Πεζά

Ποίηση-Μύθια

Ο Dali & Εγώ

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Σχόλια-Αρθρα

Λαογραφικά

Ενδιαφέροντες

Κλασσικά

Αρχαία Ελλ Γραμμ

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Παγκ. Θέατρο

Ινφ-Σχολ-Επικοιν.

Φανταστικό

Ερ. Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Λαογραφικά 

Λελέκος Μιχαήλ: Μια Δημοτική... Μαρτυρία

                                  Βιογραφικό

     Ο Μιχαήλ Λελέκος του Σπυρίδωνος και της Δέσπως, γεννήθηκε στις Κλεωνές Κορινθίας κι ασχολήθηκε με ζήλο στη συλλογή λαογραφικού υλικού και δημοτικών στίχων. Υπήρξεν εκπαιδευτικός και ποιητής, συγκέντρωσε τη δημοτική ποίηση και τον αναφέρει ο Nικόλαος Πολίτης στη λαογραφία του. Κυκλοφόρησε δύο συλλογές: Δημοτική Ανθολογία 1868 (κι ένα χρόνο μετά, το 1869, κυκλοφορεί τη 2η Δημοτική Ανθολογία με τίτλο: Τα Πριάπεια και το βιβλίο αυτό, συλλογή μικρή σ' έκταση, είναι η 1η τυπωμένη καταγραφή άσεμνων δημοτικών τραγουδιών που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα) και το Επιδόρπιον 1888 σε 4 τόμους.
     Έγραψε κι ο ίδιος σε δημοτική μορφή, όχι όμως τόσο σε προσωπικήν έμπνευση, όσο με διασκευαστικήν ικανότητα, πάνω σ' υπάρχοντα μοτίβα, αλλά και πολλά σατιρικά ποιήματα.


===============



Εισαγωγή του στη Δημοτική Ανθολογία: 

   Τοις φίλοις και φίλαις:
     Κατά το 1852 δημοσιεύσαντες υπό το αυτό όνομα Δημοτική Ανθολογία κελαδήματά τινα της πολυφθόγγου και μελωδικότατης αηδόνος του δήμου, υπεσχέθημεν ότι μετά το πέρας όλου το έργου θέλομεν βασανίσει και συγκρίνει τα εν τω κειμένω και προς τα άλλων εθνών. Αλλά καιροί δυσχερείς και τύχη εναντία και πνοαί πεπαχνωμέναι στενοχωρίας αμαυράς εμάραναν τον εθνικόν εκείνον σκοπόν δυστυχώς.
     Ήδη δε, ότε μικρά τις ευκολίας ακτίς υπέλαμψεν, εβλάστησε πάλι ολίγον και ιδού δημοσιεύει σήμερν όσα μελωδήματα και σημειώματα ευρίσκοντο έκτοτε παρ' αυτώ, εών τ' άλλα εις άλλους και κρείττους και επί τας πορφυράς της ευτυχίας πτέρυγας εποχουμένους. Ουδέν άλλο η ποίησις ή μέθη της καρδίας.

                                 Εν Αθήναις, τη ιβ' Τρυγητού 1868
Μιχαήλ Σ. Λελέκος

Σατιρικά ’σματα Σε Κάλλαντα

1
Ω δρόσος ερασμία
είδες αυτά τα ία,
τα άλαλα λωλά;
Το άλφα υμνολόγει
τ' ωμέγα δ' ωμολόγει
του λόγου τα καλά.

Η χάρις μαργαρίταις
ή μόσχοις κυανίταις
εθάρρει θαλερά
και η ελπίς εφίλει
το κλέος εις τα χείλη
και έχαιρον αβρά.

Αυτά δε είχον τ' όμμα
κατά το πέρα δώμα,
ταδ' ώτα και τον νουν
κατ' αύρας οινοκράνους
και καυσοκάρδας γαύρους
και κήπον κυανούν.

Και ούτω και τας θείας
πλεκτάνας της ευκλείας
και τ' άλλα τα καλά,
του έαρος τας κόρας,
τας χρυσοπτέρους ώρας,
απώλεσαν τ' απλά.

Ακουσον νεολαία,
συ η δρόσος η ωραία,
των μικρών αυτών γραμμών
και μη παίε πέρα πλέον,
το φαιδρόν και ροδαλέον
άρμα θερμών ορμών.

2
(κρεμάλαις κρέμουνται, δίχως αέρες σειόνται ο στίχος που σατιρίζει.)

Υπο βοάς ορμητικάς, υπό πνοάς οξείας.
ωμότητας δε απηνείς και μαύρας τυραννίας
Ωδάριον αδόμενον εξύμνει των βαρβάρων
τας κολπωτάς πλεκτάνας
τας φοβεράς αρτάνας,
εν αις εκρέμων του σταυρού, τους λάτρεις άρον-άρον

και είχον τούτο καύχημα και σέμνωμα μεγάλον.
Αυτόν τον νουν υποφωνεί κι ουδέναν άλλον
ο στίχος ο ιπτάμενος,
ο στίχος ο κρεμάμενος.
’δεται νυν κι εισέτι,
μετά τα τόσα έτη,
τ' ασμάτιον, αλλ' ύπο
το χρεμέτισα και κτύπω,
του υπερηφάνου ίππου
της θεάς του Μαραθώνος
και του κροτητού τεθρίππου
της θεάς του Ελικώνος.

Παρά τοις μηλοβόταις Κλεωναίοι και τοις Βλάχοις ιδίως επικρατεί
την ημέρα του Λαζάρου η συνήθεια αυτή.

Βουκολίς δροσερά και γλυκεία
κόπτει ρόδα και κρίνα και ία
πλέκει πλέγμα φαιδρόν και ωραίον,
παίδα πάγκαλον γαληναίον,
φέρει δεύρο κακείσαι το πλέγμα,
μελωδεί του Λαζάρου το φθέγμα,
παίρνει δώρα τριχός πολιάδος,
ωά πέρδικος, όψ' αλωάδος.

Είτα δε την ευχήν την γλυκείαν,
ζωήν άπειρον και μακαρίαν,
ευχομένη πετά και αφίνει,
πίσω χάριτος, έρωτος σμήνη,

3.
Έχει ο καιρός γυρίσματα κι ο χρόνος εβδομάδας.
Καλέσει πάλιν η Ελλάς, ως άλλοτε εκάλει,
λαούς ολίγους Έλληνας, αν ή ανεμοζάλη
του έθνους εκταθή,
γελάσουσι και τ' άπλετα πελάγη της ευκλείας
αυτής, αν ό το παν φρουρών και σπείρων ευλογίας,
αποφασίσει τι.



Εισαγωγή του στα Πριάπεια:

    Τα Δημοτικά Γαμοτράγουδα ήταν και παραμένουν μια πτυχή του λαϊκού μας πολιτισμού, ένα ζωντανό κομμάτι του λαού μας. Τα ανίερα ιερά ή αποκριάτικα ή σκωπτικά ή αθυρόστομα ή άσεμνα ή όπως επιτρέψει η σιδερόφρακτη αστική ηθική να τα αποκαλέσουμε, δεν είναι τίποτε άλλο από την ανατρεπτική τρέλλα μιας οργιαστικής γιορτής, που τελείται σχεδόν ιερουργικά, σε κάποιες κρίσιμες, οριακές στιγμές του χρόνου.

                        Βραχέα ’ττα

     Κατάρραχα του εν τω δήμω Κλεωναίων βουνού της Νιφίσης εισί τινα γούπατα τερπνά και ωραία, άπερ καρπούνται καλλιεργούντες οι γέροντες της εν τω αυτώ δήμω μονής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου ή Φανερωμένης, κατάνακρα δε και καθ’ έω της εξοχωτέρας κορυφής αυτού καλύβη και άλως, η αλωνίζονται κατ’ έτος οι εκεί σπειρόμενοι σπόροι.
     Μεταβάντες ώδε την α΄ του Θεριστού του αωξ εύρομεν παρά την άλω τυροκομούντας τους Κλεωναίους Ιωάννην Δ. Σκούπαν, Ιωάννην Δ. Καλαράν ή Νάνον, Παναγιώτην Αθ. Κίκαν, Δημήτριον Μίχου Λελέκον, Αναστάσιον Μαρίνον, Ιωάννην Ζουλουχάν, και άλλους, ους χαιρετήσαντες κατά το σύνηθες εκαθίσαμεν.
     Ούτοι δε οι καλόγνωμοι και πεντάκαλοι ποιμένες άσμενοι δεξάμενοι έσφαξαν ευθύς αμέσως εν αρνίον τετράπαχον, ώπτησαν πόρρω πυράς πριΐνης, έπεμψάν τινα λαγουδευτήρα ποδάρκην εις τας εν ταις αρκτώαις υπορείαις του όρους πολίχνας άνω και κάτω Κλένιαν, και πολλήν και μυροβόλον αμβροσίαν αμπελίνην ήγαγον.
     Είτα δε εις την σκιάν πυκνοφύλλου και καλής αναδενδράδος καθίσαντες ηψάμεθα του οπτού και του ποτού και πολλά και αξιόλογα φύλλα ορεινά ερρυθμούμεν όντες έτι νηφάλιοι. Μετ’ ολίγον όμως τινές βραχέντες ηγέρθησαν και ίππευσαν, ίπποις ως, τα εν τη άλω δικριάνια και καρπολόγια των εν αυτή δουλευόντων μεν, αλλ’ απουσιαζόντων την στιγμήν εκείνην εργατών του μοναστηρίου, και περιστρεφόμενοι έλεξαν όλα σχεδόν τα προκείμενα Πριάπεια.
     Μετά ταύτα, ότε το ρέον ρεύμα του νέκταρος εκάλαρρε πλέον και ουδόλως εφλοίσβει, το δε σθένος αυτού υπεσκέλιζε λακτίζον τους πάντας, ούτοι οι των ξυλίνων κνωδάλων κέντορες ωριμάσαντες έκλινον και υπό τα χαμόκλαδα λαρνούχου χθονός σφας αυτούς εκοίμησαν. Ημείς δε πάντα τα έπη της ευθυμίας επί τινα γλυκέα και ιλαρά χαράγματα λειμώνος αφέντες έβημεν ησύχως εις το κάτωθεν της άλωνος φρέαρ και περιεπατούμεν έως ου εξύπνησαν.
     Είτα επανελθόντες και λαβόντες είπομέν τινα έτι κι οι μεν έμεινον, οι δ’ εφύγομεν.

                   Μιχαήλ Σ. Λελέκος



Δίστιχά Του Στα Δημώδη Του Μελαχρινού

*
Όσο έχουν τ' άστρα μετρημούς
τόσο έχ' η αγάπη χορτασμούς 

*
Εμείς κι αν αποθάνουμε ως και τα κόκκαλά μας
χρυσά πουλιά θα γένουνε να κλαίνε τ' όνομά μας.

*
Ω λογισμέ, πώς έσφαλες και νου πώς εξελάσθης,
κατακαημένο μου κορμί, πώς εκαταδαμάσθης;

*
Ο έρως δέντρο γένηκε και μού 'κλεισε το δρόμο
και δε μ' αφήνει να διαβώ, να πά' και σ' άλλο κόσμο.

*
Μήλο μου, καλό μου μήλο
με τά σένανε θα μείνω.

*
Μαγιού φωτιά δεν μ' έκαψε, μηδέ τ' Αυγούστου λαύρα
ως μ' έκαψ' η αγάπη σου μέσα στα φυλλοκάρδια.

*
Αηδόνια και μπιρμπίλια μου, σήμερα μη λαλήτε,
η αγάπη μου μού χόλιασε κι όλα να πικραθήτε.



                   
Γάμος Βλαχοποιμένων

 (Μόλις ο γαμπρός μπεί στη σκηνή ή τη καλύβα τους, τα πεθερικά ρωτάνε:)

     ΠΕΘΕΡΟΣ:                 Τί χαλεύεις, τί γυρεύεις
                                       στο δικό μας το βορό;

     ΓΑΜΠΡΟΣ:                 Περδικούλαν έχασα
                                       κι ήρθα να τη βρω.
                                       Ούϊ, πήρ' αητός τη πέρδικα!...

              (Όταν η νύφη, έφιππη, φτάνει στη καλύβα του γαμπρού:)

    ΠΕΘΕΡΙΚΑ:                 Πέζα ρόϊδο, πέζα μήλο,
                                      πέζα δροσερό σταφύλι.

           ΝΥΦΗ:                 Καμαρώνω, δε πεζεύω,
                                      χάρισμα πολύ γυρεύω.

ΚΑΛΕΣΜΕΝΟΙ:                 Τάξε πεθερέ της νύφης!

     ΠΕΘΕΡΟΣ:                  Μια μηλιόρα, δυο μηλιόρες.

           ΝΥΦΗ:                 Καμαρώνω, δε πεζεύω,
                                      χάρισμα πολύ γυρεύω.

    ΠΕΘΕΡΟΣ:                  Πέντε γίδες με τρουκάνια,
                                      πέντε μάλλινα φουστάνια.

          ΝΥΦΗ:                  Καμαρώνω, δε πεζεύω,
                                      χάρισμα πολύ γυρεύω.

    ΠΕΘΕΡΟΣ:                 Τέσσερα παχιά κριάρια
                                      και τη κούλια τη φοράδα.
      ..........................................................................................................

                                     Τότ' η νύφη προσκυνάει
                                     κι απ' το φάρο ροβολάει.
                                     Κι ο γαμπρός πήρε τη νύφη
                                     και στα σχίνα 'ποκοιμήθη.

                                                ("Αττικόν Ημερολόγιον" 1887)

                                          Γλωσσάρι

Χαλεύω = ζητώ
Βορός = Αυλή
Ούϊ = επιφώνημα που διώχνει
Πέζα = ξεπέζεψε
Μηλιόρα = διχρονίτικη προβατίνα
Tρουκάνια = κουδούνια
Φάρο = φαρί, φοράδα.

______________________________________

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers