-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

: ...

     Γεννημνη σε χρνια αλλιτικα, που οι νθρωποι μλαγαν αργ, κοταζαν βαθι και τα χινια βασλευαν εννι μνες το χρνο, στη Μακεδονα. Χριστνα την λεγαν, μα λοι χρησιμοποιοσαν την πιο χαδιρικη εκδοχ του ονματος, Χριστνκα, και εν κατακλεδι Τνκα.     Εκενη τη χρονι που γεννθηκε η Τνκα κανε να κρο ιστορικ, πρωτφαντο και για ττε ακμα. Εχαν κατβει, λνε, οι λκοι και κοβαν βλτες στις αυλς των σπιτιν, τσο τους εξαγρωσε η πενα, ταν και οι πλεμοι που μανονταν στα βρεια σνορα της χρας. Οι μικρομνες δεν ξεκλλαγαν απ τις κονιες των νεογννητων. Μα που ξεχστηκε στα χωρφια για λγο, γρισε και βρκε τη σαρμαντσα να χσκει και να κουνιται δχως βρφος... της το πραν οι λκοι.
     Τα εχε ακοσει λα αυτ η μνα της Τνκας, μα ταν γυνακα θαρρετ, δεν τρμαζε απ ττοιες "γυναικεες αλαφρομρες".
     Την εχε γεννσει να χειμωνιτικο πρωιν, ολομναχη στο λγγο. Για ξλα κνησε να πει...
 -"σο να σαλψει ο λιος θα γυρσω", επε στις λλες πνω απ' τον μο της και μετ τη κατπιε η λευκτητα του χιονιο και το ξεροβρι.
     Σκαρφλωσε ως το λγγο που εχαν σωριασμνα τα ξλα, τα δεμτιασε, τα δεσε και λγο πριν τα ζαλικωθε να κατβει πλι στη θαλπωρ της φωτις, νιωσε τα πρτα σημδια της πρωρης γννας. Κορνιασε σε να θμνο, ακομπησε τη ρχη στο δεμτι τα ξλα, οπλστηκε με υπομον και κλεισε τα μτια ιδρνοντας. Δεν ταν δα και η πρτη φορ, εννι γννες βγαλε πρα, τις μτραγε μια μια μαζ με τις ωδνες ψιθυρζοντας...
 -"Το '02 τον Χρστο στο Καμακτσαλν, με τη Ρουσσ να αφαλοκβει..."
 -"Το '03 την Ιουλα στο Μπλες μοναχ μου..."
     ρες μετ κοταζε τον ουραν κθιδρη ικετεοντας...
 -"να χρι Θε μου, δε βρσκεται για μνα να χρι σμερα; λεος. να χρι να με κψει, να με λυτρσει. λεος Θε μου".
     Με τα απομεινρια της αντοχς της την βγαλε στον κσμο την Τνκα, μια εξθηση μουγκρζοντας... δεσε το λρο και συμμζεψε το νιογννητο πως-πως, πντα εχε μαχαρι πνω της... γειρε πσω λυτρωμνη απ' τον πνο που ρες την ργωνε... λιποθμησε.
     Ξπνησε απ φωνς γυναικν. Ανησχησαν που ργησε τσο, βγκαν και τη γρευαν στα ρουμνια, την εδαν κτωχρη να κετεται, ρχισαν να σκοζουν.
 -"Σωπστε, δεν χω ανγκη", τις αποστμωσε.
     Κνει τσι στο πλι της, πουθεν το βρφος. 'Αδειασε ο νους της. Σταγνες αμα πνω στο χινι... το μλλινο μαντλι που τλιξε το μωρ φαντο κι αυτ... πιασε το κεφλι και ψιθρισε χαμνη... "οι λκοι... μου την πραν οι λκοι...".
     Φτνοντας στο σπτι γοντισε στα εικονσματα, κλαψε, δρθηκε μνη της... Ξημρωνε, λυσσομναγε ο βορις ξω, κι ξαφνα πγωσε το αμα στο κορμ... να μακρσυρτο ΟΥΥΥυυυ... κι ανκατα μ' αυτ κι νας λυγμς... σα βογκητ, σαν επκληση. Πετχτηκε στο παραθρι της, δυ σκορες κηλδες ξκρισε μσα στα σκτη, εδε τον να γκο να απομακρνεται κιλας κατ το βουν και τον λλον ακνητο, σχεδν, μσα στην αυλ, λεκς πνω στο χινι.Φτεροκπησε η καρδι της, "σπλχνο μου" φναξε και χμηξε στην πρτα.
     Το πς κατφερε να ζσει η Τνκα μετ απ ττοιες πρωρες περιπτειες, "μνο οι λκοι ξρουν να το πουν".            
     Πρασαν χρνια, μεγλωσε η μικρ, μα πντα τη τλιγε μια αρα απκοσμη, νας αρας κρυμμνος στις κινσεις, στο βλμμα της. Με μια ομορφι απ κενες που παλινουν μορφα χωρς να φθερονται, μεγλωνε, μστωνε.
     Κι μως, κανες δε τη ζτησε, πολλο τη ποθοσαν, πολλν τον πνο τραζαν εκενα τα μτια τα υγρ με το νωχελικ βλμμα, μα κανες δεν φτανε να μιλσει στον πατρα της. Κι αν καννας, στα ελχιστα περσματ της απ τη πλατεα, αποτολμοσε να πει κτι για τις χρες της, κποιος βρισκταν να του αποκριθε "δεν εναι για μας ετοτη... κρατει απ λκου γενι".
     Πικρανονταν η μνα της, ξερε καλ πως αυτ φταιγε για τα παρανμια που κουγε η κρη της. "Εγ φταω, η κοκνα μου πρασε την πρτη της νχτα με τους λκους κι χι στην αγκαλι της μνας της. Καμθηκα τη γενναα και της βγαλα τ' νομα".
     Μνο η Τνκα δεν δειχνε να ενοχλεται απ τποτα, ζοσε θαρρες ξω και πνω απ σα αφοροσαν τους λλους γρω της, λλα ταν αυτ που την τραζαν, που τη δονοσαν εκενη.
     Περνοσε τη μρα της μεγαλνοντας τα μικρτερα αδρφια της, κι ταν τα μεγαλτερα ρχισαν να παντρεονται να να και να κνουν με τη σειρ τους τα δικ τους παιδι, ανλαβε σιωπηλ να τα αναθρψει αυτ. Επικοινωνοσε με τα παιδι χωρς πολλ λγια, με τις εγλωττες σιωπς των ματιν της. Να προσθσουμε εδ τι η μνα της πθανε και στο μεταξ ο πατρας της ξαναπαντρετηκε.
     ρθαν, κατ συνπεια κι λλα αδρφια, ετεροθαλ, μεγλωνε η οικογνεια κι οι φροντδες της. Εκενη, η Τνκα, σιωποσε. Δολευε στο σπτι, γνεθε, πλεκε. Κι ταν θελε να πρει τον αρα της, βγαινε στην ξθυρα και ψαχνε με τα μτια τον πατρα. "Εγ πω..." ψιθριζε... και κοταζε κατ το δσος μπροστ της...
     Το που πγαινε δεν της το ρταγαν ποτ... μπως κι αν τη ρταγαν θα αποκρνονταν..; Χανταν για λγο και ταν ξαναγριζε κουβαλοσε στα μτια κι λλο θμπος, κι λλο παρπονο... Κανες ποτ δε τλμησε να τη κατηγορσει για ανθικη κι ας μεγλωναν ττε λες οι συνομλικς της κλεισμνες στα κονκια μην ακουστε το νομ τους σο να τις "συβαστε" κποιος, να τις λογοδσει δηλαδ με υπσχεση γμου. Η Τνκα ταν τρωτη, αλβητη.
     Κντευε να θεωρηθε δεδομνο τι θα μενει ανπαντρη. Αν και ταν ολωσδιλου ασυνθιστο αυτ για εκενη την εποχ, κανες δε φαινταν να ξαφνιζεται, σαν αναπφευκτη μορα την δεχταν λοι αυτ την ηθελημνη παρθενα για την Τνκα.
     σπου ρθαν οι κυνηγο, πως γινταν κθε χρνο. Κποιος απ' αυτος κατσε στην πλατεα κραδανοντας επιδεικτικ το γεμτο κεμρι του και ρτησε ποι εναι η ροσα που κελαηδει αντ να μιλει. Κι ταν του επαν να εξηγηθε επε πως στα μσα λημρια του δσους εδε μια μακρυμαλλοσα να κθεται στο ξφωτο, στο χελος ενς ξεροπγαδου και να τραγουδ στα σλβικα να τραγοδι, να τραγοδι τσο καληχο που σπαιναν τα πουλι.
     Μαγετηκαν, λει, τα κυνηγσκυλ του και πγαν κι κατσαν στα πδια της υποταγμνα. Κι ταν εκενος ζγωσε και τη ρτησε τνος εναι (λες και θα ξερε αν του λεγε τη γενι της) εκενη κτι ψλλισε... σαν "του λκου.." του ακοστηκε, μα δεν παιρνε κι ρκο.
     Και ταν λει ττοια η φων της, σα λυγμς, σαν ωδ, σαν κτι... κι σο τα εξιστοροσε αυτ ο κοκκινομλλης κυνηγς, λες κι λιωναν τα μτια του, κλιμακωτ τον κατλαβε συγκνηση εκλεκτ κι σο να καταλβουν οι λλοι για ποιν τους λει τση ρα, εκενος μοιαζε να καγεται, να λαμπαδιζουν τα μτια του, ν' αχνζει.
    Τον χασαν για καιρ, σπου ξαφνα μια μρα στην πλατεα κσμος και χλαλο και φασαρα σπνια για χειμνα... κατφτασε ο κοκκινομλλης κυνηγς μ' να ασκρι ντρες και ρταγε πο εναι το σπτι της ροσας... κι σο να του εξηγσουν οι πιο τολμηρο (εχε μια ψη μοβρικη... μπως αιμορραγοσα...;), σο να τον κατευθνουν, λοιπν, εδαν κι παθαν οι σντροφο του να τιθασψουν τα φαρι τους. Πγε κι ριξε χωρς κουβντα στα πδια του πατρα της να πουγκ τριζτο, λαμψε το δμα λνε σαν το νοιξε ο γερο-Μρκος, λρες να σωρ για τα μτια της Βελουδνιας τους.
    Δεν το περμενε κανες, "αυτ κι αν ταν κεραυνς εν αιθρα", η Τνκα σπασε πως πντα, μα πγε κι κατσε δπλα στον κυνηγ, κλνοντας ελαφρ το κεφλι, σαν το πουλ που παραδνεται στον σκιο του γερακιο που χαμηλνει.
    Η μικρτερη αδερφ της που την εχε σα μνα την Τνκα, ταν η μνη που αποκτησε να τη ρωτσει κι ας ταν πολ μικρ για ττοιες κουβντες γυναικεες. Σμωσε στην ποδι της Τνκας κποια ρα που εκενη σκλιζε τη φωτι και της επε...
 -"Τον θες εσ αυτν...;"
 -"Εναι κυνηγς" επε εκενη, τσι πως μια λλη θα λεγε εναι μορφος εναι πλοσιος... κι αυτ ταν σχεδν η μνη κουβντα που 'πε σο να ετοιμσει τα λγα προικι της, να τα φορτσουν στα λογα και να κινσει το καραβνι. Τελευταα κουβντα του πατρα της προς τον κυνηγ... "τον λλο μνα θα 'ρθουμε να σας ιδομε, αν αφσουν τα χινια".
     Κι τσι χθηκε η Τνκα απ τα πυκν τα δση της πατρδας της. Απμειναν τα ξφωτα ατραγοδιστα, τα ρουμνια απερπτητα. Λνε πως εκενον το χειμνα οι λκοι ξανακατβηκαν ως την πλατεα κι σκουζαν πως και τη χρονι που γεννθηκε η Τνκα, κι αυτ τους δυνμωσε τη σκοτειν υπνοια πως εναι απ λκου γενι. Πολλο απ' αυτος, μυστικ, ανσαναν με ανακοφιση που απαλλχτηκε το χωρι απ ναν ττοιο "βαρ σκιο".
     σο για κενη, σε τποτα δεν λλαξε την ψη οτε και τα φερσματ της. Απλ σαν πντα, εξγησε στον κυνηγ πως δε θλει παιδι κι εκενος απμεινε να σκφτεται, φυγε και μεθοκπησε δυο νχτες με το ασκρι του. ταν πλοσιος, δεν εχε ανγκη να δουλεει ολημερς πως οι πολλο, πιο πολ στο κυνγι ταν παρ στο μχθο τον καθημεριν, εχε κι να σωρ αδρφια μικρτερα που ριζαν τα καθημεριν και τον απλλασσαν.
     Σαν γρισε μετ το μεθσι εκενο, ρχισε να ετοιμζεται πλι για εξρμηση πολυμερη στα γρω βουν. Το μνο που της επε ταν... "ας μην εχες ττοια φων, ττοια μτια... στο πατρα σου θα 'σουνα τρα πλι". Και ξαν δεν καναν κουβντα για παιδι. 

:::::::::::::::::::::::::::::::::::::::::

     Ετοτα εδ που λω φτασαν ως εμνα σα παραμθι των παιδικν μου χρνων, μνο που ο παππος μου, κθε φορ που ρωτοσα τι απγινε στο τλος η Τνκα, σπαινε.
     σο ξερε να στολζει τις εκφρσεις της και να θυμται τα λγια της απαρλλαχτα... "η Τνκα ττε επε τσι, η Τνκα πειτα κανε αλλις", λλο τσο ξερε να σωπανει κθε φορ που τον ρταγα πς τελεινει το παραμθι της Τνκας.
     Χρνια αφο ο παππος πθανε, οι πηγς μου και οι μνμες μου σκεπστηκαν απ καινοργια χρματα... βρθηκα σ' να χωρι για το γμο ενς ξαδρφου. Πρτη φορ που βρισκμουνα εκε. Ευκαιρα περισστερο τανε να δω συγγενες και φλους που σπνια μποροσα να βρω τσι συγκεντρωμνους.
     Μετ την κλασικ λειτουργα της Κυριακς και μχρι να ρθει η ρα για το μυστριο βγκα να περπατσω στην πλατεα. να γρω οι γερντοι στο καφενεο, κουτσπιναν τη ρακ τους και ξμπλιαζαν τις χρες του χωριο σε μας τους μουσαφιραους απ την πλη. Πρσεξα ναν γερλυκο με γαλαν μτια, σαρακατσνος κι αυτς, ξερα πως εμαστε σι, με κοταζε επμονα μισοκλενοντας τα μτια του. κατσα κοντ του κι εκενος αναδετηκε στην καρκλα να με δει καλτερα.
 -"Τι κνεις πππου; Με ξρεις; Του Χρστου του Αποστολκη η αγγονι ειμαι, η Μαρη".
 -"Η Μαριγ του Χρστου; Αμ, πως δε σε ξρω! Σ' εχε ο παππος σου πρδικ του"!
     τσι γιναν οι πρτες συστσεις. σο μιλοσαμε για τον παππο μου, που τον εχα σαν πατρα μου κι ο χαμς του πονοσε ακμα σαν φρσκια πληγ, τσουζε, με κρατοσε η παρα του γροντα. Σαν ρχισε εκενος να μου λει τα δικ του ομολογ πως ρχισα να πλττω κι ψαχνα αφορμ να απομακρυνθ. Αργοσε και ο γμος, να μαζευτον οι παλιο μου φλοι, τα ξαδρφια. Σηκθηκα και δισχισα την πλατεα.
 -"Για που το 'βαλες;" με ρωτει ο γροντας. Κτι μουρμορισα δεχνοντας προς μια τυχαα κατεθυνση. Αλλιτικος δειχνε ταν ιδα μου; Εδα μια παρξενη λμψη στα θολωμνα απ τη ρακ μτια του.
 -"Πας να δεις το λκκο";
 -"Ποιο λκκο";
 -"Το Λκκο της Τνκας".
 -"Τι ειν' αυτ;" επα. Αμσως μως λοι οι συναγερμο κι οι συνειρμο πραν φωτι. Τνκα... μου 'χε στοιχεισει το μυαλ αυτ το νομα... πσα χρνια πριν...; Εικοσιπντε; Τριντα;
 -"Απ πο θα πω για το Λκκο;" ρτησα τρμοντας.
 -"Μαζ θα πμε... καρτρει να σηκωθ..." αναστναξε. "Εεεχ, ρμα χρνια, ρμα..."
     Περπατντας δπλα του με βματα ασταθ, θελα και δεν θελα να πω, να μθω. Η ιστορα εκενη που την εχα για να παραμθι χωρς τλος, να απ τα μασλτια των παλιν για να ξεγελον τα παιδι να κοιμηθον, ζωντνευε σμερα μπροστ μου. παιρνε αν χι σρκα και οστ... τουλχιστον χρο δρσης. βλεπα να απομακρυνμαστε απ τα τελευταα σπτια και σκεφτμουνα... εδ περπταγε κι η Τνκα ταν βγαινε σεργινι, απ τοτα τα κλαρι κτω σκυβε να διαβε...
     Σκρπιες εικνες ρχισαν να με κατακλζουν σο τον κουγα να μου λει για κενην. Καλ καλ δεν μποροσα να ξεχωρσω ποις εικνες ταν απ τις διηγσεις του παππολη μου και ποις ταν δικς μου αναμνσεις, θαμπς αλλ ακμα δονομενες μσα μου... Ο γροντας εκενη την ρα μου 'λεγε για τη μοναξι της Τνκας στο ξνο μρος που παντρετηκε, πς πρναγε τη μρα της φτιχνοντας μορφα, χρηστα πργματα απ ξλο, τα χριζε στα παιδι... "να ττοιο ξλινο μαχαρι κανε και για το Χρστο, τον παππολη σου... της πηγαναμε κρνα και μγδαλα κι αυτ μας δινε ξλινα ζωκια..."
   ...Το μαχαρι με την ξλινη λαβ του παππο μου, με το λκο σκαλισμνο στο ξλο, περφανο, αγρωχο, και ξλινος που ταν δεν ταν για λπηση. Πσα μλα δε μου 'χε καθαρσει εκενο το παλι μαχαρι...
     Θυμθηκα να βρδυ... δε θα 'μουνα πνω απ οχτ χρονν... εχα ξυπνσει τρομαγμνη απ νειρο, βαριανσαινα ακμα ταν εδα στο μισοσκταδο τον παππο να με ζυγνει...
 -"Τι εναι τρυγνα μου; σκιχτηκες; σχασε, νειρο ταν και πει... να εδ..." κοιτζω... κρατοσε το μαχαρι, βουτηγμνη η λμα του στο μλι, ακμα το θυμμαι πς κυλοσε στο μταλλο. Παλι, παγανιστικ δοξασα ταν η κνησ του να μου δσει να γλψω μλι πνω σε μαχαρι, να κψει το φβο η μεταλλικ λμα και να γλυκνει τον πνο το μλι. Ακμα ταν τρω μλι, χω στο στμα τη γεση του κρου μετλλου...
   
 Δισταχτικ, τρεμμενα, ρχισα να βολιδοσκοπ το γροντα, να μθω ποις οι αλθειες και ποις οι φαντασες του παππο μου σ' αυτ το γατανκι της Τνκας. λα αλθεια ταν, δεν ταν μουραπδες γεροντστικοι τα περεργα σουσομια της κυρς εκενης.
     Βγανοντας απ το χωρι για τα καλ πλον, εδα πως το τοπο λλαζε. Περσαμε απ περιβλια... (-"Δικ σου εναι τοτο, δεν το κουμαντρισες οτε 'συ οτε ο αδερφς σου κι ρθα εγ και φτεψα κερασις, θα σου στελω πρα το Θεριστ αν εμαι ζωντανς να τρως να με θυμσαι")... φτσαμε σ' να τπο παρξενο.
     Πανψηλα δντρα, απρησα πς δεν φανονταν απ το χωρι ττοια θερα δντρα. Ο γροντας, που ως εκενη την ρα μου μιλοσε για τα δντρα και τα χωρφια του, σπασε απτομα. Λαχνιασα κι εγ. Απ το περπτημα; Απ δος; Λιγοψχησα. ταν κι εκενο το φως του λιου που φιλτρρονταν τσο απ τις ψηλς φυλλωσις... δεσμδες μνο φταναν ως το δαφος... μισοσκταδο μρα μεσημρι... κι εκενο το σκορο σκορο πρσινο χορτρι που σκπαζε βματα και θορβους...
   "ρα εναι τρα να δω και τον Πνα να τριποδζει πουθεν" επα μσα μου, περισστερο για να ξεχσω το φβο που μου 'σφιγγε την ανσα, μα ταν πραγματικ μυστηριακ το τοπο, οι Νμφες λειπαν μοναχ.
     Στο βθος δικρινα να ξφωτο. να στεφνι θαρρες απ δντρα που νοιγαν στη μση για να αφσουν χρο σε μια πυκντατη χλη να κυριαρχσει. Στη μση του ξφωτου, κορνα στην κμη του πρσινου, νας σωρς πτρες... χι... χι πτρες, το χελος ενς ξεροπγαδου ταν... παλι πολ το χτσιμ του, λγα λιθρια ταν σκρπια και τριγρω, ξεριζωμνα απ τον παλι κρθο του πηγαδιο.
     Εδα το γροντα να κθεται σ' να ξερολθι και τον μιμθηκα.
 -"Εδ εναι, τσοπρα μου, ο Λκκος της Τνκας. Σαν φυγε απ τον τπο της κι ρθε νφη συβασμνη στα μρη μας, εδ ερχταν και καθταν. Τραγουδοσε μοναχ της, κλαιγε, εγ μια φορ την εδα να κρατει να μαχαρι και να σκαλζει να κομμτι ξλο. να λκο φκιανε..."
 -"Πως πθανε παππο; Αυτ θλω να μθω!" τον δικοψα κι νιωθα τοιμη να το βλω στα πδια αν μου ξανρχιζε τα δια και τα δια γνωστ.
 -"Πθανε τχα; Καννας δεν ξρει... Δε σου 'πε ο παππος σου";
 -"χι... δεν..." εχε κοπε η ανσα μου... κου πθανε τχα...!
     Δυσκολεομαι να περιγρψω την ψη του, λες και κοταζε κτι μπροστ του που εγ σο κι αν νοιγα λο νταση τα μτια δεν μου φανερωνταν… χθηκε για λγο στα δικ του και κποτε δεσε να μιλσει.
    Εχε κμει συμφωνα η Τνκα με το κυνηγ της να μη κνουν παιδι. Πρασαν κμποσα χρνια, πθανε κι ο πατρας της, αποκπηκε απ' τη φαμελι της ολτελα.
     Ο κυνηγς εξακολουθοσε πντα να χει τη μεγλη του αγπη, αυτ που τον φερε και στα μρη της Τνκας, το κυνγι του. Μια νχτα ταν στα ρουμνια και πλι, κουρνιασμνος με τ' ασκρι του σε μια χονη, ζαρκδια χλευαν. Τα περμεναν να κατβουν ως την χθη του ρυακιο να πιον νερ.
     Εκενος μως αλλο εχε το μυαλ του... σ' ναν ανεπασθητο θρυβο που 'χε ακοσει απ ρα... οι λκοι δεν κατεβανουν στα χωρι, σκφτηκε... κι μως εχε ακοσει να μακριν ουρλιαχτ κατ το σορουπο.
     Χλιες φορες, στα νυχτεριν αγκαλισματ τους, της εχε ζητσει να σκαλσει στο ξλο και τη δικ του μορφ.
 -"Μνο ζα πλθεις εσ; Κνε με κι εμνα αθνατο με τα δαχτυλκια σου. Τι τσο πολ με τους λκους, με τα ελφια, με τα ζαρκδια; Ο κρης σου εμαι... και δολος στη ποδι σου".
     Εκενη στρεψε τα μτια πνω του, του χαμογλασε αμλητη και τον φλησε στα βλφαρα.
     Και τρα αυτς παραφυλει να ζαρκδι και το μυαλ του ιχνηλατε τους χους, εκενο το ουρλιαχτ που κουσε ανοιξιτικα (μεσοντος Απριλου ) και που ταν τσο αταριαστο με την εποχ, τσο απθανο να χει ακουστε στ' αλθεια.
    Στο ξφωτο που παραφλαγαν για τα ανυποψαστα ζαρκδια φτανε το φως της σελνης, με μια απκοσμη απχρωση, ονειρικ. Εκενος κρυμμνος στις πρτες φυλλωσις στην κρη του ξφωτου, εχε θα στην ανοιχτωσι μπροστ του, αν και το μυαλ του ταξδευε πλι.
    Κλωθογριζε στο μυαλ του εκενη η ευδαιμονα, η πλησμον στα μτια της γυνακας του σα μιλοσε για τους λκους. ξαφνα νιθει τους συντρφους του να αναδεονται.
    Ξυπνει απ το ονειροταξδεμ του και στρφει τα μτια κατ το ξφωτο... αυτ που εδε τον φησε ξπνοο... μια ομδα λκων ρχισε να απλνεται στη μικρ πεδιδα μπροστ τους. Οι υπλοιποι ντρες κοιτζονταν λες και ρταγαν με τα μτια "εναι αλθεια ετοτο ονειρευμαστε το διο νειρο;".
     Μνο εκενος μοιαζε να το περιμνει, ταν μλλον και ο μνος που νιωσε, νιωσε παρ κουσε, την πρωτιν αλυχτησι, εκενη που του εχε φανε της φαντασας του.
     Παρ' λο το φβο ολωνν, το θαμα ταν χρμα οφθαλμν. Πρτα ρθε και στθηκε στη μση του χρου, της αυλαας πες, η λκαινα, με σκορο καφ τρχωμα και μια ανοιχτχρωμη λουρδα κατ μκος της ρχης της, να γυαλζει σαν ατλζι στο κρο φως της νχτας. Πσω της ακολοθησε ο λκος, με να βδισμα αργ και μεγαλοπρεπς. Σκορο σταχτ τρχωμα, σχεδν μαρο θα το 'λεγες. Πσω απ τα δυο περφανα ζα ακολουθοσε να μικρτερο, σβλτο και ζωηρ, το λυκκι τους.
     Πγε και στθηκε δπλα στη λκαινα κι εκενη το χιδευε με τη μουσοδα της. Το φηνε να ξεμακρνει λιγκι σα για να μπορε να ξανατρξει και να ρθει να τριφτε στο κορμ της και πλι.
     Μια λυκο-οικογνεια λοιπν, αυτ καθταν πνοοι και κοταζαν οι κυνηγο, μια αγλη λκων που παιζε κτω απ το κρο φως της σελνης. νιωθαν και τον κνδυνο του να γνουν αντιληπτο, μα δεν θα λλαζαν το θαμα το αποψιν με ποια ασφλεια και θαλπωρ, αυτ θα εχαν να το λνε ως και στα εγγνια τους, οι λκοι να παζουν κτω απ τη σελνη... κι αυτο κρυμμνοι στα φυλλματα να 'χουν ξεχσει το χρνο.
     Σε κμποση ρα η λκαινα λλαξε στση, σπρωξε το μικρ της προς τα κει απ που εχαν ρθει. Εκενο αντιστθηκε για μια στιγμ, στρφηκε προς τον λκο (εκενος λη αυτ την ρα στεκε σχεδν ατραχος και κοταζε πνω απ' τη ρχη του με κενη την εντελς χαρακτηριστικ στση του-λκου-που-κοιτ-πσω)... στο τλος απομακρνθηκε χαρωπ, πατντας στα βματα της μνας του.
     Ο λκος απμεινε μνος, σκωσε το κεφλι αργ... οι λλοι εδαν το τρχωμ του να ριγ καθς οι τρχες της χατης του κινονταν... κι ακοστηκε πλι εκενο το απκοσμο Ουυυυυυ... πγωσαν χι τσο απ φβο σο απ ζλια... σκφτηκαν πως εναι τση η ομορφι του και εναι τσο καθαρ αρσενικ, τσο αμιγς μοναχικ και περφανη που και λκος που ταν, τον λογριασαν λοι προς στιγμν για αντεραστ τους.
     Η αδκητη αιχμαλωσα τους ληξε μλλον δοξα. Ο λκος, αφο επικαλστηκε το ρεβος με κενη την ανεκδιγητη οιμωγ, απομακρνθηκε αργ, βαρι... κπως τσι θα πρπει να περπατν αυτο που πντα εναι νικητς.
    σο να γυρσουν στα σπτια τους (που μυαλ για ζαρκδια τρα πια!), ταν λοι σα μαγεμνοι. Ο κυνηγς ζυγνοντας στο αρχοντικ του διωξε τα σκυλι και κανε το γρο της αυλς... πγε στο πσω μρος, εκε που βλεπε το παραθρι της καλς του... εκε περμενε πντα σα γριζε, ειδοποιημνη απ' τ' αλυχτσματα των κυνηγσκυλων η Τνκα.
     Κοταξε με προσμον να δει τη μορφ της, εκενο το απκοσμο βλμμα της που του εχε κλψει την καρδι χρνια τρα... μα οτε φως στο παραθρι οτε η γνωστ φρση της ακοστηκε... "ρθες αφντη; καλς σε".
     Κρο σκοτδι χθηκε στα μτια του... φαντη η Τνκα... θυμθηκε το περπτημα του λκου, του νικητ... πς του ρθε να τον ονοματσει νικητ; σε τι τον νκησε τχα τον κυνηγ νας λκος;
    κατσε στην εξθυρα κι πινε ως το ξημρωμα... δαυλ γινε…ρθε κι ο λιος να του δεξει τι δειο ταν το αρχοντικ του χωρς τη γλυκι παρουσα εκενης...
     Σηκθηκε και ματακνησε για το ξφωτο. Τον εδαν τα αδρφια του με τα μτια κκκινα και απφυγαν τη ματι του τρομαγμνα... τους ρτησε αν εδαν την Τνκα μα τα ψματα που του επαν τον κρωσαν χειρτερα...
     φτασε κποτε στο ξφωτο. Σαν εφιλτης μοιαζε η ζω του... να ψχνει τη γυνακα του στα ρουμνια... αυτς, ο ρχοντας ο διαλεχτς! Παραφλαξε ρες... σπου νικημνο το κορμ του γειρε και παραδθηκε σ' ναν πνο ρρωστο.
     Την εδε να του γνφει πως κποιος που κνησε και γυρισμ δεν χει πια... λαχτρησε... και πετχτηκε ευθς... εχε νυχτσει για τα καλ... πως χτες που κοταζαν απ κει τους λκους... εφιλτης.
    'Αξαφνα κουσε θρισμα στα κλαρι απναντι... αυτ που εδε τον φησε πνοο, με το μυαλ δειο για λγα λεπτ...
     Η κυρ του, η Τνκα του... καβλα στο λκο... αμαζνα πρωτφαντη! Καθταν με τα πδια να πφτουν χαλαρ στο να πλι... λες και καβαλοσε προ ζωνταν... σγουρη... βασλισσα... με τα μαλλι της λυτ πως πντα του ρεσε... να ιριδζουν κοκκινξανθα... να τινζονται οι μποκλες τους ζωντανς πνω στα στθια της... με το κατακκκινο φρεμ της και τις μαρες μπτες που τσο αγαποσε.
     Ως και το αμα εχε σταματσει στο κορμ του... στθηκε ο λκος κι εκενη πτησε τα πδια της στο χορτρι... μπλεξε τα δχτυλ της στη χατη του, εκε στο σβρκο και τον μαλισε με λγια ψιθυριστ να την ακολουθσει. Την κοταζε να περπατ περφανα, δισχισε το ξφωτο και κατσε στο χελος του πηγαδιο, εκε που ο κυνηγς εχε τσες φορες ξεδιψσει. Κι ο λκος την ακολουθοσε κοιτζοντας τα λιαν της πδια και σαν εκενη κατσε, ξπλωσε κι εκενος μπροστ της κι ακομπησε το κεφλι του στη μτη της μπτας της με τα μτια κλειστ.
  "Σα να 'ναι παντρεμνοι μοιζουν" σκφτηκε ο μοιρος ρχοντας. Κι ταν κατλαβε τι επε μσα του φριξε ως το μεδολι... και γρλισε σα σκυλ... φρισε.
     Ο λκος τινχτηκε πριν την Τνκα... στθηκε στα πδια του και με μια δρασκελι ρθε μπροστ στον κυνηγ. Η Τνκα ξπνοη κοταζε και δε μλαγε... "λγε" της γρλισε, "εκενον εμνα" κραδανοντας το ντουφκι του. Επε κι λλα πολλ, βρωμις που δε φανταζταν πως θα τις ξεστμιζε στην πολυλατρεμνη του... κι εκενη σπαινε κι τρεμε σαν το φλλο. Περμενε να ακοσει μια λξη απ' τα χελη της... μταια... και στρφηκε στο λκο πλι.
     Εκενος ατραχος, στυλωμνα τα πδια του γερ στο χμα και τα μτια του κτρινα, χρυσαφι, μπηγμνα λες στο θολ βλμμα του κυνηγο. Μια ατλειωτη στιγμ ρθε... ο κυνηγς δσμιος στο ζεστ, μεταλλικ βλμμα... η Τνκα γαλμα φωτις παραπρα... τι τργωνο αλθεια!
      Σαν πρασε εκενη η μια στιγμ λα ταν αλλιτικα στην ψυχ του κυνηγο. σκυψε το κεφλι και της επε:
 -"Φγε, τρξε, χσου και μην ξαναφανες στα μτια μου"... πεσε το ντουφκι απ τα χαλαρ του χρια και γοντισε με λυγμος στην υγρ χλη.
     Η Τνκα αγκλιασε το λκο της απ το λαιμ και του φηνε χλια φιλι στο ψηλ, ζεστ μτωπο... ρα πολλ κι ας επε ο κυνηγς να βιαστονε... λγια αγπης βγαιναν σαν παραλρημα απ τα χελη της... λατρεμνε μου εσ... δικ σου μνο... η κκκιν σου θα εμαι μνο εγ... μη μου χαθες... ο κυνηγς κλεισε με τις παλμες τα αυτι του και χθηκε ουρλιζοντας ανμεσα στα δντρα.
     Φνηκε μετ απ καιρ στο αρχοντικ του...κανε χρνια να μιλσει για σα γιναν ττε, εκε στο ξφωτο. δη μως ο κσμος εχε δει πολλ... η Τνκα γρναγε στα δση με το λκο της... πτε την βλεπαν να περν καβλα, σαν τον νεμο και πτε να περπατ δπλα του αγγζοντας πντα το δυνατ του σβρκο... πολλ ταν τα βρδια που τους εχαν δει να κοιμονται αγκαλιασμνοι δπλα στο πηγδι... εκενο το ξεροπγαδο που τρα κοταζα κι εγ...που 'χε παλισει πια... και τρα γινε ο Λκκος της Τνκας. χι ο τφος, χι...
     Μια και σοι την εδαν λα αυτ τα χρνια, σε να συμφωνοσαν... σα να μην εχε περσει μρα απ πνω της... αγραστη κι αυτ κι ο σπνιος σντροφς της... νοι και δυνατο πντα... οι χατες τους να δρνουν τον νεμο... τα χελια της υγρ και ζουμερ... το κορμ στητ και λυγερ... τρωτοι εν τλει.
 -"Γι' αυτ σου λω, τσοπρα μου... πθανε τχα; Ακμα ρχεται απ καννας αγγελοκρουσμνος και μας λει πως τους αντμωσε στα πρα λιβδια, αγκαλιασμνους, την Τνκα και το λκο της", κλεισε τη διγηση ο γροντας.
     Τι να πιστψω απ' λα αυτ, δεν ξρω... πντως το μνο σγουρο εναι πως παψα να φοβμαι τους λκους... σως και να τους αγαπ... σως τελικ αυτς να 'ναι κι ο λγος που πριν κλεσω τα μτια τις νχτες, γλιστρω το χρι μου κτω απτο μαξιλρι και χαδεω το παλι μαχαρι... σως λω...
     Και κθε νοιξη πηγανω στα μρη της Τνκας, μνη πντα... και φορω κι εγ να κατακκκινο φουστνι και μαρες μπτες...
    "Λκε, λκε, εσαι εδ;"

                                                                             Απρλης 2003

                Στην ανεκτμητη μνμη του Χρστου Αποστλου
                 για σα μου 'δωσε και ποτ δεν ανταπδωσα.

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers