Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Νεφέλη: 'Αλλα Παραμύθια

 

                               Η  Κατάρα Των Χαλίλ

     Τον καιρό των παραμυθιών ζούσε στη μακρινή Περσία ένας παπουτσής, ο Χαλίλ. Αυτός ο Χαλίλ είχε τη φήμη σπουδαίου μάστορα -λέγαν οτι  δεν είχε βρεθεί άνθρωπος να του ζητήσει παπούτσι, που να μη μπορεί να το φτιάξει. 'Ακουσε για τον Χαλίλ ο δερβίσης Νεμπού, ο μάγος του τάγματος των Μελδεβίδων και τον αναζήτησε.
 -"Χαλίλ", του είπε, "θέλω να μου φτιάξεις παπούτζια με φτερά να μπορώ να πετάω"'.
     Συλλογίστηκε ο Χαλίλ κι απάντησε:
 -"Θα προσπαθήσω"'.
     Πέρασανε χρόνια αλλά όσο και να προσπαθούσε ο Χαλίλ, παπούτσια με φτερά, να πετάν οι άνθρωποι, δεν κατάφερε να φτιάξει. Κι όταν πέθανε ο δερβίσης Νεμπού, τον έπιασε τρόμος. "Ένα πράγμα μου ζήτησε ο άγιος άνθρωπος κι εγώ ήμουν ανίκανος. Φοβάμαι μη με καταραστεί και μένα και τη γενιά μου".
     Λίγο πριν αισθανθεί να τον καλεί κι αυτόν ο θάνατος, ο Χαλίλ κάλεσε τον
πρωτότοκο γιο του, τον Σελίμ Ιμπν Χαλίλ και του είπε:
 -"Γιε μου, θα σου αφήσω το παπουτζάδικο και την ευκή μου και θα σου μάθω όλα τα μυστικά της τέχνης μου, αλλά θα μου ορκιστείς ότι δε θα λησμονήσεις το όνειρο του δερβίση. Θα φτιάξεις παπούτζια με φτερά να πετάν οι άνθρωποι".
     Ο Σελίμ Ιμπν Χαλίλ χωρίς να συλλογιστεί είπε:
 -"Θα προσπαθήσω".
     Πέρασαν τα χρόνια. Ο γιος του Χαλιλ, γέρος πια πήγε στον τάφο του δερβίση κι άρχισε τις κατάρες.
 -"Πανάθεμά σε τρελέ δερβίση. Μια ζωή τρέχω πίσω απ' τ' όνειρό σου και δεν κατάφερα τίποτα. Και  τώρα πρέπει ν' αφήσω το βάρος στο γιο μου και στους γιους των γιων μου να κυνηγάνε μια ζωή, αυτό που δεν πραγματοποιείται. Καταραμένος να 'σαι  άθλιε μάγε. Να μη λιώσουν οι σάρκες σου".
    Κι ύστερα ο Σελίμ κάλεσε τον πρωτότοκο γιο του, τον Αβδούλ Ιμπν Σελίμ Ιμπν Χαλίλ και του είπε.
 -"Βαριά σκιά κυνηγά εμάς τους Χαλίλ, γιε μου, να τρέχουμε πίσω από το όνειρο του δερβίση. Για να σου  δώσω το μαγαζί και να σου μάθω τα μυστικά της τέχνης μου, πρέπει να μου ορκιστείς  ότι θα φτιάξεις παπούτζια με φτερά, να πετάν οι άνθρωποι".
     Περάσανε γενιές και γενιές αλλά κανείς απ τους Χαλίλ δε μπόρεσε να πραγματοποιήσει τ' όνειρο του δερβίση. Κι όλοι πήγαιναν στον τάφο του και τον καταριόντουσαν. Κι έλεγαν πως ο μάγος Νεμπού έμενε ακόμα κάτω από τη γη μ' ανοιγμένα μάτια, σα να ονειρεύεται.
     Ήρθε όμως καιρός κι ανέλαβε το χρέος των Χαλίλ ο Ασίκ Ιμπν Αβδούλ Ιμπν
Σελίμ Ιμπν...Ιμπν Χαλίλ, που όταν γέρασε κι έγινε κι αυτός δερβίσης και μάγος των Αλεβίδων, πήγε κι αυτός στον τάφο του Νεμπού, έχυσε κρασί και στάρι κι είπε.
 -"Βλογημένος να 'σαι δερβίση μου. Μπορεί να μη τα καταφέραμε να φτιάξουμε παπούτζια με φτερά να πετάν οι άνθρωποι, αλλά δοθήκαμε στη τέχνη μας λες και πετούσαμε μεις οι ιδιοι και φτιάξαμε τα πιο ωραία σαντάλια για τις πριγκίπισσες στα χαρέμια και φτιάξαμε παπούτζια από δέρμα κάπρου για τους δουλευτές στα χωράφια και μάθαμε να καρφώνουμε την πρόκα, όχι για να κολλάει το πόδι στη γη αλλά για να τρέχει σα να καβάλαγε αλόγατα του πολέμου. Βλογημένος να 'σαι δερβίση μου και συ και το τρελό όνειρό σου, που μας κράτησε ζωντανούς".
     Κι έγινε τότε μεγάλο μυστήριο. Λένε πως ο δερβίσης Νεμπού, που από τις κατάρες δεν είχανε λιώσει οι σάρκες του, πρόβαλε από τον τάφο του και πέταξε σα να 'χε στα πόδια του παπούτζια με φτερά.
     Ετσι λύθηκε η κατάρα των Χαλίλ!

                                Το Ροδάκινο Της Ερήμου

Είμαι διεφθαρμένος ως το κόκαλο.
Λερώνω ό,τι αγγίζω.
Σε κάθε γειτονιά που επισκέπτομαι, χτίζεται πορνείο.
Αγαπώ τη βρωμερή όψη των ανθρώπων κι αυτοί μου τη προσφέρουν απλόχερα.
Κάτι τους δίνω κι εγώ γι' αντάλλαγμα.

Ανήκω σε γενιά κατακτητών.
Καμιά άλλη αυτοκρατορία δε φάνηκε ως τώρα, τόσο ριζικά αποτελεσματική.
Οι άνθρωποι μας μισούν, μας φοβούνται και μας λατρεύουν.
Με όπλο τα φουσκωμένα πορτοφόλια μας, κατακτούμε και λεηλατούμε χώρες, σώματα και ψυχές.
Οι πιο γιγάντιοι στρατοί του παρελθόντος, αποδειχτήκανε παιδαριώδεις, μπρος στη βρωμιάρικη δύναμή μας.
Έχω απόλυτη επίγνωση της διαφθοράς που προκαλώ ΚΑΙ ΤΟ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΟΜΑΙ!

Μόλις έπεφτε το σούρουπο, γέμιζα το πορτοφόλι με τσαλακωμένα παλιόχαρτα και το τοποθετούσα επιδεικτικά στη κωλότσεπη, για να φουσκώνει και να καμαρώνω σα κόκορας.
Ύστερα έβγαινα στους δρόμους της 'Ακαμπα.
Όπως όλοι οι κατακτητές, ξυπνάμε την επιθυμία όχι με κείνο που 'μαστε, αλλά με κείνο που εκπροσωπούμε.
Η μόνη διαφορά μας είναι, πως εμείς απλώς εκπροσωπούμε το Μηδέν.
Σαν το πορτοφόλι μου με τα τσαλακωμένα παλιόχαρτα.
ΧΑ!

-Ζακάρ, Ροδάκινο Της Ερήμου, πόσο παράξενο να σε συναντήσω, στις χέρσες εκτάσεις της 'Ακαμπα, Εγώ, ο Αγγελιαφόρος Του Μηδενός-!

Η 'Ακαμπα καβουρδίζεται όλη μέρα πάνω στο ταψί, από χαλίκια  κι άμμο, που την έριξε ο Θεός των Πιστών.

Ξυπνούσα, πριν ανέβει ο ήλιος, αν τύχαινε να κοιμηθώ το βράδυ, πράγμα σπάνιο.
Στο στόμα μου είχα πάντα τη γεύση της γλυκειάς, σκούρας καραμέλας.
Το σκούρο δέρμα των κοριτσιών της 'Ακαμπα, έχει γεύση γλυκειάς, σκούρας καραμέλας και μυρωδιά καψαλισμένου σανού.
Έτρωγα κρέας μ' ελιές σε μικρές πίτες και τραβούσα στο ξενοδοχείο.
Κοιμόμουν ώσπου να πέσει ο ήλιος, με μια υγρή πετσέτα στο κεφάλι.
Το σούρουπο, ξανά 'βγαινα στους δρόμους.
ΚΑΘΕ σούρουπο!

Τι μπορεί να κρύβει η έρημος, όταν πέφτει ο ήλιος!
Βαθύ γαλάζιο και μικρά, σκούρα μπλε στίγματα, διάσπαρτα, ένα-δυο φωτάκια κι ύστερα δειλές φλόγες, εδώ κι εκεί.
Το βαθύ γαλάζιο, απλώνεται ολοένα...
Ένα μακρόσυρτο τραγούδι, η μυρωδιά του καφέ, η έντονη γεύση της γλυκειάς, σκούρας καραμέλας.

-Ζακάρ-

Είμαι ερωτευμένος με την εικόνα της 'Ακαμπα, όταν πέφτει η νύχτα...
Έχω ανεβεί στους αμμόλοφους, έξω από τη πόλη.
Πασχίζω να κάνω δική μου αυτή την εικόνα.
Δική μου!
ΟΛΟΤΕΛΑ ΔΙΚΗ ΜΟΥ!
Να τη καταπιώ, όπως ο βόας καταπίνει, ένα παχουλό κουνέλι.
Λίγο με νοιάζει αν έπειτα εξαφανιστεί από προσώπου γης.
Αρκεί να μείνει για πάντα στα σπλάγχνα μου.

-Αυτός είναι ο τρόπος που αγαπώ τα πράγματα, Ζακάρ.
Πρέπει να τα καταπιώ, πρέπει να τα σκοτώσω.
Πρέπει να σκοτώσω ακόμα κι εσένα.
Εσένα που αγαπώ περισσότερο κι από το βαθύ γαλάζιο της νύχτας
...-

Η νύχτα που γνώρισα το μικρό Ροδάκινο Της Ερήμου, άρχισε σαν τις άλλες.
Διαπραγματευόμουν δυo μικρές Αιγύπτιες.
Ο Ατζέντης τους διαβεβαίωνε, πως μπορούσανε να γλύψουνε τις φτέρνες τους με τη γλώσσα.
Χρησιμοποιούσε τα χέρια και τη κοιλιά του σαν υπομόχλιο, για να 'ναι παραστατικός.
Μου χάλασε το κέφι.
Τον παράτησα στη μέση του δρόμου.
Συνέχισα να περπατάω στα στενά σοκάκια της 'Ακαμπα.
Κάποιοι με παρακολουθούσαν.
Δεν ήταν Ατζέντηδες.
Παράξενο!
Πόδια ελαφρά.
Μόλις ακούγονταν...
Η γεύση της γλυκειάς, σκούρας καραμέλας, πλημμύρισε το στόμα μου.
Σταμάτησα.
Έβγαλα το πορτοφόλι και το άφησα μπροστά στα πόδια μου.
Μια μικρή σιλουέτα, μετακινήθηκε.
Η Ζακάρ ξεπετάχτηκε από τις σκιές των τοίχων.
Στάθηκε απέναντί μου και με κοιτούσε, σα να 'μουν ένα τεράστιο τοτέμ, ψηλό, όσο τα Ζιγκουράτ της Oυρ.
Η Ζακάρ είναι κοριτσάκι, δε πρέπει να 'χει περάσει τα δώδεκα.
Με τα δεδομένα της Ερήμου, μόλις πατά το κατώφλι της γυναίκας.
Αν είχε γονείς, θα τη παζαρεύανε τώρα.
Μα η Ζακάρ δεν είχε κανέναν.
Αν τη ρωτήσεις, θα σου πει πως τη γέννησαν οι αμμόλοφοι, που εκτείνονται ανατολικά της 'Ακαμπα.
Πατέρας της ήταν ο ΣΙΜΟΥΝ.

Ήρθε κοντά μου, πατώντας στις μύτες των μικρών ποδιών της.
Πήρε το πορτοφόλι μου και το άνοιξε.
Τα τσαλακωμένα παλιόχαρτα σκορπίσανε στην άμμο.
Γέλασε.
-"Η αδερφή μου σε περιμένει, 'Ανθρωπε Του Βορρά"

Η αδερφή της, περίμενε σε μιά σκηνή, έξω από τη πόλη, στο χώρο που στήνανε τα πορνεία.
Είχε τη κίνηση ζαρκαδιού και τη θέρμη της σάρκας που δεν υποτάσσεται ποτέ.
Η Ζακάρ εξαφανίστηκε.
Ξάπλωσα ράθυμα στις προβιές που 'χε απλώσει κατάχαμα, η αδερφή της.
Μου πρόσφερε ένα μαυριδερό πιοτί.
Ύστερα, στάθηκε από πάνω μου κι άπλωσε αργά τα χέρια της, σιωπηλή σα τη νύχτα.
Αφέθηκα στα έμπειρα δάχτυλά της, γουργουρίζοντας, όπως ένας παχουλός γάτος.

Τί να 'ταν;
Αιγύπτια, Περσίδα, Βαβυλώνεια;
Να 'χε ιστορία ή ήταν πιο παλιά απ' όλα τούτα;
Πιο παλιά κι από την άμμο που σκέπασε την Εδέμ.
Πιο παλιά κι από τη λάσπη του Τίγρη, που ρίχνεται ασταμάτητα, σε μια γκρίζα θάλασσα...
ΗΤΑΝ ΠΛΑΣΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΜΜΟ!
Έπεφτε ψήλαθε, σαν αραιή βροχή.
Είχε σκεπάσει τις χουρμαδιές.
Είχε σκεπάσει τα πλίνθινα σπίτια κι ανέβαινε αργά-αργά, στο αδυσώπητο κύλισμα των αιώνων.
Έθαψε τους Κρεμαστούς Κήπους, τα Ζιγκουράτ, τα Ανάκτορα του Σαβά, τις Επιτύμβιες Στήλες.
Θα σκεπάσει τις Πυραμίδες.
Θα σκεπάσει εμένα και τη θολή υπόμνηση του ηδονισμού, που συνοδεύει την αυτοκρατορία μου!

-Θα 'μαι λοιπόν, στην αιώνια αγκαλιά σου, Γυναίκα Από 'Αμμο.
Ζέστανε το σώμα μου.
Κάλυψέ με αργά-αργά, κρατώντας σφαλιστά τα χείλη σου, στο χαμόγελο της Σφίγγας
-.
 -Βουτηχτήκαμε μαζί στη κοίτη του Ευφράτη, ελπίζοντας σε μιάν αναγέννηση, που δεν έρχεται ποτέ.
Τα νερά ήταν αντικατοπτρισμός.
Δεν υπάρχει νερό!
Μόνον η καφτή άμμος, που κυλά στις φλέβες σου, Χωμάτινη Θεά
...-

Αλλά όχι, δε θ' αφήσω να με σκεπάσει η άμμος.
ΕΓΩ είμαι ο δυνατός.
Κέρδισα το Βασίλειο Της Γης!
Τα μνημεία μου θα μείνουν για πάντα.
Μπορώ να σε κατακτήσω, Πλάσμα Της Ερήμου!
Μπορώ να ξεσφραγίσω τα χείλη σου, εξαλείφοντας μιά για πάντα, το αινιγματικό χαμόγελό σου.
Μπορώ να σε κάνω δική μου, με το δικό μου κτηνώδικο κι οργισμένο τρόπο.
Με τα ακονισμένα μου δόντια που υπόσχονται πόνο κι ευχαρίστηση.

-Δυο καρβουνιασμένα μάτια παρακολουθούν κάθε μου κίνηση.
 Δε μπορώ να υποφέρω το βλέμμα σου, Ζακάρ.
 Γύρνα πίσω στο Σιμούν και τους Αμμόλοφους, που σε γεννήσανε.
Το τρομερό σου χαμόγελο δε μ' αφήνει να 'μαι, αυτός που είμαι
-.

Ένιωσα λοιπόν κι εγώ την αποτυχία.
Το φόβο του αδύναμου.
Εγώ ο Κατακτητής!
Απέτυχα να κάνω δικιά μου, μια μελαψή πουτανίτσα.
Ανάμεσα στα σκέλια μου κρέμεται ένα σάπιο σκουλήκι.
Η γυναίκα με το σκούρο δέρμα, τη γεύση της γλυκειάς σκούρας καραμέλας, τη μυρωδιά του καψαλισμένου σανού, τη ψυχή της 'Αμμου και με το αινιγματικό -υπέροχο- χαμόγελο, με ταρακουνάει, λυσσασμένη από τον ανικανοποίητο πόθο.
Είμαι λοιπόν ο κυρίαρχος της γης, ξένος κι εχθρικός σε κάθε μορφή ζωής που
εμφανίστηκε πάνω στη ράχη της, αλλά είμαι κι ο κυρίαρχος στο Βασίλειο Των Τρελών, μια παρισινή αποκριάτικη νύχτα.
Τίποτα παραπάνω, από μια βδέλλα...
Ένα παράσιτο!
ΧΑ!

Εγκαταλείπω τις γυναίκες δακρυσμένες, με τα στήθια ακόμα ορθά, να δαγκώνουνε τα χείλια τους, στείρες κι ανικανοποίητες.

-ΤΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΟΥ ΠΑΙΖΕΙΣ ΜΙΚΡΟ ΡΟΔΑΚΙΝΟ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ;
 Η παράξενη φύση σου μ' αχρηστεύει.
 Πρέπει να γλυτώσω από το βλέμμα σου, που με ακολουθεί παντού.
 Πρέπει να βρω τη πίστη μου.
 Πρέπει να ξαναβρώ τον αντρισμό και τη πίστη μου σ' αυτόν.
..-

Τριγυρίζω τις νύχτες στη σκηνή της Χωμάτινης Γυναίκας, κρατώντας το χέρι της Ζακάρ, σα τον τυφλό Οιδίποδα.
Αναζητώ τον χαμένο μου αντρισμό, σε γιατροσόφια και μυστικές συνταγές.
Μα δε βρίσκω άσυλο σε κανένα Κολωνό.
Μόνο το τρομερό γέλιο της Ζακάρ, κάθε φορά που πέφτω αποκαμωμένος στο πλάϊ της αδερφής της.

Έπαψα πια να παίζω.
Δε γεμίζω το πορτοφόλι μου με τσαλακωμένα παλιόχαρτα, μα με καθαρό, κουδουνιστό χρυσάφι.
Το σκορπάω στα πόδια των ηλικιωμένων μαγισσών, με τα μακριά, στρεβλά δάχτυλα και τα μαυρισμένα, σκληρά, γαμψά νύχια.
Κατάντησα να εκλιπαρώ τις υποσχέσεις, όπως οι μικροί άνθρωποι αυτού του πλανήτη.
Έκανα Θεά μου την Ελπίδα.
Εγώ ο Αργυραμοιβός της Μοναξιάς και της Απελπισίας.

Αλλά τί σημασία έχουν όλα τούτα;
Μπορώ ν' αφήσω τον εαυτό μου, σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μένα...
Είναι όμορφο να υποφέρει κανείς.
Το ανακαλύπτω σιγά-σιγά...

Η Ζακάρ υποσχέθηκε να μου αποκαλύψει το μυστικό της μητέρας της.
Το μυστικό των Αμμόλοφων, που εκτείνονται ανατολικά της 'Ακαμπα.
Εκεί κρύβεται η αρχέγονη φύση του αντρισμού μου.
Με οδήγησε στη παραλία της 'Ακαμπα, ένα μεσημέρι που 'σκαζαν ως κι οι πέτρες.
Μπήκαμε σε μια κόκκινη ψαρόβαρκα κι αφήσαμε να μας παρασύρει το ρέμα.
Κάπου-κάπου, μου 'βρεχε το πρόσωπο με θαλασσινό νερό.
Μου 'δειξε με το δάχτυλο, τις ταράτσες των σπιτιών και ρώτησε τι έβλεπα σ' αυτές.
Τα μάτια μου είχαν θολώσει από την αρμύρα και τη κάψα.
Έχανα σιγά-σιγά τη δυνατότητα να ξεχωρίζω περιγράμματα.
Οι μορφές σπάζανε και μπερδεύονταν, στην ενιαία απόχρωση του κίτρινου.
Οι εικόνες κι οι λέξεις μου, κατάντησαν ασυνάρτητο μουρμουρητό.
Η Ζακάρ στάθηκε στο μέσο της βάρκας.
Έβγαλε όλα της τα ρούχα.
Γυμνή σα την Έρημο, μου 'γνεψε να την ακολουθήσω.

-"Θέλω να κοιτάς πέρα από μένα, 'Ανθρωπε Του Βορρά.
Το στήθος μου είναι κοριτσίστικο κι άγουρο.

'Αγγιξέ το.
Τα δάχτυλά σου είναι παγωμένα.
Τρίψε τα χέρια σου δυνατά.
Κόψε μια τρίχα από τα μαλλιά μου.
Τύλιξε τη στη παλάμη σου.
Είδες;
Μεταμορφώθηκε σε φτερωτό άλογο.
Ας ξεκινήσουμε.
Εκεί κάτω είναι η 'Ακαμπα, η πόλη με τα χίλια φώτα και το αδιαπέραστο σκοτάδι.
Μια κόκκινη βάρκα ταξιδεύει στη πόλη.

Κάποιος λάμπει.
Δεν είναι παράξενο;
Κάποιο από τα παραμύθια της πατρίδας σου, ανεβοκατεβάζει τα κουπιά.
Τα κουπιά σαρώνουν τις ταράτσες των σπιτιών.
Η πόλη γκρεμίζεται, καθώς η βάρκα γλυστράει αθόρυβα από πάνω της.
Τί σου θυμίζει ο κωπηλάτης;
Κρατά στα δόντια του κοφτερό δρεπάνι.
Κοίταξε, η 'Αμμος σκεπάζει τα ερείπια.
Στη καρδιά της Ερήμου, φυτρώνει ένα Ροδάκινο.
Η βάρκα κλυδωνίζεται στους Αμμόλοφους.
Ο Σιμούν τη καταπίνει.
Είσαι ερωτευμένος μαζί μου, 'Ανθρωπε Του Βορρά.
Είμαι πολύ μικρή ακόμα.
Θα σου δώσω ένα φιλάκι στο μέτωπο.
Πρέπει να το δεχτείς χωρίς να με καταβροχθίσεις.
Η καημενούλα η αδερφή μου, έχει ακόμα τα σημάδια από τα δόντια σου, στο μπράτσο της.
Είσαι όμορφος μ' αυτά τα γκρίζα μαλλιά.
Κι εγώ είμαι ερωτευμένη μαζί σου, αλλά μ' ένα τρόπο που δε μπορείς να καταλάβεις.
Ας κατέβουμε.
Η νύχτα έρχεται κι η αδερφή μου σε περιμένει
".

Μικρή Μάγισσα της Ερήμου, ξέρω πως κάτι έχεις να μου μάθεις, αλλά μου ξεγλυστράς κάθε φορά που αγγίζω τ' άγουρο στήθος σου.
Κάτι μέσα μου αντιστέκεται στον αρχαίο τρόπο που εσύ  ξέρεις ν' αγαπάς.
Καλή μου Ζακάρ, μόνο αν σε καταπιώ ολάκερη θα καταλάβω το μυστικό σου.
Οι Αμμόλοφοι πρέπει να βαφτούν πορφυροί, για να διαρραγούν και να ξανάρθει, στη θέση τους, η Εδέμ.
Μην αργείς λοιπόν.
Κάτω από το ξεκοιλιασμένο στρώμα μου, κρύβω το μαγικό μαχαίρι που δε πονά.
Θα νιώσεις μονάχα, ένα τρυφερό, δροσερό χάδι στο λαιμό και τίποτ' άλλο.
Στο υπόσχομαι Μικρό Ροδάκινο Της Ερήμου.
Μόνο ένα τρυφερό, δροσερό χάδι κι ύστερα θα ταξιδέψουμε μαζί, στη Χώρα της Γλυκειάς, Σκούρας Καραμέλας.
Η αδερφή σου θα νιώσει πάνω της, τη δύναμη μου και το ζωώδη αντρισμό, που συνοδεύει τους κατακτητές.
Έλα λοιπόν γλυκειά, μικρή μου Ζακάρ.
Τώρα πια ξέρω:
Η Μητέρα σου η 'Αμμος, θα σκεπάσει κάποτε κι εμένα, όπως σκέπασε τη Νινευί.
Αλλά ως τότε θα 'χω προλάβει να πάρω την εκδίκησή μου...


                             ------------------        --------------------

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers