Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Κλασσικά 

Pessoa Fernando António Nogueira De Seabra: Αινιγματικός Πολυσχιδής Κορυφαίος

 

    Αν σα πεθάνω, θελήσετε να γράψετε τη βιογραφία μου, τίποτα πιο απλό. Δεν έχει παρά δυο ημερομηνίες -τη γέννηση και το θάνατό μου.
     Ανάμεσα στη μια και την άλλη, όλες οι μέρες είναι δικές μου
.

                                                                  "Αλμπέρτο Καέιρο
"

           Βιογραφικό         

     Γ
εννήθηκε στη Λισαβόνα, 13 Ιουνίου 1888. Πατέρας του ο Zοακίμ ντε Σεάμπρα Πεσσόα, υπάλληλος και κριτικός μουσικής, με εβραϊκές καταβολές και μητέρα του η Μαρία Μανταλένα Πινιέιρο Νογκέιρα, από γνωστή οικογένεια των Αζορών. Έχασε τον πατέρα του από φθίση όταν ήταν ακόμη νέος. Η μητέρα του παντρεύτηκε κατόπιν τον Πορτογάλο ταγματάρχη Ζοάο Μιγκέλ Ρόσα πρόξενο στο Durban στη Ν. Αφρική, που η οικογένεια διέμενε από το 1896.

                      
     Πρώτο ποίημα αφιερωμενο στη μητέρα του. Στη διάρκεια κείνων των χρόνων απέκτησε άνεση στη χρήση των αγγλικών κι έδειξεν αγάπη για συγγραφείς όπως William Shakespare  και John Milton . Οι πρώτες του ποιητικές συλλογές είναι γραμμένες αγγλικά.

                 
                          Έφηβος λίγο πριν αφήσει το Ντέρμπαν

     Αφού ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του στο Cape Town, επέστρεψε στη Λισαβώνα σ' ηλικία 17 ετών για να συνεχίσει τις σπουδές του στο Πανεπιστήμιο και δε την εγκατέλειψε ποτέ ξανά. Όταν μια φοιτητική αποχή διέκοψε τα μαθήματα, τις παράτησε κι εργάστηκεν ανταποκριτής επιχειρήσεων. Μετά δούλεψε μεταφραστής εμπορικών κειμένων κι έγραψε σε πρωτοποριακές επιθεωρήσεις, κυρίως στην Orpheu, που υπήρξεν εστία για νέες αισθητικές απόψεις. Τα άρθρα του για το κίνημα saudosismo (νοσταλγία), προκάλεσαν αντιδράσεις εξαιτίας των πρωτοποριακών τους όρων.
                    
                 Βραβείο της Βασίλισσας Βικτώριας καλύτερης
                   έκθεσης για εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο

     Το 1907 εγκαταλείπει το Πανεπιστήμιο για ν'ανοίξει τυπογραφείο. Πρώτη αποτυχία στη ζωή. Εργάζεται ως συντάκτης-μεταφραστής εμπορικής αλληλογραφίας. Έτσι θα εξασφαλίσει εφεξής στοιχειώδες εισόδημα, αφού αποτυγχάνουν κάποιες δειλές προσπα8ειές του για ακαδημαϊκή καριέρα.
Ζει αρχικά μαζί με μια γεροντοκόρη θεία και μια τρελή γιαγιά, έπειτα μ' άλλη θεία, στη συνέχεια για ένα διάστημα με τη μητέρα, χήρα δεύτερη φορά. Τον υπόλοιπο καιρό όπου λάχει. Μοναχικός πότης, συχνάζει σε καφενεία και ταβέρνες.
    
Πρωτοδημοσιεύει κείμενά του το 1912 στο περιοδικό Aguia, όργανο της πορτογαλικής αναγέννησης: σειρά άρθρων για τη ποίηση της χώρας του. Συνδέεται με τον ποιητή Μάριο Ντε Σα Καρνέιρο. Διαποτίζεται από συμβολισμό και φουτουρισμό.Το 1915 συμμετέχει μαζι με τους Σα-Καρνέιρο, Ζοζέ ντε Αλμάδα Νεγκρέιρος, Λουίς ντε Μονταλβόρ κ.ά στην ίδρυση της επιθεώρησης Orpheu, που ταράζει τα λιμνάζοντα ύδατα της πορτογαλικής λογοτεχνίας. Θα κυκλοφορήσουν μόνο δυο τεύχη, όπου δημοσιεύονται: «Ο ναυτικός», «Θριαμβική ωδή», «Πλάγια βροχή», «Θαλασσινή ωδή».
     Το 1916 το ρίχνει στον αποκρυφισμό, σχεδιάζει να γίνει αστρολόγος. Ερωτεύεται ή έτσι θέλει να πιστεύει, μια 19άχρονη υπάλληλο. Η σχέση τους θα 'ναι πλατωνική, σύντομη και τελευταία. Η έκδοση του Ορφέα τερματίζεται σύντομα μες σε γενική αποδοκιμασία.
     Διαδραμάτισε μεγάλο ρόλο στην εξέλιξη του κινήματος μοντερνισμού στη χώρα του κι ήταν ο σπουδαιότερος εκπρόσωπός της μοντερνιστικής ομάδας Orpheu. Το 1ο βιβλίο του, "Αντίνοος" (Antinous), εκδόθηκε το 1918 κι ακολούθησαν 2 άλλες ποιητικές συλλογές, όλα στ' αγγλικά. Το 1ο του βιβλίο στα πορτογαλικά με τίτλο "Mensagem" εκδόθηκε το 1933, χωρίς να τραβήξει τη προσοχή.
     Το 1920 συναντά την Οφέλια. Ανταλλαγή των πρώτων ερωτικών επιστολών. Επιστροφή της μητέρας του με την υπόλοιπη οικογένεια στη Λισαβόνα μετά το θάνατο του συζΰγου της. Πηγαίνει να μείνει μαζί τους. Σοβαρή κρίση κατάθλιψης. Χωρίζει με την Οφέλια.
     Την οριστική του προσχώρηση στον κόσμο των μυστηρίων και της ποίησης δε διστάζει να αναγγείλει κι ο «άνθρωπος Πεσσόα», καθώς απευθύνει τον τελευταίο χαιρετισμό στην αρραβωνιαστικιά του Οφέλια - μοναδικό έρωτα της ζωής του- με τον οποίο δηλώνει το τέλος της σχέσης τους:
   "Το πεπρωμένο μου ορίζεται από ένα νόμο που εσείς αγνοείτε ακόμη και την ύπαρξη του κι υπακούει όλο και πιο πολύ σε Δασκάλους που δε συναινούν ούτε και συγχωρούν".

                    
                   Η Οφέλια όταν την ερωτεύτηκε ο Πεσσόα

     Το 1922 θα συνεργαστεί με νέο λογοτεχνικό περιοδικό, το Contemporanea. Είναι περίοδος εκκόλαψης εθνικιστικών και φιλομοναρχικών τάσεών του. 2 ακόμα νέα περιοδικά, το Atena (1924) και το Presenca (1927), θα του δώσουνε γέφυρα επικοινωνίας με τις νεότερες γενιές. Αναλαμβάνει την υπεράσπιση δυο ομοορυλόφιλων ποιητών εκ των οποίων ο ένας είναι ο Αντόνιο Μπότο. Θα ακολουθήσει δημόσια διένεξη στην οποία θα λάβει μέρος κι ο Κάμπος. Δημοσιεύεται στο περιοδικό Contemporânea «Ο αναρχικός τραπεζίτης».
     Ο Πεσσόα αρχίζει να περικυκλώνει τον εαυτό του. Αγγλομανής, παθολογικά ντροπαλός και ταυτόχρονα αλαζών, ντυμένος πάντα στα σκούρα, κοσμοπολίτης κι εθνικιστής, μυωπικός κι οραματιστής, αιρετικός και διάφανος σα σκιά, αποκρυφιστής και παγανιστής.

     Ο όγκος του έργου του εκδόθηκε σε λογοτεχνικά περιοδικά, -κυρίως στο δικό του, το Atena. Με τ' όνομα Pessoa έγραψε ποιήματα που χαρακτηρίζονται από γλωσσικές καινοτομίες, παρόλο που χρησιμοποίησε παραδοσιακά μέτρα και ρυθμούς. Κατά τη διάρκεια της συγγραφικής του σταδιοδρομίας, ήταν άσημος και δημοσίευσε ελάχιστο από τον τεράστιο όγκο του έργου του. Η ποιητική τεχνική που χάρη της έγινεν ιδιαίτερα γνωστός, είναι η χρήση των ετερωνύμων ή εναλλακτικών λογοτεχνικών προσώπων, που «υπέγραψαν» πολλά από τα βιβλία του. Υιοθέτησε τη χρήση ετερωνύμων, κυριολεκτικά alter egos, που υποστήριζαν ή ασκούσαν κριτική ο ένας στα κείμενα του άλλου.

                
                                       Πορτρέτο του 1914

     Όταν πέθανε, άφησε ένα μπαούλο που περιείχε περίπου 27.500 (!) χειρόγραφα -τεράστια συλλογή από ποιήματα, αποσπάσματα, γράμματα κι εφημερίδες. Αυτά τα κομμάτια αποδίδονταν σε μια σειρά από συγγραφείς -Bernardo Soares, Alberto Caeiro, Ricardo Reis & Alvaro de Campos ανάμεσα σ' άλλα- καθώς είχε δημιουργήσει έναν αριθμό από υποθετικούς χαρακτήρες κατά τη διάρκεια της λογοτεχνικής του καριέρας. Μέχρι σήμερα οι μελετητές του έργου του έχουν ανακαλύψει 72(!) διαφορετικές προσωπικότητες που υπογράφουνε γραπτά του.

               
        To μπαούλο με τα γραπτά του που βρέθηκε μετά το θάνατό
                 του μπρος από τη περίφημη βιβλιοθήκη του


   «Αγγλομανής, μύωψ, ευγενής, αλλοπαρμένος, μαυροντυμένος, απόμακρος κι οικείος, κοσμοπολίτης που κηρύσσει τον εθνικισμό, επίσημος ερευνητής των ασήμαντων πραγμάτων, άνθρωπος με χιούμορ που δε χαμογελά ποτέ και που μας παγώνει το αίμα, εφευρέτης άλλων ποιητών και εξολοθρευτής του εαυτού του, συγγραφέας ενός παράδοξου λόγου καθαρού σα το νερό και σα κι αυτό απύθμενου: προσποίηση σημαίνει
αυτογνωσία. Μυστηριώδης σαν το φεγγάρι το καταμεσήμερο, σιωπηλό φάντασμα του πορτογαλικού μεσημεριού. Ποιος είναι άραγε ο Πεσσόα
»;

                                                                 Οκτάβιο Πας
  (Octávio Paz: "El desconocido de sí mismo", Πρόλογος στο Fernando Pessoa-Antologia, Universidade Nacional Autónoma de México, Μεξικό, 1972)

     Ο Campos, μηχανικός, αντιπροσωπεύει την έκσταση της εμπειρίας και γράφει σ' ελεύθερο στίχο. Ο Reis είναι γιατρός μ' επικούρεια φιλοσοφία και κλασσικήν εκπαίδευση, γράφει σε μέτρα και ρυθμούς που θυμίζουνε το Λατίνο ποιητή Οράτιο. Ο Caeiro, βοσκός, είναι ενάντια σε κάθε συναισθηματισμό και γράφει κι αυτός σ' ελεύθερο στίχο. Κάθε πρόσωπο έχει ιδιαίτερη φιλοσοφία ζωής που κάποτε έγραφε και λογοτεχνικές συζητήσεις ανάμεσά τους. Χρειάστηκαν 10ετίες για να μπορέσει όλη αυτή η παραγωγή να συγκεντρωθεί και να μελετηθεί ως έργο του Πεσσόα κι ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί πλήρως αυτή η διαδικασία. «Ζωή είναι να 'σαι άλλος».

     Αν και περισσότερο γνωστός ως ποιητής, έγραψεν επίσης και σύντομα κείμενα, κάποια απ' αυτά ήτανε προσχέδια ή ημιτελή. "Το Βιβλίο Της Ανησυχίας" (Livro do Dessossogego), γραμμένο με τ' όνομα του Soares, εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1982, 50 περίπου χρόνια μετά το θάνατό του. Ο πρωταγωνιστής του βασανίζεται από την απουσία νοήματος στη ζωή. Η ποίησή του άρχισε να κερδίζει κοινό από το 1940 στη Πορτογαλία κι αργότερα στη Βραζιλία. Αρκετές από τις συλλογές του εκδόθηκαν μετά το θάνατό του και μεταφράστηκαν στα Ισπανικά, Γερμανικά, Σουηδικά, Φινλανδικά κι άλλες γλώσσες.

              
 Το σπίτι που γεννήθηκε ο Πεσσόα: πλατεία Σάο Κάρλο Λισαβόνα

     Απέφευγε τη κοινωνική ζωή και τους λογοτεχνικούς κύκλους. Μέθυσος περιθωριακός, βλάσφημος, ακοινώνητος, μανιοκαταθλιπτικός, μισογύνης κι εθνικιστής νάρκισσος; Ή ένας ευαίσθητος, τρυφερός, ονειροπόλος, βαθιά σκεπτόμενος άνθρωπος και πάνω απ' όλα ένας μεγάλος ποιητής; Όσο ζούσε, ούτε ο ίδιος θα 'ξερε την απάντηση, πόσο μάλλον οι σύγχρονοι του. «Είμαι όλ' αυτά και δεν είμαι τίποτα», θ' απαντούσεν ίσως. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα σ' έν επιπλωμένο δωμάτιο στη Λισαβόνα, όπου και πέθανε ανώνυμος κι άσημος, διαλυμένος από το πιοτό, στις 30 Νοέμβρη 1935, σ' ηλικία μόλις 47 ετών. Στο γαλλικό νοσοκομείο της Λισαβόνας, η τελευταία φράση που γράφει, είναι στ' αγγλικά:

     «I know not what tomorrow will bring».
               (Δε γνωρίζω τι θα φέρει το αύριο).

     Σήμερα αναπαύεται, αδιάφορος, στη Μονή των Ιερωνύμων, που μεταφέρθηκε ο τάφος του κατά την επέτειο των 100 ετών απ' τη γέννησή του, ανάμεσα στους Καμόενς και Βάσκο Ντε Γκάμα.

   'Αγαλμα Του Πεσσόα


             Ο μακρύς κατάλογος των ψευδωνύμων του

 1. Dr. Pancrácio                              2. Luís António Congo
 3. Eduardo Lança                            4. A. Francisco de Paula Angard
 5. Pedro da Silva Salles                    6. José Rodrigues do Valle
 7. Pip                                            8. Dr. Caloiro
 9. Morris & Theodor                        10. Diabo Azul
11. Parry                                       12. Gallião Pequeno
13. Accúrsio Urbano                        14. Cecília
15. José Rasteiro                            16. Tagus
17. Adolph Moscow                         18. Marvell Kisch
19. Gabriel Keene                            20. Sableton-Kay
21. Dr.Gaudêncio Nabos                    22. Nympha Negra
23. Professor Trochee                      24. David Merrick
25. Lucas Merrick                            26. Willyam Links Esk
27. Charles Robert Anon                   28. Horace James Fáber
29. Navas                                      30. Alexander Search
31. Charles James Search                 32. Herr Prosit
33. Jean Seul de Méluret                  34. Pantaleão
35. Torquato Mendes Fonseca           36. Barão de Teive da Cunha Rey
37. Maria José                                38. Gomes Pipa
39. Ibis                                         40. Pero Botelho
41. Joaquim Moura Costa                  42. Efbeedee Pasha
43. Faustino Antunes (A. Moreira)      44. Thomas Crosse
45. António Gomes                          46. LI. Crosse
47. Vicente Guedes                         48. A.A. Crosse
49. Gervásio Guedes                        50. António de Seabra
51. Carlos Otto                               52. Frederico Reis
53. Miguel Otto                               54. Diniz da Silva
55. Frederick Wyatt                         56. Coelho Pacheco
57. Rev. Walter Wyatt                      58. Raphael Baldaya
59. Alfred Wyatt                             60. Claude Pasteur
61. Bernardo Soares                         62. João Craveiro
63. António Mora                             64. Henry More
65. Sher Henay                               66. Wardour
67. Ricardo Reis                               68. J.M. Hyslop
69. Alberto Caeiro                            70
. Álvaro de Campos
71. Abílio Quaresma                          72. Vadooisf (;)

--------------------------------------------------------------------

                                         Ρήσεις

   * Κι εγώ ειλικρινά, είμαι το κέντρο που δεν υφίσταται παρά μόνο σα συνθήκη στη γεωμετρία της αβύσσου· είμαι το τίποτα που γύρω του περιστρέφεται αυτή η κίνηση...

   * Ό,τι έκανα, σκέφτηκα ή υπήρξα, δεν είναι παρά μια υποταγή, είτε σ' ένα τεχνητό ον που εξέλαβα ως εαυτό μου, διότι δρούσα ξεκινώντας απ' αυτό προς τα έξω, είτε στο βάρος των περιστάσεων, όπου συμπεριέλαβα ακόμη και τον αέρα που ανέπνεα.


   * Εννοείται πως αγνοώ αν είναι αυτοί που δεν υπάρχουν ή μήπως ο ανύπαρκτος είμαι γω: σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις δε πρέπει να 'μαστε δογματικοί.

   * Όσο περισσότερο μεγαλώνω, τόσο λιγότερο είμαι. Όσο πιο πολύ με βρίσκω, τόσο περισσότερο χάνομαι. Όσο περισσότερο δοκιμάζομαι, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πως είμαι λουλούδι και πουλί κι αστέρι και σύμπαν. Όσο περισσότερο καθορίζω τον εαυτό μου, τόσο λιγότερα όρια έχω. Ξεπερνώ τα πάντα, κατά βάθος είμαι ίδιος με το Θεό.

   * Ποιός έκανε καυσόξυλα τη κούνια των παιδικών μου χρόνων;
      Ποιός έφτιαξε σφουγγαρόπανα από τα παιδικά μου σεντονάκια;

   * Με τον ίδιο τρόπο που πλένουμε το κορμί μας, θα 'πρεπε να πλένουμε και το πεπρωμένο μας, ν' αλλάζουμε ζωή, όπως αλλάζουμε ρούχα -όχι για λόγους επιβίωσης, όπως κάνουμε όταν τρώμε ή κοιμόμαστε, μα με κείνο το σεβασμό που 'χουμε σα τρίτοι απέναντι στον εαυτό μας.

   * Ενυπάρχει κάποιες φορές μεγάλη αισθητική απόλαυση στο ν' αφήνεις να περνά, χωρίς να την εκφράζεις, μια συγκίνηση που το πέρασμά της απαιτεί λέξεις. Ουδείς ποιητής έχει το δικαίωμα να φτιάχνει στίχους επειδή νιώθει την ανάγκη.

   * Υπάρχουν μόνο δυο τύποι σταθερής πνευματικής κατάστασης μέσα στους οποίους αξίζει να ζει κανείς: η ευγενής αγαλλίαση μιας θρησκείας ή το ευγενές άλγος για την απώλειά της.

  *
Στην απίθανη περίπτωση που ένα σκυλί άρχιζε να σκέφτεται όπως εμείς, το σκυλί αυτό θα 'τανε τελειότερο απ' όλα τ' άλλα -κι ωστόσο, το πιθανότερο είναι, ότι κείνα θα το σκοτώνανε, παίρνοντάς το για τρελό.

   * Μη φοβάστε, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος να καταρρεύσει η κοινωνία από υπερβολικόν αλτρουισμό.

   * Μπορώ να φανταστώ τα πάντα γιατί δεν είμαι τίποτα.

   * Πόσο δύσκολο αλήθεια, να 'σαι ο εαυτός σου και να μη βλέπεις παρά μόνο τ' ορατό!

   * Η λογοτεχνία, όπως και κάθε μορφή τέχνης, ισοδυναμεί μ' ομολογία πως η ζωή δεν αρκεί. Στη ζωή, η μόνη πραγματικότητα είναι η αίσθηση. Στη τέχνη, η μόνη πραγματικότητα είναι η συνείδηση της αίσθησης.

   * Η τρέλα όχι απλώς δεν είναι ανωμαλία, μα είναι συνηθισμένη ανθρώπινη συνθήκη. Αν δεν έχεις συναίσθηση της τρέλας σου κι αν δεν είναι μεγάλη, είσαι ο κοινός άνθρωπος. Αν δεν έχεις κι είναι μεγάλη, είσαι τρελός. Αν έχεις κι είναι μικρή, είσαι χωρίς ψευδαισθήσεις. Αν έχεις κι είναι μεγάλη, είσαι ιδιοφυΐα.

                                                   Ποίηση 

        Τέσσερις Ωδές

Nα θέλεις λίγα: θα τα 'χεις όλα.
Tίποτε να μη θέλεις: θα 'σαι λεύτερος.
O ίδιος ο έρωτας που νιώθουν
για μας, μας απαιτεί, μας καταπιέζει.

Για να 'σαι μέγας, να 'σαι ακέριος:
Tίποτε δικό σου να μην υπερβάλλεις
ή να μη διαγράφεις.

Nα 'σαι όλα σε κάθε πράγμα.
Nα βάζεις όσα είσαι
Kαι στο ελάχιστο που κάνεις.

Eτσι σε κάθε λίμνη ολάκερη η σελήνη
λάμπει, γιατί ζει ψηλά.

Aναρίθμητοι ζουν μέσα μας,
Aν σκέφτομαι ή αν νιώθω, αγνοώ
ποιος μέσα μου σκέφτεται ή νιώθει.

Eίμαι μονάχα ο τόπος
όπου νιώθουν ή σκέφτονται.
Eχω περισσότερες από μια ψυχές.
Yπάρχουν περισσότερα εγώ
από το ίδιο το εγώ μου.

Yπάρχω ωστόσο
Aδιάφορος για όλους
Tους κάνω να σιωπούν: εγώ μιλάω.

Oι διασταυρωμένες παρορμήσεις
Όσων νιώθω ή δε νιώθω
Πολεμούν μες σ' αυτό που 'μαι.
Tις αγνοώ.
Tίποτε δεν υπαγορεύουν
σ' αυτό που γνωρίζω πως είμαι: εγώ γράφω.

O θεός Πάνας δε πέθανε,
Σε κάθε κάμπο που δείχνει
Στα χαμόγελα του Aπόλλωνα
τα γυμνά στήθη της Δήμητρας
Aργά ή γρήγορα θα δείτε
Nα εμφανίζεται κει
O θεός Πάνας, ο αθάνατος.

Όχι δε σκότωσε άλλους θεούς
O θλιμμένος χριστιανός θεός.
O Xριστός είναι ένας ακόμη θεός,
Ίσως ένας που 'λειπε.

O Πάνας συνεχίζει να δίνει
Tους ήχους από τον αυλό του
Στ' αφτιά της Δήμητρας
που καμαρώνει στους κάμπους.

Oι θεοί είναι οι ίδιοι,
Πάντα λαμπροί και γαλήνιοι,
Γεμάτοι αιωνιότητα
και περιφρόνηση για μας,
φέρνοντας τη μέρα και τη νύχτα
και τις χρυσαφένιες σοδειές.

Όχι για να μας δώσουνε
Tη μέρα και τη νύχτα και το στάρι
Mα γι' άλλονε και θείο
τυχαίο σκοπό.

   Βοσκός Προβάτων

Υπάρχουν ποιητές που 'ναι τεχνίτες
Και δουλεύουνε τους στίχους
Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τί λυπηρό να μη ξέρεις ν' ανθίζεις!
Να 'χεις να βάζεις στίχο σε στίχο,
όπως αυτός που χτίζει ένα τοίχο
Και βλέπει αν στέκει καλά
Και τον γκρεμίζει αν δε στέκει!

Αλλά, το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας
Που αλλάζει και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία...

Το σκέφτομαι, όχι όπως
ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,
Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.
Κοιτάζω τα λουλούδια και γελώ...
Δε ξέρω αν με καταλαβαίνουν
ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω.

Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια
μαζί τους και μαζί μου
είναι στη κοινή μας θεότητα
Που μας αφήνει να φύγουμε,
να ζήσουμε για τη Γη,

Ευτυχισμένοι, στα χέρια
τις εποχές να σηκώνουμε
Ν' αφήνουμε τον άνεμο
να μας αποκοιμίζει
Και στα όνειρά μας,
όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος έχει λουλούδια
ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

...

Ποτέ δε φύλαξα πρόβατα,
μα είναι σα να το 'χω κάνει.
Η ψυχή μου είναι σαν το βοσκό.
Ξέρει κι από αέρα κι από ήλιο
περπατώντας χέρι-χέρι με τις Εποχές
παρατηρώντας κι ακολουθώντας...

        Ελευθερία

Αχ, τι ηδονή
το καθήκον σου να μη κάνεις,
ανοιχτό ένα βιβλίο να κρατάς
και να μη διαβάζεις.

Να διαβάζεις! Τι πλήξη…
Μελέτη, τίποτα δε θα πει,
σε χρυσώνει ο ήλιος
και δίχως λογοτεχνία.

Κυλάει το ποτάμι, άσχημα ή όμορφα,
και δίχως τη δική σου έκδοση ειδική.
Κι η αύρα, αυτή απ’ τη φύση της πρωινή,
έχει καιρό, δε βιάζεται.

Χαρτιά τυπωμένα με μελάνι,
τα βιβλία.
Μελετώντας, διάκριση ανάμεσα
στο Τίποτα και στο Κάτι
δεν θα βρεις.
Στην καρδιά του χειμώνα,
τι χαρά,
τον Δον Σεβαστιανό
να προσμένεις να 'ρθει
είτε δεν έρθει.

Μεγάλη είναι η ποίηση,
σπουδαίοι οι χοροί…
Το καλλίτερο στον κόσμο, τα παιδιά,
η μουσική, τα τραγούδια, το φεγγαρόφως
κι ο ήλιος που αμαρτάνει,
αν, αντί να σε τρέφει, σε καίει.
Κι ακόμα ένα καλό, το τρισμέγιστο,
ο Ιησούς, που αγνοούσε τα οικονομολογικά
και δεν γνωρίζουμε, είχε βιβλιοθήκη;

                                   Η Ώρα Του Διαβόλου 

     Βγήκαν από το σταθμό και τότε κείνη είδε με έκπληξη ότι βρισκόταν στο δρόμο όπου έμενε, λίγα βήματα από το σπίτι της. Έμεινε ακίνητη. Κατόπιν γύρισε πίσω της για να εκφράσει την έκπληξη της στο συνοδό της. Αλλά πίσω της δεν υπήρχε κανείς. Δε φαινόταν παρά ο δρόμος, σεληνιακός κι έρημος, όπου κανένα κτήριο δε μπορούσε να είναι ή να μοιάζει με σιδηροδρομικό σταθμό.
     Ζαλισμένη, μισοκοιμισμένη, αλλά εσωτερικά σε εγρήγορση κι ανήσυχη, προχώρησε μέχρι το σπίτι της. Άνοιξε τη πόρτα και μπήκε. Ανέβηκε τις σκάλες. Στον επάνω όροφο συνάντησε, ακόμη ξύπνιο, τον άντρα της. Διάβαζε στο γραφείο κι όταν εκείνη μπήκε άφησε το βιβλίο του.
 -«Λοιπόν;» τη ρώτησε.
     Κι εκείνη:
 -«Περάσαμε πολύ ωραία. Η γιορτή είχε πολύ ενδιαφέρον». Και πρόσθεσε πριν τη ρωτήσει: «Κάποιοι που ήταν μαζί μου στο χορό με φέρανε με το αυτοκίνητο ως την αρχή του δρόμου. Δε θέλησα να με συνοδεύσουν μέχρι τη πόρτα. Επέμεινα να κατέβω εκεί. Πόσο κουρασμένη νιώθω
     Ύστερα, κάνοντας μια κίνηση που έδειχνε τη μεγάλη της κούραση και ξεχνώντας να τον φιλήσει, πήγε να ξαπλώσει.

     Ο γιος της, όταν γεννήθηκε, έμοιαζε απολύτως φυσιολογικός αλλά δεν άργησε να φανεί ότι επρόκειτο για ιδιοφυΐα. Τα ποιήματά του έχουν ένα ύφος παράξενο και σεληνιακό. Τα διαπνέει ένας πόθος για υψηλά πράγματα, ίδιος με τον πόθο που ενέπνευσε εκείνον που, μια μέρα, σε κάποια προηγούμενη ζωή του, πέταξε πάνω απ' όλες τις πολιτείες της γης. Τους στίχους του διατρέχει ένα όραμα μεγάλων γεφυριών, ανεξήγητο από τις μέχρι τώρα εμπειρίες του. Και μια φορά, σ' ένα ποίημα που έγραψε σα σε όνειρο, λέει ότι κάτι μέσα του δοκίμασε τον πειρασμό, σα το Χριστό, κάπου ψηλά, εκεί απ' όπου βλέπει κανείς ολόκληρο τον κόσμο.

     Κάτω σε μια απόσταση τόσο μεγάλη που δε τη χωρά ο νους, φαίνονταν, σα διάσπαρτα άστρα, μεγάλες κηλίδες φωτός -το δίχως άλλο πόλεις της γης. Ο Διάβολος της τις έδειξε.
 -«Είναι οι μεγάλες πολιτείες του κόσμου: αυτό είναι το Λονδίνο», κι έδειξε
μια πόλη κάτω μακριά. «Αυτό είναι το Βερολίνο», κι έδειξε μιαν άλλη. «Κι αυτό εκεί είναι το Παρίσι. Είναι κηλίδες φωτός μες στο σκότος κι εμείς, στο γεφύρι αυτό περνάμε ψηλά από πάνω τους, προσκυνητές του μυστήριου και της γνώσης».
 -«Τι φοβερό κι εξαίσιο θέαμα! Τι είναι όλο αυτό εκεί κάτω»;
 -«Αυτό, κυρία μου, είναι ο κόσμος. Από εδώ, με την προτροπή του Θεού, έβαλα σε πειρασμό τον Υιό Του, τον Ιησού. Αλλά χωρίς αποτέλεσμα, όπως το περίμενα, γιατί ο Υιός ήταν πιο μυημένος από τον Πατέρα και βρισκόταν σε άμεση επαφή με τους Ανώτερους Αγνώστους του Τάγματος. Ήταν μια δοκιμασία, όπως λέγεται στη γλώσσα της μύησης κι ο Υποψήφιος ανταποκρίθηκε επιτυχώς».
 -«Δε καταλαβαίνω καλά. Από εδώ, στ' αλήθεια, βάλατε σε δοκιμασία το Χριστό»;
 -«Ναι. Είναι σαφές ότι εκεί που σήμερα υπάρχει μια απέραντη πεδιάδα υπήρχε τότε ένα βουνό. Και στην άβυσσο παρατηρούνται γεωλογικά φαινόμενα. Από δω που περνάμε ήταν η κορφή του. Το θυμάμαι πολύ καλά! Ο Υιός του Ανθρώπου με έδιωξε πιο πέρα κι από το Θεό. Υπάκουσα γιατί ήταν το καθήκον μου, η συμβουλή κι η διαταγή του Θεού. Τον έβαλα σε δοκιμασία με ό,τι υπήρχε. Αν είχα ακολουθήσει τη δική μου γνώμη, θα τον δοκίμαζα με ό,τι δεν είναι δυνατό να υπάρχει. Ίσως η ιστορία του κόσμου γενικά και της χριστιανικής θρησκείας ειδικά, να ήταν διαφορετικές. Αλλά τι μπορεί να κάνει ο Θεός που δημιούργησε αυτόν εδώ τον κόσμο κι ο επαρχιώτης διάβολος που είμαι εγώ, ενάντια στη δύναμη του Πεπρωμένου, που είναι ο ανώτατος αρχιτέκτονας όλων των κόσμων»;
 -«Αλλά πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζουμε κάτι και ταυτόχρονα να το αρνούμαστε»;
 -«Είναι ο νόμος της ζωής καλή μου κυρία. Το σώμα ζει γιατί αποσυντίθεται, όχι όμως εντελώς. Αν δεν αποσυντίθετο ανά πάσα στιγμή, θα ήταν ορυκτό. Η ψυχή ζει γιατί βρίσκεται συνεχώς υπό το κράτος του πειρασμού, παρότι ανθίσταται. Ό,τι ζει εναντιώνεται σε κάτι. Κι εγώ είμαι αυτός προς τον οποίο εναντιώνονται τα πάντα. Αλλά, αν δεν υπήρχα, τίποτα δε θα υπήρχε, γιατί δε θα υπήρχε κάτι στο οποίο να εναντιωθεί κανείς, όπως το περιστέρι του μαθητή μου του Καντ, που επειδή πετά εύκολα στον ελαφρύ αέρα, θεωρεί ότι θα μπορούσε να πετάξει καλύτερα στο κενό. Η μουσική, το σεληνόφως και τα όνειρα είναι τα μαγικά μου όπλα. Ωστόσο ως μουσική δε πρέπει να νοείται μόνον η μουσική που παίζεται, αλλά κι εκείνη που δε θα παιχθεί ποτέ. Ούτε κι ως σεληνόφως πρέπει να νοείται αυτό που προέρχεται από τη σελήνη και κάνει τα δέντρα να φαίνονται μεγαλύτερα. Υπάρχει κι άλλο σεληνόφως που δε το εξουδετερώνει ούτε κι ο ίδιος ο ήλιος και σκοτεινιάζει καταμεσήμερο αυτό που τα πράγματα παριστάνουν ότι είναι. Μόνο τα όνειρα είναι πάντοτε αυτό που είναι. Είναι κείνο το μέρος του εαυτού μας όπου γεννηθήκαμε κι όπου είμαστε πάντοτε εμείς, ο εαυτός μας».
 -«Αλλά αν ο κόσμος είναι δράση, πώς γίνεται και το όνειρο αποτελεί
μέρος του κόσμου
»;
 -«Είναι γιατί το όνειρο καλή μου κυρία, είναι δράση που έγινε ιδέα και γι' αυτό το λόγο διατηρεί τη δύναμη του κόσμου απορρίπτοντας την ύλη, δηλαδή το να υπάρχει κανείς μες στο χώρο. Μήπως δεν είναι αλήθεια ότι μέσα στο όνειρο είμαστε ελεύθεροι»;
 -«Ναι, και τι θλίψη να ξυπνά κανείς...»
 -«Ο καλός ονειροπόλος δε ξυπνά. Δεν ξύπνησα ποτέ. Ο ίδιος ο Θεός
πιστεύω πως κοιμάται διαρκώς. Μου το είπε κάποτε
...»
     Εκείνη τον κοίταξε αναρριγώντας και ξαφνικά ένιωσε φόβο, ένα
συναίσθημα από τα κατάβαθα της ψυχής της που ποτέ της δεν είχε
δοκιμάσει.
 -«Μα επιτέλους, ποιος είστε; Γιατί είστε έτσι μεταμφιεσμένος»;
 -«Θα απαντήσω με μια μόνο απάντηση και στις δυο σας ερωτήσεις. Δεν είμαι μεταμφιεσμένος».
 -«Πώς»;
 -«Καλή μου κυρία, είμαι ο Διάβολος. Ναι, είμαι ο Διάβολος. Αλλά μη με φοβάστε, μη τρομάζετε».
     Και με μια τρομαγμένη ματιά, στην οποία κρυφόκαιγε πρωτόγνωρη
ηδονή, εκείνη αναγνώρισε ξαφνικά πως ήταν αλήθεια.
 -«Είμαι πράγματι ο Διάβολος. Μη τρομάζετε, γιατί είμαι στ' αλήθεια ο Διάβολος και γι' αυτό δε κάνω κακό. Ορισμένοι μιμητές μου στη γη και πάνω από τη γη, είναι επικίνδυνοι, όπως όλοι οι αντιγραφείς, γιατί δε γνωρίζουν το μυστικό της ύπαρξής μου. Ο Σαίξπηρ τον οποίο ενέπνευσα πολλές φορές, μου απένειμε δικαιοσύνη. Λέει ότι είμαι κύριος. Γι' αυτό ησυχάστε. Είστε με καλή παρέα. Είμαι ανίκανος να προφέρω μια λέξη, να κάνω μια χειρονομία που θα προσέβαλλε μια κυρία. Ακόμη κι αν δε μου το υπαγόρευε η ίδια μου η φύση, θα μου το επέβαλλε ο Σαίξπηρ. Αλλά, πραγματικά, δεν είναι απαραίτητο. Υπάρχω από την αρχή του κόσμου κι ήμουν ανέκαθεν είρων. Αλλά, όπως θα γνωρίζετε, όλοι οι είρωνες είναι ακίνδυνοι εκτός κι αν θέλουν να χρησιμοποιήσουνε την ειρωνεία για να υπαινιχθούν κάποια αλήθεια. Εγώ ποτέ μου δεν ισχυρίστηκα ότι θα πω την αλήθεια σε κανέναν -αφενός γιατί δε χρησιμεύει σε τίποτα κι αφετέρου γιατί δε τη γνωρίζω. Κι ούτε ο μεγαλύτερος αδελφός μου ο παντοδύναμος Θεός, πιστεύω πως τη γνωρίζει. Αλλά αυτά είναι οικογενειακές υποθέσεις. Ίσως δε ξέρετε γιατί σας έφερα εδώ, σ' αυτό το ταξίδι που δεν έχει πραγματικό προορισμό ούτε συγκεκριμένο σκοπό. Δεν είναι, όπως ίσως νομίσατε, για να σας βιάσω ή να σας αποπλανήσω. Αυτά συμβαίνουν στη γη μεταξύ των ζώων συμπεριλαμβανομένων και των ανθρώπων και φαίνεται ότι προσφέρουν ηδονή ακόμη και στα θύματα, απ' ό,τι με πληροφορούν από εκεί κάτω. Άλλωστε θα μου ήταν αδύνατο. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν στη γη γιατί οι άνθρωποι είναι ζώα. Είναι αδιανόητα για τη δική μου κοινωνική θέση στο σύμπαν -όχι γιατί η ηθική είναι καλύτερη, αλλά γιατί εμείς οι άγγελοι δεν έχουμε φύλο. Κι αυτό αποτελεί, τουλάχιστον στην περίπτωσή μου, τη μεγαλύτερη εγγύηση. Μπορείτε συνεπώς νάστε ήσυχη, θα επιδείξω σεβασμό. Γνωρίζω ότι υπάρχουν δευτερεύουσες κι ανώφελες ασέβειες, όπως αυτές των σύγχρονων μυθιστοριογράφων και των γηρατειών. Αλλά ακόμη κι αυτές δε μπορώ να τις διαπράξω, γιατί η έλλειψη φύλου σε μας υπάρχει εξ απαρχής κόσμου και ποτέ δεν με απασχόλησαν αυτά τα θέματα. Λένε ότι πολλές μάγισσες είχαν πάρε-δώσε μαζί μου, αλλά είναι ψέματα. Ίσως όμως και να μην είναι ψέματα, γιατί αυτός με τον οποίο είχαν πάρε-δώσε ήταν η φαντασία τους, που, κατά κάποιον τρόπο, είμαι εγώ. Μείνετε λοιπόν ήσυχη. Διαφθείρω, είναι βέβαιο, γιατί κάνω τους άλλους να φαντάζονται. Αλλά ο Θεός είναι χειρότερος, κατά μίαν έννοια τουλάχιστον, γιατί έπλασε το φθαρτό σώμα, το οποίο από αισθητική άποψη είναι πολύ κατώτερο. Τα όνειρα τουλάχιστον δε σαπίζουν. Παρέρχονται. Δεν είναι καλύτερα έτσι; Αυτό ακριβώς σημαίνει ο αριθμός 18 της μεγάλης μυστικής κλείδας. Ομολογώ ότι δε γνωρίζω καλά το Ταρό, γιατί ακόμη δεν κατάφερα να μάθω τα μυστικά του, σε αντίθεση με όλους αυτούς τους ανθρώπους στον κόσμο που το κατέχουνε τέλεια».
 -«Δεκαοκτώ; Ο άντρας μου έχει το βαθμό 18 στη Μασονία».
 -«Στη Μασονία; Όχι. Σε ένα από τα τελετουργικά της Μασονίας. Αλλά παρ'
όλα όσα λέγονται, δεν έχω καμία σχέση με τη Μασονία και ακόμη λιγότερο
με το βαθμό αυτό. Αναφερόμουνα στον αριθμό 18 της μεγάλης μυστικής κλείδας Ταρό, δηλαδή του κλειδιού ολόκληρου του σύμπαντος, που άλλωστε γνωρίζω ελλιπώς, όπως και τη Καβάλλα, που οι δάσκαλοι του Μυστικού Δόγματος γνωρίζουν καλύτερα από μένα. Αλλά ας αφήσουμε αυτή τη καθαρά δημοσιογραφική ενημέρωση. Ας μη ξεχνάμε ότι είμαι ο Διάβολος. Ας είμαστε λοιπόν διαβολικοί. Πόσες φορές με ονειρευτήκατε
»;
 -«Απ' όσο ξέρω, ποτέ», απάντησε χαμογελώντας η Μαρία, κοιτάζοντάς τον με μάτια ορθάνοιχτα.
 -«Δεν ονειρευτήκατε ποτέ τον Πρίγκιπα του παραμυθιού, τον Τέλειο Άντρα, τον ακαταπόνητο εραστή; Δε νιώσατε ποτέ δίπλα σας σα σε όνειρο, αυτόν που θα σας χάιδευε όπως δεν χαϊδεύει κανείς, αυτόν που θα ήταν δικός σας σαν να ήσασταν μέσα του, αυτόν που θα ήταν ταυτόχρονα πατέρας, άντρας και γιος σας, σε μια τριπλή και ταυτόχρονα μοναδική αίσθηση»;
 -«Αν και δε σας καταλαβαίνω απόλυτα, ναι, νομίζω πως σκέφτηκα κι ένιωσα έτσι. Είναι λίγο δύσκολο, ξέρετε, να το ομολογήσει κανείς».
 -«Ήμουν εγώ, ανέκαθεν εγώ, εγώ ο Όφις -αυτός είναι ο ρόλος που μου δόθηκε- από τη γένεση του κόσμου. Πρέπει διαρκώς να βάζω τους άλλους σε πειρασμό, αλλά, βέβαια, με τη μεταφορική και την απλοϊκή έννοια της λέξης, γιατί ο πραγματικός πειρασμός είναι άσκοπος. Οι Έλληνες είναι αυτοί που με τη παρεμβολή του Ζυγού έκαναν τα δέκα αρχικά ζώδια του ζωδιακού κύκλου έντεκα. Κι ο Όφις, με την εισαγωγή της κριτικής, μετέτρεψε ουσιαστικά την αρχική δεκάδα σε δωδεκάδα».
 -«Πραγματικά, δεν καταλαβαίνω τίποτα».
 -«Ας μη καταλαβαίνετε. Ακούστε απλώς. Κάποιοι άλλοι θα καταλάβουν. Οι
καλύτερες δημιουργίες μου το σεληνόφως κι η ειρωνεία
».
 -«Δε μοιάζουν και πολύ μεταξύ τους...»
 -«Όχι, γιατί ούτε κι εγώ μοιάζω με τον εαυτό μου. Αυτό μου το ελάττωμα
είναι και η αρετή μου. Γι' αυτό ακριβώς είμαι ο Διάβολος
».
 -«Και πώς αισθάνεστε»;
 -«Κουρασμένος, κυρίως κουρασμένος. Κουρασμένος από τα άστρα και τους νόμους, και με κάποια διάθεση να μείνω έξω από το σύμπαν και να διασκεδάζω στα σοβαρά με οτιδήποτε. Τώρα δεν υπάρχει κενό, ακόμη και χωρίς αιτία. Και θυμάμαι παλαιές ιστορίες -ναι πολύ παλαιές- στα βασίλεια του Εδώμ, όπως λεγόταν πριν το Ισραήλ. Παραλίγο να γίνω βασιλιάς τους και σήμερα είμαι εξόριστος από το βασίλειο που δεν απέκτησα. Δε γνώρισα παιδική ηλικία, μήτε εφηβεία και κατά συνέπεια δεν ανδρώθηκα. Είμαι το απόλυτο αρνητικό, η ενσάρκωση του τίποτα. Αυτό που επιθυμούμε χωρίς ποτέ να το αποκτήσουμε, αυτό που ονειρευόμαστε γιατί δε μπορεί να υπάρξει -εκεί βρίσκεται το βασίλειό μου του τίποτα κι εκεί είναι ο θρόνος μου που δε μου τον έδωσαν. Αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει, αυτό που θα έπρεπε να έχει υπάρξει, αυτό που ο νόμος ή το Πεπρωμένο δεν έδωσαν -το έσπειρα απλόχερα στη ψυχή του ανθρώπου που ταράχτηκε νιώθοντας την έντονη ζωή αυτού που δεν υπάρχει. Είμαι η λήθη όλων των υποχρεώσεων, ο δισταγμός όλων των προθέσεων. Οι θλιμμένοι και κουρασμένοι από τη ζωή, όταν εγκαταλείψουν πια τις ψευδαισθήσεις τους, υψώνουν σε μένα τα μάτια τους, γιατί κι εγώ, με τον τρόπο μου, εδώ κι αιώνες, είμαι το λαμπερό Αστέρι του πρωινού. Και τώρα ήρθε άλλος να με αντικαταστήσει. Η ανθρωπότητα είναι παγανιστική. Ποτέ καμιά θρησκεία δε την άγγιξε βαθιά. Ούτε και μπορεί η ψυχή του κοινού ανθρώπου να πιστέψει στην αθανασία αυτής της ίδιας της ψυχής. Ο άνθρωπος είναι ένα ζώο που ξυπνά χωρίς να ξέρει ούτε πού ούτε γιατί. Όταν λατρεύει τους Θεούς, τους λατρεύει σα να πρόκειται για φετίχ. Η θρησκεία του μοιάζει με μαγεία. Έτσι ήταν ανέκαθεν, έτσι είναι κι έτσι θα είναι. Οι θρησκείες δεν είναι παρά αυτό που ξεφεύγει από τη σφαίρα των μυστηρίων κι εισέρχεται στο χώρο του εγκόσμιου, που όμως ο άνθρωπος δε το εννοεί, καθότι, από τη φύση του, δε μπορεί να το εννοήσει. Οι θρησκείες είναι σύμβολα κι οι άνθρωποι εκλαμβάνουν τα σύμβολα όχι ως ζωές (όπως πράγματι είναι), αλλά ως πράγματα (που δεν είναι δυνατόν να είναι). Προσπαθούν να εξευμενίσουν το Δία σα να υπήρχε, αλλά ποτέ σα να ζούσε (σα να ζούσε αλλά ποτέ σα να υπήρχε). Όταν χύνεται αλάτι, ρίχνουνε μια χούφτα απ' αυτό με το δεξί χέρι πάνω από τον αριστερό ώμο. Όταν υβρίζουν τον Θεό, λένε κάμποσα Πάτερ ημών. Η ψυχή εξακολουθεί να είναι ειδωλολατρική και δε τους απομένει παρά να ξεθάψουν τον Θεό. Ελάχιστοι είναι κείνοι που φύτεψαν μιαn ακακία (το αθάνατο φυτό) πάνω από τον τάφο του, για να τον αναστήσουν όταν θα έρθει η ώρα. Αλλά αυτοί είναι οι εκλεκτοί που αξιώθηκαν να τον βρούνε γιατί τον ζήτησαν. Το μόνο που διαφέρει ο άνθρωπος από το ζώο είναι ότι ξέρει πως δεν είναι ζώο. Είναι το πρώτο φως που δεν είναι τίποτε άλλο από ορατό σκότος. Είναι η αρχή, γιατί το να βλέπεις τα σκότη σημαίνει ότι δέχεσαι το φως τους. Είναι το τέλος, γιατί σημαίνει ότι μαθαίνεις, μέσω της όρασης, ότι γεννήθηκες τυφλός. Έτσι το ζώο γίνεται άνθρωπος μέσω της άγνοιας που γεννιέται μέσα του. Εποχές σωρεύονται επί εποχών και χρόνοι επί χρόνων και το μόνο που κάνεις είναι να βαδίζεις στην περιφέρεια ενός κύκλου που στο κέντρο του βρίσκεται η αλήθεια. Η αρχή της επιστήμης είναι να γνωρίζουμε την άγνοιά μας. Ο κόσμος που είναι όπου βρισκόμαστε, η σάρκα που είναι αυτό που είμαστε, ο Διάβολος πούναι αυτό που επιθυμούμε, τα τρία αυτά, τη Μεγάλη Ώρα, σκότωσαν μέσα μας το Δάσκαλο πούχαμε προορισμό να γίνουμε. Και το μυστικό που κατείχε και θα μας επέτρεπε να γίνουμε σαν αυτόν, το μυστικό αυτό χάθηκε. Κι εγώ επίσης, καλή μου κυρία, είμαι το Λαμπερό Αστέρι του Πρωινού. Ήμουν το αστέρι αυτό πριν ο Ιωάννης μιλήσει, γιατί η Πάτμος υπάρχει πριν από τη Πάτμο και τα μυστήρια πριν από όλα τα μυστήρια. Χαμογελώ όταν σκέφτονται (σκέφτομαι) ότι είμαι η Αφροδίτη σε μια άλλη κλίμακα συμβόλων. Αλλά τι σημασία έχει; Όλο αυτό το σύμπαν, με τον Θεό του και τον Διάβολό του, με ό,τι υπάρχει σ' αυτό από ανθρώπους και πράγματα που αυτοί βλέπουν, είναι ένα ιερογλυφικό σύμπλεγμα που πρέπει διαρκώς να αποκρυπτογραφούμε. Είμαι -είναι το επάγγελμά μου- δάσκαλος της Μαγείας. Ωστόσο δεν ξέρω τι είναι η Μαγεία. Η ανώτερη μύηση τελειώνει με την ενσάρκωση της ερώτησης κατά πόσον υπάρχει κάτι που υπάρχει. Ο μεγαλύτερος έρωτας είναι ένας βαθύς ύπνος, σαν αυτόν που κοιμόμαστε όταν αγαπιόμαστε. Ενίοτε εγώ ο ίδιος, που θα έπρεπε να έχω φτάσει στο ανώτερο σκαλοπάτι της μύησης, ρωτάω αυτό που μέσα μου είναι επέκεινα του Θεού, αν όλοι αυτοί οι Θεοί και όλα αυτά τα άστρα δεν είναι τίποτα περισσότερο από οπτασίες του εαυτού τους, απέραντες λησμονιές της αβύσσου. Μην εκπλήσσεστε που σας μιλώ κατ' αυτό τον τρόπο. Είμαι από τη φύση μου ποιητής γιατί είμαι η αλήθεια που μιλά κατά λάθος κι όλη μου η ζωή τελικά είναι ένα ιδιάζον σύστημα ηθικής μεταμφιεσμένο σε αλληγορία κι εικονογραφημένο με σύμβολα».
 -«Όχι», είπε κείνη γελώντας, «θα υπάρχει πάντοτε μια αληθινή θρησκεία. Ναι;» και γέλασε δυνατά, «ή τότε όλες είναι ψεύτικες».
 -«Καλή μου κυρία, όλες οι θρησκείες είναι αληθινές, όσο κι αν φαίνεται ότι
εναντιώνεται η μια στην άλλη. Πρόκειται για διαφορετικά σύμβολα της ίδιας
πραγματικότητας. Είναι σα την ίδια φράση ειπωμένη σε διαφορετικές γλώσσες. Με αποτέλεσμα αν και λένε το ίδιο πράγμα να μη καταλαβαίνουν οι μεν τους δε. Όταν ένας ειδωλολάτρης λέει Δίας κι ένας χριστιανός λέει Θεός, εκφράζουν την ίδια συγκίνηση με διαφορετικούς όρους της διάνοιας. Σκέφτονται διαφορετικά την ίδια ενόραση. Το χουζούρεμα μιας γάτας στον ήλιο ισοδυναμεί με την ανάγνωση ενός βιβλίου. Ένας άγριος κοιτά τη καταιγίδα με τον ίδιο τρόπο που ένας Εβραίος κοιτάζει τον Γιαχβέ, ένας άγριος κοιτά τον ήλιο με τον ίδιο τρόπο που ο χριστιανός κοιτά το Χριστό. Γιατί άραγε, καλή μου κυρία; Γιατί κεραυνός και Γιαχβέ, ήλιος και Χριστός, είναι διαφορετικά σύμβολα του ίδιου πράγματος. Ζούμε σ' αυτό τον κόσμο των συμβόλων, στον ίδιο σκοτεινό και φωτεινό ναό -ορατό σκότος, τρόπος του λέγειν- και κάθε σύμβολο είναι αλήθεια που μπορεί να υποκαταστήσει την αλήθεια ώσπου χρόνος και συνθήκες αποκαταστήσουν τη πραγματική αλήθεια. Διαφθείρω αλλά φωτίζω. Είμαι το Λαμπρό Άστρο του Πρωινού -φράση που χρησιμοποιήθηκε ήδη δύο φορές, όχι αυθαίρετα ή αδικαιολόγητα, για κάποιον άλλο που δε μου μοιάζει
».
 -«Ο άντρας μου είπε κάποτε ότι ο Χριστός είναι το σύμβολο του ήλιου...»
 -«Ναι, καλή μου κυρία. Και γιατί να μην αληθεύει το αντίθετο -ότι δηλαδή ο ήλιος είναι το σύμβολο του Χριστού»;
 -«Μα όλα τα λέτε ανάποδα...»
 -«Αυτό είναι το καθήκον μου, κυρία μου. Δεν είμαι όπως έλεγε ο Γκαίτε, το πνεύμα που αρνείται, αλλά το πνεύμα που εναντιώνεται».
 -«Το να εναντιώνεται κανείς είναι κακό πράγμα...»
 -«Να εναντιώνεται σε πράξεις, ναι... Να εναντιώνεται σε ιδέες, όχι».
 -«Και γιατί»;
 -«Γιατί με το να εναντιώνεται κανείς σε πράξεις, ακόμη κι αν είναι κακές,
παρεμποδίζει την περιστροφή του κόσμου, που είναι δράση. Αλλά να εναντιωνόμαστε σε ιδέες έχει αποτέλεσμα αυτές να μας εγκαταλείπουν και να πέφτουμε στην απογοήτευση κι από εκεί στο όνειρο και συνεπώς να ανήκουμε στον κόσμο. Καλή μου κυρία, υπάρχουν, όσον αφορά τον κόσμο αυτό, τρεις διαφορετικές θεωρίες: ότι όλα είναι έργο της Τύχης, ότι όλα είναι έργο του Θεού κι ότι όλα είναι έργο διαφορετικών πραγμάτων συνδυασμένων ή αλληλοδιασταυρούμενων. Σκεφτόμαστε γενικά σύμφωνα με την ευαισθησία μας και γι' αυτό τα πάντα ανάγονται σ' ένα πρόβλημα διάκρισης ανάμεσα στο καλό και το κακό. Εδώ και πολύ καιρό με συκοφαντούν εξαιτίας αυτής της ερμηνείας. Φαίνεται ότι κανείς μέχρι τώρα δεν έχει σκεφτεί πως οι σχέσεις μεταξύ των πραγμάτων -αν υποθέσουμε πως υπάρχουνε πράγματα και σχέσεις- είναι υπερβολικά πολύπλοκες ώστε να μπορεί να τις εξηγήσει κάποιος θεός ή διάβολος ή κι οι δυο μαζί. Είμαι ο σεληνιακός κύριος όλων των ονείρων, ο αρχιμουσικός όλων των σιωπών. Θυμάστε τι σκέπτεστε όταν, ολομόναχη, βρίσκεστε μπρος σ' ένα απέραντο τοπίο με δέντρα και φεγγαρόφωτο; Δε θυμάστε, γιατί σκεπτόσαστε εμένα, αλλά οφείλω να σας το πω: στη  πραγματικότητα δεν υπάρχω. Αν υπάρχει κάτι, δε το γνωρίζω. Οι ακαθόριστοι πόθοι, οι μάταιες επιθυμίες, η αποστροφή της καθημερινότητας ακόμη κι όταν μας αρέσει, η πλήξη αυτού που δε προκαλεί πλήξη -όλα αυτά είναι δικό μου έργο που το δημιουργώ όταν, ξαπλωμένος στην όχθη των μεγάλων ποταμών της αβύσσου, σκέφτομαι πως ούτε κι εγώ δε ξέρω τίποτα. Τότε η σκέψη μου κατεβαίνει, ακαθόριστη ακτινοβολία, στις ψυχές των ανθρώπων, κι εκείνοι αισθάνονται διαφορετικοί από αυτό που είναι. Είμαι ο αιώνιος Διαφορετικός, ο αιώνιος Αναβληθείς, ο αιώνιος Πλεονάζων της Αβύσσου. Βρέθηκα έξω από τη Δημιουργία. Είμαι ο Θεός των κόσμων που υπήρξανε πριν από τον Κόσμο -των βασιλιάδων του Εδώμ που βασίλεψαν ανάξια πριν από τον Ισραήλ. Η παρουσία μου στον κόσμο αυτόν είναι η παρουσία κείνου πούρθε απρόσκλητος. Κουβαλώ μνήμες πραγμάτων που δε κατόρθωσαν να υπάρξουν αλλά που προορίζονταν να υπάρξουν. (Τότε το πρόσωπο δε κοίταζε το πρόσωπο, ούτε υπήρχε ισορροπία.) Ωστόσο η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχω ούτε εγώ, ούτε τίποτε άλλο. Όλο αυτό το σύμπαν κι όλα τα άλλα σύμπαντα, με τους διαφορετικούς Δημιουργούς τους και τους διαφορετικούς Σατανάδες τους -λιγότερο ή περισσότερο τέλειους κι εκπαιδευμένους- είναι κενά μέσα στο κενό, ανυπαρξίες που περιφέρονται, δορυφόροι στην ανώφελη τροχιά του τίποτα. Δε μιλώ μαζί σας αλλά με το γιο σας
...»
 -«Δεν έχω γιο... Δηλαδή πρόκειται να αποκτήσω σε έξι μήνες, πρώτα ο Θεός...»
 -«Μ' αυτόν μιλάω... Σε έξι μήνες; Τι είδους έξι μήνες»;
 -«Τι είδους; Έξι μήνες...»
 -«Έξι ηλιακούς μήνες; Ναι, βέβαια. Αλλά η εγκυμοσύνη υπολογίζεται σε σεληνιακούς μήνες κι εγώ δε μπορώ να υπολογίζω παρά μόνο με μήνες της Σελήνης, που είναι η κόρη μου, δηλαδή το πρόσωπό μου καθρεφτισμένο στα ύδατα του χάους. Η εγκυμοσύνη κι όλες οι άλλες βρομιές της γης, δε μου λένε τίποτα και δε ξέρω με ποιο δικαίωμα μετράν αυτά τα πράγματα με τους νόμους της Σελήνης που εγώ έδωσα. Γιατί δε βρήκανε τίποτε άλλο; Γιατί ο Παντοδύναμος είχε ανάγκη από το έργο μου; Από την αρχή του κόσμου με βρίζουν και με συκοφαντούν. Οι ίδιοι οι ποιητές -εκ φύσεως φίλοι μου- που με υπερασπίζονται, δεν με υπερασπίστηκαν αρκετά. Κάποιος -ένας Άγγλος ονόματι Μίλτον- μ' έκανε να χάσω, μαζί με τους οπαδούς μου, μιαν απροσδιόριστη μάχη που ποτέ δε δόθηκε. Άλλος πάλι -ένας Γερμανός ονόματι Γκαίτε- μου έδωσε το ρόλο του προξενητή σε μια χωριάτικη τραγωδία. Αλλά εγώ δεν είμαι αυτό που νομίζουν. Οι Εκκλησίες με μισούν. Οι πιστοί τρέμουν στο όνομά μου. Αλλά είτε το θέλουν είτε όχι, έχω ένα ρόλο στο κόσμο. Δεν είμαι ούτε ο επαναστατημένος εναντίον του Θεού, ούτε το πνεύμα που αρνείται. Είμαι ο Θεός της Φαντασίας απολωλώς γιατί δε δημιουργώ. Εξαιτίας μου, όταν ήσουν παιδούλα, έβλεπες αυτά τα όνειρα που μοιάζουν με παιχνίδια. Εξαιτίας μου γυναίκα πια, αγκάλιαζες τη νύχτα τους πρίγκιπες και τους ισχυρούς που κοιμούνται στα βάθη αυτών των ονείρων. Είμαι το Πνεύμα που δημιουργεί χωρίς να δημιουργεί, που η φωνή του είναι καπνός κι η ψυχή του ένα λάθος. Ο Θεός με δημιούργησε για να τον μιμούμαι τη νύχτα. Αυτός είναι ο Ήλιος, εγώ είμαι η Σελήνη. Το φως μου αιωρείται πάνω από το καθετί που είναι μάταιο ή ψεύτικο, φωσφορισμούς, όχθες ποταμών, έλη και σκιές. Ποιός άντρας ακούμπησε στα στήθη σου αυτό το χέρι που είναι το δικό μου; Σούδωσαν ποτέ φιλί ίδιο με το δικό μου; Όταν τα ζεστά μακρόσυρτα απογεύματα ονειρευόσουν τόσο βαθιά που ήτανε σα να ονειρευόσουνα πως ονειρεύεσαι, δεν είδες να περνά στο βάθος των ονείρων σου μια ακαθόριστη, φευγαλέα σιλουέτα που θα σου χάριζε κάθε ευτυχία, που θα σε φιλούσε ατελείωτα; Ήμουν εγώ. Είμαι εγώ. Είμαι αυτός που πάντα έψαχνες και που δε θα μπορέσεις να βρεις ποτέ. Ίσως στα απροσμέτρητα βάθη της αβύσσου ο ίδιος ο Θεός με ψάχνει για να τον συμπληρώσω, αλλά η κατάρα του Γηραιότερου Θεού -του Κρόνου του Γιαχβέ- αιωρείται πάνω του και πάνω μου, μας χωρίζει ενώ θα έπρεπε να μας ενώνει, ώστε η ζωή κι αυτό που επιθυμούμε από αυτή νάναι ένα και το αυτό. Το δαχτυλίδι που φοράς κι αγαπάς, η χαρά μιας ακαθόριστης σκέψης, το ότι αισθάνεσαι καλά στο καθρέφτη όπου κοιτάζεσαι -μην έχεις ψευδαισθήσεις: δεν είσαι εσύ, είμαι εγώ. Εγώ είμαι που δένω όλες τις κορδέλες που διακοσμούμε τα πράγματα, που διαλέγω τα χρώματα που τα στολίζουν. Με ό,τι δεν αξίζει να υπάρχει κάνω την επικράτειά μου και το βασίλειό μου, είμαι ο απόλυτος κύριος του διάκενου και του διάμεσου, αυτού που στη ζωή δεν είναι ζωή. Η νύχτα είναι το βασίλειό μου και το όνειρο η επικράτειά μου. Ό,τι δεν έχει βάρος ή μέτρο μού ανήκει. Τα ίδια προβλήματα που βασανίζουν τους ανθρώπους βασανίζουν και τους Θεούς. Ό,τι υπάρχει κάτω είναι ίδιο μ' αυτό που υπάρχει πάνω, λέει ο Τρισμέγιστος Ερμής, ο οποίος, όπως όλοι οι ιδρυτές θρησκειών, δε παρέλειψε τίποτα εκτός από το να υπάρχει. Πόσες φορές ο Θεός δεν μου είπε, παραθέτοντας τη φράση του Αντέρο ντε Κεντάλ (Σημ: Antero de Quental: Πορτογάλος ποιητής (1842-1891) οτον οποίο αναφέρεται συχνά ο Πεσσόα): "Ωιμέ, ποιος είμαι εγώ;"
   «Το καθετί είναι σύμβολο και παλινδρόμηση κι εμείς που είμαστε θεοί, δεν έχουμε τίποτα περισσότερο από έναν υψηλότερο βαθμό σ' ένα Τάγμα όπου δε γνωρίζουμε ποιοι είναι οι Ανώτεροι Άγνωστοι. Ο Θεός, πούναι δεύτερος στη σειρά στο φανερό Τάγμα, δε μου λέει ποιος είναι ο αρχηγός του Τάγματος, ο μόνος που γνωρίζει -αν γνωρίζει- τους Μυστικούς Αρχηγούς. Πόσες φορές ο Θεός δε μούπε: "Αδελφέ μου δε ξέρω ποιος είμαι".
  
«Έχετε το πλεονέκτημα να είστε άνθρωποι και μερικές φορές πιστεύω από τα βάθη της κούρασης μου απ' όλες αυτές τις αβύσσους ότι πιότερο αξίζει η γαλήνη κι η ειρήνη μιας οικογενειακής βραδιάς δίπλα στο τζάκι απ' όλη αυτή τη μεταφυσική των μυστηρίων που εμείς, θεοί και άγγελοι, είμαστε καταδικασμένοι από τη φύση μας. Όταν κάποιες φορές σκύβω πάνω απ' το κόσμο, βλέπω μακριά να πλησιάζουν στο λιμάνι ή να απομακρύνονται τα πανιά από τα πλεούμενα των ψαράδων κι η καρδιά μου νιώθει τη φανταστική νοσταλγία μιας χώρας που ποτέ δε γνώρισε. Μακάριοι όσοι κοιμούνται, στη ζωώδη ζωή τους -ένα ιδιάζον σύστημα ψυχής, μεταμφιεσμένο σε ποίηση κι εικονογραφημένο με λέξεις».
 -«Αυτή η συζήτηση υπήρξε πολύ ενδιαφέρουσα...»
 -«Αυτή η συζήτηση είπατε, κυρία μου; Αλλά αυτή η συζήτηση, ακόμη κι αν είναι ίσως το σημαντικότερο γεγονός της ζωής σας, δε πραγματοποιήθηκε ποτέ. Πρώτον, είναι γνωστό σε όλους ότι δεν υπάρχω. Δεύτερον, σύμφωνα με τη γνώμη των θεολόγων, που με αποκαλούνε Διάβολο και των ελεύθερων στοχαστών, που με αποκαλούν αντίδραση, καμιά συζήτηση μαζί μου δε μπορεί να είναι ενδιαφέρουσα. Κυρία μου, είμαι ένας ταπεινός μύθος και, το χειρότερο, ένας ακίνδυνος μύθος. Το μόνο που με παρηγορεί είναι το γεγονός ότι το σύμπαν -ναι, αυτό το πράγμα που βρίθει διαφόρων μορφών φωτός και ζωής- είναι επίσης μύθος. Μου είπαν ότι όλα αυτά τα πράγματα μπορούν να διαλευκανθούν υπό το φως της Καβάλλα και της Θεοσοφίας, αλλά πρόκειται για θέματα που δε γνωρίζω καθόλου. Κι ο Θεός, με τον οποίο κάποτε μίλησα γι' αυτά, μου είπε ότι ούτε κι αυτός τα καταλάβαινε καλά, γιατί πρόκειται για μυστήρια που βρίσκονται στην αποκλειστική κατοχή των μεγάλων μυημένων της Γης -που, απ' ό,τι έχω διαβάσει σε βιβλία κι εφημερίδες, είναι κι ήταν ανέκαθεν πολλοί. Εδώ σ' αυτές τις ανώτερες σφαίρες απ' όπου δημιουργήθηκε και πήρε μορφή ο κόσμος, εμείς, για να είμαστε ειλικρινείς, δε καταλαβαίνουμε τίποτα. Σκύβω καμιά φορά πάνω από την απέραντη γη, ξαπλωμένος στην άκρη του υψιπέδου που δεσπόζει των πάντων -του υψιπέδου του Όρους του Ερεδώμ όπως άκουσα να το λένε- και κάθε φορά που σκύβω βλέπω νέες θρησκείες, νέες ανώτερες μυήσεις, νέες μορφές, όλες αντιφατικές, της αιώνιας αλήθειας που ούτε ο Θεός δε γνωρίζει. Σας ομολογώ ότι είμαι κουρασμένος απ' το Σύμπαν. Τόσον ο Θεός όσο κι εγώ θα βυθιζόμασταν ευχαρίστως σ' έναν ύπνο που θα μας απελευθέρωνε από τις θεϊκές μας υποχρεώσεις, τις οποίες δεν ξέρουμε πώς τις αναλάβαμε. Όλα είναι πιο μυστηριώδη απ' ό,τι νομίζουμε, κι όλα αυτά εδώ -ο Θεός, το Σύμπαν κι εγώ- δεν είναι παρά ένα ψεύτικο κομμάτι της απρόσιτης αλήθειας».
 -«Δε φαντάζεστε πόσο εκτιμώ τη κουβέντα σας. Ποτέ δεν μου έχουν μιλήσει έτσι».
     Είχανε βγει στο δρόμο που λούζονταν στο φεγγαρόφωτο.
     Εκείνη δεν το πρόσεξε.
     Έμεινε για λίγο σιωπηλή.
 -«Αλλά, ξέρετε -είναι περίεργο- αλήθεια, ξέρετε τελικά τι νιώθω»;
 -«Τι;» ρώτησε ο Διάβολος.
     Γύρισε και τον κοίταξε με τα μάτια της γεμάτα δάκρυα.
 -«Νιώθω μεγάλη λύπη για σας».
     Μια έκφραση αγωνίας, που κανείς δεν θα πίστευε πως θα μπορούσε να υπάρξει, φάνηκε στο πρόσωπο και τα μάτια του άντρα με τα κόκκινα. Άφησε ξαφνικά να πέσει το μπράτσο που αγκάλιαζε το δικό της. Εκείνη έκανε κάποια βήματα, αμήχανη. Κατόπιν γύρισε πίσω για να πει κάτι -δεν ήξερε τι, γιατί δεν είχε καταλάβει τίποτα- να ζητήσει συγγνώμη για τη θλίψη που αισθάνθηκε ότι είχε προκαλέσει. Έμεινε έκπληκτη. Ήταν ολομόναχη. Ναι, ήταν ο δρόμος της, το τέλος του δρόμου της, αλλά εκτός από την ίδια δεν υπήρχε κανείς άλλος. Οι λαμπρές ακτίνες του φεγγαριού φώτιζαν όχι την έξοδο του τρένου, αλλά τις δυο κλειστές πόρτες του γνωστού σιδεράδικου. Όχι, εκτός από την ίδια δεν υπήρχε κανείς. Ήταν ο δρόμος της μέρας ιδωμένος τη νύχτα. Αντί για τον ήλιο, το φεγγαρόφωτο -τίποτε άλλο. Ένα φυσιολογικό φεγγαρόφωτο, πολύ φωτεινό, που δεν επηρέαζε σε τίποτα τη συνηθισμένη όψη σπιτιών και δρόμων. Το αιώνιο φεγγαρόφωτο κι εκείνη προχώρησε προς το σπίτι της.

 -«Γύρισα με κάποιους γνωστούς. Έρχονταν κι αυτοί προς τα εδώ...»
 -«Και πώς ήρθες; Με τα πόδια»;
 -«Όχι. Με αυτοκίνητο».
 -«Αλήθεια! Δεν άκουσα τίποτα».
 -«Δε με φέραν ως τη πόρτα», είπε κείνη χωρίς δισταγμό. «Με άφησαν στη γωνία. Εγώ τους ζήτησα να μη με συνοδέψουν μέχρι εδώ, γιατί ήθελα να περπατήσω αυτό το μικρό κομμάτι του δρόμου μ' ένα τόσο ωραίο φεγγαρόφωτο. Είναι τόσο ωραίο! Πάω να ξαπλώσω. Καληνύχτα...»
     Και βγήκε αλλά χωρίς να τον φιλήσει -χωρίς να του δώσει το συνηθισμένο φιλί που δε ξέρουμε, όταν το δίνουμε, αν είναι συνήθεια ή φιλί.
     Κανείς τους δε πρόσεξε ότι δεν είχανε φιληθεί.

     Το παιδί, ένα αγόρι που γεννήθηκε πέντε μήνες αργότερα, αποδείχτηκε στη πορεία του χρόνου γενικά και στην εξέλιξη της ανάπτυξης του ειδικώς, πολύ ευφυές. Όταν πια έγινε άντρας φάνηκε πώς ήτανε ταλέντο, μπορεί κι ιδιοφυΐα, που ήταν μάλλον αλήθεια, αν και μόνον ορισμένοι κριτικοί τάσσονταν υπέρ αυτής της άποψης. Ένας αστρολόγος που έκανε το ωροσκόπιό του, είπε πως είχε ωροσκόπο Καρκίνο και πλανήτη το Κρόνο.

 -«Πες μου κάτι, μητέρα... Λέγεται ότι ορισμένες μνήμες της μητέρας μπορούν να περάσουνε στο παιδί. Υπάρχει κάτι που εμφανίζεται διαρκώς στα όνειρά μου και δε μπορώ να το συσχετίσω με κάτι που να μου έχει συμβεί. Είναι η ανάμνηση ενός παράξενου ταξιδιού, όπου εμφανίζεται ένας άντρας με κόκκινα που μιλά συνεχώς. Πρώτα βλέπω ένα αυτοκίνητο, ύστερα ένα τρένο και σ' αυτό το ταξίδι με το τρένο περνάμε από ένα γεφύρι πολύ ψηλό, που μοιάζει να δεσπόζει όλης της γης. Ύστερα βλέπω μιαν άβυσσο και μια φωνή που μιλά για πολλά πράγματα, που, αν τα καταλάβαινα, θα μάθαινα ίσως την αλήθεια. Μετά βγαίνουμε στο φως, ναι, στο φεγγαρόφωτο, σα να βγαίναμε από ένα υπόγειο, και νάμαστε ακριβώς εδώ στο τέλος του δρόμου... Α, αλήθεια, στο τέλος ή στην αρχή αυτής της ιστορίας βλέπω κάτι σα χορό ή γιορτή, όπου εμφανίζεται αυτός ο άντρας με τα κόκκινα...»
     Η Μαρία ακούμπησε το εργόχειρο στα γόνατά της. Και γυρνώντας προς την Αντόνια, είπε:
 -«Τι διασκεδαστική ιστορία! Προφανώς όλο αυτό με τα τρένα και τα αυτοκίνητα και τα λοιπά είναι όνειρο, αλλά, πράγματι, υπάρχει ένα μέρος αλήθειας... Είναι ο χορός στη Γαλάζια Λέσχη, τις Απόκριες, εδώ και πολλά χρόνια -ναι, πέντε, έξι μήνες πριν από τη γέννησή του. Θυμάσαι; Χόρευα μ' έναν νεαρό που ήταν ντυμένος Μεφιστοφελής κι ύστερα με πήγατε σπίτι με το αυτοκίνητό σας κι εγώ κατέβηκα στο τέλος του δρόμου (εκεί που λέει ότι βγήκε από την άβυσσο...)»
 -«Αγαπητή μου, θυμάμαι πολύ καλά... Θέλαμε να σε πάμε μέχρι τη πόρτα του σπιτιού σου εδώ κι εσύ δεν ήθελες. Είπες ότι ήθελες να περπατήσεις αυτό το κομματάκι του δρόμου κάτω από το φεγγαρόφωτο...»
 -«Ακριβώς... Αλλά, γιε μου, είναι αστείο να φαντάστηκες ορισμένα πράγματα που είμαι σίγουρη ότι δε σου τα διηγήθηκα ποτέ. Φυσικά, δεν έχουν καμιά σημασία...Τι παράξενο πράγμα που είναι τα όνειρα! Πώς είναι δυνατόν να εφεύρει κανείς μια ιστορία στην οποία υπάρχουν αληθινά στοιχεία -και που ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος δε θα μπορούσε να τα φανταστεί- και τόσες μεγάλες ανοησίες όπως το τρένο, το γεφύρι και το υπόγειο»;

    Αχάριστη ανθρωπότητα! Αυτό είναι το ευχαριστώ της προς το Διάβολο!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers