Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Εκδοθέντες 

Πανούσης Λευτέρης: Θεϊκόν 'Αγγιγμα...

                     Βιογραφικό

     O Λευτέρης Πανούσης γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δούλεψε σαν επιμελητής κειμένων σ' εκδοτικούς οίκους κι ασχολήθηκε παράλληλα με την προώθηση επιστημονικών κι εκπαιδευτικών συγγραμμάτων.
     Επί διετία συμμετείχε στον ραδιοφωνικό σταθμό Κοκκινοσκουφίτσα, μ' εκπομπές λογοτεχνικού περιεχομένου. Η "Παναγία των Νερών" είναι το πρώτο του μυθιστόρημα.
     Σήμερα κερδίζει τα προς το ζην ως βιβλιοπώλης κάπου στην Αθήνα
.

--------------------------------------------------------------------------------------------

                                   σχΟλια γιΑ τΟ βιβλΙο

  1.  Η ευχάριστη τύχη έφερε στα χέρια μου το βιβλίο αυτό κι έκατσα να το διαβάσω από περιέργεια, μιας και σπανίως διαβάζω σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Ως τη σελίδα 50 είχα κιόλας διαπιστώσει πως κρατούσα στα χέρια μου κάτι θαυμάσιο. Τελικά, δεν ήτανε μόνον αυτό, γιατί τελειώνοντάς το θα μπορούσα να του προσδώσω κι άλλους χαρακτηρισμούς: χορταστικό, εξαίρετο, πλούσιο, πανέμορφο και μαγευτικό, βαθύ κι ερωτικότατο βιβλίο. Ο συγγραφέας, σχεδόν συνομίληκός μου. Από το διάβασμα και της τελευταίας του σελίδας, τονε θεωρώ κιόλας φίλο μου και μάλιστα αξιοζήλευτο.
     Κλείνοντας λοιπόν το βιβλίο, αμέσως σκέφτηκα να μοιραστώ την εμπειρία μου αυτή και να συμπεριλάβω στο Στέκι μου ένα μικρόν απόσπασμα, να πω δυο λόγια για το βιβλίο και λίγα βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα.
     Αυτό το ταξίδι, που διαδραματίζεται στο Βυζάντιο την εποχή της εικονομαχίας-εικονολατρείας, είχε πολλά και θαυμαστά στοιχεία. Η υπόθεση, είναι ένα πολύ καλό εύρημα, ένα θαυμάσιο μύθευμα, μελετημένα και προσεκτικά προσαρμοσμένο, στην ιστορικήν αλήθεια κείνης της εποχής. Πρόκειται για μιαν 'απλή' ιστορία, στην οποία, με απαράμμιλη μαστοριά ο Λευτέρης καταφέρνει να συνδυάσει ένα σωρό πράγματα: τέχνη, πολιτισμό, πολιτική, θρησκοληψία κι ιερωσύνη, δέος και λαχτάρα, θλίψη και χαρά και φυσικά όλα τούτα, κάτω από την ..."αιγίδα" του πανταχού παρόντος Έρωτα, αλλά ενός Έρωτα, όχι 'ενοχλητικού' ή 'πιεστικού', στο υπόλοιπο κομμάτι, αλλά ενός Έρωτα, μάλλον ιερού, κομψού και διακριτικού, έστω κι αν διακρίνεται πολύ έντονα η έντασή του σε μερικά σημεία. Τούτο απογειώνει κομψά κι ερωτικά το κείμενο, χωρίς να πέφτει στις ολόκλειστες παγίδες των μελό ή άλλων ξεκάθαρα ερωτικών παραληρημάτων. Το πρώτο θαυμαστό στοιχείο λοιπόν είναι ακριβώς ότι δε μπορεί κανείς να πει αβίαστα, πως το βιβλίο τούτο είναι ερωτικό ή πολιτικό ή ιστορικό ή έστω κάτι. Δεν εντάσσεται...
     Η επιλογή της χρονικής στιγμής που θα ξετυλιχτεί η ιστορία, είναι επίσης θαυμαστή, γιατί του προσδίδει διαχρονικότητα, εφόσον πολλά τοτινά προβλήματα και καταστάσεις που περιγράφονται, ισχύουνε και σήμερα και πιστεύω πως θα ισχύουνε πάντα. Τρίτο θαυμαστό είναι που παραθέτει τα διαδραματιζόμενα, σαν ένας απλός τρίτος κι άρα ουδέτερος, παρατηρητής, παρόλο που σαφώς κι έχει άποψη επί των πεπραγμένων. Έτσι καταφέρνει να επιβληθεί με την αφήγησή του, αλλά όχι με τις θέσεις του, στεκόμενος στο ουδέτερο σκαλί κι αφήνει μόνο να φανούνε μερικές λεπτές αποχρώσεις της θλίψης ή της ευχαρίστησης που βιώνει, συνεπεία των γεγονότων. Διακριτικότατη και σθεναρή, μεστή αφήγηση...
     Επίσης είναι σίγουρο, πως σε κανένα σημείο του βιβλίου, δε γίνεται προβλέψιμος. Οι μικρο-μεγαλο-ανατροπές είναι ραγδαίες, οι εκπλήξεις άφθονες και δε μπορεί να ξέρει κανείς τί να περιμένει, μήτε καν στην επόμενη σελίδα. Τολμώ να πω, πως δε ξέρει κανείς ακόμα και τί θαυμαστή κορυφή τον περιμένει, στις αμέσως επόμενες γραμμές. Τρανό παράδειγμα, το κομμάτι του βιβλίου που συμπεριλαμβάνω ανωτέρω και που δεν είναι τόσο της πλοκής του βιβλίου. Θα 'λεγα πως είναι ένα από τα μπόλικα ευχάριστα διαλείμματα, μεταξύ των γεγονότων, από τα απαραίτητα στολίδια τέχνης μέσα στη τέχνη... Τούτο μαρτυρά την ευαισθησία κι αποκαλύπτει τις φιλοσοφικές του ανησυχίες... Τα παραθέματα τούτα, σε καμμιά περίπτωση δεν είναι κουραστικά ή επιβαρυντικά στην όλη δομή του έργου κι αυτό άνετα θα το ενέτασσα στα θετικά της συνολικής του επιλογής.
     Ανακεφαλαιώντας θα πω, πως σε κανένα σημείο δεν είναι κουραστικός, δεν είναι too much, παρά με σοφία και μαεστρία κατευθύνει το όχημα της έμπνευσής του έτσι, ώστε να παρακαλώ να μη τελειώσει και σταματήσει η μαγεία του. Δυστυχώς, τελειώνει σύντομα: μόλις 560 σελίδες κι όλες εκπληκτικές και μεστές. Τελευταίο θαυμαστό τούτου του κειμένου, είναι που καταφέρνει να ξεδιπλώσει τόσα πολλά πράγματα, σε μια τόσον απλή ιστορία, αφήνοντας άλλους να πετάνε στ' αστέρια και στη ... νεφελοκοκκυγία.
     Εδώ θα πρέπει να συγχαρώ και τον Εκδοτικό, την Ωκεανίδα κι είναι μάλιστα φορά που θα το κάνω δημόσια. Είχανε προηγηθεί, για να θυμήσω, ο έπαινός μου στο έργο της Λάουρα Εσκιβέλ, "Σα Νερό Για Ζεστή Σοκολάτα", αλλά και στη παρουσίασή μου στο Λέξημα, του βιβλίου της Μάργκαρετ 'Ατγουντ, "Η Κλέφτρα Κίσσα", (μελλοντικά και στο Στέκι), κι όπως έχω πει και ξαναπεί και ξαναμαναπεί, το καλό να λέγεται! Κάτι τελευταίο από μέσα από τη καρδιά μου: Φίλε μου Λευτέρη, σ' ευχαριστώ που το απήλαυσα! Πάτ. Χατ.

  2. Εποχή εικονομαχίας
     Είναι η διαμάχη που ξέσπασε ανάμεσα σε δυο παρατάξεις:του εικονολάτρες (οπαδούς της λατρείας των εικόνων) και τους εικονομάχους (διώκτες της λατρείας των εικόνων). Εν συντομία θα λέγαμε ότι η διαμάχη ξεκίνησε από την αντίδραση εναντίον της θρησκοληψίας και των υπερβολών στη λατρεία των αγίων λειψάνων και εικόνων. Στα χρόνια αυτά έχουμε μεγάλη έξαρση του μοναχισμού. Χιλιάδες νέοι άνθρωποι κατέφυγαν στα μοναστήρια για να αποφύγουν την στράτευση ή τις άλλες κοινωνικές υποχρεώσεις. Για να ζήσουν πολλοί από αυτούς εκμεταλλεύονταν την αμάθεια του κόσμου με την πώληση λειψάνων αγίων ή χρώματος από θαυματουργές εικόνες για θεραπευτικούς σκοπούς
     Πιο σκληρή θεωρείται η πρώτη φάση (726-787 π.Χ). Είναι η περίοδος που στο Βυζάντιο βασιλεύει η δυναστεία των Ισαύρων. Ο ιδρυτής της δυναστείας Λέοντας Γ', κινημένος ίσως από τους λόγους που αναφέραμε παραπάνω, εξέδωσε το 726 μ.Χ ένα διάταγμα εναντίον των εικόνων. Το πλήθος του λαού αντέδρασε βίαια (φόνος αυτοκρατορικών υπαλλήλων που προσπάθησαν να καταστρέψουν εικόνες). Πέρα όμως από την αντίδραση του πλήθους έχουμε την αντίδραση της επίσημης Εκκλησίας, του Πάπα και των ευρωπαϊκών επαρχιών της αυτοκρατορίας.
     Αυτή η θλιβερή περίοδος, που έφερε το διχασμό στο κράτος και μεγάλες καταστροφές στους καλλιτεχνικούς θησαυρούς, τελείωσε το 787 μ.Χ την εποχή της Ειρήνης της Αθηναίας, γυναίκας του γιου του Κωσταντίνου Λέοντα Δ' κι επιτρόπου του ανήλικου αυτοκράτορα Κωσταντίνου ΣΤ'.
     Εμπνευσμένο από την εποχή αυτή και αρκετά αξιόλογο είναι το βιβλίο του Λευτέρη Πανούση με τίτλο «Η Παναγία Tων Nερών». Με ποιητικό λόγο μας εισαγάγει σε μια ιστορία που διαδραματίζεται στην εποχή της Εικονομαχίας στο χώρο της τότε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
     O Pωμανός διατάσσεται να βρει και να καταστρέψει τη θαυματουργή εικόνα της Παναγιάς της Kυνηγήτρας. Aνάμεσα στον εικονομάχο στρατιώτη και στην εικόνα, θα σταθεί μια δόκιμη μοναχή, η Θεοφανώ. Ο έρωτας, κινητήριος δύναμη για πολλούς αγώνες, περιγράφεται με ζωηρά χρώματα και εικόνες που κινούνται. Ο λόγος ρέει πραγματικά όπως το νερό κι οι εικόνες διαδέχονται η μια την άλλη σα ζωγραφικά έργα της εποχής μπαρόκ.
     Είναι σημαντικό κι ενδιαφέρον το ότι οι σύγχρονοι συγγραφείς ανατρέχουν σε κομμάτια της βυζαντινής ιστορίας κι εμπνέονται απ' αυτήν. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι συγκινούνται από παλαιότερα είδη μυθιστορημάτων, όπως το ιπποτικό μυθιστόρημα. Αυτό δείχνει ότι η λογοτεχνία είναι πραγματικά δυναμική τέχνη και μπορεί να αξιοποιήσει όλη την προηγούμενη παράδοσή της και να οδηγηθεί σε νέα μονοπάτια.     Στέλλα Κοντογιάννη. Για το
 lexima

  3. Αν το ιερό καθήκον του ιστοριογράφου είναι να καταγράψει τα ιστορικά γεγονότα μιας εποχής μελετώντας τις ιστορικές της πηγές, το ιερό καθήκον του συγγραφέα ιστορικού μυθιστορήματος είναι να δώσει φωνή σε εκείνους που τη στερήθηκαν. Σε εκείνους που είδαν την αμφιβολία τους να σβήνει στις φλόγες, να πέφτει, καυτή στάχτη, στα βάθη του χρόνου.

     Την αμφιβολία αυτή κυνηγά με πάθος ο συγγραφέας του ιστορικού μυθιστορήματος. Να ζωντανέψει αυτά που δεν ειπώθηκαν κατά την ιστορική καταγραφή. Να φυσήξει πνοή στα φαντάσματα που στοιχειώνουν τις σελίδες της ιστορίας.

     Βυζαντινή Αυτοκρατορία, 717 μ.Χ. Στο θρόνο ανεβαίνει ο Λέων ο Γ' o Ίσαυρος, ο οποίος εκδίδει, λίγα χρόνια αργότερα, ένα διάταγμα εναντίον των χριστιανικών εικόνων. Η πιο σκοτεινή περίοδος της Αυτοκρατορίας αρχίζει, με την ανελέητη σύγκρουση των εικονομάχων με τους εικονολάτρεις. Ένας αιώνας ακραίων συγκρούσεων, λεηλασιών, σφαγών. Πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα αναδύονται με ορμή στην επιφάνεια. Ο παλαιός κόσμος καταρρέει και η αγωνία του ανθρώπου να βρει νόημα στον κόσμο γύρω του μετατρέπεται σε δράμα μιας ολόκληρης κοινωνίας.

     Στο πλαίσιο αυτό συνθέτει ο Λευτέρης Πανούσης το εκπληκτικό πρώτο του μυθιστόρημα "Η Παναγία Των Νερών", από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Mια βουτιά στα σκοτεινά, απύθμενα νερά της περιόδου εκείνης είναι το μυθιστόρημα αυτό, αλλά και ένα ταξίδι της ανήσυχης ανθρώπινης ψυχής, που προσπαθεί να βρει απαντήσεις πέρα από τη θνητότητα του ανθρώπινης ύπαρξης...

     Το ιστορικό αυτό μυθιστόρημα πήρε σάρκα κι οστά μέσα από μια μελέτη τριων χρόνων. Μια μελέτη της σχετικής βιβλιογραφίας και, κυρίως, των όσων άφησαν πίσω τους αυτοί που έζησαν τα γεγονότα που σημάδεψαν την εποχή εκείνη, αλλά και την καθημερινότητά της.

   "Οι μαρτυρίες αυτές είναι ιδιαίτερα σημαντικές", επισημαίνει ο ίδιος, "καθώς στα γραπτά τους οι χρονογράφοι εκείνοι δεν ξεχώριζαν την καταγραφή της ιστορίας από την προσωπική τους διάσταση. Τα κείμενά τους αποθανατίζουν με ακρίβεια τους θυμούς που ένιωθαν, τα αδιέξοδα που αντιμετώπιζαν...".

     Και το πιο σημαντικό: Από τα κείμενα των χρονογράφων εκείνων, και κυρίως του μοναχού Θεοφάνη, που άφησε πίσω του μια σημαντική, γλαφυρή μαρτυρία, προκύπτουν και όσα χάθηκαν για πάντα. "Όλα τα έργα των εικονομάχων κάηκαν... κανένα κείμενο δεν γλύτωσε τη μαζική καύση, με την οποία υπέγραψαν οι εικονολάτρεις τη νίκη τους...".

     Στις "εχθρικές", λοιπόν, μαρτυρίες, γεμάτες με υβρεολόγιο κατά των εικονομάχων, βρίσκει ο συγγραφέας το υλικό του να συνθέσει την πίστη ή αμφιβολία των ανθρώπων εκείνων, δίλημμα που χάθηκε στους μολυβένιους καπνούς των ερειπίων της ιστορίας. Νίκη Ορφανού (ΣΗΜΕΡΙΝΗ)

 4.  Αποκαλυπτική λογοτεχνία ολκής για την οποία, ο πρωτοεμφανιζόμενος, αποδεικνύεται έτοιμος από καιρό και περισσά θαρραλέος. Η γραφίδα του αναβιώνει όλη τη λησμονημένη ζωτικότητα ενός αρχέγονου λόγου -φυσικά προφορικού- που σύρει, ενσυνείδητα, ακέραιη την ευθύνη της αποστολής του. Ή θα αντεπεξέλθει, εν τω γεννάσθαι, στη πραγμάτωση της επικοινωνίας ή θα πεθάνει άπραγος. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται σύντομα ότι έχει απαλλαγεί, μυστηριωδώς, από την αφόρητη κακοπάθεια του διαβάσματος. Το κείμενο του ψιθυρίζεται, τώρα, ρυθμικά στο αφτί. Του απαγγέλλεται! Εντωμεταξύ, ενόσω το μυθιστόρημα καταγίνεται με την ανατομία ανθρώπινων χαρακτήρων μέσω των οποίων αναμετρώνται σθεναρά η δυναμική της Πίστης, της Γνώσης και της Ζωής, περιπλεγμένες -αλίμονο- σε γόρδιο δεσμό, «κυρία επί των τιμών», «επίσημη προσκαλεσμένη» αλλά και «μυστική αγαπημένη» του συγγραφέα, αναφαίνεται κάποια άλλη. Ενόσω διαρθρώνεται, σπαραχτικό, το ερώτημα, (να εγείρεται επιτακτικό το αίτημα του απόλυτου ή να εξανίσταται διεκδικητικό το δικαίωμα της αμφιβολίας;), αναπάντεχα, στις παρυφές -δήθεν- της πλοκής, υπενθυμίζεται θριαμβικά στον αναγνώστη, ότι υφίσταται, ήδη, μία τουλάχιστον, υπερβατικού αναστήματος, διεργασία, κεκτημένη για την ανθρωπότητα. Η αχειροποίητη ειδή, που χάθηκε, ανακτάται αναπάντεχα ως χειροποίητη.
     Όταν στον μεσαιωνισμό του μέλλοντος τα βιβλία θα ξαναρίχνονται στη πυρά, οι σελίδες με τη κατατεθειμένη μαρτυρία της Τέχνης, αυτού του βιβλίου, θα κόβονται και θα φυλάγονται κρυφά.          Γ. Σ. Ορ.


 5. Να λοιπον... που κάποια στιγμή αίρεται η μουγγαμάρα των όντων! Να, που όπως φαινεται, αυτός ο τόπος είναι ακόμα άξιος να γεννά ιστορίες και παραμύθια. Να, που ίσως οι θεοί δεν εγκατέλειψαν ακόμα αυτήν την πόλη, που οι ανθρώπινες ψυχές δεν έχουν απωλέσει το θέαμα τους.

     Η "Παναγία των Νερών", εμπνευσμένη ποιός ξέρει από ποιά μούσα, ήρθε ουρανοκατέβατη στον κόσμο μας, στον κόσμο του κοινότοπου, του ο,τιδήποτε, στον κόσμο του Fame Reality, ποιός ξέρει από ποιόν κόσμο-κόσμημα... Ανυποψίαστη, ταξίδεψε ίσαμε εδώ, σε μας που έχουμε ακούσει για τόσα πολλά ταξίδια σε τόπους όπου ο λόγος δεν κατοικείται, σε μας που ακολουθήσαμε αμέτρητα χνάρια, αλλά μας οδήγησαν σε ερείπια. Σε μας που ισορροπούμε ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.
     ΄Ηρθε και το "βιβλίο" ξεπέρασε πλέον το επίπεδο του πράγματος! Υπερέβη τον πραγμοειδή του χαρακτήρα (το χαρτί και το μελάνι) και αναδύθηκε σε έργο τέχνης. Ως τετοιο (Χάιντεγκερ) είναι α-ληθινό (αντιστέκεται στη λήθη), αγγίζει την αλήθεια των όντων ανεξαρτήτου εποχής, αποδύεται το ιστορικό του πλαίσιο. Η "Παναγία Των Νερών" είναι το υπέροχο δώρο του "άλλου". Η ρωγμή στις βαθιές ρίζες του εκστατικού όντος. Η διάρρηξη του σιδερένιου μανδύα του Εγώ. Δεν μπορούμε να μένουμε άλλο αδιάφοροι. ΄Ενα κομμάτι του εαυτού μας ταξιδεύει πλέον αέναα στους αιώνες...

     Μπράβο στην Ωκεανίδα που τολμά να εκδίδει και πέρα από τη γλυκύτατη κατά τ' άλλα Ρόζ(αμουντ) Πίλτσερ.  Λυδία Αλεξάνδρου    Ιστορικός Τέχνης

-------------------------------------------------------------------

                                      Η Παναγία Των Νερών
(...απόσπασμα...)

   ...Ο Ταρασικοντίσα παζάρεψε επί ώρα κι εντέλει πρότεινε στον Ρωμανό, ένα φλασκί με λευκό, ξηρό οίνο της Λήμνου, σε εξαιρετική τιμή -μόλις ένα ασημένιο νόμισμα. Μετά έφερε αρνίσια παϊδάκια, άσπρο ψωμί και πέντε έξι χοιρινά λουκάνικα, για τα οποία παζάρεψε επίσης, ανηλεώς. Ο Ρωμανός ντράπηκε.
     Ο Ταρασικοντίσα τον επέπληξε για την αριστοκρατική συμπεριφορά του.
 -"Το μόνο εμπόρευμα που δεν παζαρεύεται εδώ", του εξήγησε, "είναι αυτό που προσφέρουν οι πόρνες".
     Αφού έφαγαν και ήπιαν, ο Ταρασικοντίσα προσκάλεσε μια μεσόκοπη πόρνη, ονόματι Εκάτη, να κάτσει μαζί τους. Η Εκάτη, άλλοτε επαγγελόταν τη θεατρίνα, αλλά περνώντας τα χρόνια δεν έβρισκε δουλειά κι αναγκάστηκε να ψήνει κρέατα στα πανηγύρια. Παρά την ηλικία της δεν ήταν άσχημη γυναίκα, τα δόντια της όμως είχαν σαπίσει κι όταν γελούσε, θύμιζε στοιχειό.
     Κρατώντας την Εκάτη στα γόνατά του, ο αγιογράφος τους αφηγήθηκε μια παράξενη ιστορία -τι του συνέβη με το που αποφάσισε να ζωγραφίσει τη θυσία του Αβραάμ. Η ιστορία είχε ως εξής:
     Τον καιρό προ της απαγορεύσεως των εικόνων, έβρισκε δουλίτσες φτιάχνοντας αγιογραφίες. Η αγιογραφία είχε το καλό πως ήξερες τι έπρεπε να κάνεις, καθώς οι παλαιοί δάσκαλοι τα είχαν φορμάρει όλα. Έτσι το μάτι, έτσι η μύτη, έτσι το φωτοστέφανο. Είχες ένα χάρτη, βάδιζες σε στέρεο έδαφος. Ο Ταρασικοντίσα ούτε ήθελε, ούτε μπορούσε να τ' αλλάξει. Έτσι τα είχε βρει, έτσι τα 'φτιαχνε.
     Ήρθε όμως το έδικτο του Λέοντα που απαγόρευε τη λατρεία των εικόνων και οι δουλειές κοπήκανε μαχαίρι. Ο κόσμος φοβόταν. Η παλαιά τέχνη πέρασε στο περιθώριο, παρουσιάστηκαν νέες ευκαιρίες.
     Οι μεταρρυθμιστές που στήριζαν την εικονομαχία, προσπάθησαν να στρέψουν αλλού την τέχνη της ζωγραφικής. Οι άρχοντες, οι στρατιωτικοί διοικητές, οι κρατικοί υπάλληλοι, πλησίασαν τους αγιογράφους και τους έδιναν παραγγελίες για άλλα θέματα. Τους ζητούσαν να ζωγραφίσουν σκηνές από την καθημερινή ζωή, απλούς ανθρώπους ή στρατιώτες ή άρχοντες. Ζητούσαν ακόμα να απαθανατίσουν σε προσωπογραφίες, αυτούς και τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους, μερικοί μάλιστα και τους σκύλους τους. Εν ολίγοις, οι αγιογράφοι έπρεπε να ξεχάσουν τα αυστηρά πρόσωπα των αγίων και να γίνουν πιο κοσμικοί, πιο ανθρώπινοι.
     Αυτό δεν ήταν κακό, αλλά δεν μπορούσαν να το κάνουν όλοι. Οι καλοί τεχνίτες κι οι μαστόροι του επαγγέλματος κάπως τα κατάφερναν, χρειάζονταν όμως άλλες γνώσεις και μια καινούρια παράδοση που δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί. Έψαχναν στα τυφλά.
     Στον κύκλο τους έλεγαν ότι οι Έλληνες κι οι παλαιοί Ρωμαίοι, ήξεραν να απεικονίσουν το ανθρώπινο σώμα. Οι γνώσεις τους ωστόσο είχαν χαθεί, οπότε έπρεπε να ανακαλύψουν πάλι από την αρχή το πως κινείται το χέρι, πως κάμπτεται ο μυώνας, πως φαίνται ένα πράγμα υπό γωνίαν -όλα αυτά τα μυστικά που είχαν θαφτεί μαζί με τους αρχαίους θεούς.
     Ο Ταρασικοντίσα καταλάβαινε πως άρχιζε μια καινούρια εποχή. Ο κόσμος άλλαζε κι όσοι ήταν πραγματικά τεχνίτες, άλλαζαν μαζί του. Αυτός όμως παγιδεύτηκε. Χάθηκε.
     Τριγυρνούσε στα εργαστήρια συναδέλφων, έβλεπε, άκουε, μάθαινε, αλλά τα χέρια του είχαν πετρώσει, σαν να μην είχε πιάσει πινέλο ποτέ του. Ούτε διακοσμητικό ρόδακα δεν ήταν ικανός να ζωγραφίσει.
     Έτσι όπως παράδερνε στην άγνοιά του, εμφανίστηκε ένας επίσκοπος από τη Σεβάστεια και του πρότεινε μια πολύ καλή δουλειά. Ήθελε να του ζωγραφίσει ένα τοίχο στο σεκρέτο της Αρχιεπισκοπής. Του πρότεινε μάλιστα και το θέμα: τη θυσία του Αβραάμ.
     Ο Ταρασικοντίσα ένιωσε σαν να έπεσε πάνω του κεραυνός.. Όλη του η κατήφεια και η απραξία διαλύθηκαν. Και συνέχισε την αφήγηση:
 -"Ιδού ένα θέμα άξιο για τη μεγάλη Τέχνη -η θυσία του Αβραάμ. Η απεικόνιση μιας πράξης απόλυτης Πίστης. Έπεσα με τα μούτρα στη δουλειά... Μάζεψα χαρτιά -όπου μπορούσα να βρω σε καλές τιμές- κι άρχισα τα προσχέδια.
  "Τί ήταν ο Αβραάμ;
  "Στρώθηκα και μελέτησα τη Βίβλο. Κουβέντιασα με κληρικούς και θεολόγους. Ρωτούσα χωριάτες και ταβερνιάρισσες... Έψαχνα στα ιερά κείμενα, έψαχνα και στις ψυχές των ανθρώπων. Με είχε καταλάβει κάτι σαν τρέλα, σαν δαιμόνιο. Ο νους μου ήταν μονίμως αλλού, το μάτι μου είχε αγριέψει. Με αποφεύγανε.
  "Ο Αβραάμ είναι πολύ μεγάλος για τα ανθρώπινα μέτρα. Στην εποχή του οι άντρες έπαιρναν πολλές γυναίκες. Τους κάνανε παιδιά. Ο ίδιος ο γενάρχης είχε την 'Αγαρ, είχε κι άλλες δούλες. Η έννοια του μονάκριβου γιου δεν είναι ίδια μ' αυτή που δίνουμε εμείς στα μοναχοπαίδια μας. Ο Ισαάκ ήταν κάτι περισσότερο απ' τον βλαστό που δίνει ο ανθρώπινος σπόρος, ήταν σαν να λέμε η συνέχεια του Αβραάμ στο χρόνο. Νίκη απέναντι στον θάνατο.
  "Δηλαδή, πώς να το πω, ήταν η απελευθέρωσή του. Αν ο Θεός του ζητούσε να θυσιάσει τον Ισμαήλ, δεν θα ήταν το ίδιο. Ακόμα και να του ζητούσε να θυσιαστεί αυτός, θα του φαινόταν ευκολότερο. Ο Θεός όμως είναι σκληρός...
  "Ο Αβραάμ πρέπει να θυσιάσει το Παν.
  "Πρέπει να πάρει ένα μαχαίρι και να κόψει το νόημα της ζωής του. Αυτός που του έδωσε τον Ισαάκ, έρχεται και τον ζητάει πίσω. Σαν να λέμε: Αυτός που εξαιτίας Του στέκει ο κόσμος μας στα πόδια του έρχεται και μας λέει να τον γκρεμίσουμε. Ο Θεός θέλει τον Αβραάμ να πεθαίνει στον αιώνα.
  "Βαριά πράξη.
  "Ο γενάρχης ξαναπέφτει απ' τον Παράδεισο. Χωρίς λόγο.
  "Αυτή η θυσία έχει ειπωθεί σε όλες τις γλώσσες, αλλά έχει ειπωθεί σε μια μυστική γλώσσα. Γι' αυτό και την καταλαβαίνουν όλοι οι άνθρωποι, δεν μπορούν όμως να την εκφράσουν. Το ζήτημα ήταν: εγώ θα μπορούσα να την απεικονίσω;
  "Έπιασα τα πινέλα κι έβαλα μπροστά τα σχέδια.
  "Το 'φερνα από δω, το 'φερνα από κει, αλλά δεν μου 'βγαινε. Στα οράματά μου τα έβλεπα όλα καθαρά. Μόλις άνοιγα τα μάτια όλα εξαφανίζονταν.
  "Ό,τι σχεδίαζα το πετούσα.
  "Είπα μήπως έφταιγε που επέμενα σε λεπτομέρειες. Έφτιαχνα ασήμαντα πράγματα: τα σγουρά μαλλιά του Ισαάκ, τη γενειάδα του Αβραάμ, τα φορέματα... όλα αυτά συσκότιζαν το ουσιώδες.
  "'Αρχιζα να αφαιρώ.
  "Πάλι όμως δεν κατάφερα τίποτα. Σχεδίαζα και μετά πετούσα. Τότε αρχίσαν οι καβγάδες με την οικογένεια της γυναίκας μου, γιατί αυτοί με ταΐζανε.
  "Ξανάρχιζα την προσπάθεια με νέα σχέδια. Αφαίρεσα όλες τις μορφές πλην του Αβραάμ. Αναζητούσα το γυμνό τοπίο του πόνου. Το αποτέλεσμα δεν ήταν ικανοποιητικό, όμως κάπως είχα πλησιάσει. Κάτι πήγαινα να κάνω, αλλά μου διέφευγε.
  "Ο Αβραάμ μου παρουσιαζόταν ως σεβάσμιος γέροντας, με τη λευκή του γενειάδα και τα φαρδιά του περσίκια. Εγώ δεν νοιαζόμουνα για σεβάσμιους γέροντες -ήθελα την τρομακτική ανάσα ενός ανθρώπου που βαδίζει προς την εκμηδένισή του.
  "Πού ήταν ο πόνος;
  "Πού ήταν η συντριβή του κάθε ανθρώπου, ασχέτως αν είναι νέος ή γέρος, Ρωμαίος ή Πέρσης, δούλος ή βασιλιάς;
  "Πού κρυβόταν το παράλογο της πράξης; Και πού κρυβόταν η σιωπή του Θεού;
  "Τα ξανάσχισα όλα. Και πρώτα τη γενειάδα του Αβραάμ. Είχε κιόλας περάσει ένας χρόνος. Δεν είχα φέρει δεκάρα στο σπίτι κι εκείνοι μ' έβριζαν και εγώ έκανα πως δεν καταλάβαινα. Ήμουν αλλού... Έφτασα στο σημείο να μην τρώγω και να μην κοιμάμαι. Πήρα την απόφαση ν' αφήσω στα σχέδια τα κόκαλά μου. Ή θα το έκανα ή θα τέλειωνα με την παραμονή μου στον μάταιο τούτο κόσμο.
  "Ευτυχώς ο ελεήμων Θεός με λυπήθηκε. Μου παρέδωσε την εικόνα. Έπεσαν οι φολίδες από τα μάτια μου κι είδα τη θυσία του Αβραάμ. Δεν μπορώ να το περιγράψω αλλιώς, παρά ως Αποκάλυψη. Στρώθηκα αμέσως στη δουλειά και το έφτιαξα. Τα χέρια πήγαινα μόνα τους. Τυφλός να ήμουνα, που λέει ο λόγος, πάλι θα το 'φτιαχνα. Τόση ήταν η δύναμη της εικόνας...
  "Αφού τελείωσα, τραβήχτηκα παραπίσω για να δω κι εγώ τι είχα φτιάξει. Μου φαίνεται πως, για μια στιγμή, ανοίχτηκε ο κόσμος κι εγώ παρατηρούσα την καρδιά των πραγμάτων. Βεβαίως ήταν κάπως απρόσμενο.... Είχα ζωγραφίσει ένα χέρι να σηκώνει τη μάχαιρα. Δεν υπήρχαν ούτε πρόσωπα, ούτε βωμοί, ούτε βουνά... τίποτα. Μόνο ένα χέρι που υψωνόταν σε άδειο τόπο, κρατώντας το σίδερο του θανάτου. Η κόψη όμως του μαχαιριού δεν ήταν σίδερο. Ήταν ένα δάκρυ.
  "Ανθρώπινο δάκρυ.
  "Που συμπύκνωνε τους καημούς των ανθρώπων, από την Πτώση ως σήμερα.
  "Επιτέλους είχα ξαλαφρώσει τη ψυχή μου. Το ιερό είχε αναδυθεί χρησιμοποιώντας ως ενδιάμεσο τα χέρια μου. Ήμουν τόσο ευτυχισμένος, ώστε βγήκα έξω στους δρόμους και φιλούσα όποιον έβρισκα μπροστά μου. Νομίζω ότι φίλησα ακόμη και τον πενθερό μου
..."
     Ο Ταρασικοντίσα σταμάτησε απότομα την αφήγησή του. Καθόταν και κοίταζε περίλυπος τα δάχτυλά του.
     Ο Ρωμανός κι η Εκάτη είχαν ανάψει απ' την περιέργεια και τον πίεσαν για να μάθυν τι απέγινε στη συνέχεια. Ο Ταρασικοντίσα ανασήκωσε τους ώμους.
 -"Ο επίσκοπος είχε παραγγείλει το έργο για να στολίσει την τραπεζαρία της Μητρόπολης. Ήρθε να δει το σχέδιο για να προχωρήσουμε στην τοιχογραφία, όμως μόλις αντίκρισε την ιερή εικόνα, τον έπιασε πανικός. Πήρε τη θυσία του Αβραάμ και μου την έφερε στο κεφάλι. Πάλι καλά που δεν με κατηγόρησε για αιρετικό. Φυσικά δεν μου έδωσε δεκάρα.
  "Πάμφτωχος, μετά ενάμιση χρόνο εξαντλητικής δουλειάς, ζητιάνεψα λίγο φαΐ από τη γυναίκα μου. Τα υπόλοιπα σας είναι γνωστά..."
  "Τί να πει κανείς... Φαίνεται έτσι έχουν τα πράγματα...
  "Εγώ, πάντως, το έκανα
..."

                                                  (...τέλος αποσπάσματος...)

    "Η Παναγία Των Νερών"

    Ημ. 1ης Έκδοσης:      10/12/'04
            σελίδες:                 560
               Τιμή:               14-16 ευρώ
         Επιμέλεια:          Δημήτρης Θάνας
Υπεύθυνος Σειράς:   Θεοδωρόπουλος Στάθης

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers