Πεζά

Ποίηση

Παραμύθια

Θέατρο-Διάλογοι

Δοκίμια

Ο Dali & Εγώ

Διαδικτύου

Εκδοθέντες

Κλασσικά

Λαογραφικά

Διασκέδαση

Πινακοθήκη

Εικαστικά

Λογο-Παίγνια

Σχόλια/Επικοινωνία

Φανταστικό

Ερωτική Λογοτεχνία

Γλυπτική

 
 

Πεζά 

Φιληΐδα

 

     Στη πόλη αυτή φτάνει κανείς είτε το μαύρο χάραμα, πολύ πριν λαλήσει ο πρώτος πετεινός, είτε πάρα πολύ αργά το βράδυ, όταν όλοι πια έχουν αποκοιμηθεί. Μπορεί να φύγει από κει δε, μόνο το απομεσήμερο. Έτσι είναι σίγουρο πως αν την επισκεφθεί βιαστικά, θα χάσει το υπέροχο -λένε- ηλιοβασίλεμά της.
     Έφτασα κάποτε κει, ένα μαύρο χάραμα. Θαυμάσια επιλογή αν θες να τη δεις να ξυπνά σιγά-σιγά, από το λήθαργό της και να ξεκινά να κινείται νωχελικά, σα μια κόρη, που ανοίγοντας τα βλέφαρα, χαμένη ακόμα από τη τρελή νυχτιά, αρνείται να περάσει γρήγορα στη τραχειά και σκληρή πραγματικότητα, μιας μέρας, που μόνον οι νυχτιές της αξίζουνε, σε τούτη δω τη κόχη.
     Μόλις και μετά βίας βρήκα ένα μικρό καφενεδάκι, που μένει πάντα ανοιχτό τούτες τις μικρές ώρες, για να φιλοξενεί τους ξένους που καταφθάνουν και κλείνει αργά, προχωρημένο πρωινό, για να ξανανοίξει αργά το βράδυ πάλι, να καλύψει τις επόμενες αφίξεις. Έτσι, θέλοντας και μη, έκατσα κι εγώ εκεί, περιμένοντας την ανατολή και φυσικά να φθάσει κάποια λογική ώρα, ώστε να πάω κει που 'πρεπε.
     Ο μεσήλικας καφετζής που 'ρθε να μου πάρει παραγγελία, φορούσε μια καθαρή ποδιά και με κοίταζε καθαρά κι ερωτηματικά στα μάτια. Ζήτησα -τί άλλο;- ένα δυνατό καφέ, για να προσπαθήσω να μείνω ξυπνητός. Ταξίδευα βλέπεις, όλη νύχτα ξάγρυπνος. Ο βιοπαλαιστής κούνησε βαρυεστημένα το κεφάλι και γυρνώντας τη πλάτη, πήγε προς το μπαρ. Επειδή δεν ήτανε σεζόν, δεν υπήρχαν άλλοι θαμώνες εκείνη τη νύχτα κι η πόλη αυτή δεν έχει δα και τη μεγάλη νυχτερινή ζωή, ώστε να σπεύδουνε ξενύχτηδες για το ...άφτερ τους.
     Πρέπει να πω, πως μες σ' αυτό το μικρό μαγαζάκι, είχε και του ...πουλιού το γάλα. Ντόπια και των γύρω περιοχών γλυκάκια, που και μόνον η θωριά τους, έκανε να πέφτουνε τα σάλια, όλων των ειδών τους καφέδες, ποτά σε μεγάλη ποικιλία κι απ' όσο είδα στο κατάλογο, μπορούσε να παρέχει ένα σωρό μικρομεζέδες, ντόπιους και μη, ευκολόβρετους ή και δύσκολους. Οι τιμές βέβαια ήτανε κάπως τσουχτερούλικες, μα κάτι τέτοιο το θεωρώ και δίκαιο και λογικό.
     Ο καφές μου ήρθε σύντομα κι άναψα τσιγάρο. Το πολλοστό για τούτη την ατέλειωτη νύχτα. Έγειρα πίσω στην αναπαυτική πολυθρόνα. Σε λιγάκι, είχα βυθιστεί στις σκέψεις μου, σε φρέσκα και παλιότερα γεγονότα της ζωής μου.
     Πρέπει να κύλησε πολύς σιωπηλός χρόνος έτσι. Όταν βγήκα απ' αυτές, η μέρα είχεν αρχίσει να ροδίζει. Το χρώμα ήταν εξαίσιο κι απερίγραπτο. Έμεινα χάσκοντας να κοιτάζω κι έπιασα τον εαυτό μου να λυπάται που δε μπορούσε να το αιχμαλωτίσει, έστω για λίγο, μιας και την αμέσως επόμενη στιγμή, είχεν αλλάξει. Η μέρα είχε κερδίσει κι άλλο λίγο έδαφος, εις βάρος της νύχτας και το χρώμα είχεν αλλάξει.
     Μετά το σκάσιμο του ήλιου, πλαγίως έτσι όπως καθόμουνα, και την οριστικήν επικράτηση του φωτός, τα πράγματα που μέχρι πριν λίγο ήτανε μυστηριώδη κι άγνωστα, είχανε πάρει πάλι τις σωστές τους αναλογίες κι υποστάσεις. Το κάθε τι, πάσχιζε να ξαναπάρει τη σωστή του ταχύτητα.
     Σιγά-σιγά, βγαίναν από το καβούκι τους κι οι κάτοικοι. Ξεκινούσε σα ρόγχος κι ο θόρυβος στην αρχή, μετά ένα διακοπτόμενο μεταλλικό ροχάλισμα και λίγον αργότερα, μια συνεχής ελαφρά βουή. 'Αρχισαν να καταφτάνουν οι πρωινοί θαμώνες, για το καφεδάκι λίγο πριν τη δουλειά. Τους ζήλεψα λιγάκι. Δείχνανε τόσον εξοικειωμένοι, δείχνανε να 'χουν ένα σκοπό και φυσικά γνωρίζονταν μεταξύ τους. Οι φωνές κι οι συνομιλίες τους, γεμίσανε το χώρο: καλημέρες, παραγγελιές, πειράγματα, κουβέντες. Κι ο καφετζής ήτανε φανερό πως τους ήξερε όλους. Γνώριζε από πριν τί θέλανε κι αρκούσε ένα νεύμα μικρό, για να τους φέρει αυτό που ζητούσανε κάθε πρωί, για τόσα και τόσα χρόνια.
     Το καφενεδάκι άδειασε κάπως απότομα. Σχεδόν όλοι ταυτόχρονα ξεκινήσανε για το μεροκάματο. Έμεινα πάλι μόνος. Ο μόνος ίσως αργόσχολος στη πόλη αυτή. Όταν μέστωσε για τα καλά η μέρα, πλήρωσα και βγήκα, χωρίς να δοκιμάσω καμμιά από τις θαυμάσιες στην όψη λιχουδιές. Το καφενεδάκι έκλεισε αμέσως μετά κι ο καφετζής, με βήμα αργό, πήγαινε να ξεκουραστεί.
     Αναζήτησα έν άλλο καφενείο, πιο ημερήσιο τούτη τη φορά. Είχα ακόμα πολύ χρόνο για σκότωμα. Τέλειωσα καπνίζοντας ένα σωρό τσιγάρα και το δεύτερο καφεδάκι της μέρας. Σηκώθηκα βιαστικά, δίχως να ξέρω τί μ' έπιασε, πλήρωσα και βγήκα. Ξεπέταξα βιαστικά κι όλες τις δουλειές που 'χα να κάνω κι έφυγα. Πρόλαβα στη τσίλια το μεσημεριανό καράβι...
     Έτσι δεν είδα το θαυμάσιο -λένε- ηλιοβασίλεμα της Φιληΐδας...

                                                                          Αρχές Φλεβάρη '08

 

 

Web Design: Granma - Web Hosting: Greek Servers