Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Φανταστικό 

Νότας Δημήτρης: Σχεδόν Κάποιος 'Αλλος

 

     Βγήκα από το σπίτι πρώτη φορά στα σαράντα μου. Διέσχισα τον κήπο, πέρασα ανάμεσα από τις λεμονιές, άνοιξα τη σιδερένια ξώπορτα και βρέθηκα στο δρόμο μπρος στη θάλασσα που πέθαινε, αλλά αδιαφόρησα.
     Η ασθένεια που έχω λέγεται Αδιαφορία κι ουσιαστικά συνίσταται στ' ότι δε με νοιάζει για οτιδήποτε συμβαίνει στ' αριστερά μου, δε μου καίγεται καρφί κι οφείλεται σε βλάβη στο δεξιό ημισφαίριο του εγκεφάλου μου, που προήλθε από αδιευκρίνιστο ατύχημα στην ηλικία των τεσσάρων. Η αλήθεια είναι ότι δε καταλαβαίνω κιόλας τι γίνεται στ' αριστερά μου κι όταν το συνειδητοποίησε η μαμά, περίπου στην εφηβεία μου, άρχισε να ουρλιάζει. Τις έριξα δυο χαστούκια στον δεξί της κρόταφο τελείως ασυναίσθητα, αντανακλαστικά, που μετατρέψανε το ουρλιαχτό σ' ορυμαγδό. Οι σχέσεις μας δεν βελτιώθηκαν από τότε κι ο άλλος με συμβούλεψε να τη φιμώσω. Το 'κανα ή μάλλον το παράκανα, χρόνια μετά, χθες πιο συγκεκριμένα, κι έχω την εντύπωση πως η μαμά πέθανε από ασφυξία. Ήταν μεγάλη ούτως ή άλλως κι η καρδιά της βρωμοκοπούσε σήψη κι υστερία.
     Έτσι απελευθερώθηκα, πήρα την απόφαση να βγω έξω από το σπίτι, να κάνω μια βόλτα στη πόλη με τα πολλά φώτα. Η πρώτη μου βόλτα έξω από την αυλή του σπιτιού. Η πρώτη μου βόλτα σε δρόμο με φανάρια και περαστικούς κι αυτοκίνητα και χωρίς τον άλλο που συνέχεια μπερδευότανε στα πόδια μου. Ανακεφαλαιώνω: δεν έχω ιδέα τι συμβαίνει αριστερά μου, μόλις σκότωσα τη μαμά και περπατώ στο δρόμο μόνος, χωρίς τον άλλο.
     Το πρώτο πράμα που θέλω να κάνω είναι φιλίες, αλλά η μαμά πάντα μου 'λεγε να μη δείχνω εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, "Πάντα θέλουνε κάτι από σένα!" μουρμούριζε πριν αρχίσει να μεθοκοπά. Η πόλη με τη πρώτη ματιά από τη δεξιά μου πλευρά μ' άρεσε: είχε θάλασσα, είχε βάρκες, ένα τεράστιο φάρο, μερικά φαγάδικα, ψηλά κτίρια, κάποιες εκκλησίες, μικρές και μεγάλες πλατείες, πολυκαταστήματα και πολλούς ανθρώπους που μπορούσαν να γίνουνε φίλοι μου. Από την αριστερή μου πλευρά δε καταλάβαινα Χριστό, δεν έβλεπα καμιά πόλη και κανένα πιθανό φίλο.
     Ο μόνος φίλος μου ως τώρα ήταν ο άλλος αν και μάλλον είχαμε παραγνωριστεί. Μοιραζόμασταν τα πάντα, ακόμα και στη τουαλέτα μαζί, καμία ντροπή,κανένας φόβος. Ακόμα και τη πρώτη φορά που η μαμά αποφάσισε να φέρει κείνη τη κοπέλα σπίτι, κείνη την όμορφη κοπέλα που μίλαγε μιαν άλλη γλώσσα, κείνη την όμορφη κοπέλα που με πήρε στην αγκαλιά της, -θα 'μουνα περίπου είκοσι χρονών- ακόμα και κείνη τη στιγμή, ο άλλος ήταν μαζί μου! Μη φανταστείς καμιά παρτούζα αλλά ήταν εκεί και με κοίταζε. Καλά ήτανε,το 'χα ανάγκη και το κορμί μου χαζογέλαγε. Αυτές οι επισκέψεις συνεχιστήκανε για καιρό, δεν έχω κανένα παράπονο. Όποια ανάγκη είχα, η μαμά την ικανοποιούσε. Όταν νόμιζα πως δεν είχα καμιάν, η μαμά μου δημιουργούσε. Το μόνο που μ' ενοχλούσε ήταν ότι δε μ' άφηνε να βγω έξω από την αυλή του σπιτιού, ο φράχτης ήτανε το τελευταίο σύνορο.
     Πριν αρχίσει να
πίνει τις κολώνιες της, ήτανε περήφανη γυναίκα και καλή μάνα υποθέτω. Ο μπαμπάς;  Δεν τον είχα γνωρίσει, νομίζω πως ήτανε στον πόλεμο και πως του άρεσε τόσο, που 'μεινε εκεί. Υποθέτω πως ο πόλεμος ήταν ωραίο μέρος γι' άντρες σαν τον μπαμπά αλλά όποτε ζήταγα επιβεβαίωση για αυτή την εικασία μου, η μαμά έφτυνε ένα "Σκάσε!". Έσκαγα βέβαια, τί άλλο να κάνω, και μίλαγα στον ευατό μου κι έτσι εμφανίστηκε ο άλλος, ο άλλος εαυτός μου, που 'τανε πιο ψηλός, πιο έξυπνος, γεροδεμένος σίγουρα και με μια γλώσσα να!
     'Αρχισα το κάπνισμα στα δεκαπέντε, να πίνω κολώνιες στα είκοσι, να σκάβω τον κήπο στα εισοσιπέντε, να θέλω να φύγω στα τριάντα. Τα κατάφερα δέκα χρόνια μετά και να 'μαι τώρα ξαπλωμένος στο γρασίδι απέναντι από ένα κτίριο που το λένε Μουσείο. Περιμένω να πάει η ώρα εννιά για να μπω μέσα, να δω ότι πρέπει να δω, δηλαδή ότι υπάρχει στα δεξιά μου.
     Η Αδιαφορία με έχει κάνει να περπατάω μονόπαντα κι οι
πιθανοί φίλοι μου με κοιτάνε περίεργα αλλά δε με πειράζει γιατί φορώ ένα ωραίο λευκό σταυρωτό σακάκι με χρυσά κουμπιά και μια γραβάτα και κάτι μαύρα παπούτσια που προφανώς δεν ταιριάζουν, αλλά έχουνε τακούνι και μ' αρέσουνε, γιατί ξέχασα να πω πως είμαι λίγο κοντός. Στο σπίτι για να φτάνω τα πράματα, που για ένα περίεργο λόγο ήτανε τοποθετημένα πάντα ψηλά, χρησιμοποιούσα πάντα μια σκάλα, δώρο της μάνας μου, που 'σπαγε κάθε τρεις και λίγο. Ο άλλος με κορόιδευε γι' αυτή τη φυσική μειονεξία μου κι όποτε έβρισκε ευκαιρία κορδωνόταν μπροστά μου και πήδαγε κι έπιανε τα πάντα. Έπιανε πουλιά στον αέρα που θα 'λεγε κι η μαμά.
     Στο Μουσείο είναι όμορφα αν εξαιρέσεις τον αέρα που 'ναι κάπως πηχτός και γκρίζος κι αρκετή σκόνη ξεκουράζεται πάνω στα εκθέματα, που μοιάζουν εντυπωσιακά αλλά δεν είμαι σίγουρος αν είναι. Γλύφω τη κοιλιά ενός αγάλματος για να δω αν μου αρέσει, ώσπου ένας άνθρωπος με στολή με τραβά βίαια και θέλει να με πετάξει έξω. Η γλώσσα μου είναι μουδιασμένη και δε μπορώ ν' αρθρώσω λέξη και μάλλον είμαι έτοιμος να βάλω τα κλάματα, -κλαψιάρη μ' έλεγε συνέχεια η μαμά- ώσπου μια κυρία του λέει να με αφήσει. Ναι, είναι μια καλή κυρία κάπως κυανή με τεράστια μαύρα γυαλιά ηλίου και τώρα μου πιάνει το χέρι. Με τραβά μαλακά, με βγάζει έξω στον ήλιο και με φιλά στο στόμα γεμίζοντάς με γαλάζιο κραγιόν, την ώρα που δυο πουλιά άγνωστα  σε μένα φτεροκοπάν επικίνδυνα πάνω από τα κεφάλια μας. Αρχίζουμε να περπατάμε μαζί χωρίς να 'χουμε αλλάξει μια λέξη, μόνο τα σάλια μας, ώσπου φτάνουμε στη προκυμαία. Θέλω πασατέμπο αλλά μάλλον θα δώσω άσχημη εντύπωση στη κυρία, πάω να φάω τα νύχια μου αλλά το μετανιώνω, δεν έχω τελικά πολλές επιλογές, της λέω να πάμε να γαμηθούμε, είναι το μόνο που θέλω. Γελά και δε ξέρω αν με κοροιδεύει, το διασκεδάζει ή της φαίνομαι αστείος και μένω σιωπηλός σα βόδι.
     Οι φανοστάτες μόλις έχουν ανάψει
και κάποιες βάρκες λικνίζονται και για πρώτη φορά μου λείπει ο άλλος, αυτός θα 'ξερε να χειριστεί τη κατάσταση. Συνεχίζει να με κρατά από το χέρι, πράμα καλό φαντάζομαι, μπαίνουμε σ' ένα ξενοδοχείο με υπέροχα μπαλκόνια, κάποιος, αυτός που δίνει τα κλειδιά. μου ζητά ταυτότητα, φυσικά δεν έχω (ούτε ξέρω αν είχα ποτέ), αλλά κανένα πρόβλημα, η κυρία έχει. Είναι υπέροχο, δεν έχουμε πει ακόμα κουβέντα, δεν έχει βγάλει τα γυαλιά της αλλά σιγά-σιγά, αρχίζει να γδύνεται φανερώνοντάς μου ένα κάμπο, λάθος, μια θάλασσα, λάθος, δυο βουνά και μια κοιλάδα, λάθος, ένα λιμάνι με δυο εισόδους, λάθος, τελικά είναι πολλά ανεξερεύνητα μικρά νησιά μαζί. Με πλησιάζει από τ' αριστερά, δε βλέπω τίποτε φυσικά, για ν' ακριβολογήσω, αδιαφορώ να δω οτιδήποτε από αριστερά, βγάζει τα γυαλιά της αλλά για μένα δεν έχει καμιά διαφορά, προσπαθώ να τη γυρίσω, προσπαθώ να τη δω, αντιστέκεται, πέφτουμε στο κρεβάτι, εγώ σχεδόν λιπόθυμος από τη προσπάθεια. Ξυπνώ κάθιδρος ή δεν είναι μόνον ιδρώτας; Ξυπνώ μόνος σ' ένα βρεμμένο διπλό κρεβάτι. Καμιά κυανή κυρία δίπλα μου, αντίθετα, τα σεντόνια και τα μάτια μου είναι κόκκινα και στο κεφάλι μου έχει σφηνωθεί ένας εφιάλτης. Δεν έχω ιδέα τι ώρα είναι, υποψιάζομαι πως είναι βράδυ, ανοίγω τα πατζούρια και βγαίνω στο μπαλκόνι κοιτάζοντας τ' αστέρια. Κάτι μου λείπει, αυτό είναι σίγουρο αλλά δε τολμώ ούτε καν να κοιτάξω.
     Ο εφιάλτης μου συνοψίζεται στα εξής: είμαι σ' ένα δωμάτιο που γίνεται πάρτυ. Δεν έχω ξαναπάει σε πάρτυ κι είμαι έξω από τα νερά μου, αλλά πίνω σαμπάνια αντί για κολώνια και το κεφάλι μου κουδουνίζει ευχάριστα. Υπάρχουν άντρες και γυναίκες όλων των ηλικιών που περιφέρονται και φιλιούνται μεταξύ τους. Δε φιλιούνται στο μάγουλο, αλλά στο στόμα χώνοντας τις γλώσσες τους βαθιά ανταλλάσοντας σάλια κι άλλα υγρά κι αποφασίζω να μπω κι εγώ στο χορό. Φιλώ γυναίκες, φιλώ άντρες, φιλώ όποιο βρίσκω μπρος μου, είναι ωραία και ζαλίζομαι ώσπου, κάποια που μοιάζει με τη μαμά, δαγκώνει δυνατά τη γλώσσα μου. Τη δαγκώνει τόσο δυνατά που τη κόβει και χαμογελώντας τη φτύνει στα πόδια μου κι απομακρύνεται με το στόμα γεμάτο αίματα. Σκύβω να τη μαζέψω αλλά κάποιος τη κλωτσά μακριά. Είμαι πεσμένος στα τέσσερα, μπουσουλώ ανάμεσα σε πόδια ψάχνοντας να βρώ τη γλώσσα μου, χωρίς αυτήν είμαι χαμένος. Τη βρίσκω σε μια γωνιά τσαλαπατημένη.
    
Πάω στον καθρέφτη του δωματίου αλλά δεν ανοίγω το στόμα μου, είμαι σίγουρος ότι έχω χάσει τη μιλιά μου, είμαι σίγουρος πως δεν έχω γλώσσα, είμαι σίγουρος ότι ο εφιάλτης μου βγήκε αληθινός. Φορώ το λευκό σακάκι, κατεβαίνω τη σκάλα, βγαίνω έξω από το ξενοδοχείο τρέχοντας, θέλω να ξαναγυρίσω σπίτι μου, θέλω να πάω στον κήπο, να ξανανοίξω το λάκο που 'σκαβα τόσα χρόνια, το λάκο που 'χωσα τη μαμά, θέλω να βεβαιωθώ πως είναι κει!
     Σκάβω με τα χέρια, τα νύχια μου γεμίζουνε χώμα, τα χέρια μου ματώνουν, ευτυχώς που 'χει φεγγάρι και βλέπω, ο λάκος φυσικά είναι άδειος, σκύβω τόσο που καταλήγω μέσα του με το κεφάλι μου μέσα στις λάσπες.
     Το σπίτι είναι ανοιχτό, πάντα ήταν ανοιχτό, ποτέ δε κλειδώναμε παρά μόνο τη σιδερένια πόρτα στην αυλή του σπιτιού, μπαίνω μέσα τρεκλίζοντας και πίνω ένα ποτήρι γλυφό νερό. Από το κεφάλι μου τρέχουν αίματα αλλά αδιαφορώ. Ή έχω την εντύπωση πως αδιαφορώ γιατί στ' αριστερά μου βλέπω μια σκιά, δε το πιστεύω, δε κουνώ το κεφάλι μου για να μην αλλάξω τη γωνία, ναι, στα αριστερά μου βλέπω όχι μόνο μια σκιά αλλά ό,τι υπάρχει εκεί.
     Το επόμενο πρωί δεν αδιαφορώ πλέον για τίποτε, βλέπω τα πάντα, αντιλαμβάνομαι τι συμβαίνει δεξιά και τι αριστερά μου, το μόνο που 'χω να κάνω πλέον είναι να περιμένω να μεγαλώσει η γλώσσα μου και θα 'μαι σχεδόν κάποιος άλλος.
     Η μαμά ετοιμάζει πρωινό, ο άλλος κοιμάται, ο ήλιος καίει κι η ζωή με περιμένει.
     Μου αρέσει ο σημερινός μου εαυτός.
                                                                          3 Δεκέμβρη 2007

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers