Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Καρακάσης Νίκος: Φαντασία & Όνειρο Ένα

 

                                   Βιογραφικό

     Ο Νίκος Καρακάσης γ
εννήθηκε το 1969, μες στην αγάπη και τη φροντίδα της μητέρας του και μέντορά του σε κάθε βήμα της ζωής του. Πλούσια κληρονομιά, ο παππούς του ο Σταύρος Καρακάσης γνωστός μουσικολόγος-βιολονίστας και λογοτέχνης κι ο θείος του Κώστας Καρακάσης σπουδαίος συγγραφέας του σήμερα.

     Ασχολήθηκε σαν ελεύθερος επαγγελματίας από μικρή ηλικία και σ' όλα τα χρόνια η πεζογραφία έπαιζε δεύτερο αλλά αγαπητό ρόλο στη ζωή του.

     Αυτή τη στιγμή εργάζεται σε δική του εταιρεία πληροφορικής και ξενυχτά γράφοντας και περί-γράφοντας σκέψεις κι απόψεις από μια δεύτερη ζωή όπου το μυαλό του νοερά κατοικεί κι αφεντεύει.

     Έχει δυο παιδιά και μιαν υπέροχη γυναίκα που του γεμίζουνε τη ζωή και τα όνειρα...

  Σημ: Δική μου:  Είναι επίσης απόγονος του Λαίλιου Καρακάση, που φιλοξενείται στο Στέκι μου και στους Συνδέσμους μου, θα βρείτε και το μπλογκ που 'χει στήσει με μεράκι.   Π.Χ.

-------------------------------------------------------------------------------------

                                       Δεύτερη Ευκαιρία

     "Σ' αγαπώ γιατί στα μάτια σου βλέπω το πρόσωπο μου"! Όσκαρ Γουάιλντ

κεφ. 1

     Ξεφύλλισε την εφημερίδα με μένος. Τα μάτια του άλλοτε ψυχρού επιχειρηματία, τώρα ήταν κόκκινα από τον θυμό. Αν και γενικά ψύχραιμος άνθρωπος, αυτή τη φορά είχε φτάσει στα όρια. Έχοντας ζήσει μια ζωή με στερήσεις, δεν μπορούσε να δεχθεί την ανάγκη ελευθερίας της Κρίστυ. Μπορεί να ήταν κόρη του αλλά το κάθε πράγμα έχει και τα όρια του. Κι αυτά είχαν ξεπεραστεί.

     Στο σπίτι επικρατούσε σιγή που θύμιζε σιωπητήριο θαλάμου. Μόνο η τηλεόραση στο βάθος ακουγόταν σιγανά. Ούτε που είχε προσέξει ότι άρχισε το παιχνίδι. Τώρα δεν ήθελε να δει ποδόσφαιρο.

     Γύρισε στο πίσω μέρος της εφημερίδας. Δεν διάβαζε τίποτα. Σκεπτόταν έντονα. Ένιωθε τα μηνίγγια του να φουσκώνουν, και στο μυαλό του ερχόταν η φράση: «Δεν σε θέλω, ποτέ δεν μου στάθηκες, ποτέ σου δεν με κατάλαβες. Σε σιχαίνομαι...» Πώς μπόρεσε... πώς μπόρεσε... Δεν μπορούσε να σκεφτεί λογικά, μόνο επαναλάμβανε τα τελευταία λόγια της Κρίστυ, πριν κλείσει την πόρτα πίσω της.

 
Τώρα ήταν μόνος. Σηκώθηκε -σχεδόν πέταξε την εφημερίδα στο πάτωμα- πήρε ένα χαμηλό ποτήρι από το ντουλάπι και το γέμισε ουίσκι. Ξέρει πως ο γιατρός του έχει πει να μετριάσει το ποτό, αλλά αυτή την στιγμή τον έχει γραμμένο και τον γιατρό και την κωλοασθένειά του. Έπινε την μια γουλιά μετά την άλλη κοιτώντας έξω από το παράθυρο. Μια κυρία στο πάρκο απέναντι, έσπρωχνε ένα κόκκινο παιδικό καροτσάκι και χαμογέλαγε.

     Επαναλάμβανε τις τελευταίες λέξεις συνέχεια μες στο μυαλό του. Ένιωθε να χαράζονται οι λέξεις με ξυράφι μες στον εγκέφαλο του και σχεδόν ένιωθε τη λεπίδα κάθε φορά που τις επαναλάμβανε.

     Με μια αίσθηση αηδίας, κάθισε πάλι στην μπερζέρα του κι έκλεισε τα μάτια. Σιγά-σιγά το ουίσκι έκανε την δουλειά του. Μια μικρή ζαλάδα, κατέβασε τους ρυθμούς της καρδιάς κι η πίεση στα μηνίγγια ελάττωσε τους ρυθμούς της. Τα μάτια βούρκωσαν και στο μυαλό ήρθε η ανάμνηση μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής που η Κρίστυ μωρό, πριν πάει για ύπνο ήθελε να φιλήσει τον μπαμπά της. Να ακούσει τις ιστορίες του, να πάει μαζί του στην δουλειά.

     Πώς καταντήσαμε έτσι...

     Ένας πόνος στο κεφάλι του, δεν τον άφηνε να σκεφτεί. Και το είχε τόσο ανάγκη...

κεφ. 2

     Τα μάτια της ήταν βουρκωμένα, όταν έπιασε το κινητό στα χέρια της. Δοκίμασε να πάρει τη Σάσα, άλλα βούιζε. Το έκλεισε και περπάτησε με γοργά βήματα μέσα από το πάρκο.

     Μια κυρία είχε πάρει αγκαλιά το μωρό της και του σκούπιζε το στόμα από τα σάλια. Δίπλα της ένα καρότσι παιδικό. Της έκανε εντύπωση το κόκκινο χρώμα του καροτσιού κι η ευτυχισμένη φάτσα της μητέρας. Το τελευταίο πράγμα που είχε διάθεση να δει ήταν ευτυχισμένες φάτσες. Ο κόσμος ήταν όλος σκατά κι αυτή ήταν αναγκασμένη να ζει μέσα σε αυτά.

     Μόλις πέρασε το πάρκο κι έστριψε στη γωνία, κλάματα ήρθαν στα μάτια της. Τόσο δυνατά που άθελα της μούγκρισε σαν να πονούσε. Τα δάκρυα την εμπόδιζαν να βλέπει και στάθηκε λίγο εκεί κοντά, έξω από ένα μαγαζί με ρούχα, να ηρεμήσει. «Μα είναι δυνατόν να μη με καταλαβαίνει. Είναι δυνατόν να μη θέλει να με καταλάβει...» έλεγε και ξανάλεγε μέσα της. Κι όσο το επαναλάμβανε τόσο πιο πολύ τρέχανε τα δάκρυα...

     Η παρουσία ενός μικρού παιδιού που περνούσε τυχαία τον δρόμο, και που τη κοίταζε περίεργα, την έκανε να διακόψει το έντονο κλάμα. Φαινόταν πολύ φτωχό και... μόνο. Τα ρούχα βρώμικα και τα παπούτσια λιωμένα. Τα μάτια του είχαν μια στεναχώρια, που πρώτη φορά έβλεπε.

     Σκέψεις γρήγορες, αντανακλαστικά, της ήρθανε στο μυαλό. Τύψεις για αυτά που είπε στο πατέρα της φορτώθηκαν αυτόματα στο στήθος που παλλόταν τώρα πιο γρήγορα από ποτέ.

     Ποτέ δεν του είχε μιλήσει έτσι. Πάντα ήταν ο ήρωας της. Ήταν ο 'Αντρας της ζωής της... πώς του μίλησε έτσι;

     Δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ, αλλά δεν έπρεπε να του μιλήσει έτσι. Τώρα ήταν πιο μπερδεμένη όσο ποτέ. Τα πάντα ήταν μάταια.

κεφ. 3

   «Είχαμε κάνει μια συμφωνία που να πάρει ο διάολος!» αναφώνησε από μέσα του. «Είκοσι χρόνια σου είχα ζητήσει να μεγαλώσει και μετά ότι θες, ακόμα δεν είναι η ώρα!».

     Ο νοσοκόμος του έβαλε τον αναπνευστήρα και του πέρασε τα λαστιχάκια πίσω από τα αφτιά. Ένας άλλος νοσοκόμος άρχισε να σπρώχνει το κρεβάτι με βιασύνη προς την αίθουσα ανάνηψης.

     Είχε ακόμα τις αισθήσεις του, όταν εμφανίστηκε από την γωνιά τρέχοντας η Κρίστυ φωνάζοντας το όνομα του.

     Τα μάτια του μαλάκωσαν κι ακούμπησε πιο αναπαυτικά στο μαξιλάρι. Εν κινήσει η Κρίστυ του έπιασε το χέρι και του φώναζε:
 -"Μπαμπά σε αγαπώ, μη με αφήν..."

     Ο ύπνος ήταν γλυκός κι ήρεμος. Όλα ήταν ήρεμα κι απλά. Νιρβάνα διαπερνούσε όλο του το σώμα και για πρώτη φορά αντιλαμβανόταν την έννοια του παραδείσου.

Σαν όνειρο άκουγε μια φωνή από το υπέρ-πέραν. Η φωνή της Κρίστυ ήταν που έλεγε  -"Μπαμπά, Μπαμπά..."

     Μπαμπά! Τί ωραία λέξη! Σαν ταινία ασπρόμαυρη που κυλούσε γοργά, έβλεπε την ζωή του να περνά σαν νερό που τρέχει στο ρυάκι. Το ρυάκι της ζωής που άλλοτε πήγαινε αργά κι άλλοτε δύσκολα, τώρα πήγαινε γρήγορα κι όδευε προς τη θάλασσα. Ναι! την έβλεπε τη θάλασσα από μακριά. Ένα απόλυτα όμορφο άσπρο φώς.

     Όσα και να έβλεπε σε αυτήν την γρήγορη εναλλαγή εικόνων, τα μόνα που τον κάνανε να τινάζεται ήταν αυτά με την Κρίστυ...

     Η γέννα, η πρώτη αγκαλιά, το πρώτο χαμόγελο, η πρώτη μέρα στο σχολείο... Όλες τις πρωτιές τις είχε αυτός. Και τότε συνειδητοποίησε πως όλη του η ζωή ήταν η Κρίστυ και τώρα αυτή η ζωή έφευγε. Όδευε προς τη θάλασσα, σαν ένα καράβι που το είχε πάρει το ρεύμα και με καπετάνιο έναν ανήμπορο γέρο, χωρίς δύναμη να γυρίσει το τιμόνι.

     Τότε άκουσε τη Φωνή που δεν είχε κατεύθυνση κι ακουγόταν από παντού.

 -"Είσαι έτοιμος";

     Χωρίς ανάσα απάντησε:
 -"Όχι! Αν έρθω τώρα θα με πάρεις δυστυχισμένο, αν περιμένεις θα με πάρεις με τη θέληση μου. Δεν έχω τελειώσει!" είπε φωνάζοντας.

 -"Πόσο πολύ την αγαπάς";

     Κι ο πατέρας απάντησε χωρίς να σκεφτεί:
 -"Την αγαπάω σαν Θεό μου"!

 -"Είσαι σε θέση να χάσεις τα πάντα για αυτήν";

     Κι ο πατέρας απάντησε:
 -"Τα πάντα είναι αυτή κι εγώ είμαι τα πάντα για αυτή. Αν φύγω τώρα όλοι θα έχουμε χάσει αυτό το οποίο Μας δίδασκες. Την πίστη για την Αγάπη. Κι Αγάπη μεγαλύτερη από του Γονιού δεν υπάρχει. Για αυτό με γέννησες, μην το ξεχνάς!" και συμπλήρωσε: "Απλά είμαστε ίδιοι χαρακτήρες και διαφωνούμε καμιά φορά"!

     Κι η Φωνή γέλασε τόσο δυνατά που ακούστηκε παντού.

 -"Την ίδια ερώτηση έκανα και στην κόρη σου. Κι αυτή ήρθε εδώ κι αυτή μου έδωσε τις ίδιες απαντήσεις! Δεν άντεξε τον θάνατο σου κι ήρθε εδώ να σε βρει! Η δικιά σας Αγάπη είναι σαν την Αγάπη που δίδω εγώ στους Ανθρώπους. Δεν είναι πάντα δίκαιη κι ούτε είναι εύκολο να ζεις μαζί της, αλλά ποτέ άδικη. Τώρα θα αγαπιόσαστε πιο πολύ και θα έχετε καταλάβει και η δυο ότι ο ένας είναι το αποτέλεσμα της Αγάπης του άλλου. Συγχώρεσε τα λάθη της γιατί είναι δικά σου λάθη. Συγχώρεσε το πάθος της, γιατί εσύ πρώτος είχες αυτό το πάθος. Βοήθησε την κόρη σου να αποβάλλει τα λάθη που εσύ της έδωσες".

     Ένα δυνατό φώς τύφλωσε τα μάτια του πατέρα. Φωνές ακουστήκαν πάνω του.

 -"Συνέρχεται", ακούστηκε μια φωνή. "Θάυμα, μόνο θαύμα μπορεί να είναι..."

 -"Ναι..." ψέλλισε αδύναμα ο πατέρας. "Το θαύμα της Αγάπης... να το θυμάσαι..."

                                                                            10/2007

                                       Επιστολή Σ' Ένα Φίλο

     Αγαπητέ φίλε,
σου γράφω αυτό το γράμμα, με την ευκαιρία της τελευταίας ερώτησης που έθεσες -εμμέσως πλην σαφώς- του τί είναι φιλία. Σαφέστατα η ερώτηση σου δεν ετέθη έτσι πεζά, αλλά αποτελεί την ουσία της τελευταίας μας συζήτησης.

     Δεν θα διαφωνήσω μαζί σου σε κανένα από τα επιχειρήματα που πολύ εύστοχα μου έθεσες.

     Στόχος μου δεν είναι να σε πείσω για κάτι που ο χρόνος έχει αποδείξει μες στις φλέβες σου. Το μόνο που θα προσπαθήσω είναι να εκφέρω τη δική μου άποψη, απλά για να φανώ αντάξιος στο διάλογο που ανοίξαμε. Ο Φιλόσοφος δεν ρητορεί κι απαιτεί, ακούει τον άλλο και μαθαίνει. Φιλόσοφος είναι ο καθείς για τον εαυτό του και για κανέναν άλλον. Επίτρεψέ μου λοιπόν να φιλοσοφήσω πρώτα για μένα και μετά χάρη στην ωραία μας συζήτηση.

     Επίσης η οποιαδήποτε καταγραφή θεωριών, έρχεται αντιμέτωπη του δικού μου τρόπου επιχειρηματολογίας κι έτσι θα προσπαθήσω να μεταφέρω γλαφυρά τις απόψεις μου και να δώσω το έναυσμα στην δική σου ψυχή να ερμηνεύσει και να κρίνει την δική μου άποψη.

  Κάτω στον κάμπο, πέρα από τις πορτοκαλιές το χώμα το καφέ στα σπλάχνα του ένα σπόρο μεγάλωνε. Ο σπόρος ρώταγε την μάνα-γη:
 
-"Μάνα εγώ τον κόσμο τον τρανό, πότε θα μάθω; Πότε θα δω τον ήλιο λαμπερό και το φεγγάρι νύχτα";

 -"Με καρτέρι κι υπομονή κι εσύ σαν όλα τα λουλούδια την σειρά σου θα πάρεις", απαντούσε η μάνα στοργικά και με νερό βρόχινο τάιζε τον σπόρο.

     Μέρες πέρασαν όχι μήνες κι ο σπόρος από την γη κεφάλι έσκασε, τον κόσμο είδε. Χλωρό κλαράκι έγινε κι αγωνία μεγάλη αμέσως το έπιασε.

 -"Μάνα-γη εσύ που όλα τα ξέρεις, πότε θα γίνω εγώ όμορφο δεντράκι με ζηλευτά λουλούδια, όπως όλα τ' άλλα";

 -"Γιε μου, εγώ σε μεγάλωσα και τα ξέρω όλα, μεγάλο θα γίνεις κι εσύ καρτέρι κι υπομονή να 'χεις και σαν τ' άλλα και συ μεγάλο θα γενείς".

     Μέρες πέρασαν κι όχι μήνες και το λουλούδι όμορφο κλωνάρι άπλωσε και μίσχο δυνατό ετοίμασε. Κλαριά μεγάλα δυνατά απλώσανε στον χώρο. Με τον καιρό πέταλα κόκκινα σαν τις φωτιάς ξεπρόβαλαν που σαν μανδύες αυτοκρατορικοί φαινόντουσαν.

Μήνες πέρασαν, όχι χρόνια και το λουλούδι τον ήλιο χόρτασε και το φεγγάρι λαμπρό πλέον δεν του φαινόταν. Σκέψεις βαριές μέσα του γυρνούσαν.

 -"Μάνα-γη, τα πόδια μου τις ρίζες μου σε σένα μέσα τα 'χω και τα πάντα γνωρίζεις. Ξέρω, είμαι αυτό που πάντα ήθελα να ήμουν, αλλά τώρα μόνος νιώθω και δεν ξέρω τι μου λείπει".

 -"Θα το μάθεις γιε μου μόλις έρθει. Μέχρι τότε θα το περιμένεις. Εγώ είμαι η μάνα-γη και όλα τα γνωρίζω! Τις ερωτήσεις αυτές τις έχω ξανακούσει και την απάντηση την ίδια πάντα δίδω. Καρτέρι κι υπομονή γιε μου"!

     Ένα καλοκαίρι, σταυλοχελίδονο μικρό ήρθε κι έκατσε στου λουλουδιού την άκρη. Κουβέντα κι ιστορίες για μακρινές παρτίδες εξιστορούσε και το λουλούδι χαρά μεγάλη βρήκε. Παρέα καλή κάνανε κι η γη καμάρωνε που ο βλαστός της, το νόημα της ζωής το βρήκε.

     Το καλοκαίρι πέρασε και το σταυλοχελίδονο σ' άλλη πατρίδα το ένστικτο καλούσε. Με δάκρυα χαιρέτησε το λουλούδι και υποσχέθηκε πως η καρδιά του εκεί θα είναι πάντα.

 -"Υποσχέσου μου ότι θα ξανάρθεις. Εγώ δεν μπορώ να φύγω να πετάξω, φτερά σαν κι εσένα δεν έχω και τα κλαριά μου μόνο ο άνεμος μπορεί και τα κουνάει. Σε χρειάζομαι..."

 -"Θα έρθω, ποτέ δεν θα σε ξεχάσω. Πάντα στην καρδιά μου θα 'σαι και το καλοκαίρι σαν πάλι έρθει, εδώ πάλι θα είμαι. Ιστορίες καινούργιες φανταχτερές θα σου φέρω και πάλι. Κι όλα σαν και τώρα θα 'ναι".

     Με δάκρυα επέταξε και προς τον ήλιο πήγε. Το λουλούδι κλάμα έριξε και την μάνα-γη ξαναρωτούσε.

 -"Μάνα, το βρήκα αυτό που μου έλειπε και πάλι το έχασα. Γιατί; Μόνος δε θέλω πλέον να 'μαι".

 -"Εγώ είμαι η μάνα-γη και πολλά απ' αυτά τα ξέρω τα 'χω δει. Σκέψου μόνον αυτό: αν δεν έφευγε κι ήταν σαν εσένα ακίνητο, θα σου έλειπε; Θα το ονειρευόσουν ποτέ; Θα έλπιζες ποτέ; Απάντα μόνο σου και σκέψου. Τώρα ξέρεις τι έχεις ανάγκη. Καρτέρι κι υπομονή κι ο χρόνος όλα τα απαντά, μόνον αυτό σου λέω γιε μου".

     Μέρες γιορτινές για τους ανθρώπους ήρθαν κι η μικρή λουλούδια από τον κάμπο μάζευε πολύχρωμα κι εντυπωσιακά το σπίτι της να λάμψει. Το χέρι της άπλωσε και το λουλούδι τράβηξε και με μεγάλη περιέργεια δύναμη πολύ χρειάστηκε, μάλλον οι ρίζες μεγάλες, μες στο χώμα απλώνονταν. Το λουλούδι φώναζε τη μάνα-γη καλούσε, δύναμη να βάλει τις ρίζες μην αφήσει.

 -"Μάνα γιατί; Που πάω; Κράτα γερά μη φύγω"!

 -"Μάνα είμαι εγώ όλων των λουλουδιών και γιους και κόρες πολλές μεγάλωσα! Μα εσύ είσαι αγαπητό γιατί σκεφτόσουν κι έλπιζες την κάθε μέρα. Κρατώ γερά τις ρίζες σου αλλά των ανθρώπων η δύναμη με ξεπερνά. Κράτα αυτά που σου έμαθα και φρόντισε να τα πλουτίσεις. Η ευχή μου μαζί σου πάντα θα 'ναι. Να το ξέρεις..."

     Δάκρυα το χώμα έριξε κι η γη στο τόπο εκεί σκούρηνε, θλίψη απλώθηκε τριγύρω. Το κοριτσάκι παραξενεύτηκε για τα νερά που βρέξανε τα φανταχτερά παπούτσια της άλλα σκέψη άλλη δε συνέχισε.

     Μέρες πέρασαν όχι μήνες και το λουλούδι μαζί με άλλα μέσα σε βάζο με νερό, το σαλόνι του σπιτιού το στολισμένο, χάζευε μελαγχολικά. Από το παράθυρο, με τις κουρτίνες στολισμένο, οι ακτίνες του ήλιου τα δάκρυα σκούπιζαν του λουλουδιού, αλλά χαμόγελο δεν του χάριζε, δεν είχε.

     Τα άλλα τα λουλούδια κουβέντα ξεκίνησαν και τον ρωτούσαν γιατί πονάει γιατί κλαίει .

 -"Τη μάνα μου τη γη και σεις μάνα την είχατε. 'Αλλα να μας προσφέρει δε μπορούσε. Μας τάισε μας πότισε, μεγάλους και σοφούς μας άφησε, άλλα δεν είχε να μας δώσει. Τον φίλο μου το σταυλοχελίδονο πότε θα το ξαναδώ; Αυτό σκέφτομαι και κλαίω και τη φιλία του νοσταλγώ. Υπόσχεση είχα δώσει, εκεί στο κάμπο να περιμένω... αλλά αυτή την υπόσχεση πλέον δεν μπορώ να την τηρήσω. Ποιός θα μου λέει ότι είμαι όμορφος, ποιος θα δίνει χαρά στ' αφτιά μου με ιστορίες";

     Τα άλλα λουλούδια σώπασαν και ξανά δεν του μίλησαν. Αυτά δεν τα καταλάβαιναν δεν τα έζησαν. Μουρλό και παλαβό τον έλεγαν και παρέα δεν ζητούσαν.

     Ένα πρωί στο παράθυρο ο ήλιος δώρο μεγάλο στο λουλούδι χάρισε. Το σταυλοχελίδονο ήταν εκεί και του φώναζε:

 -"Έρχομαι, ο ήλιος και η γη μου δείξανε που είσαι. Έρχομαι μην ανησυχείς".

 -"Φύγε, αν σε δουν οι άνθρωποι θα σε κυνηγήσουν. Λουλούδια μέσα στα σπίτια τους τα θέλουν. Πουλιά όμως δεν ανέχονται. Φύγε πριν σε κυνηγήσουν"!

 -"Δεν με νοιάζει, θα πάρω το ρίσκο να σε δω. Ιστορίες καινούργιες έχω να σου πω. Τα δάκρυα σου να γιατρέψω, τα πέταλα σου να χαϊδέψω..."

     Ρώτησε τον ποντικό πώς μες στο σπίτι να τρυπώσει και σύντομα πάνω στο βάζο είχε κάτσει. Το λουλούδι και το σταυλοχελίδονο παρέα και χαρές άρχισαν πάλι. Διόλου δεν το ένοιαζε που τα πόδια του στο χώμα πια δεν πατούσαν. Η κάθε στιγμή το κάθε δευτερόλεπτο ήταν γιορτή και χαμόγελα συνέχεια σκορπούσε. Ο ήλιος καταχάρηκε στην γη το αντιλαλούσε. Το  χώμα πάλι καφέ γίνηκε κι η πλάση χρώμα πήρε. Μετά από αρκετή ώρα το λουλούδι είπε:

 -"Εγώ στο βάζο καιρό δεν μπορώ να ζω. Φύγε και κάνε άλλους φίλους, δεν θέλω να με δεις να μαραζώνω! Αν φύγεις και με αφήσεις ζωντανό πάντα θα ελπίζεις ότι θα με ξαναδείς. Αν περιμένεις να χαθώ και μετά φύγεις, η ελπίδα να με ξαναδείς θα πεθάνει μαζί μου. Σε παρακαλώ άσε αυτό να είναι το τελευταίο δώρο μου σε σένα... Σε παρακαλώ..."

     Το σταυλοχελίδονο το σκέφτηκε και με δάκρυα στα μάτια, άπλωσε τις φτερούγες του και με θόρυβο έφυγε από το δωμάτιο.

     Κάθε χρόνο το σταυλοχελίδονο γυρνά και ψάχνει για το λουλούδι και κάθε χρόνο το λουλούδι περιμένει το σταυλοχελίδονο.

     Η ελπίδα τους να ξανασυναντηθούνε ποτέ δεν πέθανε...

     Για να είμαι δίκαιος κι ορθός ως προς τον διάλογο και τις σκέψεις σου, η ιστορία είναι μόνο η μια άποψη της φιλίας. Δυστυχώς ο μόνος τρόπος για να οριοθετήσεις τις αρχές τις φιλίας είναι να τη ζήσεις. Όριο είναι εκεί που μπορεί να την φανταστείς και μοναδική σου απαίτηση πάντα πρέπει να είναι η ελπίδα ότι αυτός/αυτή θα είναι πάντα φίλος, και τότε που πραγματικά τον χρειάζεσαι...

     Φιλικά

                                                                               Νίκος

                                 Η Μελωδία Του Τυμπανιστή

     Σε χώρα μακρινή κι απόμακρα χτισμένη, εκεί που την μαγεία κανείς πια δε θυμάται, κανείς τους δεν τη θέλει, ένα μικρό παιδί μεγάλωσε με ανατροφή και τρόπους.
     Ήτανε το παιδί απλό κι ο κόσμος του το ίδιο. Φτωχό δεν θα το έλεγες, γιατί είχε πλούτο άλλο. Από μικρό κοιμότανε με παραμύθια πλάι και με τραγούδια και χαρές παιχνίδια ευχαριστιόταν. 
     Γαλάζιος μάγος τον προστάτευε, νεράιδες αντάμα, στο πλάι του κοιμόντουσαν, νανούρισμα του λέγαν, όλοι οι Όνειροι* μαζί, ταξίδι τον πηγαίναν.
Το φαγητό του το 'φτιαχναν νεράιδες και μάγοι και ξωτικά τα ρούχα του τ' άπλωναν με καμάρι. Σε τέτοιο κόσμο μαγικό ο χρόνος αργά κυλούσε. Στεναχώρια πια καμία σε αυτό το σπίτι δε χωρούσε και το νέο το κακό τ' αφτιά του δεν τρυπούσε.
     Τα ονειρικά Χριστούγεννα, τύμπανο αστραφτερό για δώρο του επήραν. Ένα μεγάλο λαμπερό, με ήχο μαγεμένο. Δύναμη υπερφυσική, το τύμπανο στον ήχο του κρατούσε, και όλοι το φοβόντουσαν, κανείς δεν το αψηφούσε.
     Με αυτά τα λόγια τα φανταστικά, νανούρισμα του δίδαν και ο Μορφέας με χαρά το χέρι του κρατούσε.
     Ο κόσμος έξω από το σπίτι, θαρρώ δύσκολος πώς ήταν και ο Γαλάζιος μάγος εκεί ποτέ δεν κατοικούσε. Κανείς τους δεν τον ήξερε, κανείς τους δε τον θέλει.
     Ο αρχηγός του κράτους απόφαση επήρε, σε χώρα μακρινή και πλούσια τον πόλεμο να κάνει. Στρατός μεγάλος έφυγε, απώλεια μεγάλη.
     Πουθενά ο Πόλεμος δεν έβγαλε και στην αυλή του γύρισε σαν το πιστό σκυλί που τον αφέντη του γυρεύει. Ο ουρανός σκοτείνιασε, το φώς τα σύννεφα σκεπάσαν. 
     Λουλούδια της αυλής μαράζωσαν, μαζί τους κι οι ανθρώποι. Θείος τον ανιψιό επρόδιδε κι η μάνα τα χέρια επούλαγε να ζήσει τα παιδιά της, τέτοια κατάντια αληθινά ποτέ μου δε ξανάδα.
     Τα φαγητά τελειώσανε, στέρεψαν τα βαρέλια, πείνα μεγάλη ταραχή, στον κόσμο επικρατούσε. Οι άνθρωποι πολέμαγαν με λύσσα και με πείσμα, ποιος από αυτούς στον πόλεμο νικητής θε να 'ρθει.
     Κανείς όμως το παιδί αυτό, να αγγίξει δεν μπορούσε, αφού στο δωμάτιο μικρό, κάστρο μαγικό με ξόρκια είχε χτίσει. Είχε τον μάγο σύμμαχο, και όπλο του το τύμπανο που φόβο δεν εγνώριζε και τρόμο προκαλούσε.
     Μια μέρα και ο πατέρας του στο πόλεμο επήγε κι από τότε πέρασαν μέρες πολλές και νέα δεν επήρε.
     Τα δάκρυα του παιδιού, το πρόσωπο του πνίξαν κι ο πόνος του αβάσταχτα μες στην καρδιά του θέριεψε κι άλλο δε χωρούσε. Ο μάγος τον εχάιδευε, νεράιδες τραγουδούσαν, αλλά για τον πόνο του γιατρειά καμία δεν κατείχαν.
     Την άλλη μέρα το πρωί απόφαση επήρε. Το τύμπανο στην μασχάλη του εκρέμασε, και στον μάγο του προστακτικά του είπε θαρραλέα:
 -"Μάγε έλα μαζί, εσύ και το τυμπανό μου, τον πατέρα πάω να βρω και να τον φέρω πίσω"!
Μάταια προσπαθήσαν, νεράιδες, ξωτικά, απόφαση ν' αλλάξει, αλλά κανείς τους δεν κατάφερε τη σκέψη να δαμάσει. Και το παιδί ξεκίνησε το δρόμο του να πάρει. Βγήκε στο δρόμο κι έγειρε, το τύμπανο μπροστά του. Έτσι ώστε να φαίνεται κι ο κόσμος να φοβάται. Δεξιά του ο μάγος και ζερβά του η νεράιδα, σαν μια παρέα ανίκητη διαβαίνανε το δρόμο.
     Βάραγε το τύμπανο με δύναμη και σθένος και ήχος μαγικός στον χώρο απλωνόταν.
Τα δάκρυα από τα μάτια του κυλούσανε στο δρόμο κι όπου θαρρείς κυλάγανε λουλούδια - άνθη, μια σπιθαμή φυτρώναν. Το τύμπανο το βάραγε κι όλοι αφουγκραζόνταν.

  Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ...

     Ο ήλιος τον καμάρωσε, με γκρίζα σύννεφα καβγά μεγάλο αρχίζει, να πάρουνε τον δρόμο τους, το φώς του να περάσει.
     Η πλάση όλη άκουγε και τα λουλούδια άνθιζαν. Χρώματα φαινόντουσαν και κάποιων ανθρώπων κάτω από τα μαύρα μάτια τους χαμόγελο ζωγραφιζόταν.

                        Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ...

     Τα τανκς πλέον σταμάτησαν κι οι πυροβολισμοί σωπάσαν. Οι άνθρωποι και τον καβγά σταμάτησαν και την σφαγή επάψαν.

                                              Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ...

     Οι λίμνες γίναν πάλι μπλε, και οι θάλασσες ηρεμήσαν. Τα ζώα από τις σπηλιές, εβγήκανε να δούνε τι συμβαίνει. Και ο κρυμμένος ο λαγός βγήκε, να δει με την σειρά του.

                                                                     Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ Μπαμ...

     Έξω από το σπίτι έφτασε του αρχηγού του μέγα. Κι ο αρχηγός τον φώναξε να μπει και να καθίσει κι ευθύς αμέσως τον ρώτησε με θαυμασμό μεγάλο:
 -"Τον φόβο δεν τον σκέφτηκες, ζωή δεν αψηφάς; 'Αραγε άμυαλο παιδί τον πόλεμο δεν σκέφτηκες και τη ζωή σου παίζεις";
 -"Και τη ζωή μου σκέφτηκα και την δικιά σου αντάμα, αλλά σαν το τύμπανο βαρά, κανένας δεν με σκιάζει. Τον μάγο έχω βοηθό και την νεράιδα μάνα. Η φύση αυτή με αγαπά κι εγώ με δάκρυα την ποτίζω, από το πρόσωπο, ψυχή και την καρδιά μου μέσα. Εσύ μεγάλος και τρανός, τον μάγο δεν φοβάσαι; Το τύμπανο δεν αψηφάς; Τον πόλεμο λατρεύεις";
     Γέλιο πικρό, ειρωνικό από τα χείλη ξεγλίστρησε του αρχηγού του μέγα. Το σκέφτηκε ξανά κι απόφαση επήρε. Ο πόλεμος δεν τον συνέφερε κι αυτή ήταν ευκαιρία.
     Βγήκε στο μπαλκόνι του και μίλησε στον κόσμο.
 -"Ο πόλεμος σταμάτησε! Ο πόλεμος τελειώνει"!
 Ο κόσμος χειροκρότησε και το παιδί καλούσε, στο μπαλκονάκι να φανεί σαν ήρωας μεγάλος, γιατί αυτός κατάφερε το ρου της ιστορίας να αλλάξει με την μία.
     Το παιδί όμως ήξερε και ντράπηκε πολύ, τον δρόμο για τον γυρισμό αμέσως τον επήρε, να συναντήσει τον πατέρα, που πλέον θα γυρνούσε.
     Στον δρόμο τον σταμάτησαν πολλοί και τον ρωτούσαν:
 -"Είναι αλήθεια αυτό που λεν το τύμπανο σου μαγικό κι ο Μάγος σου προστάτης, σε φύλαξαν, σε πρόσεχαν και σφαίρα δεν σε βρήκε";
     Και το παιδί απάντησε με απλότητα μεγάλη :
 -"Μην τα πιστεύετε όλα αυτά, παραμυθάκια είναι. Η Πίστη μου η Θέληση με πήγαν παρά πέρα. Εγώ είμαι Ο Μάγος μου, εγώ το τύμπανο μου..."
                                                                                         11/2007

* Υποσημείωση
     Ο Μορφεύς (Μορφέας), Ο Ίκελος, Ο Φοβήτωρ (Φόβος) κι ο Φάντασος (Φαντασία) είναι αδέρφια. Όλοι μαζί ονομάζονται "Όνειροι" κι είναι οι θεοί των ονείρων. Κατοικούσαν στις ακτές του ωκεανού, στη Δύση, σε ένα σπήλαιο κοντά στα σύνορα του 'Αδη. Οι όνειροι, έστελναν τα όνειρα στους θνητούς, μέσα από δύο πύλες που βρίσκονταν εκεί. Η μια ήτανε φτιαγμένη από Κέρατο και μ' αυτή στέλνανε τ' αληθινά όνειρα (προμηνύματα), ενώ με τη δεύτερη που 'ταν φτιαγμένη από ελεφαντόδοντο, στέλναν τα ψεύτικα όνειρα.



                                              Η Μικρή Ζωή Μας

  Μέσα σε αυτή τη μικρή πόλη, τα πάντα ήτανε μικροκαμωμένα. Μικροί οι άνθρωποι, τελίτσες τόσες δα μικρές στο σύμπαν, μικρές και οι ψυχές τους. Μικρή τους η ευγένεια, μικρή τους και η χαρά.
Μέσα σε αυτήν την μικρή πόλη, αυτό το πολύβουο μελίσσι, μύριοι μικροί άνθρωποι με χρώματα πολύχρωμα ζωγράφιζαν ένα σκηνικό από μικρά πλασματάκια, στοιβαγμένα μέσα σε μικρά σπίτια, με μικρά χεράκια. Σαν χαιρέταγε ο ένας τον άλλο, μικρή η απόσταση που τους χώριζε, μικρή και η χαιρετούρα. Μια καλημέρα αν έπεφτε, μικρή ήταν και αυτή, η καληνύχτα δε ούτε από κοντά δεν ακουγότανε, ακόμα πιο μικρή αυτή.
Μέσα σε αυτή λοιπόν την πόλη, ένας μικρός, πολύ μικρός μπόμπιρας, με ένα δόντι σαν γεννήθηκε, όλοι φοβόντουσαν μην τον χάσουνε. Μικρή η πόλη, μικρό το σπίτι, μικρό το κρεβάτι του μπόμπιρα, απειροελάχιστα μικρός ο ίδιος ο μπόμπιρας, σαν πέσει από την κούνια, ποιός θα τον βρει; Μη τον σκουπίσει με την μικρή της σκούπα η μητέρα του από λάθος;
     Μεγάλο το πρόβλημα, στην μικρή την πόλη!
     Περάσανε τα χρόνια, ο μπόμπιρας μεγάλωνε, στην αρχή λίγο έτσι ώστε να φαίνεται ευκρινώς στην κούνια του και αργότερα αρκετά ώστε να χωράει σε μεγαλύτερο κρεβάτι. Σαν έγινε τρεις πόντους όλοι ζητωκραυγάσανε, σαν έγινε πέντε πόντους όλοι κουνάγανε το μικρό τους κεφάλι ευχαριστημένοι, σαν έγινε δεκαπέντε πόντους άρχισαν να ανησυχούνε, σαν έγινε τριάντα πόντους φωνάξανε τον γιατρό.
     Ήρθε ο μικρός γιατρός με τη μικρή του τσάντα, έβγαλε από μέσα το μικρό στηθοσκόπιο, το έβαλε στα μικρά αυτιά του και τα ακούμπησε στο μεγάλο στήθος του μπόμπιρα που χασκογέλαγε συνέχεια. Είχε πλέον πάρει μόνος του ένα δωμάτιο, δεν χώραγε σε κούνια, δεν χώραγε σε κρεβάτι και αν συνέχιζε έτσι να μεγαλώνει δεν θα χώραγε ούτε στο σπίτι.
     Ο μικρός γιατρός λοιπόν, κοίταξε τον ασθενή μπόμπιρα με τα μικρά εργαλεία του, σημάδι ασθενείας δεν βρήκε. Γιγαντισμό τους είπε, μέχρι και σαράντα πόντους το πολύ προβλέπει να γίνει και πρότεινε να μεταφερθεί σε ίδρυμα τάχιστα! Από τα μάτια των γονιών, μικρές στάλες νερού πέσανε, μικρή στεναχώρια τους βρήκε.
     Τον πήγανε στο ίδρυμα του δώσανε στην αρχή ένα δωμάτιο, μετά από μερικούς μήνες ένα μεγαλύτερο και τέλος το στάδιο για να χωράει. Είχε γίνει ο άτιμος κοντά μισό μέτρο, ποιό ψηλός και πιο τεράστιος από τον καθένα στην πόλη. Στα πηγαδάκια των μικρών καφενείων σούσουρο για τον μπέμπη γίγαντα υπήρχε, ακόμα και ανέκδοτα... Φαντάζεσαι να φτερνιστεί; Κατρίνα κατηγορία Φ5 θα γίνει... και δώστου τα γέλια. Έκτος από τους γονείς, που ακόμα και τώρα δεν τον άφηναν μόνο του. Είχανε προσλάβει γερανό, να μεταφέρει την πάνα του, να του κρατάει την δεξαμενή με το γάλα στον αέρα.
     Μα ο μεγαλύτερος τρόμος τους ήταν η φαντασίωση της μέρας που θα μπουσούλαγε. Θα έπαιρνε σβάρνα τα πάντα, δεν θα έμενε σπίτι για σπίτι στην πόλη όρθιο. Είπανε τον φόβο τους στον δήμαρχο και αυτός με την σειρά του στο πρωθυπουργό. Να μεταφερθεί στην εξοχή, μακριά από την πόλη! Ούρλιαξε ο πρωθυπουργός και αυτός με την σειρά του ενημέρωσε τον πρόεδρο της δημοκρατίας και τον στρατό.
     Μερικές μέρες πριν την μεταφορά του με ειδικό γερανό στην εξοχή, ο μπόμπιρας πέταξε την πρώτη του λέξη:
 -"Ιεν λέπω", είπε στην μητέρα του... Δεν βλέπω, το μετάφρασε η μαμά και ξαναφώναξε τον μικρό γιατρό.
 -"Το παιδί δεν βλέπει", του είπε με αγωνία ..
     Ήρθε πάλι ο μικρός γιατρός με την μικρή του τσάντα, έβαλε μια σκάλα και κοίταξε από κοντά τα μεγάλα πράσινα μάτια του μπόμπιρα. Εμ! Βέβαια αποφάνθηκε με στιβαρό ύφος, ο γιατρός.
 -"Το παιδί έχει καταράχτη, πρέπει να γίνει αμέσως επέμβαση".
     Παρακάλεσαν τον στρατό, τον δήμαρχο και τον πρωθυπουργό να κάνουν λίγο υπομονή να γίνει η εγχείρηση και μετά θα το πηγαίναν στην εξοχή όπως έπρεπε.

Κι έτσι έγινε. Μια μέρα ήρθαν τέσσερα μικρά ελικόπτερα με τα μικρά τους κανόνια laser, υπό την καθοδήγηση του μικρού γιατρού, ρίξανε τη φωτεινή δέσμη σε κάθε μάτι. Μετά η πρώτη μοίρα αεροπορίας σε συνδυασμό με τον ορειβατικό σύλλογο, περάσανε στα μάτια του με πολύ κόπο μια ειδική τέντα-επίδεσμο -ειδική παραγγελία- για να κλείσουνε τα μεγάλα μάτια του μωρού.
 -"Μη φοβάστε", είπε ο μικρός γιατρός. "Μικρή εγχείρηση ήτανε, το δύσκολο ήταν να πείσουμε την αεροπορία να βοηθήσει, αφού το καταφέραμε..."
     Οι γονείς εκφράσανε ένα μικρό ευχαριστώ στον μικρό γιατρό και τον πλήρωσαν με μικρό νόμισμα. Ο γιατρός άφησε ένα μικρό χαμόγελο ικανοποίησης και γύρισε πίσω στο μικρό του σπίτι, ευχαριστημένος γιατί για πρώτη φορά όλα τα ΜΜΕ ασχολήθηκαν μαζί του, πλέον ήταν διάσημος.

     Όταν ξάναρθε η αεροπορία κι ο ορειβατικός σύλλογος και του ξεδέσανε τα μάτια, μια λάμψη ήρθε στα μάτια του μικρού παιδιού. Και μετά αμέσως μια θλίψη. Αν και τόσο μικρός σε ηλικία, κατάλαβε ότι αυτός ήταν πολύ μεγάλος για να χωρέσει σε μια τόσο μικρή πόλη. Πολύ μεγάλος για να δεχτεί μια τόσο μικρή αγκαλιά από την ελάχιστα μικρή μητέρα του. Κι από τότε άρχισε να συρρικνώνεται, κάθε μέρα και πιο πολύ. Στην αρχή πέντε πόντους, μετά δέκα και τέλος εικοσιπέντε πόντους. Όταν έφτασε στους δέκα πόντους, χαμογέλασε ευχαριστημένα κι οι μικροί του γονείς τον πήραν μια μικρή αγκαλιά. Ο δήμαρχος άφησε στα κανάλια μια μικρή δήλωση, υπερηφάνειας, ότι με την δική του συμβολή ο φόβος εξανεμίστηκε.
     Από τότε ο μπόμπιρας αναπτύχθηκε κανονικά, πήγε σχολείο σαν όλα τα άλλα παιδιά, πήγε στρατό, πήγε στο μικρό πανεπιστήμιο, ασχολήθηκε με την μικρο-φιλοσοφία και τη μικρο-φιλολογία, δούλεψε σε μια μικρή πόλη, έγινε διάσημος και πλούσιος.
     Σε κάποια διάλεξη, από αυτές που τον καλούσαν συχνά, κάποιος τον ρώτησε:
 -"Ποιός είναι ο δρόμος για να γίνει κάνεις μεγάλος σαν εσάς"; (στη λέξη μεγάλος ένας μακρόσυρτος ήχος αναστάτωσης πλημμύρισε την αίθουσα).
 -"Να είσαι τυφλός στα μικρά, να πιστεύεις ότι όλα είναι μεγάλα", του απάντησε ο πλέον μεγαλωμένος μπόμπιρας, μ' ένα πλατύ ήρεμο χαμόγελο.
     Και ζήσαν όλοι αυτοί μικροί κι εμείς ακόμα μικρότεροι...

                                               Το Μελάνι

  Εκείνο το βράδυ, ήταν σαν όλα τα άλλα βράδια, βαρετό και ατέλειωτο. Ώσπου ένας οίστρος με τύλιξε, σαν βόας με έσυρε μέχρι το γραφείο, έπιασα τον κονδυλοφόρο και άρχισα να γράφω, ασταμάτητα, με τα μάτια κλειστά και τη φαντασία από πάνω μου καβάλα σε δύο πανέμορφα άλογα, συμπλήρωνα τις λέξεις με άνεση, χωρίς σκέψη, σαν αυτά τα χέρια θαρρείς είχαν μια μαγεία μέσα τους.

     Μια κλεφτή ματιά όμως στο χαρτί μ' έκανε να αναριγήσω..

     Το χαρτί ήταν άδειο... κενό από λέξεις, κενό από μελάνι, από οποιαδήποτε γραφή. Σάστισα! κοίταξα την πένα μου, δεν έβρισκα ελάττωμα. Πήρα άλλη, τα ίδια, δοκίμασα με τρεις διαφορετικές, το χαρτί έμενε ανέπαφο. Είχα τρελαθεί! Σηκώθηκα όρθιος, έβαλα τα χέρια πίσω από την πλάτη. Αυτό ήταν ανήκουστο, να μη γράφει καμία πένα;

     Σταύρωσα το δωμάτιο, από άκρη σ' άκρη, σκέψεις βαριές, χοντρές μ' έλουσαν! Είχα τον οίστρο, δεν είχα το μέσο να τον κάνω αθάνατο! Το αποφάσισα, έτρεξα να πάρω το οποιαδήποτε μολύβι, από το απέναντι ψιλικατζίδικο παρακαλώντας τον οίστρο να μη φύγει, άφησα τα πάντα όπως ήτανε στο σπίτι, έτσι ώστε γυρνώντας να ξεγελαστώ, ότι ποτέ δεν άφησα το σπίτι...
     Ματαίως! Το ίδιο συνέβη με τα επόμενα τριανταπέντε μολύβια και τις επόμενες δέκα πένες. Μάλιστα για να είμαι σίγουρος ότι δουλεύει η κάθε αγορά μου, έβαζα τον ίδιο τον ψιλικά-τα πάντα έχω, να δοκιμάζει παρουσία μου το προϊόν σ' ένα κομμάτι χαρτί. Μόλις γύριζα στο σπίτι, πάλι τα ίδια. Απελπισία, μαύρη σαν τη τρύπα του Κολοκοτρώνη μ' είχε ζώσει. Αλίμονο ο οίστρος μου θα πήγαινε σ' άλλο συγγραφέα, ήμουνα καταδικασμένος να μη μεταφέρω ποτέ το αριστούργημα μου σε χαρτί. Φανταζόμουν ήδη τη σκηνή, εγώ απλός θεατής στη βράβευση ενός άσημου συγγραφέα, που απλά τον επισκέφτηκε ο ταλαντούχος οίστρος, στον ύπνο του. Κι εγώ να χειροκροτώ, μελαγχολικά με δάκρυα στα μάτια.
     Όχι δεν ήταν δυνατό, να το αφήσω να περάσει έτσι, έπρεπε να στραφώ σε βοήθεια, αλλά ποιόν; 'Ανοιξα την ατζέντα μου, τη ξεφύλλισα με ταχύτητα, κανείς δεν έμοιαζε ικανός ή έστω να αρμόζει στο ελάχιστο η επαγγελματική του δραστηριότητα στο πρόβλημα μου... εκτός από έναν! Απορώ πως δεν τον σκέφτηκα από την αρχή! Γύρισα νευρικά τα ατελείωτα νούμερα στο καντράν, κρατώντας το ακουστικό με το ένα χέρι και σταματώντας ανάμεσα, να σκουπίσω τις στάλες μεγέθους μικρού αρακά, από το μέτωπο μου. Μια φωνή, έκοψε τις ανήσυχες σκέψεις μου στην μέση:
 -"Bonjour"?
 -"M. Vantick s'il vous plaît?" είπα με όση προφορά μπορούσα να επιστρατεύσω.
 -"Oui! je suis Mr Vantick.Qui?" ρώτησε η φωνή
 -"Ο Ν.Κ. είμαι!" φώναξα λεβέντικα και σηκώθηκα όρθιος.
 -"Που 'σαι ρε κάθαρμα;" μου απάντησε.
 -"
στα αυτά, έχω ένα σοβαρό πρόβλημα..." Του εξήγησα με πάσα λεπτομέρεια το πρόβλημα μου. Δεν δίστασα δε να μετατρέψω την φωνή μου σε τρεμάμενη με σκοπό να τονίσω την σπουδαιότητα του προβλήματος μου..
 -"Έλα μωρέ χριστιανέ! Δεν είναι δα και τίποτα αυτό!" μου απάντησε ευθύς αμέσως.
 -"Τί δεν είναι τίποτα;" απάντησα εξαγριωμένος για την απάθεια της αντίδρασης του.
 -"Ηρέμησε, είναι απλό πως δεν το είχες σκεφτεί νωρίτερα";
 -"Ποιό;" πλέον η υπομονή κι η ευγένειά μου άρχισαν να στριμώχνονται στο κάτω μέρος της κοιλιάς, αφήνοντας να περάσουν μπροστά η αυθάδεια κι η οργή. Ήτανε θέμα λεπτών να εκραγώ σαν πυροτέχνημα ύβρης και ασύδοτων εκφράσεων! Όλα τα ανεχόμουνα στις κοινωνικές μου επαφές, εκτός από την απάθεια και την στωικότητα... ειδικά σε τέτοια λεπτά ζητήματα...
 -"Νομίζεις ότι φταίνε οι πένες";
 -"Μα ποιός μπορεί να φταίει";
 -"Το χαρτί"!
 -"Το χαρτί;" έμεινα έκθαμβος! "Μα και πάλι δεν μπορεί, σ' ένα χαρτί άμα ακουμπήσεις πάνω το μολύβι, γράφει! Γράφει το άτιμο το χαρτί, δε χαλάει"!
     Ένα δυνατό γέλιο ακούστηκε από την άλλη μεριά του τηλεφώνου, που πάλι μ' έφερε στα πρόθυρα ανατίναξης.
 -"Κι είσαι και συγγραφέας του λόγου σου, χα χα! Βρε! δε ξέρεις ότι το μελάνι είναι μια ψευδαίσθηση
; Στην πραγματικότητα εσύ χαράζεις το δέρμα του χαρτιού, η πένα σου είναι το τροχισμένο λεπίδι, που αναζητά το τέλος, και αυτό πνίγεται στο μαύρο αίμα του, σε κάθε σου κίνηση, σε κάθε λέξη... Αυτό που έχεις εκεί είναι μάλλον άψυχο, παγωμένο, δεν έχει πια ούτε μια στάλα μέσα του για να ματώσει..."

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers