Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Δοκίμια 

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ: ΣΤ': Γλυκύτατο Ερωτικό Θρόισμα Σαν Από Φτερά Πεταλούδας

         Βιογραφικό        

     Η Kathleen Beauchamp (μετέπειτα υιοθέτησε το, Katherine Mansfield), γεννήθηκε στο Ουέλινγκτον, Νέα Ζηλανδία14 Οκτώβρη 1888, 3ο παιδί του Harold, πλούσιου κι ικανού επιχειρηματία και της Annie Burnell Dyer, σχολαστικής, σκληρής μα λεπτεπίλεπτης γυναίκας, σ' ένα ξύλινο μικρό σπιτάκι της Tinakori Road, (το σπιτάκι αυτό αναπαλαιώθηκε και δέχεται τουρίστες) από τα συνολικά 6 παιδιά της οικογένειας (Vera, Charlotte, Kathleen, Gwendoline -πέθανε 3 μηνών-, Jeanne & Leslie -ο μόνος γιός). Οι γονείς της γεννημένοι στην Αυστραλία, θεωρούσαν ιδιαίτερη πατρίδα τη Νέα Ζηλανδία κι επειδή ήταν άποικοι, είχαν ως μητέρα πατρίδα τη Βρετανία. Επισκέπτονταν συχνά το Λονδίνο κι αφήνανε τα παιδιά στη γιαγιά Margaret Isabella Dyer. Αγαπούσε πολύ τη γιαγιά της κι επηρέασε το έργο της.
     Αρχές 1893 οι Μποσάμπ πιάνουν μεγάλο σπίτι με κήπο και δέντρα, στο Karori Chesney Wold, που αργότερα η Κάθριν το περιέγραψε σε κείμενά της σα μοναχικό αρχοντικό. Από το 1895 πηγαίνει σχολείο εκεί, με τις αδερφές της και κερδίζει βραβείο για ταξιδιωτικό κείμενο με τίτλο "Ένα Θαλασσινό Ταξίδι" (A Sea Voyage), που 'χε την εμπειρία του, κάνοντας με το φέρι γραμμή Cook Strait-Picton & Anakiwa, επισκέψεις στους συγγενείς. Το Μάη του 1898 με τις αδερφές της, γράφεται στο γυμνάσιο θηλέων Wellington κι άμεσα δημοσιεύει στο περιοδικό του σχολείου την "Enna Blake", καταφέρνοντας να τραβήξει τη προσοχή, σα πολλά υποσχόμενη νέα. Το επόμενον έτος ακολουθεί κι άλλο κείμενο που δημοσιεύεται.

  
         Οικογένεια Μποσάμπ. 1898. Η Κάθλιν είναι από δεξιά.

     Την ίδια χρονιά μετακομίζουνε στο 75 Tinakori Road, (τώρα κει είναι Πρεσβεία των ΗΠΑ), λόγω ραγδαίας ανόδου του πατέρα στον επιχειρηματικό τομέα. Μέλος διοικητικού συμβουλίου του λιμανιού του Ουέλινγκτον, διευθύνων σύμβουλος στη τράπεζα της Ν. Ζηλανδίας, επίσης διευθύνει κι άλλες μικρότερες επιχειρήσεις. 1900-02 φοιτά στο εξαιρετικό Mary Anne Swainson's Fitzherbert Terrace School κι ένας από τους καθηγητές της τη βρίσκει, "οργισμένη, ευφάνταστη, επινοητική στο ψέμμα". Παχουλή, χέρια βουτηγμένα στο μελάνι και κυκλοθυμική, προφανώς την είδε γι' απροσάρμοστη. Καμμιά σχολική εργασία δε την ένοιαζε κι όσες έκανε, ήταν απρόσεκτες κι ατελείς. Ενδιαφερόταν μόνο για το μάθημα τσέλου και για τη συμμαθήτριά της, Maata Mahupuku (Martha Grace) κι έδειχνε σημαντική προσήλωση κι ευχαρίστηση.
     Αρχές του 1903, η οικογένεια φτάνει στο Λονδίνο και γράφει τα κορίτσια στο Queen's College, Harley Street, που μείνανε τρόφιμες μέχρι το 1906. Ήτανε παραγωγική και παρακινητική περίοδος γι' αυτή, καθώς ανακαλύπτει τους: Ερρίκο Ίψεν (Henrik Ibsen), Όσκαρ Ουάιλντ (Oscar Wilde), Arthur Symons, Walter Pater & Ernest Dowson κι όλοι αυτοί επηρεάσανε το μετέπειτα έργο της. Επίσης επανασυνδέεται με τον Arnold Trowell από τις Βρυξέλλες, συμμαθητή της στο μάθημα της μουσικής στο Ουέλινγκτον, συνάπτει σχέση με μια ψηλή, αδέξια νέα γυναίκα, -αμέσως μετά τον θείο της Lesley Moore-, την Ida Baker και της αλλάζει τ' όνομα σε Leslie Moore, ή LM. Αρκετά κομμάτια της δημοσιεύει στο περιοδικό της σχολής, θίγοντας πολλά καίρια θέματα μ' επιτυχία. Επιστρέφουνε πίσω τέλη του 1906. Για την 'Αιντα έγραψε:

   "Πόσο δύσκολο είναι να ξεφύγεις από κάπου. Όσο προσεχτικά κι αν πηγαίνεις σε κρατάνε τα μικρά κομμάτια από τον εαυτό σου, που αφήνεις πίσω ν' ανεμίζουνε στους φράχτες... μικρά κουρέλια κι αποκόμματα από την ίδια τη μεγάλη ζωή σου..."

   


     Στο Ουέλινγκτον επιδίδεται αρχικά μ' ευχαρίστηση, στη κοινωνική ζωή, αλλά σύντομα βαριέται κι αναπολεί το Λονδίνο. "Εκεί είναι η πραγματική ζωή", γράφει στο ημερολόγιό της, που μεταξύ άλλων δείχνει μελαγχολία για τη ζωή της εκεί και προβληματισμούς, άλλους δικούς της, άλλους δανεισμένους από τις σελίδες των Oscar Wilde, Elizabeth Robins αλλά κι από το περιοδικό Marie Bashkirtseff. Σελίδες που θα της υπαγορεύσουν ανάγκη να πειραματιστεί λογοτεχνικά. Η περιφρόνησή της για το μέρος που ζει, οφείλεται κυρίως στις αντιδράσεις της εκεί κοινωνίας στο τρόπο ζωής της. Δημιουργεί σχέσεις με άντρες και γυναίκες, συνεχίζει την αλληλογραφία με τον 'Αρνολντ Τρόουελ και παράλληλα ξεκινά μια σύντομη σχέση με τη κατά 9 έτη μεγαλύτερή της, καλλιτέχνιδα Edith Kathleen Bendall, (ΕΚΒ) με την οποία περνούσεν ατέλειωτα ΣαββατοΚύριακα στο πατρικό των Μποσάμπ, συζητώντας και γράφοντας κείμενα και ποιήματα. Για την Ίντιθ έγραψε:

   "Χτες πέρασα τη νύχτα στην αγκαλιά της κι απόψε τη μισώ. Ερμηνεύοντάς το λέω πως τη μισώ γιατί δε μπορώ να πλαγιάσω στο κρεβάτι μου και να μη νιώσω το μαγικό κορμί της. Αισθάνομαι ακόμα και τώρα έντονα, τα χωρίς όρια ερωτικά ηδονικά ρίγη, έτσι όπως δεν είχα ποτέ με κανέναν άντρα. Μ' ενθαρρύνει, με σκλαβώνει, κι η αυτή -το απόλυτο κορμί της- είναι η λατρεία μου".

     Παράλληλα υπήρχε η ΛΜ και ξανάρχισε τη περίπλοκη σχέση με τη Maata Mahupuku, που αποτελούσε γι' αυτήν ακόμα μια λογοτεχνική έμπνευση. Για τη Μαάτα έγραψε:

   "Μόνη σ' αυτό το σιωπηλό δωμάτιο με τα ρολόγια, ζητώ απεγνωσμένα τη Mαάτα. Τη θέλω έτσι όπως την είχα -τρομερά. Είναι βρώμικο το ξέρω αλλά τόσον αληθινό. Τί παράξενο πράγμα: αισθάνομαι ακατέργαστη, πρωτόγονη, άγρια, τρομερά ερωτευμένη και ταυτόχρονα σχεδόν σα παιδί. Είχα σκεφτεί πως πάει, πέρασε: Ωωω!!!!! Η σκέψη μου είναι σα ρωσικό μυθιστόρημα".

     Τα προβλήματα με τη κοινωνία του Ουέλινγκτον και με τους γονείς ξεκινήσανε το 1907, που 'γραψε το "Leves Amores" (Φωτεινές Αγάπες, βλ. στο τέλος της σελίδας) και μετά ζήτησε από τον υπηρέτη της Matie Putnam, να το τυπώσει. Επειδή το 'χεν υπογράψει ως Κ. Μάνσφιλντ, εκείνος το πρόσεξε και της το επέστρεψε για να το διορθώσει, -το Κάθριν το πέρασε στην υπογραφή της 10 χρόνια μετά. Πλην όμως είχε προλάβει να το διαβάσει και φαίνεται πως το 'δειξε του πατέρα της. Εκείνος παρόλο που απέρριπτε τις προτιμήσεις της, τη βοηθήσεν αρκετά στο να στραφεί στη μεγάλη αγάπη της: στο γράψιμο, προσπαθώντας να προωθήσει τα γραπτά της μέσω φίλων δημοσιογράφων. Επίσης, παρόλο που η ζωή της εκεί έδειχνε πληκτική, στο ημερολόγιό της βρίσκονται ψήγματα ευτυχισμένων στιγμών. Γράφει διηγήματα κείνη την εποχή, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Τελικά καταφέρνει να πείσει τους δικούς της να της επιτρέψουν να γυρίσει στο Λονδίνο, τον Ιούλιο του 1908, μ' ετήσιον εισόδημα 100 λιρών.
     Τα επόμενα χρόνια θα μπορούσε κανείς να τα χαρακτηρίσει σα μια χαοτική αναζήτηση και συλλογή ετερόκλητων εμπειριών για κείνη. Δημοσιέψε λίγες ιστορίες, πούλησε το τσέλο και για να συμπληρώνει το εισόδημά της έπαιρνε μέρος σε μουσικά σχήματα. Ερωτεύτηκε το δίδυμο αδελφό του 'Αρνολντ, τον Garnet Trowell κι έμεινεν έγκυος μαζί του, μα εντελώς ανεξήγητα, παντρεύτηκε τον George Charles Bowden, δάσκαλο μουσικής, στις 2 Μάρτη 1909 στο Paddington, με μάρτυρα τη ΛΜ και τονε χώρισε το ίδιο κιόλας βράδυ. Η μητέρα της θορυβημένη απ' αυτά τα καμώματα, φτάνει στο Λονδίνο οργισμένη, τη χωρίζει από τη ΛΜ, τη συνοδεύει με το ζόρι στο σπα του Bad WorishofenΓερμανία και μετά απογοητευμένη από τη στάση της, επιστρέφει στο Ουέλινγκτον και την αποκληρώνει. Αυτοί οι 6 μοναχικοί μήνες στη Γερμανία, που κατά τη διάρκειά τους, αποβάλλει, είναι βάση για τις επόμενες ιστορίες που δημοσιεύει μεταξύ 1910-11, στο λογοτεχνικό περιοδικό The New Age, του εκδότη A.R. Orage. Τη βοήθησεν επίσης η στενή σχέση της με μια μέντορά της και πολύ καλή γνωρίμια, τη Beatrice Hastings.
     Τέλη 1911, έχει αρχίσει να εμφανίζει προβλήματα με την υγεία της. Συχνές πλευρίτιδες, παράλληλα με μια χρόνια μόλυνση, πιθανότατα, αφροδισιακής προέλευσης. Ωστόσο ξεκινά να χτίζει τη φήμη της εκείνη τη περίοδο, μαζί με τη πεποίθηση πως η θέση των γυναικών ήταν αρκετά υποβαθμισμένη. Δεν είναι τυχαίο, πως σε πολλές ιστορίες της περιόδου κείνης, η ηρωΐδα-αφηγήτρια, είναι νεαρή γυναίκα, μοναχική, ευάλωτη, αφελής, επανεξετάζει τη θέση και το ρόλο της στη κοινωνία, σκεπτόμενη πως οι άντρες κρατάνε τα σκήπτρα, το δικαίωμα σ' όλα τ' αγαθά κι όσο για το σεξ, οι άντρες απολαμβάνουν, ενώ οι γυναίκες υφίστανται τις συνέπειες. Το 1ο της βιβλίο που συγκέντρωσεν αυτές τις ιστορίες είναι το, "Σε Μια Γερμανική Πανσιόν" και κυκλοφόρησε το 1911.  Μερικές απ' αυτές τις ιστορίες είναι: "Αυτό Το 'Ανθος" (This Flower) & "Στον Κόλπο" (At The Bay) κ.ά.
     Δεκέμβρη 1911, γνωρίζεται με τον σπουδαστή της Οξφόρδης κι εκδότη του περιοδικού Rhythm, John Middleton Murry και στη πρόσκλησή της, έγινε νοικάρης κι έπειτα εραστής της. Μπορεί να παντρεύτηκαν μετά από 7 χρόνια, οι 2 τίγρεις, -έτσι τους λέγανε- μα δεθήκανε πολύ από κει κι έπειτα. Στα προσεχή 2 χρόνια, η φήμη της ανέβαινε. Μαζί εκδόσανε το Ρυθμό και μετά το διάδοχό του, το Blue Review, όπου δημοσίεψε μερικές ιστορίες της από τη Ν. Ζηλανδία. Τα οικονομικά τους συνέχιζαν να 'ναι άθλια κι αλλάζανε ταχτικά σπίτι. Δε κατάφερε ν' αποτρέψει τη χρεωκοπία του Μάρι, που ακολούθησε τη παραμονή τους στο Παρίσι, στα τέλη του 1913.

 
                                  Η Κάθριν & ο Μάρι.

     Η σχέση τους ήταν μη συμβατική, συχνά τραυματική κι ενώ σεβόντουσαν ο ένας τον άλλο, συχνά ξεχνούσανε τις ανάγκες του. Αναζητούσε συχνότερα τη χωρίς ερωτήσεις αγάπη, την ολοκληρωτική αφοσίωση, την έμπρακτη υποστήριξη και προσοχή, -που ο Μάρι δε μπορούσε να της προσφέρει-, στο πρόσωπο της ΛΜ. Έτσι, τα δυο πρόσωπα της ζωής της, για όλο το υπόλοιπο διάστημα που 'ζησε, της ήταν αναγκαία, για διαφορετικούς λόγους έκαστο. Ζήσανε πολλές φορές για μεγάλο διάστημα, χώρια, μα αλληλογραφούσανε συνεπέστατα κι αδιαλείπτως. Στις εκατοντάδες επιστολές της ήταν ακατάστατη μεν, αλλά περιγραφική, όσον αφορούσε στις ιδέες, τα προσχέδια κι ό,τι άλλο για τη τέχνη και τη βελτίωση της τεχνικής της. Το να γεμίζει σελίδες σελίδων μ' όλα τούτα, ήτανε ζωτικό γιατί τη βοηθούσε αφάνταστα και την εκτόνωνε. Μερικές απ' αυτές βέβαια, συγκρίνονται επάξια με το καλύτερο δημοσιευμένο κείμενό της.
     Μέχρι το 1914, το ζεύγος είχε στενή φιλία με τους D. H. & Frieda Lawrence, ήταν μάλιστα μάρτυρες στο γάμο τους, μοιράζονταν τις εμπειρίες τους από τη Ν. Ζηλανδία και σχεδιάζανε κοινές διακοπές κι επιστροφή στα πάτρια εδάφη, μα τους σόκαρε η εφήμερη σχέση της με τον Francis Carco, ένα γάλλο ποιητή, το Φλεβάρη του 1915. Όλο το μήνα τονε πέρασε στο διαμέρισμά του στη Quai Aux Fleurs, στο Παρίσι, προετοιμάζοντας την επόμενη ιστορία της, την "Αλόη" (The Aloe). Εκείνος την είχεν ερωτευτεί τρελά κι όταν κατάλαβε πως για κείνην ήταν απλά μια ακόμα εφήμερη σχέση, έγινε συντρίμμι. Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, την επισκέφτηκε στο Λονδίνο, ο αδελφός της λίγο πριν ξαναγυρίσει στο μέτωπο, -είχε καταταγεί και περάσει τη βασική εκπαίδευση κι επρόκειτο να πάρει το βάπτισμα του πυρός- και περάσανε μαζί μερικές ευχάριστες μέρες. Τον Οκτώβρη, ο Λέσλι σκοτώθηκε στη Φλάνδρα, περιοχή της Ν. Γαλλίας κι η ξαφνική θλίψη τη χτύπησε πολύ δυνατά.
     Ο Μάρι τη ξανασυναντά και την επαναφέρει, στη Villa Pauline, στο Bandol. Στρώνεται να ξαναγράψει την "Αλόη" εξ αρχής, προσπαθώντας ουσιαστικά να γνωρίσει επιτέλους αυτή την 'άγνωστη χώρα', που 'τανε γι' αυτήν ο χαμένος της αδελφός. Το βιβλίο αυτό δημοσιεύτηκεν αργότερα, το 1918, από το ζεύγος Leonard & Virginia Woolf, με τελικό τίτλο: "Πρελούδιο" (Prelude). Αυτό το βιβλίο περιγράφηκεν αργότερα σαν μια επίκληση προς τη χαμένη της παιδική ηλικία κι αθωότητα και θεωρείται σαν το πρώτο αξιοσημείωτο δημιούργημά της. Το 1916, επιστρέφουνε στην Αγγλία κι επισκέπτονται, τον Απρίλη, το σπίτι των Λόρενς στη Κορνουάλη (Cornwall), σε μια προσπάθεια αναθέρμανσης των σχέσεών τους. Τελικά τούτο βγήκε λάθος κι είχεν αντίθετο αποτέλεσμα.
     Επιστροφή στο Λονδίνο. Ο Μάρι βρίσκει μια θέση σε πολεμικό γραφείο στρατολόγησης. Όλο το 1917 διαμένανε συχνά στο Garsington Manor, προσκαλεσμένοι της Lady Ottoline Morrell κι εκεί σχετίστηκαν με την Ομάδα Μπλούσμπερι (Bloomsbury Group), που απαρτιζόταν από τους: T.S. Elliot, Aldous Huxley, Lytton Strachey, Dorothy Brett, Siegfried Sassoon, Leonard-Virginia Woolf, S.S. Koteliansky & Bertrand Russell, William Gerhardi, Vanessa & Clive Bell, Roger Fry. O Μάρι λόγω του χαμηλότερου επιπέδου του, αλλά κι η Κάθριν ήτανε πάντα η ...'άποικος', έτσι κι οι δυο τους νιώθαν αρχικά παρείσακτοι. Ακόμα κι όταν η ομήγυρη αναγνώρισε την αξία της, τα πράγματα δε βελτιώθηκαν. (Η Γουλφ μάλιστα ζήλευε τη γραφή της). Αινιγματική κι απρόβλεπτη, ικανότατη χαρισματική μίμος, συμβούλευε τον Μάρι, "να μην αλλάζει μάσκα, αν πρώτα δεν έχει έτοιμη από κάτω την επόμενη". Μπορούσε να 'ναι θαυμάσια και γενναιόδωρη τη μια μέρα και κακιά την επόμενη. Ωστόσο βοήθησε πολύ τους συναδέλφους της, όπως: τον Koteliansky, στη προσπάθειά του να μεταφράσει  Anton Chekhov  και τον Gerhardi.
     Δεκέμβρης 1917 κι η Κάθριν παθαίνει πάλι πλευρίτιδα κι αυτή τη φορά τόσο σοβαρή που διαγνώστηκε μεγάλη κηλίδα στο πνεύμονα. Δε πήρε στα σοβαρά το θέμα, αλλά γύρισε πίσω στο Bandol και συνέχισε να γράφει τις ιστορίες της και ν' ακολουθεί όσο πιστά μπορεί τις οδηγίες των γιατρών. Εκεί, μέσα στις στερήσεις λόγω πολέμου, τις κακουχίες και τη φτώχεια, συνεχίζει να γράφει. Τούτη τη φορά ετοιμάζει ένα νέο κύκλο ιστοριών: Τη "Μακαριότητα" (Bliss), όπου σατιρίζει το Γκάρσινγκτον, το "Ήλιος & Φεγγάρι" (Sun & Moon), μια ζωγραφιά της παιδικής της ηλικίας στο Ουέλινγκτον και το "Δε Μιλώ Γαλλικά" (Je Ne Parle Pas Francais), έρευνα για τις διαφορετικές απόψεις σεξουαλικότητας και κοινωνικής συμπεριφοράς.
     Είχε τη  της αιμορραγία από τη φυματίωσηΦλεβάρη 1918 κι από κει και πέρα ξεκινά η κούρσα με το χρόνο. "Πόσον αφόρητο να πεθάνει κανείς... αφήνει κομμάτια και σημάδια παντου... τίποτα πράγματι ολοκληρωμένο". Μετά από μια εφιαλτική βραδιά στη Γαλλία που παραλίγο να κλειστούν από γερμανικό βομβαρδισμό, αυτή κι η ΛΜ, θορυβούνται κι επιστρέφουνε στο Λονδίνο. Το διαζύγιο από το Μπόντεν βγαίνει στις 29 Απρίλη κι ο γάμος της με το Μάρι είναι αντιστάθμισμα. Εγκαθίστανται στο Hampstead, τον Αύγουστο, μετά την είδηση του θανάτου της μητέρας της, συγκλονισμένη κι εκνευρισμένη από το θορυβώδη εορτασμό της λήξης του Α' Παγκ. Πολ. κι αυτό τη πιέζει στην εργασία και στην υγεία της. Στις αρχές του 1919, ο Μάρι γίνεται συντάκτης στο περιοδικό Athenaeum και μεγάλο μέρος ενασχόλησής της, ήταν οι βιβλιοκριτικές που δημοσίεψε κει. Αυτές δείξανε το ιδιαίτερο, διορατικό και μοναδικό τρόπο που 'βλεπε τους άλλους συγγραφείς.
     Αν κι η κατάστασή της χειροτέρεψε, αρνιότανε πεισματικά να μπει σε σανατόριο, αντίθετα, με την αρχή του βρετανικού χειμώνα, τον ίδιο Σεπτέμβρη, επισκέπτεται με τη ΛΜ το Ospedaletti, στην Ιταλία. Κουρασμένη, αδυνατισμένη κι άρρωστη, εκμυστηρεύεται μερικές από τις στεναχώριες της στον Μάρι με μερικές επιστολές και προσωπικά στη ΛΜ. Απογοητευμένη με την απάθεια του Μάρι και τη φανερή απροθυμία του να τη στηρίξει, γράφει το "The Man Without A Temperament" (Ο 'Αντρας Χωρίς Ταμπεραμέντο), το Γενάρη του 1920. Φοβούμενη πως έχει φτάσει στα πρόθυρα της κατάρρευσης, τέλη του ίδιου μήνα, πηγαίνει στο Menton στη Ν. Γαλλία, να μείνει στη ξαδέλφη της Connie Beauchamp και μετά από ένα καλοκαίρι στο Λονδίνο, επιστρέφει ξανά στο Μεντόν, τούτη τη φορά με τη ΛΜ, στη Villa Isola Bella. Εκεί γράφει το "The Daughters Of The Late Colonel" (Οι Κόρες Του Πρώην Συνταγματάρχη), έργο για τ' οποίον αργότερα έγραψε πως είναι το μόνον έργο της που την ικανοποίησε από κάθε άποψη. Ήταν έτοιμο το Δεκέμβρη, τον ίδιο μήνα που η "Μακαριότητα κι άλλες ιστορίες" δημοσιεύονται. Ήτανε το τελευταίο βιβλίο που τυπώθηκε, όσο ζούσε. Mετά θάνατο, δημοσιεύτηκαν άλλες 2 συλλογές με διηγήματα: "The Dove's Nest" (Η Φωλιά Του Περιστεριού) & "Something Childish" (Κάτι Παιδαριώδες), καθώς κι η αλληλογραφία και τα ημερολόγιά της. 
     Ένα παραστράτημα του Μάρι, φλέρταρε τη Πριγκήπισσα Elizabeth Bibescu, τη πληγώνει βαθιά και πλέον νιώθει ακόμα πιότερο πνευματικά απομονωμένη. Κλείνεται πιότερο στον εαυτό της και στο γράψιμο. Μάης 1921, μεταβαίνει στην Ελβετία και την ακολουθεί ο Μάρι, που για να 'ναι μαζί της, παραιτείται από το Ατενέουμ. Εκεί, στο Chalet Des Sapins, στη Montana-Sur-Sierre, γράφει μερικές από τις πιο διάσημες ιστορίες της, από τη Ν. Ζηλανδία: "At The Bay", "A Garden Party", "The Doll's House" (Το Κουκλόσπιτο). Οι 2 πρώτες δημοσιευτήκανε στο "Γκάρντεν Πάρτυ κι άλλες ιστορίες", Φλεβάρη του 1922. Αυτό το καιρό, βρισκόμενη σ' απόγνωση, κάνει επίπονη θεραπεία με ακτινοβολίες, στο Παρίσι. Εκεί συναντά τον Τζέημς Τζόυς και γράφει το "The Fly" (Η Μύγα). Ασθένεια, απομυθοποίηση πατέρα και συζύγου κι αποστροφή στο μάταιο ματοκύλισμα του πολέμου, φαίνονται ξεκάθαρα σ' αυτή τη πικρή ιστορία, που ξεχειλίζει από άσκοπες προσπάθειες και καταστροφή.
     Κουρασμένη, επιστρέφει στην Ελβετία και γράφει το "The Canary"  (Το Καναρίνι), τη τελευταία ιστορία της, της Ν. Ζηλανδίας. Αύγουστος 1922, επισκέπτεται σύντομα το Λονδίνο, που 'μελλε να 'ναι η τελευταία συνάντηση με τους γονείς και τους φίλους της. Παρά τη προχωρημένη φυματίωση, προγραμματίζει μια νέα σειρά 12 ιστοριών, που θα 'κλεινε τη 3λογία που ξεκίνησε με το "Πρελούδιο" και συνεχίστηκε με το "Στον Κόλπο". Δε πραγματοποίησε ποτέ τούτο το σχέδιο. Επηρεασμένη από μυστικιστές φιλοσόφους όπως ο P.D. Ouspensky, διαμορφώνει τη πεποίθηση πως πρέπει να θεραπεψει τη ψυχή της πιότερο, παρά το σώμα. Αποφάσισε οι νέες ιστορίες της να μην είναι κυνικές,να μεταδίδουν νόημα νέας ζωής και να γίνει "παιδί του ήλιου". Τον Οκτώβρη μπαίνει στο G.I. Gurdjieff's, Ινστιτούτο Για Την Αρμονική Ανάπτυξη Του Ανθρώπου στο Avon-Fontainebleau, κοντά στο Παρίσι. Οι τελευταίες επιστολές της προς τους ΛΜ, Μάρι και τους δικούς της δείχνουν ότι τελικά κει μέσα, βρήκε κάτι απ' αυτό που αναζητούσε. Ο Μάρι την επισκέφτηκε στις 9 Γενάρη 1923 και το ίδιο βράδυ είχε τη μοιραία αιμορραγία που 'μελλε να 'ναι η τελευταία της. Πέθανε και θάφτηκε, στο Avon-Fontainebleau, με σύντομη δέηση στα γαλλικά, σ' ένα παρεκκλήσι. Ήταν μόλις 35 ετών.
     Τελευταία της θέληση ήταν να πάρει τα γραπτά της, ο σύζυγός της και να τα διαχειριστεί καταπώς όριζε. Αυτός τα συγκέντρωσε και τα διοχέτευσε με σύνεση, παρά τα όσα ειπώθηκαν πως πρόδωσε τη μνήμη της. Κατάφερε να την εμφανίζει σαν την αγιότερη όλων των γυναικών. Συνέβαλλε λοιπόν τα μέγιστα, στην υστεροφημία της, συντάσσοντας επιλεκτικά, το περιοδικό Κάθριν Μάνσφιλντ, από ιστορίες, επιστολές, ημερολόγια, το 1927. 2 τόμους επιστολών δημοσιεύει το 1928, και τις επιστολές που ανταλλάξανε μεταξύ τους στο διάστημα 1913-22, τις δημοσίεψε το 1951.
     Παρόλο που ο όγκος δουλειάς της δεν είναι μέγας, γραφτήκανε πολλά για κείνη. Μελετητές φτιάξανε τη βιογραφία της και μελετήσανε το λογοτεχνικό της έργο. Ενέπνευσε πολλούς λογοτέχνες να βάλουνε χαρακτήρες στα έργα τους που να της μοιάσουν: ο D.H. Lawrence στο "Women In Love", o Aldous Huxley στο "Point Counter Point", o Francis Carco στο "Les Innocents" κι ο Conrad Aiken στο "Your Obituary Well Written".
     Το ενδιαφέρον στοιχείο, που τη καθιστά σα μιαν από τις εξέχουσες γυναίκες συγγραφείς διηγημάτων, είναι πως παρόλο που επηρεάστηκεν έντονα από πολλούς μεγάλους συγγραφείς -ειδικότερα τον Τσέχοφ-, δημιούργησε δικό της προσωπικό στυλ και παράλληλα εισήγαγε νεωτερισμούς εξαιρετικής ομορφιάς κι απλότητας στο βρετανικό λογοτεχνικό  μοντερνισμό. Προσπάθησε να συλλάβει τη πρόσκαιρη σπιρτάδα της ζωής και να εστιάσει στις απλές χαρές της, έτσι ώστε να γίνεται κατανοήσιμη κι από τους απλούς ανθρώπους. Επίσης, απέρριψε το κλασικό τρόπο σύμβασης των προσεγμένω διηγημάτων με το τελικό συμπέρασμα και προτίμησε να το πει μ' έμμεσο ή άμεσο τρόπο, στην αφήγηση και με τη γοργή αλληλουχία χρονικών γεγονότων με σταθερή μετατόπιση της προοπτικής. Συχνά, βρίσκει κανείς την ιδέα στα κείμενά της, τον στόχο, αλλά χωρίς ιδιαίτερο σχέδιο και χωρίς προσχεδιασμένο ευκρινές συμπέρασμα. Επίσης συχνά, υπάρχει κινηματική ποιότητα, και τούτο κυρίως οφείλεται στη λατρεία της στη κινηματική και τη φωτογραφία. Αν προστεθεί σ' αυτά κι ο επιδέξιος χειρισμός όλων αυτών των καινοτομιών, τότε θα μπορεί να καταλάβει το μέγεθος της προόδου που παρείχε στο διήγημα παγκοσμίως.
     Αν και παγκοσμίως λοιπόν είναι πλέον αναγνωρισμένη, στη πατρίδα της τη Ν. Ζηλανδία, τούτο ακόμα είναι προβληματικό, επειδή έλειψε πολλά χρόνια κι έγραψε σ' άλλα μέρη. Η ίδια πάντως έλεγε πως: "Η Ν. Ζηλανδία είναι μες στα κόκαλά μου"! Χρησιμοποίησε το γλωσσικό ιδίωμα και τις λέξεις της πατρίδας της και γενικά μπορεί κανείς να πει, πως επηρεάστηκε κι από τις δυο της πατρίδες: Αγγλία και Ν. Ζηλανδία. κι υπάρχουν αναφορές στην αποικιακήν ιστορία, σε μερικές ιστορίες της. Ο θάνατος του αδελφού το 1915, έδωσε νέα ώθηση στη διαδικασία που 'χεν ήδη ξεκινήσει. Στις τελευταίες ιστορίες της, κεντρικό σημείο κρατούν οι αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας στη πατρίδα. Χωρίς αμφιβολία, κυριευμένη από μοναξιά λόγω της αρρώστιας, η σκέψη της ταξίδευε προς τα πίσω και φυσικά στην επιστροφή. Επίσης, το να γράφει μακριά από τη πατρίδα, της έδωσε διαφορετική οπτική από τους Νεοζηλανδούς αλλά και τους 'Αγγλους. Δε θα μπορούσε να γράψει ό,τι έγραψε αν δε δεχότανε τις έστω μακρινές επιδράσεις αυτών των δυο διαφορετικών αλλά και συγγενικών τόπων.
     Υπάρχουνε στοιχεία στα σημειωματάριά της που δείχνουν ότι προσπάθησε να μετασχηματίσει προσωπικές της εμπειρίες στα διηγήματά της, από πολύ νωρίς, το 1907. Γνώριζε καλά τη τέχνη της βιωματικής εμπειρικής γραφής και τη χρησιμοποιούσε με μαεστρία. Η τέχνη τελικά ξεπερνούσε πάντα τη πραγματικότητα ή οι ήρωές της διαμορφώθηκαν έτσι, ώστε να προσδώσουνε την εντύπωση που 'θελε να μεταβιβάσει. Η τεχνική της είχε το αξιοθαύμαστο, να 'ναι τόσον απλή και τόσο ταιριαστή, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να πιστεύουνε πως μιλά μ' ακρίβεια για κείνους. Σε μιαν άλλη επιστολή της, το 1922, έγραψε:

     "Πιστεύω πως ο μόνος τρόπος να ζήσω σα συγγραφέας, είναι να βασίσω τις ιστορίες μου σε πραγματικά προσωπικά στοιχεία κάποιου και να βρω τους θησαυρούς σ' αυτό. Το σπουδαίο είναι πως περιγράφοντας αυτό που σε μένα φαίνεται κι είναι προσωπικό, άλλοι άνθρωποι που το διαβάζουνε, το παίρνουν επάνω τους και το αντιλαμβάνονται σα να 'τανε δικό τους".

     
     Τέλος, υποτροφία που 'χει θεσμοθετηθεί στο Μεντόν φέροντας τ' όνομά της, αποτελεί μνήμη και κίνητρο για νέους φέρελπεις συγγραφείς. Παρόλο που η ίδια πίστευε πως "η μόδα μου θα περάσει πολύ σύντομα", τελικά κατάφερε να κερδίσει παγκόσμια φήμη, σα διηγηματογράφος, ποιήτρια, επιστολογράφος, και συγγραφέας ημερολογίων κι άρθρων κριτικής βιβλίων. Τα έργα της έχουν μεταφραστεί σε πάνω από 25 γλώσσες παγκοσμίως.
------------------------------------------------------------------

                                      Leves Amores 

     Δε  θα μπορούσα ποτέ να ξεχάσω το ξενοδοχείο Thistle.
     Δε θα μπορούσα να ξεχάσω ποτέ κείνη τη παράξενη χειμωνιάτικη νύχτα.
     Της είχα ζητήσει να δειπνήσουμε κι έπειτα να πάμε στην όπερα. Το δωμάτιό μου ήταν απέναντι από το δικό της. Είπε ότι θα 'ρχόταν αλλά -θα μπορούσα να κουμπώσω το πάνω μέρος του δαντελένιου νυχτικού της, που σκάλωνε ψηλά στη πλάτη; Πολύ καλά!
     Το φως της μέρας ακόμα δεν είχε δώσει τη θέση του στη νύχτα, όταν χτύπησα τη πόρτα της και μπήκα. Φορώντας τα εσώρρουχά της από καθαρό μετάξι, πλενότανε σφουγγίζοντας το πρόσωπο και το λαιμό της. Είπε πως κόντευε να τελειώσει κι αν ήθελα να καθίσω λιγάκι στο κρεβάτι να τη περιμένω.
     Είχα την ευκαιρία να περιεργαστώ τριγύρω, το θλιβερό δωμάτιο. Ένα βρώμικο παράθυρο έβλεπε στο δρόμο. Μπορούσε κανείς να δει το γεμάτο σκόνη παράθυρο του πλυσταριού απέναντι. Από έπιπλα, είχε ένα χαμηλό κρεβάτι, ντυμένο με κίτρινο κάλυμμα, κουρτίνες με σχέδια κληματαριάς, μια καρέκλα, ντουλάπα μ' ένα κομμάτι του καθρέφτη ραγισμένο, ένα νιπτήρα. Αλλά η ταπετσαρία με πόνεσε φριχτά. Λωρίδες της ξεκολλημένες, κουρελιασμένες, κρεμόντουσαν από τον τοίχο. Στα μέρη που η ζημιά ήτανε κάπως μικρότερη, μπορούσα να διακρίνω αχνά, τριαντάφυλλα -μπουμπούκια κι άνθη- κι η μπορντούρα ένα συνηθσμένο κι απλό σχέδιο με πουλιά, που μόνον ο καλός Θεός ήξερε τί είδους. Κι αυτό ήταν όλο κι όλο που πρόλαβα να δω.
     Τη πρόσεχα παραξενεμένη. Φορούσε το μακρύ, λεπτό καλσόν της, βλαστημώντας όταν δε πετύχαινε τα κουμπώματα. Κι αισθάνθηκα με σιγουριά πως τίποτα όμορφο δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί σε κείνο το δωμάτιο και για κείνην ένιωσα λιγάκι περιφρόνηση, μικρή ανοχή, κατανόηση και ναι... λίγον οίκτο. Ένα θαμπό, γκρίζο φως πλανιότανε πάνω απ' όλα και φάνηκε να τονίζει τη λεπτή γυαλάδα των ρούχων της και τη ζωή της ολάκερη και την έκανε να δείχνει θαμπή, γκρίζα και κάπως κουρασμένη. Και κάθισα στο κρεβάτι και σκέφτηκα:
     "Με τον ερχομό των γηρατειών ξεχνώ το πάθος. Μένω πίσω στη χρυσή πομπή της Νιότης. Τώρα βλέπω τη ζωή, σαν από καμαρίνι θεάτρου".
     Έτσι δειπνήσαμε κάπου και πήγαμε στην όπερα. Ήταν αργά, όταν βγήκαμε στο πολυσύχναστο δρόμο, αργά, κι η νύχτα είχε ψύχρα. Μάζεψε ψηλά τη μακριά φούστα της. Σιωπηλά πήραμε το δρόμο πίσω στο ξενοδοχείο
Thistle, με τα στολισμένα πατώματα με όμορφους χρυσούς κρίνους και τα σκαλοπάτια από αμέθυστο.
     "Είναι η Νιότη νεκρή; Είναι η Νιότη νεκρή";
     Καθώς περπατούσαμε στο διάδρομο προς το δωμάτιό της, μου 'πε πως ήταν ευτυχισμένη που 'χε πέσει η νύχτα. Δε ρώτησα γιατί. Ήμουνα κι εγώ το ίδιο ευτυχισμένη. Φάνηκε σα μυστικό μεταξύ μας. Έτσι πήγα μαζί της στο δωμάτιό της να ξεκουμπώσω όλα κείνα τα ενοχλητικά κουμπιά. 'Αναψε ένα μικρό κερί πάνω σε κάποιο κηροπήγιο από σμάλτο. Το φως πλημμύρισε το σκοτεινό δωμάτιο. Όπως ένα νυσταγμένο παιδί γλύστρησε έξω από το φόρεμά της κι έπειτα ξαφνικά, γύρισε προς το μέρος μου και τύλιξε τα χέρια της γύρω στο λαιμό μου. Κάθε πουλί πάνω στη μπορντούρα της ταπετσαρίας ξέσπασε σε τρίλιες. Κάθε τριαντάφυλλο άνθισε πάνω στη κουρελιασμένη ταπετσαρία. Ναι! Ακόμα κι η κληματαριά πάνω στη κουρτίνα, πέταξε παράξενες φυλλωσιές και γιρλάντες που τυλιχτήκανε γύρω από τα κορμιά μας, σα πράσινη αγκαλιά και μας κρατήσαν ενωμένες με χίλια κορδονάκια.
     Κι η Νιότη δεν ήταν νεκρή!
                                                                          
K. Mansfield

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers