-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

:

     Εδ συνεχζεται το ρθρο του Μιχλη Διαλλιν Διαλλινομιχλη, με το τερον πος του, τον Καπετν Καζνη. Θα πομε μερικ λγια γι' αυτ και θα γραφτε και το ποημα παρακτω.

                               Βιογραφικ-Στοιχεα

     Το Μαρμακτω ( αλλις Μαρμακτων Μαρμακτο) εναι να μικρ χωρι που βρσκεται στις ανατολικς πλευρς του Οροπεδου Λασιθου σε υψμετρο 890m, στους πρποδες του λφου Φακιδι. Στην κοιντητα του Μαρμακτου ανκει και ο οικισμς Φαρσρω.
Η κατοκηση της περιοχς του Μαρμακτω ξεκινει απ την Νεολιθικ Εποχ (3500 π.Χ.), πως μαρτυρον τα ευρματα στον λφο Κστελο. Εδ υπρχει το Σπλαιο Κρνιο Τραπζας, που βρθηκαν αντικεμενα λατρεας. Το χωρι πρε το νομα του απ τους πολλος μαρμαραδες που κατοικοσαν.
     Στο Μαρμακτω γεννθηκε το 1793 ο οπλαρχηγς του Λασιθου Εμμανουλ Ροβθης (Καπετν Καζνης), ο οποος πολμησε εναντον των Τορκων κι ηγθηκε των Λασιθιωτν σε πολλς μχες. Ο Καπετν Καζνης πθανε πμφτωχος εργτης στη Νξο το 1846, καθς η Ελληνικ κυβρνηση δικοψε τη σνταξη του. Προς τιμν του Καζνη, χει στηθε ανδριντας στην κεντρικ πλατεα του χωριο, περιτριγυρισμνος απ δφνες, που κατατθεται στεφνι σε κθε εθνικ γιορτ.



     Το Μαρμακτο αποτελε τη γεντειρα του οπλαρχηγο της Κρητικς Επανστασης Εμμανουλ Καζνη (1793-1846), γνωστς ως Καπετν-Καζνης. Το πραγματικ νομα της οικογνειας ταν Ροβθης, εν το Καζνης τανε παρατσοκλι που εχε δοθε στον παππο του. ταν βφτιζαν τον παππο του στη Μον Κρουσταλλνιας το 1740, οι Τορκοι μπκαν κι ρχισαν να λεηλατον την εκκλησα. Ττε σπασαν και τη πλινη κολυμπθρα, αλλ οι ιερες καναν τη βφτιση κανονικ με να καζνι, το οποο δωσε στον παππο του το παρατσοκλι Καζνης.
Το 1810, ταν ακμη ο Μανλης Καζνης ταν 17 χρονν, νας Τορκος απ το Χουμερικο, ο Αληδκος, πγε στο Μαρμακτω και διμεινε στο σπτι των Καζνηδων. Κποια στιγμ, φανεται να προκλεσε το νεαρ Μανλη σε πλη. Ο Καζνης ριξε κτω τον Τορκο, αλλ κατφυγε στα βουν για να αποφγει την εκδκηση του, ξεκινντας τη χανικη ζω του.



     Σιγ - σιγ τρξανε κοντ του κι λλοι διωγμνοι χριστιανο και μσα σε σντομο χρνο, δημιοργησε να μικρ, αλλ ισχυρ πολεμικ σμα. Με βση το βουν Αλδα του Λασιθου, που εχε το λημρι του, καταδωκε τους Τορκους, τιμωρντας την αδικα και τη καταπεση του κατακτητ. λαβε μρος σαν αρχηγς, σ’ λες τις μχες που γιναν στους νομος Λασιθου και Ηρακλεου κι γινε ο φβος κι ο τρμος των Τορκων.
     Κατ τη διρκεια της επανστασης του 1821, ο Καζνης εκπροσπησε πολλς φορς τους Λασιθιτες στις συνελεσεις των επαναστατν, εν πολμησε και σε αρκετς μχες. Το 1825 αφο καταπνγηκε μια ακμη επανσταση των Κρητικν, αναγκστηκε μαζ με πολλος συντρφους του να καταφγει στη Στερε Ελλδα που και συνχισε τη πολεμικ του δρση. Κλεστηκε στο Μεσολγγι και κατ την ηρωικ ξοδο, τραυματστηκε βαρι κι στερα απ παρ πολλς ταλαιπωρες, κατφυγε με τους συντρφους του στη Νξο. Εκε δολευαν για να ζσουνε στα κτματα ενς τσιφλικ ονματι Λσκαρη. Τλος, το 1846 ο οπλαρχηγς, ο γενναος κι ατρμητος χανης, πθανε ξεχασμνος απ το Ελληνικ Κρτος, απ τις κακουχες και τα τραματ του και τφηκε στη Νξο και στα κτματα που δολευε. Ο τφος του δεν βρθηκε ποτ, παρ τις αναζητσεις απ τους απογνους του.



     Σμερα στο κντρο του χωριο δεσπζει η προτομ του μεγλου αυτο ρωα, για να θυμζει στους παλιος και τους νετερους, την ηγετικ προσωπικτητα που γννησε ο ταπεινς αυτς τπος.

"Μικρ χωρι, μα χει θεα χρη.

Μικρ χωρι, μα γννησε μεγλο παλικρι".

===================

         Ο Καπετν-Καζνης

Θα χετε ακοσει τον Καπετν Καζνη,

τον μγα Τουρκοφγο και τον παληκαρ,
που στα “εκοσι να” θαματα εχε κνει,
σκορπντας εις τους Τορκους φωτι και συμφορ.
Θα χετε ακοσει το θρρος, την ψυχ του,
αλλ κανες σας μως πιστεω να μην ξρει,
στα πσα εγγενθη, ποιοι σαν οι γονες του,
και η καταγωγ των, και απ ποα μρη.
Για κενο εν συντμω τρα θα προσπαθσω.
(αλλ να δομε μως εν θα τα καταφρω)
Τον αρχικν του βον να σας εξιστορσω,
φρονν στην ιστορα πως κτι θα προσφρω.
Στα χλια επτακσια ενηνντα ξ' γεννθη.
Θα ταν καθς λγουν Φλεβρης και Μρτης,
στο Μαρμακτο, (εναι χωρον στον Λασθι)
εκε επρωτοεδε τον λιο ο αντρτης.
Τον κρη του τον λεγαν Γεργιο Ροβθη,
την μνα του ελγαν (ως μοπαν) Στυλιαν,
απ τους φτωχοτρους σανε στο Λασθι,
πλην σανε οι πρτοι καλο Χριστιανο.
Καλ! Θα μου ειπτε σαν τανε Ροβθης
πως τρα να μας λγεις πως τανε Καζνης,
θλεις να μας παζεις σως επλανθης,
και πως απ Ροβθη Καζνη μας τον κνεις.
Οτε το εν συμβανει μα οτε και το λλο,
αλλ' μως κριοι μου αν ακροασθετε,
θα δετε την αλθεια πως λγω και δεν σφλλω
κι εις τα λεγμενα μου λοι σας θα πεισθετε.

Στα χλια επτακσια σαρντα εγεννθη,

ο πππος του Μανλης (και τοτος παληκρι),
αλλ' ακριβς εττε εβγκαν στο Λασθι
ν' αρπξουν και να κλψουν Τορκοι και Γενιτσροι.
Αβφτιστο παιδ 'τον ταν στην Κρουσταλνια,
οι χωρικο γονες του το παν να το βαφτσουν,
ανβουν τα κανδλια, φρνουν μια χωματνια
μεγλη κολυμβθρα. Μα πριν τακτοποισουν,
εν γνει λα τα πντα, ν' αρχσουν οι παππδες,
πριν το παιδ ακμα το βπτισμα του πρει,
γροικον αλγων γδοπους, και φτνουν οι αγδες,
και μπανουν αγριεμνοι πεζο και καβαλροι.
Τους καλογρους λους πινουνε και ληστεουν,
αρνι και κτες παρνουν και ποις θα τους ομλει;
Μπανουν στην εκκλησα κι εδ κι εκε γυρεουν
και σπουν την κολυμβθρα και φεγουνε οι σκλοι.
Σαν φυγαν κατπιν, ο Γομενος τους λγει,
πως το παιδ να μενει αβφτιστο δεν κνει.
Στλνει, μια κολυμβθρα σ' λλο χωρι γυρεει,
μα μως δεν ευρκαν μονχα να καζνι,
που βζουνε το βρφος μσα και το βαφτζει.
Τομεινε, παρατσοκλι επθετον Καζνη.
Την σμερον ετοτο κανες δεν το γνωρζει.
Θα πετε πως το ξρεις και λλος δεν το ξρει;
Ο Γρω Γιανναδκης μου τχει λεομνα,
που ταν του Καζνη το δεξι του χρι,
γιατ συμπολεμοσαν εις τα εκοσι να.
Αχ! οι παλιο πεθναν, ετφηκαν ομδι,
τ' φθαστα μεγαλεα κι ανδραγαθματ των,
του θνους της κορνας κθε λαμπρ πετρδι,
ετφηκε μαζ των μσα στα μνματ των.

Για κενους που δοξσαν κατ την Ιστορα,

και θνος και πατρδα (σας βεβαι αλθεια)
αν σμερον μιλσης, σουν λν χεις μωρα,
λγεις φλυαρες κι νοστα παραμθια.
Την νδοξη κορνα που 'φρει στο κεφλι,
μ' ατμητα πετρδια περφανα η Μνα,
τρα καταπατονε γγλοι, Ρσσοι και Γλλοι,
και θλουν απ Μνα να γνει παραμνα!
Μα αυτ η παραμνα σας χει γαλουχσει,
σας μαθ' επιστμας, σας χει ανυψσει.
Τρα για πληρωμ της καθες κοιτ να χσει,
φαρμκι στην ψυχ της για την θανατση.
Τη φτωχοπαραμνα αυτ, θα τ' αρνηθτε,
πως εγυμνσατε λοι; και τα φορματα της,
εβλετε γελντες; χωρς καν να 'ντραπτε!
Ρωτ σας πως βρεθαν σ' εσς τ' αγλματ της;
Αλθεια παραμνα και διδασκλισσ σας,
εναι η φτωχ μας Μνα. Αλθεια λαοπλνοι,
αυτ 'που δεν σας μλλει για τα συμφροντς σας,
να της φορσουν λλοι τ' ακνθινο στφνι.
Μα και να την σταυρστε, επνω στο σταυρ της,
οπταν θα εκπνεση το χραντ της σμα,
περφανο θα εναι το θεο πρσωπ της
και πεθαμνη θα 'νε πλεια μορφη ακμα.
Αχ σμερον η λη το τιμο το χρμα,
κθε σωστ ιδα εκολα μεταβλει,
και ζωνταν πολλκις θπτει μσα στο μνμα,
αυτ που προσπαθονε ν' αναστηλσουν λλοι.

φυγα απ το θμα χωρς να το 'ννοσω
με την πολυλογα θε να με βαρεθετε.
Αχ! τα παλη τα χρνια με κνουν να δακρσω,
λοιπν γυρν στο θμα και να με συγχωρετε.....
Θα εξακολουθσω την πρτη ιστορα
του Καπετν Καζνη -το μτρο μως θ' αλλξω
σντομα θα μιλσω με χωρς θεωρα
Γιατ πολ φοβομε πως θα σας σε νυστξω.
Αφο θ' αλλξω μτρον σως θα μου ειπτε
πως ιδιοτροπα θα χω και μεγλη.
Ναι. αλλ να πργμα ρωτ και αποκριθτε
πλειο ιδιτροπι μου δεν εναι τχα λλοι;

Την εποχ που κοβε του Τορκου η μαχαρα
εκολα τους χριστιανος κι δικα πρα πρα.
χι γιατ' σαν νανδροι κι οι Τορκοι ανδρειωμνοι
μνον γιατ´ σαν οπλοι κι οι Τορκοι οπλισμνοι.
Η δε Φραγκι που δνατο αυτ να τα μποδση
κανε την αδιφορη χωρς να ομιλση.
Στου Μεραμβλλου τα χωρι Τορκοι εκατοικοσαν
και τους αθους χριστιανος εκατατυρανοσαν
με αδικις με εγγαρις πολλν λογιν οι σκλοι
αλλ αυτ τα ξερετε' και μοναχ τα χελη
θ' ανοξω για να σας ειπ για να “Αληδκο”
που κατοικοσε στο χωργι που λνε “Χουμερικο”.
Μακρς σαν στρουθοκμηλος· φαγς δια σαν γλρος
φλρος κακορζικος της γς μεγλο βρος.
Εφτ τουρκλες εχενε σε πντε χρνια πρει
μα και τσ' εφτ ταις πλησε σαν σκλβες στο παζρι.
Με τα σαπηλοκντακα φοροσε δυο πιστλες
και τας επαρονμοιαζε ο διος “μαργιλες”.
Εχανε φθονη σκουρ κι ταν και ραγισμνες
και με της αγας το λουρ τς εχενε δεμνες.
Εχε ποδρια πελαργο και κουκουβγιας μτη
και Τορκο ασχημτερο δεν εχε εις την Κρτη.
πρεπε να τον βλεπες τον ψετη καβαλρη
θα νμιζες πως βλεπες “γδαρο στο μουλρι”.
Γιατ' ανοιγμνες εχενε πντοτε ταις μασκλες
και τα ποδρια κρεμαστ απ' ξω 'πο ταις σκλαις.
Δεν το γρος· μα 'βαφε πντοτε τα μαλλι του,
κι παιζε ολομναχος πλι τα μοτσουν του.
Εις το τζαμ δεν πγαινε· (Και τι 'θελε γυρεει;
π' ο διος δεν εγνριζε σαν τι θε λατρεει).
Κρασ ακρτο πινε το κθε Ραμαζνι
χορινο κρας ψηνε μαζ με το κουρμπνι.

Απ αυτ θα νοισετε τα προτερματ του.
Το τγμα του Βελζεβεολ πως εχε στην καρδι του.
ξευρε τχν' μως καλ· ζα εμουνουχοσε
και σε μετχια και χωρι κι εδ κι εκε γυρνοσε
και μουνουχοσε λογα και χορους και μουλρια
κι εγμιζε το σπτι του κριθρια και σιτρια.
το και χεροδναμος πντοτε εκαυχτο
πως δεν ευρθηκε κανες να τον ρξει κτω.
Και πργματι ο θλιος σαν θελ' αγριψη
δεν αποφσιζε κανες μαζ του να παλψη.

Μια μρα του μηνσανε να πει μην αργση
εις το Λασθι μερικ ζα να μουνουχση.
κι ευθς τα εργαλεα του μσα στο σκκο βνει
την δια μρα 'πο βραδς στο Μαρμακτο φθνει.
Σ' ενς γνωστο του μεινε και πρω αρχζει
χορους μουλαρο-γαδουρα ευθς να μουνουχζη.
Επαμε χεροδναμος και καυχησρης το
γ' αυτ 'λεγε συχν πυκν καννα δεν φοβετο.
“Δυο δυο ελτε οι Ρωμιο κι εγ σας σε παλεω
για να το καταλβετε τι δεν χωρατεω.”
Μα μως την αλθεια αν θλετε να πομε;
μνο αυτ το “Τσομαρο” λιγκι που φοβομαι.
Το σμα του το μπ του του δεχνει πως μια μρα
δεν θα μπορε κανες μ' αυτ για να τα βγλη πρα.

Αυτ 'λγε και δειχνε τον Καπετν Καζνη
που μλις ττε ρχισε μουστκι για να βγνη.
Αυτς τον γνριζε καλ γιατ εσυνηθοσε
στο σπτι του πατρα του πολλκις κι εδειπνοσε.
-λα του λγει Τσομαρε σμωσ' εδ κοντ μου
για να παλψωμε να δες μωρ την ανδρει μου.
-χι (του λγει ο μικρς) ετοτο δεν το κνω
εμαι παιδ και με εσ ξερω πως δεν τα βνω.
Αγς μως ξεζσθηκε αμσως τ' ρματ του
και αγκαλιζει τον μικρ και τον τραβ κοντ του.
-Παρατησ το μια στιγμ Αγ να του μιλσω
(λγ' ο πατρας του παιδιο) και σως να το πεσω.
Παρνει ο πατρας το παιδ κρυφ και τ' αρμηνεει
να αρνηθ το πλεμα να πη πως δεν παλεει.
Μ' αν επιμνει ο Αγς για να μην τον ντροπισει
να πσει μνος ο μικρς μα πργμα δεν θα χση.
-Πατρα (μως τ' απαντ) ττε μνον θα πσω
ταν απ τη δναμη που 'χει δεν θα μπορσω
να στηριχθ στα πδια μου, αυτ να γνωρζεις·
δεν πφτω θεληματικς μονχα μη μανζεις.
-Ακμη δεν τα επατε; Αγς τους σε φωνζει
και χνεται και το μικρ πλι ξαναγκαλιζει.
Τραβ Αγς το Τσομαρο μα κενο ωσν βρχος
εστκετο αδισειστος κι αμριμνος μονχος.
Κι εν προσπθει ο Αγς για να τον ρξη κτω
ο Τσομαρος παντπασι οτε το συλλογτο.
Ο Αληδκος δναμη ση κι αν εχε βνει
παζει του μια, παζει του δυο μα τποτε δεν κνει
ο Τσομαρος δεν καμε βμα δεν εκουνοσε
εν Αγς 'πο μσα του το εμετανοοσε.
-Αγ του λγει προσοχ τρα θα προσπαθσω
να 'δω κι εγ εν μπορ να σε μετακινσω.
Και σφγγει τον αδυνατ και πνω τον σηκνει
και σαν τον τργο δια μιας στη γη τον εξαπλνει.
Τα φρδια του κατσπασαν, τ' αυτι του κτω κλενα
κι χασ' απ την κεφαλ φσι και φουνταρναν!

Οι χωργιανο λεν του μικρο τι στκεις και ξανογεις;
θα σε σκοτσει σαν σκωθ μνο ευθς να φγης.
Σαν εσηκθη πργματι σρνει φων μεγλη.
-Που' νε του σκλου παιδ που πδα μ' χει βλει
και με απτη μ' ριξε! Που ' νε να το πληρσω!
Βαλχ μπιλχ το πιστο που 'νε να το σκοτσω.
-Αυτ (του λνε) φυγε να! Κοτα το κει πρα
και την πιστλα τρβηξε και στλλει του μια σφαρα'.
Μα οτε στα μεσστρατα δεν φθασε εκενη
ταν μακρυ πολ μακρυ' κι Αγς φαρμκι πνει.
-Σμερον (λγει) τα στοιχει μ' κυνηγονε λα'
κι απ'το θυμ του καμε κομμτι τη πιστλα.
κι απ τη λσσα κι εντροπ χωρς να ομιλση
αμσως ετοιμσθηκε για να αναχωρσει.
Αυτς που καυχτανε! το πρτο παληκρι(!)
κι ' οτε τα μουνουχιστικ δεν στθηκε να πρη.

Σεπτμβρης μνα τανε π' ο κρις του Καζνη
απηδο μηλο-κδωνα να φορτο κνει,
και βνει μεσοσμαρα καρδια να σκκο
και ξεκιν ο δυστυχς να πα στο Χουμερικο
που 'χε φλους γνριμους εκε να πωλση
να πρη τποτε λιαν και πσω να γυρση.
Μα ο Αληδκος να τον δη αφρζ' ευθς και τρζει
κι απ μακρυ αρχνισε για να τον εξυβρζη.
-Τι μου 'φερες τα μοτρα σου εδ να τα κοιτζω
και ποιος μου διδ' υπομον σκλε και δεν σε σφζω;
που τον υγι σου βαλε μωρ να με προσβλλη
και πργματι με πρσβαλε με μπαμπεσ μεγλη.
Ο γρως ν' απολογηθε πει, μα δεν αφνει
ο Αληδκος το σκυλ, μν' μια ραβδι του δνει
που πεσε κτ παρευθς! Κι αντκρυ Τορκοι τσοι
εστκανε αδιφοροι να δουν αν τον σκοτση.
Κι αφο τον εκατδειρε φωνζει τα Τουρκκια
κι αρσουν καταπνω του δια σαν τα σκυλκια
με γιουχασματα, βρυσς πολλν λογι τον βρζουν
και τα σακκι που εχε στον ζον του ξεσχζουν
και πρνουν τα μηλπηδα πειτα τον εδιξαν
κι ως και του μουλαργιο τ' αυτι και την ουρ εκψαν.

Με της ντροπς τα μγουλα με κρατα δαρμνα
με ζον που εχενε αυτι κι ουρ κομνα
γυρζ' ο γρως ο φτωχς οπσω στο χωργι του
κι απ μακρυ φορτθηκε κι λεγε στο υιγι του.
-Μανλη αν δεν πλευες εσ μ' αυτ το σκλο
δεν θα τρωγα στα γρα μου δικα τσο ξλο.
Ο γυις του τον λυπθηκε' επνεσε η καρδι του
που μλις συνεκρτησε ττε τα δκρυ του.
-χε (του λγει) υπομον και μη παραπονσαι
θα τ' ακριβοπληρσ' αυτ Αγς και μη λυπσαι.
Λγος καιρς επρασε π' ο κυρις του Καζνη
απ' ταις πληγας και ραβδισμος τελεως εχε γινη
κι οτε στο νου του τβανε οτε το συλλογτο
Μα λα δα ο Τσομαρος που δεν το βνει κτω!
Την προσβολ την πατρικ θλει για να ξεπλνη
κι ο πθος τοτος συχο ποτ δεν το αφνει.
Και μια βραδι χειμωνικ επρε εις το χρι
να ραβδ. και βαλε στη μσ' να μαχαρι.
Στο Χουμερικο ξεκιν να πη ν' ανταμση
το φλο του πατρα του για να τονε πληρση.
φθασε τα μεσνυκτα και σ' να σπτι μπανει
ενς γνωστο και εκε τρεις μρες μνος μνει
χωρς να παρουσιασθε κι εκαιροφυλακτοσε
τον Αληδκο του να βρη γιατ τον αγαποσε.

Βορρς και ντος σανε μια βραδυνι πιασμνοι
ταν απ τον καφεν τον Τορκικο εβγανει
ο Αληδκος μνος βαροαρματωμνος
να παη εις το σπτι του κι τον και σκεπασμνος
να καπτο τσχινο, κι να μακρ μπιχνη
που συνηθοσε κι βανε με χρμα μενεβχη.
Μα τη στιγμ που γγιζε στην πρτα του ν' ανοξει
γροικ μια χρα ζωνταν επνω του ν' αγγξει.
-Ποιος εσαι σρνει μια φων. -πιστε μη μιλσης
Γιατ' αν φωνξεις θα χαθες αμσως, δεν θα ζσεις
μνο παρατα τ' ρματα ποιος εμαι ; με γνωρζεις.
-Να σου τα δσω Μανωλη και καμ' τι ορζεις.
Του παραδδει τ' ρματα ευθς γιατ' εφοβθη.
-Εμπρς (του λγει) παρευθς να πμε στο Λασθι.
Επαρακλιε, τασε αλλ σαν εδε μως
πως θα 'μπαινε σ' ενργεια του μπαρουτιο ο νμος
τρεχε με τα τσσαρα ημπρει δεν ημπρει
και φθνουν ξημερματα στου Λασηθιο τα ρη.

Εγλυκοχραζ' η αυγ -ο κρης του Καζνη
μετπνυσε και ξπνησε και λγει προς τον Γιννη
τον γι του. - Σκω των βουγι να ρξης λγα χρτα
οπτε “νοιξε” γροικον και τκα -τουκ στην πρτα
Τρχει κι ανογει ο γεροντς αλλ' μως τι κυττζει;
θαμα που τη μια γελα την λλ' αναστενζει!
Βλπει το γι του γελαστ και μορφαρματωμνο
και τον Αγ περλυπο μεσοξεπαγιασμνο!
Με πρσωπο ολομτωτο, με κοτελα σπασμνα!
τα μτια του 'λοκκκινα και σαν αυγ πρησμνα!
Σαν το μουζορ' απ' ταις πληγας εγνηκε η κλβα!
Κι γερν' εδ κι γερν' εκε σαν τη παληοκαρβα!
Ξυπλυτο! Και των ποδιν τα δκτυλα σπασμνα!
και τα Τοζλοκια του 'σανε κομμτια γινομνα
απ' τα γλυστρο-πεσματα που 'χε στο δρμο κμει
κι στεκε χωρς oμιλι, κι τρεμε σαν καλμι.
Κθησε (λγ' ο Τσομαρος) Αγ μου ξεκουρσου
Κουρσθηκες; συνφερε' λα στο λογικ σου.
Και συ πατρα φρε 'δω το “γιο Τεφτρι”
που εναι απ' αγριπρινο αμσως ες το χρι.
Και τι γρφει του Αγ πως χρεωστε να δσεις
Τους ραβδισμος που σο 'παιξε με τκον να πληρσης
Σαν πσαις σου κατφερε; -Παιδ μου δεν θυμομαι
αλλ αυτ περσανε· μονχα να σας βρομε
τποτε για το φαγητ γιατ θε να πειντε
που να καθσετε κι οι δυ με τον Αγ να φτε.

-Κατπιν εναι το φαγ αφο λογαριασθομε
χωμε στερα καιρ να φμε και να πιομε.
Θυμσαι πσους ραβδισμος πατρα σο 'χει παξει;
-Τι να σου πω; τας μτρουνε εως τας δεκα ξι
κι πειτα λυποθμησα κι εξπλωσα στο χμα
πιστεω πως θα μου παιξε μια δεκαρι ακμα.
-Λοιπν για πισε το ραβδ να τους ταις επιστρψης
γιατι θα του χρειζονται. -Ποτ μην το πιστψεις
(φωνζει ττε ο γεροντς) πως θα γεν παιδ μου
μνο παρατα τον Αγ που να 'χης την ευχ μου.
Ττε με μνιτα πολ του λγει ο Μανλης
που απ τον πολ θυμ εσυγκρατετο μλις.
-Αν δεν του δσης τις ραβδις που σου δωσε οπσω
μαρτον θ μου μαρτον. Εσνα θα ραβδσω
κι αφο το ργον μου αυτ θε ν' αποτελεισω
και τον Αγ τον φλον σου μπροστ σου θα σκοτσω.
-Παξε μου γρω κμποσες απλαφρα στη ρχη
που να γλυτσωμε κι οι δυ γιατ' σως ρκο θα 'χει
επε ο Αγς – Αδυνατς λγ' ο Μανλης πλι
κυττζοντας τους και τους δυ με μνιτα μεγλη.
Ο γρος ττε σκθηκε και τον Αγ αρχζει
αλπητα και δυνατ να τον καταραβδζει
κι αυτς σε κθε ραβδισμ εφναζε “ινσφι”
ο δε Μανλης ταις ξυλις μια μια στον τοχο γρφει.
Σαν φθασε στον αριθμ 30 λγει “στκα”.
Δσε του για ενθμιση και για τον τκο δκα
ακμα ραβδισμος καλος κι αν του εκαλοφνει,
το φρσιμο που σου καμε ας σου το ξανακνει.
Παζει τ' ακμα κμποσες κι πειτα τον αφνει
κι απ το τσο κπανο ολπριστος εγνη.

Εις την αξιοδκρυτη αυτ σαν λθε θσι
θελ' ο Μανλης στερα τραπζι να του στσει
Για να διασκεδσουνε να φνε και να πιονε
κι αν φταιξε ο εις τ' αλλο για να συγχωρεθονε.
Μ' Αγς του λει “Μανωλη εγ φα δεν θλω
μον' να γυρσω γργορα πσω στο Μεραμβλλο.”
-Εσαι ελεθερος Αγ να πας εις το χωρι σου
κι τι παθες τη σμερο τα φταει το μυαλ σου.
Μλιστα θα κουρσθηκες και θα σου κμω χρι
να πρεις το κουτσατικο και μαρο μας μουλρι
αυτ που του κοψες τ' αυτι και την ουρ Αληδκο
σαν δειρες τον κρι μου κτω στο Χουμερικο.
Μα δεν σου το χαρζωμε μνο θα το πληρσης
και πεντακσα γρσα γι' αυτ θε να μας δσης
Κι αν δεν τα στελης μνος μου θε να 'ρθω να τα πρω
που δεν γλυτνεις κι αδερφο να εσθε με το χρο.
Κι διπλοπαραγγλω σου Ρωμιος να μην πειρζεις
γιατ κι αυτο 'χουνε ψυχ και να τους λογαριζεις.
κι ταν θελσεις Χριστιανο τποτε να μιλσεις
με ζχαρη κι ανθνερο το στμα να γεμσεις
Εν μου πουν πως καμες ανοησας λλας
δεν θα γροικσης μοναχ τη ζεστασι της μπλας.

φυγ' ο Αγς και γρισε το βρδυ στο χωρι του

κι επγε και ξεπζεψε νκτα στο σπιτικ του.
Και δκα μρες μοναχς στα σκοτειν εκλεσθη
στε του γιναν πληγς κι η κεφαλ ξεπρσθη.
Πρτη δουλει του ταν σαν γιανε να στελει

τα πεντακσα γρσια σε κεντητ μανδλι
Κατπιν τους Χριστιανος τσον τους αγαποσε
που πντοτε μ' ευγνεια και σπλχνος τους μιλοσε
κι ουδ' λλους Τορκους φηνε να τους κακολογονε
"Φοβρα θλουν οι κακο να περιορισθονε".

Αυτ 'τανε η ανδρει η πρτη του Καζνη
που δεν επροσκνηση ποτ Τορκου φερμνι
Κι αυτ εγνηκι αφορμ κι εις το βουν εβγκε
Και τ' νομα τ' αθνατο στην ιστορα αφκε.

                      Τ  Ε  Λ  Ο  Σ

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers