Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Ταμβάκη Ειρήνη: Η Γέννηση Του Θεού

 

                                Η Γέννηση Του Θεού

                                                                     (μια χριστουγεννιάτικη ιστορία)

     Η ώρα πλησιάζει πέντε κι έχει ήδη νυχτώσει. Σε λίγα λεπτά οι δείκτες του ρολογιού θα γίνουν ένας στη κάθετη θέση, σημάδι πως οι πόρτες για τον έξω κόσμο ξεκλειδώνουν.

     Κάθεται ακόμη στη καρέκλα πίσω από τη παλιά ραπτομηχανή κι ενώ έχει τελειώσει το στρίφωμα άλλης μιας κόκκινης μπλούζας, δεν τη βάζει στο σωρό με τις έτοιμες. Το πόδι του ακουμπά ελαφρά στο πεντάλ, προσεχτικά μη τυχόν και του δώσει αφορμή να κινηθεί κι αρχίσει το χορό σέρνοντας πίσω του τη ασημένια βελόνα. Τα δυο του χέρια κρατούν τις άκρες του πορφυρού υφάσματος, που μόλις μετέτρεψε σ' ένα εν δυνάμει κάλυμμα ανθρώπινης γύμνιας. Δεν έχει σηκώσει λεπτό τα μάτια από τούτο το ρούχο με το γιορτινό χρώμα. Περνά το βλέμμα του πάνω από την ετικέτα της πίσω πλευράς, που το βαθύ άνοιγμα μπρος αφήνει ακάλυπτη και συνεχίζει στις μικρές καμπύλες των ώμων κατρακυλώντας στη κατηφόρα των στενών μανικιών.
     Δεν είναι σίγουρος μα κάπου κει μπρος στη στολισμένη βιτρίνα με τις φανταχτερά ντυμένες κούκλες, στέκεται το κορίτσι γεμάτο προσμονή και θαυμάζει το κόκκινο γλυπτό που γέννησαν τα δικά του δάχτυλα. Αυτή τη μπλούζα έψαχνε. Ταιριάζει απόλυτα με τη βελούδινη φούστα της. Θα την αγοράσει. Μπαίνει μες στο γεμάτο κόσμο μαγαζί δίχως καθυστέρηση, τραβά μια διπλωμένη από το γυάλινο ράφι και χάνεται πίσω από τη κουρτίνα του δοκιμαστηρίου. Όταν εμφανίζεται ξανά, ο κορμός του σώματός της μοιάζει με δώρο μέσα σ' εκλεπτυσμένο περιτύλιγμα. Το δέρμα της είναι στιλπνό και παρότι διάφανο κρύβει τη μαύρη ετικέτα με τα χρυσά γράμματα, που πριν λίγο τόσο επιδεικτικά έδινε ταυτότητα στο ρούχο. Το χαμόγελο έχει ξεπεράσει το πρόσωπό της. Έχει ξεπεράσει την ίδια και σα φωτεινή αχτίδα πέφτει με φόρα στον πελώριο καθρέφτη, εκτοξεύεται πέρα, διαπερνώντας κρεμάστρες, κουρτίνες, τοίχους και πελάτες και καρφώνεται στ' αχόρταγα μάτια του.

 -"'Αντε παιδιά, πέντε η ώρα! Μαζεύτε τα και δρόμο". Η μια λέξη μετά την άλλη βαριές, πέφτουν από ψηλά κάνοντας τέτοιο εκκωφαντικό κρότο, που ενώ η καρδιά του χτυπά με μανία ξανά και ξανά πάνω στον τοίχο του στέρνου, δε κατορθώνει να την ακούσει. Ακούει μόνο τον εισπνεόμενο αέρα, να μεταμορφώνεται από τη ταλάντωση των σωθικών του σ' ένα μικρό ξερόβηχα.

 -"Τί έγινε; Εσύ πάλι κουβαλάς αρρώστιες; 'Αντε φύγε! Κι από μακριά μη μας κολλήσεις κι εμάς τις βρωμιές σου". Αυτή είναι η φωνή του υπεύθυνου βάρδιας, που την ακούει να τον διώχνει κάθε μέρα στο σχόλασμα και να τον αναθεματίζει κάθε φορά που ζητά να πάει τουαλέτα.

     Πετά τη μπλούζα πάνω στο σωρό με τις ραμμένες, ξεκολλά το πόδι του από το πεντάλ και σπρώχνει τη καρέκλα προς τα πίσω. Με το 'να χέρι ανεβάζει τη βελόνα και με τ' άλλο σηκώνει το ακουμπισμένο στο πάτωμα πανωφόρι του. Σηκώνεται όρθιος, φορά αργά το μπουφάν του, ισιώνει το γιακά, κουμπώνει το φερμουάρ και χώνοντας τα χέρια στις τσέπες περπατά προς τη σιδερένια ξώπορτα.

 -"Σαμπ-μπαχαΐρ". Αυτή είναι η φωνή του Σάουκατ. Είναι ο μόνος που τον καληνυχτίζει κάθε βράδυ. Σήμερα δεν του απαντά, κουνά μόνο με νόημα το κεφάλι, ανοίγει το βήμα και βουτά στο σκοτάδι που απλώνεται έξω από τη πόρτα.

     Ο μικρός δρόμος μπρος από το εργοστάσιο είναι σκοτεινός. Κι αδιέξοδος αν κάποιος τον ακολουθήσει στρίβοντας από τη κεντρική λεωφόρο, καθώς οδηγεί μόνο στην είσοδο του γερασμένου κτηρίου. Η αντίστροφη διαδρομή όμως, οδηγεί σ' ένα πολύβουο, κατάφωτο και γεμάτο κόσμο εμπορικό δρόμο της πόλης, που τούτες τις ημέρες είναι ντυμένος στα γιορτινά και μοιράζει υποσχέσεις σ' όσους τον περπατούν. Υποσχέσεις ομορφιάς, φινέτσας, χαράς. Υποσχέσεις ανθρώπινου αγγίγματος, υποσχέσεις αγάπης. Τα πρόσωπα των επισκεπτών ρουφάνε κάθε μαγική εικόνα, κάθε λάμψη. Τις δανείζονται από τις στραφταλίζουσες βιτρίνες, τις φορούν όπως-όπως και για λίγο μοιάζουνε πράγματι διαφορετικά.

     Στα μισά του μικρού παράδρομου δε διακρίνει ακόμη ξεκάθαρα τη διαφορετικότητα όσων κινούνται μέσα στα φώτα, έχει ακούσει όμως πολλά γι' αυτή. Το πρωί ο Σάουκατ του 'δωσε ένα σημείωμα από το δάσκαλο Τζάρεντ και τον συμβούλευσε να το διαβάσει με προσοχή. Μα τέτοιου είδους προσοχή απαγορεύεται να δείξει κατά τη διάρκεια της δουλειάς κι έτσι τώρα, τα χέρια του συνεχίζουν το μακροβούτι τους μες στις τσέπες, ψαχουλεύουν το βυθό, ώσπου το δεξί πλησιάζει και γραπώνει το διπλωμένο χαρτί. Το σφίγγει δυνατά προκαλώντας του τσαλακωμένο παράπονο. Ένα παράπονο που αντικρύζει μόνον όταν η απόστασή του από τ' αναρίθμητα λαμπιόνια είναι τέτοια, ώστε του επιτρέπει να το ανασύρει από τη κρυψώνα και να διαβάσει το περιεχόμενό του.

  «Οδηγός Επιβίωσης Μουσουλμάνων Κατά Τη Διάρκεια Των Χριστουγέννων».

     Ο δάσκαλος Τζάρεντ λεν όλοι πως είναι σοφός και πάντα ζητούνε τη συμβουλή του προτού προσευχηθούν. Έχει μελετήσει το λόγο του Προφήτη και θεωρεί καθήκον του να τους προστατεύει από τους πειρασμούς και την αδιαφορία. Τα κηρύγματά του διαρκούν ώρα και πάντοτε περιλαμβάνουν και μια ιστορία απ' τη πατρίδα. Κι είναι γι' αυτή την ιστορία, που πάει κι εκείνος στο υπόγειο τζαμί να τον ακούσει. Κάτι για να θυμηθεί, κάτι για να μη ξεχάσει. Τα λόγια του δασκάλου όμως τον στεναχωρούνε, κάποτε νιώθει να τον πνίγουν. Για ν' αποφύγει τη θηλιά της νουθεσίας, δεν πήγε στη τελευταία συγκέντρωση αλλά ο λαιμός του είναι ακόμη στην ίδια θέση κι έτσι η θηλειά ήρθε σ' αυτόν.

 -"Γνωρίζω πως σου 'ναι δύσκολο να ζεις σε μια χριστιανική χώρα, μακριά από οικογένεια και σπίτι, μακριά από τη γη που σε μεγάλωσε. Γνωρίζω πως η ζωή που εδώ βρήκες δε μοιάζει με όσα σου λέγανε γι' αυτή προτού ξεκινήσεις. Όμως ο Αλλάχ είναι πάντα δίπλα σου, έτοιμος να σου δείξει το δρόμο. Κι ο δρόμος δεν είναι μόνον ένας. Μπορείς να πολεμήσεις για όσα πιστεύεις, μπορείς ν' αλλάξεις τη πίστη σου, όμως μη πάψεις ποτέ να πιστεύεις. Αυτές τις μέρες αργίας χρησιμοποίησε τες για τη γαλήνη της ψυχής σου. Μελέτησε το άγιο Κοράνι, βοήθησε όσους στο ζητούν, βοήθησε όσους δεν στο ζητούν μα χρειάζονται τη βοήθεια σου. Με τη χάρη του Θεού".

     Στέκεται δυο βήματα πριν τον κατάφωτο, κεντρικό δρόμο και μέσα από το χέρι του το παράπονο του τσαλακωμένου χαρτιού γλυστρά αργά, κυματίζοντας, ώσπου το κρύο οδόστρωμα το σταματά. Εκεί, κάτω οι προτροπές του δασκάλου μοιάζουνε σα χούφτα στραμμένη προς τον ουρανό, να περιμένουνε κι οι ίδιες τη χάρη του Θεού. Εκείνος όρθιος, κοιτά από ψηλά το ικετευτικά προτεταμένο χέρι του Προφήτη και προσπαθεί να ψηλαφήσει τον πόλεμο εντός του. Να του χαρίσει τη γενναιοδωρία που ζητά ή να ανταποδώσει στους περαστικούς τα περιφρονητικά βλέμματα που καθημερινά δέχεται; Να σωπάσει ή να στρέψει τη γροθιά του εναντίον όσων τον βρίζουν μόνο και μόνο επειδή τυχαίνει να περνά από δίπλα τους; Να δώσει ελεημοσύνη ή να τη ζητήσει για τον εαυτό του; Μα δεν έχει σημασία, γιατί ό,τι κι αν τελικά επιλέξει κανένα κορίτσι, σαν εκείνο που φορά το δικό του μόχθο, δεν θα τον κοιτάξει ποτέ με θαυμασμό. Κανένα κορίτσι σαν εκείνο, δεν θα επιτρέψει στα μάτια της να σταθούν έστω και τυχαία πάνω του.

 -"Μαμά κοίτα! Ένας φτωχούλης κύριος! Δώσε μου ένα κέρμα να του ρίξω. Έτσι δεν είπε ο παππούλης στην εκκλησία ότι πρέπει να κάνουμε τώρα που 'ναι Χριστούγεννα";
     Η γυναίκα φορτωμένη με σακούλες και πακέτα δυσκολεύεται ν' ανοίξει τη τσάντα της. Για μια στιγμή δοκιμάζει ν' ακουμπήσει κάτω μερικά απ' όσα κουβαλά και καθώς τραβά, το πορτοφόλι ανοίγει κι όλα τα κέρματα σωριάζονται το 'να μετά τ' άλλο δίπλα στ' ακουμπισμένα δώρα. Ο μεταλλικός ήχος των κερμάτων στο παγωμένο τσιμέντο γίνεται κήρυκας ανακωχής και δίχως να το σκεφτεί, σκύβει να τη βοηθήσει, μαζεύοντας όσα μπορεί. Όταν γεμίζει τη χούφτα του, τη στρέφει προς εκείνη περιμένοντας ν' απλώσει τα χέρια της για να πάρει τ' ανακτημένα λάφυρα. Η γυναίκα τον κοιτά και μια έκφραση λύπης ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της.

 -"Δεν ήταν ανάγκη, θα σου 'δινα έτσι κι αλλιώς κάτι". Της ανταποδίδει το βλέμμα όμως το δικό του πρόσωπο είναι γεμάτο απορία. Τη κοιτά βαθιά, επίμονα, προσπαθεί να καταλάβει τι να 'ναι αυτό που της γεννά λύπηση για κείνον. "Δεν πειράζει, δεν πειράζει! Να!" και με μια βιαστική κίνηση του αφήνει δυο κέρματα ενώ ταυτόχρονα παίρνει ξανά στα χέρια σακούλες, τσάντες και δώρα, κάνει νόημα στο μικρό της να προχωρήσει κι απομακρύνεται γρήγορα.

     Ζει τόσα χρόνια σε τούτη τη πόλη, όμως δεν έχει κατορθώσει να συνηθίσει ούτε τον οίκτο ούτε την απέχθεια που του πετάνε κατάμουτρα οι άνθρωποι. Αν καταλάβαινε γιατί του φέρονται με τον τρόπο αυτό, ίσως και να το αποδεχόταν, μα όσο κι αν έχει σκεφτεί, όσο κι αν έχει διαβάσει, καμία λύση δεν του έδωσε μήτε ο Θεός μήτε ο δάσκαλος. Απλώς δεν το καταλαβαίνει. Γυρίζει και πάλι τα μάτια στο σημείωμα, που κείτεται κατάχαμα. Δεν ξέρει αν θέλει να το σηκώσει από κει και να άρει την ύβρι ή αν θέλει να φωνάξει στον Προφήτη πως τους αποκαλύπτει μόνο τ' ακατανόητα και κρατά την αλήθεια για τον εαυτό του. Τα δευτερόλεπτα περνάνε, τα λεπτά περνάνε κι εκείνος εκεί στην ίδια θέση με τα χέρια εκτεθειμένα στη διαπεραστική παγωνιά να τα σφίγγει, να μη τα νιώθει από τον πόνο, να μη μπορεί ν' αποφασίσει.

     Τα αυτοκίνητα περνάν όλη τούτη την ώρα δίπλα του αφήνοντας πίσω τους θολά χνώτα, που τον ζαλίζουνε. Το στομάχι του ανακατεύεται, τα μηνίγγια του απλώνονται και προσπαθούν να καλύψουν τα μάτια, τ' αφτιά μπουκώνουν από φλέβες που διαστέλλονται και προσπαθούν να φτάσουν η μια την άλλη. Ένα φορτηγό περνά με μεγάλη ταχύτητα κράζοντας, προκαλώντας αέρινες δίνες, παρασέρνοντας σκόνη, πεσμένα φύλλα, σκουπίδια και τα χάρτινα λόγια του Θεού. Στη θέα του φευγιού ενός σταλμένου λόγου, το ένστικτο νικά κάθε σκέψη και κάθε αμφιβολία. Το σώμα του ξεπαγώνει στη στιγμή και το χέρι του γραπώνει το κομμάτι χαρτί προτού πετάξει γι' αλλού. Το χώνει γρήγορα στη τσέπη, ρίχνει από πάνω τα δυο κέρματα κι ανοίγει το βήμα. Τώρα ο κατάφωτος δρόμος είναι όλος μπρος του.

     Δεξιά κι αριστερά βιτρίνες, κόσμος, στολισμένα δέντρα, στολισμένα κτήρια, ήχοι από χριστουγεννιάτικά τραγούδια. Ανάμεσά τους παλιάτσοι, ζογκλέρ, μουσικοί του δρόμου, μικροπωλητές. Ανάμεσα τους άνθρωποι χωρίς πόδια, παιδιά χωρίς παπούτσια, γυναίκες μαυροντυμένες, παπούδες γονατισμένοι από τα χρόνια, δεκάδες χέρια στραμμένα προς την ελεημοσύνη των εχόντων. Τα μάτια του τα χωράν όλα, τους χωράν όλους. Η ψυχή του όμως δε χωρά τίποτε. Στέκεται στη μέση ενός πλατώματος, βγάζει από τη τσέπη του τα λόγια του δασκάλου Τζάρεντ, βγάζει τα δυο κέρματα κι από τη τσέπη του παντελονιού του βγάζει το τελευταίο του χαρτονόμισμα. Διπλώνει τα χρήματα μες στο χαρτί, στρέφεται σ' ένα από τ' απλωμένα προς τους περαστικούς χέρια, σφίγγει το αυτοσχέδιο πουγγί για τελευταία φορά και το αφήνει στην ανοιχτή παλάμη.

 -"Σ' ευχαριστώ παιδί μου". Αυτή είναι η φωνή της φιγούρας που κουλουριασμένη σε μια γωνιά κρατά τώρα το δώρο του. "Ο Θεός να σ' έχει καλά. Πώς σε λένε";

 -"Φαϊζάλ".
     Αυτό είναι τ' όνομά του...

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers