-

Dali &

-


-








.

--.


.


 
 

.  

Pasolini Pier-Paolo:

           Βιογραφικ

     Ο Πιερ-Πολο ΠαζολνιΙταλς ποιητς, συγγραφας και σκηνοθτης, γεννθηκε στη Μπολνια στις 5 Μρτη 1922, χρονι που ανεβανει στην εξουσα ο Μουσολνι. Το γεγονς αυτ αποτελε σταθμ και για τη κοινωνικ διρθρωση της Ιταλας που αλλζει μορφ χνοντας την αναγεννησιακ της παρδοση σιγ-σιγ και καταντ χρα μζας μικροαστν στα χρια του μεγλου κεφαλαου και μεγαλογαιοκτημνων.

     Πατρας του ταν ο Κρλο Παζολνι, υπαξιωματικς πεζικο, γνος παλις οικογνειας της Ραβνας, που κατασπατλησε τη μικρ περιουσα και κατατχτηκε στο στρατ ως μοναδικ λση. Μητρα η Σουζνα Κολοσι, απ οικογνεια επορων αγροτν, δασκλα, απ τη Καζρσα του Φριολι, ακριτικ περιοχ της Ιταλας στα σνορα της πρην Γιουγκοσλαβας. Το επγγελμα του πατρα υποχρενει την οικογνεια σε συνεχες μετακινσεις. Στο Κονιλινο του Μπελονο γεννιται, το 1925, ο αδερφς του Γκουντο-Αλμπρτο.

     Γρφει ο Παζολνι στον Αιρετικ Εμπειρισμ"Την εποχ εκενη τα πγαινα ακμα καλ με τον πατρα μου. μουν ιδιατερα πεισματρης και καπριτσιζος (δηλαδ νευρωτικς), αλλ κατ βθος καλς. Με τη μητρα μου (γκυο αλλ δεν το θυμμαι) μουνα, πως και σ' λη μου τη ζω, δεμνος με μια παθιασμνη αγπη χωρς ελπδα".

     Εναι αλθεια τι μνα και πατρας απ' τη νηπιακ ηλικα επηρεζουνε διαμετρικ αντθετα και με καθοριστικ τρπο τη ψυχοσνθεση του παιδιο. Ο πατρας διοικε την οικογνεια με στρατιωτικ τρπο. Τυρρανικς κι αυταρχικς προκαλε μνο φβο. "Γεμτος πθος, σεξουαλικτατος, βαιος σα χαρακτρας" γρφει γι' αυτν ο γιος του, "κατληξε στη Λιβη, χωρς δεκρα, τσι ρχισε τη στρατιωτικ καριρα που τον καταπεσε και τον παραμρφωσε ψυχολογικ τσο στε να τον σπρξει στον σχατο συντηρητισμ. Εχε ποντρει τα πντα πνω στη φιλολογικ μου καριρα, απ ττε που μουν ακμα παιδ, μιας και τα πρτα μου ποιματα τα 'γραψα σε ηλικα 7 ετν. Εχε διαισθανθε, ο κακομορης, αλλ δεν εχε προβλψει τις ταπεινσεις που θα συνοδεανε την επιτυχα μου".
     Αλλ το καθοριστικ πρσωπο στη ζω του εναι η γλυκτατη μητρα, μνιμο αντικεμενο λατρεας, στην οποα θα αφιερσει μερικος απ' τους πιο δυνατος του στχους. Δεν εναι δσκολο να καταλβουμε, στω κι απ' αυτς τις λγες ενδεξεις, τα σημδια ενς τερστιου οιδιπδειου συμπλγματος, που γνριζε ο Παζολνι με μια σπνια σο κι ακραα επγνωση.
Τα πρτα του ποιματα γρφηκαν στο Στσιλε που βγαλε το δημοτικ. στερα ακολοθησαν λλες μετακινσεις: Κρεμνα, Ρτζιο Εμλια, -παρακολοθησε το γυμνσιο- και, τελικ, στη Μπολνια το λκειο Γκαλβνι και κατπιν το Πανεπιστμιο.
   "να πανεπιστμιο με δομ φασιστικ", θα σχολισει αργτερα. "Εξαιρεται μνο η προσωπικτητα του Λνγκι που εκενα τα χρνια στην Μπολνια πρσφερε πολλ σε μνα και σε πολλος λλους, συνομλικους και πιο μεγλους απ μνα".

     Το 1942, εν ο πατρας βρσκεται αιχμλωτος στη Κνυα, ο Πιερ-Πολο με τη μητρα και τον αδερφ του καταφεγουνε στο σπτι των Κολοσι στη Καζρσα. Τα χρνια κενα, με δικ του ξοδα, ο νεαρς εκδδει τη ποιητικ συλλογη "Ποιματα Στη Καζρσα", γραμμνα στη διλεκτο του Φρουλι. Τον επμενο χρνο κνει τη στρατιωτικ του θητεα στο Λιβρνο, λιποτακτε μετ τις 8 Σεπτμβρη και ξαναγυρν στη Καζρσα.

     Το 1945 ο Γκουντο δολοφονεται μαζ μ' λλους συντρφους του της αντρτικης ομδας ζοπο, απ Γιουγκοσλβους αντρτες. Το περιστατικ παραμνει μια απ τις πιο μαρες σελδες στην ιστορα της ιταλικς αντστασης. Το θνατο του Γκουντο τον κνει ακμα τραγικ το γεγονς τι σε μια πρτη φση κατορθνει να ξεφγει πληγωμνος, αλλ προδνεται, μπλοκρεται και τελικ σκοτνεται. Στα ργα του Παζολνι βρσκουμε μνμες, πνο, οκτο και πνθος για το θνατο κενο, ενω ο θνατος του παλικαριο εναι να απ τα πιο αγαπημνα και πονεμνα του θματα στο "Τα Παιδι Της Ζως" και στο "Μια Ζω Γεμτη Βα", τα δυο μυθιστορματα που 'γραψε σε ρομανσκο.

     Με το τλος του πολμου ο πατρας γυρζει στη Καζρσα. Το χσμα ασυννενοησας μεταξ πατρα απ' τη μια και μητρας-γιου απ' την λλη γνεται ακμα βαθτερο. Την δια χρονι ο Πιερ-Πολο παρνει το δπλωμα φιλολογας απ' το Πανεπιστμιο της Μπολνια με μια διατριβ πνω στον Πσκολι. Απ' το 1945 ως το 1949 διδσκει στο γυμνσιο του Βαλβασνε, ενς μικρο χωριο κοντ στη Καζρσα. Στις 18 Φλεβρη 1945, ιδρει με νεαρος φοιτητς την Academiuta De Lenga Furlana, μια μικρ ακαδημα σπουδν για τη γλσσα και τη κουλτορα του Φριολι.
     Η περοδος του Φριολι εχε σημαντικ επδραση στη ζω του σα διανοομενου και σαν ατμου. Τα νεανικ αυτ χρνια που 'ζησε στην αγαπημνη ατμσφαιρα του χωριο, μελετντας με πραγματικ ενδιαφρον τις διφορες εκδηλσεις κι εκφρσεις του αγροτικο κσμου, θα τα μυθοποισει αργτερα (πως 8α μυθοποισει και τη νιτη του) και θα τα νισει αρχακ, ιερ, αμλυντα. 
Αυτ την αρχακ φρεσκδα του κσμου που 'ρχεται σ' μεσην επαφ με τη φση θα κνει μοντλο και σκοπ του και θα προσπαθσει να τα μεταδσει στους λλους. Απ' τα βθη των ημερν εκενων απ κενες τις ρζες θα ξεκινσει να ζωγραφσει μιαν Ιταλα ταπειν, πραγματικ, καθημεριν και στα τελευταα του γραπτ θα διαπιστσει και θ' ανακοινσει την εξαφνιση της, με τρπο που συχν θα ξεσηκσει θελλα αποδοκιμασας και θα δημιουργσει σκνδαλο.

     Στεν συνδεδεμνος με τον τρπο που αυτς νιωθε τον αγροτικ κσμο εναι και ο τρπος που παρατηρε τον κσμο του κουρελοπρολεταριτου των συνοικισμν της Ρμης. Σε μια συνντευξη που δνει στη La Stampa τη Πρωτοχρονι του 1975 μιλ γι' αυτος ακριβς τους συνοικισμος.
   "τανε κσμος περιθωριακς και τρομερς στη σκληροτητ του, διατηροσεν μως δικ του κδικα τιμς και γλσσας, που δεν αντικαταστθηκε με τποτα. Σμερα τα παιδι των συνοικισμν τρχουνε με μηχανς και βλπουνε τηλεραση αλλα δε ξρουνε να μιλνε, μλις που καταφρνουνε να τραυλζουνε πια. Εναι το βασικ πρβλημα λου του αγροτικο κσμου τουλχιστον της κεντρικς και ντιας Ιταλας".
     Σε γενικς λοιπν γραμμς η λογοτεχνικ και πολιτιστικ νταξη του διαμορφθηκε στη Καζρσα. Τα ποιματα που 'γραψε στα 1943-9 με το γενικ ττλο "Το Αηδνι Της Καθολικς Εκκλησας", φανερνουν λ' αυτ και ταυτχρονα τη πολιτικ και πολιτιστικ εξλιξη του νεαρο συγγραφα.

     Την δια κενη περοδο, μετ τους αγνες των εργατν γης στο Φριολι, γρφει τη πρζα "Οι Μρες Του Αγαθο Ντε Γκσπερι" που αργτερα θα γνει μυθιστρημα και θα εκδοθε το 1962 με ττλο "Το νειρο Μιας Υπθεσης".

Τα χρνια λοιπν της Καζρσα θα μενουν αξχαστα κι ανεπανληπτα. Το διο κι η μετακνηση η φυγ, πως θα τη χαρακτηρσει ο διος, απ' τα μρη κενα. Τις παραμονς των εκλογν του 1948 να αγρι εξομολογεται στον παπ της Καζρσα πως εχε σεξουαλικς σχσεις με τον Παζολνι. Αυτματα η ζω του νεαρο καθηγητ γνεται αδνατη στο στεν περγυρο του χωριο. Φεγει με τη μητρα του στη Ρμη κι εκε ζει χρνια πρα πολ δσκολα. "Υπρξα νας απ' αυτος τους νεργους που καταλγουνε στην αυτοκτονα" θα πει αργτερα.

     Στην αρχ μενε στην Πιτσα Κοσταγκοτι, μετ στο συνοικισμ Σαν Μμολο, κοντ στις φυλακς Ρεμπμπια. σως αυτς οι αλλαγς διευθνσεων για ναν λλο συγγραφα δε θα 'χανε καμι σημασα, αλλ αυτο οι τποι, αυτ τα ονματα εναι πολ γνωστ στους αναγνστες του καθς κι η Βα Φοντανενα που πγε να κατοικσει αμσως μλις καλυτερψανε λγο τα οικονομικ του.



     Το 1954 εκδδονται τα ποιματα που εχε γραψει στο Φριολι, σε μια συλλογ με ττλο "Η Πιο Ωραα Νιτη". 2 χρνια πριν εχε δημοσιευτε μια σημαντικ μελτη του πνω στη ποηση με διλεκτο του 19ου αινα, που εχε γρψει σε συνεργασα με τον Μριο Ντ' 'Αρκο. Το 1955, ιδρει και δουλεει μαζ με τους Ροβρσι, Λεοντι, Ρομνο και Φορτνι το φιλολογικ περιοδικ Οφιτσνα (Officina) που παρ τη μικρ διρκεια -κλενει οριστικ το 1959 μετ απ ρθρο που 'γραψε ο Παζολνι εναντον του Ππα Που ΧΙΙ- παραμνει σπουδαα μαρτυρα μιας μερδας ιταλν διανοομενων απναντι σε προβλματα που αντιμετωπζoνταν απ' τους περισστερους συντηρητικ και μονπλευρα, χωρς καμιν εναλλακτικ λση. Το δοκμιο "Πθος Κι Ιδεολογα" και τα λυρικ κομμτια του "Η Θρησκεα Των Καιρν Μου", που εκδδονται αντστοιχα το 1960 και 1961, παραμνουν η σημαντικτερη συμβολ του στο Οφιτσνα. Το 1955 εκδδεται το μυθιστρημα "Τα Παιδι Της Ζως", που υπρξε η πρτη του συγγραφικ επιτυχα.

     Ο Πιερ-Πολο Παζολνι πθανε στις 2 Νομβρη 1975 στη παραλα της στια, κοντ στη Ρμη, σε μια θση χαρακτηριστικ των μυθιστορημτων του. τανε δολοφονα κι ο Πνο Πελζι, συνελφθη κι ομολγησε. 30 χρνια μετ, το 2005, απσυρε την ομολογα του κι υποστριξε τι τον εχανε σκοτσει γνωστοι κι τι αναγκστηκε να ομολογσει γιατ υπρχαν απειλς κατ του διου και της οικογνεις του. Οι ρευνες για τον δολοφνο του ρχισαν εκ νου μετ την αναρεση του Πελζι.

     Εναι θαμμνος στη Καζρσα, στο αγαπημνο του Φριολι.


-----------------------------------------------------------------

                                  ΟΡΓΙΑ

Επεισδιο 8ο

       (νας 'Αντρας και μια Κοπλα μπανουνε σ' να σαλνι).

ΚΟΠΕΛΑ: Δικ σου εναι το σπτι;

ΑΝΤΡΑΣ: Σ' αρσει;

ΚΟΠΕΛΑ: μορφο εναι.

ΑΝΤΡΑΣ: Βγλε τη καμπαρντνα σου...

ΚΟΠΕΛΑ: Εσαι σγουρος τι δε θα 'ρθει κανες;

ΑΝΤΡΑΣ: Σπτι μου εναι.

ΚΟΠΕΛΑ: Και μνεις μνος;

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, τρα μνω μνος.

ΚΟΠΕΛΑ: Τρα;

ΑΝΤΡΑΣ: Κποτε μναν εδ η γυνακα μου και τα παιδι. Την νοιξη φγανε και δε ξαναγυρσανε...

ΚΟΠΕΛΑ: Μπρρ, πιασαν τα κρα, απ το πρω συννφιασε σχημα...

ΑΝΤΡΑΣ: Η πρτη φθινοπωριν βροχ, ταν το καλοκαρι δεν χει τελεισει ακμα, εναι η ωραιτερη στιγμ για να κνεις ρωτα.

ΚΟΠΕΛΑ: Εμνα μου φανεται πντα το διο!

ΑΝΤΡΑΣ: Λες ψμματα, υποκρτρια. Με τη συννεφι σ' αρσει πιο πολ να μνεις σπτι. Και να κλενεις τα παρθυρα, για να φτιξεις τη πρτη θαλπωρ μες στο δωμτιο. Μια θαλπωρ λησμονημνη, αλλ τσο βαθι γνριμη: τη θαλπωρ λλων καιρν! Νιθεις τη νοσταλγα της φωτις κι η σρκα σου, κτω απ' το πρτο μλλινο, νιθει αυτ τη καινορια δροσι, μες στη καρδι ενς ουρανο ακμα γαλνιου.

ΚΟΠΕΛΑ: Πς εναι τα παιδι σου;

ΑΝΤΡΑΣ: Ο νας εναι ξι χρονν, ο λλος τεσσρων. Δυο αγορκια σοβαρ, σαν λα τ' λλα. ρες-ρες μο φανονται μεγαλτερα απ μνα...

ΚΟΠΕΛΑ: Να βγλω τη καμπαρντνα μου;

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, σου επα... Ο μεγλος εναι σκληρς, τα σκορα μτια του εναι γεμτα αγπη για τη μνα του. Ο μικρς της χει την δια αγπη, αλλ τα μτια του γελνε, δεν τον νοιζει τποτα, εναι ανλαφρος κι αστεος, σαν ζωκι κι ο σεβασμς του για το μεγλο αδερφ κρβει ναν εθυμο οκτο...

ΚΟΠΕΛΑ: Καλ λες, εναι πολ ωραα η δροσι, ταν μσα χει ζεστολα. Ναι, μου φανεται σαν να 'ναι πρσι.

ΑΝΤΡΑΣ: σα να 'ναι μετ απ δκα χρνια... (αν ζεις ακμα). Εναι μια μρα μελλοντικ -σ' αρσει;- στο τλος ενς καλοκαιριο που δεν χει ρθει ακμα... Βλπεις; Πσο γργορα περν ο καιρς, παρ' λο που κυλ τσον αργ!

ΚΟΠΕΛΑ: Μα γιατ επες: αν ζω ακμα;

ΑΝΤΡΑΣ: Γδσου τρα. 

ΚΟΠΕΛΑ: Ξρεις. μουν ρρωστη. κανα δυο χρνια σανατριο.

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αλλ γδσου τρα.

ΚΟΠΕΛΑ: Θες να με κοιτς που ξεντνομαι;

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι.

ΚΟΠΕΛΑ: Πλκα χεις... (αρχζει να γδνεται).

ΑΝΤΡΑΣ: Το καλοκαρι πρασε, αλλ εσαι ακμα μαυρισμνη...

ΚΟΠΕΛΑ: Δεν χεις καθλου μουσικ;

ΑΝΤΡΑΣ: χι. Θα τα κνουμε λα μες στη σιωπ.

ΚΟΠΕΛΑ: Μα για ποι με πρασες;

ΑΝΤΡΑΣ: Γι' αυτ που εσαι, το κορτσι της πρτης καλοκαιρινς μρας χωρς λιο.

ΚΟΠΕΛΑ: τσι μλιστα...

ΑΝΤΡΑΣ: Δε ντρπεσαι να με κοιτς στα μτια;

ΚΟΠΕΛΑ: χι, γιατ;

ΑΝΤΡΑΣ: Γιατ εσαι ολγυμνη, σα ζο σε λιβδι.

ΚΟΠΕΛΑ: Τ κακ βλμμα που 'χεις!

ΑΝΤΡΑΣ: Δε ντρπεσαι ποτ;

ΚΟΠΕΛΑ: Ντρπηκα λιγκι την πρτη φορ. Μετ ποτ.

ΑΝΤΡΑΣ: Μα δε σκφτεσαι τη κοιλι σου;

ΚΟΠΕΛΑ: Ορστε;

ΑΝΤΡΑΣ: Τη κοιλι σου! Τη κοιλι σου! Αυτ το μρος του σματος που λοι το κρβουνε, που δεν πρπει να υπρχει, που λοι παριστνουν τι δεν το 'χουν τουλχιστον τι δεν το σκφτονται, τι χουνε λευτερωθε... Ακμα κι ο πατρας σου!

ΚΟΠΕΛΑ: Αστεος εσαι! Ποις κθεται να σκεφτε ττοια πρματα...

ΑΝΤΡΑΣ: Βρσκεις φυσικ να 'χεις φλο, αυτ το λεο ριο στο βθος της κοιλις σου, που το γλεφει μια μαρη πλημμυρδα... Κι μως, εναι αφσικο... αφσικο! Δε ξρεις τι εναι απαρδεκτο και σκανδαλδες, η προσωπικ μας περπτωση να επιβεβαινει το γενικ καννα; Αυτ κνεις με το να μου επιδεικνεσαι γυμν... Για να σου δσω να καταλβεις... σκψου δυο πατερδες... ναι. δυο πατερδες... δυο ενλικους ντρες, χωρς τποτα πια απ την ελαφρδα της νιτης, να στκονται ο νας απναντι στον λλο, σαν ταχτα παιδι, με ανοιγμνα τα πανταλνια και να κοιτζονται...

ΚΟΠΕΛΑ: Α, α! Ω, ω! Μα τ πας και σκφτεσαι;

ΑΝΤΡΑΣ: τσι εσαι κι εσ με τη γυμν κοιλι σου...

ΚΟΠΕΛΑ: Εντξει, εντξει, κατλαβα. Εσ δε θα ξεντυθες;

ΑΝΤΡΑΣ: χι, γιατ ξρω πως εσαι βρμικη και σ' αρσει πιτερο νας ντρας με λυμνο το πανταλνι, παρ μες στη γμνια της φσης του, απλς πως κι εσ.

ΚΟΠΕΛΑ: Δεν πα' να κνεις ,τι θες...

ΑΝΤΡΑΣ: Σ' αρσει να κνεις κακ;

ΚΟΠΕΛΑ: Τ;

ΑΝΤΡΑΣ: Να κνεις κακ.

ΚΟΠΕΛΑ: Στον ντρα;

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, κατλαβες τρα;

ΚΟΠΕΛΑ: Τ να καταλβω;

ΑΝΤΡΑΣ: Τ π' να πει κακ; Δε σου κνει κακ νας ντρας ταν σε παρνει με κλωτσις και μπουνις;

ΚΟΠΕΛΑ: Εμνα; Ας τολμσει κανες να σηκσει χρι πνω μου! Καθρισε!

ΑΝΤΡΑΣ: Κρη φτωχν ανθρπων... χαριτωμνη... σρκα που αμνεται παρ' λη τη φτνια της... Που πρπει ν' αγωνιστε, μασκαρεοντας σε νκες τις υποχωρσεις της μπροστ στα συνεχ χτυπματα...

ΚΟΠΕΛΑ: Το πρσωπ σου γινε παν.. και μου φανεται τι τρμεις... Τ χεις;

ΑΝΤΡΑΣ: Εμαι χλωμς; Τρμω; σως φταει το φως... Εξ λλου... εμαι λιγκι ρρωστος. Αλλ μη σε νοιζει. Λοιπν, σ' αρσει να κνεις κακ;

ΚΟΠΕΛΑ: Ναι, αλλ πς, πς;

ΑΝΤΡΑΣ: Θα σου πω... Ποις ταν ο τελευταος που πγες μαζ του;

ΚΟΠΕΛΑ: Την περασμνη Κυριακ... τανε, θυμμαι, νας νεαρς απ τη Σικελα, που κνει στρατιωτικ εδ στην Μπολνια. ρθε σια απ' το σπτι των γονιν του...

ΑΝΤΡΑΣ: ταν ωραο παιδ; Μελαχρινς; Καστανς;

ΚΟΠΕΛΑ: Δε ξρω... Θμιζε ληστ. 

ΑΝΤΡΑΣ: Λοιπν... σκψου τι αυτν το ληστ, που ετοιμζεται να σου κνει ρωτα, πως το κνει αυτς, σα μια μητρα που σε σφγγει στο στθος της σαν νας πατρας που σε κλενει σπτι, με το μεγλο σιτσιλινικο φλο του -το δυνατ σαν κορμς και τρυφερ σα φροτο- σκψου τι κποιος δνει αυτν το στρατιτη και σου λει: Κοτα αυτ την ανσχυρη δναμη: ταπενωσ τη, πλγωσ τη, εκδικσου τον για την απατησ του να γονιμοποισει... κνε τον να κλψει σα παιδ χωρς σπρμα...

(η Κοπλα γελ). Αχ, η συνασθησ σου εναι μικρ σαν το πεπρωμνο σου! (η Κοπλα γελ). Εσαι μνη μαζ του, εναι στα χρια σου. Κατλαβες; Κνετε κτι που δεν ανκει πια στον κσμο τοτο. Εναι ξω απ κθε ριο, εναι του πνεματος. νας δυνατς νεαρς, που ετοιμζεται να γνει πατρας και τριγυρν στον κσμο, με τα πδια και το φλο του, παρτολμος σαν ωραος Δον Κιχτης, σωριζεται -και τα πντα μπορον να συμβον! Τα πντα, εκτς απ' σα ανκουνε σε τοτο δω τον κσμο...

ΚΟΠΕΛΑ: Δε σε καταλαβανω...

ΑΝΤΡΑΣ: Βρσκεσαι μνη μαζ του! Μνη! Μνη!

ΚΟΠΕΛΑ: Εννοεται...

ΑΝΤΡΑΣ: Εντξει, πρε εμς τους δυο... Τ γαλνη! Εναι η πρτη βραδι! Ο κσμος δε ξρει τποτα, εναι φτιαγμνος απ ανθρπους που γυρνον απ' τις δουλεις τους κι απ να ποτμι αυτοκιντων -ακος;- που κυλ μες στο φως σα μια ανσα. Ο νθρωπος που ετοιμζεται να κνει ρωτα -εγ- μπρος σ' να μνημεο απ σρκα γεμτη φρσκο αμα -εσνα- τρμει, χτυπνε τα δντια του. Βρσκεται σ' κσταση.
   Αυτ που ταν ιερ στα παιδικ του χρνια, ταν ταν γιος, μλις πραγματοποιηθε, τον κνει αθνατο. Μθε τι λ' αυτ επιστρφουν κι επαναλαμβνονται. Κθε να στση τα προποθτει. Δεν αρκε η πρτη φορ, γιατ δεν τη θυμσαι.  Σ' αυτ την επανληψη αναζητομε ν εναρκτριο γεγονς. Κι η αναζτηση δε σταματ ποτ, γιατ κθε φορ το ξεχνμε. Μες απ' την επανληψη ξαναζομε να και μοναδικ πργμα. Μαζ με το θμα σου -που περιμνει την πραγματοποηση του ονερου- περιμνεις τη πραγματοποηση μιας πραγματικτητας που καταστρφει κθε λλη.

ΚΑΘΕ ΘΕΟΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ.


ταν μια ηλιλουστη μρα,

μες στη σιωπηλ πλατεα

μιας μικρς πλης ενς χωριο

ανμεσα στα βουν και τη θλασσα,

μια μρα γαλνης, που μεινε δια

απ το 1600 το 1800

κι εκε μου εμφανστηκε ο Θες.

Κι πειτα χθηκε αμσως.

Κθε να στση, με την αγωνα
τη ντροπ της στσης,

ζητ την επανληψη του πργματος,

την επιστροφ του Θεο.

(αρπζει τη γυνακα και της δνει τα χρια).

ΚΟΠΕΛΑ: Βοθεια, τ κνεις; Βοθεια!

ΑΝΤΡΑΣ: Σκσε, ηλθια, αλλις θα σε σκοτσω.

ΚΟΠΕΛΑ: Βοθεια, μανολα μου, λυπσου με, σε με!

ΑΝΤΡΑΣ: Δε θα σου κνω κακ... σως. σως να μου 'ναι αρκετς ο φβος σου, ο αληθινς φβος, που γρφεται κματα-κματα στα μοτρα σου, κρυμμνος πσω απ' τη ντροπ... κι απ τη σκψη τι, αν φανερωθε, θα 'ναι χειρτερα... Βλπεις; Βλπεις τι καμι λλη πραγματικτητα δε μετρ; Εναι μια κσταση που ο κσμος χνεται κι αρχζει να εμφανζεται πλι ο Θες.

ΚΟΠΕΛΑ: Ναι. αλλ πμε τρα, εναι αργ, πρπει να γυρσω σπτι!

ΑΝΤΡΑΣ: Προηγουμνως σου επα τι η γυνακα και τα παιδι μου φγανε το Πσχα. Εναι ψμμα. Τους σκτωσα. πρεπε να σκοτσω μνο κενη, αλλ τανε πιο ωραο να τους σκοτσω λους. πειτα τους πρα και τους πταξα στο ποτμι.

ΚΟΠΕΛΑ: Δεν εναι αλθεια! Δε σε πιστεω! Σε παρακαλ, λσε μου τα χρια!

ΑΝΤΡΑΣ: Ξρεις τι δε μ' ενδιαφρει διλου ο θνατς σου; Γιατ δεν υπρχει τποτ' λλο εκτς απ το θνατο -και τη θλησ μου. Ξρεις τι μπορε να μη ξαναγυρσεις σπτι σου;  Να μη ξαναδες τη μνα σου;

ΚΟΠΕΛΑ: Τ εναι αυτ που λες; Αχ, Θε μου...

ΑΝΤΡΑΣ: Θα μενεις εδ, στα χρια μου, γιατ εσαι μια μικρολα με τα χρια κοκκινισμνα απ' τη δουλει και μια πρτη ανλαφρη ρυτδα στο μτωπο... Εσαι μια μικρολα σαν αγορκι, παρτολμη κι επιστη σαν αρσενικ. Τη σχισμ στο βθος της κοιλις σου τη δνεις στον ντρα σαν σε φλο, ε; τσι θα μθεις να δεχνεις τση εμπιστοσνη στη φιλα!

ΚΟΠΕΛΑ: Μιλς σαν τρελς, Θε μου, σε με να φγω...

ΑΝΤΡΑΣ: Θα σε γαμσω εκατ φορς και θα κρατιμαι... Και θα σε πρω με μπουνις και κλωτσις, σα μεθστακας σζυγος...

ΚΟΠΕΛΑ: Φτνει φτνει, μαμ, μανολα μου!

ΑΝΤΡΑΣ: Θα σε πισω στις μπουνις και στις κλωτσις, γιατ τσι αξζει να τιμωρηθε η αθωτητ σου! Και πνγομαι απ τη λαχτρα να χαθ και να τελεινω μια για πντα. (αρχζει να τη χτυπ).

ΚΟΠΕΛΑ: Αχ, χι! Μη στη πλτη!

ΑΝΤΡΑΣ: Θα σε χτυπω που θλω... (συνεχζει να τη χτυπ).

ΚΟΠΕΛΑ: Σε παρακαλ, μη στη πλτη! μουνα στο σανατριο ! Στο 'πα, στο 'πα!

ΑΝΤΡΑΣ: Αααααχ, το ξρω: και να 'ξερες πσο χρηκα! σουνα στο σανατριο, κει που παν' οι ποροι... Σαν το σκυλ, ψωρσκυλο, που μου ρθες με το πουτανστικο φουστανκι σου... να με συγκινσεις... γεμτη υγεα, κακομορα κι ας εχες τα πνευμνια σου τρπια... Εσαι φτωχ κι η ζω σε χτυπ, τσι δεν εναι; Κι εγ κνω ,τι κι η ζω. Φναξε, αν θες, τρα, γιατ μετ θα σκσεις, γιατ αριο το πρω -αν δε σε σκοτσω- θα συμβιβαστες και θα ξαναπρεις τους δρμους σα να μην γινε τποτα! Τ σημαντικ που εναι η επιβωση, αγα, αγαπημνη μου πουτνα! Θα διηγεσαι αυτ την ιστορα, θριαμβετρια κι στερα θα βρεις κποιον λλο, γιατ η ζω σε βαρ απ δω κι απ κει κι εσ προχωρες ηρωικ, τσι δεν εναι;

ΚΟΠΕΛΑ: Ναι. ναι, τσι εναι. 'Ασε με τρα να φγω!

ΑΝΤΡΑΣ: Οτε να σου περν απ' το μυαλ! (ξαναρχζει να τη χτυπ. κενη ουρλιζει). Κι ταν θα σωριαστες κτω, χτυπημνη σα μοσχρι, σως να ξεκουμπωθ και παρλο που ξρω τι το κτουρ μου δεν χει καμα αθωτητα ζωικ δροσι, θα το αδεισω πνω σου, κατλαβες; Πνω σ' αυτ τα μτια μιας ηλθιας ανδεης, πνω σ' αυτ τα στθη με την ιερ ξετσιπωσι! (ξαναρχζει να χτυπ. κενη ουρλιζει). Ε! νμιζες τι αστειευμουν; Νμιζες τι δεν θελα ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ...

(ξαφνικ σταματ να τη χτυπ και τρικλζει). Αχ. δε νιθω καλ... Το μτωπ μου εναι ιδρωμνο και τρμω... πως ταν πραγματικ... εμαι χλια... Βοθησε με, Θε μου! (κνει εμετ). πρεπε να συμβε. Κτι με τραβ κτω. Μια κψα στο κεφλι, Θε μου, μου 'ρχεται να λιποθυμσω... Αν αυτς εναι ο θνατος... θα του αφεθ... δε θα σκφτομαι τποτα...
  
(λιποθυμ πνω στα ξερατ του. η Κοπλα καταφρνει να λσει τα χρια της, φορ μνο τα παποτσια της και το πανωφρι πνω στο γυμν κορμ της και φεγει τρχοντας).

ΠΟΙΗΜΑΤΑ:

Σεξ, Παρηγορι Στη Μιζρια!

Σεξ, παρηγορι στη μιζρια!
Η πρνη εναι βασλισσα, ο θρνος της
εναι να ερεπιο, η επικρτει της να κομμτι
χεσμνο λιβδι, το σκπτρο της
μια τσντα με κκκινο βερνκι:
γαβγζει μες στη νχτα, βρμικη και γρια
σαν αρχαα μητρα: υπερασπζεται
το χει της και τη ζω της.
Οι νταβατζδες, τριγρω, σε μπουλοκια,
φουσκωμνοι και κεφοι, μουστακαλδες
απ το Μπρντιζι Σλβοι, εναι
αρχηγο, αφεντικ: μες στο σκοτδι
κνουν τις κομπνες τους των εκατ λιρετν,
κλενοντας το μτι σιωπηλ, ανταλλσσοντας
συνθματα. Ο κσμος, αποκλεισμνος, σιωπ
γρω τους, και οι διοι αποκομμνοι απ αυτν,
σιωπηλ ψοφμια αρπακτικν.

Αλλ μες στα σκουπδια του κσμου, γεννιται
νας καινοργιος κσμος: γεννιονται νοι νμοι
που δεν υπρχει πια νμος· γεννιται μια να
τιμιτητα που τιμ εναι η ατιμα…
Γεννιονται εξουσες και ρχοντες,
γριοι, μσα σε σωρος απ τργλες,
σε τπους απραντους που νομζεις
τι τελεινει η πλη, και που ωστσο
ξαναρχζει, εχθρικ, ξαναρχζει
χιλιδες φορς, με γφυρες
και λαβυρνθους, εργοτξια και μπζα,
πσω απ θλασσες ουρανοξυστν,
που καλπτουν ολκληρους ορζοντες.

Στην ευκολα του ρωτα
ο φουκαρς νιθει νθρωπος:
θεμελινει την εμπιστοσνη του στη ζω, μχρι
του σημεου να περιφρονε ποιον κνει λλη ζω.
Τα παιδι ρχνονται στην περιπτεια
σγουρα τι βρσκονται σ’ ναν κσμο
που τους φοβται, που φοβται το φλλο τους.
Ο οκτος τους βρσκεται στην ασπλαχνι τους,
η δναμ τους στην ελαφρτητ τους,
η ελπδα τους στην ανυπαρξα ελπδας.

1961

Η Μπαλντα Των Μανδων

Αναρωτιμαι τι μνες εχατε.
Εν σας βλεπαν τρα στη δουλει
σ’ ναν γνωστο για εκενες κσμο,
μπλεγμνους σ’ ναν κκλο, που ποτ δεν κλενει,
απ εμπειρες τσο διαφορετικς απ τις δικς τους,
τι βλμμα θα εχαν στα μτια τους;
Εν ταν κοντ σας, την ρα που γρφετε
το ρθρο σας, κομφορμιστς και πομπδεις,
ταν το δνετε σε συντκτες που υπκυψαν
σε κθε συμβιβασμ, θα καταλβαιναν ραγε ποιοι εστε;

Μνες τιποτνιες, με τον αρχαο φβο
στο πρσωπο, εκενον που σαν κακ
αλλοινει και θολνει τα χαρακτηριστικ,
που τα απομακρνει απ’ την καρδι,
που τα κλενει μες στην παλι ηθικ ρνηση.
Μνες τιποτνιες, οι κακομορες, που ανησυχον
μπως τα παιδι τους δεν μθουν καλ το μθημα
του εξευτελισμο: να βρουν μια θεσολα, να εναι προσγειωμνα,
να μην προσβλλουν τους προνομιοχους,
ν’ αμνονται μπροστ στον οκτο.

Μνες μετριτητες, που μαθαν
με κοριτσστικη ταπεινοσνη, για μας,
τι διαθτουμε να μνο, ξεκθαρο χαρακτηριστικ,
με ψυχς που μσα τους ο κσμος εναι καταδικασμνος
να μην προσφρει οτε πνο, οτε χαρ.
Μνες μετριτητες, που δεν εχαν ποτ
για σας οτε μια λξη αγπης,
παρ μνο μια αγπη θλια φωνη,
ζωδη, και μ’ αυτ σας μεγλωσαν,
αδναμους μπρος στα πραγματικ καλσματα της καρδις.

Μνες δουλοπρεπες, συνηθισμνες απ αινες
να σκβουν χωρς αγπη το κεφλι,
να μεταδδουν στο μβρυ τους
το αρχαο, ντροπιασμνο μυστικ
της ικανοποησης με τα αποφγια της γιορτς.
Μνες δουλοπρεπες, που σας δδαξαν
πς μπορε να εναι ευτυχισμνος ο δολος
μισντας ποιον εναι, πως εκενος, αλυσοδεμνος,
πς μπορε νε εναι, προδνοντας, ευτυχισμνος
και σγουρος, κνοντας εκενο που δεν λει.

Μνες γριες, που προσπαθον να υπερασπιστον
εκενο το λγο που σαν αστς κατχουν,
την ομαλτητα και το μισθ,
με τη λσσα σχεδν εκενου που εκδικεται
που τον περιζνει μια παρλογη πολιορκα.
Μνες γριες, που σας δδαξαν:
Επιβιστε! Να σκφτεστε τον εαυτ σας!
Μην λυπστε και μη σβεστε ποτ
καννα, να φωλιζει μσα σας
το νστικτο του αρπακτικο!

Να τες, τιποτνιες, μετριτητες, δουλοπρεπες,
γριες, οι μνες σας!
Που δεν ντρπονται να σας θεωρον
- με το μσος σας – πργματι αντερους,
μιας και δεν εναι αυτ εδ παρ μα κοιλδα των δακρων.
Μ’ αυτ τον τρπο σας ανκει αυτς ο κσμος:
παρ τα αντθετα πθη σας
τις εχθρς σας πατρδες, εκενο που σας κνει αδρφια
εναι η βαθι σας ρνηση
να εσαστε διαφορετικο: να πρετε την ευθνη
του γριου πνου να εστε νθρωποι.

1962

    Ποιματα Του Κσμου

λη μρα δουλεω σαν καλγερος
Και το βρδυ τριγυρν σαν παλιγατος
Που ψχνει τον ρωτα… Θα κνω πρταση
Στο Βατικαν να με αγιοποισει.
Στην πραγματικτητα απαντ στην απτη
Με την πρατητα. Βλπω με το μτι
Μιας εικνας τους υπευθνους του λιντσαρσματος.
Παρατηρ τον εαυτ μου να σφζεται, με το γαλνιο
Κουργιο ενς επιστμονα. Φανομαι
Να νιθω μσος, εν γρφω
[Στχους γεμτους ακριβολγα αγπη.
Μελετ την απιστα σαν να
Μοιραο φαινμενο, λες και δεν εμαι θμα της.
Νιθω συμπνια για τους νεαρος φασστες,
Και στους γρους, που τους θεωρ σχματα
Του πιο τρομερο κακο, αντιστκομαι
Μνο με τη βα της λογικς.
Παθητικς σαν να πουλ που τα βλπει
λα πετντας, και στο πταγμ του
Στον ουραν χει στην καρδι του τη συνεδηση
Που δεν συγχωρε

Το ΚΚΙ Προς Τους Νους!!

Εναι θλιβερ. Η πολεμικ ενντια
στο ΚΚΙ γινταν το πρτο μισ
της περασμνης δεκαετας. Εστε αργοπορημνοι, παιδι μου.
Και δεν χει καμα σημασα εν ττε δεν εχατε ακμη γεννηθε...
Τρα οι δημοσιογρφοι λου του κσμου (συμπεριλαμβανομνων
εκενων της τηλερασης)
σας γλφουν (πως πιστεω τι το λτε ακμη στη γλσσα
του Πανεπιστημου) τον κλο. Εγ μως χι, φλοι μου.
χετε την ψη των πατερδων σας, παιδι του μπαμπ.
Η καλ ρτσα δεν κρβεται.
χετε το διο κακ βλμμα.
Εστε φοβητσιρηδες, αββαιοι, απογοητευμνοι
(πολ καλ), ξρετε μως και τον τρπο να εστε
θρασες, εκβιαστς και σγουροι:
μικροαστικ προνμια, φλοι μου.
ταν χθες στη Βλε Τζολια πιαστκατε στο ξλο
με τους αστυνομικος,
εγ μουν με το μρος των αστυνομικν!
Επειδ οι αστυνομικο εναι παιδι φτωχν ανθρπων.
Προρχονται απ την περιφρεια, αγροτικ αστικ αδιφορα.
σο για μνα, γνωρζω αρκετ καλ
τον τρπο που ζησαν σαν μικρ παιδι και σαν αγρια,
τις πολτιμες χλιες λιρτες, τον πατρα που μεινε αγρι κι εκενος
εξ αιτας της μιζριας, που δεν δνει κρος.
Η μνα γεμτη κλους σαν αχθοφρος, λεπτεπλεπτη,
εξ αιτας κποιας αρρστιας, σαν πουλκι·
τα πολλ αδρφια, η τργλη
ανμεσα στα περιβλια με το κκκινο φασκμηλο (σε ξνα
οικπεδα, πολυτεμαχισμνα)· οι παργκες
επνω στους υπονμους· τα διαμερσματα στις μεγλες
λακς πολυκατοικες κ.τ.λ. κ.τ.λ.
Κι πειτα, κοιττε τους πς τους ντνουν: σαν παλιτσους,
μ’ να τραχ φασμα που βρωμει συσστιο,
στρατνα και λα. Χειρτερο απ’ λα, φυσικ,
εναι η ψυχολογικ κατσταση στην οποα χουν ξεπσει
(για τρεις κι εξντα):
χωρς χαμγελο πια,
χωρς φιλα πλον με τον κσμο,
ξεχωρισμνοι,
αποκλεισμνοι (με ναν αποκλεισμ που δεν χει το μοι του)·
εξευτελισμνοι, επειδ χασαν την ανθρπιν τους ιδιτητα
για να προυν εκενη του αστυφλακα ( το μσος γενν μσος).
Εναι εκοσι χρονν, στην ηλικα σας, αγαπητο και αγαπητς μου.
Προφανς συμφωνομε ενντια στο θεσμ της αστυνομας.
Αλλ να τα βλετε με τη δικαστικ εξουσα και θα δετε!
Τα παιδα, οι αστυφλακες,
που εσες με ιερ βα (της αξιοθαμαστης παρδοσης
του Risorgimento), σαν παιδι του μπαμπ που εστε, δερατε,
ανκουν σε λλη κοινωνικ τξη.
Στη Βλε Τζολια, εχαμε τσι, χθες, να δεγμα
της πλης των τξεων: κι εσες φλοι μου (αν και βρσκεστε
απ τη μερι του σωστο) σασταν οι πλοσιοι,
εν οι αστυφλακες (που ταν απ τη μερι του
λθους) ταν οι φτωχο. Ωραα νκη, μα την αλθεια,
η δικ σας! Σ’ αυτς τις περιπτσεις,
στους αστυφλακες δνουν λουλοδια, φλοι μου.

Ελπζω να το ’χετε καταλβει
τι με τον πουριτανισμ σας
χετε βρει ναν τρπο ν’ απαλλαγετε
απ τον κπο μιας πραγματικς επαναστατικς δρσης.
Πηγανετε μως καλτερα, τρελο, να καταλβετε
τα Γραφεα της Κομμουνιστικς Νεολαας!
Πηγανετε να εισβλετε στις Κβες!
πηγανετε να καταλβετε τις εξδους
της Κεντρικς Επιτροπς: Πηγανετε, πηγανετε
να στρατοπεδεσετε ξω απ τα Κεντρικ Γραφεα του ΚΚΙ!
Εν θλετε την εξουσα, οικειοποιηθετε, τουλχιστον, την εξουσα
ενς κμματος που βρσκεται στην αντιπολτευση
(αν και σε κακ χλια, εξ αιτας της παρουσας κποιων κυρων
με απλ σταυρωτ σακκι, φλων του παιχνιδιο με τις σφαρες,
εραστν του σχματος λιττητας,
αστν, συνομλικων των αηδιαστικν πατερδων σας)
και χει σαν θεωρητικ στχο την καταστροφ της Εξουσας.
χω μεγλες αμφιβολες ωστσο, εν αυτ εναι αποφασισμνο
να καταστρψει , τι νας αστς κουβαλ μσα του,
ακμη και με τη δικ σας συνεισφορ, αφο, πως λεγα,
η καλ ρτσα δεν κρβεται….
πως και να’ χει, το ΚΚΙ προς του νους, που να πρει ο διολος!
Μα τι κθομαι και σας λω τρα;
Τι σας συμβουλεω; Πο σας σπρχνω;
Μετανο, μετανο!
χασα το δρμο που οδηγε στο μικρτερο κακ,
ο Θες να με τιμωρσει. Μη μ’ ακοτε.
Αχ, αχ, αχ, εκβιζων εκβιαζμενος,
κανα βοκινο την κοιν λογικ.
Σταμτησα μως εγκαρως, διασζοντας μαζ,
τον φανατικ δυισμ και την αμφιλογα…
φτασα μως στο χελος της ντροπς.
Ω, Θε μου! θα πρπει να λβει κανες υπψη του
το ενδεχμενο να κνει πλι σας Εμφλιο Πλεμο,
βζοντας κατ μρος την παλι μου ιδα για Επανσταση;

1968

 

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers