-


Dali &









/




 
 

 

:

 


                     Ο Μιχλης Διαλλινς Διαλλινομιχλης

                                 Βιογραφικ

    
Ο Μιχλης Διαλλινς Διαλλινομιχλης γεννθηκε το 1853 στη Νεπολη Κρτης, το Καινοριο Χωρι πως λεγταν ττε και παντρετηκε τη Μαρα Χρυσκη, κρη οπλαρχηγο. Γνριζε καλ, τουρκικ κι ιταλικ, εργστηκε ως δικηγρος, δικαστικς κι ασχολθηκε με το εμπριο. Απ' αυτ, συγκντρωσε ικανοποιητικ περιουσα, που του επτρεψε να ιδιωτεσει και ν' ασχοληθε με τις αγαπημνες του ιστορικς ρευνες. Μελτησε κυρως τη προσφορ της Ανατολικς Κρτης στους απελευθερωτικος αγνες του νησιο. Καταγταν απ οικογνεια ευγενν, που ποτ δεν παψε να φροντζει για την ανψωση του κοινωνικο επιπδου του τπου και κατφερε να μορφωθε αρκετ μνο με τη θλησ του. Αγωνστηκε ως υπασπιστς του καπετν Μιχλη Κοκκνη κι παιξε ρλο πρωταγωνιστ στην Επανσταση του 1878.

     Μετ την Επανσταση, διορστηκε ανακριτς στην Αστυνομα Λασηθου, μετ πρωτοδκης και πρεδρος της Δημογεροντας. Απ το 1892 αρχζει να γρφει ργα, πεζ κι μμετρα. Απ τα ργα του μθαμε ρωες, καπεταναους κι αρχηγος της Ανατολικς Κρτης διακριθντες σε γενναιτητα, που λησμονθηκε μως απ την ιστορα. Πολπλευρο ταλντο ποησης, γραψε σατιρικ, -το σκωπτικ του φος φανεται καθαρ σε κθε στχο. Το 1927 τυπνει τα "ΑΠΑΝΤΑ" (τμος Α'), δε πρφτασε μως να νισει ικανοποηση για την αποδοχ που τχανε, γιατ 2 μνες μετ πθανε, στα 74 του. Στ' "'Απαντ" του λοιπν, περιχονται συγκεντρωμνα τα πιο αξιλογα ποιματ του, πεζ κεμενα, καθς και 2 θεατρικ. Το 1970 εκδθηκε και 2ος τμος μ' ργα του, σ' επιμλεια της εγγονς του Μαρας ΠυτικκηΟι σατιρικο στχοι του Διαλλιν αποτελονε γνσιο μνημεο λακς θυμοσοφας και σ' αυτος κυρως οφελεται η εκτμηση που τρφαν οι χωρικο της περιφρεις του. Η ανμνησ τους υπρχει ακμη και σμερα. Η μνμη του πατρα μου δισωσε να ττοιο δστιχο. Ειπθηκε λγο πριν τη μικρασιατικ καταστροφ.

           Εσ λα που ψφιζες και Γοναρη και Ρλλη,
           γλκα εδ να πολεμς τον Μουσταφ Κεμλη
.

     Η λακτητα του ργου του φανεται απ το γεγονς τι αρκετο νθρωποι γνριζαν απξω τα 2 κορυφαα στιχουργματ του, τα τελευταα πη της κρητικς λογοτεχνας, τον "Καπετν Καζνη", που περιχεται στον Α' τμο, και τη "Κριτσωτοπολα" που εκδθηκε σ' ανεξρτητη κδοση το 1912. Τα ργα αυτ, που γραφτκανε 1909 & 1912 αντστοιχα, αναφρονται σε ιστορικ πρσωπα των αρχν του 19ου αινα. Στχο εχαν ν' αφυπνσουνε το εθνικ φρνημα την εποχ που το πρβλημα της απελευθρωσης των υπδουλων περιοχν του ελληνισμο ετθετο επ τπητος. Τον διο στχο εχανε κι αρκετ λλα στιχουργματ του, καθς και τα 2 θεατρικ του, "Σμαργδα Η Καινουργιοχωρτισσα" κι "Ελνη Η Καινουριοχωρτισσα". Η Σμαργδα παχτηκε στο μεσοπλεμο στην Ιερπετρα. Επσης, κατ μαρτυρα της Εργνας Διαλλιν, τα ργα αυτ παζονταν πολλς φορς πριν και μετ τον πλεμο, κυρως στη Νεπολη και μλιστα, τον 15αγουστο. Επσης παιχτκανε και σ' λλες πλεις του νομο Λασιθου, πως Σητεα και Κριτσ, με μεγλη επιτυχα.



     Τη στιγμ που θεατρικο συγγραφες μας πως Ξενπουλος και Καμπσης παργουνε δραματουργα εμφανς επηρεασμνη απ τη θεατρικ παραγωγ της Δσης κι απευθνονται σ' αστικ, λγο πολ καλλιεργημνο, κοιν, ο Διαλλινς γρφει για τους απλος ανθρπους του Καινοριου Χωριο, που δεν εχε μετονομαστε ακμη σε Νεπολη. Αυτ σημανει τι το μνυμα των ργων του εναι εληπτο κι αποβλπει κυρως στη συναισθηματικ διγερση του απλοκο κοινο του, πως κνει κθε λακ θατρο. Απ' αυτ το κοιν προρχονται κι οι ηθοποιο του, που εναι ερασιτχνες.

     Η στιχουργα του χει ενδιαφρον, καθς φανεται ν' ακολουθε πορεα αντθετη απ' αυτ του Σολωμο. Ο στχος εναι μεν ο ιαμβικς 15σλλαβος, αλλ ο ανομοιοκατληκτος του δημοτικο τραγουδιο. Τον προτιμ πιθαντατα γιατ εναι ο στχος του κλφτικου τραγουδιο, που μ' αυτν τραγουδθηκαν τα τραγοδια της λευτερις απ τον τορκικο ζυγ. Ο Σολωμς στους "Ελεθερους Πολιορκημνους" εγκαταλεπει στο 3ο σχεδασμα, τη ρμα του κρητικο θετρου για τον ανομοιοκατληκτο 15σλλαβο του δημοτικο τραγουδιο. Ο Διαλλινς, ξεκινντας με τον ανομοιοκατληκτο 15σλλαβο, θα προκρνει στη συνχεια τη ρμα, προτιμντας την επικ φρμα του "Ερωτκριτου" απ τη θεατρικ της "Ερωφλης" και του Βασιλι του "Ροδολνου", για τα 2 ποιματ του, τον "Καπετν Καζνη" (1909) και τη "Κριτσωτοπολα" (1912) που αναφερθκαμε πιο πριν.

     μως τον ανομοιοκατληκτο 15σλλαβο δεν τον ακολουθε με συνπεια. Στη "Σμαργδα", στη 2η πρξη, στις 4 πρτες σκηνς, που συνομιλον κυρως τορκοι, ο στχος γνεται ιαμβικς 12σλλαβος, ανομοιοκατληκτος. σως δεν θελε να βλει στο στμα των τορκων τον ηρωικ 15σλλαβο του κλφτικου τραγουδιο και γι' αυτ προτμησε να τον αλλξει. Στις υπλοιπες μως σκηνς επιστρφει σ' αυτν. Τα δια παρατηρομε και στην "Ελνη". Στη 2η σκην της 1ης πρξης που συνομιλονε τορκοι, χει 12σλλαβο. Το διο και στις 3 πρτες σκηνς της 4ης πρξης. Μνο στην 7η σκην βλπουμε 2 12σλλαβα ομοιοκατληκτα δστιχα που τραγουδον αννυμοι χωρικο, εν το ργο κλενει με τον Καπετν Καζνη να τραγουδ σε 15σλλαβη ρμα.


              Το Κστρο Του Μιρμπελου στη Κριτσ

     Τις υποθσεις των ργων του τις αντλε απ πραγματικ γεγοντα, πργμα που φανεται κι απ λλα κεμενα που υπρχουν στον τμο αυτ. Η Σμαργδα καταλαμβνει 50 σελδες στον τμο και στο τλος του ργου αναφρει ο ποιητς τι "Εγρφη εν Νεαπλει Μεραμβλλου τη 15η Μαου 1907". Μλλον εναι υπερβολ να 'γραψε το ργο αυτ σε μια μρα. Πιθαντατα η 15 Μη εναι η μρα που το τλειωσε. Ακμα, υπρχουνε σημεισεις, 37 τον αριθμ, κι οι περισστερες αναφρονται σε πρσωπα του ργου και σε τοποθεσες που διαδραματζεται η δρση.

     Το ιστορικ πλασιο παρατθεται σε ανεξρτητο πεζ κεμενο που συμπεριλαμβνεται στον τμο και χει τον ττλο "Ο Χασν Πασσς Εν Μεραμβλλω Κι Η 'Αλωσις Του Σπηλαου Μηλτου". Μετ απ δυο νικηφρες μχες το 1823 στην περιοχ της Κριτσς, κοντ στον 'Αγιο Νικλαο, οι εξεγερμνοι αποφσισαν να υποχωρσουν στο οροπδιο του Λασιθου, καθς τους λειπαν τα πολεμοφδια. Τα γυναικπαιδα κλειστκανε στο σπλαιο της Μηλτου, αναγκστηκαν μως να παραδοθον ταν τους λειψε το νερ και τα τρφιμα κι αφο οι τορκοι τους υποσχθηκαν αμνηστεα. Αυτ γινε στις 13 Φλεβρη 1823. Οι Τορκοι, παραβιζοντας την υπσχεσ τους, σφαξαν τους πολεμιστς, ποδοπτησαν με τα λογ τους τους γρους, και τους υπλοιπους τους πολησαν.
     Τα ργα του θυμζουνε τις βασικς αρχς αρχαας τραγωδας, εναι μως αμφβολο αν ο Διαλλινομιχλης επηρεζεται απ την αρχαα τραγωδα. Τον επηρεζει ασφαλς η αναγνριση ως μοτβο της προηγομενης λογοτεχνικς παραγωγς, λακς και μη, πως π.χ. στο "Τραγοδι Του Νεκρο Αδελφο", που υπρχει η σκην της αναγνρισης της μνας με τη κρη κι η σκην της αναγνρισης ανμεσα στον μεταμφιεσμνο Ερωτκριτο και την Αρετοσα. Πιο σγουρα μως τον επηρεζουνε θεατρικ ργα του ρομαντισμο του 19ου αινα, που η σκην της αναγνρισης εναι συνηθισμνο μοτβο. Τα ργα αυτ εχαν κατακλσει τις αθηνακς σκηνς, αρκετ απ' αυτ θα πρπει να 'δε ο Διαλλινς κατ τη παραμον του στη πρωτεουσα. Το ργο του διακρνεται επσης απ απροσδκητα κι ανατροπς, που συγκινονε το λακ κοιν του. Ολιγοπρσωπα καθς εναι και με λγες σκηνς, δεν θα τανε σκηνικ, ιδιαιτρως απαιτητικ.


                    Η Κριτσ και το Μιρμπελλο

     To γλωσσικ ζτημα που απασχολε τη κυρως Ελλδα δεν τον απασχολε διλου. Ανενδοαστα χρησιμοποιε λγιους τπους για να βγλει το μτρο. Βλπουμε επσης και πολλς χασμωδες στους στχους του, κυρως στην "Ελνη". Δε φανεται να τον απασχολον, αφο βγανει το μτρο. Δε σκει μλιστα ιδιατερα να τους αποφγει. Η χρση λγιων τπων γνεται κι απ κποια φιλαρσκει του, υποθτω, που 'θελε να εντυπωσισει σως το κοιν του, αγρμματο σε πλειοψηφα. Επδειξη λογιοσνης απ μρους του εναι κι η συχν χρση διασκελισμο, που παρεμπιπτντως, αποφεγει εντελς ο Κορνρος στα ργα του. Πιθαντητα κι ο διος να μην υποπτευτανε τη τερστια απχηση που θα 'χανε στους συμπατριτες του, αλλις θα τον εχε αποφγει.

     Η προσευχ εναι ν λλο μοτβο στη ποησ του. Στη 5η σκην της 2ης πρξης η Σμαργδα προσεχεται με 27 στχους στον Χριστ. Στο τλος του ργου, πατριωτικ και θρησκευτικ στοιχεο βρσκονται μαζ. Οι τελευταοι στχοι του ργου εναι τυπωμνοι μ' ντονους χαρακτρες. Στην "Ελνη" δεν υπρχουν σημεισεις οτε χρονολογικ νδειξη για το πτε γρφτηκε. Απ λλο κεμενο των "Απντων" μαθανουμε μως τι πρκειται για ιστορικ γεγονς. Σαν terminus ante quem μπορομε να θεωρσουμε το 1912, ττε που γινε η νωση της Κρτης με την Ελλδα. Αυτ το συνγουμε απ το τλος του ργου. Η νταση με την οποα εκφρζεται η λαχτρα της νωσης μας κνει να υποθσουμε τι το θμα βρισκταν μλλον επ τπητος, πργμα που τοποθετε το terminus post quem του ργου χι πολ πσω, πιθαντατα δε μετ το 1907, τη χρονι που γρφηκε η "Σμαργδα". τι το ργο στον τμο βρσκεται μετ απ' αυτν, ενισχει την υπθεση αυτ.
     Η προσπθεια να μη παραλεψει τποτ' απ τα ιστορικ γεγοντα, εναι συγκινητικ. μως δεν ενδιαφρεται για τη θεατρικ αρτιτητα των ργων του. Τον ενδιαφρει πρτιστα να διεγερει το εθνικ φρνημα των θεατν, πως κνουν οι ομτεχνο του στην Αθνα την δια εποχ, που μ' ργα πατριωτικο περιεχομνου, απ την επιθερηση μχρι την οπερτα, προσπαθον να παρασρουν το λακ κοιν τους σε παραλρημα εθνικο ενθουσιασμο. Το ενδιαφρον του για την ιστορα μως τον κνει ν' αντλε τις υποθσεις των ργων του απ πραγματικ γεγοντα, με αποτλεσμα να παρασρεται σε αντιθεατρικς λεπτομρειες, προκειμνου να μενει πιστς στην ιστορικ αλθεια. Θα του ξιζε μια καλτερη θση στην ελληνικ γραμματολογα, χι τσο για τη ποιτητα του ργου του, που υπολεπεται σαφς των μεγλων ργων της Κρητικς Αναγννησης, σο κυρως για την επδραση που σκησε στον απλ κσμο της εποχς, επδραση που θα τη ζλευαν κι οι πιο φτασμνοι λογοτχνες και δραματουργο μας σμερα.

     Και μια μαντινδα του, απ το βιβλο "Τα Διφορα Του Νσπιτα" του Μιχλη Χουρδκη-Νσπιτα (Διξοδος, 16-11-05) για μιαν γκυο:

                Να ζσεις και να χαρεσαι την οικογνει σου

                μα πλειο πολ το 'βγδωμα πο 'πριξε την κοιλι σου!

     Ο "Καπετν Καζνης" κι η "Κριτσωτοπολα", τα τελευταα κρητικ πη, δημοσιεθηκαν 1909 και 1912 αντστοιχα. Εναι γραμμνα σε ιαμβικ 15σλλαβο, με τη ζευγαρωτ ομοιοκαταληξα της κρητικς ποιητικς παρδοσης, στχο που γρφονται ακμη και σμερα τα γνωστ κρητικ δστιχα που λμε μαντινδες, κυρως ερωτικο περιεχομνου. Στο στχο αυτ γραφτκανε τα κορυφαα ργα της κρητικς αναγννησης, γρω στις αρχς του 16ου αινα, ταν η Κρτη ταν κατακτημνη απ τους Ενετος. Τα ργα αυτ εναι 8 θεατρικ και το εκτενς πος "Ερωτκριτος", που σμφωνα με τον νομπελστα ποιητ μας Γιργο Σεφρη, αποτελε το κορυφαο ργο της νεοελληνικς λογοτεχνας. Το ργο αυτ φησε ανεξτηλη τη σφραγδα του στη μεταγενστερη ποιητικ δημιουργα της Ελλδας.

     Αυτ που ξεχωρζει τα ργα αυτ απ τον "Καπετν Καζνη" και τη "Κριτσωτοπολα" εναι τι αυτο που τα συνθεσαν τανε σγχρονοι των ηρων που τραγουδον, εν ο Διαλλινς γρφει για ρωες της Επανστασης του 1821 σχεδν ναν αινα μετ, σε μιαν αποφασιστικ καμπ της νετερης ιστορας μας. Η Κρτη μλις πριν λγα χρνια (1898) εχε αποκτσει την αυτονομα της, λευτερωμνη απ τον τουρκικ ζυγ. Στην Ελλδα, οι αστικς δυνμεις αναπτσσονται ραγδαα, καταφρνοντας να αποφασιστικ κτπημα στις παλαιοκομματικς συντηρητικς δυνμεις του φεουδαρχισμο με το κνημα στο Γουδ το 1909, χρονι που δημοσιεεται ο "Καπετν Καζνης". Στο γλωσσικ ζτημα, υποστηρζουν τη δημοτικ, σε αντθεση με τους συντηρητικος που υποστηρζουν τη καθαρεουσα, μια γλσσα τεχνητ που διαφρει λγο απ τη γλσσα των ευαγγελων. Κατακτον σταδιακς νκες.

     Μετ την κατληψη της πολιτικς εξουσας απ τις αστικς δυνμεις, τθεται το οξ πρβλημα της απελευθρωσης ελληνικν εδαφν που ταν ακμη υπδουλα στους τορκους. Οι Κρητικο, εμπειροπλεμοι απ τις δικς τους αλλεπλληλες εξεγρσεις, σπευσαν εθελοντς, εν επικεφαλς των ελληνικν αστικν πολιτικν δυνμεων τθηκεν νας κρητικς επανασττης πολιτικς, ο μεγαλτερος πολιτικς στην ιστορα της νετερης Ελλδας, ο Ελευθριος Βενιζλος. Μες σ' αυτ το κλμα του εθνικοαπελευθερωτικο ενθουσιασμο ο Διαλλινς γρφει τα 2 επικ ποιματα, που αναφρονται σε 2 ρωες της επανστασης του '21, για να συνεπρει και να τονσει το εθνικ φρνημα, θτοντς τους ως υποδεγματα ανδρεας.

     Ο "Καπετν Καζνης" εναι σντομο αφγημα 364 στχων, γεμτο δραματικ νταση, με κυραρχο το μοτβο της εκδκησης. Αναφρεται σ' να επεισδιο απ την παιδικ ηλικα του Εμμανοηλ Ραβθη, που πρε το παρατσοκλι Καζνης, γιατ ταν ταν να τον βαφτσουνε, πλκωσαν οι τορκοι στην εκκλησα, σπσανε τη κολυμπθρα και για να μη μενει αβφτιστο το παιδ το βφτισαν μσα σε να καζνι.

     Η "Κριτσωτοπολα" εναι εκτενστερη, αποτελομενη απ 1367 στχους. Ηρωδα του ργου εναι η Ροδνθη, κρη του πρωτπαπα της Κριτσς. νας τορκος την ερωτετηκε, και την απγαγε αφο σκτωσε τους γονες της για να την παντρευτε. μως τη βραδι του γμου ξεγελντας τονε, τονε σφζει και το σκει στο βουν, στο λημρι του καπετν Καζνη, μεταμφιεσμνη σ' ντρα, με το νομα Μανλης. Επειδ δεν εχε γνεια και μη ξροντας τα παλικρια, τι εναι γυνακα, τη βγλανε Σπανομανλη. Στη συνχεια περιγρφονται κποια κατορθματ της και το ργο τελεινει με τον ηρωικ θνατ της στη μχη της Κριτσς το 1823.

     Μλις 3 χρνια χωρζουν το να ργο απ το λλο και τα σημεα της παρακμς του εδους γνονται ιδιατερα ορατ. Ο "Καπετν Καζνης" εναι ργο σφιχτοδεμνο, μ' ενιαα πλοκ, αδιπτωτα αφηγηματικ, με πυρηνικ επεισδια, κατ την ορολογα του Ρολν Μπαρτ, με το να να πυροδοτε το λλο. Στη "Κριτσωτοπολα", μετ την κορφωση της εκδκησης με το φνο του τορκου, το αφηγηματικ ενδιαφρον πφτει, ο μθος γνεται, κατ την αριστοτελικ ορολογα, επεισοδιδης, με γεγοντα λγο-πολ ασνδετα μεταξ τους.

     Η θεματικ αυτ εναι συχν. Εντοπζεται κατ' αρχν στην "Αντιγνη" του Σοφοκλ, που ο μεγλος δραματουργς αντιπαραβλλει τον κσμο της Αντιγνης με τις αξες των κοινοτικν δεσμν αματος και της θεοσβειας, με τον κσμο του Κροντα, που επικρατε ο νμος πνω απ τα θιμα και το χρμα παζει καταλυτικ ρλο στην ανθρπινη στση και συμπεριφορ. Στο κινηματογραφικ ργο "Ο Σαμουρι" του Μασκι Κουμπαγισι, βλπουμε επσης τη θλψη για τον αμετκλητο χαμ της ηρωικς εποχς των Σαμουρι με τον αυστηρ κδικα τιμς και την υψηλ ασθηση του καθκοντος, σε σχση με τον καινοριο κσμο που φρνουν τα πυροβλα πλα, που ο πρτος αχρεος μπορε να σκοτσει τον ευγενικ και γενναο σαμουρι. Η θεματικ αυτ εναι επσης κυραρχη σ' να κορυφαο ργο της νεοελληνικς δραματουργας, "Το Μυστικ Της Κοντσσας Βαλραινας", του Γ. Ξενπουλου, ργο στο οποο δε χρειζεται να επεκταθομε.

     Στη "Κριτσωτοπολα" τα πργματα εναι διαφορετικ. Εδ οι μη αφηγηματικς, ηθικοδιδακτικς και λυρικς παρεμβολς εναι περισστερες και φυσικ δσκολα απομνημονεσιμες. Το θμα της σγκρισης του παλιο καλο καιρο με τη σημεριν εποχ επανρχεται διαρκς διακπτοντας την αφηγηματικ ρο της ιστορας. Τα λακ πη αναπτσσονται σε λγο πολ ομοιογενες κοινωνες, που οι αποκλσεις εναι ελχιστες. Ττοια ταν η κρητικ κοινωνα μχρι και να μεγλο μρος του 19ου αινα. Η ρξη δημιουργεται με τις ξενικς επιδρσεις που εισβλλουν στον κρητικ χρο, μσω της ελεθερης Ελλδας και με τη δημιουργα μιας ντπιας αστικς τξης, που προσβλπει μ' ελπδα στην Ευρπη τσο για τη δικ της ανπτυξη, σο και για την απελευθρωση των αλτρωτων περιοχν. Οι γνοι των αστν αυτν μορφνονται σε σχολεα στα οποα κυριαρχε η καθαρεουσα και θα κυριαρχσει μχρι τη 10ετα του '70, ταν μετ τη πτση της χοντας και τη μεταπολτευση, η δημοτικ, που 'χε αλσει πριν 70 χρνια τη λογοτεχνα, καθιερνεται ως επσημη γλσσα του κρτους και της εκπαδευσης, θτοντας τσι τρμα τη διγλωσσα που ταλανζει την Ελλδα για 2 αινες.

     Ο Διαλλινομιχλης εναι τυπικ περπτωση κρητικο αστο της εποχς. Μεγαλνει στο λακ πολιτιστικ περιβλλον της Κρτης, με την παρδοση του "Ερωτκριτου" και της κρητικς μαντινδας. Στη συνχεια θα σπουδσει στην Αθνα δικηγρος, και μαζ με το πτυχεο του θα κουβαλσει στη μεγαλνησο και τις λγιες πνευματικς και γλωσσικς του αποσκευς. Εναι και ο διος θμα του πολιτισμικο διχασμο για τον οποο θρηνε, κουβαλντας τη τραγικ αντθεση του παλιο με το καινοριο μσα στο ργο του. Οι ηθικοδιδακτικς παρεκβσεις του με τις οποες εκφρζει αυτ την αντθεση εναι οι διες δεγμα, σε μορφολογικ εππεδο, αυτς της διας αντθεσης. Ο αδιπτωτα επικς κσμος του Ερωτκριτου εισβλλεται απ στοιχεα λογιοτατισμο και διδακτισμο. Η αβαστη επικ φρμα της αφγησης διασπται κι η δισπαση αυτ αφνει τα χνη της στην απομνημνευση: το αφηγηματικ στοιχεο απομνημονεεται εν το μη αφηγηματικ, χι. Ο μακρσυρτος, μελοδραματικς θνατος της ηρωδας, απ τα καλτερα σημεα του ργου, εξσου αντιαφηγηματικ, αντιστκεται στην απομνημνευση.

     Η μορφικ ρξη φανεται ακμη στην παραβαση της ζευγαρωτς ομοιοκαταληξας σε ορισμνα μρη για χρη μιας χιαστς ομοιοκαταληξας που ρχεται απ τον ελλαδικ χρο. Υπρχει τλος μια λεκτικ ρξη, με τη χρση με τη χρση λγιων τπων, πως η μετοχ «συγκεκινημνη» αντ συγκινημνη, η αιτιατικ «ανοησας λλας» αντ «ανοησες λλες», κ.λπ. Η χρση αυτ γνεται αδστακτα, προκειμνου να διευκολυνθε ο ποιητς στο μτρο (με την προσθκη της μιας συλλαβς με το «συγκεκινημνη») η ρμα (με το «ας» της καθαρευουσινικης αιτιατικς). Υπρχει μια ακμα παραβαση που μως εναι αναδρομ στ' ακριτικ πη. Στο τλος της Κριτσωτοπολας, ταν η ηρωδα βρσκεται ετοιμοθνατη, υπρχουνε μερικο στχοι που παραλεπεται το πρτο ημιστχιο του δετερου στχου της ρμας, φορτζοντας το τμμα αυτ με δραματικ νταση. Για τη λειτουργα της απλειψης αυτς χει μιλσει ο Gareth Morgan.


   Η προτομ της Ροδνθης (Κριτσωτοπολας) στη Κριτσ

     Συνοψζοντας, τα 2 αυτ πη, ντας τα τελευταα, μαρτυρνε τη ρξη στη πολιτιστικ ομοιογνεια της κρητικς κοινωνας με την εισαγωγ δυτικν επιδρσεων μσω της Ελλδας -Η Κρτη ταν αυτνομη απ το 1898 με αρμοστ τον λληνα διδοχο του θρνου- σε ζητματα διατροφς, μουσικν ακουσμτων, ενδυμασας, ψυχαγωγας κ.λπ. που επισημανεται τσο με τις μεσες αναφορς στις ηθικοδιδακτικς παρεκβσεις του ποιητ σο και στη ρξη της αφηγηματικς φρμας και τη λγια διαστροφ του λγου. Ο Διαλλινς χει πσει κι ο διος θμα των αλλαγν που διεκτραγωδε.

   Σημ. δικ μου: Το κομμτι αυτ ανκει στη πνευματικ φιλπονη εργασα του εξαρετου συνεργτη και φλου -πνω απ' λα- Μπμπη Δερμιτζκη, καθς επσης και τα κομμτια που θ' ακολουθσουν. Συγκεκριμνα, πρκειται για να πολυγραφημνο ανττυπο, απ τα λγα που θα 'χουνε μενει, που μ' λη του τη καλωσνη, μου το χρισε. Μνο 2 ενστσεις χω και θλω να τις πω: Η πρτη αφορ στο μεγαλειδες ενς ργου, που διαφων κθετα, αν πρπει δηλαδ να το κρνουμε σαν ττοιο απ το αν μπορε χι, να το απομνημονψει ο απλς - ο μ απλς- λας, πως επσης απ τις μμεσες μεσες αναφορς στα σγχρονα. Επσης, ο Μπμπης χρησιμοποιε το -μικρον στη Κριτσωτοπολα, μα εγ μνω πιστς στον ποιητ που χρησιμοποιε το ω-μγα. Ε πως!!! το μγεθος μετρ...
     Η δετερη αφορ σε ...τεχνικ ζτημα: Αχ ρε Μπμπη, κανες που 'κανες το καλ, δε τα πληκτρολογοσες κιλας εσ, να γλτωνα τον ...κπο!!! :-}.
    Αστειεομαι. Ο κπος εναι ευχριστος, ειδικ για ττοια ργα, αλλ' αρκετ επαμε, καιρς να μιλσει κι ο καημνος ο Διαλλινομιχλης... που τονε διαλλσαμε, δυιλλζοντς τονε!

--------------------------------------------------------------------------------------------

               Η Κριτσωτοπολα

                     εισαγωγ

Μιαν ομιλα θα σας πω λαμπρ κι εκτεταμνη,
που η Ιστορα μας την εχε σκεπασμνη,
μα 'γω την ανακλυψα, νας Βιανντης γρως
μου την εδιηγθηκε το περασμνο θρος.
Ενε διαμντι ατμητο κρυμμνο μες στο χμα,
που λαμπηρτερο απ' αυτ, λλο δεν βρθ' ακμα.
Που μσα εις ταις φωτεινας κι ηλιλαμπρες τ' ακτνες,
φανονται μρες σκοτεινς να λμπουνε κι εκενες.
Το πρα και κοπασα για να το καθαρσω
κι εις τη καινοργια γενε, χρισμα να τ' αφσω.
Κι ακοσατε παρακαλ, λοι, μικρο μεγλοι
                                   με προσοχ μεγλη.

                           Α'
Κατ τα εκοσι και εν του χλια οχτακσα
μσα στην Επανστασιν του θνους τη μεγλη
που δεν μποροσε Χριστιανο να ομιλση γλσσα
κι οπο πουλοσαν τους Ρωμηος οι Τορκοι, τρεις το ριλι.
Στου Μεραμβλλου 'να χωρι, Κριτσ το ονομζαν,
ιδως δε, το λεγαν οι Τορκοι "Κλεφτοχρι",
οπο οι ξνοι πετεινο ποτ σ' αυτ δεν κρζαν
και κθε Τορκου τ' λογο εκε δεν επροχρει.
Γιατ' εχεν νδρας ορεινος και σκληραγωγημνους
που δεν ψηφοσαν τους εχθρος αν σαν και χιλιδες.
Ερωστους, με γερ καρδι, περσσα ανδρειωμνους
κι οι Τορκοι απ' το φθνο τους τους λγαν "κλεφταρδες".
Μωρ' τ λεβντικα κορμι βλεπες εις τους δρμους
με της μανκες της πλατειας και κτασπρα γελκια
με πτσαις εις την κεφαλ και στα στιβνια δμους,
λους τους νους της Κριτσς με φορεσι Ρωμακια.
Ωσν αδλφια λοι των σαν αγαπημνοι
και πγαιναν στην Εκκλησι καθ' εορτς ημρα
και να διασκεδζουνε πλι ομονοιασμνοι
επγαιναν στου "Καθαρο" τον καθαρν αρα,
που οι Τορκοι για να παν' εκε δεν περναν τον κπο
κι εζοσαν μρες 'λεθερες στο σκλαβωμνο τπο.
νας καδς μια φορ μονχα εχε πει
κι εβστα τα κιτπια του να τους καθοδηγση,
μως δεν ργησεν η γη ν' ανοξη να τον φη,
με τα κιτπια του μαζ να τον καταβροχθση.
Χατζς Βελς ελγετο απ το Χουμερικο
κι κτοτε τ' ονομζουνε "εις του καδ το λκο".
Κατπιν οι Οθωμανο για να εκδικηθονε,
λο το μρος βαλαν τζαρ για να πληρνη
που το αμα του καδ με αυτν να πληρωθονε.
τσι 'σαν της Γενιτσαρις οι μαυρισμνοι χρνοι!

                          Β'
Απ τους νδρας τ' σανε θα δτε κι η γυνακες,
νοικοκερδες, μορφες, καθαροενδυμνες
με κοδες βενετσνικες και φορεσις Ρωμααις
και στη καρδι Χριστιανς, σαν νδρες ανδρειωμνες.
Καθαριτη κτακτον στα σπτια των βαστοσαν,
εκβανε κι ερβανε μναι το φρεμ των,
εκλθανε, εφανανε και πτσες εκεντοσαν
κι καναν μ' ευχαρστησι τη κθε μια δουλει των.
Μ' τι φορματα 'βαναν μονχες των τα 'φαιναν
και στη Φραγγι, σα σμερα, χρματα δεν εστλναν.
βλεπες κρες νστιμες με νζι και γλυκδα,
σαν περδικολες πλουμιστς κι ομορφοπερπατοσαν
και φυσικ στα μγουλα εχαν την κοκκινδα,
που λοι τους εχαροντο εκε που ταις θωροσαν.
Δεν βαζαν σαν σμερα, τα φργγικα στολδια,
οτε επασαλεφοντο στο πρσωπο φτιασδια.
Μα κθ' αθα κι εμορφη Κριτσωτοπολα κρη,
να σωφρι κκκινο και στρουφικτ εφρει.
Για κοντογονια σρνανε ττε τους μπαχριδες,
που με τχνη περισσ και τλεια 'σαν ραμμνοι.
Τρεις δπλες εφοροσανε φλωρι και μαχμουτιδες,
η κθε μια σαν θελε στην Εκκλησι πηγανει.
Ταις χραις και ταις καλλονας, που εχανε εκενοι,
ντρες γυνακες και παιδι, για να σας παραστσω
δε θα μπορσω παντελς, και δι' αυτ ας μενη.
Τα ανωτρω φθνουνε και ταλοιπ θ' αφσω
στη φαντασα καθενς και μνος του ας κρνη,
απ τα προηγομενα, τ σανε εκενοι
Κριτσται και Κριτστισσες κι αν δεν καταλαβανει
ττε και να του πω εγ, οι κποι παν χαμνοι.

                            Γ'
Να, πως μσα στο χρυσ, λμπουνε τα διαμντια,
και στα μεγαλοπρβολα, τα μυρισμνα νθη,
τσι εδιακρνετο με τα μεγλα μτια
η κρη του πρωτπαππα, η ξακουστ Ροδνθη.
Να παραστσω δεν μπορ την τση της γλυκδα
το λιγερν της το κορμ, ταις χραις ταις μεγλαις.
Σαν πγαινε στην εκκλησι μοιαζε με φεργδα
και σαν βαρκολες μπρος σ' αυτν εφανοντο η λλαις.
νας φιλλλην Μσχοβος την εχενε βαπτσει,
πο 'τυχεν απ τη Κριτσ μια μρα να περσει
γιατ επεριδευε σ' Ανατολ και Δσι,
κι επγε στου πρωτπαππα το σπτι να πλαγιση,
μα κατ θεαν σμπτωσιν εκενη την ημρα
τυχε η μητρα της δια να τηνε γεννση.
Κι ως τκουσε ο Μσχοβος λγει στην πρεσβυτρα
κι εις τον παππ πως το παιδ αν θλουν να βαπτση.
Σαν γινε οκτ μερ πργματι το βαπτζει
και λγει στο πατρα του κρυφ την δια μρα.
-"Ο κθε εις ανδοχος οφελει να χαρζει
κτι στο νεοφτιστο, λοιπν φρε τη χρα
",
και του μετρει εκατ χρυσ ναπολενια,
με εντολ την κρη του μ' αυτ να εκπαιδεση.
Πργματι που 'σαν σπνια μσα σ' αυτ τα χρνια
κι αν θλη κι λλα μη ντραπ πλι να του γυρεση.
-"Πρε τα μ' ευχαρστησι, απ' της καρδις τα βθη,
δια τοτη τη νεοφτιστη κρη σου, τη Ροδνθη,
θλω να γνη Χριστιαν καλ και ζηλεμμνη,
και τους κινδνους ν' αψηφ, που σμερο τραβτε,
να μθη γρμματα μ' αυτ, στην εκκλησι να πηανη
και μνα που την βπτισα αν θλη ας ενθυμται
".
Τα πρε ο πρωτπαππας χωρς να ομιλση
απ' την πολλ συγκνησι βουβθηκε το στμα
κι ετρχανε απ' τα μτια του τα δκρυα σα βρσι
και παρ' ολγον πεφτε χμαι στης γης το χμα.

                             Δ'
Σαν γινε πντε χρονν αυτ η παινεμνη
την πρε ο πατρας της χωρς καιρ να χνη
και την επγε στη Μον, που λεν' Φανερωμνη,
για να τη μθη γρμματα, δασκλα να την κνη.
Εις την Φανερωμν' αυτ ενε να μοναστρι
που το δεκαπενταγουστο γνεται πανηγρι.
τον εκε νας παππς εγγρμματος και ξνος
σεβσμιος, ενρετος, γρων πεπαιδευμνος.
Σ' αυτν κρυφ οι Χριστιανο, εστλναν τα παιδι των,
να μθουν λγα γρμματα να κνουν τη δουλει των.
Γιατ δεν επιτρπανε οι μαροι χρνοι εκενοι,
διδσκαλος στο φανερ ο Χριστιανς να γνη.
Δεν υμποροσαν γρμματα να μθουν τα παιδι των
μνο κρυφ καμι φορ στα μοναστρια μσα
παππδες τα διαβζανε τα 'κλησιαστικ των.
Φοβονταν των Γεντσαρων και των Τουρκν τα φσα.
Κι εκενος ποτον τυχερς να μθη τ' "Ανθολι"
να λει και το "εν παντ καιρ" μες απ το Ρωλι
και το "σπιλε κι αμλυντε" χερουβικ να ψλλη
τανε πρτος δσκαλος κι εχε τιμ μεγλη.
Σα να φορ ασημωτ στη μση καλαμρι
ποια πλουσα κι εμορφη κοπλλα 'θελε πρει.
Και η Ροδνθη το λοιπν εκε πρα πηγανει
δια να μθη γρμματα να γνη μορφωμνη.
Δυο-τρα χρνια μεινε σ' αυτ το μοναστρι
στε που εσυνθειζε να μθη να διαβζη,
να λει τον Απστολο, νερ το Ψαλητρι
και πρσθεσι κι αφαρεσι δια να λογαριζη.
τον εξ λλου ξυπνη αυτ η κορασδα
κι νεκα τοτου ο παππς που 'τον διδσκαλς της,
την δδαξε τι θα ειπ Πστις και τ Πατρδα
και να ελπζει πντοτε στον εσπλαχνον Θεν της.

Κατπιν ο πατρας της πηγανει και την παρνει,
περχαρος και γελαστς κι εις τη Κριτσ την φρνει.
Την κτταζε κι εχε χαρ, αμτρητη μεγλη,
γιατ του στειλε ο Θες κρη ροδοπλασμνη
και την επεριχαροντο λοι, μικρο μεγλοι
κι λοι την αγαποσανε και συγγενες και ξνοι.
Η μννα της την κτταζε και απ τη χαρ της,
πιπταν απ' τα μτια της τα δκρυα σαν νθη
και σπλαχνικ τσ' αρμνευε τη κθε μια δουλει της,
γιατ δεν εχ' λλο παιδ μονχα την Ροδνθη.
Της μαθε κθε δουλει, να κλθη, να υφανη,
να μαγειρεη, να κεντ, να κλθη να λευκανη.
Κι αυτ σαν κρη ξυπνη σε λγες εβδομδες,
γινε πρτη του χωριο μες στης νοικοκερδες.

                             Ε'
να πρω σηκνεται και κνει το σταυρ της,
λγο ψωμτυρ 'πηρε στη παχουλ της χρα
και τφαγε και πειτα μπανει στον εργαλει της
ταν πολ πασχαρη εκενη την ημρα.
Κι αρχνησε χαρομενη να τραγουδ να 'φανη
και το τραγοδι το γλυκ αντλαλος να παρνη,
να το σκορπ εδ κι εκε κι απξω σοι περνοσαν
στκουνταν με ευλβειαν το σμα κι εγροικοσαν.
Ενμιζες πως ψαλλαν του ουρανο αγγλοι,
και τα αηδνια το γροικον κι φωνα χουνε μενει.
Μωρ' τ μελωδικ φων σαν ζχαρι και μλι!
Κι λοι ρωτον με νημα ποι ενε τχα εκενη;
Με νημα, να μη γενε καμι οχλαγωγα
και διακψη προς στιγμν τ' αγγελικ τραγοδι.
Και κατ νουν ελγανε, μην ενε καμι αγα,
Χερουβεμ, Σεραφεμ,  τ' ουρανο αγγελοδι;
Γλυκει σειρνα Κρητικι φτωχ Κριτσωτοπολα,
μην τραγουδς τσο γλυκ γιατ κι εσ 'σαι δολα!
Δεν ξερεις η πατρδα μας πς στο ζυγ στενζει;
Μην δση το τραγοδι σου λοιπν καμιν αιτα
για να χυθ το αμα μας, για θχης αμαρτα.

                         ΣΤ'
Στο Χουμερικο κθητο ττε νας Σαμπτης,
νας σκληρς Οθωμανς κι ελγετο Χουρστης
και κατ τχη στη Κριτσ εχε περιοδεα
κι ως πρασε και κουσε αυτ τη μελωδα
εστθηκε τρομακτικς δεν ξσυρε παρκει,
γιατ το σμα το γλυκ που ψαλλ' η παρθνα
του κτπησε την κεφαλ ωσν αστροπελκι.
Και λγει στους συντρφους του: -"Πστε μου σεις εμνα,
ποι εν' αυτ που κλεψε των αηδονιν τη γλσσα,
και μ' καμεν εξαφνικ κι χασα το μυαλ μου;
Θε να μετρσω δι' αυτν σα κι αν χω γρσα
σ' ποιον θα μου την φερνεν μσα στην αγκαλι μου.
Πς τυχε ο γγελος αυτς εδ στη Κρτη;
Τ' αηδνι το χρυσλαλο ποις τφερε 'δω πρα
να με τρελνη το φτωχ
"; Κι αυτο του λεν: "Χουρστη
αυτ 'ναι του πρωτπαππα η μορφοθυγατρα,
που δεν ευρσκεται καμι στα κλλη να της μοιζει
".
Κι εκενος, σο του τα λεν, τσο κι αναστενζει.
φυγεν μως παρευθς δια να μην τους ενοισουν
τα παληκρια της Κριτσς και τους κατασκοτσουν.

Εγρισ' ο Χουρστ Αγς το βρδυ στο χωρι του,
πεζεει στο κονκι του δι να ησυχση,
φαγ του 'φραν μα 'τανε πικρ το φαγητ του,
τη τραγουδστρα δε μπορε διλου να τη ξεχση.
πεσε για να κοιμηθ επνω στο κρεβτι
                           μα πο να κλεση μτι;
Γιατ επνω που 'θελε ο πνος να τον πρνη,
της κρης τη γλυκει φων, το νειρο του φρνει.

Σηκνεται πρω-πρω και λγει στον Ομρη
-το φλο του το μπιστικ: -"Δουλει 'χω να σε στελω,
μον' ετοιμσου γργορα γιατ χω σεφρι
και θα σε στελω Ομρ Αγ για ποι καλ μου φλο
και ποι πιδξιο κι ξυπνο για να τα καταφρης,
θλω την κρη του παππ απ' τη Κριτσ να φρης.
Την τραγουδστρα την καλ, την αηδονολαλοσα,
γιατ σαν το τραγοδι της, τ' αφτι μου δεν ακοσα.
Διλεξ' αμσως σους θες απ το καρακλι
να πτε να την φρετε, θα πληρωθτε λοι.
παρε τον Αλ Αγ και το Μαυροεμνη,
τον Μουσταφ και το Ρετστ του Κουτσοχουσενη,
το μεσημρι στη Κριτσ λοι σας να βρεθτε,
ν' αρπξετε την κοπελι και πσω 'υτς να 'ρθτε.
Στο δρμο αν σας ερωτον Τορκοι, Ρωμηο διαβται,
πστε τους στην Ιραπετρα δουλει 'χετε να πτε.
Δε λω περισστερα πς πρπει να το κνης,
εσ γνωρζης πειο καλ τερτπια για να βγνης.
Σας ξαναλω μοναχ και να βεβαιωθτε
πως μα μου τη φρετε θ' ακριβοπλερωθτε
".

Αναστενζει ο Ομρ και λγει: -"Δεν θα πω.
Δεν θλω το κεφλι μου μνος μου να το φω.
Εγ να πω δε κοτ μσα στο Κλεφτοχρι,
για να σου φρω του παππ την ξακουσμνη κρη.
Γιατ αν το προυνε οι Χριστιανο χαμπρι,
ξανστρουφα θα γδρουνε το μαρο μας τομρι.
Κι εγ δεν πρνω δικα ανθρπους στο λαιμ μου,
γιατ' εδα πργματα φρικτ απψε στ' νειρ μου
".
-"Ομρ αν στα νειρα πραγματικς πιστεεις,
ενε το διο στ' χερα ψλλους για να γυρεης.
Μπλες δεν σκιχθης στη στερι, στη θλασσα μπουρλτο,
ορ Ομρ και σ' λεγα για παληκρι πρτο,
εσ που δεν φοβθηκες τους Λιπηδες της Μνης
και σμερα να φοβηθες; Το σκπτεσε τ κνεις;
Ραγιδες αξαρμτωτους ο Τορκος να φοβται;
'Ενα γερκι ρνιθες πρπει να συλλογται;
Αν εφοβθης στλνω γω λλον αντ εσνα,
αλλ δεν θλω να φορς τ' ρματα ντροπιασμνα
".

Τα λγια αυτ μες στην καρδι εγγσανε τ' Ομρη
και λγει στο Χουρστ Αγ: -"Προσκλεσε τ' ασκρι,
και τους λοιπος Οθωμανος που 'νε στο Μεραμβλλο,
να ξεδιαλξω απ' αυτος εκοσι ποιους θλω
και τεβκελι ταρλαχ -
στ' νομα του Προφτη-
να πα κτυπσω στη Κριτσ εις του παππ το σπτι,
να φρω 'δω την κρη του αλλ' αν δεν ειμπορσω,
τουλχιστον ως μρτυρας -
χεχτης- θε να πσω".
Ευθς διατσσει ο Χουρστ κι λους τους Τορκους φρνει,
κι απ τα νχια ως την κορφ λους τους αρματνει.
Διαλει ο Ομρ τους πλια καλος, αυτος και μνο πρνει,
και στρφουνε προς της Κριτσς τα μρη το τιμνι.
Δεν ξευραν που 'θελε παν και τ 'ταν η δουλει των.
Μονχα στη Κουτραντο ταν εσωπατσαν,
τους λγει ο Ομρ, Προσεκτικ να νε στ' αρματ των
γιατ θα πνε στην Κριτσ ν' αρπξουνε με λσσαν,
την κρη του πρωτπαππα 'πο μσα 'πο το σπτι,
κατ το μπρι του Αγ του ξακουστο Χουρστη.
Μλιστα τους ανπτυξε για να τους φανατση,
τι θα την τουρκψουνε κι ενε μισθ -σεβπι-,
και πως σ' αυτος θε να δοθ μπλικο το μπαξσι,
γιατ της χει ο Αγς αμτρητη αγπη.
-"Μη λυπηθτε τους Ρωμηος! Κτυπτε τους με τση
σκληρτητα και απονη!  Και κθε γιαταγνι,
να κβει αλπητα Ρωμηος στε ν' αποστομση.
Ζντας ο Τορκος ναν' θερι, χεχτης να πεθνη
".
Φθνουν εις του πρωτπαππα το σπτι και πεζεουν,
χωρς να πονε κανενς οι σκλοι τ γυρεουν.
Κι η παπαδι να τους ιδ εψγη κι εμαρνθη:
-"Τ θλετε;" τους ερωτ. -"Την κρη σου Ροδνθη",
με μια βραχν κι γρια φων της λγει ο Ομρης:
-"Την θλει ο Χουρστ Αγς, τρξε να μας τη φρεις".
-"Η κρη μου; Δεν ενε 'δω". -"Σπα!", της λει. "Ψετρα,
την εδα 'γω που κρφθηκε, τ' ακος ορνιθοκλφτρα
";

Μπανουν ευθς στην κμερα πεντξη και κυττζουν
βρσκουν την κρ' ημιθαν κι αμσως την αρπζουν,
και τνε φρνουν του Ομρ και λγει της: -"Κοπλλα,
ρα δεν εν' να στολισθς, μον' πως εσαι λα,
γιατ σε θλει ο Χουρστ, ευθς, ευθς να πμε
".
Η κρη δεν του μλησε γιατ απενεκρθη,
μνο η μννα του 'πενε: -"Ομρ Αγ μου κνε
για το χατρι του Θεο
..." μα κενος την απθει.
-"Σπα παλιογκιαορισσα, γιαγουρτοβαπτισμνη,
την κρη σου θα προυμε, δουλει τελειωμνη,
το διο ενε και να κλαις, το διο να φωνζης
".
Και ττε ο Μπερμπελ Αγς εις τον Ομρη λγει:
-"Ακμη την παληορωμη, ακμη δεν την σφζεις";
Η κρη ξελιγθηκε κι αρχνισε να κλαη.
Αρχζει η μννα της φωνας και για να μη φωνζη,
στα γνατα της κρης της ο Ομρ Αγς τη σφζει.
Κι εις τη Ροδνθη λεγε: -"Ζτησε την ευχ της",
με να βλμμα ειρωνικ κι εσκοσεν απ' τα γλοια,
"μη τη λυπσαι κρη μου, το 'φαγε το ψωμ της,
δεν κνει, μνο φβητρο για τα πουλι στ' αμπλια
".
Η κρη λιποθμησε να την ιδ σφαγμνη
και πντε Τορκοι την αρπον ως το νεκρωμνη
και σαν την εφορτσανε βαμβκι μες στο σκο,
την εφορτσαν να την παν' τ' Αγ στο Χουμερικο.
Σταις Τπες τυχε να εν' τοτ' οι Κριτσται λοι,
γυνακες νδρες, γενικς, ακμη και παιδα,
γιατ στην Ιερπετρα πληγθηκε με βλι,
νας καλς αγωνιστς και του 'καναν κηδεα.
Μα ταν εγυρσανε το βρδυ στο χωρι των
και μθαν τα καθκαστα, της παππαδις το φνο,
της κρης της την αρπαγ, κνουνε τον σταυρ των
κι εκυνηγοσαν τους εχθρος, με θρρος και με πνον.
Ακμα και Κριτστισσαι ακολουθοσαν τσαι
και φτνουν στη Κουτραντο, πατες με και πατ σε.
Μα ταν στην Κουτραντο ετοτοι 'χανε φθσει,
αυτο στον Ξηροπταμο εχανε πλι περσει.
Και λυπημνοι στερα γυρζουν στο χωρι των,
γιατ δεν επροκμανε τον τιμον εχθρν των.
Στην εκκλησ επγανε την παππαδι κι εθψαν
και μτια δεν εμενανε που να μην εκλψαν.
Βρδιες εστσανε ευθς στας καταλλλους θσεις
κι αυθημερν εκψανε με τον εχθρ τας σχσεις.

Τρεχτοι φθνουν οι εχθρο, στο Χουμερικο πρα
κι ολγυμνη ο κθε εις κρατοσε τη μαχαρα
και σρναν τη Ροδνθη μας κλιτ και λυπημνη,
σαν μαραμνη ροδαρ, σα χρα κουρσεμνη.
Και ως τους εδεν ο Χουρστ απ' την πολλ χαρ του
εις τον αγρα δειασεν αμσως τ' ρματ του.
-"Γιαχι!" φωνζει (ζσετε), "αλσνια μου αγδες,
πατιχιαμς τσοκ γιασιασον
". (θνατος στους ραγιδες).
Και στον καθνα δωσε και δρα και μπαξσια
                                     αμτρητα, περσσια
και στλνει τρεις χανομισσες να προυν τη Ροδνθη,
να τηνε περιποιηθον στε να συνεφρη,
γιατ απ' τη συγκνηση και κορασι και πθη,
την νοιωσεν ο σπλαχνος πως τι υποφρει.
-"Αι Τουρκοπολαι, πρετε τη ναν αδελφ σας,
γλυκ καφ της ψσετε, σερμπτι με το μλι.
Δεξετε λαι σας σ' αυτ, την περιποησ σας
και δστε της για φαγητ, ,τι σας πει πως θλει
".
Και τον Ιμμη διταξε να πει, μην αργση,
κατ το Χερατι των να τη σαλαβαπτση
και ταν οι θρησκευτικο αυτο θα γνουν τποι,
και της Ροδνθης της καλς θα της περσ' η λπη,
να πψη τους Βεκλιδες να κψουν το καπνι
και με το μπρι του Ραμπ ττε γαμβρς να γνη.
Βλπετε το τυπικς στην κθε μια δουλι του,
γι' αυτ, ,τι κι αν θελε στον κσμο για να κνη,
με τξει πντα το 'κανε κι εις τα θρησκευτικ του,
κανε τι λεγε κι γραφε τ' Αλκορνι!

Πρνουνε η χανομισσες αμσως την κοπλλα,
με περιποησες πολλας και τηνε παν' στο σπτι.
Και κθε μια χανομισσα πασχαρα εγλα,
για να την ετοιμσουνε νφη για τον Χουρστη!
Μον' η παππαδοπολα μας, που δεν εγλα μνο
εχε καμνι στην καρδι, λπες, καμος και πνο.
,τι κι αν της ελγανε, αυτ δεν ωμιλοσε,
δεν ξερεν αληθιν νειρα θωροσε.
Βγνουν της τα φορματα, εκενα που φοροσε,
μπροστ της σπονε τον σταυρ στο στθος που βαστοσε
και βνουσ της φερετζ, στο πρσωπο μιλγια,
λοζουνε και το σμα της μ' αρματα καθρια.
Χρια και πδια και μαλλι, αμσως χρωματζουν,
με το θρησκευτικ κιν κι εν γνει τη στολζουν,
με τα πολλ μαλακτικ, φλωρι και δακτυλδια,
που το βρδυ θα γεν Τορκα ξετελεμνη.
Για να τη κμουν να γελ, κνουν πολλ παιγνδια,
μα σο κι αν της ομιλον αυτ πντα σωπανει.
Εβρδυασεν το καιρς ο γμος πια να γνη,
τα πντα σαν τοιμα, κομμνο το καπνι.
Εις το Τζαμ παν' το γαμβρ ευθς να προσκυνση
και σαν αποπροσκνησε οι Τορκοι και κοπλια,
η συνοδεα λη των ρχισε να κινση,
και Λαηλχ εφναζαν και ψλλανε γαζλια.
Στο σπτι σαν εφθσανε αρχζει ν' απαγγλη,
νας Ιμμης τυπικς ευχς απ' το Κορνι
κι στερα αφνουν τον Χουρστ μονχο του οι φλοι
και τονε πρνει μια γρη και σα γαμβρ τον βνει.
Μνει η Ροδνθη κι ο Χουρστ, ου δυ των σ' να σπτι
και πει για να της ριχθ, μ' αυτ λγει: -"Χουρστη,
εγ θα εμαι δια σε, σαν εσε συ για μνα,
μα με τη τξι να γεν, θα πρπει το καθνα.
Μη βιζεσαι παρακαλ, εγ ειμ' εδικ σου,
βγαλε πρτα τ' αργυρ ετοτα τ' ρματ σου
και τα λοιπ φορματα με την υπομον σου
και πσε στο κρεβτι σου, να 'ρθω στην αγκαλι σου
".

Βγζει αμσως το σκυλ τι και αν εφρει
και πφτει στο κρεβτι του και προσκαλε την κρη.
Μ' αυτ αμσως χνεται σα φοβερ λιοντρι
και σρνει το μαχαρι του απ' τ' αργυρ θηκρι
και το καρφνει στου Χουρστ μια-δυο και τρεις, στο στθος
κι απ' ξω διεσκδαζε αμριμνο το πλθος!
Απ τους πνους ο Χουρστ κνει να ξεφωνση,
μα κενη εν τω μεταξ το στμα του 'χε κλεση
και δστου μνο μαχαιρις στο στθος επελκα:
-"ρσε" του λγει, "πιστε, που θες Ρωμη γυνακα"!
Κι εκε που θε να ρεε αμα της παρθενας,
τρεξε το φαρμακερ αμα της Τυρανας!
Σαν τον αποτελεωσεν η ανδρειωμνη κρη,
βγζει ευθς τα νυφικ φορματα που φρει,
βζει τα ροχα του Χουρστ, ζνετε τ' ρματ του
κι αυτς την ωνειρεεται στον πνο του θαντου!
Κι απ μια πρτα που 'διδε στο Μπη το περιβλι,
πιδξα και σιγ-σιγ πηγανει και ανογει
κι εν στο πρτεγο γλεντον οι Γενιτσροι λοι,
χωρς να την ιδ κανες, κατρθωσε να φγει.
Σχζει λαγκδια και βουν κι εκε που επερνοσε,
δεν λεγες πως περπατε, μνο πως επετοσε.

Στα Ζνια φθασε, στον 'Αγιο Ιωννη,
που οι Τορκοι 'ταν αδνατο να φθσουν εκε πρα,
μπανει στο ξωμονστηρο, την προσευχ της κνει,
που την εγλτωσ' ο Θες εκενη την εσπρα.
Μπρος στ' 'Αγιο Βμα τσ' εκκλησις με δκρυ γονατζει
και με πικρ παρπονο ττοιας λογς αρχζει:
-"Πανχραντη παρθνα μου και Συ Εσταυρωμνε,
Βασλισσα του ουρανο, Χριστ μ' αγαπημνε,
οπο γνωρζετε κι οι δυο του χωρισμο τον πνο,
γιατ τον υποφρατε και Σεις κμποσο χρνο,
ω Παναγι μου που 'κλαυσες κι επνεσ' η καρδι σου,
σαν εσταυρσαν τα σκυλι τον μοναχν Υιν σου
και κρουνηδν ετρχανε τ' χραντα δκρυ Σου,
σαν εδες πνω στον σταυρ την Ακριβ σου Γννα,
τ καμα η μοιρη; Τ σου 'φταιξα Παρθνα;
Κι εν τον κσμο βοηθς και νκτα και ημρα,
μνα μ' αφκες ορφαν και με χωρς μητρα.
Γιατ αφκες τα σκυλι, τη μννα μου να σφξουν
και μες απ' την αγκλη της τη μαρη να μ' αρπξουν;
Να πω τους Τορκους αγαπς; Ω δεν θα το πιστψω,
μα κι τσι να 'ν' εγ ποτ, ποτ δε θα τουρκψω.
Κι η δια Παναγα μου, να με παρακινσης,
Τορκα να γνω, ουδποτε, κι αν με ξαναβαφτσης!
Συγχρεσ με Δσποινα, τι λω δεν γνωρζω.
Συγχρεσ με Παναγι, δσε μου την υγει μου,
βλπω τη μννα μου μπροστ κι χασα τα μυαλ μου.
Τ φταιξε η μννα μου και εγ Παρθνα
";
Αυτ και λλα λεγε, με μτια βουρκωμνα
και μετ' ολγον αρχιν και ξαναλγει πλι,
με πλει πικρ παρπονο και με φων μεγλη:
-"Στριγμα των Χριστιανν, Θενθρωπε, Χριστ μου,
χραντε Υι της Παναγις, Πανγαθε Θε μου,
που χυσες δια ημς το χραντ Σου αμα
και φρεσες στη κεφαλ εξ αγκαθν το στμμα.
Τον κσμον λον βοηθς, μως εμνα μνον,
υστρησες τη μννα μου χωρς καμμιν αιτα
και μ' φησες να πνγωμαι στου χωρισμο τον πνον.
Τ καμα η μοιρη, μην καμ' αμαρτα;
Χριστ που ξερεις τ θα πη η γλκα της μητρας
που για να χεις και εσ Μητρα, εγεννθης
κι απ Θες Θενθρωπος γινες λγας μρας,
την μννα μου σαν σφαξαν πς δεν την ελυπθης;
Χριστ μου που σαν σουνα επνω στο σταυρ σου,
σαν εδες τη Μητρα σου αντκρυ λυπημνη
του Ιωννη φναξες που 'λεγες αδελφ σου.
πως επσης και αυτ την παραπονεμνη
:
'Γναι' της επες, 'Να αυτς ο Υις σου εδ πρα'.
πειτα λγεις και σ' αυτν: 'παρε τη Μητρα'.
Ω! Πς για την Μητρα σου εφρντιζες και μνο;
Για τας μητρας μας Χριστ δεν χεις τχα πνο;
Θε μου, που χει εις εσ ο κθε εις τα θρρη,
εν μας δδεις βσανα για να μας δοκιμσης,
τουλχιστον στην ορφαν μην αρνηθς μια χρη,
Θε μου σε παρακαλ πολ, μην το ξεχσεις.
Κατταξον τη μννα μου εντς του Παραδεσου,
πιστεω δεν θα τ' αρνηθ η σπλαγχνικ ψυχ σου.
Δσε εις τον πατρα μου υπομον μεγλη
κι εις τας πληγς του βλσαμο και μια καρδι 'π' ατσλι.
Κι εμνα δσε δναμι και θρρος να βαστξω,
να 'κδικηθ τη μννα μου, Τορκους πολλος να σφξω
".

Αυτ και λλα λεγε με κλμα και μ' αγνα
οπο κι ο διος ο Χριστς πολ συνεκινθη
κι εδκρυσε της Παναγις η χραντη εικνα.
Κι πειτα απ' τη συγκνηση, λγον απεκοιμθη,
μα ξφνου πλι σκνεται κι εδ κι εκε κυττζει
                                       και βαριαναστενζει.
Και βγνει το μαχαρι της απ' τ' αργυρ θηκρι
και τα χρυσξανθα μαλλι της κεφαλς της πινει
και τα 'κοψε, τα κρμασε εις το προσκυνητρι,
τα θρισ' ως θερζουνε το στρι με δρεπνι.
Και μ' να κρβουνο σβυστ στης εκκλησις τους τοχους,
γρφει με γρμματα πολλ, τους επομνους στχους:
ποιος Χριστιανς θα δη ετοτη τη πλεξδα
της νας που εστσανε οι πιστοι, παγδα,
πολ τονε παρακαλ να πα' να τη προσφρη,
στου τυχου πρωτπαππα, εις την Κριτσ, το χρι.
Ν' ανοξη της μητρας μου το μνμα να τη βλη
στο στθος το μαρτυρικ στ' γιο της κεφλι.
Και θα σκιρτση και νεκρ ακμ' απ' τη χαρ της,
γιατ μ' αγπα η φτωχ μες απ τη καρδι της.
Και να του πη η κρη του εγνηκεν αγρι
και τη Τουρκι θα πολεμ στους κμπους και στα ρη.
Το καλυμακι του ψηλ κι αντρπιαστα να βνη
κι η κρη του ζη τμια και τμια θα ποθνη
.

Βουν και ρη διασκελ η κρη ανδρειωμνη
και φθνει ξημερματα στο Μεσακ Λασθι.
νας παππς στην εκκλησι τυχε να πηγανη,
για Τορκο την ενμισε κι φυγε που 'φοβθη.
-"Γροντα, Τορκο μ' πηρες; Μη φεγεις, απατσαι,
εμαι κι εγ Χριστιανς, σμωσε μη φοβσαι.
Μια χρι μν' επιθυμ, αν θλης να μου κνης,
να μ' ωδηγσης που εν' ο Καπετν Καζνης.
Στον Καπετνιο απαιτ αμσως να με φρης
κι ευεργεσα εις αυτν και εις εμ προσφρης
".
Μσα που λεγαν αυτ τυχε κι επερνοσαν,
τσσαρες Μαρμακετιανο λοι των καββαλροι
κι εξεφοβθηκε ο παππς κι αυτο που τους ακοσαν
ωδγησαν στον αρχηγ αυτ το παληκρι.
Ο Αρχηγς ως εδενε τον Τορκον εμπροστ του,
του φνηκε παρξενο, πς να τ' αποφασση,
να Τουρκκι σαν κι αυτ, να πρη τ' ρματ του,
στ' απτητο Λασθι του, φοβα να πατση.
-"Καλς το το Τουρκπουλο, τ θλεις στα βουν μου";
-"Ω μη με λες Τουρκπουλο, γιατ πον' η καρδι μου,
αχ Καπετνιο βλασφημες, Τορκο εαν με λγης.
Αν ξερες τα πθη μου θελε να με κλαγης.
Μανλης εγεννθηκα, Μανλης θα ποθνω,
Πασσδες δε θα προσκυν, οτε και τον Σουλτνο!
Εμ' απ' τη Στεα Αρχηγ, απ' το χωρον Σφκα
κι νας Αγς Γεντσαρος με πγε στη Ρουκκα,
για σκλβο του κι εδολεβα σε τοτο νκτα-μρα,
χωρς φαγ πληρωμ! να κομμτι μνο
ψωμ για ζσι μου 'δινε κι ελεθερον αρα
ποτ μου δεν ανπνευσα, μνο καμος και πνο
πντοτε εχα στη καρδι κι κλαιγα κι εθρηνοσα.
Αχ Καπετνιο μου, ζω δεν το που εζοσα.
βλεπα τους Χριστιανος σα ζα να τους σρνουν
και κορασδες Χριστιανς, οι πιστοι να παρνουν
κι εις τους γονους των μπροστ, παρθνες ν' ατιμζουν!
Αχ! πο να σας διηγηθ τ 'δαν τα δυο μου μτια!
Εδα με χρις αφορμ, Χριστιανος να σφζουν
και η καρδι μου ρζε κ εγνετο κομμτια.
Για κενο αποφσισα κι εγ μιαν εσπρα
που εκοιμτο ο Αγς επνω στον οντ του,
να φγω δια να λθ κι εγ ο δλιος εδ πρα
και του 'κλεψα τα ροχα του μαζ και τ' ρματ του.
Ναι, ν' αναπνεσω λευτερις αρα εδ πνω,
να πολεμ με τους εχθρος κι πειτα ας ποθνω.
Πρε με Καπετνιο μου, μαζ σου στρατιτη
κι ταν εχθρος θα πολεμς να βρσκομαι κοντ σου.
Ω! Αν με διξεις θεωρ σα να με λες προδτη.
Ναι, σε ορκζω στο Θε και εις την ανδρει σου
".
Αχ! Επε ψμμα κι ποιος πη ψμματα τιμωρεται.
Ναι ενε αθον κι ευγενς να τοιοτο ψμμα
και ο Πανγαθος Θες το συγχωρε ακμα.
Γιατ το ψμμα του αυτ θλει να βοηθση
ανθρπους που πσχουνε και χι ν' αδικση.
-"Ας ενε", λγει ο Αρχηγς, "εγ θα εξετσω
κι αν ενε πως μου τα λες, ττε θα σε κρατσω,
δ' λλως και με απατς, ευθς θα σε κρεμσω
με το γιαταγνι μου αυτ θα σε ξεσχσω
".
-"Ξτασε Καπετνιε μου και αν σου λγω ψμμα,
χσε με το μαχαρι σου το εδικ μου αμα
".
-"Εξ λλου συ εσα μικρς, παιδ και δεν αντχης,
ωσν εμς μερνυκτα, εις τα βουν να τρχης.
Τη πενα και τη κορασι μπορες να τη βαστξης;
Τον πνο δυο μερνυκτα, πες μου, δε θα νυστξης
";
-"Αυτ τα σκφτηκα πριν 'ρθω, λοιπν δε θα δειλισω,
με του Θεο τη δναμι, λα θα τα βαστξω
".
-"Μενε λοιπν προσωρινς μ' εμς μικρ Μανλη".
Και λγει στους συντρφους του π' αμσως λθαν λοι:
"Πρετε τοτο το παιδ, μαζ μας θα γυρζη
κι ως αδελφ του ο καθ' ες πρπει να το γνωρζη
".
Ιδιαιτρως δ' ωμιλες στον πρωτοξδελφν του,
το κθε να κνημα που κμνει να προσχη,
να επιβλπη δηλαδ τον νεοσλλεκτν του,
στε να πληροφορηθον πραγματικς τ τρχει.

Αυτας ταις μρες  γραψαν στον Καπετν-Καζνη,
πως εις ταις Λμνες βρσκεται ο Καμπουρομπιλλης
και νω-κτω το χωρι, ο σκλος χει κνει,
γιατ επιτθετο της μιας κοπλλας και της λλης
και τον παρακαλοσανε γργορα να περση,
με τα λιοντρια του μαζ για να το λογαριση.
-"τοιμοι", λγει ο Αρχηγς, "γιατ το μεσονκτι,
πλι θα χωμε χορ με τους παληομπουρμδες.
Σταις Λμνες θε να τρξωμε και χινι εν ρπτη,
τα παληκρια μου χιονις, δε σκιζουντε κι αγδες.
Αυτ την ρα ο Θες τσ' εχθρος αποτυφλνει
κι σους για πστι πολεμον, με θρρος δυναμνει
".
-"μεθα", λεν με μια φων, "εις τη διαταγ σου
κι που θα πη η τρχα σου θα π' η κεφαλ μας.
Κι που διατξ' η πατρικ κι αγγελικ φων σου,
αμσως θε να τρξωμε με ευχαρστησ μας
".
Κι αμσως εξεκνησε η συνοδεα λη,
ο Αρχηγς κι οι σντροφοι με τον σπαν Μανλη.

Φθνουνε τα μεσνυκτα σταις Λμνες σταις Πηγιδες,
που εν' απ' ξω στο χωρι κι οι χωρικο πιστεουν,
πως πριν να κρξη ο πετεινς πηγανουν η Νεριδες
και πλνονται και λοζουνται κι αρχζουν και χορεουν.
Εκε τους τοποθτησε ο Καπετν-Καζνης,
πειτα λγει σιγαλ εις να παληκρι:
-"Ξερεις παιδ μου Κωνσταντ τ πρπει για να κνης;
Προσεκτικ μως κανες εδησι να μη πρη.
Πρε μαζ σου δυο παιδι, βγα σταις Λμνες μσα,
να βλπεσ' μως που δης των Γενιτσρων φσα.
Κι αν δης καννα Χριστιαν πστου για να σε φρη,
στου Τουρκοφγου το κελ, του Γιργη του Δινρη.
Κι εκενος εις το ργον μας θε να μας βοηθση,
γνωρζει τα πατματα για να σας ωδηγση
".
Αμσως ονομαστικς κρζει δυο παληκρια
κι ευθς τα γιαταγνια των βγζουν απ' τα θηκρια.
Μα κι ο Μανλης ο σπανς λγει: -"Θ' ακολουθσω".
-"Μενε", του λεν, "εσε μικρς". Μ' αυτς δεν μνει πσω.
-"Πρτε τον", λγ' ο Αρχηγς, "αφο το επιμνει".
Κι εμβανουν μσα στο χωρι λοι ξεσπαθωμνοι.

Εις του χωριο την εσοδο οι σκλοι εγαυγζαν
κι εις να σπτι κθουνται πεντ-ξι Γενιτσροι.
Χορ 'χανε με Χριστιανς κοπλλες κι εγλεντζαν
κι να Μαδουπομουσταφ εχανε για λυρρη.
-"'Αιντε Μαρι μου, χρεψε"! -"Ελνα μου να ζσης"!
-"Κρασ μου, φρε Κατερι"! -"Καλ, να με φιλσης"!
-"Ορ γκιαορη Κωνσταντ, τοιμα τα κρεβτια;
Γιατ σε λγο θε να 'μβουν γαμβρο οι Γενιτσροι.
Εν αργσης βαλλαχ, σου βγνω τα δυο μτια
θα σε κνω παστουρμ με ξδι, στο πιθρι.
Βγλτε τα ροχα σας Ρωμης, ευθς ετοιμασττε,
γιατ θα πσωμε μαζ, να το 'χετε χαρ σας,
πως με Γεντσαρους γαμβρος κι εσες θα κοιμηθτε
κι αγδες θε να βλετε μσα στην αγκαλι σας
".

Οι τσσαρες τους βλεπαν απ την κλειδωνηστρα
και σηκωμνην εχανε των πλων των την πιστρα
κι εσκπτοντο αν πρεπε να τους πυροβολσουν
αν τον Καπετνιο των να προειδοποισουν.
Μα ο Μανλης δεν βαστ, κτυπ το γιαταγνι,
παζει της πρτας δυνατ κι αυτ ευθς ανογει,
κβει του 'νς την κεφαλ σαν στχυ σε δρεπνι
κι οι λλοι Τορκοι κτταζαν ο κθε εις να φγη.
Σρνει και ταις πιστλες του, τους λλους σημαδεει
κι αφο εξπλωσ' λλους δυο και τταρτο γυρεει!
Τον τταρτο τον εχανε οι λλοι τελεισει,
νας μονχα πρφθασε, απ' λους να γλυτση!
Κβει των δυο τας κεφαλς, πρνει και τ' ρματ των
κι πειτα εγυρσανε και λεν στον Αρχηγ των
και μαχα κι ατραχα εκμαν την δουλειν των.
Τον Καπετνιο βρκανε εκε που τον αφκαν
και πως εγενκανε, του τα διηγηθκαν:
-"Τρεις Τορκους σκτωσ' Αρχηγ, μα δυο κεφλια μνο
σου φερα, δεν μπραγα το λλο να σηκνω.
νας μονχα ξφυγε, που 'τον κι αυτς στο σκο.
Αι το σκυλ! Θα βρσκεται τρα στο Χουμερικο
".
-"Θα τον γνωρσης αν τον δης αυτν που χει φγει";
-"Πιστεω Καπετνιε μου, πως ναι, θα τον γνωρσω".
-"Πετυχεμνο βγκενε τ' αποψερν κυνγι,
για κτταξε Μανλη μου, εκε στο λκκο πσω
".
Και πργματι εκτταξε και βλπει ξαπλωμνο,
τον Τορκο που ξφυγε, στο αμα του πνιγμνο.
Τα μπρος-οπσω παρευθς μ' ολονυκτς γυρζουν
κι εις τα Σελι πριν να εβγ ο λιος σωπατζουν.
Τωρ' ας αφσωμεν αυτος στου Λασηθιο τα ρη,
να πα' να βρομε το Χουρστ, που σκτωσεν η κρη.

Την επομνη που 'γινεν ο γμος του Χουρστη,
οι Γενιτσροι στο Καφ γελν και κουβεντιζαν
και πτε θα 'βγη ο γαμβρς ξω απ το σπτι,
λοι τους συζητοσανε και μορφολογαριζαν.
Κι ελγανε πως πρεπε τρα να 'νε βγαρμνος,
γιατ 'νε ρες δεκαοκτ, με τη γεν χανομη.
Τ διβολο! Πντα μ' αυτ θα ενε κλειδωμνος;
-"Τ να σας πω αγδες μου", ο Κοπανς φωνζει,
"κι εσες να 'θελε χετε ττοια 'μορφη γυνακα.
Βαλχ-μπιλχ, θα εσαστε κλεισμνοι για το χζι,
εκοσι μρες με αυτ, το κτω-κτω, δκα.
Λοιπν και ο Χουρστ Αγς το διο θε να κμη
με τη παππαδοπολα του θα κμη μπαρμι
".
-"Ναι, να ττοιο κερεστ κανες να 'χη μαζ του,
τρελλς θα ενε για να 'βγ απ την κμαρ του
".
-"Μια ττοια νφη που φορε στο στθος δυο κουμπορια,
φραντσζικα μ' αμγδαλο και πιστρα με κορνα,
θε να την φινες εσ, ποτ σου στον αινα
";
Κι ελγαν τσα δι' αυτν, πρεπα καλαμπορια,
ταν εξφνου βλπουνε κι ερχταν απ πρα,
να σκυλ κι εβσταγε μιαν ανθρωπνη χρα!
Τους ναργιλδες παρατον ευθς μισοπιωμνα
και τρχουνε τρομακτικο με μτια 'γριεμνα.
Φθνουν στο σπτι του Χουρστ, την πρτα του κτυπονε,
                                                   αλλ' μως δε γρικονε.
Κτυπονε πλον δυνατ, μα ποις να τους ακοση;
                                                  Ττε την πρτα σπονε.
Φευ! Τ τρομακτικ σκην! Βλπουνε τον Χουρστη
και τα πλευρ του 'δω κι εκε σανε σκορπισμνα,
η κεφαλ του χωριστ με φαγωμνη μτη
και τ' ντερα στου καναπ τα πδια, τυλιγμνα.
Και νας σκλος γριος μσα εις το κουφρι,
                                     τρωγε το κνισρι!
-"Ναλτ ολσον τσεχενεμ", φωνζαν, (ττοια νφη),
"θνατος στους γκιαορηδες και στες Ρωμης γυνακες.
Πρπει παιδι να σ'κσωμε και την Σανζκ Χερφη.
Ανθεμα ταις πανδρειας
", ελγαν, "ταις ρωμκιαις"!
Κι να σινδνι φρανεκαι βνουν τον Χουρστη,
σος ταν αφγωτος και σκπτουν να λκκο
και τον επροσκυνοσανε κατπιν ως χεχτη
κι εις το Τζαμ* τον θαψαν, που 'τον στο Χουμερικο.
Οι οπλοι Χριστιανο, ετρξαν κι εκρυφθκαν,
γιατ τους Τορκους εδανε κι σαν αγριεμνοι
και τους γυρεαν αφορμ, γι' αυτ δεν εφανκαν,
να μη τους πιον το αμα των σαν σκλοι λυσσασμνοι.
Οι Τορκοι τρεις αππειρας εκμανε κατπι
κι επγανε εις την Κριτσ σαν αστακο ωπλισμνοι,
αλλ' μως απεκροσθηκαν κι δικα παν' οι κποι
και πντοτε γυρσανε χαμνοι, ντροπιασμνοι,
μως κατλληλο καιρν επρσμεναν να βρονε,
για να πατσουν τη Κριτσ και να εκδικηθονε.

Τον φνο του Χουρστ Αγ, του Καμπουρομπιλλη
και των λοιπν Οθωμανν, οι Τορκοι δεν χωνεουν.
Το πρανε για μαχαιρι αγιτρευτη, μεγλη
και σκπτονται χλιω λογι κι εκδκηση γυρεουν.
Απ' τη πολλ μανα των αφρζουνε και τρζουν
κι που απλους Χριστιανος θελε να ευρονε,
τους εκατακεφλιζαν κι αρχζαν να τους βρζουν.
Δαιμνιο τους πιανε Ρωμηος να μη θωρονε.
Γρφουν κι εις τον Χασν Πασ που 'βρσκετο στης Μλλαις
με αναρθμητο στρατ και με Βασιβουζοκους:
"Παρτα της μικροδουλεις και κττα της μεγλαις
κι λα αν θλης γργορα και γλτωσε τους Τορκους,
αυτος που βρσκονται εδ, γιατ Ρωμηο μας σφζουν
κι οτε για κρομμυδφυλλο δεν μας ελογαριζουν.
Κμε για νομα Θεο και για του Μουχαμτη,
πρφθασε με τ' ασκρι σου για να μας εγλυτσης.
Εν δεν λθης, γνριζε, χνεται το Δοβλτι
κι αν λθης τους γκιαορηδες ττε θα ταπεινσης
".

Ως λαβε το γρμμα των ευθς την δια μρα,
επγε στη Γερπετρα κι εκε μαζεοντ' λοι
κι υψνουν τη θρησκευτικ, τη πρσινη παντιρα,
εντπιοι Τορκοι, Αλβανο, Τετροι και Μογγλοι
και απαντ πως: 'ρχομαι με αρκετας χιλιδες
και μσα στο καβοκι των θα βλω τους ραγιδες
".
Μετρονται κι ευρεθκανε εκοσι τρεις χιλιδες
κι λους τους εφωδασε με πλα και παρδες.
Κι νας Ιμμης ρχισε Βαζι να τους κνει,
τι: -"Διατσσει ο Ραμπς και γρφει τ'  Αλκορνι,
τους πιστους γκιαορηδες να σφζετε με θρρος.
Δεν ενε κρμα κι εκατ Ρωμηος εν σκοτσης,
εν' φιδες φαρμακερο, ενε της γης μας βρος
και λγο για το ργο σου αυτ, δεν θε να δσης".
Αφο τους εφαντισε, αμσως ξεκινονε,
μ' αλαλαγμος και με φωνας, νταολια και ζουρνδες.
Καθζουν στο Καλ Χωρι για να ξεκουρασθονε
κι εκε κνουν το σχδιο να σφξουν τους ραγιδες.
Την επομνη το σαμπχ-ναμζι προσκυνονε,
                                     κι πειτα ξεκινονε,
δια να πν' εις την Κριτσ, να δσουν και να προυν
και σαν τ' αρνη ελγανε, τους Χριστιανος θα γδρουν.
Απ του Κροστα τη μερι, πν' ξι χιλιδες
κι απ τον κμπο δδεκα, πεζο και καβαλλροι.
Δο οπισθοφυλακ, οι πιο καλο αγδες
και τρεις εμπροσθοφυλακ, αγριογενιτσροι.

Δο χιλιδες Χριστιανο, σαν οχυρωμνοι,
εις την Κριτσ και τους εχθρος καθνας των προσμνει.
Θα σαν πεντακσιοι περπου, οι Κριτστες
και χλιοι πεντακσιοι, λλοι Μεραμβελλιτες.
Γιατ' οι Κριτστες εχανε γραμμνα για να 'ρθονε
και αδελφο τους αδελφος αλληλοβοηθονε.
Πρτοι που 'φτασαν στην Κριτσ απ το Μεραμβλλο,
ο Κοκκινκης τανε, μαζ με τον Μουρλλο.

 

Και του γενναου αρχηγο το σμα, του Καζνη,
με τον Μανλη τον σπαν, εγκαρως καταφθνει.
Φθνουν στον κμπο της Κριτσς οι Τορκοι και αρχζει
ο πλεμος, που νμιζες η γη τι βοζει,
απ των πλων την κλαγγ, δια σαν να βροντοσε
κι απ' τα καννια του Χασν, ο κσμος πως χαλοσε.
Πυκνο καπνο και σννεφα εβγαναν στον αιθρα,
των τουφεκιν και κανονιν, εκενη την ημρα.
Πρτη γραμμ κρατοσανε τοτ' οι Κριτστες λοι
νεκα που τα μρη των ως ντπιοι, εγνωρζα'
και αρχηγν των εχανε τον Αλεξομανλη
κι λο στο κρας παιζαν απ τα μιτιρζα.
Τους πολεμους βλεπες κι απ τα δο μρη,
                               με τα σπαθι στο χρι.
Με γενναιτητα πολλ, αλλ και καρτερα,
εχνοντο οι Χριστιανο για την ελευθερα.
Κμνουν οι Τορκοι φοδον αλλ και οι δικο μας
αντεφορμον με τα σπαθι, δεν χνουνε το θρρος:
-"Με του Θεο την δναμι η νκη 'νε δικ μας"!
Και δεν επρφθανε ψυχς, να δεματιζ' ο Χρος.
Ττε το ιππικν ορμ με λσσα του Χασνη,
με την ιδα, στους Ρωμηος θρασι πολλ να κνη.
Μα οι Χριστιανο ατρμητοι, φοβα πολεμονε
κι οι Τορκοι αρχινσανε να οπισθοχωρονε,
γιατ πιπταν με τ' λογα μαζ κι οι καβαλλροι
και τετρακσοι χθηκαν μονχα Γενιτσροι.
Τους πραν οι Χριστιανο και πντε μπαρκια.
Ο δε Χασν τους βλεπε απ 'να λφο πνω:
"Αλλχ-Αλλχ!" εφναζε. "Αυτο ενε γερκια.
Να τους κυττζω μοναχ, τα λογικ μου χνω.
Θα 'θελα να 'χω σαν κι αυτος, πενντα χιλιδες
κι λου του κσμου τους Ρωμηος θα κανα ραγιδες
".
Γυρζει στο Καλ Χωρι και ησυχζει πλι,
                                με εντροπ μεγλη.
Μετρ τ' ασκρι κι λειπαν χλιοι και σαρντα!
Κι απ' τους δικος μας πεσαν ως εκατν τριντα.
Και δεκαπντε κθισε, μρες, σ' αυτ τα μρη
ως του ο στρατς κι αυτς, δια να συνεφρει.

                                  Η'
Φρε μου Μοσα στα παλη στα δοξασμνα χρνια,
που λαμπεν η Κλεφτουργι εις τα βουν επνω.
Να δω τρουμπονια στο γιαλ, στη στερι μιλλινια
και παληκρια ζωνταν κι πειτα ας πεθνω.
Τα καρυοφλια να θωρ κι εμορφα γιαταγνια,
που του Σουλτνου σχζανε τα φοβερ φιρμνια.
Αχ! επερσαν τα παλη κι οι χρν' οι δοξασμνοι
κι λθανε λλοι δοξοι, μαροι και ντροπιασμνοι.
Ττε 'χαν στρμα το σπαθ και το βουν παλτι,
τρα 'χουν στλο και στρατ μονχα για το μτι.
Ττε στιβνια βαναν, βρκα φουστανλλα,
τρα στιβλια φργκικα, φωκλια και καπλλα.
Ττε χορεανε χορ καλ και τιμημνον,
τρα χορεουν το χορ των μετημφιεσμνων.
Ττε το γμο εχαμε για ιερτερ μας
και τρα τον εκμαμε κι αυτν εμπρι μας.
Οι παλαιο ελτρευαν προστι και ταις Μοσαις,
τωρα για Μοσαις χουνε κτι παλιοβρωμοσαις.
Ττε εμριζεν ο νης αγντητα και χρι,
τρα 'χει μνον ιερν ιδα και φροντδα,
καμμις βαμμνης παχουλς χλαντζας το ποδρι
και τποτα δεν σκπτετε για σπτι και πατρδα.
Αχ! Ττε τα παρσημα τα πρναμε στη μχη,
τρα αυτς οπο καλ με την Αυλ θα τα 'χει.
Ττε διασκεδζανε στους καθαρος αρες
και πναν δολα πιοτ, σπανως και καφδες
και τρα στο καφ-σαντν με κτι μπιραριρες,
πνωμεν σπρτα της Φραγκις, ψετικες μπουρδελδες.
Η κθε νη 'χε φυσικ τα χελη σαν κερσιο
και δεν εβφετο ποτ, κθε καλ κορσιο.
Αι ττε οι γυνακες μας φοροσαν κοντογονια
και μοιζανε με πρδικες σαν ενε στο λιβδι,
τρα φορον μεταξωτ στιβλια με δακονια
και βφουντε με σουλουμ και με τ' αυγο τ' ασπρδι.
Ο κσμος τρα περπατε με ψεδος και απτη
κι ο εις τ' αλλο κυττζουνε να βγλουνε το μτι.
Μ' εθνομαρτρους ψετικους κι αληθινος αγρτας
και δραχμοκαταβροχθιστς και εθνοκρημνοσρτας.
Ο κσμος χει σμερον να πρη και να δση
και μον' για το χρυσ κυττ μ' αδιαντροπι μεγλη,
του Ναβουχοδονσορος τ' γαλμα να στηλση
και να κρημνση το καλ που πριν στηρζαν λλοι.
Τους πργματι αγωνιστς υπ' ψιν δεν λαμβνει
και μνο τα νευρσπαστα στους νους φασουλδες,
πλκει με δφνες δαφνες και ψετικες, στεφνι
και στεφαννει με χαρ, πολιτικος δανδδες.
Μοσα δεν χεις δκαιον δια να περιπαζης,
αν οι παληο κατρθωσαν το θνος να δοξσουν
κι εμες εβομβαρδζαμε το Κστρο της Πρεβζης
κι εφγαμ' απ' τη Λρισα πριν οι εχθρο μας φθσουν.
Αν ο Καρασκκης μας και πλεστοι τσοι λλοι,

 

στων Τορκων τα στρατεματα φραν φθορ μεγλη.
Κι αν ο Κανρης στο γιαλ θαματα εχε κνει
και ο Μιαολης κλεισε ποτ τα Δαρδανλλια
κι εμες ψαρεσαμε αστακος στης Σκιθου το λιμνι
και εις τη Μλο ανδρικ, περφημα αχλια.
Αν εχαν οι προπτορες το κλφτικο λημρι,
μπως κι εμες δεν κλπτωμεν ημρα-μεσημρι;
Αν γραψε για τους παληος, θλα η Ιστορα,
μη δεν θα γρψη και για μας ταις τσες ταις μαυρλαις;
Τα εκαιρα οβοζια και τα σφαλτ πυρεα
κι εκενες ταις περφημες ταις Αγγλικς αρβλες;
Μοσα μου, τρεξες πολ χωρς να το νοσης
κι δικα μας εκορασες αλλ κι εσ επσης,
σδερο κρο κοπανς, φρονες θα κατορθσης,
ρωμακα πργματα ποτ δια να διορθσης!
Αλλ εις το προκεμενον και πλιν να ελθομεν
και δικα τον χρνον μας να μην τον σπαταλομεν.

                               Θ'
Αφο εγρισ' πρακτος και πλιν ο Χασνης,
οπσω, στο Καλ Χωρι τακτοποιε τ' ασκρι,
το διο και εις την Κριτσ ο Καπετν-Καζνης,
με τους Κριτστας αρχηγος χουνε καταφρει.
Βγζουν πεζος εδ κι εκε γρφουνε και μηνονε,
"σοι πιστεουν στον Χριστ, γργορα να ελθονε,
γιατ ο πιστος Χασν χει πολλος μαζ του
".
Και αν δεν λθουν βοηθο, η νκη θα 'ν' δικ του.
Οι πλι πολλο Χριστιανο, δεν χουνε ντουφκια
και σοι πλιν χουνε, δεν χουνε φουσκια.

Ολγες μρες πρασαν που οι Καπεταναοι
Ρεθμνου, Κστρου και Χανιν, λοι ετοιμασθκαν
και με αυτος ατρμητοι ξεδιαλεμνοι νοι,
εφθσαν εις την Κριτσ και συνεννοηθκαν
με τους λοιπος οπλαρχηγος, με τους Μεραμβελλιτες,
Γεραπετρτες, Στειακος, Βιανντες, Λασηθιτες.
Εκε συναθροιστκανε, ο Κωνσταντς Στακκης,
ο Αναγνστης Σημειακς, ο Φραγκοπαππαδκης,
ο Χατζηδκης, ο Αστρινς, Παγκρης, Κασαπκης,
ο Κουσκομπς κι ο Αρχηγς, Εμμανουλ Λουτσκης,
ο Κουσσουρκης, ο Γιαννης, ο Σφης Δερμιτζκης,
Γιννης Μακρς, Γιννης Κοντς και Παλος Πατερκης,
ο Φουσκογιργης, Μηλιαρς, Δουλγρης, Μαστορκης,
Κουναλογιργης και Καλτσς, Μπαλσης, Μανουσκης.
Και τσοι λλοι αρχηγο που 'νε λησμονημνοι,
γιατ εμες οι σημερνο εμεθα μαθημνοι,
να λησμονομεν εκολα κενα τα παληκρια,
που βλστησαν στο αμα των της δφνης τα κλωνρια.
Φευ! Ο καθες μας σμερα γελ και περιπαζει,
αυτος που μας εστρσανε το σημερν τραπζι.
Κι αν ζη καννας σμερον απ' το Εικοσινα,
πο του εξηνταξ τον τριετ αγνα,
'πο κενους που θερζανε λουλοδια ματωμνα
και πολεμοσαν τους εχθρος και θρος και χειμνα,
εν' σημος, αγνριστος και περιφρονημνος,
σαν αποφρι φθισικο πρα 'νε πεταμνος.
Γιατ τον βαρεθκανε και τα παιδγγον του
και κρυφοκλαει ο πτωχς και καγετ' η καρδι του.
Δεν σκφτετ' μως προς στιγμ το κθε παληκρι,
πως θα φοροσε σμερον φσι με το φεγγρι
κι αντ να πηανη σ' εκκλησ και το σταυρ να κνη,
θα παινε εις το Τζαμ να ψλλει το Ιζνι.
Κι εν ακοει σμερον: Μανλη, Κστα, Γιννη,
θε ν' κουγε: Μεχμταγ, Μπραμι και Χασνη,
εν αυτο οι γροντες τσ' εχθρος δεν πολεμοσαν
και της Τουρκις, της Αραπις τα μοτρα δεν εσποσαν.
Γι' αυτ σφριγσα ζωηρ καινοργια νεολαα,
που τα μουστκια χετε ολ' ρθα, σηκωμνα,
σαν το λιοντρι οπο εν' στην Περσικ σημαα
και με κορσδες μερικο τα στθη τυλιγμνα,
που βνετε γυαλιστερ κολλρα για γιακδες
κι αντ τραγοδια Ελληνικ, μας ψλλετε καντδες,
τους γροντας αγωνιστς να μη περιφροντε,
γιατ αυτ' ενε αφορμ κι ελεθερα 'μιλτε.
Κι εσες οι στρατιωτικο, σοι κατακτυπτε
τας σπθας σας στην αγορ, πρπει να τους τιμτε.
Γιατ τα φρδια του εχθρο αυτο τα ταπεινσαν
και τα σπαθι που ζνεσθε, ετοτοι σας τα δσαν.
Αυτο επολεμοσανε τους Τορκους νκτα-μρα,
για ν' αναπνουμεν εμες ελεθερον αρα.

σως θα πονε μερικο πως θλω να προσβλω,
τομα Κυβρνησιν. Λθος χουν μεγλο.
Γνωρζω πως η σημερν καινοργια νεολαα
και λγο αν εφργγεψε ενε πολ γενναα.
Κι τι πολμησαν πολλο στα εννενντα ξι
κι εις της πατρδος τη φων καθνας των θα τρξη.
Μα ταν βλπης σμερον αυτος που διευθνουν,
δια του τπου το καλ, πεντρα να μη δνουν.
Μνο θωρες και πινονται λοι, μικρο-μεγλοι,
ποιος φλους περισστερους στα πργματα θα βλη.
Κι εν θωρες τα πργματα χλιω λογι σαλτα
και να σου λν' μ' αγρωχα λγια, πολ μεγλα,
πως θα φω και εγ  δ' λλως σπω τα πιτα.
Κι χουνε μνο πργραμμα να γλφουν την κοκκλα.
Και ταν η Μητρα μας τηρε ψογη στσι
και το χατρι του Αγ δεν θλει να χαλση
και να ζητση δεν τολμ σα τσ' χουν παρμνα,
μον' τα κυττζ' απ μακρυ με μτια βουρκωμνα.
Κι αποτρομ και δεν τολμ για να αποφασση,
την Κρτη την Ελληνικ σ' αυτ να προσαρτση,
μν' θεωρε κατρθωμα τι η Θεσσαλα,
δεν πεσ' ως το σμερον εις των εχθρν μας λεα.
Κι καμε στλον και στρατ παρ τη δναμ της
και 'Αγγλους προσεκλεσε οργανωτς και Γλλους,
δια να σση με αυτ την εθνικ τιμ της
κι βαλε φρους στο λα αβστακτους, μεγλους.
Σαν βλπης τα καρβια μας λα να αδρανονε
και μνο στα γυμνσια το 'να τ' αλλο κτυπονε.
Κι ταν στενζουν στο ζυγ οι αδελφο μας σκλβοι,
σας βεβαι ειλικρινς, το αμα μου ανβει.
Με πρν' ο πνος κι ο καμς τα στθη μου να σχσω,
γι' αυτ κι αν επα και στραβ, συγνμη θα ζητσω.

Ω! σεις που μαρτυρσατε για την ελευθερα,
ψηλο αητο χρυσφτεροι και κοσμοξακουσμνοι,
αν και σας εξεχσανε λοι, κι η Ιστορα,
μως απ τη Μοσα μου δεν εσθε ξεχασμνοι.
Ναι θεοι εθνομρτυρες, δεν θα σας λησμονση
κι η λρα μου η φτωχικ θε να σας τραγουδση.
Προμχοι της ελευθερις, χαρ σας παληκρια
και νεκροθπται της Τουρκις, ατρμητα λιοντρια,
που κυνηγτε τους εχθρος σαν γρια γερκια
και τα οστ σας βρσκονται εδ κι εκε σπαρμνα,
που πντοτε αφνατε χρες τα χανουμκια,
αχ! πσον επεθμουνα σταις μρες σας να ζοσα
και της πατρδος τους εχθρος με σας να πολεμοσα.
Το καρυοφλι να βαστ στη δεξι μου χερα
και εις την λλη, τη φτωχ, ποιητικ μου λρα.
Να δδη η λρα μου χαρ κι η Μοσα μου ελπδα
σε σας που πολεμσατε για πστι και πατρδα.
Να βλπω τα τσαπρζια σας τ' αντρπιαστ' ρματ σας,
στη μση σας τη λυγερ να λαμπηροκοπονε
και να θωρ τ' ανκητα και τρομερ σπαθι σας,
τους Γενιτσρους να κτυπον, Τορκους να πελεκονε.
Σεις μως τρα κοτεσθε στης μαρης γης το χμα
και χετε για σπτι σας του ουρανο το δμα.
Κλνας τ' απτητα βουν, τα λουλουδοστρωμνα,
με δφνας δξης και μυρτις τα 'χετε στολισμνα.
Τ' στρα και τον λιον χετε για λυχνρια
και αναπαεσθε συχα, χαρ σας παληκρια.
Ναι, λεβεντκορμα θερι, δεν εσθε πεθαμνα.
Ο Χρος δεν σας πηρε! Πσατε τιμημνα.

                            Ι'
Φεβρουαρου τας αρχς, οι Τορκοι ξεκινονε,
δια να παν' εις την Κριτσ και να εκδικηθονε.
Οι Χριστιανο 'σαν τακτικ λοι οχυρωμνοι,
γιατ το εγνωρζανε πως θελε να 'λθονε
και σαν λοι τοιμοι, κατενθουσιασμνοι
και μλιστα ελγανε, γιατ τχα ν' αργονε.
Αρχζ' ευθς ο πλεμος, μουγκρζουν τα τουφκια,
εδ φωνς Χριστιανν, κει Τορκων τουμπελκια.
Παρκει βλπεις Χριστιανος αητος παληκαρδες
και πλι παρκει Αλβανος, Τορκους, στραβοφελδες.
Φωνς ακοονται, βροντς που βγζουν τα καννια,
τα καρυοφλια τραγουδον και ψλλουν τα μιλλινια.
Βλπεις εδ Χριστιανος, πεντ-ξι 'ναι πεσμνοι
και παραπρα εκατ φελδες σκοτωμνοι.
Θρνους ακος! Σπαθις θωρες! Που ποταμς το αμα,
τρεχε και σχημτιζε μες στα λαγκδια ρμα.
διδεν λιος λαμπηρς, εκενη την ημρα,
μ' απ' τους καπνος των κανονιν και τουφεκιν ομδι,
εσυννεφοσκεπστηκε λη η ατμοσφαρα,
που νμιζες πως βρσκεσαι στα πρθυρα του 'Αδη.
Πρνει και δδ' ο πλεμος, εκενη την ημρα,
Κροστα, Κριτσ, Κουτραντο κι ακμα πρα πρα.
Ρωμηο και Τορκοι κνουνε τα χρια των τανλια
κι ο εις τον λλο προσπαθε δια να καταβλη.
Εδ κουφρια τουρκικ με δχως τα κεφλια!
Φρικτ και απεργραπτη φουρτονα και μεγλη.
Τσ' τον η οχλοβο που κι ο Θες ακμα,
επρβαλε απ' τ' ουρανο το γαλαζνιο δμα
κι απ' το ψηλ κι υπρλαμπρο και θεκ παλτι
εκτταζε κτω στη γη το σπλαχνικ του μτι.
Και διασκορπ στους Χριστιανος, θρρος, χαρ κι ελπδα,
να πολεμονε φοβα για σπτι και πατρδα.
Κι εν αι σφαρες των εχθρν σαν δαμονες σφυρζαν,
Κριτσωτοπολες κουβαλον νερ στα μιτιρζα.
Μια μλιστα που εχενε τη στμνα της γεμτη
κι ξαφνα σφαρα εχθρικ τη χτπησε και σπτη,
δεν ελυπθη το σταμν, μηδ τον τσο κπον,
μον' πως δεν πγε το νερ των διψασμν' ανθρπων.
Κι ευθς τρεχαπετμενη εις την Κριτσ πηγανει,
περν' λλη στμνα και νερ στους πολεμρχους φρνει.
Μια λλη πλι που 'χενε στο φως και την ημρα,
ναν υι μονκριβο, αλλ του λθε σφαρα
στο στθος κι πεσε νεκρς, χωρς μιλι να βγλη,
π' σοι τον εδαν κλαιγαν, λοι, μικρο-μεγλοι,
αυτ μνο δεν κλαψε, οτε τον ελυπθη
και εις αυτς που κλαγανε, ττοια απολογθη:
-"Μη κλατε και τον πνο του καθνας σας ας πνξη
κι εις τον εχθρ μια τουφεκι, περστερη ας ρξη
"!
Κι πειτα σφγγει τον νεκρ μσα στην αγκαλι της
και ττοια λγια του 'πενε η να Σπαρτιτις:
-"Για τη Πατρδα τη γλυκει, σ' ανθρεψα παιδ μου,
γιατ επγες μρτυρας, πγαινε στην ευχ μου
"!
Α! Δυστυχς δεν βρσκονται τρα ττοιαις μανδες,
οτε και δεν ευρσκονται ττοιοι πολεμιστδες.
Αν εξετσης σμερον 'πο μια μερι στην λλη,
λοι εκφυλιστκαμε, λοι, μικρο-μεγλοι.
Σμερον η αλθεια ετφη μες στο μνμα
και βασιλεει η ψευτι, ο δλος και το χρμα.
Κι σοι για πατριωτισμ σμερα ομιλονε,
τους θεωρονε για τρελλος και τους περιφρονονε.
Α! Ζομε χρνους δοξους, καιρος καταραμνους,
πλην, μην απελπιζμεθα λληνες κι Ελληνδες
και Κρητικο και Κρητικς, ας χωμεν ελπδες.
σως η Να Γενε μια μρα καταφρει,
την δξα την προγονικ για να επαναφρη.

Φωτι σκορπει στους εχθρος το σμα του Καζνη,
μα ο Μανλης ο σπανς κι αυτς θαματα κνει.
Τα παληκρια της Κριτσς φοδο κνουν λα,
χοντες επικεφαλς τον Νικολ Τζαβλα.
νας Λουλκης, ρωας, Γιργης απ τ' Ασμρι,
πληγθηκε και πεσε κτω, σαν κυπαρσσι
και τρχει το κεφλι του, νας Αγς να πρη,
για να το πη του Πασσ, να πρη το μπαξσι.
Στα χρια των εβλανε λη την δναμ των
κι οι δυο τραβξαν τα σπαθι, μα δεν το καταλβαν
κι αντ να πρη του Ρωμηο, ο Αγς, την κεφαλ του,
επρε τοτος του Αγ, τη ξυρισμνη γκλβαν.
Εττε εν τω μεταξ, τρτος Τορκος προβλλει
και καταφρνει μια σπαθι του Γιργη στο κεφλι
κι πεσε κτω στη στιγμ κι οι Τορκοι θα τον πρναν,
αν πο το αντικρυν δεν τονε αβαρρναν.
Και το σημδι του 'μεινε ττε στη κεφαλ του,
γι' αυτ σπαθις ελγετο εις λη τη ζω του.
Ο Φουσκογιργης Γιανναδς** κι ο Γιννης του Κουτσορη,
σχεδν εκαταστρψανε ολκληρο ταμπορι.
Κι ο Μουρελομανλης μας, θρρος μεγλο δδει
στους Χριστιανος που πολεμον, μα τους εχθρος νεκρνει,
γιατ τη σφαρα την περν κι απ το δακτυλδι
και κθε μι του τουφεκι κι ναν εχθρ ξαπλνει.
Εκε κορμι που κοτωνται στο αμα και γογγζουν
κι λλους επνω στοις πληγας που χουνε, ν' αγγζουν.
Ω Θ μου! Δυο παιδι, στο αμα των επνω
και το 'να στ' λλο λγουνε: -"Αδλφι, θ' αποθνω".
Κυτττ' να παληκαρ πεσμνο πρα πρα,
που βαστ στα χρια του μια Τορκικη παντιρα,
γιατ τον Τορκο σκτωσε που λνε Μπαρακτρη
κι φοβα τη σημαα του πρε, σαν παληκρι.
-"Πεθανω αδλφια", λεγε, "μα μως δεν με γνοιζει,
σαν κανα το χρος μου, χρο ποις λογαριζει
".
Κυτττε κει πως εφορμον Γεντσαροι και Τορκοι,
                                          ολκληρο μπουλοκι.
Μα κι οι παληκαρδες μας αντεφορμον κι εκενοι,
με γιαταγνια κοφτερ και βροντερ τουφκια
κι απ το αμα των εχθρν η γη κκκινη 'γνει
κι οι Χριστιανο τους πρανε ρματα και φουσκια.

Κι ο γρων ο Πρωτπαππας στκει κι αυτς παρκει,
με το 'να χρι στον σταυρ και τ' λλο στο τουφκι.
Τον βλεπεν η κρη του μα δε μπορ μιλσει,
                                  για να μη τη γνωρση.
μως σαν εδε μια στιγμ τον πιστο Ομρη,
που 'σφαξε τη μητρα της πνω στα γνατ της.
τρεξε κατ πνω του με το σπαθ στο χρι,
δεν βσταξε να τον θωρ η δυνατ καρδι της.
Κι αυτς το γιαταγνι του σρνει απ' το θηκρι:
-"Τρα θα δης ωρ γκιαορ με ποιον χεις να κνης"!
Μα το κεφλι τ' ο σπανς κατρθωσε να πρη.
-"Ζσε Σπανομανλη μου!" φωνζει ο Καζνης.
Ττε ορμον επνω του ως ογδομντα Τορκοι,
                                        λοι Βασιβουζοκοι,
μ' απφασι την κεφαλ να προυν του Ομρη,
                               απ' του σπανο το χρι.
Τορκοι-Ρωμηο επιστηκαν αμσως εις τα χρια
κι επελεκοσαν τα σπαθι κι εκβαν τα μαχαρια.
Ο εις τ' αλλο τα κρατα ωσν θερι ξεσχζαν
και σαν καμπνες τα σπαθι γροικς και ντιντινζαν.
Το αμα ρχισε στη γη, ξαναπαρχς να τρξη,
πφτουνε Τορκοι εκοσι και Χριστιανο πεντ-ξι.
Πρνει ο Μανλης μια σπαθι στα τιμημνα στθεια,
λθε ο καιρς δια να βγη στο φανερ η αλθεια.
κλινε 'πο τους πνους του, να πση εις το χμα
κι πειτα σρνει μια φων τ' αγγελικ του στμα.
Φων, που θρρος διδε μα 'τον γεμτη θρνος,
επεν τ' επεν ακριβς, ο Μγας Κωνσταντνος:
-"Δεν ενε δω Χριστιανο, καννα παληκρι,
να πρη το κεφλι μου, Τορκος να μη το πρη
";
Φωνζει ο πατρας της: -"Θρρος βρε παληκρι
και δεν θ' αφσωμεν εμες Τορκος για να σε πρη
".
Οι Τορκοι πλον πολεμον μ' απελπισιν και λσσαν,
αλλ' μως -δξα τω Θε- οι Χριστιανο νικσαν.
μως και ο Πρωτπαππας στο χρι επληγθη
κι απ το αμα που 'τρεχε απ' τη πληγ, λιγθη.
Ω! Τ ωραο κι νδοξο και μγα πανηγρι!
λοι επολεμσανε απ' το πρω ως το βρδυ.
Ο Χρος κρνα τακτικ, θνατο στο ποτρι
κι αγκαλιασμνες η ψυχς πηγανανε στον 'Αδη.
Κι οι Τορκοι στω και πολλο, την παθαν και πλι
και νικημνοι φγανε και με φθορ μεγλη.

Την νκταν μως σκφθηκαν λ' οι καπεταναοι
κι νας γυρζει στους λοιπος με πνο και τους λει:
-"Φρον δεν ενε πλι καιρς, εδ για να σταθομε,
διτι τα φουσκια μας λα εξαντληθκαν.
Κι αφο μας λεπουνε αυτ πς θε να πολεμομε
";
Κι οι λλοι που τ' αγροκησαν πολ ελυπηθκαν.
Πργματι μλις εχανε καθνας των πεντ-ξι
                               φουσκια για να παξη.
Και κατ' ανγκην λοι των τη γνμη τ' ασπασθκαν
και φγαν απ την Κριτσ κι ρημη την αφκαν!
Αμσως, την επαριον σαν το 'μαθ' ο Χασνης,
στλνει ευθς το ιππικ να δη αν αληθεη,
γιατ' υποπτεθη νεδρα πως του 'χεν ο Καζνης
και σαν εβεβαιθηκεν ρχισε να χορεη.
Πρνει ευθς τ' ασκρια του και στην Κριτσ πηγανει
και σε δυο ρες παντελς την εχενε καμνη!
Μα μ' λα τοτα που 'γιναν και πλιν εφοβθη,
μη δυναμσουν οι Ρωμηο και 'ρθουν απ' το Λασθι.
Και λγει στο Γιαβρι του: -"Ευθς-ευθς προχρει"!
Και φτνει με τ' ασκρι του, βρδυ στο Νεοχρι.
Πρτη δουλει σαν φθασε, που καμε μεγλη,
του Νικολου του Ζερβο, το πτμα για να βγλη,
απ τον τφο λυωτο κι αντκρυ να το στση
και διταξ' λο το στρατ να το πυροβολση
κι αυτς αντκρυ στεκε κι εχρευε κι εγλα
και εις το πτμα λεγε: -"Ζερβονικλα λα,
λα να πολεμσωμεν αν εσαι παληκρι
και δε τραβς πλι το σπαθ μες απ το θηκρι
"!
Και μ' να ξλινο σπαθ και ξλινο τουφκι,
τον φησε προς εμπαιγμ τρεις μραις για να στκη!
Τρα, ας παρατσωμε τ' ασκρι του Χασνη,
να πμε στη Ροδνθη μας, να δομε τι 'ποκνη.

Σαν φυγεν απ' την Κριτσ, εμαζωχθκαν πλι,
                                     λοι, μικρο-μεγλοι,
τους πληγωμνους προσπαθον δια να τους ιατρψουν,
πριν αγριψουν η πληγας και να χειροτερψουν.
Φρνουν και τον Πρωτπαππα, απ' της Κριτσς τα ρη,
και τον Μανλη τον σπαν στο σπτι του τον πνε.
Και που να 'ξερ' ο μοιρος πως εν' δικ του κρη
και πως μια μρα τα σκυλι θελε να τους φνε.
Καλονε να πρακτικ γιατρ, τον Μπαρμπαγιννη,
που κανε για ταις πληγας μοναδικ βοτνι.
Πλνει το χρι του Παππ κι πειτα του το δνει,
κατπιν πει τη πληγ να σιξη του Μανλη,
μα ξφνου αποστθηκε με ψι τρομαγμνη,
που υποψιασθκανε, μικρο-μεγλοι, λοι.
-"Γιατρ, τ τρχει;" τον ρωτον κι αυτς λει: -"Παιδι μου,
αυτς της νας η πληγ, δεν εν' εμ δουλει μου
"!
Και ο γιατρς τα σστισε, δεν μπρειε να μιλση
κι ο πληγωμνος μεταξ, εχε λιποθυμσει.
'Αμα συνλθε ο γιατρς με μτια βουρκωμνα
λει στο πλθος του λαο: -"Αυτ ενε παρθνα".
Ανογουνε το στθος της σαις νοικοκερδες
τυχε να βρεθον εκε, της βγνουν τους κοψδες.
Παρατητ την ο γιατρς κι ρχισε να δακρση,
κουνντας το κεφλι του μ' απελπισι μεγλη
και λγει: -"Ττε μοναχ η κρη αυτ θα ζση,
αν ο Μεγαλοδναμος, το χρι του θα βλη
"!
Με το μπαμπκι η κοπελλις σπογγζουν το βυζ της,
που περασμνο το σπαθ, εχενε πρα-πρα
κι η κρη ξεζαλσθηκε κι λθε στην ασθησ της
κι αρχνησε και φναζε: -"Πατρα μου... Πατρα!
Δε με γνωρζεις τη φτωχ, πο 'συρα τσα πθη;
Εγ 'μαι θυγατρα σου, εγ 'μαι η Ροδνθη.
Πατρα, που 'ναι οι καιρο εκεν' οι περασμνοι,
που με πγες μνος σου εις τη Φανερωμνη
";
Αχ! Ο παππς τα σστισε, δε ξερη τι να επη,
εχε καμ, συγκνηση, φβο, χαρ και λπη.
Πει, κυττζει μνος του, της κρης του τα στθια
και σαν εβεβαιθηκε πως σαν λ' αλθεια,
σρνει ν' αναστεναγμ απ' της καρδις τα βθη
κι εφναζε: -"Αγαπητ κοπλλα μου, Ροδνθη"!
'Αλλο δεν πρφθασε να πη και ππτει ξαπλωμνος
                                           και λιποθυμημνος.
Αλλ και την Ροδνθη μας πινουν σπασμο και πνοι
κι ρχισε να μαρανεται και να απονεκρνη.

Σαν αστραπ εδησις εδ κι εκε εχθη,
πως κενος που πληγθηκε στη μχη, εις τα στθη,
απ' του απστου Οθωμανο την γρια μαχαρα,
πως ενε του Πρωτπαππα, η μορφοθυγατρα!
Τρχουν οι φιλενδες της και τη περικυκλνουν,
της ομιλον μα δε μιλε κι αυτας αναδακρυνουν.
Τρχουνε ξνοι και δικο με γιο καρδιοκτπι
κι ακμη απ' τα περχωρα, ο κσμος το 'χει μθει,
αυτς που δεν εγνηκε πλεμος και να λεπη,
πως ταν του Πρωτπαππα η κρη, η Ροδνθη.
λπιζαν να γεν καλ και απ την χαρ των,
τρεχαν απ' τα μτια των, βροχ, τα δκρυ των.
Με το να βγλη η Κριτσ μια ττοιαν ηρωδα,
που 'τον τιμ και καχημα και δξα στην Πατρδα.
Μια πρωτοθει της 'κθετο εις το προσκφαλ της
και τον ιδρτα σπγγιζε απ το πρσωπ της.
ξαφνα ξεζαλστηκε, δεχνει πως αντρειεει,
                                   να σηκωθ γυρεει,
μ' αμσως πλιν πεσε κι οι παρεσττες κλανε
και πως θα τη γλυτσουνε, πολλ πργματα λνε.
Κι αρχζει να παραμιλ με σφαλικτ τα μτια
-αχ δεν λαμποκοπον σαν πριν, τα λαμπερ διαμντια-
και με φωνν αδναμη, αρχνησε να λη,
που ο καθες που τη γροικ, ωσν τον Πτρο κλαη:
-"Πατρα, τ γυρεουνε εδ στο σπτι, λοι,
σοι επσαν μρτυρες απ' των εχθρν το βλι;
Πατρα μου, δε μου μιλς; Πο βρσκομαι; Τ κνεις;
Να! ο Ζερβονικλας μας και ο Δασκαλογιννης!
Ο Δικος Αθανσιος κι ο Ργας ο Φερραος!
Αγαπητ πατρα μου, πς λθεν η μητρα,
                              εδ, στο σπτι πρα;
Για κττα τη πως μας κυττ, με μτια βουρκωμνα,
                                                 εσνα και εμνα!
Τα Χερουβεμ και Σεραφεμ, με τους λοιπος αγγλους,
                                                 τ θλουν επιτλους;
Γιατ βαστονε φωτειν, μαρτυρικ στεφνια,
                                    με θεα περηφνεια;
Ποιος θε να στεφανσουνε, πατρα μου, γνωρζεις;
                                      Πες μου και μη δακρζεις.
Για κτταξε πατρα μου, αυτ τον καβαλλρη,
                                  που θλει να με πρη!
Ενε ο 'Αγιος Γεργιος; Α! Δεν θα αποθνω!
Στη σκλαβωμνη Κρτη μας, δουλει 'χω για να κνω.
Θλω ακμα κμποσους Τορκους να ξετελεισω,
στους αδελφος μας Χριστιανος, βοθεια να δσω.
Ποιο εν' αυτο που στκονται τσ' αγγλους αποπνω;
Α! Ο Χριστς κι η Παναγι! Θε μου, μη ποθνω!
Χριστ και Παναγα μου, λγο καιρ ακμα,
                               αφστε με να ζσω,
που να πατσω λετερο, της Κρτης μας το Χμα
                                       κι πειτ' ας ξεψυχσω
"!
Τα μτια της για μια στιγμ, μεσνοιξε και πλι
κι αμσως περιπεσε στη πρωτειν της ζλη.
-"Κριτσωτοπολες μου καλας, γιατ' εστε δακρυσμναις
                                                  και παραπονεμναις;
Πς τυχε και γρισα και πλι στο χωρι σας,
                              αυτς εν' ο καμς σας;
Κι εσες οι φιλενδες μου, στα παιδικ μας χρνια,
εαν σας δυσηρστησα, τρα ζητ συγγνμη.
Δε θα με συγχωρσητε; Πιστεω, τη συμπνια
σε μνα για να δεξετε, λγο καιρν ακμη
θα βρσκωμε μαζ με σας κι πειτα θα μισψω,
                                    χωρς να επιστρψω!
Ψμματα Καπετνιε μου σου 'πα, συγχρεσ με.
                                      Πεθανω, γλτωσ με!
Μισεω Καπετνιε μου, μα ζητ μια χρι:
Ενσω βλπεις τους εχθρος, τους αδελφος να σφζουν,
τρχε με θρρος και καρδι σα φοβερ λιοντρι,
με τα λεβεντοπαδια σου να 'πα τους λογαριζουν.
Πατρα, Καπετνιο μου, δστε μου την ευχ σας,
γιατ κι οι δυο με εχατε αγαπητ παιδ σας
".
-"Σπα παιδ μου και μη κλαις, χι δεν θ' αποθνης!"
με δκρυα στους οφθαλμος της λγει ο Καζνης.
"Ναι, δεν πεθανουνε ποτ αυτο που πολεμονε,
                                      για να λευτερωθονε
"!
Το χρι της εσκωσε σο κι αν δεν μποροσε
και τον σταυρ της καμε η εθνομρτυς κρη.
-"χετε 'γεια ψηλ βουν, που νυχτοπερπατοσα,
ποταν μουν ζωνταν και Τορκους πολεμοσα.
χ'τε υγεαν λοι σας κι εχομαι κι χω ελπδα,
τι πηγανω στον Θε ανγγιχτη λαμπδα
και πως θα δτε καν εσες ελεθερη Πατρδα
κι ελεθερη και διπλατη, τη Μννα μας Ελλδα.
Πατρα μου το χρι σου δσ' μου να στο φιλσω
και σ πατρα δετερε, πριχο να ξεψυχσω!
Ποις εν' αυτς που με πατε με τα χρυσ φτερ του;
Ο Μι-χα-λ Αρ-χγγε-λος ξ-συ-ρε π-ρα π-ρα
"!
Κι αμσως την κατβαλε ο ργχος του θαντου!
Θε μου! Τ συγκνησι! Τ μαυρισμνη μρα!
Ελπς πλον δεν μεινε, η κρη θ' αποθνη,
με το μπαμπκι το νερ, μια πρωτοθει της βνει.
Περλυποι τριγρω της στκουν οι χωριανο της,
την ρα που παρδιδε στον Πλστη τη ψυχ της.
Και τη στιγμ που 'πρκειτο δια να αποθνη,
να χαμγελο Θεο στα χελη της εφνη.
Στα μτια της επρβαλε το δκρυ του θαντου
κι ο τυχος πατρας της τραβοσε τα μαλλι του.
Η κρη ανογει σαν πουλ, τ' αγγελικ της στμα
και η ψυχ της πταξε για τ' ουρανο το δμα!

Καλον αμσως τον παππ, βνουνε το λιβνι
και μια ξαδλφη της, Λενι, φων με κλμα βνει:
-"Αχ! εξαδλφη μου καλ, που 'σουνε καχημ μας,
γιατ μας το 'καμες αυτ κι κοψες τη καρδι μας;
Χρυσ στολδι της Κριτσς κι ατμητο πετρδι,
της Κρτης λης καχημα, γιατ να πας στον 'Αδη;
Φρτε λουλοδια του βουνο κι απ' τα περβλια τ' νθη,
να πλξωμ' να στφανο σμερο, στη Ροδνθη.
Στφανο δξης και τιμς, μαρτυρικ στεφνι,
π' ποιος για τη πατρδα του πσει μνο, το βνει.
Γεμσετε νερατοανθος, να προσκεφαλδι,
για ν' αναπασετ' συχα, στον μαυρισμνον 'Αδη.
Στρσετε στρμα μαλακ, για να γλυκοκοιμται,
γιατ' ενε ξνη κι ορφαν, να μη παραπονται.
Γιατ; Γιατ δε μας μιλς, γλυκφωτο αστρι;
Για πες μας πς εχλμιασες τσι σαν νεκροκρι;
Αχ! Εξαδλφη μου γλυκει, ποι χαρο μαχαρι,
επρ' ο Χρος κι κοψε της νιτης του το νμα;
Ποι μαρο χρι πλωσε και σ' σβησεν αστρι;
Ποι μαρα νειτα πεμψε σ' αραχνιασμνο μνμα;
'Αραγε ξερ' η μννα σου ψυχ μου αγιασμνη,
τι θα πας να την ευρς, για να σε περιμνη;
Αχ! Πο να βρω τ' αθνατο νερ να σε ποτσω;
Πστε μου σεις, ποις το κρατε, ρη βουν και δση;
Κανες δε μ' αποκρνεται; Και πς θα σ' αναστσω;
Απ' τον καμ το στθος μου πηγανει για να σπση
"!
Ττε σηκνεται μια γρη και λγει στην Ελνη,
με μιαν αδναμη φων και συγκεκινημνη:
-"Σπα παιδ μου, σπασε, μη κνεις να θρηνται
κι αυτ η πτρα η σκληρ, με τα πικρ σου λγια.
Μην κλαεις ναν γγελο, οπο γλυκοκοιμται.
Στον γγελο δεν πρπουνε θαντου μοιρολγια.
Μη πης, μη πης πως πθανε, πς εν' αποθαμνη,
μον πες πως ενε γγελος, στους ουρανος πηγανει
".
Αυτ και περισστερα στη πεθαμνη λνε,
που σοι τα γροικοσανε, αρχναγαν να κλανε.
Κλαν' η Κριτσωτοπολες μας, τη φιλενδισσ των,
με πνο και συγκνησι, μες απ τη καρδι των.
Φωνζει κι ο πατρας της: -"Παιδ μου αγαπημνο,
με μλι και με ζχαρι, που σ' εχ' αναθρεμμνο.
Που σ' βλεπα να κοιμηθς και πλι να ξυπνσης,
τρα γιατ 'σαι πονη και φεγεις, να μ' αφσης;
Μα και να φγης κρη μου, εγ δεν θα σ' αφσω,
που κι αν πας κοπλλα μου, θα σε ακολουθσω.
Κτταξε τα κλεφτπουλα, που γριζες αντμα,
πς σε κυττζουν με καμ, μ' αγνα και με κλμμα!
Γιατ παιδ μου σμερον να φγης να τ' αφσης;
'Ανοιξ' το ζαχαρνιο σου στμα, να τους μιλσης
"!
Αυτ μλις επρφθασε δια να ξεφωνση
κι πειτα γειρε στη γη σα να λιποθυμση.
ξαφν' ακοεται φων και σγχησι και θρνος:
-"Απθανε! Ναι, πργματι! Απθανε κι εκενος"!
Φρνουν δυο νεκροκρββατα και τους τοποθετονε
κι πειτα λοι με καμ και κλμμα ξεκινονε.
Κριτσωτοπολες τσσερες, ανγγιχτες, παρθνες,
σηκνουν τη Ροδνθη μας, κλιτς και λυπημνες.
Τον γροντα σηκσανε, πλ' οι Καπεταναοι!
Αχ! Ττοιο δρμα να θωρ κανες, πς να μη κλαη;
Βαρει-βαρει και πνθιμα κτυπ το σημαντρι,
παππδες ψλλουν θλιβερ με τσας μελωδας
και πρνουνε τα λεψανα και παν' στο Μοναστρι
και ληξε ο επλογος αυτς της τραγωδας.
Της παππαδις ανοξανε τον τφο και τους 'θψαν
και αποπνω στερα, στη πλκα των, εγρψαν:

"Τρα κορμι κοιμονται 'δω, που μσα σ' να χρνο,
εχσανε το αμα των, για πστι και πατρδα,
που δεν βαστοσαν της σκλαβις τον θεριωμνο πνο:
μννα, πατρας και αγν, αθα κορασδα
"!
 


---------------------------------------------------------------------------------------------

                                   Σημεισεις του ιδου:

 * Το Τζαμ αυτ, τον εκκλησα κτισθεσα προ τετρακοσων περπου ετν, το μαρτυρε κι η ενεπγραφος πλαξ, η νωθεν της θρας. Μετ την λωσιν της Κρτης υπ των Τορκων, μετεβλθη εις Τζαμ κι το τοιοτον μχρι του 1898. Μετ την μεταβολν του πολιτεματος, ανεκαινσθη πλιν εις εκκλησαν και διατελε επ' ονματι του Αγου Νικολου κι ως σμερον. Εις τον περβολον τοτου, το το μνμα του Χουρστ, υψηλν κι οπωσδποτε εξωρασμνον, μχρι του 1878, οπτε και κατεστρφη υπ των Χριστιανν. Οι εντπιοι Οθωμανο, διαστρφοντες την αλθειαν, ισχυρζονται πως ο Χουρστ το ριστος πολεμιστς, αλλ κατ τινα μχην συμβσαν εκε πλησον, εφονεθη επ τινος ανδρεου Χριστιανο πολεμιστο, Μαστραχ καλομενου, στις αποκψας την κεφαλν του, την δωσε εις τας χερας κι τι το ακφαλον σμα περιπατν, πεσεν ακριβς εκε και δια τοτο ανηγρθη το Μνημεον -Τουρπ- και προς τιμν του, το μεττρεψαν εις ιερν Τμενος -Εκκλησαν! Εις απστασιν εκατν περπου μτρων, σζεται ακμη κατοικσιμον ωραον Εντικον οικοδμημα, υπ τ' νομα ROMANA PORTA, νθα κι γινεν ο φνος του Χουρστ.

** Φουσκογιργης κι Ιωννης Κουτσουρκης Πατσιδιτης, σαν απ το Καινοριο Χωρι Μεραμβλλου (νυν Νεπολις). Γιαννς Γιανναδκης Μανλης, το απ το Βραχσι. Κι οι τρεις των επολμησαν υπ τον Αρχηγν Καρασκκην εν Ελλδι κι λαβον μρος εις την εν Φαλρω, μχην. Ο Γιανναδκης φερεν επτ πληγς, απ τας εχθρικς σφαρας και μιαν απ σπθην, ην λαβε κατ την ως επαμεν εν τη Φαλρω, μχην. Απθανε δε, κατ το 1900. Ο Ιωννης Κουτσουρκης Πατσιδιτης, γινε μετ την κατπαυσιν της επαναστσεως, ιερες κι ως τοιοτος, απθανε κατ το 1883.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers