσα του παραμυθιού όταν ετοίμαζε το φαρμακερό βοτάνι. Μετά θα δεις, θα φάω τη σουπίτσα και, κλικ, θα μεταμορφωθώ σε βάτραχο ή σ' έναν από τους εφτά νάνους, μάλλον ο όγδοος. (αφηρημένος πιάνει το συγκολλητή). Τί θέλει δω ο συγκολλητής; Πόσες φορές πρέπει να πω σε κείνη τη βλαμμένη την Αντονία ότι δε πρέπει να τονε χρησιμοποιεί για ν' ανάβει το γκάζι γιατί είναι επικίνδυνο. Κι εκτός των άλλων, μου ξεφορτίζει και τις μπαταρίες. (στη πόρτα προβάλλει ο Λουίτζι, άντρας της Μαργαρίτας).
ΛΟΥ. Επιτρέπεται; Είναι κανείς; (ανήσυχα).
ΤΖΟ. Ω, Λουίτζι, γεια. Πώς κι έτσι τέτοια ώρα από δω;
ΛΟΥ. Γεια σου Τζοβάνι. Θα σου εξηγήσω αργότερα τι συμβαίνει. Μήπως ξέρεις πού είναι η γυναίκα μου; Πήγα στο σπίτι, τα βρήκα όλα ανοιχτά αλλά δεν είναι κανείς εκεί.
ΤΖΟ. Α, ναι, η γυναίκα σου ήταν εδώ πριν δέκα λεπτά, έφυγε με την Αντονία.
ΛΟΥ. Και πού πήγε;
ΤΖΟ. Να, ξέρεις είναι κάτι γυναικοδουλειές.
ΛΟΥ. Τί γυναικοδουλειές;
ΤΖΟ. Ε, ηρέμησε σου λέω. Τί έχεις; Όταν σου λέω γυναικοδουλειές, παναπεί πως είναι δουλειές που μας δε πρέπει να μας ενδιαφέρουν. Εμείς πρέπει να ενδιαφερόμαστε μόνο για τις υποθέσεις των αντρών. Κατάλαβες τώρα;
ΛΟΥ. Τί θα πει να μη μ' ενδιαφέρουνε; Μ' ενδιαφέρουνε και με παραενδιαφέρουνε.
ΤΖΟ. Α, έτσι! Και σε παραενδιαφέρουνε; Τότε γιατί δεν ενδιαφέρθηκες να κλείσεις ένα κρεβάτι, τουλάχιστον ένα μήνα πριν, όπως συνηθίζεται;
ΛΟΥ. Ένα κρεβάτι! Τί κρεβάτι; Να το κάνω τί;
ΤΖΟ. Α, βέβαια, είναι υποθέσεις γυναικείες, ε; Πάντα οι ίδιες κουβέντες. Τις αφήνουμε το φάκελο με το μισθό και μετά λέμε: βόλεψε τα. Κάνουμε έρωτα και λέμε: πάρε
το χάπι. Τις γκαστρώνουμε και... Βολέψου. Αυτές θα πρέπει να πάνε το παιδί στο άσυλο, αυτές να το ξαναπάρουνε.
ΛΟΥ. Τί είναι αυτά που λες;
ΤΖΟ. Λέω πως έχουνε δίκιο. Είμαστε πραγματικά πολύ αδιάφοροι. Κι εμείς οι ίδιοι γινόμαστε, με τη σειρά μας, εκμεταλλευτές...
ΛΟΥ. Τί σχέση έχουν αυτά με τ' ότι η Μαργαρίτα αφήνει ορθάνοιχτο το σπίτι χωρίς ένα σημείωμα κι εξαφανίζεται;
ΤΖΟ. Και γιατί θα 'πρεπε να σ' αφήσει σημείωμα, ρε κύριε, αφού ήσουνα βάρδια στο εργοστάσιο; Πώς γύρισες τόσο γρήγορα;
ΛΟΥ. Να, αποκλείστηκε το τρένο.
ΤΖΟ. Ποιός το απέκλεισε;
ΛΟΥ. Όλοι οι εργάτες. Θα καταλάβεις. Οι κερατάδες μας αύξησαν τα εισιτήρια 30%.
ΤΖΟ. Κι εσείς αποκλείσατε το τρένο;
ΛΟΥ. Βέβαια. Τραβήξαμε το συναγερμό και πηδήξαμε όλοι κάτω. Μπλοκάραμε όλες τις γραμμές. Ακόμα και το EXPRESS για το Παρίσι. Έπρεπε να 'σουν εκεί να δεις τους σταθμάρχες πώς είχανε φρίξει από το κακό τους.
ΤΖΟ. Α, α, τί ωραία γιορτή. Τί ωραία επιχείρηση! Με συγχωρείς, αλλά όλ' αυτά, για μένα, θεωρούνται ενέργειες εξτρεμιστών που σκοπό έχουν να παίξουνε το παιχνίδι της αντίδρασης.
ΛΟΥ. Βέβαια, βέβαια, είμαι σύμφωνος κι εγώ. Και το είπα μάλιστα στους άλλους συντρόφους. Είναι βλακεία που 'μαστε εδώ και κάνουμε αυτή τη φασαρία για να μας κατεβάσουνε το εισιτήριο. Δε πρέπει να δεχτούμε την αύξηση με τίποτα.
ΤΖΟ. Α μπράβο! Έτσι τα βλέπεις κι εσύ. Μα σου την έδωσε; 'Ακου κει να μη δεχτούνε την αύξηση.
ΛΟΥ. Βέβαια, η εταιρεία πρέπει να μας πληρώνει το εισιτήριο. Πρέπει μάλιστα να μας πληρώσει και το χρόνο που περνάμε στο τρένο. Γιατί τις ώρες εκείνες δε κάνουμε τουρισμό, τις χάνουμε για τ' αφεντικό. Σηκωνόμαστε δυο ώρες πιο μπροστά γι' αυτό και γυρίζουμε στο σπίτι δυο ώρες μετά, πάντα γι' αυτό.
ΤΖΟ. Μιλάς στ' αλήθεια; Ποιός σε ξεσήκωσε; Κανείς από κείνους τους εξτρεμιστές; Τους επαγγελματίες, βάζω στοίχημα. Οι προβοκάτορες.
ΛΟΥ. (συρτά). Μη λες μαλακίες. Προβοκάτορες. Ο Τονίνο είναι προβοκάτορας;
ΤΖΟ. Ποιός Τονίνο; Κείνος που 'ναι στις πρέσσες;
ΛΟΥ. Ναι, κείνος. Κι ο Μάρκος... κι οι τρεις Καλαβρέζοι. Οι χωριανοί μας (κοφτά).
ΤΖΟ. Α, κείνοι σε ξεσήκωσανε, κείνοι οι φενταγίν.
ΛΟΥ. Όχι, πήγα μόνος μου, δε θέλει και πολύ νου να καταλάβεις ότι έτσι δε μπορείς να πας μπρος. Πρέπει να παλαίψεις κι όχι να περιμένεις τη καλή θέληση της κυβέρνησης, τη παρεμβολή του συνδικάτου και το πράσινο φως του κόμματος. Πρέπει επιτέλους να τους το κόψουμε ότι θα πρέπει να παίρνουμε άδεια κι όταν πηγαίνουμε για κατούρημα. Και μετά η εθνική ενότητα... οι κρίσιμες για το έθνος περιστάσεις... κάντε υπομονή... δείξτε κατανόηση... οι αντικειμενικές συνθήκες... όταν έρθουμε στην εξουσία... η κατοχύρωση της δημοκρατίας. Όχι, φτάνει, Πρέπει να πάρουμε απόφαση να παλαίψουμε μόνοι μας.
ΤΖΟ. Δε μου λες μίλησες με κείνο τον αστυνόμο της ασφάλειας χωρίς μουστάκι που 'ναι φτυστός με τον καραμπινιέρο με τα μουστάκια; Ή κάνω λάθος;
ΛΟΥ. Με ποιόν;
ΤΖΟ. Να, με κείνο τον προβοκάτορα, το μαοϊκό αστυνόμο που λέει ότι πρέπει να ξεσηκώνουμε τα πάντα από τα σούπερ-μάρκετ. Εκείνος που μιλά ξαναμμένα κι ασυνείδητα, όπως εσύ.
ΛΟΥ. Πού θες να τονε ξέρω; (δοκιμάζει το περιεχόμενο του ανοιχτού κουτιού). Χμ, δεν είναι κι άσχημο αυτό το πράμα... Τί είναι;
ΤΖΟ. Αλήθεια, έφαγες από κείνο το κουτί;
ΛΟΥ. Ναι, δεν το βρίσκω και τόσον άσχημο. Με συγχωρείς, αλλά πεινούσα.
ΤΖΟ. Χωρίς λεμόνι;
ΛΟΥ. Γιατί; Έπρεπε να βάλω και λεμόνι;
ΤΖΟ. Μπορεί, δε ξέρω. Είσαι σίγουρος όμως ότι είναι καλό;
ΛΟΥ. Πολύ καλό. (μασουλώντας).
ΤΖΟ. Κάνει να δοκιμάσω; Το περίμενα χειρότερο. Πάντως είναι καλύτερο από το φαΐ για χρυσόψαρα. Σε πειράζει; Θ' ανοίξω κι εκείνο το κουτί.
ΛΟΥ. Γιατί δεν τ' ανοίγεις;
ΤΖΟ. Είναι φαΐ για σκυλιά και γατιά.
ΛΟΥ. Φαΐ για σκυλιά και γατιά; Αλήθεια, είσαι τρελός.
ΤΖΟ. Όχι, είμαι ένας εκκεντρικός, ένας καλοφαγάς. Δοκίμασε κι αυτό. (του φέρνει ένα πιάτο σούπα). Δοκίμασε, δοκίμασε.
ΛΟΥ. Ε, δεν είναι κι άσχημο. Τι είναι;
ΤΖΟ. Είναι μια καινούργια σπεσιαλιτέ: σούπα από καναβούρι για καναρίνια με ζουμί από κατεψυγμένα κουνελίσια κεφάλια.
ΛΟΥ. Καναβούρι για καναρίνια και κουνελίσια κεφάλια;
ΤΖΟ. Είναι κινέζικη σπεσιαλιτέ. Λέγεται Πάπα και Λιν Πιάο. Ρεβιζιονιστική σπεσιαλιτέ.
ΛΟΥ. Το καναβούρι είναι λιγάκι σκληρό.
ΤΖΟ. Ε, τί περιμένεις, καναβούρι είναι. Μήπως και το πιλάφι που μπαίνει ανάμεσα στα δόντια καλύτερο είναι... Ποιός έφαγε την ελιά που 'ταν εκεί;
ΛΟΥ. Εγώ. Γιατί; Δεν έπρεπε;
ΤΖΟ. Ε, όχι και δεν έπρεπε. Ίσα ίσα! Ήταν η ελιά της γυναίκας σου. Κοίτα, μη νοιάζεσαι ούτε για το φαΐ του νεογέννητου παιδιού.
ΛΟΥ. Τί μου λες; Η ελιά της γυναίκας μου... Το νεογέννητο παιδί...
ΤΖΟ. Ναι. Γιατί δε ξέρεις όταν γεννιέται κάποιος... ξέρεις τη σαλαμούρα... ότι μετά χάνεται... Καλά, ας τ' αφήσουμε αυτά, καλύτερα να φτάσουμε κει σιγά-σιγά... Ας αρχίσουμε από τον Πάπα. Λοιπόν ο Παυλάκης...
ΛΟΥ. 'Ακου Τζοβάνι μου φαίνεται πως δεν είσαι καλά. Τί είναι αυτά που λες. (ειρωνικά).
ΤΖΟ. Μπα; Γιατί, εσύ τα λες καλύτερα; Το αφεντικό που θα πρέπει να μας πληρώσει το εισιτήριο, γιατί ταξιδεύουμε για κείνο. Και θα πρέπει να μας πληρώνει και τις ώρες
που χάνουμε στο τρένο... Λοιπόν, έτσι που λες, θα 'πρεπε να μας πληρώνει και τις ώρες που κοιμόμαστε, γιατί ξεκουραζόμαστε για κείνο για να 'μαστε πιο φρέσκοι την άλλη μέρα στη δουλειά και θα 'πρεπε να μας πληρώνει ακόμη και το σινεμά και τη τηλεόραση, γιατί αυτό το πράμα μας βοηθά να χαλαρώσουμε και να ηρεμήσουνε τα νεύρα μας και θα 'πρεπε να πληρώνει κάτι και στη γυναίκα μας όταν κάνουμε έρωτα, γιατί με τον έρωτα δυναμώνουμε και μετά αποδίδουμε περισσότερο.
ΛΟΥ. Καλά λες. Μήπως δεν είναι αλήθεια πως οι γυναίκες μας κάνουνε τις δούλες στ' αφεντικά; Σ' αυτές δε ξεσπάμε όταν γυρίζουμε από τη δουλειά; Στο σπίτι δεν ερχόμαστε να κρυφτούμε σα τα ποντίκια στη τρύπα, να γλύψουμε τις πληγές, να ξύσουμε τη ψώρα ο ένας στον άλλο, να κρύψουμε όλη τη λύπη, το κενό, την αθλιότητα αυτής της σκατοζωής που μας αναγκάζουν να κάνουμε;
ΤΖΟ. Έλα, μη γίνεσαι τόσον υπερβολικός. Οχι και σκατοζωή. Είμαστε καλύτερα από πριν, ένα σπίτι λίγο-πολύ το 'χουμε όλοι. Μερικοί έχουν ως κι αμάξι, ψυγείο, τηλεόραση.
ΛΟΥ. Τί να το κάνω γω το ψυγείο, τ' αμάξι και τη τηλεόραση... όταν, να πάρει η ευχή, αηδιάζω για τη ζωή που κάνω; Μια δουλειά καλογυμνασμένης μαϊμούς: Συγκόλληση, χτύπημα, συγκόλληση... (κι ο Τζοβάνι, ασυναίσθητα, αρχίζει μηχανικά να μιμείται κι αυτός τη δουλειά της αλυσίδας) χτύπημα, συγκόλληση...
ΤΖΟ. Χτύπημα, τρυπανιά... δρόμο αυτό το κομμάτι, μπρος, έν άλλο, συγκόλληση... Να πάρει ο διάβολος, με παρέσυρες, πας να με τρελάνεις.
ΛΟΥ. Όχι, δε θα σε τρελάνω αγώ, το αφεντικό θα σε τρελάνει, που σε κυνηγά παντού: στο σινεμά για γαμήσια απραγματοποίητα, με κώλους που κουνιούνται από τη μια άκρη της οθόνης μέχρι την άλλη. Μ' αχόρταγες γυναίκες που μιλάνε και κουνάνε το στόμα και τη γλώσσα σα να γλύφουνε παγωτό. 'Αντε να μην πω τι γλύφουνε. Κι αυτό το ρεζιλίκι το λένε «λευτεριά του έρωτα»!
ΤΖΟ. Έχεις δίκιο για το σινεμά, πες και τ' άλλο. Ότι μετά, βγαίνοντας έξω παρελαύνεις μπρος από διαφημιστικές αφίσες με κώλους και στήθια που διαφημίζουνε σουτιέν, στυλό διαρκείας, τρακτέρ, οδοντόκρεμες, τυράκια, χύτρες ταχύτητας. Έχεις και τη γυναίκα δίπλα σου... τη κοιτάς... δεν έχει τα μαλλιά της λουσμένα με το "τάδε", «Ω, πώς τα κάνει μαλακά κι αιθέρια!», δεν έχει λακ, «ω, πόσο διάφανα είναι!», δεν έχει το συνταρακτικό άρωμα "δείνα". Δεν έχει το αστραφτερό κολιέ. Δεν έχει το διάφανο σα τα φτερά της πεταλούδας ρούχο. Τα στήθια ένα πράμα έτσι στρόγγυλα, που δε κινούνται διόλου. Τα πισινά είναι απλά πισινά, δεν είναι καν ένας κώλος σαν εκείνο του σινεμά, δεν τονε κουνά. Έχει χοντρά πόδια, τραχιά χέρια, τη κοιτάζω καλά-καλά και μου 'ρχεται να τη σπρώξω στο πρώτο χαντάκι που θα συναντήσω. 
ΛΟΥ. Έτσι είναι. Και σε μένα, ξέρεις τι μου συμβαίνει. Όταν κάνω έρωτα με τη γυναίκα μου, δεν κάνω με κείνην, αλλά μ' αυτή που διαφημίζει το αποσμητικό για τη ποδαρίλα (αηδιαστικά), και τις λεκάνες του καμπινέ.
ΤΖΟ. Τί φρίκη! Σκέτη αηδία!
ΛΟΥ. Είναι να ξερνάς. Σου μολύνανε τα πάντα. Σου μολύνανε την ατμόσφαιρα, σου μολύνανε τα ποτάμια, τη θάλασσα σου τη κατάντησαν έναν υπόνομο. Ακόμη και
τον έρωτα στονε κατάντησαν υπόνομο, τις σχέσεις σου με τον κόσμο, το φαΐ που τρως.
ΤΖΟ. Ε, όχι και το φαΐ που τρως. Η καναβουρόσουπα δεν είναι κι άσχημη.
ΛΟΥ. Κι όλα πηγαίνουνε στο χειρότερο... Κοίτα: Απολύσεις, τρομοκρατία, εργατικά ατυχήματα, ύποπτες πτωχεύσεις. Η τράπεζα που 'χε τα εκατομμύρια του ο Πάπας
φαλίρισε...
ΤΖΟ. Και που μας έπρηξε με τη T.V. σα σκιάχτρο στ' άσπρα που πάει να τρελάνει τις γυναίκες λέγοντας τους ότι πρέπει να μένουν έγκυες.
ΛΟΥ. Τί είναι τελικά αυτή η ιστορία με τον Πάπα που θέλει να μείνει έγκυος;
ΤΖΟ. Όχι, όχι κείνος έγκυος... Μακάρι, μ' όποιον θα τ' άρεσε... Μιλώ για τη γυναίκα σου. ΛΟΥ. Τί σχέση έχει η γυναίκα μου με τον Πάπα;
ΤΖΟ. Α, κάνεις πως δε ξέρεις...
ΛΟΥ. Όχι, τί να ξέρω; Τί είναι, τέλος πάντων, αυτή η ιστορία με τον Πάπα;
ΤΖΟ. Να, αν εσύ αντί να κάνεις έρωτα με το σαπούνι "δείξε" και το "μπήξε", έδινες προσοχή σ' αυτό που ονειρεύεται η γυναίκα σου τη νύχτα όταν έρχεται ο Παυλάκης στ' άσπρα κι αρχίζει: «Αδέλφια, για το Χριστό... ήρθα να σας πω ότι το χάπι είναι κατάρα του Θεού... Για το Χριστό... μη παίρνετε το χάπι».
ΛΟΥ. Και πραγματικά, η Μαργαρίτα... δε παίρνει το χάπι.
ΤΖΟ. Μπα, το ξέρεις κι εσύ. Ποιός στο 'πε;
ΛΟΥ. Ε, ποιος έπρεπε να μου το πει. Είναι άχρηστο να το παίρνει, γιατί δε μπορεί να κάνει παιδιά, επειδή έχει ένα κουσούρι που τώρα δε θυμάμαι...
ΤΖΟ. Εσύ έχεις κουσούρι αλλά στο νου. Η γυναίκα σου είναι μια χαρά κι όσο για παιδιά, έχει κιόλας.
ΛΟΥ. Έχει μωρό; Από πότε;
ΤΖΟ. Τώρα. Μάλιστα αυτή τη στιγμή μπορεί να γεννήθηκε πρόωρο πέντε μηνών.
ΛΟΥ. Μη λες ανοησίες, πέντε μηνών. Αυτή ούτε καν κοιλιά δεν είχε.
ΤΖΟ. Δεν είχε γιατί τη φάσκιωνε... Αλλά μετά η Αντονία τη ξεφάσκιωσε και τότε... πλαφ... μια κοιλαρά που φαινόταν εννιά μηνών... ίσως κι έντεκα.
ΛΟΥ. Πες μου, με κοροϊδεύεις;
ΤΖΟ. Ούτε στον ύπνο μου. Είναι τόσο σίγουρο που, αν θες να μάθεις, η γυναίκα μου έφυγε μαζί της, τη συνόδεψε με το νοσοκομειακό στη κλινική, γιατί κόντεψε να γεννήσει δω.
ΛΟΥ. Να γεννήσει δω;
ΤΖΟ. Σπάσανε τα νερά... κοίτα, τα μάζεψα γω.
ΛΟΥ. Μάζεψες τα νερά...
ΤΖΟ. Ναι, νερά, θα 'τανε καλύτερα να πούμε σαλαμούρα, ίσως με κάποια ελιά, να, κείνη που 'φαγες εσύ.
ΛΟΥ. Για άκου, σταμάτα το δούλεμα. Πού είναι η γυναίκα μου;
ΤΖΟ. Στο 'πα, στη κλινική.
ΛΟΥ. Ποιά κλινική;
ΤΖΟ. Πού θες να ξέρω. Αν την είχες δηλώσει, τώρα θα το ξέραμε. Αλλά έτσι που τα 'κανες, τώρα ψάχνοντας για το νοσοκομείο μπορεί το μωρό να γεννηθεί στ' αμάξι. Το φτωχούλι, ανάμεσα σ' όλες αυτές τις ελιές.
ΛΟΥ. Ακου, σταμάτα να κάνεις τον έξυπνο. Κι αυτή η μανία σου να κάνεις τον πνευματώδη και να κοροϊδεύεις σοβαρά πράματα μου τη σπάει. Πες μου πού είναι η γυναίκα μου μη σου 'ρθει καμιά...
ΤΖΟ. Ε, ηρέμησε. Στο 'πα ήδη, δε ξέρω. Όχι να, ίσως πήγανε σε κείνο το πράμα κει... πώς το λένε; Στο γυναικολογικό κέντρο.
ΛΟΥ. Στο γυναικολογικό κέντρο;
ΤΖΟ. Ναι, κει... Μα πού ζεις εσύ. Πώς φαίνεται ότι δεν έχεις ιδέα για τον πρόωρο τοκετό, λοιπόν κάτσε να σου εξηγήσω πώς γίνεται; Είναι ένα αμάξι με κουρτίνες, γεμάτο οξυγόνο... παίρνουνε τη γυναίκα που έχει πρόωρο... τεσσάρων-πέντε μηνών... μετά παίρνουν μια γυναίκα που 'χει ξαναγεννήσει... της κάνουνε καισαρική... της βάζουνε στη κοιλιά το μωρό, ξαναρράβουνε τον πλακούντα και τ' άλλα... και μετά τέσσερις μήνες (παύση)... ένα ψάρι!
ΛΟΥ. Κόφτο, δε με νοιάζει καθόλου για τ' αμάξι, τη μεταμόσχευση και τη καισαρική. Θέλω να μάθω πού είναι αυτό το γυναικολογικό κέντρο, να πάρει η ευχή... Έχεις τηλεφωνικό κατάλογο;
ΤΖΟ. Όχι, δεν έχω. Τί να το κάνω αφού δεν έχω τηλέφωνο. Έτσι, για να το ξεφυλλίζω και να μαθαίνω ποιός είναι στη πόλη;
ΛΟΥ. Πάμε κάτω στο μπαρ, εκεί σίγουρα υπάρχει τηλέφωνο. (βιασύνη).
ΤΖΟ. Μπράβο, θα τηλεφωνήσουμε στο γυναικολογικό κέντρο. Βέβαια, τώρα το θυμήθηκα, ο γυναικολόγος είναι στη Νικουάρντα.
ΛΟΥ. Μα η Νικουάρντα βρίσκεται στην άλλη άκρη της πόλης.
ΤΖΟ. Ε, ναι... θά 'ναι, το λιγότερο, είκοσι χιλιόμετρα από δω.
ΛΟΥ. Γιατί πήγαν τόσο μακριά;
ΤΖΟ. Και στο 'πα. Θέ μου τί βλάκας! Γιατί μόνο κει κάνουν μεταμοσχεύσεις. Παίρνουν μιαν άλλη γυναίκα που τυχαίνει κει... Μιαν άλλη γυναίκα; Η γυναίκα μου! Η Αντονία είναι κει σίγουρα... Κι είναι τόσο χαζή! Αυτή θα βάλουνε! Θα δεχτεί σίγουρα τη μεταμόσχευση και θα μου γυρίσει στο σπίτι γκαστρωμένη. Γρήγορα, κουνήσου. (βγαίνουν τρέχοντας).

                                      
                                 ΤΕΛΟΣ 1ης ΠΡΑΞΗΣ

                                                                           συνεχίζεται... Εδώ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers