Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Διαδικτύου 

Κανατά 'Αννα: Σπουδή Απουσίας Σε Μαύρο Φόντο

 

  Η φίλη 'Αννα εκτός από ζωγράφος, γράφει κι όλας κι ιδού ένα χαρακτηριστικό δείγμα κι αυτής της πλευράς της προσωπικότητάς της. Πίνακές της υπάρχουν εδώ!

---------------------------------------------------------------------------------------------

               σχόλιο από τον εικαστικό Μιχαήλ Αγγελάκη

     Οι κατεστημένες αντιλήψεις περί τέχνης θέλουν τον καλλιτέχνη, πειθήνιο όργανο μιας παγκοσμιοποιημένης κι επιβαλλόμενης από διάφορα κέντρα εικαστικής έκφρασης. Ακόμα οι κατεστημένες αντιλήψεις περί τέχνης, θεωρούν ότι το μόνο περιεχόμενο που εκφράζει το σήμερα, είναι μια ισοπεδωτική κατάσταση πραγμάτων κι αξιών τέτοια, που να αρέσκεται στο ναρκισσισμό ατομικών ιδιαιτεροτήτων, στο παράξενο, στο εντυπωσιακό και γιατί όχι, στο βέβηλο και στο υβριστικό -με την αρχαία έννοια του όρου. Τέλος αυτές οι αντιλήψεις θεωρούν ότι η λεγόμενη Βυζαντινή τέχνη έχει κλείσει τον κύκλο της και τη κατατάσσουν στις διακοσμητικές τέχνες.

     Είναι όμως έτσι; Πιστεύω πως όχι. Όσο υπάρχουν άνθρωποι με πίστη κι ελπίδα σε διαφορετικές αρχές από την σημερινή ισοπέδωση αρχών κι αξιών, θα υπάρχουν και καλλιτέχνες που θα εκφράζουν με τη λύρα τους ή με το χρωστήρα τους αυτούς τους ανθρώπους.

    Η 'Αννα Κανατά είναι μια νέα καλλιτέχνης με βαθύτατη εικαστική αντίληψη. Έχοντας εντρυφήσει αρκετά σοβαρά στην μεγάλη σχολή της Ορθόδοξης Εικονογραφίας, μπορεί να καταπιάνεται και να πειραματίζεται σε νέα υλικά και σε νέα εκφραστικά μέσα.

    Η Ορθόδοξη τέχνη στην μακραίωνη παράδοση της δεν υπήρξε διόλου μονοσήμαντη και στατική. Αντίθετα και παρά τις τόσες και τόσες δυσκολίες και αντιξοότητες, επέδειξε ένα αξιοζήλευτο δυναμισμό για να υπάρχει και να εμπνέει ακόμη και σήμερα. Βασική εκφραστική της δύναμη το χρώμα και το φως. Το χρώμα του επικάθεται το ένα πάνω στο άλλο για να αναδείξει το φως. Για να εκφράσει τον ολοφώτιστο κόσμο της υπερβατικής πραγματικότητας των αγίων μορφών.

    Αυτό κάνει κι η 'Αννα Κανατά. Χωρίς να αφίσταται της εικαστικής παράδοσης, χρησιμοποιεί σαν εκφραστικό μέσον τα Fluorecent χρώματα τα οποία αναδεικνύονται με τον ιδιαίτερο φωτισμό της υπεριώδους ακτινοβολίας. Το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Οι μορφές τόσο των αγίων άλλά και των απλών καθημερινών μορφών αποκτούν μια νέα διάσταση που επιτείνει τις προθέσεις της εικονογραφίας. Η όλη καλλιτεχνική προσπάθεια της ζωγράφου, έχει την πυκνότητα του νέου κι οι όποιες... αδυναμίες, θα 'λεγα ότι είναι φυσιολογικές κι ευτυχώς που υπάρχουν.  Είναι ο πρώτος σταθμός μιας αξιέπαινης προσπάθειας κι ενός προβληματισμού, που πιστεύω ότι το μέλλον της επιφυλάσσει ακόμα μεγαλύτερες επιτυχίες.

                                                                Μιχαήλ Αγγελάκης

------------------------------------------------------------------------------------------

                 Aπουσία

Στην απουσία σου ζω σαν σ' έρμο σπίτι μέσα

κλειστά παραθυρόφυλλα

αν είναι μέρα ή νύχτα δεν το ξέρω

θαρρώ πως είναι πάντα νύχτα...

Σκιές που παγιδεύτηκαν εντός του οι αναμνήσεις

στους λερωμένους τοίχους αργοσέρνονται

και στα ταβάνια

-με τις δυσοίωνες ρωγμές απειλητικά να χάσκουν

γέρικα ξεδοντιασμένα στόματα-

χαϊδεύουν τα δώδεκα χέρια χρώματος

τα ξεφτισμένα εδώ κι εκεί ως να φανεί η πέτρα

ανηλεής καταγραφή του χρόνου

ανατομία ενός προαναγγελθέντος έρωτος.

Το ξύλινο πάτωμα να τρίζει

στο κάθε βήμα μου, κλαίγοντας ή γελώντας

πολυκαιρισμένα, ξέθωρα τα μισοσαπισμένα του σανίδια

με δυσκολία να κρατούν τα βήματά μου

-φοβάμαι μην βουλιάξω...

μη κατακρημνιστώ

απ' τον εύθραυστο φλοιό της απαντοχής μου

στην ουτοπία της ελπίδας που καραδοκεί

με τ' αδηφάγο της χαμόγελο στο στόμα

(Το ξύλινο πάτωμα

όμορφο κάποτε

κείνα τα βράδια των εκστατικών χορών

τα γεμάτα αγαλλίαση

και τρυφερή εγκατάλειψη

-τ' αθώα μας βράδια-

κάθε τριγμός του τώρα και μια λέξη

που ειπώθηκε σ' άλλους καιρούς

μελωδίες και ήχοι που πλημμύρισαν άλλες νύχτες

τυρρανικά παραμορφώνει ό,τι ευλαβικά κατέγραψε ο χρόνος)

Κι οι πόρτες πάντα μισάνοιχτες
σα να προσμένουν κάποιο χέρι να τις κλείσει
ή να τις ανοίξει διάπλατα
μα δεν υπάρχει κανείς εκτός από μένα

-σκιά κι εγώ μες στις σκιές-
και τα ρεύματα που ορμούν από τις χαραμάδες
των σφαλιστών παραθυριών και της βαριάς εξώθυρας
της διπλοκλειδωμένης
μη τύχει και εισβάλλει άξαφνα
κείνος ο αναπάντεχος εαρινός νοτιάς

που κάποτε σάρωσε γεμάτος υποσχέσεις

τη γυάλινη ευτυχία μου

θρυμμάτισε τα οικεία όνειρα για να μου φέρει, λέει, άλλα
παίρνοντας μαζί του της ψυχής μου τα υπάρχοντα
μαζί κι ό,τι γνώριμο ως τότε
ή μη τύχει και γλιστρήσει απρόσκλητο
το φως εκείνο που έλουζε κάποτε τα μαλλιά μου
που άστραψε για λίγο μες στα μάτια σου
της ψυχής μου ιλαρό απαύγασμα...
και σκορπιστούν σαν φύλλα κίτρινα οι μνήμες.

                                                                         4/4/07  1.30 πμ  Τετάρτη

Ακροβατώ

Ακροβατώ

σε χάρτινη σιωπή

λέξεις καθρέφτες

μαχαίρια του χρόνου

τέμνουν τις στιγμές

μα πάλι σμίγουν.

Ακροβατώ στο διάκενο

με λέξεις χτίζω

γιοφύρια πέτρινα

χέρια σε διάταση

το κέντρο ορίζω

απ' το εδώ και τώρα

στο επέκεινα.

Ακροβατώ

ελίσσομαι

αιωρούμαι

λέξεις κομμάτια

κερματίζομαι

μεθώ απ' τον ίλιγγο

και μες στο βλέμμα σου

πληρούμαι.
                                                               11/3/'07

Σπουδή Στο Μαύρο

Το μαύρο χρώμα

λάτρευα από πάντα μου.

Σύμβολο της μη ύπαρξης,

του απολύτου μηδενός,

της απουσίας...

Μαύρο το χρώμα του Κενού

αυτού που ήταν εν Αρχή

του νεογέννητου Φωτός

γόνιμη μήτρα.

Το σκοτάδι,

το μυστήριο

κι ο θάνατος

μαύρα φοράνε.

Το ίδιο κι η θλίψη μου.

Έτσι η χαρά μου

περισσότερο θα λάμψει

στο μαύρο φόντο

σαν προβάλλει!

              Αναμονή

Μα ώσπου να ορίσει το σύννεφο

βαθιά θα κρύβονται τ' άγουρα σπέρματα

στην κοιλιά του χρόνου

κι η νύχτα φύλακας,

τροφός σε αγάπες αγέννητες,

εκεί, στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού,

θα υφαίνει τους μύθους της,

γλυκά νανουρίσματα,

μη και ξυπνήσουν άκαιρα οι έρωτες

κι αναλωθούνε μάταια οι πόθοι.

Μια Θάλασσα Ολάκερη...

Mια θάλασσα ολάκερη εντός μου
γαλαζοπράσινα νερά τα όνειρα γίναν
κι οι πόθοι άλικα κοράλλια στους βυθούς
και μεταξένια φύκια να χορεύουν
στων υπόγειων ρευμάτων μου τους ρυθμικούς κλυδωνισμούς
παλινδρομούσες διαθέσεις
σπειροειδή κελύφη οι προσδοκίες
από φίλντισι απαστράπτουσες ροδόχροες οι προσμονές
κι οι ελπίδες μου κόκκοι αμέτρητοι σε χρυσοκάστανη αμμουδιά
ν' αναδεύονται στο σμαραγδένιο κύμα
από χέρι διάφανο αφρισμένο τρυφερό...

Μια θάλασσα ολάκερη γέμισαν τα ποτάμια μου
του έρωτα,
του πόνου,
της χαράς
γλυκόπικρο μεθύσι κι εκστατική αλμύρα.

Βουτώ στα κρύσταλλα νερά και σ' απαντώ
μόνη μου μοίρα εσέ,
γλυκό βαρύ μου πεπρωμένο
βαθύ σκοτάδι ωκεανού τον ήλιο που μου αρνείσαι:
με τη ψαρίσια μου ουρά το κύμα της να σχίζω
στα ταραγμένα πέλαγα και μ' αγωνία να ρωτώ
αν ζει κι αν γεύεται χαρές εκείνος που δεν ορίζω
κι αν στα νερά μου θα λουστεί
αυτός που αγαπώ...
                                                                      
Φλεβάρης '07

Προς Τον Ταξιδιώτη Του Απείρου

Μη κυνηγάς,

στωικά περίμενε

αφουγκράσου

τις σιωπές, τις απουσίες

μην αδημονείς

τους πόθους σίγησε

και τις λαχτάρες

τον χρόνο ζύγισε

τα ρεύματα

τ' ανοδικά

τα κατερχόμενα

νιώσε τους ρυθμούς

τους κύκλους

μετρονόμος γίνε

των καιρών, του απείρου

δύσε κι ανέτειλε

κι εσύ σαν  τον ήλιο

σαν το φεγγάρι

γέμισε, άδειασε

το κύμα κοίτα

ξεσπά και μαζεύεται

δύναμη παίρνει φουσκώνει

απλώνει αφρούς

ξεβράζει δώρα

δες την τουλίπα

κόκκινο κύπελλο

δροσοστάλες γεμάτο

τρεις μέρες χαράς

όλο κι όλο της φτάνουν

κοίτα το σύννεφο

τώρα είναι άλογο

μετά δελφίνι

όπως ο άνεμος ορίσει

ύστερα γίνεται βροχή

χείμαρρος γίνεται

θάλασσα

χυμός των δέντρων

δάκρυ αλμυρό

Μη κυνηγάς

αυτό που δεν πιάνεται

την ηλιαχτίδα

που βούτηξε στα μάτια του

του φεγγαριού το μάλαμα

στα όμορφα μαλλιά του

τ' άγριο ρόδο των χειλιών

Μέσα σου κοίτα

τα χνάρια βρες

τ' αποτυπώματα

ρωγμές του πόνου

δες τες και μέτρα

άγγιξε, μάθε

και σκύψε, πιές

απ' τις δικές σου τις πηγές

όλα εκεί που κείτονται

σ' αιώνια γαλήνη

λίμνη ακύμαντη

όνομα άλλαξε και πες:

με λέν' αγάπη,

με λέν' ειρήνη,

χαρά του κόσμου.

                                                1-5-'07
        Ιθάκη

...δεν έχω φωνή,

μνήμες μόνο, απουσίες

την θυμάμαι την Ιθάκη

παλιά κιτρισμένη απώλεια

στο δισάκι μου μοναδικό μου υπάρχον

αφετηρία και τέλος μου

μακρύ ταξίδι...

είκοσι χρόνια κράτησε

πρώτα φωτιά και πόλεμος

μετά θεϊκές κατάρες και ναυάγια

σ' ανταριασμένα πέλαγα

πρόσκαιρες χαρές σ' αγκαλιές εφήμερες

-ποιάς μοίρας σκοτεινής το χρέος πληρώνω;

τώρα οι Φαίακες με κανακεύουν

σέβας και δώρα
τιμές με ντύνουν ασυνήθιστες

μου 'λειψε μια ανάσα

ένα χαμόγελο...

μου δείχνουν το λιμάνι της απέναντι

δεν τους πιστεύω
πόσα τσιγάρα ακόμα θα μετρήσω;
πόσα απέχω;

Και είναι αυτή που άφησα,

αυτή που σπαρταρά στη μνήμη μου,

ολόφωτη ως τα τώρα;

Ένα τσιγάρο τελευταίο

και θα ξέρω...
                                                                   
06 Mάη '07


Του Θανάτου Στοχασμοί

1

Χέρι απλώνει τρυφερό

ο άνεμος της δύσης

ριγεί η ράχη του

κόκκινες κορδέλες

ηλιοδάχτυλα

χαϊδεύουν τα μαλλιά του.

Κείνος,

αργοπερνά το χέρι

απάνω τους

διώχνει τις κρυφές χαρές

θλίψη βαθειά

τρέμει στ' αχείλι του

της νύχτας το αγκάλιασμα

προσμένει

νυχτοπούλι έρημο.

-Ποιό τέλος σκοτεινό στοχάζεται;

2

Για λίγο μόνο

το παραπέτασμα ανάμεσα στους κόσμους

ανασήκωσες

κρυφοματιές εκστατικές στο επέκεινα.

Θάλασσα ζωής από τη μια

Μνήμη του πόνου, της χαράς

πρώτη της γέννησης κραυγή

νερό μαζί και χώμα

φωτιά του έρωτα ύστερα

των άστρων πυρ ανάλωμα

λάσπη ξανά

γενέθλια μοίρα.

Και Θάλασσα Γαλήνης απ' την άλλη

Λήθη λυτρωτική η διασπορά στο άπειρο

ιάματα για λησμονιά λωτοί των άστρων

λεύτερη αύρα διάφανη αβαρής

απανταχού στα πάντα άχρονη

μία πνοή και πνεύμα ένα,
όλα με μιας εν μέσω τίποτα

ουσία μόνη να 'ν' το Φως

κι ο Ύπνος του τέλους τέλειος.

-Ανθρωποδέλφινο, σε ποια νερά θα κολυμπήσεις;

3

Είναι ο θάνατος που δίνει στη ζωή αξία

Είναι η ζωή που τρομερό κάνει τον θάνατο

Υπάρχει ένα σημείο τυφλό εκεί ανάμεσα

Σαν σταθείς στο κεφαλόσκαλο

-χάσμα  διάπλατο ύστατη Θύρα

στο μεταξύ των κόσμων διάστημα-

μοιάζει να μην σ' αγγίζει κανέν απ' τα δύο

Η ζωή ιδωμένη απ' την άλλη πλευρά

το ίδιο τρομερήν έχει όψη

καθώς γλυκαίνει ο θάνατος.

-Τί σε σκοτίζει πιότερο;

       Α! Εσύ, Εσύ...

Α! εσύ, εσύ,

Με τα επτά φεγγάρια για προσκέφαλο,

το στέρνο οπού αγκομαχά

η θάλασσα των ταραγμένων ίσκιων

κι όλοι οι άνεμοι να φυσούν ξενητεμό

σε πλάγιο βλέμμα σκοτεινό,

μικρέ θεέ της άρνησης,

που σ' έθρεφε κόρφος προσμονής

ως να θεριέψεις

με θυμιάματα ακριβά

Θα περιμένει o λευκός βωμός,

η αιώνια ραγισμένη πέτρα

μες στο μικρό ναό

των πολύχρωμων οραμάτων

και των ανθισμένων επιθυμιών

τον ερχομό της ασημένιας βροχής

σαν από θεού ελεήμονος γόνιμο δάκρυ

να ποτίσει το χώμα ως τα έγκατα

τα δέντρα να καρπίσουν
και τα σώματα

Δυο Ριπές

1

Πως ράγισαν τα μάτια μου,

σαν θώρησαν

τ' ανάγλυφο της μοίρας πρόσωπό σου

επτασκάλιστο,

αρχαίο εικόνισμα,

σε τόπο απόμερο, ιερό

σεργιάνισαν

οπού θροΐζαν οι σκιές

ριπές ανέμου

ασημόσκονη

στην έρημη πάνω πέτρα,

κομμάτια χίλια!

2

Ψυχή μου,

αθώα ντύθηκες τ' όνειρο

εσάρπα διάφανη

ν' αντιφεγγίζει

κόκκινο,

το δέρμα ν' ανασαίνει

όλο το φως,

ν' αναρριγά στο άγγιγμα

κι ύστερα πάλι,

σιωπή...

αερικό θα είναι

πλάνητα ανέμου

λογισμός!

Καθρέφτισμα

Και είδα

να καθρεφτίζεται εκεί

στο ρυτιδωμένο κάτοπτρο

της θάλασσας του χρόνου

 

το ασήμι του πρόσωπο

με τα σημάδια απάνω του

ενός αρχαίου ανέμου

που δεν φύσηξε ακόμα

κι όμως

τρεις κοίτες ποταμών εχάραξε

στο πεπερασμένο μέτωπο

χείμαρρους

κι αυλακιές βαθιές

γύρω από στόμα χάους

με χείλη σμιλευμένου αλάβαστρου

και λίμνες σκοτεινές ετάραξε

όμορφα μάτια

να θωρούν το χρόνο

και ν' αντιφέγγουν ουρανό

και λόφο ανόρθωσε

μύτη περήφανη

τ' αρώματα της ύπαρξης

να οσμίζεται

και στης κόμης το στροβίλισμα

ριπές του κόσμου

νέφη καινοφανή αναδύθηκαν

γεννήτορες αστέρων

Ω! θαύμα μου

πώς την εικόνα να κρατήσω

ακέραια;

πώς να ιστορήσω το άπειρο;

                                                                6/30/'07 8:26 μμ

Ήταν Που Έβρεχε Κόκκινο

Ήταν που έβρεχε κόκκινο

απ' το ένα του μάτι,

τ' αριστερό

κι απ' τ' άλλο

έδυαν οι στιγμές

πίσω απ' τα σύννεφα.

Με το 'να χέρι έδιωχνε σκιές

και σφούγγιζε τον ίδρωτα απ' τ' αστέρια

Με τ' άλλο μάζευε αστραπές

σε αρμαθιά φωτιάς

μη και ραγίσουν το γυάλινο

περίβλημα του κόσμου

μη σκίσουνε της νύχτας

το εβένινο πουκάμισο

κι αποκαλύψουν

του κόρφου της τα μυστικά.

Σε κείνο το ρόδινο κόρφο

πως θα 'θελε να 'γερνε πάντα

ύστερα από κάθε μάχη με το ασύλληπτο

να μέθαγε απ' τις μυρωδιές

της άγνωστης σάρκας

απ' του μυστηρίου το άρωμα

κι εκεί,

να βύθιζε κορμί-ψυχή

για να κρυφτεί

μες σε γλυκιά αποκάρωση.

Κι όμως, το 'ξερε.

πως έτρεχε λιωμένο σίδερο

απ' τα μάτια του αντί για δάκρυ,

κι ό,τι κοιτούσε το κατέκαιγε

ό,τι άγγιζαν τα χέρια  του

στάχτη.

Το 'ξερε.

πως δεν θα χόρταινε φωτιά

μα δεν θα χόρταινε κι αγκάλη.

Μακρύ Καλοκαίρι

Θα 'ναι μακρύ αυτό το καλοκαίρι

Ο ήλιος θα χαράζει με πύρινα δάκτυλα

δρόμους φωτιάς στ' αρχαία σου χώματα

πορφυρές πολιτείες θα ορθώνει στη δύση σου

καφτός ο άνεμος

τη μορφή σου θα δίνει στα νεφελώματα

τ' όνομά σου θα γράφει μ' αιχμηρά τ' άσπρα του δόντια

στους βράχους που ρίχτηκαν μικρά ξεχασμένα νησιά

από καταβολής του κόσμου στην κόκκινη θάλασσα

και θα 'ρθουν οι παλίρροιες διεισδυτικές

βαθύτερα θα εισχωρούν στον Αύγουστο

καινούργιες ακτές θα ορίσουν στα φλεγόμενα όνειρα

κι ακρωτήρια προεκτάσεις των πόθων

στη γη των αποχωρισμών

και τ' άστρα κρεμασμένα στο σκοτεινό σου πρόσωπο

πιο φωτεινά θα δείχνουν κι απ' τον ήλιο της μέρας

πιο μεγάλα κι απ' αυτό το φεγγάρι

που μ' ολοστρόγγυλη απορία κοιτάει το ολοκαύτωμα

πιο κοντινά θαρρείς σε τούτο το καλοκαίρι

το πυρπολυμένο από την προσδοκία του αδύνατου.

                                                                                    10-7-'07

   Νοσταλγία

Είναι που νοστάλγησα

το θρόισμα εκείνο

λαίμαργη ανάσα

σε πέτρα πάνω

άκοπη

άγριο χάδι

σμίλη να γίνεται

επίμονα, αργά,

στην πέτρα

που ονειρεύονταν

Κούρος πως είναι,

τάχα,

ή

Ηνίοχος

Πως τρέμιζαν τα δάκτυλα

Θαρρείς σε σάρκα στάρι!

Χμ,

Κορίτσι-πράμα, κάποτε

που είδα ν' ανασταίνεται

στο παρελθόν της μνήμης

του μέλλοντός μου ο καρπός

κόκκινο ρόδι ώριμο,

σαν έσκασε,

σκόρπισαν σπόροι χίλιοι!

Μυστικός κήπος

Και να που λέω:

Δεν πειράζει που τάισες με αίμα αυτόν τον κήπο

με τα σπάνια αταξινόμητα άνθη της σάρκας

που ευωδίαζαν από προσμονές μακραίωνες

και τ' αειθαλή παχύσκια δέντρα

-τα φερμένα απ' τις αχαρτογράφητες χώρες της μνήμης-

με τα υποσχόμενα μήλα χρυσά βλαστάρια,

κορμοί νευρώδεις γυναίκειοι μηροί τιτάνιοι

έτσι βαθιά που αναδύονταν απ' το ζωοφόρο χώμα

και σώματα τις φυλλωσιές φωτορούσες τρέμουσες

να θροΐζουν έκσταση στις πνοές ταξιδευτών ανέμων.

Δεν πειράζει,

που πότισες τις ρίζες αιώνια κοιμώμενων πόθων μ' όνειρα υγρά
-ποτάμια σε βαθιές, αειφόρες κοίτες

με χειμαρρώδη ορμή που ανάβλυσαν από της γης τα στόματα

πηγάδια σαν έσκαψες επτά

γυμνά τα χέρια, τα νύχια πέτρινα

κι από τις λίμνες των ματιών νερά υφάλμυρα-

κι εκείνοι θέριεψαν, λαίμαργοι κισσοί

ελικωτά συστρέφονται

στο σώμα του καιρού φιδογυρνώντας.

Ούτε που αδημονώντας γεύτηκες

του όρθρου πρώιμους καρπούς πρωτόγνωρους.

-εδώδιμες χαρές παρθένας γης-

σπέρματα, ρίζες και βλαστούς γλυκόπικρους

των αοράτων σου αποκάλυψη

της θάλασσας των λογισμών και της αφής ξεχείλισμα.

Δεν πειράζει,

το χώμα αυτό αν γίνηκε κορμί σου

κορμοί, βλαστοί, φυλλώματα τα μέλη

στων εποχών τους κύκλους που απλώνονται.

Δικός σου τόπος

αφετηρία και τέλος σου

γενέθλια γη και τάφος.

                                            9/'07    

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers