Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Ερωτική Λογοτεχνία 

Pasolini Pier-Paolo: Όργια

 

           Βιογραφικό

     Ο Πιερ-Πάολο ΠαζολίνιΙταλός ποιητής, συγγραφέας και σκηνοθέτης, γεννήθηκε στη Μπολόνια στις 5 Μάρτη 1922, χρονιά που ανεβαίνει στην εξουσία ο Μουσολίνι. Το γεγονός αυτό αποτελεί σταθμό και για τη κοινωνική διάρθρωση της Ιταλίας που αλλάζει μορφή χάνοντας την αναγεννησιακή της παράδοση σιγά-σιγά και καταντά χώρα μάζας μικροαστών στα χέρια του μεγάλου κεφαλαίου και μεγαλογαιοκτημόνων.

     Πατέρας του ήταν ο Κάρλο Παζολίνι, υπαξιωματικός πεζικού, γόνος παλιάς οικογένειας της Ραβένας, που κατασπατάλησε τη μικρή περιουσία και κατατάχτηκε στο στρατό ως μοναδική λύση. Μητέρα η Σουζάνα Κολούσι, από οικογένεια εύπορων αγροτών, δασκάλα, από τη Καζάρσα του Φριούλι, ακριτική περιοχή της Ιταλίας στα σύνορα της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Το επάγγελμα του πατέρα υποχρεώνει την οικογένεια σε συνεχείς μετακινήσεις. Στο Κονιλιάνο του Μπελούνο γεννιέται, το 1925, ο αδερφός του Γκουίντο-Αλμπέρτο.

     Γράφει ο Παζολίνι στον Αιρετικό Εμπειρισμό"Την εποχή εκείνη τα πήγαινα ακόμα καλά με τον πατέρα μου. Ήμουν ιδιαίτερα πεισματάρης και καπριτσιόζος (δηλαδή νευρωτικός), αλλά κατά βάθος καλός. Με τη μητέρα μου (έγκυο αλλά δεν το θυμάμαι) ήμουνα, όπως και σ' όλη μου τη ζωή, δεμένος με μια παθιασμένη αγάπη χωρίς ελπίδα".

     Είναι αλήθεια ότι μάνα και πατέρας απ' τη νηπιακή ηλικία επηρεάζουνε διαμετρικά αντίθετα και με καθοριστικό τρόπο τη ψυχοσύνθεση του παιδιού. Ο πατέρας διοικεί την οικογένεια με στρατιωτικό τρόπο. Τυρρανικός κι αυταρχικός προκαλεί μόνο φόβο. "Γεμάτος πάθος, σεξουαλικότατος, βίαιος σα χαρακτήρας" γράφει γι' αυτόν ο γιος του, "κατέληξε στη Λιβύη, χωρίς δεκάρα, έτσι άρχισε τη στρατιωτική καριέρα που τον καταπίεσε και τον παραμόρφωσε ψυχολογικά τόσο ώστε να τον σπρώξει στον έσχατο συντηρητισμό. Είχε ποντάρει τα πάντα πάνω στη φιλολογική μου καριέρα, από τότε που ήμουν ακόμα παιδί, μιας και τα πρώτα μου ποιήματα τα 'γραψα σε ηλικία 7 ετών. Είχε διαισθανθεί, ο κακομοίρης, αλλά δεν είχε προβλέψει τις ταπεινώσεις που θα συνοδεύανε την επιτυχία μου".
     Αλλά το καθοριστικό πρόσωπο στη ζωή του είναι η γλυκύτατη μητέρα, μόνιμο αντικείμενο λατρείας, στην οποία θα αφιερώσει μερικούς απ' τους πιο δυνατούς του στίχους. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε, έστω κι απ' αυτές τις λίγες ενδείξεις, τα σημάδια ενός τεράστιου οιδιπόδειου συμπλέγματος, που γνώριζε ο Παζολίνι με μια σπάνια όσο κι ακραία επίγνωση.
Τα πρώτα του ποιήματα γράφηκαν στο Σάτσιλε όπου έβγαλε το δημοτικό. Ύστερα ακολούθησαν άλλες μετακινήσεις: Κρεμόνα, Ρέτζιο Εμίλια, -παρακολούθησε το γυμνάσιο- και, τελικά, στη Μπολόνια το λύκειο Γκαλβάνι και κατόπιν το Πανεπιστήμιο.
   "Ένα πανεπιστήμιο με δομή φασιστική", θα σχολιάσει αργότερα. "Εξαιρείται μόνο η προσωπικότητα του Λόνγκι που εκείνα τα χρόνια στην Μπολόνια πρόσφερε πολλά σε μένα και σε πολλούς άλλους, συνομήλικους και πιο μεγάλους από μένα".

     Το 1942, ενώ ο πατέρας βρίσκεται αιχμάλωτος στη Κένυα, ο Πιερ-Πάολο με τη μητέρα και τον αδερφό του καταφεύγουνε στο σπίτι των Κολούσι στη Καζάρσα. Τα χρόνια κείνα, με δικά του έξοδα, ο νεαρός εκδίδει τη ποιητική συλλογη "Ποιήματα Στη Καζάρσα", γραμμένα στη διάλεκτο του Φρίουλι. Τον επόμενο χρόνο κάνει τη στρατιωτική του θητεία στο Λιβόρνο, λιποτακτεί μετά τις 8 Σεπτέμβρη και ξαναγυρνά στη Καζάρσα.

     Το 1945 ο Γκουίντο δολοφονείται μαζί μ' άλλους συντρόφους του της αντάρτικης ομάδας Όζοπο, από Γιουγκοσλάβους αντάρτες. Το περιστατικό παραμένει μια από τις πιο μαύρες σελίδες στην ιστορία της ιταλικής αντίστασης. Το θάνατο του Γκουίντο τον κάνει ακόμα τραγικό το γεγονός ότι σε μια πρώτη φάση κατορθώνει να ξεφύγει πληγωμένος, αλλά προδίνεται, μπλοκάρεται και τελικά σκοτώνεται. Στα έργα του Παζολίνι βρίσκουμε μνήμες, πόνο, οίκτο και πένθος για το θάνατο κείνο, ενω ο θάνατος του παλικαριού είναι ένα από τα πιο αγαπημένα και πονεμένα του θέματα στο "Τα Παιδιά Της Ζωής" και στο "Μια Ζωή Γεμάτη Βία", τα δυο μυθιστορήματα που 'γραψε σε ρομανέσκο.

     Με το τέλος του πολέμου ο πατέρας γυρίζει στη Καζάρσα. Το χάσμα ασυννενοησίας μεταξύ πατέρα απ' τη μια και μητέρας-γιου απ' την άλλη γίνεται ακόμα βαθύτερο. Την ίδια χρονιά ο Πιερ-Πάολο παίρνει το δίπλωμα φιλολογίας απ' το Πανεπιστήμιο της Μπολόνια με μια διατριβή πάνω στον Πάσκολι. Απ' το 1945 ως το 1949 διδάσκει στο γυμνάσιο του Βαλβασόνε, ενός μικρού χωριού κοντά στη Καζάρσα. Στις 18 Φλεβάρη 1945, ιδρύει με νεαρούς φοιτητές την Academiuta De Lenga Furlana, μια μικρή ακαδημία σπουδών για τη γλώσσα και τη κουλτούρα του Φριούλι.
     Η περίοδος του Φριούλι είχε σημαντική επίδραση στη ζωή του σα διανοούμενου και σαν ατόμου. Τα νεανικά αυτά χρόνια που 'ζησε στην αγαπημένη ατμόσφαιρα του χωριού, μελετώντας με πραγματικό ενδιαφέρον τις διάφορες εκδηλώσεις κι εκφράσεις του αγροτικού κόσμου, θα τα μυθοποιήσει αργότερα (όπως 8α μυθοποιήσει και τη νιότη του) και θα τα νιώσει αρχαϊκά, ιερά, αμόλυντα. 
Αυτή την αρχαϊκή φρεσκάδα του κόσμου που 'ρχεται σ' άμεσην επαφή με τη φύση θα κάνει μοντέλο και σκοπό του και θα προσπαθήσει να τα μεταδώσει στους άλλους. Απ' τα βάθη των ημερών εκείνων από κείνες τις ρίζες θα ξεκινήσει να ζωγραφίσει μιαν Ιταλία ταπεινή, πραγματική, καθημερινή και στα τελευταία του γραπτά θα διαπιστώσει και θ' ανακοινώσει την εξαφάνιση της, με τρόπο που συχνά θα ξεσηκώσει θύελλα αποδοκιμασίας και θα δημιουργήσει σκάνδαλο.

     Στενά συνδεδεμένος με τον τρόπο που αυτός ένιωθε τον αγροτικό κόσμο είναι και ο τρόπος που παρατηρεί τον κόσμο του κουρελοπρολεταριάτου των συνοικισμών της Ρώμης. Σε μια συνέντευξη που δίνει στη La Stampa τη Πρωτοχρονιά του 1975 μιλά γι' αυτούς ακριβώς τους συνοικισμούς.
   "Ήτανε κόσμος περιθωριακός και τρομερός στη σκληροτητά του, διατηρούσεν όμως δικό του κώδικα τιμής και γλώσσας, που δεν αντικαταστάθηκε με τίποτα. Σήμερα τα παιδιά των συνοικισμών τρέχουνε με μηχανές και βλέπουνε τηλεόραση αλλα δε ξέρουνε να μιλάνε, μόλις που καταφέρνουνε να τραυλίζουνε πια. Είναι το βασικό πρόβλημα όλου του αγροτικού κόσμου ή τουλάχιστον της κεντρικής και νότιας Ιταλίας".
     Σε γενικές λοιπόν γραμμές η λογοτεχνική και πολιτιστική ένταξη του διαμορφώθηκε στη Καζάρσα. Τα ποιήματα που 'γραψε στα 1943-9 με το γενικό τίτλο "Το Αηδόνι Της Καθολικής Εκκλησίας", φανερώνουν όλ' αυτά και ταυτόχρονα τη πολιτική και πολιτιστική εξέλιξη του νεαρού συγγραφέα.

     Την ίδια κείνη περίοδο, μετά τους αγώνες των εργατών γης στο Φριούλι, γράφει τη πρόζα "Οι Μέρες Του Αγαθού Ντε Γκάσπερι" που αργότερα θα γίνει μυθιστόρημα και θα εκδοθεί το 1962 με τίτλο "Το Όνειρο Μιας Υπόθεσης".

Τα χρόνια λοιπόν της Καζάρσα θα μείνουν αξέχαστα κι ανεπανάληπτα. Το ίδιο κι η μετακίνηση ή η φυγή, όπως θα τη χαρακτηρίσει ο ίδιος, απ' τα μέρη κείνα. Τις παραμονές των εκλογών του 1948 ένα αγόρι εξομολογείται στον παπά της Καζάρσα πως είχε σεξουαλικές σχέσεις με τον Παζολίνι. Αυτόματα η ζωή του νεαρού καθηγητή γίνεται αδύνατη στο στενό περίγυρο του χωριού. Φεύγει με τη μητέρα του στη Ρώμη κι εκεί ζει χρόνια πάρα πολύ δύσκολα. "Υπήρξα ένας απ' αυτούς τους άνεργους που καταλήγουνε στην αυτοκτονία" θα πει αργότερα.

     Στην αρχή έμενε στην Πιάτσα Κοσταγκούτι, μετά στο συνοικισμό Σαν Μάμολο, κοντά στις φυλακές Ρεμπίμπια. Ίσως αυτές οι αλλαγές διευθύνσεων για έναν άλλο συγγραφέα δε θα 'χανε καμιά σημασία, αλλά αυτοί οι τόποι, αυτά τα ονόματα είναι πολύ γνωστά στους αναγνώστες του καθώς κι η Βία Φοντανεϊάνα που πήγε να κατοικήσει αμέσως μόλις καλυτερέψανε λίγο τα οικονομικά του.

     Το 1954 εκδίδονται τα ποιήματα που είχε γραψει στο Φριούλι, σε μια συλλογή με τίτλο "Η Πιο Ωραία Νιότη". 2 χρόνια πριν είχε δημοσιευτεί μια σημαντική μελέτη του πάνω στη ποίηση με διάλεκτο του 19ου αιώνα, που είχε γράψει σε συνεργασία με τον Μάριο Ντ' 'Αρκο. Το 1955, ιδρύει και δουλεύει μαζί με τους Ροβέρσι, Λεονέτι, Ρομάνο και Φορτίνι το φιλολογικό περιοδικό Οφιτσίνα (Officina) που παρά τη μικρή διάρκεια -κλείνει οριστικά το 1959 μετά από άρθρο που 'γραψε ο Παζολίνι εναντίον του Πάπα Πίου ΧΙΙ- παραμένει σπουδαία μαρτυρία μιας μερίδας ιταλών διανοούμενων απέναντι σε προβλήματα που αντιμετωπίζoνταν απ' τους περισσότερους συντηρητικά και μονόπλευρα, χωρίς καμιάν εναλλακτική λύση. Το δοκίμιο "Πάθος Κι Ιδεολογία" και τα λυρικά κομμάτια του "Η Θρησκεία Των Καιρών Μου", που εκδίδονται αντίστοιχα το 1960 και 1961, παραμένουν η σημαντικότερη συμβολή του στο Οφιτσίνα. Το 1955 εκδίδεται το μυθιστόρημα "Τα Παιδιά Της Ζωής", που υπήρξε η πρώτη του συγγραφική επιτυχία.

     Ο Πιερ-Πάολο Παζολίνι πέθανε στις 2 Νοέμβρη 1975 στη παραλία της Όστια, κοντά στη Ρώμη, σε μια θέση χαρακτηριστική των μυθιστορημάτων του. Ήτανε δολοφονία κι ο Πίνο Πελόζι, συνελήφθη κι ομολόγησε. 30 χρόνια μετά, το 2005, απέσυρε την ομολογία του κι υποστήριξε ότι τον είχανε σκοτώσει άγνωστοι κι ότι αναγκάστηκε να ομολογήσει γιατί υπήρχαν απειλές κατά του ίδιου και της οικογένειάς του. Οι έρευνες για τον δολοφόνο του άρχισαν εκ νέου μετά την αναίρεση του Πελόζι.

     Είναι θαμμένος στη Καζάρσα, στο αγαπημένο του Φριούλι.


---------------------------------------------------------------------------------------------

Επεισόδιο 8ο

       (ένας 'Αντρας και μια Κοπέλα μπαίνουνε σ' ένα σαλόνι).

ΚΟΠΕΛΑ: Δικό σου είναι το σπίτι;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Σ' αρέσει;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Όμορφο είναι.

 

ΑΝΤΡΑΣ: Βγάλε τη καμπαρντίνα σου...

 

ΚΟΠΕΛΑ: Είσαι σίγουρος ότι δε θα 'ρθει κανείς;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Σπίτι μου είναι.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Και μένεις μόνος;

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, τώρα μένω μόνος.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Τώρα;

 

 

ΑΝΤΡΑΣ: Κάποτε μέναν εδώ η γυναίκα μου και τα παιδιά. Την άνοιξη φύγανε και δε ξαναγυρίσανε...

 

ΚΟΠΕΛΑ: Μπρρ, έπιασαν τα κρύα, από το πρωί συννέφιασε άσχημα...

 

ΑΝΤΡΑΣ: Η πρώτη φθινοπωρινή βροχή, όταν το καλοκαίρι δεν έχει τελειώσει ακόμα,

 

είναι η ωραιότερη στιγμή για να κάνεις έρωτα.

ΚΟΠΕΛΑ: Εμένα μου φαίνεται πάντα το ίδιο!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Λες ψέμματα, υποκρίτρια. Με τη συννεφιά σ' αρέσει πιο πολύ να μένεις σπίτι. Και να κλείνεις τα παράθυρα, για να φτιάξεις τη πρώτη θαλπωρή μες στο δωμάτιο. Μια θαλπωρή λησμονημένη, αλλά τόσο βαθιά γνώριμη: τη θαλπωρή άλλων καιρών! Νιώθεις τη νοσταλγία της φωτιάς κι η σάρκα σου, κάτω απ' το πρώτο μάλλινο, νιώθει αυτή τη καινούρια δροσιά, μες στη καρδιά ενός ουρανού ακόμα γαλήνιου.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Πώς είναι τα παιδιά σου;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Ο ένας είναι έξι χρονών, ο άλλος τεσσάρων. Δυο αγοράκια σοβαρά, σαν όλα τ' άλλα. Ώρες-ώρες μού φαίνονται μεγαλύτερα από μένα...

 

ΚΟΠΕΛΑ: Να βγάλω τη καμπαρντίνα μου;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, σου είπα... Ο μεγάλος είναι σκληρός, τα σκούρα μάτια του είναι γεμάτα αγάπη για τη μάνα του. Ο μικρός της έχει την ίδια αγάπη, αλλά τα μάτια του γελάνε, δεν τον νοιάζει τίποτα, είναι ανάλαφρος κι αστείος, σαν ζωάκι κι ο σεβασμός του για το μεγάλο αδερφό κρύβει έναν εύθυμο οίκτο...

 

ΚΟΠΕΛΑ: Καλά λες, είναι πολύ ωραία η δροσιά, όταν μέσα έχει ζεστούλα. Ναι, μου φαίνεται σαν να 'ναι πέρσι.

 

ΑΝΤΡΑΣ: Ή σα να 'ναι μετά από δέκα χρόνια... (αν ζεις ακόμα). Είναι μια μέρα

 

μελλοντική -σ' αρέσει;- στο τέλος ενός καλοκαιριού που δεν έχει έρθει ακόμα... Βλέπεις; Πόσο γρήγορα περνά ο καιρός, παρ' όλο που κυλά τόσον αργά!

 

ΚΟΠΕΛΑ: Μα γιατί είπες: αν ζω ακόμα;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Γδύσου τώρα. 

 

ΚΟΠΕΛΑ: Ξέρεις. ήμουν άρρωστη. Έκανα δυο χρόνια σανατόριο.

 

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, αλλά γδύσου τώρα.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Θες να με κοιτάς που ξεντύνομαι;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Πλάκα έχεις... (αρχίζει να γδύνεται).

ΑΝΤΡΑΣ: Το καλοκαίρι πέρασε, αλλά είσαι ακόμα μαυρισμένη...

 

ΚΟΠΕΛΑ: Δεν έχεις καθόλου μουσική;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Όχι. Θα τα κάνουμε όλα μες στη σιωπή.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Μα για ποιά με πέρασες;

ΑΝΤΡΑΣ: Γι' αυτό που είσαι, το κορίτσι της πρώτης καλοκαιρινής μέρας χωρίς ήλιο.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Έτσι μάλιστα...

 

ΑΝΤΡΑΣ: Δε ντρέπεσαι να με κοιτάς στα μάτια;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Όχι, γιατί;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Γιατί είσαι ολόγυμνη, σα ζώο σε λιβάδι.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Τί κακό βλέμμα που 'χεις!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Δε ντρέπεσαι ποτέ;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Ντράπηκα λιγάκι την πρώτη φορά. Μετά ποτέ.

 

ΑΝΤΡΑΣ: Μα δε σκέφτεσαι τη κοιλιά σου;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Ορίστε;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Τη κοιλιά σου! Τη κοιλιά σου! Αυτό το μέρος του σώματος που όλοι το κρύβουνε, που δεν πρέπει να υπάρχει, που όλοι παριστάνουν ότι δεν το 'χουν ή τουλάχιστον ότι δεν το σκέφτονται, ότι έχουνε λευτερωθεί... Ακόμα κι ο πατέρας σου!

ΚΟΠΕΛΑ: Αστείος είσαι! Ποιός κάθεται να σκεφτεί τέτοια πράματα...

 

ΑΝΤΡΑΣ: Βρίσκεις φυσικό να 'χεις φύλο, αυτό το λείο όριο στο βάθος της κοιλιάς σου, που το γλείφει μια μαύρη πλημμυρίδα... Κι όμως, είναι αφύσικο... αφύσικο! Δε ξέρεις ότι είναι απαράδεκτο και σκανδαλώδες, η προσωπική μας περίπτωση να επιβεβαιώνει το γενικό κανόνα; Αυτό κάνεις με το να μου επιδεικνύεσαι γυμνή...

 

Για να σου δώσω να καταλάβεις... σκέψου δυο πατεράδες... ναι. δυο πατεράδες... δυο ενήλικους άντρες, χωρίς τίποτα πια από την ελαφράδα της νιότης, να στέκονται ο ένας απέναντι στον άλλο, σαν άταχτα παιδιά, με ανοιγμένα τα πανταλόνια και να κοιτάζονται...

 

ΚΟΠΕΛΑ: Α, α! Ω, ω! Μα τί πας και σκέφτεσαι;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Έτσι είσαι κι εσύ με τη γυμνή κοιλιά σου...

 

ΚΟΠΕΛΑ: Εντάξει, εντάξει, κατάλαβα. Εσύ δε θα ξεντυθείς;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Όχι, γιατί ξέρω πως είσαι βρώμικη και σ' αρέσει πιότερο ένας άντρας με λυμένο το πανταλόνι, παρά μες στη γύμνια της φύσης του, απλός όπως κι εσύ.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Δεν πα' να κάνεις ό,τι θες...

 

ΑΝΤΡΑΣ: Σ' αρέσει να κάνεις κακό;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Τί;

ΑΝΤΡΑΣ: Να κάνεις κακό.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Στον άντρα;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, κατάλαβες τώρα;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Τί να καταλάβω;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Τί πά' να πει κακό; Δε σου κάνει κακό ένας άντρας όταν σε παίρνει με κλωτσιές και μπουνιές;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Εμένα; Ας τολμήσει κανείς να σηκώσει χέρι πάνω μου! Καθάρισε!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Κόρη φτωχών ανθρώπων... χαριτωμένη... σάρκα που αμύνεται παρ' όλη τη φτήνια της... Που πρέπει ν' αγωνιστεί, μασκαρεύοντας σε νίκες τις υποχωρήσεις της μπροστά στα συνεχή χτυπήματα...

ΚΟΠΕΛΑ: Το πρόσωπό σου έγινε πανί.. και μου φαίνεται ότι τρέμεις... Τί έχεις;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Είμαι χλωμός; Τρέμω; Ίσως φταίει το φως... Εξ άλλου... είμαι λιγάκι άρρωστος. Αλλά μη σε νοιάζει. Λοιπόν, σ' αρέσει να κάνεις κακό;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Ναι, αλλά πώς, πώς;

 

ΑΝΤΡΑΣ: Θα σου πω... Ποιός ήταν ο τελευταίος που πήγες μαζί του;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Την περασμένη Κυριακή... Ήτανε, θυμάμαι, ένας νεαρός από τη Σικελία,

 

που κάνει στρατιωτικό εδώ στην Μπολόνια. Ήρθε ίσια απ' το σπίτι των γονιών του...

 

ΑΝΤΡΑΣ: Ήταν ωραίο παιδί; Μελαχρινός; Καστανός;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Δε ξέρω... Θύμιζε ληστή. 

 

ΑΝΤΡΑΣ: Λοιπόν... σκέψου ότι αυτόν το ληστή, που ετοιμάζεται να σου κάνει έρωτα, όπως το κάνει αυτός, σα μια μητέρα που σε σφίγγει στο στήθος της ή σαν ένας πατέρας που σε κλείνει σπίτι, με το μεγάλο σιτσιλιάνικο φύλο του -το δυνατό σαν κορμός και τρυφερό σα φρούτο- σκέψου ότι κάποιος δένει αυτόν το στρατιώτη και σου λέει: Κοίτα αυτή την ανίσχυρη δύναμη: ταπείνωσέ τη, πλήγωσέ τη, εκδικήσου τον για την απαίτησή του να γονιμοποιήσει... κάνε τον να κλάψει σα παιδί χωρίς σπέρμα...

 

(η Κοπέλα γελά). Αχ, η συναίσθησή σου είναι μικρή σαν το πεπρωμένο σου! (η Κοπέλα γελά). Είσαι μόνη μαζί του, είναι στα χέρια σου. Κατάλαβες; Κάνετε κάτι που δεν ανήκει πια στον κόσμο τούτο. Είναι έξω από κάθε όριο, είναι του πνεύματος. Ένας δυνατός νεαρός, που ετοιμάζεται να γίνει πατέρας και τριγυρνά στον κόσμο, με τα πόδια και το φύλο του, παράτολμος σαν ωραίος Δον Κιχώτης, σωριάζεται -και τα πάντα μπορούν να συμβούν! Τα πάντα, εκτός απ' όσα ανήκουνε σε τούτο δω τον κόσμο...

 

 

ΚΟΠΕΛΑ: Δε σε καταλαβαίνω...

 

ΑΝΤΡΑΣ: Βρίσκεσαι μόνη μαζί του! Μόνη! Μόνη!

 

ΚΟΠΕΛΑ: Εννοείται...

 

ΑΝΤΡΑΣ: Εντάξει, πάρε εμάς τους δυο... Τί γαλήνη! Είναι η πρώτη βραδιά! Ο κόσμος δε ξέρει τίποτα, είναι φτιαγμένος από ανθρώπους που γυρνούν απ' τις δουλειές τους

 

κι από ένα ποτάμι αυτοκινήτων -ακούς;- που κυλά μες στο φως σα μια ανάσα. Ο άνθρωπος που ετοιμάζεται να κάνει έρωτα -εγώ- μπρος σ' ένα μνημείο από σάρκα γεμάτη φρέσκο αίμα -εσένα- τρέμει, χτυπάνε τα δόντια του. Βρίσκεται σ' έκσταση.

 

Αυτό που ήταν ιερό στα παιδικά του χρόνια, όταν ήταν γιος, μόλις πραγματοποιηθεί, τον κάνει αθάνατο. Μάθε ότι όλ' αυτά επιστρέφουν κι επαναλαμβάνονται. Κάθε νέα στύση τα προϋποθέτει. Δεν αρκεί η πρώτη φορά, γιατί δεν τη θυμάσαι.  Σ' αυτή την επανάληψη αναζητούμε έν εναρκτήριο γεγονός. Κι η αναζήτηση δε σταματά ποτέ, γιατί κάθε φορά το ξεχνάμε. Μες απ' την επανάληψη ξαναζούμε ένα και μοναδικό πράγμα. Μαζί με το θύμα σου -που περιμένει την πραγματοποίηση του ονείρου- περιμένεις τη πραγματοποίηση μιας πραγματικότητας που καταστρέφει κάθε άλλη.
ΚΑΘΕ ΘΕΟΣ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ.

Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα,

 

μες στη σιωπηλή πλατεία

 

μιας μικρής πόλης ή ενός χωριού

 

ανάμεσα στα βουνά και τη θάλασσα,

 

μια μέρα γαλήνης, που έμεινε ίδια

 

από το 1600 ή το 1800

 

κι εκεί μου εμφανίστηκε ο Θεός.

 

Κι έπειτα χάθηκε αμέσως.

 

Κάθε νέα στύση, με την αγωνία
ή τη ντροπή της στύσης,

 

ζητά την επανάληψη του πράγματος,

 

την επιστροφή του Θεού. (αρπάζει τη γυναίκα και της δένει τα χέρια).

ΚΟΠΕΛΑ: Βοήθεια, τί κάνεις; Βοήθεια!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Σκάσε, ηλίθια, αλλιώς θα σε σκοτώσω.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Βοήθεια, μανούλα μου, λυπήσου με, άσε με!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Δε θα σου κάνω κακό... ίσως. Ίσως να μου 'ναι αρκετός ο φόβος σου, ο αληθινός φόβος, που γράφεται κύματα-κύματα στα μούτρα σου, κρυμμένος πίσω απ' τη ντροπή... κι από τη σκέψη ότι, αν φανερωθεί, θα 'ναι χειρότερα... Βλέπεις; Βλέπεις ότι καμιά άλλη πραγματικότητα δε μετρά; Είναι μια έκσταση όπου ο κόσμος χάνεται κι αρχίζει να εμφανίζεται πάλι ο Θεός.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Ναι. αλλά πάμε τώρα, είναι αργά, πρέπει να γυρίσω σπίτι!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Προηγουμένως σου είπα ότι η γυναίκα και τα παιδιά μου φύγανε το Πάσχα. Είναι ψέμμα. Τους σκότωσα. Έπρεπε να σκοτώσω μόνο κείνη, αλλά ήτανε πιο ωραίο να τους σκοτώσω όλους. Έπειτα τους πήρα και τους πέταξα στο ποτάμι.

 

ΚΟΠΕΛΑ: Δεν είναι αλήθεια! Δε σε πιστεύω! Σε παρακαλώ, λύσε μου τα χέρια!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Ξέρεις ότι δε μ' ενδιαφέρει διόλου ο θάνατός σου; Γιατί δεν υπάρχει τίποτ' άλλο εκτός από το θάνατο -και τη θέλησή μου. Ξέρεις ότι μπορεί να μη ξαναγυρίσεις σπίτι σου;  Να μη ξαναδείς τη μάνα σου;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Τί είναι αυτά που λες; Αχ, Θεέ μου...

 

ΑΝΤΡΑΣ: Θα μείνεις εδώ, στα χέρια μου, γιατί είσαι μια μικρούλα με τα χέρια κοκκινισμένα απ' τη δουλειά και μια πρώτη ανάλαφρη ρυτίδα στο μέτωπο... Είσαι μια μικρούλα σαν αγοράκι, παράτολμη κι εύπιστη σαν αρσενικό. Τη σχισμή στο βάθος της κοιλιάς σου τη δίνεις στον άντρα σαν σε φίλο, ε; Έτσι θα μάθεις να δείχνεις τόση εμπιστοσύνη στη φιλία!

 

ΚΟΠΕΛΑ: Μιλάς σαν τρελός, Θεέ μου, άσε με να φύγω...

 

ΑΝΤΡΑΣ: Θα σε γαμήσω εκατό φορές και θα κρατιέμαι... Και θα σε πάρω με μπουνιές και κλωτσιές, σα μεθύστακας σύζυγος...

 

ΚΟΠΕΛΑ: Φτάνει φτάνει, μαμά, μανούλα μου!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Θα σε πιάσω στις μπουνιές και στις κλωτσιές, γιατί έτσι αξίζει να τιμωρηθεί η αθωότητά σου! Και πνίγομαι από τη λαχτάρα να χαθώ και να τελειώνω μια για πάντα. (αρχίζει να τη χτυπά).

ΚΟΠΕΛΑ: Αχ, όχι! Μη στη πλάτη!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Θα σε χτυπάω όπου θέλω... (συνεχίζει να τη χτυπά).

ΚΟΠΕΛΑ: Σε παρακαλώ, μη στη πλάτη! Ήμουνα στο σανατόριο ! Στο 'πα, στο 'πα!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Αααααχ, το ξέρω: και να 'ξερες πόσο χάρηκα! Ήσουνα στο σανατόριο, κει που παν' οι άποροι... Σαν το σκυλί, ψωρόσκυλο, που μου ήρθες με το πουτανίστικο φουστανάκι σου... να με συγκινήσεις... γεμάτη υγεία, κακομοίρα κι ας είχες τα πνευμόνια σου τρύπια... Είσαι φτωχή κι η ζωή σε χτυπά, έτσι δεν είναι; Κι εγώ κάνω ό,τι κι η ζωή. Φώναξε, αν θες, τώρα, γιατί μετά θα σκάσεις, γιατί αύριο το πρωί -αν δε σε σκοτώσω- θα συμβιβαστείς και θα ξαναπάρεις τους δρόμους σα να μην έγινε τίποτα! Τί σημαντική που είναι η επιβίωση, αγία, αγαπημένη μου πουτάνα! Θα διηγείσαι αυτή την ιστορία, θριαμβεύτρια κι ύστερα θα βρεις κάποιον άλλο, γιατί η ζωή σε βαρά από δω κι από κει κι εσύ προχωρείς ηρωικά, έτσι δεν είναι;

 

ΚΟΠΕΛΑ: Ναι. ναι, έτσι είναι. 'Ασε με τώρα να φύγω!

 

ΑΝΤΡΑΣ: Ούτε να σου περνά απ' το μυαλό! (ξαναρχίζει να τη χτυπά. κείνη ουρλιάζει). Κι όταν θα σωριαστείς κάτω, χτυπημένη σα μοσχάρι, ίσως να ξεκουμπωθώ και παρόλο που ξέρω ότι το κάτουρό μου δεν έχει καμία αθωότητα ή ζωική δροσιά, θα το αδειάσω πάνω σου, κατάλαβες; Πάνω σ' αυτά τα μάτια μιας ηλίθιας ανίδεης, πάνω σ' αυτά τα στήθη με την ιερή ξετσιπωσιά! (ξαναρχίζει να χτυπά. κείνη ουρλιάζει). Ε! νόμιζες ότι αστειευόμουν; Νόμιζες ότι δεν ήθελα ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ...

 

(ξαφνικά σταματά να τη χτυπά και τρικλίζει). Αχ. δε νιώθω καλά... Το μέτωπό μου είναι ιδρωμένο και τρέμω... όπως όταν πραγματικά... είμαι χάλια... Βοήθησε με, Θεέ μου! (κάνει εμετό). Έπρεπε να συμβεί. Κάτι με τραβά κάτω. Μια κάψα στο κεφάλι, Θεέ μου, μου 'ρχεται να λιποθυμήσω... Αν αυτός είναι ο θάνατος... θα του αφεθώ... δε θα σκέφτομαι τίποτα...
  
(λιποθυμά πάνω στα ξερατά του. η Κοπέλα καταφέρνει να λύσει τα χέρια της, φορά μόνο τα παπούτσια της και το πανωφόρι πάνω στο γυμνό κορμί της και φεύγει τρέχοντας).

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers