-


Dali &









/




 
 

 

Bilhana (Kashmir 11o .. .): (Caurapâñcâśikâ)

     Εναι γνωστς για το ερωτικ ποημα του, "Ο Κλφτης Της Αγπης", ("Caurapâñcâśikâ"). Ο μθος λει πως ερωτετηκε τη κρη του βασιλι Madanabhirama, πριγκπισσα Yaminipurnatilaka κι εχανε μυστικ ερωτικ σχση. Ανακαλυφθκανε κι ο Bilhana ρχτηκε στη φυλακ. Περιμνοντας την απφαση γραψε ερωτικ ποημα πενντα στροφν, μη ξροντας αν θα στελνταν εξορα  στην αγχνη. Εναι γνωστο ποια μορα εχε. Εντοτοις, το εξαιρετικ ποημ του μεταφρθηκε στμα με στμα, σ' ολκερη την Ινδα. Υπρξανε διφορες εκδοχς, συμπεριλαμβανομνων κι αυτν απ τη Ντια Ινδα, πως εχεν ευτυχς τλος. Η εκδοχ του Κashmir δε διευκρινζει.
     Το ποημα μεταφρστηκε σ' ευρωπακ γλσσα, πρτα στα γαλλικ, το 1848. Κατπιν ακολοθησαν πολλς μεταφρσεις. Οι πιο ξεχωριστς εναι κενες του Sir Edwin Arnold, Λονδνο, 1896 κι Edward Powys Mathers, Οξφρδη, 1919, με τον ττλο "Black Marigolds". Αυτ η τελευταα κδοση αναφρθηκε εκτενς απ τον John Steinbeck στο βιβλο του: "Ο Δρμος Με Τις Φμπρικες".
     Ο Bilhana Chauras, -κατ μιαν λλη εκδοχ- πιθαν γεννημνος τον 11ο μ.Χ. αινα, ταν νας νος ιστορικς και ποιητς απ το Κασμρ, αλλ εχε ταξιδψει πολ σε διφορα μρη, πως: Mathura, Kanauj, Prayaga, Kazν, Dahala κλπ. ταν επστρεψε τονε προσλαβε ο βασιλις
Chalukya Vikramaditya VI (1076-1127 μ.Χ.), του Kalyan. Αυτς για να τον αμεψει, γραψε μακροσκελς πανηγυρικ ποημα, το "Vikramankadevacharita", προς τιμ του αφντη και προσττη του. Μπορε αυτ το ποημα, που απαρτζεται απ 18 κντος να 'ναι φανταστικ, ωστσο στα τελευταα του μρη περιγρφει τη ζω του διου του Bilhana και της οικογνεις του, αλλ και την αναζτησ του ως περιπατητ Pandit. Το ποημα αυτ φρεται να ολοκληρθηκε το 1088.
     Υπρχει μθος τι ο Bilhana κι η Vidya, κρη του βασιλι, εχαν μυστικ ερωτικ σχση. ταν ο βασιλις το ανακλυψε, φυλκισε τον Bilhana με την απειλ του αποκεφαλισμο. Εν βρισκτανε στη φυλακ, συνθεσε μια σειρ στχων υμνντας την αγπη του, το "Chauraspanchasika", που μπορε να μεταφραστε ως "Πενντα Στχοι Απ να Κλφτη Της Αγπης". Οι στχοι εναι σε σανσκριτικ γλσσα κι ο καθνας αρχζει με την δια φρση: "ακμα και τρα". Ο μθος χει διφορες εκβσεις. Η ευτυχς εναι πως οι στχοι του φρανε τη λευτερι του, ταν τους διβασε δημσια τη μρα που 'ταν να θανατωθε και παντρετηκε τη πριγκπισσα της καρδις του.
     Οι βδες (συλλογς στχων) εναι δημοφιλες για αινες στην Ινδα. Υπρχουνε πολυριθμα σχλια και πολλς τοπικς και περιφερειακς παραλλαγς. Αντιπροσωπεουνε καθιερωμνη μορφ ινδικς ερωτικς ποησης, σχετικ με λλες συλλογς ερωτικν σανσκριτικν στχων που στερονται την ενοποι δομ, που επιτυγχνεται με την επανληψη του πρτου στχου. Σε μερικς εκδοχς του ποιματος, υπρχουνε στους στχους, οι διοι υπαινιγμο του μθου. Σ' λλες, στχοι και μθος εναι διαφορετικ. Σε μερικς σαφς χει υπρξει χωρισμς των εραστν, σ' λλες χι. Γενικ, οι στχοι παρουσιζονται πιτερο σε μορφ μεμονωμνων εικνων που δνονται με μιαν αρατη κλωστ -τον επαναλαμβανμενο αρχικ στχο-, παρ ως μρη ενς συνεχος αφηγματος. Απ την λλη, η συνεχς επανληψη της πρτης φρσης κι η περιορισμνη μορφ των στχων δημιουργε μιαν αθροιστικ, συναισθηματικ φρτιση που προσδδει εντητα και συνοχ στο σνολο. Στη διασημτερη εκδοχ του ποιματος στ' αγγλικ, ο Mathers προσρμοσε ελεθερα τους στχους και το μθο, για να παραγγει συνεχς αφηγηματικ ποημα. Υπρχουνε 2 εκδοχς αυτο του ποιματος: μια Ινδικ και μια του Κασμρ και συμφωνον μνο στις 7 στροφς.
    
Το Κασμρ του παρελθντος, τανε λκνο σανσκριτικς γνσης και διδασκαλας. Απ τον 9ο μχρι το 12ο μ.Χ. αι., χουνε λμψει τα φωτειντερα δεγματα στη σανσκριτικ λογοτεχνα. Αυτ τα 400 χρνια, χονδρικ, διαμορφνουνε το επκεντρο και το αποκορφωμα αυτο που μπορε να ονομαστε δημιουργικ κι αρχετυπικ λογοτεχνικ δραστηριτητα, στη σφαρα της σανσκριτικς γλσσας και λογοτεχνας. νας γαλαξας ρητρων, φιλοσφων, ποιητν κι ιστορικν, ξεχωριστο με αξιοθαμαστη φμη και λαμπρτητα, παρουσιζονται στο κατχον εξχουσα θση, "Sharada Desa", (δαφος της ομιλας), που στο Κασμρ μεινεν πειτα δισημο. Συνβαλαν ανυπολγιστα στην αφθονα κι επρκεια της "Deva Vani" (ομιλα των Θεν) κι η γεση και το ρωμα στη σκψη τους, προκλεσε το ενδιαφρον λων των μετπειτα μελετητν, που γρψανε σελδες-σελδων, δοκμια κι ρευνες.
     Νες θεωρες προταθκανε σχετικ με τη ψυχ (περιεχμενο) και τον γκο (μορφ) της βιβλιογραφας. Οι αρχς της λογοτεχνικς ινδικς κριτικς καθιερθηκαν για πρτη φορ στο Κασμρ. Να πρτυπα και καννες διατυπθηκαν για την αξιολγηση μιας λογοτεχνικς σνθεσης και τα παλι αντικροσθηκαν με πειστικν επιχειρηματολογα. Το αισθητικ στοιχεο πρε βασικ κι εξχουσα θση για πρτη φορ στα ποιητικ και ρητορικ βιβλα. Για να γρψει ο Δρ Raghavan: "Αν υπρχει μια προεξχουσα ινδικ αισθητικ που θα μποροσε να εφαρμοστε σ' λες τις καλς τχνες, τοτο το χρωστμε στο Κασμρ". Μεταξ αυτν των λογοτεχνικν γιγντων ξεχωρζουν οι Anandvardhana Vamana, Mammatta κ..
     Ττοια διαφορετικ θματα πως δραματουργα και φιλοσοφα θα μποροσαν ν' αντιμετωπιστον νετα απ να και μνο πρσωπο: αυτ του Abhinavagupta. Η ευπροσρμοστη μεγαλοφυα των μελετητν του Κασμρ εναι αδιψευστη κι η πολυμθει τους αναμφισβτητη. Οτε οι μικρτερες λεπτομρειες δε ξφυγαν απ τη προσοχ τους. Η τοποθτησ τους πρα απ τη γλσσα, εναι αλνθαστη και με βαθι σκψη. Σε ττοιο διανοητικ κλμα, εμπλουτισμνο επιπλον απ υπερβολικ λαχτρα κι αγπη για τη φση, δημιουργθηκε κι εξελχθηκε να μοναδικ σστημα φιλοσοφας γνωστ ως "Saiva-Darshan", που εναι "σνθεση ρεαλιστικο, ιδεαλιστικο, εθελοσιου, απλυτου κι απκρυφου ρεματος σκψης, που επικρτησε μετπειτα στο Κασμρ". Αυτ το σστημα φιλοσοφας, εναι νας πετυχημνος συμβιβασμς μεταξ "προσωπικν κι απρσωπων, απλν αλλ και δυστικν προσεγγσεων, στιγματισμνων με τις παραδσεις και τους ρους σκψης και πρακτικν, μεταξ Βουδιστν κι Ορθοδξων", μας εξηγε ο Δρ R. K. Kaw. "Δνεται μφαση στην ανγκη της αναγνρισης (Pratyabhijna απ το "Εαυτς", Atman), δηλαδ στην αντατη κληρονομι του ανθρπου. Η ανγκη της υπερ-συναισθητικς εμπειρας και της αυτοπραγμτωσης, αναγνωρζεται πως εναι εξ αιτας των περιορισμν της ανθρπινης ασθησης και του λγου". Μεταξ του πλθους ττοιων φιλοσφων, αξζουν ειδικ αναφορ, οι Somananda και Utpala, προπτορες, κι ο Abhinavagupta, ως ο επεξηγητς τους.
    Εν λοι αυτο οι γιοι της Saraswati Sharada (θε της ομιλας της διδασκαλας) στην αιθρια φαντασα τους ξεχννε δικαιολογημνα το περιβλλον που ζσαν, νας ευρυμαθς, ο Ksemendra δεν χασε το γγιγμα της κοινωνας απ την οποα γεννθηκε, ανπνευσε και μπρεσε να νισει το χμα κτω απ τα πδια του. Πραγματιστς απ φση κι ευθυμογρφος απ διθεση, δοκμασε τη πνα του σε ποικλα θματα συμπεριλαμβανομνης ποησης, ιστορας, ρητορικς, κ.λπ., αλλ μνημονεεται πντα η ρεαλιστικ προσγγισ του. Ισχυρς ιδαλγς της διδακτικς αλλ με το κντρισμα της στιρας, προσφρει μια γραφικ εικνα της σγχρονς του κοινωνας, ασυγκρτητη, με σαγηνευτικος Gourtezans που εξαπατον τα banias, και κυνικος, διεφθαρμνους υπαλλλους. Με τα λγια του του Δρ Surya Kanta:
   "Το περιεκτικ φος του Ksemendra, η σαφνεια κφρασς του, η δναμ του να χρησιμοποιε τη στιρα προς φελος κι η κριτικ διορατικτητ του στη λογοτεχνα, τον χει τοποθετσει σε μια θση μεταξ των κορυφαων της ινδικς λογοτεχνικς παρδοσης".
   "Η ιστορα" λει ο Macdonnel, "εναι το ν αδνατο σημεο στην ινδικ λογοτεχνα. Εναι στη πραγματικτητα ανπαρκτο".
     Η ευδικριτη απουσα ιστορικο πνεματος μεταξ των αρχαων ινδικν συγγραφων, οφελεται στην οπτικ τους θερηση στη ζω, παρ σε πιθαν ανικαντητ τους να χειριστον αυτ τη μορφ κφρασης. Παρ τα προφαν προβλματα υφς, το Κασμρ χει ουσιαστικ συμβολ στη τχνη της καταγραφς. Βρσκει τον ιστορικ του, στο πρσωπο του Kalhana του οποου η δδα μεινε αναμμνη τα τελευταα χρνια, απ τους: Jona Raja, Srivara και Prajya Bhatta. Το "Raja Tarangini", κατ γρμμα χρονικ των βασιλιδων του Κασμρ, εναι στις μρες μας η απλυτη εργασα, καθαρ κι απλ, για την ιστορα αυτ-καθαυτ. Ακμα κι αν με την ανμιξη θαυμαστο κι υπερφυσικο, το ιστορικ περιεχμενο αυτο του βιβλου δεν εναι ολικ αυθεντικ, τοτο δε σημανει πως ο Kalhana δεν εναι ο μγιστος ιστορικς στη σανσκριτικ λογοτεχνα.

     Τα σανσκριτικ υπ' αυτ τη μορφ, δε θα μποροσε δικαιολογημνα να 'ναι γλσσα της ελτ μνον, πως υποστηρζεται συχν, αλλ μποροσεν νετα να γνει κατανοητ απ' λους τους κατοκους γενικ. Χωρς αυτ την υπθεση, δε θα μποροσε να υπρξει ττοια γιγαντιαα λογοτεχνικ δραστηριτητα. Αυτ το διο γεγονς επιβεβαινεται παρακτω απ τον διο τον Bilhana:
   "που ακμη κι οι γυνακες στην οικογνει τους μιλον σανσκριτικ και πρακριτικ με τσην ευφρδεια ση κι η μητρικ τους γλσσα".
     Αυτ επιβεβαινεται επιπλον κι απ τον Stein ταν λει: "Η συνεχς δημοφιλς χρση σανσκριτικν ακμα και μεταξ μωαμεθανν, αποδεικνεται θαυμσια απ τη σανσκριτικ επιγραφ σ' να τφο στο κοιμητρι Bahau-Din-Sahib στο Srinagar (1484 μ.Χ.)". Εναι, επομνως, λανθασμνο να ειπωθε πως τα σανσκριτικ, σα προφορικς λγος, εχανε χσει τη παλι τους δξα. Σανσκριτικ επιγρμματα χωρς ημερομηνες, χουνε βρεθε σε διφορους παλαιος τφους μωαμεθανν στο Σρναγκαρ, κοντ στο Martand, αλλ κι αλλο.
     Κατ τη διρκεια αυτς της αναγννησης, ταν τα σανσκριτικ δεν ταν μνον χημα διανοητικς γυμναστικς στα χρια των μελετητν του Κασμρ, αλλ επσης και συνθης προφορικς λγος των κατοκων του, ο Bilhana εδε το φως της ημρας. Εχεν δη, μια παρδοση πσω του, να υπβαθρο που ξιζε το βρος του σε χρυσφι και που αποτελοσαν αξεδιλυτο μρος της ψυχς του ακμα κι αν ταν μακρυ απ τη μητρα πατρδα. Η πρτη υπρχουσα αναφορ γι' αυτν δνεται απ τον Kalhana:
   "Ο Bilhana, που 'χεν αφσει το Κασμρ κατ τη βασιλεα του Kalasa κι εχεν ονομαστε απ τον Parmadi, τον Κριο του Karnata, Προεξρχοντας του Pandit του, ταξιδεοντας με τους ελφαντες διαμσου της βραχδους χρας του Karnata, πταξε το καλυμαχι του ψηλ, ενπιον του βασιλι. ταν κουσε τι ο φιλελεθερος Harsa ταν πως νας συγγενς στους αληθινος ποιητς, σκφτηκε ακμα κι τσι εναι αρκετ μεγλη πρκληση να τονε κερδσει".
     Μερικο απ τους στχους του βρσκονται επσης στο "Kavya Prakasa" του Mammatta και στο "Balabodhinivriti" του Katantra, μερικο απ τους διδακτικος στχους του, που δε βρσκονται στις εργασες που αποδδονται σ' αυτν, βρσκονται σε ανθολογες κι αυτ επσης αποδεικνει, πως ο Bilhana εχε επιτχει μεγλη δημοτικτητα στη πατρδα του, ακμα κι ταν ταν μακρι της.
     Εντοτοις, την ανακλυψη αυτο του "κοσμματος μεταξ των ποιητν του Κασμρ" πιστνεται ο Δρ Buhler κι αυτς επσης, αρκετ παρδοξα, ξω απ το Κασμρ. Το 1877 μ.Χ. εν αναζητοσε σανσκριτικ χειργραφα, βρκε μια παλι κδοση απ ππυρο, με ττλο "Vikramankadeva Caritam" στο Jaisalmer, που στο παρελθν ταν να κεντρικ ινδικ κρατδιο και τρα μρος του Rajasthan. Στην κδοση "Rajatarangini" της Καλκοτας, ο συγγραφας δινταν ως Rilhana αντ
Bilhana. Ο ξυπνος δρ Buhler χωρς κανναν ενδοιασμ δισταγμ, προσδιρισε το Βilhana σωστ κι αργτερα, επμενες ρευνες τονε δικαισανε. Στους Sarda χαρακτρες, το "RA" εναι δυνατ να μπερδευτε με το "BA", λγω ομοιτητας των συμβλων τους. τσι, μλλον ο αντιγραφας που 'χε μεταφρει το γραπτ απ τους αρχικος χαρακτρες Sarda στο χειργραφο "Devanagari" πρπει να 'χε κνει αυτ το λθος ασυνασθητα.
     Σε μια πιο πρσφατη κριτικν κδοση του "Rajatarangini" απ τον Δρ Stein, τ' νομα Bilhana δνεται σωστ. Τ' νομα σ' αυτ τη μορφ, δεν εναι σανσκριτικς προλευσης. σως χει μια βση Dardic και να σημανει κτι σε τοπικ διλεκτο. Αυτ εναι προς μελτη. Το διο πργμα μπορε να ειπωθε και για τον Kalhana που μερικο κριτικο χουνε προσδιορσει σε Kalyana, -δνεται στο "Sri Kanth Caritam" του Mankha. Αλλ' αυτ το συμπρασμα δεν εναι στεγαν. Εκτς μερικν προεξεχντων ονομτων που 'χουνε βση Sanskritic, η πλειοψηφα των ονομτων φανεται να προρχεται απ τη τοπικ διλεκτο π.χ. το Mammatta κι λλα ονματα που τελεινουν σε -tta. Ο Bilhana δεν μας αφνει αμφιβολα σον αφορ στη γεντειρ του, "που δεν επιθυμε να παραμενει κρυμμνη κτω απ να μποσελ". Δνει μιαν ειλικριν περιγραφ του χωριο στο οποο γεννθηκε:
   "Υπρχει σε απσταση δυμιση kosas απ τη Pravara Pura (Σρναγκαρ), να οροπδιο που λγεται Jayawan, στο οποο υπρχει να φιδογυριστ, σαν το Takshaka (βασιλις φιδιν) ρυκι, με καθριο, κρουσταλλνιο νερ, ακριβς πως μια λεπδα που θα κψει το κεφλι του Kaliyuga, ταν τοιμζεται να εκμηδενσει το "Dharma". Αρκετ κοντ σ' αυτ εναι να χωρι που φημζεται για τις ομορφις του, τις αρετς του, τη χλιδ του κι ονομζεται Khunmukh".

     Αυτ το χωρι, το Khunmukh, εναι ακμα και σμερα τσι ακριβς βαλμνο, πως γραψεν ο Bilhana περπου 800 χρνια πριν. Εναι κοντ σ' να οροπδιο, πολ κοντ στην Εθνικ Οδ Jammu, του Σρναγκαρ, σε μιαν απσταση απ' αυτ, περπου 5 μιλων. Το φιδογυριστ ρυκι, χει υποβληθε στη πολιτισμικ κακοποηση του χρνου κι υπρχει τρα κει να κοιμητρι. Το νερ δεν εναι πια τσο καθριο και κρουσταλλνιο, οτε εναι κυκλικ πια στη μορφ. Μνο τα χωρφια του σαφρανιο κι οι αμπελνες εναι διοι, πως ττε, λαμπρο κι φθονοι.
     Ε λοιπν εκε γεννθηκεν ο ποιητς μας. Γονες του ταν ο Jyeshta Kalasha κι η Naga Devi. Ο πατρας τανε σχολιαστς του "Mahabhashya" του Patanjali κι αυτ η επφνει του, κληροδτησε στο γιο την αγπη για τη σανσκριτικ μοσα και τα οικογενειακ κειμλια. Καμμι πληροφορα γννησης θαντου δε μπορε να δοθε, δι' ευνητους λγους. Γιατ, παρλο που 'χει γρψει πολλς λεπτομρειες για τον εαυτ του, σε τοτα υπρξε σιωπηλς. τσι, για να μπορσουμε να τοποθετσουμε χρονολογικ, την ακμ του, θα πρπει να στηριχτομε στις υπρχουσες περιπλανμενες αναφορς των συγχρνων των διαδχων του. Ευτυχς για μας, ο ιστορικς Kalhana χει κνει μνεα για τα τη που φησε το Κασμρ για να περιπλανηθε. Πγε να μενει στη Κ. Ινδα, την εποχ του βασιλι Kalasa. Αυτς τανε γιος του βασιλι Ananta, που κυβρνησε το
Saptarsi Samvat 4, δηλαδ το 1029 μ.Χ., ως το Saptarsi Samvat 39, 1064 μ.Χ. Ττε κανε τελετ ενθρνησης του γιο του (Abhisheka) κι αποσρθηκε, μχρι που πθανε το Saptarsi Samvat 41, 1066 μ.Χ. Αυτ περπου εναι κι η αξιπιστη χρονι που ο Bilhana φτνει στη Κ. Ινδα. Ο μεσα προκτοχς του, ευρυμαθς Ksemendra, μας επιβεβαινει αυτ τη πληροφορα και μας βοηθ να κατανοσουμε την εποχ που ζησεν ο ποιητς.
     Ο
Kalhana κνει κι λλη αναφορ σ' αυτν. Ο βασιλις Vikram πως δνεται απ τον Bilhana, εναι ο βασιλις Chalukya Vikramaditya VI (1076-1127 μ.Χ.), του Kalyan. Κατ συνπειαν ο επιφανς αυτς ποιητς, φτασε κει, 10 χρνια πριν τον ενθρονισμ του κι λ' αυτ τα χρνια καμεν νομα με τη ποηση και γενικ τη παρουσα του, στε τρβηξε τη προσοχ του βασιλι, που τον ονμασε Vidyapati (ο κριος της εκμθησης). Πντως πρπει να 'χε φγει απ τη ζω, μχρι το 1088 μ.Χ., γιατ κενη τη χρονι εχε γνει η μεγλη εκστρατεα του βασιλι στο ντο. Αν ζοσε ττε, θα την εχε συμπεριλβει στο ποημ του, μιας και δε θα μποροσε να την εχε παραλεψει, πως δεν παρλειψε, τσες λλες μικρτερες, που μλιστα περιγραψε λεπτομερς. τσι ξρουμε περπου τα χρνια που ο ποιητς πρασε εκτς Κασμρ, αλλ και τοτον χι ασφαλς. Απ το 1066 μχρι το 1088, αλλ θα πρπει να μην εμαστε σγουροι αν φτασεν ακριβς τη χρονι του ενθρονισμο του ενς  αν περιπεσεν ακριβς ττε στη δυσμνεια του λλου βασιλι. Το σγουρον εναι μως το πως δε θα μποροσε να 'ναι ανλικος, δεδομνου τσον του χρνου μετβασης και των δυσχερειν ενς ττοιου ταξιδιο, σον και των νμων που σχυαν εκενη την εποχ. Αν λοιπν θσουμε, κπως θαρραλα, την ηλικα του στο ξεκνημα, περπου στα 25 του, αν χι και μεγαλτερος, μπορομε να θσουμε τη γννησ του γρω στο 1040 μ.Χ.
     Απ κει και πρα μνον εικασες μπορομε να κνουμε. Αν ζησε λοιπν μνο 48 χρνια, εναι μικρ χρονικ διστημα για να φτιξει ττοια τχνη και φμη. Αν πλι ζησε και μετ το 1088, αλλ μια ζω ενς αποτυχημνου συνταξιοχου ...επιτυχημνου φυγ, δεν χουμε επαρκες καταγραφς. χει πντως στο ενεργητικ του 3 γνωστ και μεγλα ργα: "Vikramanka Deva Caritam" -να ιστορικ Kavya, το "Caur Panchasika" -να λυρικ ποημα 50 στροφν κι να μικρ δρμα 4 πρξεων το "Karna Sundari". ν ακμα σγγραμμα, το "Bilhana Caritam", μια αυτοβιογραφα φαινομενικ, δεν πρπει ν' αποδοθε σε κενον, αλλ σως σε κποιους μεταγενστερους θαυμαστς του, που θλησαν να παραμενουν αννυμοι. 'Αλλωστε η αφγηση κι οι ημερομηνες, δε συμφωνον με τ' λλα συγγρμματ του.
     Απ τα υπρχοντα λοιπν στα σγουρα, ργα του, το μεγαλτερο εναι το 1ο, που αριθμε 18 κντος, που εξιστορε κι εξυμνε τα του βασιλι του, με κποιον ευφνταστο αλλ λεπτομερς περιγραφικ τρπο και μνο στο τελευταο εξ αυτν κνει ιδιατερη μνεα για το πρσωπ του. Αυτ τα 18 κντος αριθμονε περ τους 2.500 στχους. Το 2ο ργο του, το λυρικ ποημα, περιγρφεται εκε, ρα γρφτηκε νωρτερα κι εναι ανεξερενητο, αν πρκειται για αληθιν ιστορα ανκει στη σφαρα μιας γνιμης φαντασας, που πντα διαθτει νας ποιητς. πως και να 'χει, η αξα του ποιματος αυτο εναι μεγλη, διαχρονικ, αινια.
      Στο 3ο ργο, η Karna Sundari εναι η ηρωδα. Πολλο συγγραφες της σανσκριτικς, επιλγανε ττλους με ονματα απ τις ηρωδες τους. Πρκειται για να ερωτικ δρμα μεταξ της ηρωδας κι ενς απγονου της Δυναστεας Chalukya, του Karna Raj, γιο του Bhimadeva. πως κι λλα ττοια σανσκριτικ δρματα, εναι κτι περισστερο, απ να ερωτικ, δραματικ δημιοργημα. Η ιστορα, κοιν, αλλ μ' ναν επιτυχημνο συνδυασμ αλθειας και φαντασας. Τα πεζ κομμτια εναι απλ και σντομα. Κι αυτ το ργο, μπορομε να ισχυριστομε ακνδυνα, πως προηγεται του μεγλου, μιας κι αυτ περιγρφεται μσα κει. Επσης, πως ο ποιητς αυτς εναι ρομαντικς, με μια ποιητικ γραφ που μιλ καρια και λαμπερ. Στις ρζες αυτς της ποιητικς του, εντοπζουμε το λο και πιο βαθ συνασθημα, του ρομαντικο ενστκτου, που ναι σμφυτο με τη προσωπικτητ του.
     Τα ργα αυτ, ωστσο, δεν απεικονζουν επακριβς τη τεχνικ της γλσσας αυτς. Ο Μπιλνα, δε μας γεμζει σοφιστεες, πως ο Somananda κι λλοι, που δε θα μποροσαν να κατανοσουν ακμα κι οι απλο αναγνστες του. Δεν εισαγγει μτε το λεπτ διαχωρισμ της επιχειρηματολογας στη λογοτεχνα, πως ο Mammatta κι λλοι. Δεν αναμιγνει την ιστορα με τον μθο, πως ο Kalhana. Αποφεγει επσης να ρξει το φταξιμο στη κοινωνικ δομ, πως ο Ksemendra. πως νας γνσιος ρομαντικς ποιητς, μως, μεταφρζει κι απηχε συναισθματα και συγκινσεις, ακριβς πως τα νιθει να σταλζουνε στη καρδι του. Εξυφανει να δικ του ιστ, γρω απ τον κσμο του, των αμπελνων και των φυτειν του σαφρανιο, που γεμζουνε χρυσφι την οπτικ του. Για να μιλσει με ακρβεια, ζει πρτα το ποημα στη φαντασα του.
     Ο ρωτας, στους ινδος ποιητς, δεν εναι ιδανικς αισθησιακς, αλλ αποκαλπτει τη λιχουδι των εστερων βαθιν συναισθημτων και του καθαρισμο της σκψης. Κρατ με μαστορικ τρπο, να καθρφτη μπρος στα ανθρπινα συναισθματα και γνεται αυτπτης μρτυς στη φση τους. Σκιαγραφε τα συναισθματα, με υπβαθρο τις φυσικς καλλονς, τσι στε οι σφυγμο του αναγνστη, μ' αυτος της γης, να γνουν να. Οι φυσικς ομορφις του Κασμρ μπορον να δσουν ναυσμα για ττοιου εδους ποιητικς κορυφς. Η γλσσα του εναι ψογη κι η ορθ γραφ του τλεια κι αξιοθαμαστη.
     Αντθετα με τον προκτοχ του Ξεμντρα, δε πιστεει πως οι ποιητικς φιοριτορες (Alankaras) μπορονε να προσδσουνε μνο καλλωπιστικν αξα στα γραπτ του. τσι, τις χρησιμοποιε αφειδς μα μ' ναν αξιοθαμαστο τρπο. Εν χει γρψει σε ποικλλα μτρα, προτιμ σαφς το andakranta που ο Kalidasa, χει απλσει τον αθνατο 'νεφελδη αγγελιαφρο' του. Θλει να στψει λα τ' ανθρπινα συναισθματα με τη φρνιμη και σωφρον-φρονα επιρρο του ρωτα και παρλληλα να τα συνδσει με τη λατρεα της φσης. Πνει νερ στη πηγ του ρωτα -συννυμο της ζως- ζει κι αναπνει με την αφθονα του. Συνοψζοντας μπορομε να πομε πως ο Μπιλνα παντρεει μοναδικ και με μαστορι τον χο και την ασθηση.

   (σημ:  Υπερβαλα σε κπο, χρνο και χρο, με κνδυνο να γνω πληκτικς -και σγουρα κουρστηκα πολ, γρω στις 4 ρες- για να μεταφρσω και να στσω τοτο το εκτεταμνο βιογραφικ, μα πιστεω πως ξιζε λο τον κπο, ακμα και το παραμικρ σημεο στξης του. Ελπζω το αποτλεσμα να με δικαισει, τουλχιστον ως προς τη πλξη σου, αγαπητ/  φλε/η αναγνστη/ριαΧ. Π.)


--------------------------------------------------------------------------------------------

Και τώρα ακόμα

η σκέψη μου βυθίζεται στο μέλι του κοριτσιού μου,
στις κορδέλες, στα μπουμπούκια

που ξημέρωναν χρυσάφι,

στη μεθυσμένη νύχτα των μαλλιών της,

στα κουρασμένα, από το μόχθο της αγάπης, βήματά της,

στη γαλήνη των βλεφάρων της:
κοιμάται ή ρεμβάζει.

Αρπάζεται ο νους μου
απ' την αλήθεια
της απουσίας της
κι αρχίζει να δουλεύει

βαθιά μες στη ψυχή μου
την αποκάλυψή της.

Και τώρα ακόμα

βλέπω τα στήθη της μεστά

στου κόρφου της τη κιτρολεμονιά.

Το πρόσωπό της έναστρος επάνω ο ουρανός.

Πάω κοντά.
Πυρπολημένο
το κορμί της,
πληγωμένο απ' της αγάπης
τη πύρινη αιχμή.
Την άνθισή της σκέφτομαι

και θάβεται η καρδιά μου ζωνταν στο χιόνι.

Και τώρα ακόμα

να 'ρχόταν το κορίτσι μου

μ' αυτά τα μάτια σαν τ' ανθάκια του λωτού

απ' της αγάπης τα μαρτύρια τσακισμένη,

αμέσως θα της άνοιγα τη δίψα των χεριών μου

να πιει αυτή, να πιω κι εγώ

απ' των χειλιών της το κρασί:
εργατικός κουρσάρος
της γλύκας,
σαν την μέλισσα, που δεν χρονοτριβεί

να κλέψει από το νούφαρο το μέλι.

Και τώρα ακόμα

τη θυμάμαι κουρασμένη απ' της αγάπης

τον μόχθο να βαδίζει αργά, απρόθυμα.
Ποτάμι τα μαλλιά
στα κάτωχρά της μάγουλα.
Κι η ταραχή
του φουστανιού της να ψελλίζει

πολύχρωμα, δαντελωτά, τι κέρδισε, τι έδωσε.

Η αύρα η μυρωμένη των χεριών της

σκορπίζει ανεμώνες στον λαιμό μου.



Και τώρα ακόμα

έχω μπροστά μου κείνη τη στιγμή

που η συστολή της -διάφανο σκοτάδι-
μου έκρυψε τ' ωραίο πρόσωπό της,

αφήνοντας τα μάτια της να λάμψουν σαν αστέρια.

Κι η αγρύπνια του έρωτα φτερούγιζε όλη νύχτα
σα ρόδινο πουλί.

Και τώρα ακόμα

αν έβλεπα τα μάτια τα μεγάλα της

τα μήλα τα ολοζώντανα, τα μάγουλα τ' αχνά,

σα κήπος θ' άνθιζε ο πυρετός του χωρισμού,

κι η νύχτα ένας εραστής μελαχρινός
θα χόρταινε το φως

στα στήθια της ημέρας.

Και τώρα ακόμα

θυμάμαι το λιγνό ποτάμι των μαλλιών της να σπαρταρά,
τα πορφυρά της χείλη
να σμίγουν στη φλογέρα,
να οδηγούν
του έρωτα τον χορό.
Ένα τρελό φεγγάρι
το πρόσωπό της έγινε
πάνω απ' το χορτασμό.

Σαλψαν ανεπαίσθητα τα μέλη της, σιγά, αρμονικά,
τα πόδια της δουλψαν τον λευκό
μόχθο του έρωτα
και σώπασε απαλά.

Και τώρα ακόμα

τη βλέπω στη κρυστάλλινη αχλή των αρωμάτων της

να σπέρνει καταιγίδες σεντονιών:

ένα κορίτσι με μάτια σα καλό κρασί,

δυο μάτια που αγαπιούνται σα πουλιά...

Πώς καιροφυλακτεί

το νεογέννητο γεράκι των χειλιών της!



Και τώρα ακόμα

κολυμπά τρυφερά
προς την απόκρημνη ακτή
του πόθου της:
σαν το κρασί
κόκκινα,
κατακόκκινα τα μεθυσμένα χείλη της,

γραμμένα με απέραντο γαλάζιο.

Μέλι χρυσό το λυγερό κορμί της,

κόσμος ολκερος το ζωντανό της βλέμμα.

Υπέροχη η ανάσα της σαν αύρα

φέρνει τ' αρώματα όλα του Κασμίρ.

Και τώρα ακόμα

κάνει τα μάγια της μες στη ψυχή μου.

Ακούω τη φρικτή λέξη του χωρισμού

μέσα στη νύχτα: «Αντίο».

Γυρίζω, βλέπω μια χρυσή ανταύγεια χειλιών.

Γέρνω να τα φιλήσω.

Και χάνομαι μες στα μαλλιά

του κοριτσιού που αγάπησα,

βαθιά, πολύ βαθιά.

Και τώρα ακόμα

το διψασμένο βλέμμα μου νηστεύει τη μορφή

του κοριτσιού που έχασα.

Κρίκοι χρυσοί μου εσείς,

που αγγίζατε τη τρυφερή μανόλια

του προσώπου της
κι άγραφη εσύ
περγαμηνή,
τραγούδησαν τα χείλη μου
ατέλειωτα φιλιά.
Τόσα φιλιά!

Μα τ να γράψω πια;

Και τώρα ακόμα

μπροστά στον θάνατο

θυμάμαι τα βαμμένα βλέφαρά της

τα πεινασμένα μάτια της,

το έλεος του κορμιού της

δοσμένου στο κατάκοπο κυνήγι της αγάπης.

Κόκκινα αγριολούλουδα,

δροσίζουνε τη θλίψη μου οι θηλές της

κι ο πόνος μου νειρεύεται

χείλια υγρά και πορφυρά,

χείλια που ήταν κάποτε δικά μου.



Και τώρα ακόμα

έρχεται η άνοιξη και σπέρνει διάφανη δροσιά μες στα νερά.
Τα δέντρα αργοσαλεύουν
τα τρυφερά τους δάχτυλα.
Το φως,
ανθίζει πορφυρό στον κήπο του Θεού.

Νυχτώνει ωστόσο κάποτε και βγαίνει το φεγγάρι

κι είναι το φως του φεγγαριού

σαν τα γλυκά της μάγουλα,

κι είναι οι σκέψεις διάφανες

σαν τα χαμόγελά της.

Ένας κύκνος τριγυρίζει στο σκοτάδι.

Δεν αντέχω το μαρτύριο αυτό.

Και τώρα ακόμα

η ευλογία της ολόγυμνης αγάπης

στο μεθυσμένο μεγαλείο της μορφής της

με περνά απ' το μαρτύριο της μνήμης:

φλόγα λιγνή, τρεμοσβηστή, το φόρεμά της,

μόλις σκεπάζει ένα χέρι ρόδινο,
που σπεύδει
με συστολή να συμμαζέψει

ό,τι ταξίδεψε πλησίστια η βιασύνη.

Στο τέλος, πάντα αναχωρεί τόσο γλυκά, τόσο απαλά.

Και τώρα ακόμα

όταν ραγίζει ξαφνικά η πέτρα της καρδιάς μου

της φυλακής μου πέφτουνε οι τοίχοι

και βλέπω ένα κορίτσι-φως.

Τα ρόδα των δακτύλων της

σκορπίζουν στα μαλλιά της

μιαν αγωνία τρυφερή.
Κοιτάζει κάπου
μακριά.
Κι όπως ανοίγει
τη ρόδινη αγκαλιά της,
ξημερώνει.

Και τώρα ακόμα

όλο στενεύει η φυλακή μου,
όλο μικραίνει.

Χτίζει άλλους τοίχους το σκοτάδι,

κι ένα κορίτσι κουρασμένο στο κρεβάτι μου, γελά.

Ταζει ένα μικρό πουλί, λιγνή σαν τη μελιά.

Νυστάζει, δε κοιμάται, σα ποτάμι.

Και τώρα ακόμα

τη βλέπω, όπως πάντα, να περνά,

να ταπεινώνει το σκοτάδι
με λουλούδια και πυρσούς.

Γυρίζει, βλέπω καθαρά το πρόσωπό της.

Στέκεται, αμύνεται με σθεναρή

αυτοσυγκράτηση:
«Εγώ
πάω για ύπνο. Καληνύχτα



Και τώρα ακόμα

που είμαστε μακριά τόσο καιρό,

πουλί δεν φτερουγίζει έξω απ' τη φυλακή μου,

δίχως να δω ολοζώντανο εκείνο το κορίτσι

να κελαηδά όταν μιλά, να έρχεται σαν κύκνος,

σαν πληγωμένου γερακιού φτερούγα να καθεύδει,

η νύχτα των μαλλιών της.

Και τώρα ακόμα

νιώθω πως είναι ευτυχισμένη
η ωραία μου πριγκηπσσα.

Τη βλέπω να χαδεύει

με τα μπουμπούκια των δακτύλων της

τα στήθη της.
Κρυφά κοιτάζει∙ με κοιτάζει και γελούν
τα μάτια της.
Για ένα Θεό
ανοίγουν τα μπουμπούκια της.

Ένα Θεό αγκαλιάζει, και σπαρταρά∙
βαθιά πολύ,
θανατερά:
«Φίλα με και θα τρέξω κρυστάλλινο ποτάμι

Και τώρα ακόμα

κουβεντιάζουν στους δρόμους
πόσον αδύναμη υπήρξε.

Να 'ξεραν πόση δύναμη

χρειάστηκε να φτάσει μέχρις εμένα.

Μπορούσαν άραγε όλοι αυτοί,
που αγοράζουν
κι αγοράζονται μ' ασήμι και χρυσό

να γράψουν την ελάχιστη σκιά κάτω απ' τα μάτια της;

Ποις βασιλιάς την έφερε στο άχαρο κρεβάτι του;

Μοναχικό κορίτσι μου,
κρέμεται ακόμα πάνω μου
σα φυλαχτό,
το σθένος σου.

Και τώρα ακόμα

που θα δω τον ήλιο μόνο μια φορά να βγαίνει.
Τώρα ακόμα, που δε θα ξαναδώ
τ' αστέρια
-ούτε και θέλω-
εκείνη σκέφτομαι άγρυπνη.

Εγώ θα γερω μια στιγμή κι ύστερα μέσα μου σιωπή.

Εκείνη; Γείρε, ύπνε, τα βλέφαρά της κι άσε με μένα
ν' αγρυπνώ τον έσχατο ερχομό σου.



Και τώρα ακόμα

η αγωνία της μοναξιάς μου είναι μια:

πως θα γλιστρήσει το φουστάνι στο κορμί της.

Θα δω τα στήθη της,
θα νιώσω τη ζωή
που σφύζει μέσα τους,
μια νύχτα πανικού
στα εσώρουχά της
θ' ανατρέψει όλης της γης
τη τάξη,
θα 'ναι πια χάδια
τα κύματα,
φιλιά οι τρικυμίες;

Την έχω δει να μπαίνει στο ναό

και να 'ναι τα λουλούδια της,

τα χέρια του ίδιου του Θεού.

Και τώρα ακόμα

όταν ακούω τους σοφούς να σαβανώνουν

με λόγια ακατάσχετα τα νεκρωμένα νιάτα τους,

μου λείπει η αρμύρα των ψιθύρων της,
το χρώμα
των στεναγμών που έσπερνε στον ύπνο της,

ν' ανθίσουν στον δικό μου λέξεις μικρές, ωστόσο σοφές,
αιφνίδιες σα νερό
κρύσταλλο κρύο
κι άγριες σαν το μέλι.


Και τώρα ακόμα

θυμάμαι την αυγή να περιθάλπει

τη κατάκοπην αγρύπνια του έρωτά της.

Φωλιάζει μες στα χέρια μου, χαμογελά λιγνά

όταν τρεκλίζει η γλώσσα μου το κάθιδρο έλεός της.

Ξημέρωσε.
λη νύχτα,
τη σιωπή
μοχθούσα του θανάτου.

Ένα τραγούδι ακόμα!
Ένα τραγούδι ακόμα...

Και τώρα ακόμα

ο ξυλοκόπος κι ο ψαράς γυρίζουν σπίτι

όταν απάνω βγαίνει το φεγγάρι,

με το τσεκούρι και το δίχτυ του μουσκίδι φως αχνό.

Σηκώνεται η πορφυρή φλόγα στο παραγώνι και λέει:
«Εμπρός, εμπρός! Έρωτα κι ύπνο αμέσως

Κάποιος, κάπου τραγουδά.

Κάποιο κορίτσι κρύβεται μέσα στις φυλλωσιές.

Φέγγει στα στήθη της ολκερο φεγγάρι.

Κι εγώ θα πρέπει αύριο να πεθάνω.



Και τώρα ακόμα

σα να 'χω όρεξη για προσευχές.

Τουλάχιστον να πιάσω τη κουβέντα

με τους Θεούς γι' αυτό τον κόσμο,
για τον άλλο,
να ετοιμαστώ,
να ετοιμάσω την ψυχή μου...

Γονατίζω και λέω:
«Πατέρα του φωτός,

περίμενε λιγάκι ακόμα.
Των σκοταδιών μητέρα,

κράτησε λίγο ακόμα.

Ένα φιλί... το πόδι της...
ένα φιλί μονάχα
...»

Και τώρα ακόμα

βλέπω το πρόσωπο, τα μάτια της να φεύγουν

σαν τ' αγρίμια μσα σε δάσος σκοτεινό.

Κι εγώ χαμένος κυνηγός.

Γύρω νερά μοναχικά -δάκρυα σωστά-

και πέρα κει στις φυλλωσιές θροζουν τα μαλλιά της.

Τρέχω και πέφτουν τα σκυλιά επάνω μου.
Ξυπνώ:
σκόνη και πέτρα.
Τι είναι εδώ;
Είμαι θαμμένος;

Και τώρα ακόμα

όταν φιλά επάνω το φεγγάρι,
τις θημωνιές στην αγκαλιά του θερισμού

και το μεστό ροδάκινο στα χέρια των κλαδιών,

γαλήνια τη βλέπω να εξοφλεί τα χρέη της στον έρωτα.

Πυκνώνει, πέφτει σα δροσιά το φως των αστεριών.

Μα δεν μας βρίσκει αγκαλιά στον κήπο, όπως πάντα.

Θα πρέπει να νηστέψει χορτασμό κι αυτό το βράδυ.

Και τώρα ακόμα

ο έρωτας είναι Θεός κι η νύχτα η Θεά του.

μως εγώ συνάντησα κάποτε το παιδί τους∙

κι ήταν ωραία,
έλαμπε ολόκληρη, Θεέ μου!

Δεν ονειρεύτηκα έκτοτε βαθύτερη ομορφιά.

Νυχτώνω -ξέρω, ναι-
όμως λάμπει
επίμονα στο χέρι της το αμύθητο πετράδι

του πρώτου μας καλοκαιριού.



Και τώρα ακόμα

απορώ πού βρίσκει τόσο μένος η αγάπη:

αυτή, μια παλάμη, τρυφερή επιδερμίδα,

δυο άμαχα χεράκια,
να παλεύει
σαν τίγρη,
στην ηδονική παγίδα των δακρύων,

που πέσαμε μαζί!

Και τώρα ακόμα

θυμάμαι πως θεωρούσα ομορφιά

τα κυπαρίσσια και τα ρόδα, τα βουνά,

τους λόφους και το κύμα.

Ώσπου μια μέρα είδα των χεριών σου τις πεταλούδες
να μυρώνουνε τον διάφανο αέρα.

Σκέφτομαι κορυδαλλούς να παίζουν μες στις φυλλωσιές,

παιδιά να λιάζονται γυμνά στις ακροποταμιές.

Και τώρα ακόμα

μετά από τόσες νύχτες των λευκών σου σεντονιών

που μου στέρησε ο ύπνος,

σκέπτομαι πως μπορεί να μην υπήρξε

τόσο σκληρός μαζί σου.

Το δικαιούσαι: έκλαψες πολύ.

Φτωχή μου αγάπη,
ο θάνατος στο κήπο τριγυρίζει,

δε θ' αργήσει να εισβάλει στα ερείπια των ελπίδων μου:
φθινοπωριάζει.

Και τώρα ακόμα

θυμάμαι τη παραζάλη της φυγής μας,

εκείνη την απελπισμένη έξοδο
από το σκοτεινό ψέμμα του ύπνου

στη κατάφωτη αλήθεια των ονείρων:

τρέχαμε πλάι στο ποτάμι του χειμώνα,

κι ο ήλιος ξεψυχούσε στα νερά,

δίχως λουλούδια πια και χορτάρια

να χαδεύονται στο τρυφερό του φως∙

σήκωσε την τελευταία του ακτίνα

και μας έδειξε ανήμπορα τον δρόμο

για τη Νιρβάνα,
για τη θάλασσα...



Και τώρα ακόμα

σκέπτομαι μάτια σαν το μετάξι πρόθυμα

να περιπαίξουν, να χαδέψουν,
να τυλίξουν
απαλά το σώμα μου∙
μάτια με βλέφαρα
που ανοίγουν άλλα μάτια,
όταν κλείνουν σκιερά.

Σκέπτομαι, σκέπτομαι, θυμάμαι,

το στόμα που αγάπησα, το μυρωμένο στόμα,

τα δροσερά λουλούδια των χειλιών της,

τη μεθυσμένη νύχτα των μαλλιών της,

τα δάχτυλα, σαν τα λιγνά κλαριά που αργοσαλεύουν
τον πολύτιμο καρπό τους.

Και τώρα ακόμα

οι ζωγράφοι όλου του κόσμου,

με τους λεπτούς καμβάδες τους,

τα χρώματα τα εξαίσια,

στις τρυφερές σκιές,

αδυνατούν ν' απεικονίσουν

το φως του ήλιου
στο λυγερό
σώμα του κοριτσιού μου.

Ζωγράφος δεν υπάρχει σαν το βλέμμα.

Και τώρα ακόμα

όταν βρέχει μες στη νύχτα,
πλημμυρίζει ασήμι ο κόσμος.
Κλείνω τα μάτια κι ονειρεύομαι το σώμα σου.

Στέκομαι, λέει, πίσω απ' το κρεβάτι μας:

η νύχτα των μαλλιών σου πέφτει αργά

στο έρημο μαξιλάρι.

Απλώνεις ένα χέρι, έσχατο φως

κι αναζητάς να πιάσεις ουρανό.

Μάταιος κόπος.


Και τώρα ακόμα

σκέπτομαι τα πόδια σου

να γυρεύουν να φωλιάσουν στα δικά μου.

Τα ονειρεύομαι συχνά και τώρα ακόμα∙

όπως πάντα βιαστικά και σιωπηλά.

ταν ξυπνώ δεν κλαίω∙

κι ας είναι η απουσία σου
το πρώτο πράγμα
που βλέπω
μες στο άθλιο φως της μέρας.

Τ νόημα έχει πια;
Ήρθε η ώρα
να μαζεύω τη ψυχή μου
και να φεύγω.



Και τώρα ακόμα

ξέρω τουλάχιστον πως είδα

τους ανθρώπους ν' αγαπιούνται.

Είδα τον πόθο να τραβά δικούς του δρόμους

μέσα στα μάτια τους.
Το χάρηκα.
Αυτός ο κόσμος που αφήνω πίσω μου
ήταν φτερούγισμα πουλιού,

φωτιές στων λόφων της κορφές.
Αυτός ο κόσμος ήταν σα ζωγραφιστός,
σαν ψεύτικος.
Εκτός απ' το κορίτσι μου.
Αυτή...

Και τώρα ακόμα

παρηγοριά έχει ο θάνατος.

Τουλάχιστον δίνει φτερά, κάπου πετάς,

κι η νύχτα πια δεν έρχεται
με τοίχους
γυμνούς κι άδεια κρεβάτια.

Κανένας δε φιλάει τους νεκρούς.

Αν υπάρχει κάποια βρύση -έστω της λησμοσνης-

μπορείς τουλάχιστον να ξεδιψάσεις.

Και τώρα ακόμα

λέω πως δοκίμασα τουλάχιστον τη γεύση της ζωής.

Μεγάλη ήταν η γιορτή.
Τέλειωσε, πάει.

μως -για δες- φως δυνατό!
Αιώνιο φως!

Και μέσα το κορίτσι μου!
Ας έρθει το μαχαίρι.
Έχω γιορτή!

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers