-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

 

Gautier Pierre Jules Théophile: ...

             
     

                                    Βιογραφικ

     Γλλος ρομαντικς ποιητς, δραματουργς, μυθιστοριογρφος, δημοσιογρφος και λογοτεχνικς κριτικς. Η εργασα του εναι δσκολο να ταξινομηθε και παραμνει σημεον αναφορς για τα επμενα λογοτεχνικ ρεματα, πως παρνασσισμς, συμβολισμς και μοντερνισμς. Εκτιμθηκε ευρως απ συγγραφες τσο διαφορετικος σο οι Μποντλρ (Baudelaire), αφο Γκονκορ (Goncourt), Φλομπρ (Flaubert) κι . Γουιλντ (Oscar Wilde). Οι τελευταες εργασες του υπογραμμσανε τη τελειτητα της μορφς, τη λουστραρισμνη ομορφι της γλσσας και των καλολογικν στοιχεων π.χ. "Emaux et camees"  (Σμλτο & Καμες 1852). ταν επσης μυθιστοριογρφος "Mademoiselle De Maupin" (1835) κι αργτερα στρφηκε στη δημοσιογραφα. Η πστη του στην αντατη σημασα της μορφς στη τχνη, με κστος το συνασθημα και τις ιδες, ενπνευσε τους ποιητς που γνανε γνωστο αργτερα ως Παρνασσιστς (Les Parnassiens). Κρδισε τα προς το ζην απ τη δημοσιογραφα, για να μπορε να γρφει κι μεινε γνωστς κυρως για τα διηγματ του με ττλο: "Ο Θνατος Στον ρωτα" (The Dead in Love).
     Γεννθηκε στο Ταρμπ (Tarbes) 31 Αυγοστου 1811, πρωτεουσα της επαρχας
Hautes-Pyrénées, στη ΝΔ Γαλλα. O πατρας του, Pierre Gautier, ταν αρκετ καλλιεργημνος, δευτερεων κυβερνητικς αντερος υπλληλος και μητρα του ταν η Antoinette-Adelaide Concarde. Το 1814 η οικογνεια μετακμισε στο Παρσι και πινει διαμρισμα στην αρχαα συνοικα του Marais. Σποδασε στο εξαιρετικ Collège Louis-le-Grand της εποχς, που απφοιτο του επσης, ταν οι Μποντλρ & Βολτρος. Φοτησεν ελχιστα, λγω ασθνειας που τον ανγκασε να συνεχσει κατ' οκον σπουδς κι ολοκλρωσε τελικ στο Collège Charlemagne, απ' που αποφοτησεν ο Σεν Μπεβ (Charles Augustin Sainte-Beuve). Στο κολγιο γνρισε τον Ζερρ Ντε Νερβλ (Gérard de Nerval) κι γιναν ισβιοι φλοι. Απ τη φιλα τοτη εναι που οδηγθηκε στη λατρεα του για τον Ουγκ. Στα 18 του, ο πατρας του τονε παρτρυνε ν' ασχοληθε με τη μελτη των λατνων. Εκενος αρχικ θελε να γνει ζωγρφος, αλλ αντ' αυτο αφιερθηκε στο γρψιμο.
     Στην Επανσταση του 1830, η οικογνεια Γκοτι συνντησε τρομερς δυσκολες κι αναγκστηκε να μετακινηθε προς τα περχωρα. Ο νεαρς Θεφιλος αποφασζει να ζσει ανεξρτητος κι ελεθερος και πινει διαμρισμα με τους φλους του στο
Doyenné, συνοικα του Παρισιο, ζντας εκε μιαν ευχριστη μπομικη ζω. Προς τα τλη του 1830, ρχισε να συμμετχει στις συνεδρισεις της Le Petit Cénacle, λσχης που απαρτιζταν απ μιαν ομδα καλλιτεχνν, που συναντιντουσαν στο στοντιο του Jehan Du Seigneur. Η ομδα αυτ ταν μια αντιγραφ της Σενκλ του Ουγκ και μλη της ταν οι: Gérard de Nerval, Alexandre Dumas πατρ, Petrus Borel, Alphonse Brot, Joseph Bouchardy & Philothée ONeddy. Γργορα κερδσανε τη φμη των εκκεντρικν, διασκεδαστν καλλιτεχνν, αλλ παρλληλα η λσχη αποτλεσε για την εποχ, να διξοδο, να καταφγιο απ τη σκληρ κοινωνα.
     Ξεκνησε τη καριρα του σα ποιητς απ το 1826, ρχτηκε με μγα πθος στο ρομαντικ κνημα κι τανε θαυμαστς του Βικτρ Ουγκ (Victor Hugo). Επσης βοηθθηκε πολ κι απ τον Ονορ Ντι Μπαλζκ (Honor
e Du Balzac), που του προσφερε δουλει στα Chronique De Paris. Το 1832 γραψε το 1ο μακροσκελς ποημ του, "Albertus", υπερβολικς θεολογικς μθος, αξιοπρσεκτος για τη τελειτητα φους, το χρμα και τα καλολογικ στοιχεα του. Κατπιν ακολοθησε το "La Comédie de la mort" 1838, "Les Jeune-France" (επθεση στους ψευτορομαντικος, 1833) και το μυθιστρημα "Mademoiselle De Maupin", που συγκλνισαν τη κοιν γνμη απ τη περιφρνηση που αυτς επδειξε στην ηθικ. Σα δημοσιογρφος για 30 χρνια, εργστηκε με ζλο -κυρως στο περιοδικ La Presse, πρμα που του 'δινε συχν την ευκαιρα να ταξιδεει στον κσμο αλλ και να συναναστρφεται με τη ψηλ κοινωνα της εποχς- κι εχε θαυμαστ επιτυχα και σα κριτικς τχνης, παρλληλα μ' αυτ του συγγραφα. Εχε ξεκινσει απ το 1831 μα χωρς κτι ιδιατερο, ταν ο φλος του Emile De Girardin, τονε προσλαβε στο Λα Πρες. Kατ τη διρκεια της θητεας του εκε ωστσο, γραψε και περ τα 70 ρθρα για τη Λε Φιγκαρ (Le Figaro).

     Μαζ με τους Μποντλρ, Ουγκ, Μπαλζκ, Φλομπρ, Ντελακρου κι λλους καλλιτχνες της εποχς και με τον Δρ Ζακ-Ζοζφ Μορ (Jacques-Joseph Moreau) προεξρχοντα, ανκε σε μια λσχη που σκοπ εχε να πειραματζεται με τις διφορες ουσες και κυρως το χασς. Η λσχη αυτ ονομαζτανε Λσχη Των Χασισοποτν, που 'δωσε και τον ττλο στο κεμεν του, να ρθρο που περιγρφει τα πειρματα αυτ και γρφτηκε το 1846 και παρουσιζεται απσπασμ του παρακτω. Το 1840 επισκφτηκε την Ισπανα, αμσως μετ τον εμφλιο. Σε κενον ανκει το ρητ:

"Η Φαντασα εναι πρτο πλο στον πλεμο ενντια στη Πραγματικτητα".

  καρικατορα του, της εποχς

     Απορροφημνος στην εργασα του, μετ την Επανσταση του 1848 γραψε πνω απ 100 ρθρα, που μπορον να δομσουνε 4 συμπαγες τμους βιβλων, μσα σε 9 μνες. Σε τοτο συμμετεχαν ενεργ κι λλοι ρομαντικο της εποχς μαζ κι ο Ουγκ, πως οι: Σατωμπριν  (François-René De Chateaubriand),  Λαμαρτν (Alphonse De Lamartine), Βιν (Alfred De Vigny) & Μισ (Alfred De Musset).
Το γητρ του ισχυροποιθηκε απ την εποχ που 'τανε διευθυντς του περιοδικο Revue De Paris (1851-6). Μετ κι αφο παρτησε και το Λα Πρες, πιασε δουλει σαν απλς δημοσιογρφος στο Le Moniteur, (επσημο περιοδικ 2ης Αυτοκρατορας Ναπολοντα) βρσκοντας ωστσο βαρ και ταπεινωτικ αυτ το φορτο. Κι μως ανλαβε την κδοση της Αναθερησης Των Καλλιτεχνν, το 1856 κι εκε κοινοποιε λο και περισστερο την αγπη του για τη τχνη, μσω πολλν και διαφρων εξασιων ρθρων και διατυπνει το χαρακτηριστικ του δγμα:

      "Η Τχνη
 για τη Τχνη".

     Η 10ετα του 1860 τανε δικ του, παρλο που απορρφθηκε 3 φορς απ τη Γαλλικν Ακαδημα (1867-8-9). Ο
 δισημος κριτικς τχνης -μεταξ λλων- Σεν Μπεβ, αφιρωσε τουλχιστον 3 φορς ρθρα του, για τη συλλογικ μχρι ττε δουλει του Γκοτι, το 1863. 2 χρνια μετ, το γητρ του ανβηκε μιας και κλθηκε πολλκις στο Σαλνι της πριγκπισσας Ματλντ (Mathilde Bonaparte), ξαδλφης του Ναπολοντα Γ' κι ανηψι του ΒοναπρτηΗ Ματλντ του πρσφερε μιαν αργομισθα, σα βιβλιοθηκρι της, το 1868, πργμα που του 'δωσε πρσβαση μετ, στη δκη του Ναπολοντα Γ'. Απ το 1862 εχεν εκλεγε πρεδρος της Société Nationale Des Beaux-Arts κι εκε ρθε σ' επαφ μ' επιτροπ αποτελομενη απ τους πιο γνωστος καλλιτχνες της εποχς, πως οι: Ντελακρου (Eugène Delacroix), Pierre Puvis de Chavannes, Μαν (Édouard Manet), Albert-Ernest Carrier-Belleuse & Gustave Doré. 
     Ταξδεψε πρα πολ στον κσμο κι επισκφτηκε χρες πως Ισπανα, Ιταλα, Αγυπτος, Ρωσα, Αλγερα, Τουρκα κλπ. Τα ταξδια αυτ πολλκις τον εμπνεσανε στα γραπτ του. Πχ το "Ταξδι Στην Ισπανα
(Voyage En Espagne, 1843), το "Θησαυρο Τχνης Στη Ρωσα"  (Trésors D' Art De La Russie, 1858) και το "Ταξδι Στη Ρωσα" (Voyage En Russie, 1867). Η ταξιδιωτικ αυτ λογοτεχνα του, σμερα εξετζεται με πολλ προσοχ. χει προσωπικν φος, περιγρφοντας τις προτιμσεις του για τον πολιτισμ και τη τχνη γενικτερα κι ως εκ τοτου θεωρεται και κατχει μιαν απ τις κορυφαες θσεις στον 19ο αινα. γραψε και πολλ σενρια για μπαλτα με κυριτερο κενο της "Σιζλ" (Giselle) και του οποου η πρτη εκτελσασα, μπαλαρνα Καρλτα Γκρζι (Carlotta Grisi), υπρξεν ο μεγλος ρωτας της ζως του. Επειδ δε μπρεσε να τη παντρευτε, πρε την αδερφ της, τη τραγουδστρια Ερνεστνα. 
ταν επσης λτρης των γατν.


  εδ μια φωτογραφα του με την οικογνει του, 1856

     Κρδισε θση στη Λεγενα Της Τιμς, για μιαν εργασα του που κρδισε την επιτροπ για το σχεδιασμ του τφου του Ναπολοντα. Κατ τη διρκεια του Γαλλο-Πρωσικο Πολμου, ο Θεφιλος Γκοτι γρισε πσω στο Παρσι, μιας κι μαθε για την εισβολ των Πρσων στη πρωτεουσα κι μεινε κει για λη σχεδν τη κατοχ, σπου πθανε στις 23 Οκτβρη 1872 ξαφνικ, απ μια μακρι καρδιακ πθηση και θφτηκε με τιμς, στο κοιμητρι της Μονμρτρης (Cimetière de Montmartre), στο Παρσι, σ' ηλικα 61 ετν.
     Λτρεψε τον Ουγκ και συμμερστηκε τις απψεις του για την ννοια της λξης "τραγωδα", θαμασε τον Μπαλζκ για τη προσφορ του στα γαλλικ γρμματα κι επσης συμπθησε μεγλους ζωγρφους της εποχς πως ο Γλλος Ενγκρ (Jean-Auguste-Dominique Ingres), αλλ και τους Ισπανος: Μουρλο (Murillo), Βελσκεθ (Velasquez) & Ριμπρα (Ribera). Ο ρλος του στα περιοδικ κυρως, εξν απ την ενημρωση, ταν αυτς του θεατρικο και λογοτεχνικο κριτικο. Η κριτικ του ταν ανακλαστικ και κυρως μαρτυροσε χι εμπορικς, αλλ προσωπικς του προτιμσεις καθαρ. Επηρεστηκε στη κριτικ του, απ τον λλο μεγλο σγχρον του Ντεν Ντιντερ (Denis Diderot), που πστευε πως ο κριτικς πρεπε να... "μεταφρζει" τσι το εκστοτε ργο, στε να μπορε να το καταλαβανει ο αναγνστης. Πντως κανε μια σαφ δικριση μεταξ πεζο λγου και ποησης, δηλνοντας πως ουδποτε το πεζ μπορε να χαρακτηριστε σο με το ποημα. Επσης ταν πρθυμος να δεχτε ως εφμιλλη τη κωμωδα με τη τραγωδα
.

----------------------------------------------------------------------------------------------

                Η Λσχη Των Χασισοποτν

Απ την Επιθερηση Των Δο ΚσμωνRevue des Deux Mondes)

(απσπασμα)


     να βρδυ του Δεκμβρη, φτασα σε μιαν απμερη συνοικα, αν και βρισκταν στο κντρο του Παρισιο, σε μια μοναχικ αση που αγκαλιζει το ποτμι κι απ τις δυο πλευρς σα να τη προστατεει απ την επλαση του πολιτισμο. ταν να παλι σπτι στο Σεν Λου: το μγαρο Πιμοντν που 'χτισε ο Λοζν. Εκε γνονται οι μηνιαες συναντσεις της αλλκοτης λσχης που μλος της γινα πριν απ να μνα. Πγαινα στη λσχη πρτη φορ.

     Αν και δεν ταν καλ-καλ ξι ρα, η νχτα ταν μαρη. Η ομχλη που την κανε ακμα πυκντερη ο Σηκουνας, θλωνε τα σχματα και τις μορφς κτω απ το κλυμμ της. Το πεζοδρμιο, πλημμυρισμνο απ τη βροχ, λαμπε κτω απ τους φανοσττες πως το νερ αντανακλ τις εικνες. Ο ξερς, δυνατς αρας, φορτωμνος χινι και πγο, μου μαστγωνε το πρσωπο. Δεν λειπε κενη τη νχτα τποτα απ τη σκληρ ποηση του χειμνα.

     τανε δσκολο, απ τη μζα των σκοτεινν κτιρων της ρημης προκυμαας, να ξεχωρσω το σπτι που γρευα. μως, ο αμαξς μου, σκαρφαλωμνος στο ψηλ του κθισμα, κατφερε να διαβσει σε μια μαρμρινη πλκα το μισοσβησμνο νομα του παλιο κτιρου και τον τπο συνντησης των μυστν.

     ψωσα το σκαλιστ ρπτρο κι αρκετς φορς τ κουσα απλς να ξνεται δχως επιτυχα. Τελικ, υποκπτοντας σε να πι ντονο τρβηγμα, ο  σκουριασμνος, γρικος σρτης  νοιξε κι η πρτα, φτιαγμνη απ τερστιες σανδες, τριξε πνω στους μεντεσδες της.

     Καθς μπαινα, εμφανστηκε  πσω απ να παραβν κιτρινιρικο και διαφανς, νας γρος θυρωρς, διος με πνακα του Σκλκεν. Με κοταξε με μια περεργη γκριμτσα και με το κοκκαλιρικο δχτυλ του απλωμνο, μου 'δειξε το δρμο.

     Ανβηκα μερικ σκαλι και βρθηκα μπροστ σε μιαν απ κενες τις τερστιες σκλες που φτιαχτκανε την εποχ του Λουδοβκου 14ου κι που θα μποροσε να σγχρονο σπτι να στνει χορ. Μια Αιγυπτιακ Χμαιρα, που τη καβαλοσε νας Ερωτιδας, στεκτανε σ' να βθρο με φως στα νχια της, που 'ταν τσι γυρισμνα στε να σχηματζουνε κηροπγιο.

     Ανβηκα νετα. Στρατηγικ φτιαγμνα κεφαλσκαλα μαρτυροσαν μεγαλοφυα του αρχιτκτονα και της μεγαλπρεπης ζως εκενων των περασμνων χρνων. Καθς ανβαινα την εντυπωσιακ σκλα με το στεν μαρο παλτ μου, νιωθα σα λεκς στο περιβλλον, σα να οικοιοποιθηκα δικαωμα που δεν μου ανκε. Η σκλα υπηρεσας θα μου 'κανε πιτερο.

     Απ τους τοχους κρμονταν πνακες, οι πιο πολλο χωρς πλασια, αντγραφα αριστουργημτων της Ιταλικς και της Ισπανικς Σχολς. Και ψηλ, στις σκις, μλις που διακριντανε ζωγραφισμνο, να τερστιο μυθολογικ ταβνι.

     φτασα στον ροφο που μου 'χαν υποδεξει. Μια φθαρμνη, βελοδινη, γυαλιστερ ταπετσαρα απ την Ουτρχτη, που τα κτρινα πλασι της κι οι φθαρμνες κλωστς προδδανε τη μακρ της υπηρεσα, μου 'δειξε τη πρτα.

     Τη χτπησα. Μου νοιξαν με τις συνηθισμνες προφυλξεις και βρθηκα σ' να τερστιο δωμτιο που φωτιζταν απ αρκετς λμπες στις κρες του. Μπανοντας μσα βρθηκα δυο αινες πσω. Ο Χρνος, που περν τσο γργορα, μοιαζε να μην χει αγγξει αυτ το δωμτιο και καθς να ξεχασμνο ρολι, μενε ξεχασμνο με τους δεκτες να δεχνουν πντα το διο σημεο.

     Προχρησα στο φωτισμνο τμμα του δωματου, που κποιες ανθρπινες μορφς κινιονταν αχν γρω απ 'να τραπζι. Μλις με χτπησε το φως και με αναγνρισαν, μι τερστια κραυγ συντραξε τα ηχηρ βθη του αρχαου κτσματος:
 -"Αυτς εναι! Αυτς εναι!", φναξαν μερικς φωνς ταυτχρονα. "Ας του δσουμε ,τι δικαιοται"!

Μουστρδα Στο Δεπνο

     Ο γιατρς στεκταν πλι στο μπουφ, που βρισκταν μια πιατλα φορτωμνη γιαπωνζικα πιατκια. Σερβριζε να κομμτι πρασινωπς μαρμελδας, σης το μεγλο δχτυλο του χεριο, απ να κρυστλλινο βζο και το 'βαζε πλι στο ασημνιο κουταλκι σε κθε πιατκι.

     Το πρσωπο του γιατρο αχτινοβολοσε απ ενθουσιασμ. Τα μτια του λμπανε, τα μαβι του μγουλα γυαλζανε λες απ πυρετ, οι φλβες στους κροτφους του πετγονταν ντονα κι ανσαινε βαρι με τα διεσταλμνα του ρουθονια.

 -"Αυτ θα σου αφαιρεθε απ το ποσοστ σου στον παρδεισο", επε καθς μου 'δινε τη μερδα μου.

     ταν φγαμε λοι, μας σερβρανε καφ με τον αραβικ τρπο, δηλαδ με το κατακθι και χωρς ζχαρη. Κατπιν καθσαμε στο τραπζι...

Το Συμπσιο

     Το δεπνο σερβιρστηκε με ασυνθιστο τρπο και σε κθε λογς περτεχνα και γραφικ σερβτσια. Μεγλα βενετσινικα κπελα με πολπλοκες σπερες, γερμανικς κοπες στολισμνες με οικσημα και λεζντες, φλαμανδικ κπελλα απ πορσελνη και μπουκλια με λεπτος λαιμος μσα σε καλαμνια καλθια γεμζανε το τραπζι, αντ τα συνηθισμνα ποτρια, καρφες και μπουκλια.

     Οι θαμπς πορσελνες του Λου Λεμπφ και τα εγγλζικα  μαχαιροπρουνα με τα λουλοδια, τα συνηθισμνα στολδια των αστικν σπιτιν λαμπαν δι της απουσας τους.  Καννα πιτο δεν μοιαζε με τα υπλοιπα, λα μως εχανε δικ τους γοητεα. Απ τη Κνα, τη Σαξονα, την Ιαπωνα υπρχανε δεγματα πολ μορφα και πλοσια σε χρωματισμος, λγο γρατζουνισμνα σπασμνα, αλλ ψογου γοστου. Τα πιτα τανε κυρως απ σμλτο του Μπερνρ ντε Παλισ, πορσελνινα απ τη Λιμζ και σε ορισμνα, κτω απ το κρας, το μαχαρι ακουμποσε σ' να φδι βτραχο σκαλιστ. Το μαγειρεμνο χλι σμιγε το φιδογυριστ του σμα με τους ζωγραφιστος φεις στις επιφνειες λλων πιτων.

     Κθε τμιος φιλισταος θα 'νιωθε κποιο φβο αν βρισκτανε παρα με ττοιους ανθρπους στο τραπζι -ταν φαλακρο με μοσι, λλοι εχαν μουστκι κι λλοι τανε κουρεμνοι αλλκοτα κι εχανε ξφη του δκατου κτου αινα μαχαρια απ τη Μαλαισα και ματστες. Σκβανε πνω απ το φαγητ τους και το τρεμμενο φως απ τις λμπες, τους δινε ψη αλλκοτη κι ανησυχητικ.

     Το γεμα κντευε να τελεισει. δη κποια απ τα πιο παθιασμνα μλη νιθανε την επδραση της πρσινης μαρμελδας. Εγ νιωθα κιλας μιαν ολοκληρωτικ μεταβολ στη διθεση και τη γεση μου. Το νερ που 'πινα, μου φαιντανε σαν το εξαισιτερο κρασ, το κρας στο στμα μου γινταν φρουλες, οι φρουλες γνονταν κρας. Δε μποροσα να ξεχωρσω το ψρι απ τη μπριζλα.

     Οι γετονς μου ρχισαν να μοιζουνε κπως περεργοι. Οι κρες των ματιν τους γιναν μεγλες σαν της κουκουβγιας, οι μτες τους μακρνανε και γνανε σα προβοσκδες, τα στματ τους μεγαλσανε σαν το χελος της καμπνας. Τα πρσωπα σκιζονταν απ υπερφυσικ φως. νας απ τους γρω μου, που 'χεν ωχρ πρσωπο και μαρο γνι, γελοσε δυνατ μ' ν αρατο θαμα. νας λλος, κανε απθανες προσπθειες να υψσει το ποτρι του στα χελη κι οι μορφασμο του ξεσκωναν εκκωφαντικος καγχασμος και γλια απ τους συντρφους του. 'Αλλος, που συνταραζταν απ νευρικος σπασμος, στριφογυρνοσε τα δχτυλ του μ' αξιοσημεωτην επιδεξιτητα. Και κποιος λλος, πεσμνος στη ρχη της καρκλας του με τα μτια τυφλ και τα χρια νεκρ, αφηνταν να πλει στην πατη θλασσα του τποτα.

     Με τους αγκνες στο τραπζι, παρακολουθοσα τα πντα με καθαρ μυαλ και με λογικ που τρεμσβηνε, -ναβε κι σβηνε σαν το φως του φαναριο που κοντεει να τρεμοπαξει και να πεθνει. Μια θανατερ ζστη κυρεψε τα μλη μου κι η νοια, σα κμα που χτυπιται στο βρχο αφρζοντας κι υποχωρε, τλιξε το πνεμα μου και τελικ το αγκλιασε εντελς.  Η παρξενη επισκπτρια, η παρασθηση, ρθε κι εγκαταστθηκε μσα μου.

 -"Στο σαλνι! Στο σαλνι!", φναξε νας απ τους θαμνες. "Δεν ακοτε τις παραδεσιες χορωδες; Οι μουσικο χουν συγκεντρωθε απ ρα". Κι αληθιν, μι εξασια αρμονα μας φτανε σαν αρωματισμνο κμα πνω απ τον ορυμαγδ των συζητσεων.

νας Απρσκλητος Επισκπτης

     Το σαλνι ταν να τερστιο δωμτιο με σκαλιστ, επιχρυσωμνη επνδυση, ζωγραφισμνο ταβνι -οι μετπες του απεικνιζαν στυρους να κυνηγον νμφες στο λιβδι- να μνημειδες τζκι απ ζωγραφιστ μρμαρο κι αμτρητες μπροκρ κουρτνες. Εδ ανσαινε κανες τη πολυτλεια περασμνων καιρν. Κεντητς καρκλες, καναπδες, ανκλιντρα και μπερζρες τσο μεγλες που θα μποροσαν να φιλοξενσουν δοκισσες και μαρκησες με απλωμνα τα ροχα, προσφρονταν στους χασισοπτες και τους καλωσορζανε στις ανοιχτς, απαλς αγκλες τους.  νιωσα να μ καλε η θρμη απ τη γωνι, πλι στην καμινδα κι κατσα κει για ν' αφεθ χωρς αντσταση στη φανταστικ επιρρο του ναρκωτικο.

     Μετ απ λγες στιγμς οι σντροφο μου εξαφανιστκανε... Στο σαλνι βασλευε ησυχα και μερικς αχνς λμπες. Ξφνου, μως, μια αστραπ κκκινη κτω απ τα βλφαρ μου, λες και χιλιδες κερι εχαν ανψει… κι νιωσα να κολυμπ σε μια χλωμ, χλιαρ λμψη. Βρισκμουν στο διο δωμτιο, μως, πως σ' να πρχειρο σκτσο για πνακα, λα μοιζανε πλουσιτερα, εξαισιτερα, λαμπρτερα. Στον πλοτο της ψευδασθησης, η πραγματικτητα εναι μνον η αφετηρα.

     Ακμα δν βλεπα κανναν, αλλ φανταζμουνα τη παρουσα μεγλου πλθους. 'Ακουγα το θρισμα υφσματος, χο απ τακονια, ψιθρους φωνν, μουρμουρσματα, τραυλσματα και ψευδσματα, ξεσπσματα συγκρατημνου γλιου και το τρξιμο απ πδια καρεκλν και τραπεζιν. Ηχοσε πορσελνη και πρτες που ανοιγοκλενανε. Κτι ασυνθιστο συνβαινε.

     Ξφνου εμφανστηκε μπροστ μου ν αινιγματικ πρσωπο. Απ πο εχεν ρθει; Δε γνωρζω. μως η παρουσα του δε με ανησχησε. Η μτη του τανε γαμψ σαν πουλιο, τα πρσινα μτια του, που τα σκοπιζε συχν μ' να μεγλο μαντλι, εχανε τρεις καφ κκλους και πιασμνη στον κμπο ενς ψηλο, κολλαρισμνου κολρου, τανε καρφιτσωμνη μια κρτα που 'λεγε: Daucus-Carota, du Pot d' or. Το κολρο πνιγε τον λεπτ του λαιμ τσι που το δρμα στα μγουλ του ξεχελιζε σε κοκκινωπς ζρες. Το σμα του ξεχελιζε σαν το στθος καπονιο, καθς τανε φυλακισμνο σε μια μαρη βελδα απ' που κρεμτανε χρυσ αλυσδα. σο για τα πδια του, πρπει να μολογσω πως τανε σα ρζες μανδραγρα, κομμνα, θαρρες στα δυο, μαρα, τραχι, γρια και γεμτα ελις, σα να 'χανε ξεριζωθε απ το χμα, με χμα ακμα κολλημνο στις κρες. Αυτ τα πδια στριφογριζαν και  συστρφονταν με καταπληκτικν ενεργητικτητα κι ταν ο μικροσκοπικς κορμς που στηρζανε στθηκε μπρος μου, αυτ το αλλκοτο πλσμα ξσπασε σε λυγμος και σκουπζοντας τα μτια του πρτα με το 'να χρι και μετ με τ' λλο, μου μλησε με τη πιο θλιβερ φων:
 -"Σμερα εναι η μρα που πρπει να πεθνουμε απ τα γλια". Και μεγλα, βαρι δκρυα κλησαν στη μτη του. "Απ τα γλια... Απ τα γλια...", επανλαβε μια χορωδα που αντηχοσε με παρτονες και πνιχτς.

Φντασμα 

    
Σιγ-σιγ το σαλνι γμισε με περεργα πλσματα που μοι τους βρσκονται μνο στα ργα του Καγι του Γκγια -να συνονθλευμα απ κουρλια, απ κτηνδη κι ανθρπινα σχματα. Οποιαδποτε λλη φορ θα 'νιωθα ανσυχα με ττοια συντροφι, αλλ' αυτ τα τρατα δν εχανε τποτε απειλητικ. Στα μτια τους λαμπε πονηρι, χι κακα. Στ' ασμμετρα κυνδοντα και στα μυτερ δντια υπρχε να χαμγελο καλς διθεσης και μνο.

     Λες κι μουν ο βασιλις της γιορτς, να-να πλσμα ρθε με τη σειρ του στον φωτειν κκλο που εγ μουνα το κντρο και με σοβαρ και γελοο φος, ψιθριζε  ευχριστες κολακεες στ' αφτι μου. Καμι τους δε θυμμαι αλλ κενη τη στιγμ με γμιζαν με τη πιο τρελ ευθυμα.

     Με κθε καινορια εμφνιση να γλιο ομηρικ, ολμπιο, τερστιο κι αδιανητο, που λες κι αντηχοσε στο πειρο, ξσπαγε γρω μου βροντερ σα κεραυνς. Φωνς, τη μια στιγμ στριγγς και πνθιμες την επμενη, φναζαν:
 -"χι, εναι υπερβολικ αστεο! Φτνει! Ας τελεινουμε πι, δν αντχω... Χα χα! Χο χο! Χι χι! Τ τλεια φρσα! Τ σπουδαα πλκα! Στοπ! Πνγομαι! Πεθανω!
     ...
              (τλος αποσπσματος)
                                                             1η Φλεβρη 1846

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers