-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Pessoa Fernando António Nogueira De Seabra:

    Αν σα πεθνω, θελσετε να γρψετε τη βιογραφα μου, τποτα πιο απλ. Δεν χει παρ δυο ημερομηνες -τη γννηση και το θνατ μου.
     Ανμεσα στη μια και την λλη, λες οι μρες εναι δικς μου
.

                                                                  "Αλμπρτο Καιρο
"

           Βιογραφικ         

     Γ
εννθηκε στη Λισαβνα, 13 Ιουνου 1888. Πατρας του ο Zοακμ ντε Σεμπρα Πεσσα, υπλληλος και κριτικς μουσικς, με εβρακς καταβολς και μητρα του η Μαρα Μανταλνα Πινιιρο Νογκιρα, απ γνωστ οικογνεια των Αζορν. χασε τον πατρα του απ φθση ταν ταν ακμη νος. Η μητρα του παντρετηκε κατπιν τον Πορτογλο ταγματρχη Ζοο Μιγκλ Ρσα πρξενο στο Durban στη Ν. Αφρικ, που η οικογνεια διμενε απ το 1896.

                      
     Πρτο ποημα αφιερωμενο στη μητρα του. Στη διρκεια κενων των χρνων απκτησε νεση στη χρση των αγγλικν κι δειξεν αγπη για συγγραφες πως William Shakespare  και John Milton . Οι πρτες του ποιητικς συλλογς εναι γραμμνες αγγλικ.

                 
                          φηβος λγο πριν αφσει το Ντρμπαν

     Αφο ολοκλρωσε την εκπαδευσ του στο Cape Town, επστρεψε στη Λισαβνα σ' ηλικα 17 ετν για να συνεχσει τις σπουδς του στο Πανεπιστμιο και δε την εγκατλειψε ποτ ξαν. ταν μια φοιτητικ αποχ δικοψε τα μαθματα, τις παρτησε κι εργστηκεν ανταποκριτς επιχειρσεων. Μετ δολεψε μεταφραστς εμπορικν κειμνων κι γραψε σε πρωτοποριακς επιθεωρσεις, κυρως στην Orpheu, που υπρξεν εστα για νες αισθητικς απψεις. Τα ρθρα του για το κνημα saudosismo (νοσταλγα), προκλεσαν αντιδρσεις εξαιτας των πρωτοποριακν τους ρων.
                    
                 Βραβεο της Βασλισσας Βικτριας καλτερης
                   κθεσης για εισαγωγικς στο Πανεπιστμιο

     Το 1907 εγκαταλεπει το Πανεπιστμιο για ν'ανοξει τυπογραφεο. Πρτη αποτυχα στη ζω. Εργζεται ως συντκτης-μεταφραστς εμπορικς αλληλογραφας. τσι θα εξασφαλσει εφεξς στοιχειδες εισδημα, αφο αποτυγχνουν κποιες δειλς προσπα8εις του για ακαδημακ καριρα.
Ζει αρχικ μαζ με μια γεροντοκρη θεα και μια τρελ γιαγι, πειτα μ' λλη θεα, στη συνχεια για να διστημα με τη μητρα, χρα δετερη φορ. Τον υπλοιπο καιρ που λχει. Μοναχικς πτης, συχνζει σε καφενεα και ταβρνες.
     Πρωτοδημοσιεει κεμεν του το 1912 στο περιοδικ Aguia, ργανο της πορτογαλικς αναγννησης: σειρ ρθρων για τη ποηση της χρας του. Συνδεται με τον ποιητ Μριο Ντε Σα Καρνιρο. Διαποτζεται απ συμβολισμ και φουτουρισμ.Το 1915 συμμετχει μαζι με τους Σα-Καρνιρο, Ζοζ ντε Αλμδα Νεγκριρος, Λους ντε Μονταλβρ κ. στην δρυση της επιθερησης Orpheu, που ταρζει τα λιμνζοντα δατα της πορτογαλικς λογοτεχνας. Θα κυκλοφορσουν μνο δυο τεχη, που δημοσιεονται: «Ο ναυτικς», «Θριαμβικ ωδ», «Πλγια βροχ», «Θαλασσιν ωδ».
     Το 1916 το ρχνει στον αποκρυφισμ, σχεδιζει να γνει αστρολγος. Ερωτεεται τσι θλει να πιστεει, μια 19χρονη υπλληλο. Η σχση τους θα 'ναι πλατωνικ, σντομη και τελευταα. Η κδοση του Ορφα τερματζεται σντομα μες σε γενικ αποδοκιμασα.

     Διαδραμτισε μεγλο ρλο στην εξλιξη του κινματος μοντερνισμο στη χρα του κι ταν ο σπουδαιτερος εκπρσωπς της μοντερνιστικς ομδας Orpheu. Το 1ο βιβλο του, "Αντνοος" (Antinous), εκδθηκε το 1918 κι ακολοθησαν 2 λλες ποιητικς συλλογς, λα στ' αγγλικ. Το 1ο του βιβλο στα πορτογαλικ με ττλο "Mensagem" εκδθηκε το 1933, χωρς να τραβξει τη προσοχ.
     Το 1920 συναντ την Οφλια. Ανταλλαγ των πρτων ερωτικν επιστολν. Επιστροφ της μητρας του με την υπλοιπη οικογνεια στη Λισαβνα μετ το θνατο του συζγου της. Πηγανει να μενει μαζ τους. Σοβαρ κρση κατθλιψης. Χωρζει με την Οφλια.

     Την οριστικ του προσχρηση στον κσμο των μυστηρων και της ποησης δε διστζει να αναγγελει κι ο «νθρωπος Πεσσα», καθς απευθνει τον τελευταο χαιρετισμ στην αρραβωνιαστικι του Οφλια - μοναδικ ρωτα της ζως του- με τον οποο δηλνει το τλος της σχσης τους:
   "Το πεπρωμνο μου ορζεται απ να νμο που εσες αγνοετε ακμη και την παρξη του κι υπακοει λο και πιο πολ σε Δασκλους που δε συναινον οτε και συγχωρον".

                    
                   Η Οφλια ταν την ερωτετηκε ο Πεσσα

     Το 1922 θα συνεργαστε με νο λογοτεχνικ περιοδικ, το Contemporanea. Εναι περοδος εκκλαψης εθνικιστικν και φιλομοναρχικν τσεν του. 2 ακμα να περιοδικ, το Atena (1924) και το Presenca (1927), θα του δσουνε γφυρα επικοινωνας με τις νετερες γενις. Αναλαμβνει την υπερσπιση δυο ομοορυλφιλων ποιητν εκ των οποων ο νας εναι ο Αντνιο Μπτο. Θα ακολουθσει δημσια δινεξη στην οποα θα λβει μρος κι ο Κμπος. Δημοσιεεται στο περιοδικ Contemporânea «Ο αναρχικς τραπεζτης».
     Ο Πεσσα αρχζει να περικυκλνει τον εαυτ του. Αγγλομανς, παθολογικ ντροπαλς και ταυτχρονα αλαζν, ντυμνος πντα στα σκορα, κοσμοπολτης κι εθνικιστς, μυωπικς κι οραματιστς, αιρετικς και διφανος σα σκι, αποκρυφιστς και παγανιστς.

     Ο γκος του ργου του εκδθηκε σε λογοτεχνικ περιοδικ, -κυρως στο δικ του, το Atena. Με τ' νομα Pessoa γραψε ποιματα που χαρακτηρζονται απ γλωσσικς καινοτομες, παρλο που χρησιμοποησε παραδοσιακ μτρα και ρυθμος. Κατ τη διρκεια της συγγραφικς του σταδιοδρομας, ταν σημος και δημοσευσε ελχιστο απ τον τερστιο γκο του ργου του. Η ποιητικ τεχνικ που χρη της γινεν ιδιατερα γνωστς, εναι η χρση των ετερωνμων εναλλακτικν λογοτεχνικν προσπων, που «υπγραψαν» πολλ απ τα βιβλα του. Υιοθτησε τη χρση ετερωνμων, κυριολεκτικ alter egos, που υποστριζαν ασκοσαν κριτικ ο νας στα κεμενα του λλου.

                
                                       Πορτρτο του 1914

     ταν πθανε, φησε να μπαολο που περιεχε περπου 27.500 (!) χειργραφα -τερστια συλλογ απ ποιματα, αποσπσματα, γρμματα κι εφημερδες. Αυτ τα κομμτια αποδδονταν σε μια σειρ απ συγγραφες -Bernardo Soares, Alberto Caeiro, Ricardo Reis & Alvaro de Campos ανμεσα σ' λλα- καθς εχε δημιουργσει ναν αριθμ απ υποθετικος χαρακτρες κατ τη διρκεια της λογοτεχνικς του καριρας. Μχρι σμερα οι μελετητς του ργου του χουν ανακαλψει 72(!) διαφορετικς προσωπικτητες που υπογρφουνε γραπτ του.

               
        To μπαολο με τα γραπτ του που βρθηκε μετ το θνατ
                 του μπρος απ τη περφημη βιβλιοθκη του


   "Αγγλομανς, μωψ, ευγενς, αλλοπαρμνος, μαυροντυμνος, απμακρος κι οικεος, κοσμοπολτης που κηρσσει τον εθνικισμ, επσημος ερευνητς των ασμαντων πραγμτων, νθρωπος με χιομορ που δε χαμογελ ποτ και που μας παγνει το αμα, εφευρτης λλων ποιητν και εξολοθρευτς του εαυτο του, συγγραφας ενς παρδοξου λγου καθαρο σα το νερ και σα κι αυτ απθμενου: προσποηση σημανει αυτογνωσα. Μυστηριδης σαν το φεγγρι το καταμεσμερο, σιωπηλ φντασμα του πορτογαλικο μεσημεριο. Ποιος εναι ραγε ο Πεσσα";

                                                                 Οκτβιο Πας
  (Octávio Paz: "El desconocido de sí mismo", Πρλογος στο Fernando Pessoa-Antologia, Universidade Nacional Autónoma de México, Μεξικ, 1972)

     Ο Campos, μηχανικς, αντιπροσωπεει την κσταση της εμπειρας και γρφει σ' ελεθερο στχο. Ο Reis εναι γιατρς μ' επικορεια φιλοσοφα και κλασσικν εκπαδευση, γρφει σε μτρα και ρυθμος που θυμζουνε το Λατνο ποιητ Ορτιο. Ο Caeiro, βοσκς, εναι ενντια σε κθε συναισθηματισμ και γρφει κι αυτς σ' ελεθερο στχο. Κθε πρσωπο χει ιδιατερη φιλοσοφα ζως που κποτε γραφε και λογοτεχνικς συζητσεις ανμεσ τους. Χρειστηκαν 10ετες για να μπορσει λη αυτ η παραγωγ να συγκεντρωθε και να μελετηθε ως ργο του Πεσσα κι ακμα δεν χει ολοκληρωθε πλρως αυτ η διαδικασα. "Ζω εναι να 'σαι λλος".

     Αν και περισστερο γνωστς ως ποιητς, γραψεν επσης και σντομα κεμενα, κποια απ' αυτ τανε προσχδια ημιτελ. "Το Βιβλο Της Ανησυχας" (Livro do Dessossogego), γραμμνο με τ' νομα του Soares, εμφανστηκε πρτη φορ το 1982, 50 περπου χρνια μετ το θνατ του. Ο πρωταγωνιστς του βασανζεται απ την απουσα νοματος στη ζω. Η ποησ του ρχισε να κερδζει κοιν απ το 1940 στη Πορτογαλα κι αργτερα στη Βραζιλα. Αρκετς απ τις συλλογς του εκδθηκαν μετ το θνατ του και μεταφρστηκαν στα Ισπανικ, Γερμανικ, Σουηδικ, Φινλανδικ κι λλες γλσσες.

              
 Το σπτι που γεννθηκε: πλατεα Σο Κρλο Λισσαβνα

     Απφευγε τη κοινωνικ ζω και τους λογοτεχνικος κκλους. Μθυσος περιθωριακς, βλσφημος, ακοιννητος, μανιοκαταθλιπτικς, μισογνης κι εθνικιστς νρκισσος; νας ευασθητος, τρυφερς, ονειροπλος, βαθι σκεπτμενος νθρωπος και πνω απ' λα νας μεγλος ποιητς; σο ζοσε, οτε ο διος θα 'ξερε την απντηση, πσο μλλον οι σγχρονοι του. «Εμαι λ' αυτ και δεν εμαι τποτα», θ' απαντοσεν σως. Πρασε το μεγαλτερο μρος της ζως του μσα σ' ν επιπλωμνο δωμτιο στη Λισαβνα, που και πθανε αννυμος κι σημος, διαλυμνος απ το πιοτ, στις 30 Νομβρη 1935, σ' ηλικα μλις 47 ετν. Στο γαλλικ νοσοκομεο της Λισαβνας, η τελευταα φρση που γρφει, εναι στ' αγγλικ:

     "I know not what tomorrow will bring".
               (Δε γνωρζω τι θα φρει το αριο).

     Σμερα αναπαεται, αδιφορος, στη Μον των Ιερωνμων, που μεταφρθηκε ο τφος του κατ την επτειο των 100 ετν απ' τη γννησ του, ανμεσα στους Καμενς και Βσκο Ντε Γκμα.

γαλμα Του Πεσσα


             Ο μακρς κατλογος των ψευδωνμων του

 1. Dr. Pancrácio                              2. Luís António Congo
 3. Eduardo Lança                            4. A. Francisco de Paula Angard
 5. Pedro da Silva Salles                    6. José Rodrigues do Valle
 7. Pip                                            8. Dr. Caloiro
 9. Morris & Theodor                        10. Diabo Azul
11. Parry                                       12. Gallião Pequeno
13. Accúrsio Urbano                        14. Cecília
15. José Rasteiro                            16. Tagus
17. Adolph Moscow                         18. Marvell Kisch
19. Gabriel Keene                            20. Sableton-Kay
21. Dr.Gaudêncio Nabos                    22. Nympha Negra
23. Professor Trochee                      24. David Merrick
25. Lucas Merrick                            26. Willyam Links Esk
27. Charles Robert Anon                   28. Horace James Fáber
29. Navas                                      30. Alexander Search
31. Charles James Search                 32. Herr Prosit
33. Jean Seul de Méluret                  34. Pantaleão
35. Torquato Mendes Fonseca           36. Barão de Teive da Cunha Rey
37. Maria José                                38. Gomes Pipa
39. Ibis                                         40. Pero Botelho
41. Joaquim Moura Costa                  42. Efbeedee Pasha
43. Faustino Antunes (A. Moreira)      44. Thomas Crosse
45. António Gomes                          46. LI. Crosse
47. Vicente Guedes                         48. A.A. Crosse
49. Gervásio Guedes                        50. António de Seabra
51. Carlos Otto                               52. Frederico Reis
53. Miguel Otto                               54. Diniz da Silva
55. Frederick Wyatt                         56. Coelho Pacheco
57. Rev. Walter Wyatt                      58. Raphael Baldaya
59. Alfred Wyatt                             60. Claude Pasteur
61. Bernardo Soares                         62. João Craveiro
63. António Mora                             64. Henry More
65. Sher Henay                               66. Wardour
67. Ricardo Reis                               68. J.M. Hyslop
69. Alberto Caeiro                            70
. Álvaro de Campos
71. Abílio Quaresma                          72. Vadooisf (;)

--------------------------------------------------------------------

                                         Ρσεις

   * Κι εγ ειλικριν, εμαι το κντρο που δεν υφσταται παρ μνο σα συνθκη στη γεωμετρα της αβσσου· εμαι το τποτα που γρω του περιστρφεται αυτ η κνηση...

   * ,τι κανα, σκφτηκα υπρξα, δεν εναι παρ μια υποταγ, ετε σ' να τεχνητ ον που εξλαβα ως εαυτ μου, διτι δροσα ξεκινντας απ' αυτ προς τα ξω, ετε στο βρος των περιστσεων, που συμπεριλαβα ακμη και τον αρα που ανπνεα.


   * Εννοεται πως αγνο αν εναι αυτο που δεν υπρχουν μπως ο ανπαρκτος εμαι γω: σε κτι ττοιες περιπτσεις δε πρπει να 'μαστε δογματικο.

   * σο περισστερο μεγαλνω, τσο λιγτερο εμαι. σο πιο πολ με βρσκω, τσο περισστερο χνομαι. σο περισστερο δοκιμζομαι, τσο περισστερο συνειδητοποι πως εμαι λουλοδι και πουλ κι αστρι και σμπαν. σο περισστερο καθορζω τον εαυτ μου, τσο λιγτερα ρια χω. Ξεπερν τα πντα, κατ βθος εμαι διος με το Θε.

   * Ποις κανε καυσξυλα τη κονια των παιδικν μου χρνων;
      Ποις φτιαξε σφουγγαρπανα απ τα παιδικ μου σεντονκια;

   * Με τον διο τρπο που πλνουμε το κορμ μας, θα 'πρεπε να πλνουμε και το πεπρωμνο μας, ν' αλλζουμε ζω, πως αλλζουμε ροχα -χι για λγους επιβωσης, πως κνουμε ταν τρμε κοιμμαστε, μα με κενο το σεβασμ που 'χουμε σα τρτοι απναντι στον εαυτ μας.

   * Ενυπρχει κποιες φορς μεγλη αισθητικ απλαυση στο ν' αφνεις να περν, χωρς να την εκφρζεις, μια συγκνηση που το πρασμ της απαιτε λξεις. Ουδες ποιητς χει το δικαωμα να φτιχνει στχους επειδ νιθει την ανγκη.

   * Υπρχουν μνο δυο τποι σταθερς πνευματικς κατστασης μσα στους οποους αξζει να ζει κανες: η ευγενς αγαλλαση μιας θρησκεας το ευγενς λγος για την απλει της.

  * Στην απθανη περπτωση που να σκυλ ρχιζε να σκφτεται πως εμες, το σκυλ αυτ θα 'τανε τελειτερο απ' λα τ' λλα -κι ωστσο, το πιθαντερο εναι, τι κενα θα το σκοτνανε, παρνοντς το για τρελ.

   * Μη φοβστε, δεν υπρχει καννας κνδυνος να καταρρεσει η κοινωνα απ υπερβολικν αλτρουισμ.

   * Μπορ να φανταστ τα πντα γιατ δεν εμαι τποτα.

   * Πσο δσκολο αλθεια, να 'σαι ο εαυτς σου και να μη βλπεις παρ μνο τ' ορατ!

   * Η λογοτεχνα, πως και κθε μορφ τχνης, ισοδυναμε μ' ομολογα πως η ζω δεν αρκε. Στη ζω, η μνη πραγματικτητα εναι η ασθηση. Στη τχνη, η μνη πραγματικτητα εναι η συνεδηση της ασθησης.

   * Η τρλα χι απλς δεν εναι ανωμαλα, μα εναι συνηθισμνη ανθρπινη συνθκη. Αν δεν χεις συνασθηση της τρλας σου κι αν δεν εναι μεγλη, εσαι ο κοινς νθρωπος. Αν δεν χεις κι εναι μεγλη, εσαι τρελς. Αν χεις κι εναι μικρ, εσαι χωρς ψευδαισθσεις. Αν χεις κι εναι μεγλη, εσαι ιδιοφυα.

                              Ποηση 

        Τσσερις Ωδς

Nα θλεις λγα: θα τα 'χεις λα.
Tποτε να μη θλεις: θα 'σαι λετερος.
O διος ο ρωτας που νιθουν
για μας, μας απαιτε, μας καταπιζει.

Για να 'σαι μγας, να 'σαι ακριος:
Tποτε δικ σου να μην υπερβλλεις
να μη διαγρφεις.

Nα 'σαι λα σε κθε πργμα.
Nα βζεις σα εσαι
Kαι στο ελχιστο που κνεις.

Eτσι σε κθε λμνη ολκερη η σελνη
λμπει, γιατ ζει ψηλ.

Aναρθμητοι ζουν μσα μας,
Aν σκφτομαι αν νιθω, αγνο
ποιος μσα μου σκφτεται νιθει.

Eμαι μονχα ο τπος
που νιθουν σκφτονται.
Eχω περισστερες απ μια ψυχς.
Yπρχουν περισστερα εγ
απ το διο το εγ μου.

Yπρχω ωστσο
Aδιφορος για λους
Tους κνω να σιωπον: εγ μιλω.

Oι διασταυρωμνες παρορμσεις
σων νιθω δε νιθω
Πολεμον μες σ' αυτ που 'μαι.
Tις αγνο.
Tποτε δεν υπαγορεουν
σ' αυτ που γνωρζω πως εμαι: εγ γρφω.

O θες Πνας δε πθανε,
Σε κθε κμπο που δεχνει
Στα χαμγελα του Aπλλωνα
τα γυμν στθη της Δμητρας
Aργ γργορα θα δετε
Nα εμφανζεται κει
O θες Πνας, ο αθνατος.

χι δε σκτωσε λλους θεος
O θλιμμνος χριστιανς θες.
O Xριστς εναι νας ακμη θες,
σως νας που 'λειπε.

O Πνας συνεχζει να δνει
Tους χους απ τον αυλ του
Στ' αφτι της Δμητρας
που καμαρνει στους κμπους.

Oι θεο εναι οι διοι,
Πντα λαμπρο και γαλνιοι,
Γεμτοι αιωνιτητα
και περιφρνηση για μας,
φρνοντας τη μρα και τη νχτα
και τις χρυσαφνιες σοδεις.

χι για να μας δσουνε
Tη μρα και τη νχτα και το στρι
Mα γι' λλονε και θεο
τυχαο σκοπ.

   Βοσκς Προβτων

Υπρχουν ποιητς που 'ναι τεχντες
Και δουλεουνε τους στχους
πως οι μαραγκο το ξλο!

Τ λυπηρ να μη ξρεις ν' ανθζεις!
Να 'χεις να βζεις στχο σε στχο,
πως αυτς που χτζει να τοχο
Και βλπει αν στκει καλ
Και τον γκρεμζει αν δε στκει!

Αλλ, το μνο ργο τχνης εναι η Γη μας
Που αλλζει και πντα η δια εναι και πντα ωραα...

Το σκφτομαι, χι πως
ο οποιοσδποτε σκφτεται,
Αλλ πως αυτς που αναπνει.
Κοιτζω τα λουλοδια και γελ...
Δε ξρω αν με καταλαβανουν
οτε κι εγ αν τα καταλαβανω.

Γνωρζω μως τι η αλθεια
μαζ τους και μαζ μου
εναι στη κοιν μας θετητα
Που μας αφνει να φγουμε,
να ζσουμε για τη Γη,

Ευτυχισμνοι, στα χρια
τις εποχς να σηκνουμε
Ν' αφνουμε τον νεμο
να μας αποκοιμζει
Και στα νειρ μας,
νειρα να μην χουμε.

ποιος χει λουλοδια
ανγκη τον Θε δεν χει.

Εμ' νας φλακας κοπαδιν.
Το κοπδι εν’ οι σκψεις μου
κι οι σκψεις μου εν’ λες αισθσεις.
Σκφτομαι με τα μτια και τ' αυτι
και με τα χρια και τα ̟δια
και με τη μτη και το στμα.
Να σκφτεσαι να λουλοδι σημανει να το βλπεις και να
το μυρζεις.
Να τρως να φροτο σημανει να γνωρζεις την ασθησ
του.
Γι' αυτ, σαν μια μρα λο ζστη
νιθω θλιμμνος που την απολαμβνω τσο
κι απλνομαι παρμερα και πνω στα χορτρια
και κλενω τα μτια ολζεστα,
νιθω το κορμ μου ολκερο να ‘χει αναποδογυρσει στη
πραγματικτητα,
ξρω την αλθεια κι εμ’ ευτυχισμνος.
...

Ποτ δε φλαξα πρβατα,
μα εναι σα να το 'χω κνει.
Η ψυχ μου εναι σαν το βοσκ.
Ξρει κι απ αρα κι απ λιο
περπατντας χρι-χρι με τις Εποχς
παρατηρντας κι ακολουθντας...

        Ελευθερα

Αχ, τι ηδον
το καθκον σου να μη κνεις,
ανοιχτ να βιβλο να κρατς
και να μη διαβζεις.

Να διαβζεις! Τι πλξη…
Μελτη, τποτα δε θα πει,
σε χρυσνει ο λιος
και δχως λογοτεχνα.

Κυλει το ποτμι, σχημα μορφα,
και δχως τη δικ σου κδοση ειδικ.
Κι η αρα, αυτ απ’ τη φση της πρωιν,
χει καιρ, δε βιζεται.

Χαρτι τυπωμνα με μελνι,
τα βιβλα.
Μελετντας, δικριση ανμεσα
στο Τποτα και στο Κτι
δεν θα βρεις.
Στην καρδι του χειμνα,
τι χαρ,
τον Δον Σεβαστιαν
να προσμνεις να 'ρθει
ετε δεν ρθει.

Μεγλη εναι η ποηση,
σπουδαοι οι χορο…
Το καλλτερο στον κσμο, τα παιδι,
η μουσικ, τα τραγοδια, το φεγγαρφως
κι ο λιος που αμαρτνει,
αν, αντ να σε τρφει, σε καει.
Κι ακμα να καλ, το τρισμγιστο,
ο Ιησος, που αγνοοσε τα οικονομολογικ
και δεν γνωρζουμε, εχε βιβλιοθκη;

--------

                                   Η ρα Του Διαβλου 

     Βγκαν απ το σταθμ και ττε κενη εδε με κπληξη τι βρισκταν στο δρμο που μενε, λγα βματα απ το σπτι της. μεινε ακνητη. Κατπιν γρισε πσω της για να εκφρσει την κπληξη της στο συνοδ της. Αλλ πσω της δεν υπρχε κανες. Δε φαινταν παρ ο δρμος, σεληνιακς κι ρημος, που καννα κτριο δε μποροσε να εναι να μοιζει με σιδηροδρομικ σταθμ.
     Ζαλισμνη, μισοκοιμισμνη, αλλ εσωτερικ σε εγργορση κι ανσυχη, προχρησε μχρι το σπτι της. νοιξε τη πρτα και μπκε. Ανβηκε τις σκλες. Στον επνω ροφο συνντησε, ακμη ξπνιο, τον ντρα της. Διβαζε στο γραφεο κι ταν εκενη μπκε φησε το βιβλο του.
 -«Λοιπν;» τη ρτησε.
     Κι εκενη:
 -«Περσαμε πολ ωραα. Η γιορτ εχε πολ ενδιαφρον». Και πρσθεσε πριν τη ρωτσει: «Κποιοι που ταν μαζ μου στο χορ με φρανε με το αυτοκνητο ως την αρχ του δρμου. Δε θλησα να με συνοδεσουν μχρι τη πρτα. Επμεινα να κατβω εκε. Πσο κουρασμνη νιθω
     στερα, κνοντας μια κνηση που δειχνε τη μεγλη της κοραση και ξεχνντας να τον φιλσει, πγε να ξαπλσει.

     Ο γιος της, ταν γεννθηκε, μοιαζε απολτως φυσιολογικς αλλ δεν ργησε να φανε τι επρκειτο για ιδιοφυα. Τα ποιματ του χουν να φος παρξενο και σεληνιακ. Τα διαπνει νας πθος για υψηλ πργματα, διος με τον πθο που ενπνευσε εκενον που, μια μρα, σε κποια προηγομενη ζω του, πταξε πνω απ' λες τις πολιτεες της γης. Τους στχους του διατρχει να ραμα μεγλων γεφυριν, ανεξγητο απ τις μχρι τρα εμπειρες του. Και μια φορ, σ' να ποημα που γραψε σα σε νειρο, λει τι κτι μσα του δοκμασε τον πειρασμ, σα το Χριστ, κπου ψηλ, εκε απ' που βλπει κανες ολκληρο τον κσμο.

     Κτω σε μια απσταση τσο μεγλη που δε τη χωρ ο νους, φανονταν, σα δισπαρτα στρα, μεγλες κηλδες φωτς -το δχως λλο πλεις της γης. Ο Διβολος της τις δειξε.
 -«Εναι οι μεγλες πολιτεες του κσμου: αυτ εναι το Λονδνο», κι δειξε
μια πλη κτω μακρι. «Αυτ εναι το Βερολνο», κι δειξε μιαν λλη. «Κι αυτ εκε εναι το Παρσι. Εναι κηλδες φωτς μες στο σκτος κι εμες, στο γεφρι αυτ περνμε ψηλ απ πνω τους, προσκυνητς του μυστριου και της γνσης».
 -«Τι φοβερ κι εξασιο θαμα! Τι εναι λο αυτ εκε κτω»;
 -«Αυτ, κυρα μου, εναι ο κσμος. Απ εδ, με την προτροπ του Θεο, βαλα σε πειρασμ τον Υι Του, τον Ιησο. Αλλ χωρς αποτλεσμα, πως το περμενα, γιατ ο Υις ταν πιο μυημνος απ τον Πατρα και βρισκταν σε μεση επαφ με τους Αντερους Αγνστους του Τγματος. ταν μια δοκιμασα, πως λγεται στη γλσσα της μησης κι ο Υποψφιος ανταποκρθηκε επιτυχς».
 -«Δε καταλαβανω καλ. Απ εδ, στ' αλθεια, βλατε σε δοκιμασα το Χριστ»;
 -«Ναι. Εναι σαφς τι εκε που σμερα υπρχει μια απραντη πεδιδα υπρχε ττε να βουν. Και στην βυσσο παρατηρονται γεωλογικ φαινμενα. Απ δω που περνμε ταν η κορφ του. Το θυμμαι πολ καλ! Ο Υις του Ανθρπου με διωξε πιο πρα κι απ το Θε. Υπκουσα γιατ ταν το καθκον μου, η συμβουλ κι η διαταγ του Θεο. Τον βαλα σε δοκιμασα με ,τι υπρχε. Αν εχα ακολουθσει τη δικ μου γνμη, θα τον δοκμαζα με ,τι δεν εναι δυνατ να υπρχει. σως η ιστορα του κσμου γενικ και της χριστιανικς θρησκεας ειδικ, να ταν διαφορετικς. Αλλ τι μπορε να κνει ο Θες που δημιοργησε αυτν εδ τον κσμο κι ο επαρχιτης διβολος που εμαι εγ, ενντια στη δναμη του Πεπρωμνου, που εναι ο αντατος αρχιτκτονας λων των κσμων»;
 -«Αλλ πς εναι δυνατν να υποστηρζουμε κτι και ταυτχρονα να το αρνομαστε»;
 -«Εναι ο νμος της ζως καλ μου κυρα. Το σμα ζει γιατ αποσυντθεται, χι μως εντελς. Αν δεν αποσυντθετο αν πσα στιγμ, θα ταν ορυκτ. Η ψυχ ζει γιατ βρσκεται συνεχς υπ το κρτος του πειρασμο, παρτι ανθσταται. ,τι ζει εναντινεται σε κτι. Κι εγ εμαι αυτς προς τον οποο εναντινονται τα πντα. Αλλ, αν δεν υπρχα, τποτα δε θα υπρχε, γιατ δε θα υπρχε κτι στο οποο να εναντιωθε κανες, πως το περιστρι του μαθητ μου του Καντ, που επειδ πετ εκολα στον ελαφρ αρα, θεωρε τι θα μποροσε να πετξει καλτερα στο κεν. Η μουσικ, το σεληνφως και τα νειρα εναι τα μαγικ μου πλα. Ωστσο ως μουσικ δε πρπει να νοεται μνον η μουσικ που παζεται, αλλ κι εκενη που δε θα παιχθε ποτ. Οτε κι ως σεληνφως πρπει να νοεται αυτ που προρχεται απ τη σελνη και κνει τα δντρα να φανονται μεγαλτερα. Υπρχει κι λλο σεληνφως που δε το εξουδετερνει οτε κι ο διος ο λιος και σκοτεινιζει καταμεσμερο αυτ που τα πργματα παριστνουν τι εναι. Μνο τα νειρα εναι πντοτε αυτ που εναι. Εναι κενο το μρος του εαυτο μας που γεννηθκαμε κι που εμαστε πντοτε εμες, ο εαυτς μας».
 -«Αλλ αν ο κσμος εναι δρση, πς γνεται και το νειρο αποτελε
μρος του κσμου
»;
 -«Εναι γιατ το νειρο καλ μου κυρα, εναι δρση που γινε ιδα και γι' αυτ το λγο διατηρε τη δναμη του κσμου απορρπτοντας την λη, δηλαδ το να υπρχει κανες μες στο χρο. Μπως δεν εναι αλθεια τι μσα στο νειρο εμαστε ελεθεροι»;
 -«Ναι, και τι θλψη να ξυπν κανες...»
 -«Ο καλς ονειροπλος δε ξυπν. Δεν ξπνησα ποτ. Ο διος ο Θες
πιστεω πως κοιμται διαρκς. Μου το επε κποτε
...»
     Εκενη τον κοταξε αναρριγντας και ξαφνικ νιωσε φβο, να
συνασθημα απ τα κατβαθα της ψυχς της που ποτ της δεν εχε
δοκιμσει.
 -«Μα επιτλους, ποιος εστε; Γιατ εστε τσι μεταμφιεσμνος»;
 -«Θα απαντσω με μια μνο απντηση και στις δυο σας ερωτσεις. Δεν εμαι μεταμφιεσμνος».
 -«Πς»;
 -«Καλ μου κυρα, εμαι ο Διβολος. Ναι, εμαι ο Διβολος. Αλλ μη με φοβστε, μη τρομζετε».
     Και με μια τρομαγμνη ματι, στην οποα κρυφκαιγε πρωτγνωρη
ηδον, εκενη αναγνρισε ξαφνικ πως ταν αλθεια.
 -«Εμαι πργματι ο Διβολος. Μη τρομζετε, γιατ εμαι στ' αλθεια ο Διβολος και γι' αυτ δε κνω κακ. Ορισμνοι μιμητς μου στη γη και πνω απ τη γη, εναι επικνδυνοι, πως λοι οι αντιγραφες, γιατ δε γνωρζουν το μυστικ της παρξς μου. Ο Σαξπηρ τον οποο ενπνευσα πολλς φορς, μου απνειμε δικαιοσνη. Λει τι εμαι κριος. Γι' αυτ ησυχστε. Εστε με καλ παρα. Εμαι ανκανος να προφρω μια λξη, να κνω μια χειρονομα που θα προσβαλλε μια κυρα. Ακμη κι αν δε μου το υπαγρευε η δια μου η φση, θα μου το επβαλλε ο Σαξπηρ. Αλλ, πραγματικ, δεν εναι απαρατητο. Υπρχω απ την αρχ του κσμου κι μουν ανκαθεν ερων. Αλλ, πως θα γνωρζετε, λοι οι ερωνες εναι ακνδυνοι εκτς κι αν θλουν να χρησιμοποισουνε την ειρωνεα για να υπαινιχθον κποια αλθεια. Εγ ποτ μου δεν ισχυρστηκα τι θα πω την αλθεια σε κανναν -αφενς γιατ δε χρησιμεει σε τποτα κι αφετρου γιατ δε τη γνωρζω. Κι οτε ο μεγαλτερος αδελφς μου ο παντοδναμος Θες, πιστεω πως τη γνωρζει. Αλλ αυτ εναι οικογενειακς υποθσεις. σως δε ξρετε γιατ σας φερα εδ, σ' αυτ το ταξδι που δεν χει πραγματικ προορισμ οτε συγκεκριμνο σκοπ. Δεν εναι, πως σως νομσατε, για να σας βισω να σας αποπλανσω. Αυτ συμβανουν στη γη μεταξ των ζων συμπεριλαμβανομνων και των ανθρπων και φανεται τι προσφρουν ηδον ακμη και στα θματα, απ' ,τι με πληροφορον απ εκε κτω. λλωστε θα μου ταν αδνατο. Αυτ τα πργματα συμβανουν στη γη γιατ οι νθρωποι εναι ζα. Εναι αδιανητα για τη δικ μου κοινωνικ θση στο σμπαν -χι γιατ η ηθικ εναι καλτερη, αλλ γιατ εμες οι γγελοι δεν χουμε φλο. Κι αυτ αποτελε, τουλχιστον στην περπτωσ μου, τη μεγαλτερη εγγηση. Μπορετε συνεπς νστε συχη, θα επιδεξω σεβασμ. Γνωρζω τι υπρχουν δευτερεουσες κι ανφελες ασβειες, πως αυτς των σγχρονων μυθιστοριογρφων και των γηρατειν. Αλλ ακμη κι αυτς δε μπορ να τις διαπρξω, γιατ η λλειψη φλου σε μας υπρχει εξ απαρχς κσμου και ποτ δεν με απασχλησαν αυτ τα θματα. Λνε τι πολλς μγισσες εχαν πρε-δσε μαζ μου, αλλ εναι ψματα. σως μως και να μην εναι ψματα, γιατ αυτς με τον οποο εχαν πρε-δσε ταν η φαντασα τους, που, κατ κποιον τρπο, εμαι εγ. Μενετε λοιπν συχη. Διαφθερω, εναι ββαιο, γιατ κνω τους λλους να φαντζονται. Αλλ ο Θες εναι χειρτερος, κατ μαν ννοια τουλχιστον, γιατ πλασε το φθαρτ σμα, το οποο απ αισθητικ ποψη εναι πολ καττερο. Τα νειρα τουλχιστον δε σαπζουν. Παρρχονται. Δεν εναι καλτερα τσι; Αυτ ακριβς σημανει ο αριθμς 18 της μεγλης μυστικς κλεδας. Ομολογ τι δε γνωρζω καλ το Ταρ, γιατ ακμη δεν κατφερα να μθω τα μυστικ του, σε αντθεση με λους αυτος τους ανθρπους στον κσμο που το κατχουνε τλεια».
 -«Δεκαοκτ; Ο ντρας μου χει το βαθμ 18 στη Μασονα».
 -«Στη Μασονα; χι. Σε να απ τα τελετουργικ της Μασονας. Αλλ παρ'
λα σα λγονται, δεν χω καμα σχση με τη Μασονα και ακμη λιγτερο
με το βαθμ αυτ. Αναφερμουνα στον αριθμ 18 της μεγλης μυστικς κλεδας Ταρ, δηλαδ του κλειδιο ολκληρου του σμπαντος, που λλωστε γνωρζω ελλιπς, πως και τη Καβλλα, που οι δσκαλοι του Μυστικο Δγματος γνωρζουν καλτερα απ μνα. Αλλ ας αφσουμε αυτ τη καθαρ δημοσιογραφικ ενημρωση. Ας μη ξεχνμε τι εμαι ο Διβολος. Ας εμαστε λοιπν διαβολικο. Πσες φορς με ονειρευτκατε
»;
 -«Απ' σο ξρω, ποτ», απντησε χαμογελντας η Μαρα, κοιτζοντς τον με μτια ορθνοιχτα.
 -«Δεν ονειρευτκατε ποτ τον Πργκιπα του παραμυθιο, τον Τλειο ντρα, τον ακαταπνητο εραστ; Δε νισατε ποτ δπλα σας σα σε νειρο, αυτν που θα σας χιδευε πως δεν χαδεει κανες, αυτν που θα ταν δικς σας σαν να σασταν μσα του, αυτν που θα ταν ταυτχρονα πατρας, ντρας και γιος σας, σε μια τριπλ και ταυτχρονα μοναδικ ασθηση»;
 -«Αν και δε σας καταλαβανω απλυτα, ναι, νομζω πως σκφτηκα κι νιωσα τσι. Εναι λγο δσκολο, ξρετε, να το ομολογσει κανες».
 -«μουν εγ, ανκαθεν εγ, εγ ο φις -αυτς εναι ο ρλος που μου δθηκε- απ τη γνεση του κσμου. Πρπει διαρκς να βζω τους λλους σε πειρασμ, αλλ, ββαια, με τη μεταφορικ και την απλοκ ννοια της λξης, γιατ ο πραγματικς πειρασμς εναι σκοπος. Οι λληνες εναι αυτο που με τη παρεμβολ του Ζυγο καναν τα δκα αρχικ ζδια του ζωδιακο κκλου ντεκα. Κι ο φις, με την εισαγωγ της κριτικς, μεττρεψε ουσιαστικ την αρχικ δεκδα σε δωδεκδα».
 -«Πραγματικ, δεν καταλαβανω τποτα».
 -«Ας μη καταλαβανετε. Ακοστε απλς. Κποιοι λλοι θα καταλβουν. Οι
καλτερες δημιουργες μου το σεληνφως κι η ειρωνεα
».
 -«Δε μοιζουν και πολ μεταξ τους...»
 -«χι, γιατ οτε κι εγ μοιζω με τον εαυτ μου. Αυτ μου το ελττωμα
εναι και η αρετ μου. Γι' αυτ ακριβς εμαι ο Διβολος
».
 -«Και πς αισθνεστε»;
 -«Κουρασμνος, κυρως κουρασμνος. Κουρασμνος απ τα στρα και τους νμους, και με κποια διθεση να μενω ξω απ το σμπαν και να διασκεδζω στα σοβαρ με οτιδποτε. Τρα δεν υπρχει κεν, ακμη και χωρς αιτα. Και θυμμαι παλαις ιστορες -ναι πολ παλαις- στα βασλεια του Εδμ, πως λεγταν πριν το Ισραλ. Παραλγο να γνω βασιλις τους και σμερα εμαι εξριστος απ το βασλειο που δεν απκτησα. Δε γνρισα παιδικ ηλικα, μτε εφηβεα και κατ συνπεια δεν ανδρθηκα. Εμαι το απλυτο αρνητικ, η ενσρκωση του τποτα. Αυτ που επιθυμομε χωρς ποτ να το αποκτσουμε, αυτ που ονειρευμαστε γιατ δε μπορε να υπρξει -εκε βρσκεται το βασλει μου του τποτα κι εκε εναι ο θρνος μου που δε μου τον δωσαν. Αυτ που θα μποροσε να χει γνει, αυτ που θα πρεπε να χει υπρξει, αυτ που ο νμος το Πεπρωμνο δεν δωσαν -το σπειρα απλχερα στη ψυχ του ανθρπου που ταρχτηκε νιθοντας την ντονη ζω αυτο που δεν υπρχει. Εμαι η λθη λων των υποχρεσεων, ο δισταγμς λων των προθσεων. Οι θλιμμνοι και κουρασμνοι απ τη ζω, ταν εγκαταλεψουν πια τις ψευδαισθσεις τους, υψνουν σε μνα τα μτια τους, γιατ κι εγ, με τον τρπο μου, εδ κι αινες, εμαι το λαμπερ Αστρι του πρωινο. Και τρα ρθε λλος να με αντικαταστσει. Η ανθρωπτητα εναι παγανιστικ. Ποτ καμι θρησκεα δε την γγιξε βαθι. Οτε και μπορε η ψυχ του κοινο ανθρπου να πιστψει στην αθανασα αυτς της διας της ψυχς. Ο νθρωπος εναι να ζο που ξυπν χωρς να ξρει οτε πο οτε γιατ. ταν λατρεει τους Θεος, τους λατρεει σα να πρκειται για φετχ. Η θρησκεα του μοιζει με μαγεα. τσι ταν ανκαθεν, τσι εναι κι τσι θα εναι. Οι θρησκεες δεν εναι παρ αυτ που ξεφεγει απ τη σφαρα των μυστηρων κι εισρχεται στο χρο του εγκσμιου, που μως ο νθρωπος δε το εννοε, καθτι, απ τη φση του, δε μπορε να το εννοσει. Οι θρησκεες εναι σμβολα κι οι νθρωποι εκλαμβνουν τα σμβολα χι ως ζως (πως πργματι εναι), αλλ ως πργματα (που δεν εναι δυνατν να εναι). Προσπαθον να εξευμενσουν το Δα σα να υπρχε, αλλ ποτ σα να ζοσε (σα να ζοσε αλλ ποτ σα να υπρχε). ταν χνεται αλτι, ρχνουνε μια χοφτα απ' αυτ με το δεξ χρι πνω απ τον αριστερ μο. ταν υβρζουν τον Θε, λνε κμποσα Πτερ ημν. Η ψυχ εξακολουθε να εναι ειδωλολατρικ και δε τους απομνει παρ να ξεθψουν τον Θε. Ελχιστοι εναι κενοι που φτεψαν μιαn ακακα (το αθνατο φυτ) πνω απ τον τφο του, για να τον αναστσουν ταν θα ρθει η ρα. Αλλ αυτο εναι οι εκλεκτο που αξιθηκαν να τον βρονε γιατ τον ζτησαν. Το μνο που διαφρει ο νθρωπος απ το ζο εναι τι ξρει πως δεν εναι ζο. Εναι το πρτο φως που δεν εναι τποτε λλο απ ορατ σκτος. Εναι η αρχ, γιατ το να βλπεις τα σκτη σημανει τι δχεσαι το φως τους. Εναι το τλος, γιατ σημανει τι μαθανεις, μσω της ρασης, τι γεννθηκες τυφλς. τσι το ζο γνεται νθρωπος μσω της γνοιας που γεννιται μσα του. Εποχς σωρεονται επ εποχν και χρνοι επ χρνων και το μνο που κνεις εναι να βαδζεις στην περιφρεια ενς κκλου που στο κντρο του βρσκεται η αλθεια. Η αρχ της επιστμης εναι να γνωρζουμε την γνοι μας. Ο κσμος που εναι που βρισκμαστε, η σρκα που εναι αυτ που εμαστε, ο Διβολος ποναι αυτ που επιθυμομε, τα τρα αυτ, τη Μεγλη ρα, σκτωσαν μσα μας το Δσκαλο ποχαμε προορισμ να γνουμε. Και το μυστικ που κατεχε και θα μας επτρεπε να γνουμε σαν αυτν, το μυστικ αυτ χθηκε. Κι εγ επσης, καλ μου κυρα, εμαι το Λαμπερ Αστρι του Πρωινο. μουν το αστρι αυτ πριν ο Ιωννης μιλσει, γιατ η Πτμος υπρχει πριν απ τη Πτμο και τα μυστρια πριν απ λα τα μυστρια. Χαμογελ ταν σκφτονται (σκφτομαι) τι εμαι η Αφροδτη σε μια λλη κλμακα συμβλων. Αλλ τι σημασα χει; λο αυτ το σμπαν, με τον Θε του και τον Διβολ του, με ,τι υπρχει σ' αυτ απ ανθρπους και πργματα που αυτο βλπουν, εναι να ιερογλυφικ σμπλεγμα που πρπει διαρκς να αποκρυπτογραφομε. Εμαι -εναι το επγγελμ μου- δσκαλος της Μαγεας. Ωστσο δεν ξρω τι εναι η Μαγεα. Η αντερη μηση τελεινει με την ενσρκωση της ερτησης κατ πσον υπρχει κτι που υπρχει. Ο μεγαλτερος ρωτας εναι νας βαθς πνος, σαν αυτν που κοιμμαστε ταν αγαπιμαστε. Ενοτε εγ ο διος, που θα πρεπε να χω φτσει στο αντερο σκαλοπτι της μησης, ρωτω αυτ που μσα μου εναι επκεινα του Θεο, αν λοι αυτο οι Θεο και λα αυτ τα στρα δεν εναι τποτα περισστερο απ οπτασες του εαυτο τους, απραντες λησμονις της αβσσου. Μην εκπλσσεστε που σας μιλ κατ' αυτ τον τρπο. Εμαι απ τη φση μου ποιητς γιατ εμαι η αλθεια που μιλ κατ λθος κι λη μου η ζω τελικ εναι να ιδιζον σστημα ηθικς μεταμφιεσμνο σε αλληγορα κι εικονογραφημνο με σμβολα».
 -«χι», επε κενη γελντας, «θα υπρχει πντοτε μια αληθιν θρησκεα. Ναι;» και γλασε δυνατ, « ττε λες εναι ψετικες».
 -«Καλ μου κυρα, λες οι θρησκεες εναι αληθινς, σο κι αν φανεται τι
εναντινεται η μια στην λλη. Πρκειται για διαφορετικ σμβολα της διας
πραγματικτητας. Εναι σα την δια φρση ειπωμνη σε διαφορετικς γλσσες. Με αποτλεσμα αν και λνε το διο πργμα να μη καταλαβανουν οι μεν τους δε. ταν νας ειδωλολτρης λει Δας κι νας χριστιανς λει Θες, εκφρζουν την δια συγκνηση με διαφορετικος ρους της δινοιας. Σκφτονται διαφορετικ την δια ενραση. Το χουζορεμα μιας γτας στον λιο ισοδυναμε με την ανγνωση ενς βιβλου. νας γριος κοιτ τη καταιγδα με τον διο τρπο που νας Εβραος κοιτζει τον Γιαχβ, νας γριος κοιτ τον λιο με τον διο τρπο που ο χριστιανς κοιτ το Χριστ. Γιατ ραγε, καλ μου κυρα; Γιατ κεραυνς και Γιαχβ, λιος και Χριστς, εναι διαφορετικ σμβολα του διου πργματος. Ζομε σ' αυτ τον κσμο των συμβλων, στον διο σκοτειν και φωτειν να -ορατ σκτος, τρπος του λγειν- και κθε σμβολο εναι αλθεια που μπορε να υποκαταστσει την αλθεια σπου χρνος και συνθκες αποκαταστσουν τη πραγματικ αλθεια. Διαφθερω αλλ φωτζω. Εμαι το Λαμπρ στρο του Πρωινο -φρση που χρησιμοποιθηκε δη δο φορς, χι αυθαρετα αδικαιολγητα, για κποιον λλο που δε μου μοιζει
».
 -«Ο ντρας μου επε κποτε τι ο Χριστς εναι το σμβολο του λιου...»
 -«Ναι, καλ μου κυρα. Και γιατ να μην αληθεει το αντθετο -τι δηλαδ ο λιος εναι το σμβολο του Χριστο»;
 -«Μα λα τα λτε ανποδα...»
 -«Αυτ εναι το καθκον μου, κυρα μου. Δεν εμαι πως λεγε ο Γκατε, το πνεμα που αρνεται, αλλ το πνεμα που εναντινεται».
 -«Το να εναντινεται κανες εναι κακ πργμα...»
 -«Να εναντινεται σε πρξεις, ναι... Να εναντινεται σε ιδες, χι».
 -«Και γιατ»;
 -«Γιατ με το να εναντινεται κανες σε πρξεις, ακμη κι αν εναι κακς,
παρεμποδζει την περιστροφ του κσμου, που εναι δρση. Αλλ να εναντιωνμαστε σε ιδες χει αποτλεσμα αυτς να μας εγκαταλεπουν και να πφτουμε στην απογοτευση κι απ εκε στο νειρο και συνεπς να ανκουμε στον κσμο. Καλ μου κυρα, υπρχουν, σον αφορ τον κσμο αυτ, τρεις διαφορετικς θεωρες: τι λα εναι ργο της Τχης, τι λα εναι ργο του Θεο κι τι λα εναι ργο διαφορετικν πραγμτων συνδυασμνων αλληλοδιασταυρομενων. Σκεφτμαστε γενικ σμφωνα με την ευαισθησα μας και γι' αυτ τα πντα ανγονται σ' να πρβλημα δικρισης ανμεσα στο καλ και το κακ. Εδ και πολ καιρ με συκοφαντον εξαιτας αυτς της ερμηνεας. Φανεται τι κανες μχρι τρα δεν χει σκεφτε πως οι σχσεις μεταξ των πραγμτων -αν υποθσουμε πως υπρχουνε πργματα και σχσεις- εναι υπερβολικ πολπλοκες στε να μπορε να τις εξηγσει κποιος θες διβολος κι οι δυο μαζ. Εμαι ο σεληνιακς κριος λων των ονερων, ο αρχιμουσικς λων των σιωπν. Θυμστε τι σκπτεστε ταν, ολομναχη, βρσκεστε μπρος σ' να απραντο τοπο με δντρα και φεγγαρφωτο; Δε θυμστε, γιατ σκεπτσαστε εμνα, αλλ οφελω να σας το πω: στη  πραγματικτητα δεν υπρχω. Αν υπρχει κτι, δε το γνωρζω. Οι ακαθριστοι πθοι, οι μταιες επιθυμες, η αποστροφ της καθημεριντητας ακμη κι ταν μας αρσει, η πλξη αυτο που δε προκαλε πλξη -λα αυτ εναι δικ μου ργο που το δημιουργ ταν, ξαπλωμνος στην χθη των μεγλων ποταμν της αβσσου, σκφτομαι πως οτε κι εγ δε ξρω τποτα. Ττε η σκψη μου κατεβανει, ακαθριστη ακτινοβολα, στις ψυχς των ανθρπων, κι εκενοι αισθνονται διαφορετικο απ αυτ που εναι. Εμαι ο αινιος Διαφορετικς, ο αινιος Αναβληθες, ο αινιος Πλεονζων της Αβσσου. Βρθηκα ξω απ τη Δημιουργα. Εμαι ο Θες των κσμων που υπρξανε πριν απ τον Κσμο -των βασιλιδων του Εδμ που βασλεψαν ανξια πριν απ τον Ισραλ. Η παρουσα μου στον κσμο αυτν εναι η παρουσα κενου πορθε απρσκλητος. Κουβαλ μνμες πραγμτων που δε κατρθωσαν να υπρξουν αλλ που προορζονταν να υπρξουν. (Ττε το πρσωπο δε κοταζε το πρσωπο, οτε υπρχε ισορροπα.) Ωστσο η αλθεια εναι τι δεν υπρχω οτε εγ, οτε τποτε λλο. λο αυτ το σμπαν κι λα τα λλα σμπαντα, με τους διαφορετικος Δημιουργος τους και τους διαφορετικος Σατανδες τους -λιγτερο περισστερο τλειους κι εκπαιδευμνους- εναι κεν μσα στο κεν, ανυπαρξες που περιφρονται, δορυφροι στην ανφελη τροχι του τποτα. Δε μιλ μαζ σας αλλ με το γιο σας
...»
 -«Δεν χω γιο... Δηλαδ πρκειται να αποκτσω σε ξι μνες, πρτα ο Θες...»
 -«Μ' αυτν μιλω... Σε ξι μνες; Τι εδους ξι μνες»;
 -«Τι εδους; ξι μνες...»
 -«ξι ηλιακος μνες; Ναι, ββαια. Αλλ η εγκυμοσνη υπολογζεται σε σεληνιακος μνες κι εγ δε μπορ να υπολογζω παρ μνο με μνες της Σελνης, που εναι η κρη μου, δηλαδ το πρσωπ μου καθρεφτισμνο στα δατα του χους. Η εγκυμοσνη κι λες οι λλες βρομις της γης, δε μου λνε τποτα και δε ξρω με ποιο δικαωμα μετρν αυτ τα πργματα με τους νμους της Σελνης που εγ δωσα. Γιατ δε βρκανε τποτε λλο; Γιατ ο Παντοδναμος εχε ανγκη απ το ργο μου; Απ την αρχ του κσμου με βρζουν και με συκοφαντον. Οι διοι οι ποιητς -εκ φσεως φλοι μου- που με υπερασπζονται, δεν με υπερασπστηκαν αρκετ. Κποιος -νας γγλος ονματι Μλτον- μ' κανε να χσω, μαζ με τους οπαδος μου, μιαν απροσδιριστη μχη που ποτ δε δθηκε. λλος πλι -νας Γερμανς ονματι Γκατε- μου δωσε το ρλο του προξενητ σε μια χωριτικη τραγωδα. Αλλ εγ δεν εμαι αυτ που νομζουν. Οι Εκκλησες με μισον. Οι πιστο τρμουν στο νομ μου. Αλλ ετε το θλουν ετε χι, χω να ρλο στο κσμο. Δεν εμαι οτε ο επαναστατημνος εναντον του Θεο, οτε το πνεμα που αρνεται. Εμαι ο Θες της Φαντασας απολωλς γιατ δε δημιουργ. Εξαιτας μου, ταν σουν παιδολα, βλεπες αυτ τα νειρα που μοιζουν με παιχνδια. Εξαιτας μου γυνακα πια, αγκλιαζες τη νχτα τους πργκιπες και τους ισχυρος που κοιμονται στα βθη αυτν των ονερων. Εμαι το Πνεμα που δημιουργε χωρς να δημιουργε, που η φων του εναι καπνς κι η ψυχ του να λθος. Ο Θες με δημιοργησε για να τον μιμομαι τη νχτα. Αυτς εναι ο λιος, εγ εμαι η Σελνη. Το φως μου αιωρεται πνω απ το καθετ που εναι μταιο ψετικο, φωσφορισμος, χθες ποταμν, λη και σκις. Ποις ντρας ακομπησε στα στθη σου αυτ το χρι που εναι το δικ μου; Σοδωσαν ποτ φιλ διο με το δικ μου; ταν τα ζεστ μακρσυρτα απογεματα ονειρευσουν τσο βαθι που τανε σα να ονειρευσουνα πως ονειρεεσαι, δεν εδες να περν στο βθος των ονερων σου μια ακαθριστη, φευγαλα σιλουτα που θα σου χριζε κθε ευτυχα, που θα σε φιλοσε ατελεωτα; μουν εγ. Εμαι εγ. Εμαι αυτς που πντα ψαχνες και που δε θα μπορσεις να βρεις ποτ. σως στα απροσμτρητα βθη της αβσσου ο διος ο Θες με ψχνει για να τον συμπληρσω, αλλ η κατρα του Γηραιτερου Θεο -του Κρνου του Γιαχβ- αιωρεται πνω του και πνω μου, μας χωρζει εν θα πρεπε να μας εννει, στε η ζω κι αυτ που επιθυμομε απ αυτ νναι να και το αυτ. Το δαχτυλδι που φορς κι αγαπς, η χαρ μιας ακαθριστης σκψης, το τι αισθνεσαι καλ στο καθρφτη που κοιτζεσαι -μην χεις ψευδαισθσεις: δεν εσαι εσ, εμαι εγ. Εγ εμαι που δνω λες τις κορδλες που διακοσμομε τα πργματα, που διαλγω τα χρματα που τα στολζουν. Με ,τι δεν αξζει να υπρχει κνω την επικρτει μου και το βασλει μου, εμαι ο απλυτος κριος του δικενου και του διμεσου, αυτο που στη ζω δεν εναι ζω. Η νχτα εναι το βασλει μου και το νειρο η επικρτει μου. ,τι δεν χει βρος μτρο μο ανκει. Τα δια προβλματα που βασανζουν τους ανθρπους βασανζουν και τους Θεος. ,τι υπρχει κτω εναι διο μ' αυτ που υπρχει πνω, λει ο Τρισμγιστος Ερμς, ο οποος, πως λοι οι ιδρυτς θρησκειν, δε παρλειψε τποτα εκτς απ το να υπρχει. Πσες φορς ο Θες δεν μου επε, παραθτοντας τη φρση του Αντρο ντε Κεντλ (Σημ: Antero de Quental: Πορτογλος ποιητς (1842-1891) οτον οποο αναφρεται συχν ο Πεσσα): "Ωιμ, ποιος εμαι εγ;"
   «Το καθετ εναι σμβολο και παλινδρμηση κι εμες που εμαστε θεο, δεν χουμε τποτα περισστερο απ ναν υψηλτερο βαθμ σ' να Τγμα που δε γνωρζουμε ποιοι εναι οι Αντεροι γνωστοι. Ο Θες, ποναι δετερος στη σειρ στο φανερ Τγμα, δε μου λει ποιος εναι ο αρχηγς του Τγματος, ο μνος που γνωρζει -αν γνωρζει- τους Μυστικος Αρχηγος. Πσες φορς ο Θες δε μοπε: "Αδελφ μου δε ξρω ποιος εμαι".
  
«χετε το πλεονκτημα να εστε νθρωποι και μερικς φορς πιστεω απ τα βθη της κορασης μου απ' λες αυτς τις αβσσους τι πιτερο αξζει η γαλνη κι η ειρνη μιας οικογενειακς βραδις δπλα στο τζκι απ' λη αυτ τη μεταφυσικ των μυστηρων που εμες, θεο και γγελοι, εμαστε καταδικασμνοι απ τη φση μας. ταν κποιες φορς σκβω πνω απ' το κσμο, βλπω μακρι να πλησιζουν στο λιμνι να απομακρνονται τα πανι απ τα πλεομενα των ψαρδων κι η καρδι μου νιθει τη φανταστικ νοσταλγα μιας χρας που ποτ δε γνρισε. Μακριοι σοι κοιμονται, στη ζωδη ζω τους -να ιδιζον σστημα ψυχς, μεταμφιεσμνο σε ποηση κι εικονογραφημνο με λξεις».
 -«Αυτ η συζτηση υπρξε πολ ενδιαφρουσα...»
 -«Αυτ η συζτηση επατε, κυρα μου; Αλλ αυτ η συζτηση, ακμη κι αν εναι σως το σημαντικτερο γεγονς της ζως σας, δε πραγματοποιθηκε ποτ. Πρτον, εναι γνωστ σε λους τι δεν υπρχω. Δετερον, σμφωνα με τη γνμη των θεολγων, που με αποκαλονε Διβολο και των ελεθερων στοχαστν, που με αποκαλον αντδραση, καμι συζτηση μαζ μου δε μπορε να εναι ενδιαφρουσα. Κυρα μου, εμαι νας ταπεινς μθος και, το χειρτερο, νας ακνδυνος μθος. Το μνο που με παρηγορε εναι το γεγονς τι το σμπαν -ναι, αυτ το πργμα που βρθει διαφρων μορφν φωτς και ζως- εναι επσης μθος. Μου επαν τι λα αυτ τα πργματα μπορον να διαλευκανθον υπ το φως της Καβλλα και της Θεοσοφας, αλλ πρκειται για θματα που δε γνωρζω καθλου. Κι ο Θες, με τον οποο κποτε μλησα γι' αυτ, μου επε τι οτε κι αυτς τα καταλβαινε καλ, γιατ πρκειται για μυστρια που βρσκονται στην αποκλειστικ κατοχ των μεγλων μυημνων της Γης -που, απ' ,τι χω διαβσει σε βιβλα κι εφημερδες, εναι κι ταν ανκαθεν πολλο. Εδ σ' αυτς τις αντερες σφαρες απ' που δημιουργθηκε και πρε μορφ ο κσμος, εμες, για να εμαστε ειλικρινες, δε καταλαβανουμε τποτα. Σκβω καμι φορ πνω απ την απραντη γη, ξαπλωμνος στην κρη του υψιπδου που δεσπζει των πντων -του υψιπδου του ρους του Ερεδμ πως κουσα να το λνε- και κθε φορ που σκβω βλπω νες θρησκεες, νες αντερες μυσεις, νες μορφς, λες αντιφατικς, της αινιας αλθειας που οτε ο Θες δε γνωρζει. Σας ομολογ τι εμαι κουρασμνος απ' το Σμπαν. Τσον ο Θες σο κι εγ θα βυθιζμασταν ευχαρστως σ' ναν πνο που θα μας απελευθρωνε απ τις θεκς μας υποχρεσεις, τις οποες δεν ξρουμε πς τις αναλβαμε. λα εναι πιο μυστηριδη απ' ,τι νομζουμε, κι λα αυτ εδ -ο Θες, το Σμπαν κι εγ- δεν εναι παρ να ψετικο κομμτι της απρσιτης αλθειας».
 -«Δε φαντζεστε πσο εκτιμ τη κουβντα σας. Ποτ δεν μου χουν μιλσει τσι».
     Εχανε βγει στο δρμο που λοζονταν στο φεγγαρφωτο.
     Εκενη δεν το πρσεξε.
     μεινε για λγο σιωπηλ.
 -«Αλλ, ξρετε -εναι περεργο- αλθεια, ξρετε τελικ τι νιθω»;
 -«Τι;» ρτησε ο Διβολος.
     Γρισε και τον κοταξε με τα μτια της γεμτα δκρυα.
 -«Νιθω μεγλη λπη για σας».
     Μια κφραση αγωνας, που κανες δεν θα πστευε πως θα μποροσε να υπρξει, φνηκε στο πρσωπο και τα μτια του ντρα με τα κκκινα. φησε ξαφνικ να πσει το μπρτσο που αγκλιαζε το δικ της. Εκενη κανε κποια βματα, αμχανη. Κατπιν γρισε πσω για να πει κτι -δεν ξερε τι, γιατ δεν εχε καταλβει τποτα- να ζητσει συγγνμη για τη θλψη που αισθνθηκε τι εχε προκαλσει. μεινε κπληκτη. ταν ολομναχη. Ναι, ταν ο δρμος της, το τλος του δρμου της, αλλ εκτς απ την δια δεν υπρχε κανες λλος. Οι λαμπρς ακτνες του φεγγαριο φτιζαν χι την ξοδο του τρνου, αλλ τις δυο κλειστς πρτες του γνωστο σιδερδικου. χι, εκτς απ την δια δεν υπρχε κανες. ταν ο δρμος της μρας ιδωμνος τη νχτα. Αντ για τον λιο, το φεγγαρφωτο -τποτε λλο. να φυσιολογικ φεγγαρφωτο, πολ φωτειν, που δεν επηραζε σε τποτα τη συνηθισμνη ψη σπιτιν και δρμων. Το αινιο φεγγαρφωτο κι εκενη προχρησε προς το σπτι της.

 -«Γρισα με κποιους γνωστος. ρχονταν κι αυτο προς τα εδ...»
 -«Και πς ρθες; Με τα πδια»;
 -«χι. Με αυτοκνητο».
 -«Αλθεια! Δεν κουσα τποτα».
 -«Δε με φραν ως τη πρτα», επε κενη χωρς δισταγμ. «Με φησαν στη γωνα. Εγ τους ζτησα να μη με συνοδψουν μχρι εδ, γιατ θελα να περπατσω αυτ το μικρ κομμτι του δρμου μ' να τσο ωραο φεγγαρφωτο. Εναι τσο ωραο! Πω να ξαπλσω. Καληνχτα...»
     Και βγκε αλλ χωρς να τον φιλσει -χωρς να του δσει το συνηθισμνο φιλ που δε ξρουμε, ταν το δνουμε, αν εναι συνθεια φιλ.
     Κανες τους δε πρσεξε τι δεν εχανε φιληθε.

     Το παιδ, να αγρι που γεννθηκε πντε μνες αργτερα, αποδεχτηκε στη πορεα του χρνου γενικ και στην εξλιξη της ανπτυξης του ειδικς, πολ ευφυς. ταν πια γινε ντρας φνηκε πς τανε ταλντο, μπορε κι ιδιοφυα, που ταν μλλον αλθεια, αν και μνον ορισμνοι κριτικο τσσονταν υπρ αυτς της ποψης. νας αστρολγος που κανε το ωροσκπι του, επε πως εχε ωροσκπο Καρκνο και πλαντη το Κρνο.

 -«Πες μου κτι, μητρα... Λγεται τι ορισμνες μνμες της μητρας μπορον να περσουνε στο παιδ. Υπρχει κτι που εμφανζεται διαρκς στα νειρ μου και δε μπορ να το συσχετσω με κτι που να μου χει συμβε. Εναι η ανμνηση ενς παρξενου ταξιδιο, που εμφανζεται νας ντρας με κκκινα που μιλ συνεχς. Πρτα βλπω να αυτοκνητο, στερα να τρνο και σ' αυτ το ταξδι με το τρνο περνμε απ να γεφρι πολ ψηλ, που μοιζει να δεσπζει λης της γης. στερα βλπω μιαν βυσσο και μια φων που μιλ για πολλ πργματα, που, αν τα καταλβαινα, θα μθαινα σως την αλθεια. Μετ βγανουμε στο φως, ναι, στο φεγγαρφωτο, σα να βγαναμε απ να υπγειο, και νμαστε ακριβς εδ στο τλος του δρμου... Α, αλθεια, στο τλος στην αρχ αυτς της ιστορας βλπω κτι σα χορ γιορτ, που εμφανζεται αυτς ο ντρας με τα κκκινα...»
     Η Μαρα ακομπησε το εργχειρο στα γνατ της. Και γυρνντας προς την Αντνια, επε:
 -«Τι διασκεδαστικ ιστορα! Προφανς λο αυτ με τα τρνα και τα αυτοκνητα και τα λοιπ εναι νειρο, αλλ, πργματι, υπρχει να μρος αλθειας... Εναι ο χορς στη Γαλζια Λσχη, τις Απκριες, εδ και πολλ χρνια -ναι, πντε, ξι μνες πριν απ τη γννησ του. Θυμσαι; Χρευα μ' ναν νεαρ που ταν ντυμνος Μεφιστοφελς κι στερα με πγατε σπτι με το αυτοκνητ σας κι εγ κατβηκα στο τλος του δρμου (εκε που λει τι βγκε απ την βυσσο...)»
 -«Αγαπητ μου, θυμμαι πολ καλ... Θλαμε να σε πμε μχρι τη πρτα του σπιτιο σου εδ κι εσ δεν θελες. Επες τι θελες να περπατσεις αυτ το κομματκι του δρμου κτω απ το φεγγαρφωτο...»
 -«Ακριβς... Αλλ, γιε μου, εναι αστεο να φαντστηκες ορισμνα πργματα που εμαι σγουρη τι δε σου τα διηγθηκα ποτ. Φυσικ, δεν χουν καμι σημασα...Τι παρξενο πργμα που εναι τα νειρα! Πς εναι δυνατν να εφερει κανες μια ιστορα στην οποα υπρχουν αληθιν στοιχεα -και που ο διος ο ενδιαφερμενος δε θα μποροσε να τα φανταστε- και τσες μεγλες ανοησες πως το τρνο, το γεφρι και το υπγειο»;

    Αχριστη ανθρωπτητα! Αυτ εναι το ευχαριστ της προς το Διβολο!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers