Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Χατζηαλεξάνδρου Πάτροκλος: ...Λίγο Πριν Το Δείπνο

 

     Τον τελευταίο καιρό έχω αποκτήσει τη συνήθεια, το βραδάκι λίγο πριν το δείπνο, να βγαίνω ένα περίπατο στο πάρκο που 'ναι κοντά στο σπίτι μου. Μένω μονάχος μου από τότε που με χώρισε η κοπέλλα μου.... αλλ' αυτή η ιστορία ακόμα πονά πολύ... Λοιπόν κάθε φορά που βγαίνω τονε κάνω όλο και μακρύτερο, ξεκινώντας λίγο νωρίτερα κι επιστρέφοντας λίγο αργότερα κι ίσως φταίει που βαριέμαι να βλέπω τους άδειους τέσσερεις τοίχους... Εν τω μεταξύ, δεν έχω δα και τόση διάθεση κι όρεξη, όπως παλιότερα. Όχι, μη φανταστεί κανείς τρομερά πράματα, απλά έχει πέσει το ενδιαφέρον μου για τη ζωή, αλλά μιας κι είμαι εξαιρετικά φοβητσιάρης για να θέσω τέρμα στη ζωή μου, καμώνομαι πως ζω, καμώνομαι πως φλερτάρω με το θάνατο κι ο καιρός περνά χαρωπά. Λίγο πριν το δείπνο λοιπόν κάνω τη βολτίτσα μου, στο τεράστιο πάρκο που 'χω τη τύχη να με γειτονεύει... Τεράστιο πάρκο, τεράστιο σπίτι, άδεια και τα δυο σα τη καρδιά μου.



     Σήμερα λοιπόν βγήκα έχοντας ένα περίεργο αλλά καλό προαίσθημα. Μόλις είχε πέσει το σκοτάδι κι είχε λιγάκι δροσούλα. Περπάτησα χαλαρά ανάμεσα στις σειρές των δέντρων. Φωτισμός ανύπαρκτος, αλλά μου αρέσει. Περιπλανήθηκα, βαδίζοντας εξαιρετικά σιγά και νωχελικά -αν μ' έβλεπε κάποιος θα του σπάγανε τα νεύρα.



     Έχασα γρήγορα την αίσθηση του χρόνου και της απόστασης που 'χα διανύσει, όταν ξάφνου σα σε μαγεία, παραμερίσανε τα σύννεφα που τόσην ώρα κρύβανε τη σελήνη και το πάρκο λούστηκε μ' ασημένιο, λαμπερό, πλούσιο φως. Κοντοστάθηκα και κοίταξα ψηλά, χάζεψα με τη θέα της Κυράς της Νύχτας. "Πανσέληνος" σκέφτηκα, "έτσι εξηγείται η περίεργη διάθεσή μου".



     Κατέβασα το βλέμμα μου, ευχάριστα έκπληκτος και συνέχισα το σουρτό νωχελικό βάδισμά μου. "Το καλύτερο που μου 'χει συμβεί τον τελευταίο καιρό!" σκέφτηκα και σχεδόν αμέσως το πήρα πίσω! Λίγα μέτρα πιο πέρα είδα κάτι ακόμα καλύτερο που μου 'κοψε την ανάσα: Ένα κορίτσι περπατούσε το ίδιο νωχελικά με μένα κι έμοιαζε να μαζεύει πάνω της όλο το φως του φεγγαριού. Τα 'χασα!



     Τη χάζεψα λιγάκι: ήτανε λυγερόκορμη, φορσούσε ένα σκούρο κόκκινο φόρεμα με τιράντες που άφηνε γυμνή τη πλάτη και τους ώμους της. Είχε μακριά, σκούρα μαλλιά, που της φτάναν ως χαμηλά στη μέση, ίσα πάνω από την αρχή των γοφών. Ο τρόπος που περπατούσε... πώς να τονε περιγράψω; Αρχοντικός κι απελπισμένος ταυτόχρονα, ερωτικός κι αποτρεπτικός. Οι όμορφες γάμπες της, που μένανε γυμνές από το μήκος του φορέματος, διασταυρώνονταν με χάρη και πίκρα, αργά κι αδυσώπητα, για το βλέμμα μου. Εντελώς ασυναίσθητα, όπως ο σκώρος που 'χει τη μανία να πετά προς το φως,  τάχυνα το βήμα μου και τη πλησίασα. Όταν είχα φτάσει αρκετά κοντά, ένιωσα το άρωμά της... έν άρωμα που δεν είχα ξαναμυρίσει. Μου 'δινε την εντύπωση μαραμένου μοσχομυριστού άνθους, σε συνδυασμό με την οσμή των πεσμένων φύλλων που 'χουν ανακατευτεί με το υγρό χώμα. Εξαιρετικά παράξενο και θελκτικό άρωμα.
     Καθώς πλησίαζα, για να μη τη τρομάξω, άρχισα να σιγοσφυρίζω ένα παλιό σκοπό κι όταν έφτασα κοντά της, τη χαιρέτησα απαλά!
 -"Καλησπέρα σου ομορφιά μου!" της είπα κι όταν γύρισε να με κοιτάζει, δείχνωντας κοκέτικα ευχαριστημένη, υποκλίθηκα.
 -"Καλησπέρα σου ευγενικέ μου κύριε", είπε τάχα αδιάφορα και στράφηκε μπροστά της, συνεχίζοντας να βαδίζει στο ίδιο τέμπο.
     Παλάβωσα. Ήτανε τόσον όμορφη, μα τόσον όμορφη... που μου 'κοψε την ανάσα. Μεγάλα σκούρα μάτια με μεγάλες βλεφαρίδες, φρύδια μεγάλα τοξωτά και γραμμένα, μεγάλα, σκουροκόκκινα και σαρκώδη χείλια, μικρή, κομψή μυτούλα και πρόσωπο... "φεγγάρι" -που 'λεγε κι συχωρεμένη η γιαγιά μου- λευκό σαν οπτασία, στηριγμένο σ' ένα κυκνίσιο λαιμό.
 -"Σε βλέπω έτσι κι αναρωτιέμαι, πώς και δε νιώθεις τη ψυχρούλα", είπα μη ξέροντας τί άλλο να πω.
 -"Ω! έχεις δίκιο... βλέπεις συνηθίζω να παίρνω τον περίπατό μου, λίγο πριν το δείπνο, σήμερα όμως μάλλον εκτίμησα λάθος τον καιρό... με παρέσυρε κι εκείνο το φεγγάρι... Πάντως αντέχεται ακόμα..."
     Ο νους μου άρχισε να βουΐζει... "ώστε έχουμε την ίδια συνήθεια";
 -"Ξέρεις; Κι εγώ συνηθίζω να περπατώ λίγο πριν το δείπνο... Μου ανοίγει την όρεξη", της είπα ψέμματα χαμογελώντας κι ένιωσα τη μύτη μου να μεγαλώνει μερικά εκατοστά. Γύρισε και με κοίταξε τάχα αδιάφορα. Τώρα βαδίζαμε πλάι-πλάι και μπορούσα να κοιτώ το προφίλ της... για την ακρίβεια μόνον αυτό κοιτούσα μαγεμένος. Χαμογέλασε επίσης κάπως άκεφα.
 -"Εμένα μου ...δίνει όρεξη", είπε κι αυτή η ατάκα μου φάνηκε σοφή.
 -"Είσαι φιλόσοφος, υποθέτω", της είπα με μια βεβαιότητα. Χαμογέλασε.
 -"Πώς κατέληξες σ' αυτό το συμπέρασμα;" με ρωτησε ανέκφραστα -σχεδόν ούτε ο ερωτηματικός τόνος δε φάνηκε στη φωνή της. Σειρά μου να χαμογελάσω.
 -"Υποθέτω πως όχι πριν πολύ καιρό, χώρισες..." συνέχισα απτόητος τις μαντεψιές.
 -"Αυτά δε τα ρωτάνε σε μια κυρία". απάντησε κάπως παιγνιδιάρικα.
 -"Κάθε φορά ο περίπατος... μεγαλώνει..." ακάθεκτος εγώ.
 -"Αα ώστε έτσι εξηγείται λοιπόν: με παρακολουθείς!" παιγνίδισε με τη φωνή μα όχι με το πρόσωπο.



     Αλήθεια, πριν είπα κορίτσι, τώρα αναρωτιέμαι τάχα πόσω χρονών να 'ναι. Με μπέρδεψε που 'τανε μικροκαμωμένη, όμως είπε: "Κυρία", αλλά και πάλι, τώρα που τη κοιτώ κατά πρόσωπο, δε μπορώ να προσδιορίσω την ηλικία της. Υποθέτω κάπου μεταξύ είκοσι και τριανταπέντε.
 -"...κι η όρεξη μειώνεται, έτσι δεν είναι;" ολοκλήρωσα τη διακοπείσα μαντεψιά.
 -"Ααααα μα και το σπίτι μου παρακολουθείς λοιπόν; Αρχίζω να φοβάμαι..." με κοίταξε στα μάτια και για λίγο έχασα τον κόσμο.
 -"Όχι, απλώς είμαι μάγος!" είπα με στόμφο, όταν κατάφερα να βρω την αυτοκυριαρχία μου.
 -"Μάγος ε; Κάνε μου ένα μαγικό λοιπόν!" είπε χαμογελώντας άτονα. Προφανώς είχε περάσει κι αυτή μεγάλο τράκο. Έχει χάσει το ενδιαφέρον κι απλώς αντιδρά ανακλαστικά, έβγαλα το συμπέρασμα. Τη κοίταζα συνέχεια και κόντεψα να πέσω, σκοντάφτοντας. Γέλασε. Ένα γάργαρο ηχηρό γέλιο που με συγκλόνισε. Δεν τα 'χασα στιγμή όμως! Βρισκόμουνα στο έδαφός μου τώρα.
 -"Είδες; Νάτο!" είπα.
 -"Ναι, πώς δεν είδα. Σπουδαίος μάγος που δε βλέπει μήτε μπρος από τη μύτη του!" είπε και συνέχισε να γελά.
 -"Κι όμως... ήταν έν απλό μαγικό, που κάνει το λυπημένο κορίτσι να λύνεται στα γέλια", της είπα με καμάρι.



     Σταμάτησε να γελά κρατώντας όμως το χαμόγελο στα χείλη της. Μου φανέρωνε δυο θαυμάσιες σειρές δόντια, ολόλευκα και πανέμορφα, σα κομματάκια πέρλες.
 -"Νομίζω πως μόλις μου 'κανες ένα ρούμπο!" είπε. "Πράγμα που τολμώ να πω, δεν είναι συνηθισμένο. Μπράβο λοιπόν!" κι έδειξε να με προσέχει σα να μ' έβλεπε πρώτη φορά. Γύρισε μπροστά και σοβαρεμένη συνέχισε να βαδίζει.
 -"Μπορώ να κάνω πολλά μαγικά... αλλά δε θέλω ρούμπους..." άφησα τη φράση να αιωρείται. Γύρισε και με κάρφωσε με το βλέμμα.
 -"Τί θέλεις;" με ρώτησε και φαινόταν έτοιμη να μου χυμήξει. Το ρισκάρισα.
 -"Θα σου φαινότανε πολύ χαζό αν σου 'λεγα πως εδώ και λίγην ώρα, το μόνο που θέλω στη ζωή μου είναι να κερδίσω την εύνοιά σου";
     Έμεινε σιωπηλή, κοιτάζοντάς με, αλλάζοντας εκφράσεις: από έκπληξη με θυμό ως την έκπληξη με μπόλικη θηλυκιά φιλαρέσκεια. Όταν πέρασαν όλες:
 -"Μου φαίνεται πως βιάζεσαι πολύ... Αυτό κι αν θα 'ναι μαγικό! Αναρωτιέμαι τί γητειές και ξόρκια θα χρησιμοποιήσεις για να το πετύχεις".
 -"Θα 'ναι δύσκολο, το ξέρω. Πρέπει να κόψω το μικρό μου δαχτυλάκι, να βρω και μια ψόφια κουκουβάγια ή νυχτερίδα..."
 -"Στοπ! Δεν είναι αστείο! Ανατρίχιασα... πω πω!" μου 'πε πειραχτικά.
 -"..αλλ' αντ' αυτού λέω ν' ακολουθήσω τη πεπατημένη!" ολοκλήρωσα τη φράση μου.
 -"Αχά... δηλαδή τα ίδια πληκτικά που λεν όλοι οι άντρες! πφφφ..."
 -"Η πεπατημένη που εννοώ εγώ είναι να σου προσφέρω τη καρδιά μου"!
 -"Τώρα το πήγες στο μελό"!
 -"Το εννοώ! Με το που 'δα να σε λούζει το φως της σελήνης, νομίζω πως ολάκερη η ζωή μου δεν έχει άλλο νόημα, πέρα απ' το να 'μαι δίπλα σου"!
 -"Και τα μαγικά; Θα τα παρατήσεις";
 -"Όχι φυσικά! Αυτά θα μου χρειαστούνε να διώχνω τα σύννεφα από τη σελήνη μας, κάθε βράδυ, ώστε να σε φωτίζει συνέχεια. Τη καρδιά σου όμως θέλω να τη πάρω με την αξία μου"!
 -"Ε λοιπόν πλάκα έχεις!" είπε χαμογελώντας.
 -"Θα μου επιτρέψεις, όσο βαδίζουμε, να σου κρατώ το χέρι";
 -"Ω μα βιάζεσαι πάρα πολύ ε";
 -"Ε σιγά... δεν είπα δα και τίποτα κακό! Ας περπατήσουμε χέρι-χέρι παρακαλώ, για να μη ...σκοντάψω ξανά! Βλέπεις, δε μπορώ να πάρω το βλέμμα μου από πάνω σου"!
 -"Γιατί νομίζω πως με ρούμπωσες πάλι;" μου 'πε τάχα απειλητικά. Άπλωσα το χέρι μου αργά κι απαλά κι έπιασα το δικό της. Δε φάνηκε να το χάρηκε, αλλά δε το τράβηξε κιόλας. "Νομίζω πως το κέρδισες με την αξία σου"! Χαμογέλασα. Χαμογέλασε.



     Το χέρι της ήτανε τόσο απαλό, μα πολύ δροσερό. Σταμάτησα. Σταμάτησε κι εκείνη παραξενεμένη.
 -"Μισό λεπτό, παρακαλώ"!
 -"Τί έγινε; Τί έπαθες;" ρώτησεν ανήσυχα. Τράβηξα το χέρι μου κι έβγαλα το σακάκι. Της το 'ριξα στους ώμους.
 -"Έχει δροσούλα κι εσύ δε το καταλαβαίνεις βέβαια, αλλά κρυώνεις. Το χέρι σου είναι δροσερό... Κάνω λοιπόν το μαγικό της ...ζεστασιάς!" είπα με στόμφο και της ξανάπιασα το χέρι. Δέχτηκε το σακάκι μου χωρίς να πει κάτι, αλλά μου φάνηκε πως έδειξε να της αρέσει το ενδιαφέρον μου. Συνεχίσαμε να περπατάμε. Μετά από κάμποσην ώρα, που εγώ είχα χαθεί στον κόσμο μου αγαλλιασμένος με το δροσερό απαλό άγγιγμα του χεριού της, έσπασε τη σιωπή:
 -"Πες μου τί ονειρεύεσαι"; Με αιφνιδίασε! Κοίταξα το ρολόι μου επιδεικτικά, χωρίς να τα χάσω:
 -"Μέχρι πριν... μισήν ώρα εννοείς ή από κει και μετά"; Χαμογέλασε με τη καρδιά της.
 -"Νάτος κι ο τρίτος ρούμπος"!
      Γύρισε και με τύλιξε με το βλέμμα της. Ζεστάθηκα, ζεστάθηκα σύγκορμος. Γιατί πρέπει να μολογήσω πως από την ώρα που 'βγαλα το σακάκι μου και της το 'δωσα, άρχισα να νιώθω στο κορμί μου τη ψύχρα.
 -"Όχι! Αλήθεια λέω... Δε σου 'χει τύχει ποτέ";
 -"Δεν απάντησες όμως..."
 -"Ίσα-ίσα! Απάντησα μια χαρούλα... Σειρά σου τώρα..."
 -"Τί πράγμα";
 -"Εσύ τί ονειρεύεσαι";



     Σοβαρεύτηκε. Πήρε ονειροπόλο βλέμμα, γύρισε μπροστά της κι άρχισε να λέει, αργά και μ' όλη της τη θαυμάσια χάρη:
 -"Ονειρεύομαι, πως ...λίγο πριν το δείπνο, που θα 'χω ετοιμάσει και σερβίρει εγώ για τον καλό μου, θα του φωνάξω: <Αγαπημένε, έτοιμο το δείπνο σου καλέ μου>. Μετά θα κάτσω κοντά του, να κοιτάζω που τρώει, να ευχαριστιέται κι εγώ να χορταίνω... να χορταίνω... να γεμίζει ζωή κι ευχαρίστηση όλο μου το κορμί. Κι όταν χορτάσει, να του σκουπίσω τα χείλια με τα δικά μου, να φάω κι εγώ ό,τι περίσσεψε και μετά να με πάρει αγκαλιά, να πάμε στο κρεβάτι μας... και..." σταμάτησε απότομα. "Μα τί κάθομαι και σου λέω, ε";
 -"Όχι-όχι... συνέχισε..."
 -"Ναι καλά", παιδιάρισε, "εσύ δεν είπες..."
 -"Ορίστε, είδες; Κρεμόμουν απ' τα χείλια σου συνεπαρμένος κι εσύ το 'κοψες στο καλύτερο!" είπα παριστάνοντας τον παρεξηγημένο. Γέλασε. Αχ αυτό το γέλιο της μου 'λυσε τα γόνατα. "Λοιπόν σκέφτομαι να κάνω ένα μαγικό..."
 -"Ωχ! Δηλαδή";
 -"Να... λέω πως με το που θα πω: Ασπρηπετραξέξασπρη, θα 'μαι, λέει, ο καλός σου, αλλά θα σου προσφέρω εγώ το δείπνο στο σπίτι μου... εεε δεν είναι απαραίτητη η μετά πορεία..." Εκείνη σταμάτησε να βαδίζει, γύρισε με κοίταξε, δίστασε. Ύστερα σα να το σκέφτηκε καλύτερα:
 -"Όχι... όχι"!
 -"Μα γιατί; Αντί να χωριστούμε σε λίγο -το λέω και νιώθω ήδη να μου λείπεις- να φάμε μονάχοι μας στο άδειο σπίτι του έκαστος, προτείνω να φάμε παρέα, απλώς. Τίποτ' άλλο"!
 -"Αααα... είπα κι εγώ..." γέλασε, "...αλλά και πάλι..."
 -"Τί; Τί είναι πάλι"; Όλος αγωνία!
 -"Νομίζω πως είναι... καλύτερα... στο δικό μου σπίτι!" είπε, με τις διακοπές στα κατάλληλα σημεία, ώστε να μου εντείνει την αγωνία! Στο τέλος της φράσης της σχεδόν αναστέναξα, ανακουφισμένος. Αλλά και πάλι δεν έχασα όλο το παιγνίδι:
 -"Μπα; Και γιατί παρακαλώ";
 -"Να... υποθέτω πως το σπίτι σου είναι πιο μακριά... περπατάμε τόσην ώρα... ενώ το δικό μου είναι σε λίγα μέτρα. Πού να τρέχουμε τώρα στο δικό σου;" χαμογέλασε πειραχτικά.
 -"Ορίστε! Να αυτός είναι ρούμπος... νικητήριος..." είπα ευχαριστημένος και πανευτυχής. Προσπάθησα να το συγκρατήσω μα δε τα κατάφερα. Η ευτυχία μου ξεχείλιζε. Χαμογέλασα μέχρι τ' αφτιά: "...και μάλιστα πολλαπλώς"!
 -"Από την έκφραση που 'χεις στο πρόσωπό σου, να υποθέσω πως δεν είχες φαγητό στο σπίτι ε";
 -"Χμμ... προδόθηκα ε; Ε λοιπόν ούτε σπίτι έχω..."
 -"Ύπουλο πλάσμα"!
     Βάλαμε τα γέλια.



     Κάναμε τα λίγα μέτρα μέχρι το σπίτι της χαχανίζοντας, τρέχοντας, παίζοντας, σα δυο ερωτευμένοι έφηβοι. Περιττό να πω πως ένιωθα να πετάω ψηλά... δίπλα στη σελήνη. Κρατούσα το χέρι του κοριτσιού μου, ένιωθα δυνατός και τυχερός, -σχεδόν λυπόμουνα τους άλλους άντρες που δεν είχανε τέτοιο πλάσμα δίπλα τους. Εκείνη φορούσε ακόμα το σακάκι μου και χαμογελούσε.



     Όταν άνοιξε τη πόρτα με το κλειδί της, μου 'κανε μια βαθειά υπόκλιση και μου 'γνεψε να περάσω.
     Μπήκα μέσα. Ήτανε μισοσκότεινα, πράγμα απολύτως φυσικό, καθώς είχε βγει, όταν ακόμα ήτανε μέρα. Έστω στο τελείωμά της, αλλά έφεγγε ακόμα.
     Την άκουσα πίσω μου να κλείνει τη πόρτα και να κλειδώνει, ενώ ακόμα προσπαθούσα να συνηθίσω τη νέα όραση του μισοσκόταδου. Επειδή δεν έβλεπα, έμεινα ακίνητος. Άκουσα πίσω μου τα βήματά της. Μ' έσπρωξε από πίσω απαλά, για να προχωρήσω. Προχώρησα λιγάκι κι ύστερα έκανα στο πλάι να της κάνω χώρο να περάσει για να με οδηγήσει. Άναψε τα φώτα...



     Ξαφνικά, χωρίς κανένα προφανή λόγο, ένιωσα μια πελώρια παγωνιά να με τυλίγει, ξεκινώντας από το κέντρο του στέρνου και ν' απλώνεται παντού... ως τις άκρες των δαχτύλων...
    Ύστερα την άκουσα να λέει, με μια δυνατή και γλυκειά φωνή:
 -"Αγαπημένε, έφερα το δείπνο σου καλέ μου"!

                                                                                      Δεκέμβρης '11

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers