-


Dali &









/




 
 

 

Calvino Italo:

     Κποτε, σμφωνα μ' σα υποστηρζει ο σερ Τζορτζ Ντρβιν, η Σελνη βρισκτανε πολ κοντ στη Γη. Οι παλρροιες ταν αυτς που τη σπρξανε σιγ-σιγ μακρι: οι παλρροιες που η δια η Σελνη προκαλε στα γινα νερ και στη διρκεια τους, η Γη χνει αργ αλλ σταθερ ενργεια.

 -Το ξρω καλ! αναφνησε ο γρο-Κφβφκ, εσες δε μπορετε να το θυμστε αλλ εγ μπορ. Εμες, τη Σελνη την εχαμε πντα, πελρια, πνω απ τα κεφλια μας: ταν ταν πανσληνος -νχτες φωτεινς σα μρες, μ' να φως στο χρμα του βοτυρου- λεγες πως θα πσει και θα μας πλακσει. ταν, πλι, εχαμε νουμηνα, κυλοσε στον ουραν σα μαρη ομπρλα που τη παρνει ο αρας κι ταν γμιζε, προχωροσε με τα κρατ της τσο χαμηλ, που 'λεγες πως τρα θα καρφωθε στο λφο κποιου ακρωτριου και θα μενει κει, αγκυροβολημνη για πντα. Ολκερος ο μηχανισμς μως λειτουργοσε διαφορετικ απ' τι σμερα, σως γιατ οι αποστσεις απ τον λιο τανε διαφορετικς, πως διαφορετικς ταν οι τροχις κι η κλση δε θυμμαι πια ακριβς ποιο πρματος. Απ εκλεψεις, λλωστε, με τη Γη και τη Σελνη τσο κολλημνες, λλο τποτα: αν τανε ποτ δυνατ, αυτ τα δυο κτη να μη βρσκανε τρπο να σκιζουνε συνεχς το 'να τ' λλο. Η τροχι; Ελλειπτικ, εννοεται, λλοτε πεφτε πνω μας κι λλοτε παιρνε να πετ. 'Οταν η Σελνη κατηφριζε χαμηλ, οι παλρροιες παιρναν την ανηφρα και κανες δε μποροσε πια να τις συγκρατσει. Υπρχαν νχτες με χαμηλ πανσληνο και τσο ψηλ πλημμυρδα, που λγο λειπε -λγα μνο μτρα- να πσει η Σελνη στη θλασσα. Αν προσπαθσαμε ποτ ν' ανβουμε; Και ββαια! Αρκοσε να πμε με τη βρκα ακριβς απ κτω, να υψσουμε μια σκλα και να σκαρφαλσουμε. Το σημεο απ' που η Σελνη περνοσε πιο χαμηλ, βρισκτανε στο πλαγος των Τσγκινων Βρχων. Πηγαναμε κει με κενες τις βρκες με κουπ που συνηθιζτανε ττε: στρογγυλεμνες, χωρς καρνα κι απ φελλ.

     Χωροσαμε να σωρ κσμος: εγ, ο καπετνιος Βχντ, η γυνακα του, ο ξδελφς μου ο κουφς και πτε-πτε η μικρ Ξλτχλξ, που ττε θα 'τανε δδεκα χρον. Κενες τις νχτες το νερ ταν ρεμο σαν λδι, ασημνιο σαν υδρργυρος και τα ψρια -βιολετι μες στο νερ- δε μποροσαν ν' αντισταθον στην λξη της Σελνης κι ανβαιναν στην επιφνεια του νερο μαζ με τα χταπδια και τις μδουσες, στο χρμα του ζαφειριο. Μικροσκοπικ ζα -μικρ καβορια, καλαμρια κι ακμα ελαφρ και διφανα φκια και μικρ κορλια- φεγαν απ τη θλασσα, πετοσανε και κατληγαν στη Σελνη, να αιωρονται απ κενη την ασβεστδη οροφ να μνουν μετωρα κπου στη μση, σ' να φωσφορζον σμνος που μεις ενοχλοσαμε σεοντας μπανανφυλλα. Οργανσαμε ως εξς τη δουλει: παρναμε στη βρκα μια σκλα, νας τη κρατοσε, λλος ανβαινε στη κορφ κι νας τρτος τραβοσε κουπ, μχρι να φτσουμε ακριβς κτω απ τη Σελνη. Γι' αυτ πρεπε να 'μαστε πολλο (σας ανφερα μνο τους βασικος). Μλις η βρκα πλησαζε τη Σελνη, κενος που βρισκτανε στη κορφ, ξεφνιζε τρομαγμνος: "Αλτ! Αλτ! Θα χτυπσω το κεφλι μου!" Αυτ την εντπωση μας δινε, τσι καταπς τη βλπαμε πνω μας τσο τερστια, τσο τραχι, γεμτη κοφτερς προεξοχς κι οδοντωτς κρες. Τρα σως τα πρματα να 'ναι διαφορετικ, ττε μως η Σελνη, καλτερα ο πυθμνας της, η κοιλι της, το τμμα κενο που περνοσε τσο κοντ στη Γη, στε λεγες πως σρνεται πνω της, τανε σκεπασμνη απ κροστα αιχμηρν λεπιν. μοιαζε με κοιλι ψαριο κι η μυρωδι της, απ' τι θυμμαι, στω κι αν δεν ταν ντονη σαν του ψαριο, θμιζε καπνιστ σολωμ. Στη πραγματικτητα, ακμα και στη κορφ της σκλας, την γγιζες μνον αν τντωνες τα χρια ισορροπντας ρθιος στο τελευταο σκαλ.

     Γνωρζαμε καλ τις αποστσεις (ακμα δεν εχε περσει απ το μυαλ μας τι σιγ-σιγ απομακρυνταν). Το μνο που 'πρεπε να προσχουμε τανε που θα βζαμε τα χρια μας. Διλεγα μια προεξοχ που μου φαινταν σταθερ (πρεπε ν' ανβουμε λοι, με τη σειρ, σε ομδες των πεντξι ατμων), στηριζμουνα στο 'να χρι, στερα και στ' λλο κι αμσως νιωθα σκλα και βρκα να ξεφεγουν απ τα πδια μου και τη κνηση της Σελνης να με τραβ απ την λξη της Γης. Ναι, η Σελνη εχε μια δναμη που σε ξερζωνε, το καταλβαινες την δια κενη στιγμ του περσματος απ τη μια στην λλη: πρεπε, λοιπν, να τιναχτες με μια κνηση προς τα πνω, να ισορροπσεις καλ στις διφορες προεξοχς, ν' ανασηκσεις τα πδια σου και να ξαναβρεθες ρθιος στο σεληνιακ δαφος. Απ τη Γη φαινσουνα σα κρεμασμνος με το κεφλι ανποδα, για σνα μως ταν η συνηθισμνη στση και το μνο παρξενο τανε πως ταν σκωνες τα μτια ψηλ, βλεπες πνω απ το κεφλι σου το λαμπρ θαλσσιο θλο και τη βρκα με τους συντρφους σου να λικνζονται ανποδα σα τσαμπ απ κληματαρι. Ο μνος που σε κενα τ' λματα δειχνε ιδιατερο ταλντο, ταν ο ξδελφος μου ο κουφς. Μλις τα χοντροκομμνα χρια του γγιζανε τη σεληνιακ επιφνεια (πηδοσε πντα πρτος απ τη σκλα) γιντανε ξαφνικ, σγουρα κι ευλικτα. Βρσκαν αμσως χι μνο το σημεο απ' που θα μποροσαν να πιαστον για ν' ανβει αλλ κι διναν την εντπωση πως αρκοσε η πεση της παλμης του για να βρεθε κολλημνος στο δαφος του δορυφρου. Μια φορ, μλιστα, εχα την εντπωση τι εν κενος σκωνε ψηλ τα χρια, κινθηκε η δια η Σελνη για να τονε συναντσει. Το διο ικανς ταν και στη κθοδο του στη Γη, ν εγχερημα ακμα πιο δσκολο. Για μας τους υπλοιπους ταν λμα που κναμε απ' τη Γη με τη διαφορ τι τρα δεν υπρχε τποτα που πνω του θα μποροσες να στηριχτες. Ο ξδελφς μου, μως αντ να ριχτε με τα χρια μπρος, στηντανε στη σεληνιακ επιφνεια με το κεφλι κτω, σα να 'θελε να κνει κατακρυφη αναστροφ κι ρχιζε να πηδ στηριζμενος στα χρια του. Μεις τονε βλπαμε απ τη βρκα ορθ στον αρα, λες και κρατοσε τη τερστια μπλα της Σελνης και την παιζε στα χρια του, μχρι που τα πδια του φτνανε σ' απσταση που μας βοηθοσε να τονε πισουμε απ τους αστργαλους και να τονε κατεβσουμε κτω, μες στη βρκα.

     Τρα εσες θα με ρωτσετε τι διλο πηγαναμε να κνουμε στη Σελνη. Θα σας εξηγσω. Πηγαναμε να μαζψουμε γλα, μ' να μεγλο κουτλι κι να μαστλο. Το σεληνιακ γλα τανε τσο πυκν, που θμιζε μυζθρα. πηζε στα μικρ δικενα ανμεσα στον να και στον λλο βρχο, με τη ζμωση διαφορετικν σωμτων κι ουσιν γινης προλευσης που τα 'παιρνε ο αρας απ λιμνοθλασσες, λιβδια και δση, μλις ο δορυφρος περνοσε πνω τους. Βασικ συστατικ του ταεν φυτικο χυμο, γυρνοι βτραχου, κατρμι, φακς, μλι μλισσας, αμυλλευρο, αυγ μιρσινιο, μοχλες διφορες, γρις, ζελατινδεις ουσες, σκουλκια, ρετσνι, πιπρι, ορυκτ λατα, υλικ κασης. Αρκοσε να βυθσεις το κουτλι στη βση ενς βρχου, απ' αυτος που κλυπτανε την γονη επιφνεια της Σελνης κι αμσως γμιζε μ' αυτ τη πολτιμη λσπη. Εννοεται, η λσπη αυτ δεν τανε πεντακθαρη. Η σαβορα τανε πντα αρκετ: κατ τη διρκεια της ζμωσης (ταν η Σελνη περνοσε μες στο καυτ αρα των ερμων δε συγχωνεονταν πντα λα τα σματα. Μερικ μναν ακρια κει: νχια και χνδροι, καρφι, ιππκαμποι, φουντοκια και διφορες ρζες, τσφλια, αγγστρια, μερικς φορς και καμμι χτνα. τσι μλις μαζεαμε αυτ τον πουρ, μαστε αναγκασμνοι να τονε ξαφρσουμε, να τονε περσουμε απ το σουρωτρι. Αλλ η δυσκολα ταν λλη: πς να τον μεταφρουμε στη Γη. Κναμε, λοιπν, το εξς: εκσφενδονζαμε τη κθε κουταλι μανουβρροντας το κουτλι με τα δυο μας χρια σα να 'τανε καταπλτης. Η μυζθρα πετοσε κι αν η ρψη ταν αρκετ δυνατ, πγαινε και χτυποσε στο ταβνι, δηλαδ στη θαλσσια επιφνεια. 'Οταν φτανε κε, μενε να επιπλει κι τανε πανεκολο να τη μαζψεις και να τη τραβξεις μες στη βρκα. Ο ξδελφος δειχνε και σ' αυτς τις ρψεις ιδιατερη καπατσοσνη: εχε καλ σημδι και δναμη. Με αποφασιστικ κνηση κατρθωνε να βρει το στχο, να κδο που κρατοσαμε μες στη βρκα. Εγ αντθετα, τα 'κανα συχν θλασσα. Η κουταλι δε κατρθωνε να νικσει τη σεληνιακ λξη και γριζε πλι πσω, πνω στο 'να μου μτι.

     Δε τελεωσα μως ακμα με τις ικαντητες του ξαδλφου μου. Το να βγζει γλα κτω απ τους βρχους τανε, γι' αυτν, παιχνδι: αντ για κουτλι αρκοσε, μερικς φορς, να χσει κτω απ τα θρασματα των βρχων το γυμν του χρι και μνον να δχτυλο. Δε δολευε με σστημα αλλ προχωροσε μνος σ' απομονωμνα σημεα, μετακινομενος διαρκς απ το 'να μρος στ' λλο με πηδηματκια, λες κι θελε να κνει αστεα στη Σελνη, να τη ξαφνισει, να τη γαργαλσει. που, μως, χωνε το χρι του, το γλα πεταγταν ξω, πως απ τους μαστος μιας κατσκας. Εμες οι υπλοιποι δεν εχαμε να κνουμε τποτα περισστερο απ το να τρχουμε πσω του και να μαζεουμε με τα κουτλια την ουσα που κενος ανακλυπτε εδ κι εκε. Εχαμε πντα την ασθηση πως λ' αυτ γνονταν στη τχη, αφο οι διαδρομς του κουφο δε μοιζαν ν' αποσκοπον σε κποιο συγκεκριμνο στχο. Υπρχαν σημεα για παρδειγμα, που κενος γγιζε, μνο και μνο για την ευχαρστηση που του προξενοσε το γγιγμ τους: σχισμς ανμεσα στη μια και στην λλη πτρα, γυμνς και τρυφερς πτυχσεις της σεληνιακς σρκας. Μερικς φορς, ο ξδελφος χωνε χι τα δχτυλα του χεριο αλλ -με μια καλ υπολογισμνη κνηση- το μεγλο δχτυλο του ποδιο (ανβαινε πντα ξυπλυτος στη Σελνη) κι δειχνε πως αυτ, για κενον, τανε το κρον ωτο της διασκδασης, αν κρινε κανες απ το σκοξιμο που ξεπετιταν απ το λαργγι του κι απ τα να πηδματα που ακολουθοσαν. Το δαφος της Σελνης δεν τανε παντο σκεπασμνο με βρχους αλλ, κθε τσο, αποκλυπτε ακαννιστες γυμνς ζνες απ γλυστερ, χλωμ ργιλο. Σ' αυτος τους μαλακος χρους, ο κουφς ρχιζε να κνει τομπες πηδηματκια σα να 'τανε πουλ, λες κι θελε ν' αποτυπσει χνρια πνω στη σεληνιακ πστα. Κι εν συνχιζε ν' απομακρνεται, κποια στιγμ τονε χναμε απ τα μτια μας. Στη Σελνη υπρχανε περιοχς που κανες μας δεν εχε λγο περιργεια να εξερευνσει κι εκε εξαφανιζταν ο ξδελφς μου. Εχα μλιστα αρχσει να πιστεω πως λες αυτς οι τομπες και τα πηδηματκια που του ρεσε να κνει μπρος στα μτια μας δεν τανε παρ προκαταταρκτικ σκηση, να πρελοδιο σε κτι το μυστικ, που σγουρα θα εκτυλισστανε σε κενες τις απκρυφες περιοχς. λες εκενες τις νχτες στ' ανοιχτ των Τσγκινων Βρχων, εχαμε ιδιατερη διθεση. μαστε χαρομενοι αλλ και κπως σα μετωροι, λες και μες στο κρανο μας εχαμε ψρι στη θση του μυαλο, να ψρι που εππλεε υπ την επρεια της Σελνης.
     Ταξιδεαμε πντα τραγουδντας. Η γυνακα του καπετνιου παιζε ρπα. Εχε μακρι χρια που κενες τις νχτες ασημοφεγγζανε σα χλια και σκοτεινς μυστηριδεις μασχλες που θμιζαν αχινος. Ο χος της ρπας τανε τσο γλυκς κι οξς που δε μποροσαμε να τον αντξουμε κι μαστε αναγκασμνοι να βγζουμε μακρσυρτες κραυγς, χι τσο για να συνοδεσουμε τη μουσικ, σο για να προστατψουμε την ακο μας. Διφανες μδουσες αναδονταν στη θαλσσια επιφνεια, πλλονταν για λγο κι ρχιζαν να πετνε λικνιζμενες προς τη Σελνη. Η μικρ Ξλτχλξ διασκδαζε να τις πινει στον αρα πρμα διλου εκολο. Μια φορ, εν προσπαθοσε με τα χρια τεντωμνα ν' αρπξει μια κανε να πηδηματκι και βρθηκε με τη σειρ της μετωρη. Αδυνατολα πως τανε, της λειπαν εκενες οι ουγγις που θα τη βοηθοσαν να νικσει την λξη της Σελνης και να επιστρψει στη Γη: πετοσε, λοιπν, πνω απ τη θλασσα, ανμεσα στις αιωρομενες μδουσες. Ξφνου τρμαξε βαλε τα κλματα στερα γλασε κι ρχισε να παζει πινοντας στον αρα καβουρκια και ψαρκια, που κθε τσο φερνε στο στμα της και δγκωνε. Εμες τραβοσαμε με ζση κουπ μην απομακρυνθομε απ κοντ της: η Σελνη φευγε ακολουθντας τη τροχι της παρασροντας πσω της ψηλ στον ουραν κενο τον αφρ της θαλσσιας πανδας και το σωρ των μεγλων σγουρν φυκιν και το κοριτσκι που αιωρονταν κπου κει ανμεσα. Εχε δυο λεπτς κοτσδες η Ξλτχλξ, που 'λεγες πως πετοσανε για λογαριασμ τους, ορθωμνες προς τη πλευρ της Σελνης. Στο μεταξ κλωτσοσε, δινε καλαμις στον αρα, λες κι θελε να εξουδετερσει κενη τη φοβερ δναμη κι οι κλτσες της -εχε χσει τα σαντλια της στο πταγμα- γλυστροσαν απ τα πδια και κρμονταν γοητευμνες απ την λξη της Γης. Εμες επνω στη σκλα, προσπαθοσαμε να τις πισουμε. Η ιδα ν' αρχσει να τρει τα αιωρομενα ζωκια, αποδεχτηκε καλ. σο πιτερο βρος κρδιζε η Ξλτχλξ, τσο πιτερο κατβαινε προς τη Γη. Επειδ, μλιστα απ' λα κενα τα αιωρομενα σματα, το δικ της εχε μεγαλτερο γκο, μαλκια, φκια και πλαγκτν ρχισαν να κολλνε πνω της κι τσι το κοριτσκι δεν ργησε να σκεπαστε απ μικροσκοπικ πυριτολιθικ κοχλια, χιτινδεις εξωσκελετος, στρακα, νες απ θαλσσια φυτ. Κι σο πιτερο χανταν μσα σε κενο το συνονθλευμα, τσο πιτερο λευτερωνταν απ τη σεληνιακ επδραση, μχρι που στο τλος ακργγιξε το χνοδι της θλασσας και βυθστηκε μσα της. Εμες κωπηλατοσαμε τοιμοι να τη μαζψουμε και να τη βοηθσουμε: το σμα της εχε μενει μαγνητισμνο και χρειστηκε να ιδρσουμε αρκετ για να τη γδσουμε τελεως απ' ,τι εχε κολλσει πνω της. Τρυφερ κορλια τανε τυλιγμνα γρω απ το κεφλι της, εν σε κθε χτενισι οι αντσογες κι οι μικρς γαρδες πφτανε βροχ απ τα μαλλι της. Τα μτια της εχανε σφραγιστε απ στρακα πεταλδας που 'χανε κολλσει πνω στα βλφαρα με τις βεντοζες τους. Πλοκμια σουπις εχανε τυλιχτε γρω απ τα χρια και το λαιμ της. Τλος, τα ρουχαλκια της μοιαζαν υφασμνα μνον απ φκια και σφουγγρια. Της βγλαμε τα περστερα. Κενη, μως, συνχισε ακμα για πολλς βδομδες να ξεκολλ απ πνω της πτεργια ψαριν και κοχλια. Το τραυματισμνο μως, απ μικροσκοπικ διτομα, δρμα της παρμεινε -για ποιον τη κοταζε προσεκτικ- κεντημνο με λεπτ σννεφο απ μικρ σημαδκια.

     Τσο διαφιλικομενο ταν, λοιπν, το μεσοδιστημα ανμεσα στη Γη και τη Σελνη απ τις δυο λξεις που εξισορροπονταν μεταξ τους. Θα σας πω, μλιστα, κτι ακμα: να σμα που κατβαινε απ το δορυφρο στη Γη, μενε για κποιο χρονικ διστημα επηρεασμνο απ τη σεληνιακ δναμη κι αρνιταν να υποταχτε στην λξη του κσμου μας. Ακμα κι εγ που 'μουνα ψηλς και χοντρς, κθε φορ που ανβαινα κει πνω, αργοσα μετ να ξαναπροσαρμοστ στα πνω-κτω της Γης, κι οι σντροφοι πρεπε να με αρπζουν απ τα χρια και να με κρατνε σφιχτ, κρεμασμνοι σα τσαμπι απ τη ταλαντευμενη βρκα, εν εγ, με το κεφλι κτω, συνχιζα να τεντνω τα πδια μου προς τον ουραν.

 -"Κρατσου! Κρατσου σφιχτ απ μας!" μου φναζανε κι εγ σ' αυτ μου τη προσπθεια κατληγα μερικς φορς να πινομαι απ το να βυζ της κυρας Βχντ, που τα 'χε στητ και στρογγυλ κι αυτ η επαφ τανε καλ και σγουρη, ασκοσε μια λξη δια και πιο δυνατ απ της Σελνης, ιδιατερα αν στη κατβασ μου, με το κεφλι κτω, κατρθωνα με το λλο χρι να σφξω και τους γοφος της κι τσι περνοσα και πλι σε τοτο τον κσμο κι πεφτα με πταγο μες στη βρκα κι ο καπετνιος Βχντ μου πετοσε να κουβ νερ για να με συνεφρει. 'Ετσι ξεκνησε ο ρωτς μου για τη γυνακα του καπετνιου και μαζ τα βσαν μου, Κι αυτ, γιατ δεν ργησα να συνειδητοποισω σε ποιον απευθνονταν τα γεμτα νημα βλμματα της κυρας: ταν τα χρια του ξαδλφου μου ακουμποσαν με σιγουρι στο δορυφρο, εγ τη παρατηροσα και στο βλμμα της διβαζα τις σκψεις που της γεννοσε κενη η οικειτητα ανμεσα στον κουφ και τη Σελνη κι ταν εκενος εξαφανιζταν για τις μυστηριδεις σεληνιακς του περιπλανσεις, την βλεπα ν' ανησυχε, να κθεται λες πνω σε κρβουνα κι λα ταν πλον ξεκθαρα, τι δηλαδ η κυρα Βχντ εχε αρχσει να ζηλεει τη Σελνη κι εγ να ζηλεω τον ξδελφ μου. Εχε μτια σα διαμντια, η κυρα Βχντ. καιγαν ταν κοταζε προκλητικ τη Σελνη κι ταν σα να της λεγε:
 -"Δε θα τον χεις"!
     Εν εγ νιωθα να μ' χουν αποκλεσει απ παντο. Αυτς που λιγτερο μοιαζε να καταλαβανει λα τοτα, ταν ο κουφς. 'Οταν τον βοηθοσαμε να κατβει τραβντας τον -πως δη σας εξγησα- απ τα πδια, η κυρα Βχντ χανε κθε αυτολεγχο κι κανε τα πντα για να του θυμσει τη παρουσα της και να τον αγκαλισει με τα αργυρχρωμα χρια της. Εγ νιωθα ττε μια σουβλι στη καρδι (τις φορς που κατρθωνα να πιαστ απ το κορμ της, αυτ ταν γλυκ κι ευγενικ αλλ χι τεταμνο προς τα μπρος, πως με το ξδελφ μου), εν κενος μενε αδιφορος, χαμνος ακμα στη σεληνιακ του κσταση. Κοταζα τον καπετνιο περεργος να δω αν πρσεχε κι εκενος τη συμπεριφορ της συζγου του. Καμι κφραση μως δε διαπερνοσε ποτ κενο το σκαμμνο απ την αλμρα πρσωπο, το χαρακωμνο απ μαρες σαν απ κατρμι ρυτδες. Επειδ ο κουφς τανε πντα ο τελευταος που φηνε τη Σελνη, η κατβασ του τανε, για τις βρκες, σημδι αναχρησης. Ττε, με μια ασυνθιστα αβρ κνηση, ο Βχντ παιρνε απ το βθος της βρκας την ρπα και την δινε στη σζυγ του. Κενη ταν αναγκασμνη να τη πρει και να εκμαιεσει κποιες ντες. Τποτα δε μποροσε να την απομακρνει απ' τον κουφ, σο ο χος της ρπας. Εγ, ττε, ρχιζα να τραγουδ κενο το μελαγχολικ τραγοδι, που λεει:

       "Κθε ψρι λαμπερ
        εναι στην επιφνεια
        εναι 
στην επιφνεια,
        κθε ψρι σκοτειν
        εναι στον πτο
        εναι στον πτο
..."

κι λοι, εκτς απ τον ξδελφο, τραγουδοσαν μαζ του.

     Κθε μνα, μλις ο δορυφρος απομακρυνταν, ο κουφς κλειντανε πλι στον εαυτ του στην απσταση που 'χε συνθως απ τα πρματα του κσμου. Μνον η προσμον της πανσελνου τον βγαζε απ το λθαργο. Κενη τη φορ εχα κανονσει τα πρματα τσι, στε να μην εναι η σειρ μου ν' ανβω πνω και, συνεπς, να μενω στη βρκα, κοντ στη γυνακα του καπετνιου. Μλις, μως, ο ξδελφς μου ανβηκε στη σκλα, η κυρα Βχντ επε:

 -"Σμερα θλω ν' ανβω κι εγ κει πνω"!

     Δεν εχε συμβε ποτ ν' ανβει η γυνακα του καπετνιου στη Σελνη. Ο Βχντ χι μνο δεν φερε καμι αντρρηση, αλλ σχεδν την σπρωξε ν' ανβει τη σκλα, φωνζοντας:
 -"Πγαινε λοιπν!" εν λοι βαλθκαμε να τη βοηθμε κι εγ την σπρωχνα απ πσω και την νιωθα στην αγκαλι μου στρογγυλ και τρυφερ και για να τη στηρζω πεζα πνω της τις παλμες και το πρσωπο κι ταν την νιωθα ν' απομακρνεται προς τη σεληνιακ σφαρα μ' πιασε κτι σα λαχτρα για τη χαμνη αυτ επαφ κι αποφσισα να ριχτ κι εγ πσω της λγοντας:
 -"Πηγανω πνω, να βοηθσω λιγκι"! Μ' ρπαξε κτι σα σφιχτρας.
 -"Συ θα μενεις εδ, γιατ χεις δουλει να κνεις" με διταξε χωρς να υψσει διλου τον τνο της φωνς του ο καπετνιος Βχντ.

     δη κενη τη στιγμ, οι προθσεις του καθενς τανε ξεκθαρες. Εγ μως, δεν καταλβαινα τποτα και σμερα ακμα δεν εμαι σγουρος τι χω ερμηνεψει σωστ τα πρματα. Σγουρα η γυνακα του καπετνιου τρεφε απ καιρ την επιθυμα ν' απομονωθε κει πνω με το ξδελφ μου ( τουλχιστο να μη τον αφσει ν' απομονωθε μνος του με τη Σελνη) αλλ το πιθαντερο, το σχδι της εχε πολ πιο φιλδοξο στχο και σγουρα εχε σχεδιαστε μαζ με τον κουφ: να κρυφτον μαζ κει πνω και να μενουνε στη Σελνη ναν ολκερο μνα. 'Ισως, ββαια, ο ξδελφς μου, κουφς πως ταν, να μην εχε καταλβει αυτ που κενη προσπαθοσε να του εξηγσει και να μην εχε καν συνειδητοποισει πως ταν αντικεμενο των πθων της κυρας. Κι ο καπετνιος; Προφανς δεν βλεπε την ρα να γλυτσει απ τη σζυγ του, γι' αυτ κι ταν εκενη αυτοεξορστηκε τελικ κει πνω, τον εδαμε να εγκαταλεπεται στις νομες ροπς του και να βουλιζει στο βτσιο, πρμα που μας κανε να καταλβουμε γιατ δεν εχε κνει τποτα για να τη κρατσει κοντ του. Να 'ξερε, μως, δη απ την αρχ πως η τροχι της Σελνης εχε αρχσει να ξεμακρανει; Κανες απ μας δε μποροσε να υποπτευθε κτι ττοιο. Ο κουφς σως, μνον ο κουφς: με το πρωτογεν τρπο που αναγνριζε τα πρματα, εχε προαισθανθε πως εκενη τη νχτα ταν αναγκασμνος να πει αντο στη Σελνη. Γι' αυτ και κρφτηκε στα μυστικ του μρη και δε ξαναφνηκε, παρ μνο για να επιστρψει στη βρκα. Η γυνακα του καπετνιου ταν αναγκασμνη να τον ακολουθε: την εδαμε να διασχζει τη βραχδη κταση πολλς φορς, σε μκος και πλτος και ξαφνικ να σταματ κοιτζοντας εμς που 'χαμε μενει στη βρκα, λες κι θελε να μας ρωτσει μπως τον εχαμε δει.

     Σγουρα υπρχε κτι το ασυνθιστο κενη τη νχτα. Η επιφνεια της θλασσας, αντ να 'ναι τεντωμνη πως πντα ταν εχαμε πανσληνο, τρα μοιαζε χαλαρ, μαλθακ, λες κι ο σεληνιακς μαγντης δεν ασκοσε πια τη δναμ του. Το φως, επσης, δε θμιζε το φως των λλων πανσελνων, λες και το σκτος αυτ τη φορ τανε πιο πηχτ. Ακμα κι οι σντροφοι κει πνω πρπει να συνειδητοποησαν τι κτι συνβαινε, γι' αυτ και σηκνανε συνεχς προς το μρος μας τα φοβισμνα μτια τους. Κι απ τα στματ τους, πως κι απ τα δικ μας, βγκε, την δια στιγμ, μια κραυγ:
 -"Η Σελνη απομακρνεται"!

     Δεν εχε ακμα σβσει καλ-καλ η κραυγ, ταν στη Σελνη εμφανστηκε ο ξδελφς μου, τρχοντας. Δε φαιντανε φοβισμνος οτε καν κπληκτος: ακομπησε τα χρια στο δαφος κι στερα κανε το συνηθισμνο του σλτο, αλλ τοτη τη φορ μεινε να αιωρεται στον αρα, πως εχε δη συμβε στη μικρ Ξλτχλξ. για μια στιγμ φνηκε να γυρζει ανμεσα στη Σελνη και τη Γη, μετ στρφηκε ανποδα κι στερα, με μια προσπθεια σαν του κολυμβητ που πρπει να νικσει κποιο ρεμα, πρε το δρμο, μ' ασυνθιστη βραδτητα, για τον πλαντη μας. Απ τη Σελνη, οι λλοι νατες βιστηκαν ν' ακολουθσουνε το παρδειγμ του. Κανες δε σκεφτταν να στελει στις βρκες το μαζεμνο σεληνιακ γλα, οτε ο καπετνιος τα 'βαλε με καννα γι' αυτ τη παρλειψη. Εχαν δη αργοπορσει πολ, δσκολα μποροσες τρα πια να καλψεις την απσταση. σο, μως, κι αν προσπθησαν να μιμηθον το πταγμα το κολμπι του ξαδλφου μου, μεναν να χειρονομον αιωρομενοι στη μση του ουρανο.
 -"Συσπειρωθετε! Κοθνια! Συσπειρωθετε!" ορλιαξε ο καπετνιος. Στη διαταγ του, οι νατες προσπθησαν να μαζευτον, να γνουν να σμα, να σπρξουν λοι μαζ μχρι να φτσουν τη περιοχ της γινης λξης: στερα, ξφνου, νας καταρρχτης απ κορμι πεσε μ' ορμ στη θλασσα. Οι βρκες, τρα τρχαν να τους μαζψουν.
 -"Περιμνετε! Λεπει η κυρα!" φναξα. Η σζυγος του καπετνιου εχε επιχειρσει με τη σειρ της το λμα, αλλ εχε μενει στον αρα, λγα μλις μτρα απ τη Σελνη και κουνοσε αργ τα μακρι ασημνια χρια της στο κεν. Σκαρφλωσα στη σκλα και στη μταιη προσπθει μου να της προσφρω στριγμα, πλωνα την ρπα προς το μρος της. "Δε τη φτνει! Πρπει να πμε να τη πισουμε!" κι κανα να ριχτ στο κεν σεοντας την ρπα. Πνω απ το κεφλι μου ο τερστιος σεληνιακς δσκος δεν ταν πια πως πριν, τσο πολ εχε μικρνει, τσο πολ συστελλταν, λες κι τανε το βλμμα μου αυτ που τον σπρωχνε μακρι κι ο αδειασμνος ουρανς πλταινε σε μια βυσσο που γμιζε σιγ-σιγ αστρια κι η νχτα ριχνε πνω μου μ' ορμ να ποτμι κενο, με πνιγε στον πανικ και στον λιγγο. "Φοβμαι!" σκφτηκα. "Φοβμαι να βουτξω! Εμαι νας δειλς!" κι εκενη τη στιγμ βοτηξα. Κολυμποσα στον ουραν με μανα απλνοντας την ρπα προς το μρος της, εν κενη, αντ να 'ρθει προς τη μερι μου, γριζε γρω απ τον εαυτ της δεχνοντς μου λλοτε το αδιφορο πρσωπ της κι λλοτε τα ντα της.

 -"Ας ενωθομε!" φναξα κι δη τη πλησαζα και την πιανα απ τη μση κολλντας τα μλη μου πνω στα δικ της. "Ας ενωθομε για να πσουμε μαζ!" και συγκντρωνα τις δυνμεις μου για να κολλσω πνω της και τις αισθσεις μου για ν' απολασουνε την ολοκλρωση αυτο του σφιχταγκαλισμτος. 'Ετσι, ργησα να συνειδητοποισω τι ναι μεν την βγαζα απ τη κατσταση ταλντωσης, αλλ παρλληλα την σπρωχνα να ξαναπσει στη Σελνη. 'Αργησα να το συνειδητοποισω μπως αυτ ταν, απ την αρχ η πρθεσ μου; Ακμα δεν εχα κατορθσει να συγκροτσω τη σκψη μου κι δη κραυγ βγαινε απ το λαιμ μου: "Θα 'μαι γω αυτς που θα μενει μαζ σου να μνα!" μλλον: "Πνω σου!" φναξα μες στη παραφορ μου: "Εγ, πνω σου, να μνα!" κι εκενη τη στιγμ η πτση στο σεληνιακ δαφος εχε λσει το σφιχταγκλιασμ μας, μας εχε ρξει μνα δω κι εκενη κει, ανμεσα σε κρα βρχια.

     Σκωσα τα μτια μου, πως κανα κθε φορ που γγιζα τη σεληνιακ κροστα, σγουρος τι θα ξανβρισκα πνω απ το κεφλι μου τη πατρα θλασσα σα μιαν απραντη οροφ και την εδα, ναι την εδα και τοτη τη φορ, αλλ πσο πιο ψηλ και πσο πιο περιορισμνη απ ακτς και σκοπλους κι ακρωτρια και πσο πιο μικρς φανονταν οι βρκες κι αγνριστα τα πρσωπα των συντρφων κι αδναμες οι φωνς τους! 'Ενας χος φτασε στ' αφτι μου, χι απ μακριν απσταση: η κυρα Βχντ εχε ξαναβρε την ρπα της και τη χιδευε βγζοντας μια πονεμνη σα κλμα συγχορδα. 'Αρχισε τσι νας μακρς μνας. Η Σελνη γριζε αργ γρω απ τη Γη. Στην αιωρομενη σφαρα βλπαμε χι πια την οικεα μας ακρογιαλι αλλ ωκεανος βαθες σαν αβσσους κι ερμους απ λευκπυρα ηφαιστειογεν πετρματα και βρχινα τεχη απ οροσειρς κομμνες με το λεπδι ορμητικν ποταμν και πλεις ελδεις και νεκροπλεις απ τφο κι αυτοκρατορες απ ργιλο και λσπη. Η απσταση βαφε το καθετ με το διο πντα χρμα: οι γνωρες προοπτικς καναν γνωρη τη κθε εικνα. Μπουλοκια απ ελφαντες και σμνη απ ακρδες δισχιζαν απ' κρη σ' κρη τις πεδιδες που 'τανε τσον μοια πλατις και πυκνς, στε να μη ξεχωρζουν η μια απ την λλη.

     Θα 'πρεπε να 'μουν ευτυχισμνος: πως στα νειρ μου, μουν μνος μαζ της, η οικειτητα με τη Σελνη -που τσες φορς ζλεψα στον ξδελφ μου- και με τη κυρα Βχντ τανε τρα πια αποκλειστικ μου προνμιο, τριντα σεληνιακς μρες και νχτες απλνονταν μπρος μας. Η σεληνιακ επιφνεια μας τρεφε με το γλα της, αυτ το γλα με την οικεα κι υπξινη γεση του, το βλμμα μας υψωντανε προς τον κσμο που μας εχε γεννσει, επιτλους τονε βλπαμε σ' λη τη πολμορφη κτασ του, εξερευνοσαμε κομμτια του που ποτ κανες γινος δεν εχε δει εν ταυτχρονα θαυμζαμε τ' στρα που λμπανε πρα απ τη Σελνη, μεγλα σα φροτα απ φως, που ωριμσανε στα κυρτ κλαδι του ουρανο κι λα ξεπερνοσαν ακμα και τις πιο λαμπρς μας προσδοκες κι μως κι μως, για μας ταν μια εξορα. Δε σκεφτμουνα παρ τη Γη. Μνον η Γη κανε τον καθνα μας να 'ναι ο εαυτς του κι χι κποιος λλος. Εκε πνω, ξεκομμνοι απ τη Γη, ταν σαν εγ να μην μουν πια εγ, οτε κενη για μνα η γνωστ κενη. Δεν βλεπα την ρα να γυρσω στη Γη κι τρεμα στην ιδα πως σως την εχα χσει για πντα. Η πλρωση του ερωτικο μου ονερου εχε διαρκσει μνο τη στιγμ της νωσς μας εν στροβιλιζμασταν ανμεσα στη Γη και τη Σελνη. Χωρς το γινο δαφς μου ο ρωτς μου δε γνριζε παρ τη βασανιστικ νοσταλγα των σων μας λειπαν. να που, να γρω, να μετ. Αυτ νιωθα εγ. Κενη μως; Κθε φορ που ρωτοσα τον εαυτ μου, νιωθα να με ζνουν οι διφορες φοβες μου. Γιατ, αν και κενη με τη σειρ της δε σκεφττανε παρ τη Γη, αυτ θα μποροσε να 'ναι καλ σημδι, αφο θα σμαινε πως επιτλους εχαμε κατακτσει αλληλοκατανηση. Μποροσε μως επσης να 'ναι απδειξη πως λα πια ταν μταια, γιατ οι πθοι της εχαν ακμα σα μοναδικ στχο τον κουφ. 'Ομως τποτα. Δε σκωνε ποτ το βλμμα της προς το μρος του παλιο πλαντη, περπατοσε χλωμ σε κενους τους ξερτοπους μουρμουρζοντας νανουρσματα και χαδεοντας την ρπα της, λες κι εχε προσαρμοστε απλυτα με τη προσωριν (πστευα εγ) σεληνιακ της κατσταση. Να 'ταν ραγε, νδειξη πως εχα κατατροπσει τον αντπαλ μου; χι. Αλμονο εχα χσει με μιαν απελπιστικ ττα. Γιατ κενη εχε πια καταλβει πως ο ξδελφς μου ταν ερωτευμνος με τη Σελνη, και το μνο που τρα πια θελε, ταν να γνει η δια η Σελνη, να εξομοιωθε με το αντικεμενο κενου του εξωγινου ρωτα.

     ταν πλι η Σελνη ολοκλρωσε το γρο του πλαντη, βρθηκα πλι πνω απ τους Τσγκινους Βρχους. Τρμαξα να τους γνωρσω: οτε στις πιο μαρες προβλψεις μου δε περμενα να τους δω τσο σμικρυμνους απ' τη μεγλη απσταση. Σε κενη τη θλασσα -που θμιζε νερλακκο- οι σντροφοι εχαν επιστρψει, τοτη τη φορ χωρς τις χρηστες πλον σκλες. Απ τις βρκες σηκθηκε κτι σα δσος απ μακρι δρατα. καστος κρδαινε απ 'να δρυ, ενισχυμνο στην αιχμ του μ' να γντζο γγιστρο, σως με την ελπδα ν' απομυζσουν ακμα λγη απ την τελευταα σεληνιακ μυζθρα κι σως-σως να μπορσουν να δσουν κποια βοθεια και σε μας τους δυστυχες. 'Εγινε αμσως φανερ τι δεν υπρχε μακρξυλο ικαν να φτσει τη Σελνη και τα δρατα ξανπεσαν -μικρ, γελοα και ταπεινωμνα- στο νερ. Σ' αυτ μλιστα τη κνηση, μια δυο βρκες χασαν την ισορροπα τους κι αναποδογρισανε. Κενη, μως ακριβς τη στιγμ, απ 'να λλο πλεομενο, ρχισε να ορθνεται να δρυ πιο μακρ, που το 'χανε σρει μχρις εκε κρατντας το στην επιφνεια του νερο: ταν απ μπαμπο, απ πολλ καλμια μπαμπο βαλμνα το 'να μες στ' λλο, και για να σηκωθε πρεπε να το μετακινον αργ -γιατ, τσι λεπτ που 'τανε, κινδνευε να σπσει απ τις δονσεις- και το μανουβρρουν με μεγλη δναμη και μαεστρα, στε το βρος του να μην ανατρψει τη βρκα. Και να: τανε φανερ πως η κρη κενου του κονταριο θ' γγιζε τη Σελνη. Πργματι, το 'δαμε να χαδεει κι στερα να πιζει τη βραχδη επιφνεια, να στηρζεται σ' αυτ για μια στιγμ και να της δνει μετ μια μικρ σπρωξι μλλον μια δυνατ σπρωξι που την κανε ν' απομακρυνθε λιγκι κι στερα να τη χτυπ πλι στο διο σημεο σα να θλει να την εκτινξει, να την απομακρνει και πλι. Ττε τον αναγνρισα καλτερα, ττε τον αναγνωρσαμε κι οι δο -εγ κι η κυρα- τον ξδελφ μου, ναι, δε μποροσε να 'ναι λλος παρ μνο κενος, που 'παιζε για τελευταα φορ με τη Σελνη να απ τα τυπικ παιχνδια του, με τη Σελνη στην κρη του κονταριο του, λες κι θελε να τη κρατσει σε ισορροπα. Ττε συνειδητοποισαμε επσης τι λη αυτ η καπατσοσνη του δεν εχε καννα στχο, δεν απβλεπε σε τποτα συγκεκριμνο μλλον το αντθετο, θα 'λεγε κανες πως προσπαθοσε απλ ν' απομακρνει τη Σελνη, πως τη βοηθοσε να φγει μακρι, πως θελε να τη συνοδψει στη μακριν της τροχι. ταν κι αυτ να τυπικ γνρισμ του, τυπικ γνρισμα ενς ανθρπου που δε μποροσε να διανοηθε επιθυμες που θα 'ρχονταν σε σγκρουση μ' αυτς της Σελνης, με τη μορα της κι αν τρα η Σελνη θελε ν' απομακρυνθε απ' αυτν, εκενος χαιρταν αυτ την απομκρυνση πως μχρι τρα χαιρτανε το πλησασμ της.

     Τ πρεπε να κνει μπρος σ' αυτ τη συμπεριφορ η κυρα Βχντ; Εκενη τη στιγμ θλησε να δεξει σ' λους τι ο ρωτς της για τον κουφ δεν ταν να περαστικ καπρτσιο αλλ μια αμετκλητη επιλογ, να τμα. Αν αυτ που ο ξδελφς μου τρα αγαποσε ταν μια μακριν Σελνη, κενη θα 'μενε μακρι, στη Σελνη. Το κατλαβα βλποντας τι δεν κανε οτ' να βμα προς το μπαμπο, απλ στρεφε την ρπα ψηλ στον ουραν, προς τη πλευρ της Γης, πιτσικροντας τις χορδς. Λω πως την εδα, αλλ στη πραγματικτητα ταν μνο με την κρη του ματιο μου που συνλαβα την εικνα της, γιατ μλις το κοντρι γγιξε τη σεληνιακ επιφνεια, εγ πδηξα και πιστηκα απ' αυτ και τρα γργορος σαν ερπετ σκαρφλωνα πνω στους κμπους του μπαμπο, ανβαινα με χρια και με γνατα, ελαφρς στο αραιωμνο διστημα, σπρωγμνος απ φυσικ δναμη που με διταζε να επιστρψω στη Γη, ξεχνντας το λγο που μ' εχε οδηγσει κει πνω σως χοντας πιτερο απ ποτ συνεδηση αυτο του λγου και της τυχης κατληξς του κι δη η ανβασ μου στο αιωρομενο καλμι εχε φτσει σε σημεο που δε χρειαζτανε πια να καταβλλω καμι προσπθεια αλλ ν' αφσω απλ τον εαυτ μου να γλυστρσει με το κεφλι κτω, στην λξη της Γης, μχρι που το καλμι σπασε σε χλια κομμτια κι εγ βρθηκα στη θλασσα ανμεσα στις βρκες.

     ταν η γλυκι επιστροφ, η πατρδα που 'χα ξαναβρε κι μως η σκψη μου μενε φορτισμνη με πνο για κενη που χθηκε και τα μτια μου καρφνονταν στη για πντα πιαστη Σελνη, ψχνοντς τη. Και την εδα. ταν εκε που την εχα αφσει, ξαπλωμνη σε μιαν ακρογιαλι ακριβς πνω απ τα κεφλια μας και δεν λεγε τποτα. Εχε το διο χρμα με τη Σελνη. Κρατοσε στο 'να χρι της την ρπα και γιμιζε τον κσμο με αργ κι αραι αρπσματα. Διακρινταν καθαρ το σχμα του στθους, των χεριν, των πλευρν της, τσι πως ακμα τη θυμμαι, τσι πως ακμα και τρα που η Σελνη γινε κενος ο μακρινς, εππεδος και μικρς κκλος, τη γυρεω πντα με το βλμμα μου, μλις φανε στον ουραν το πρτο κομμτι της κι σο πιτερο μεγαλνει τσο περισστερο φαντζομαι τι τη βλπω, κενη κτι απ κενη αλλ μνο κενη, σ' εκατ, σε χλιες διαφορετικς ψεις, κενη που κνει Σελνη τη Σελνη, και σε κθε πανσληνο σπρχνει τους σκλους κι εμνα να ουρλιζουμε μαζ λη τη νχτα.
---------------------------------------
Italo Calvino
"La Distanza Della Luna"

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers